Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Η προσφυγή της 7ης Μαρτίου 1985 με την οποία εισήχθη η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο το επίδομα αποδημίας το οποίο η Tamara von Heuhoff von der Ley, σύζυγος Urhausen, μεταφράστρια στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απαιτεί από τη διοίκηση των Κοινοτήτων .
Ως γνωστόν, το επίδομα αυτό προβλέπεται με το άρθρο 49 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και η καταβολή του εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ), του παραρτήματος VΙΙ . Κατά τον κανόνα αυτό, το επίδομα χορηγείται στον υπάλληλο, ο οποίος : α ) δεν είχε ποτέ την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος όπου υπηρετεί β ) δεν είχε μόνιμη διαμονή ή δεν άσκησε κατά συνήθη τρόπο, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους .
2 . Η von Neuhoff von der Ley είναι και ήταν πάντοτε γερμανίδα υπήκοος . Γεννήθηκε στο Μόναχο της Βαυαρίας το Μάρτιο του 1956 από γερμανό πατέρα και μητέρα λουξεμβουργέζα και κατοικούσε στην πόλη αυτή μέχρις ηλικίας 9 ετών, οπότε οι γονείς της έλαβαν διαζύγιο . Μετά το γεγονός αυτό, εγκαταστάθηκε μαζί με τη μητέρα της στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, όπου έζησε μέχρι τον Ιούλιο του 1975, ενώ ταυτόχρονα περάτωσε εδώ και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της .
Από το Σεπτέμβριο του 1975 μέχρι τον Ιούλιο του 1980 η προσφεύγουσα σπούδασε μετάφραση και διερμηνεία στο Innsbruck, στην Αυστρία το Σεπτέμβριο του 1980 παντρεύτηκε με ένα λουξεμβουργέζο υπήκοο και από τον ίδιο αυτό μήνα μέχρι το Φεβρουάριο του 1981 παρέδωσε μαθήματα σε σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Λουξεμβούργο . Ενεγράφη επίσης στον κατάλογο των δικαστικών πραγματογνωμόνων ( Νοέμβριος του 1980 ) και εργάστηκε ως μεταφράστρια στην Επιτροπή, αρχικά ως "υπότροφος" και εν συνεχεία ως "εμπειρογνώμονας-ελεύθερη συνεγάτις", μέχρι την οριστική πρόσληψή της στις 16 Απριλίου 1984 .
3 . Επειδή το επίδικο επίδομα δεν της χορηγήθηκε μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η von der Ley ζήτησε, στις 31 Αυγούστου 1984, να της αναγνωριστεί το ευεργέτημα αυτό . Στις 7 Νοεμβρίου του ίδιου έτους υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της σιωπηρής αρνήσεως που αντέταξε η διοίκηση . Η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984 . Κατόπιν αυτού ασκήθηκε η υπό κρίση προσφυγή με την οποία η προσφεύγουσα ζητεί κυρίως να ακυρωθεί η απόφαση αυτή .
3 . Δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων όσον αφορά τα περιστατικά της υπόθεσης και είναι προφανές ότι η προσφεύγουσα πληροί την πρώτη από τις δύο προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για τη χορήγηση του επιδόματος . Επομένως, η διαφορά αναφέρεται στην ύπαρξη της δεύτερης προϋποθέσεως . Με άλλα λόγια, το ζήτημα είναι αν η von der Ley είχε "μόνιμη διαμονή ή άσκησε κατά συνήθη τρόπο την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά της" στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργο κατά τα πέντε έτη τα "λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της", δηλαδή κατά την περίοδο μεταξύ 16ης Νοεμβρίου 1978 και 16ης Νοεμβρίου 1983 .
Σχετικά η προσφεύγουσα παρατηρεί πρωτίστως ότι μετακόμισε στο Λουξεμβούργο λόγω του διαζυγίου των γονέων της και λόγω του ότι η επιμέλειά της είχε ανατεθεί στη μητέρα της . 'Οταν ενηλικιώθηκε, το κέντρο των ενδιαφερόντων της έγινε και εξακολουθεί πάντοτε να είναι το Μόναχο, όπου διαμένουν ο πατέρας της και ο πάππος της, ηλικίας 90 ετών . Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι είναι ιδιοκτήτρια στο Μόναχο ενός διαμερίσματος που αγόρασε το Φεβρουάριο του 1979 και από το πιστοποιητικό διαμονής που της χορήγησαν οι τοπικές αρχές .
Η απόφασή της να πραγματοποιήσει ανώτερες σπουδές στο Innsbruck υπαγορεύτηκε, κατά την προσφεύγουσα, από το γεγονός ότι το πανεπιστημιακό αυτό κέντρο είναι σχετικά κοντά στο Μόναχο και εν συνεχεία από την πρόθεση να διατηρήσει την κατοικία της στην τελευταία αυτή πόλη . Ο γάμος που συνήψε με ένα λουξεμβουργέζο υπήκοο δεν συνιστά ένδειξη περί του αντιθέτου : πράγματι, το ζεύγος διατήρησε τη συζυγική του κατοικία στη βαυαρική πρωτεύουσα .
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται επίσης ότι οι περίοδοι εργασίας που συμπλήρωσε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στερούνται επίσης σημασίας . Πράγματι, οι λίγες ώρες διδασκαλίας στις οποίες περιορίστηκε η von der Ley ως αναπληρώτρια της χορηγήθηκαν - παρανόμως εξάλλου, λόγω του ότι ήταν αλλοδαπή - χάρη στις σχέσεις της μητέρας της και ασφαλώς δεν μπορούν να θεωρηθούν ως "κύρια επαγγελματική δραστηριότητα ". Επιπλέον, δύο στοιχεία δείχνουν ότι η εργασία που εκτελούσε στην Επιτροπή ως "υπότροφος" και ως μεταφράστρια-"ελεύθερη συνεργάτις" δεν έχουν σημασία : πρώτον, και όσον αφορά την "υποτροφία", το άρθρο 4, στοιχείο α ), δεύτερη περίπτωση, τελευταία περίοδος, αποκλείει τη δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη η παροχή υπηρεσιών σε διεθνή οργανισμό, όπως πρέπει να θεωρηθεί εν προκειμένω η Κοινότητα . Εξάλλου, η σύμβαση παροχής υπηρεσιών προέβλεπε ότι η προσφεύγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της κυρίως κατ' οίκον .
Κατά την προφορική διαδικασία η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η εξαίρεση που προβλέπει το προαναφερόμενο άρθρο 4, στοιχείο α ), δεύτερη περίπτωση, τελευταία περίοδος, ισχύει επίσης για την περίοδο κατά την οποία παρείχε υπηρεσίες μεταφράστριας ως "ελεύθερη συνεργάτις ". Ο ισχυρισμός αυτός είναι προφανώς νέος και, επομένως, απαράδεκτος δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού διαδικασίας .
4 . Η προσφυγή είναι αβάσιμη . Εξαρχής αναφέρω ότι, όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο, το επίδομα αποδημίας έχει ως σκοπό "να αντισταθμίσει τις επιβαρύνσεις και μειονεκτήματα ... που απορρέουν από την ανάληψη καθηκόντων στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες για τους υπαλλήλους που είναι για το λόγο αυτό υποχρεωμένοι να μεταφέρουν την κατοικία τους" ( αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1975, υπόθεση 21/74, Airola κατά Επιτροπής, Racc . σ . 221, σκέψη 8 της 16ης Οκτωβρίου 1980, υπόθεση 147/79, Hochstrass κατά Δικαστηρίου, Racc . σ . 3005, σκέψη 12 της 13ης Νοεμβρίου 1986, υπόθεση 330/85, Richter κατά Επιτροπής, Συλλογή σσ . 3439 και 3445, σκέψη 6 ). Η κατά τον τρόπο αυτό διατυπωθείσα αρχή είναι σαφέστατη και έχει πλήρη εφαρμογή στην περίπτωση επί της οποίας το Δικαστήριο καλείται σήμερα να αποφανθεί .
Η προσφεύγουσα - όπως έχω αναφέρει - γεννήθηκε από μητέρα λουξεμβουργέζα και έζησε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου από ηλικίας 9 ετών μέχρι την ενηλικίωσή της, οπότε πήγε στο Innsbruck προκειμένου να κάνει γλωσσικές σπουδές εν συνεχεία, διέμεινε συχνά και για μεγάλες περιόδους στο Λουξεμβούργο, είτε για να είναι κοντά στη μητέρα της είτε - και ιδίως - για να εργαστεί . Πράγματι, τις μόνες επαγγελματικές δραστηριότητες που άσκησε πριν από την οριστική πρόσληψή της από την Επιτροπή τις άσκησε στο εν λόγω κράτος .
Ειδικότερα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιβάλλει να γίνεται αναφορά στην περίοδο των πέντε ετών από 16 Νοεμβρίου 1978 μέχρι 16 Νοεμβρίου 1983 . 'Ομως, η προσφεύγουσα πέρασε στο Innsbruck το ένα τρίτο περίπου της περιόδου αυτής : επομένως, ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα και, επιπλέον, αποβλέποντας στην επίτευξη ενός σκοπού - σπουδές διερμηνείας και μεταφράσεως - ο οποίος, ως γνωστόν, δεν συνεπάγεται ρήξη στις σχέσεις και στα συμφέροντα του προσώπου δηλαδή δεν καταργεί το δίκτυο των δεσμών με το οποίο υλοποιείται η έννοια της "συνήθους διαμονής" στο έδαφος συγκεκριμένης χώρας .
'Οσον αφορά τα άλλα δύο τρίτα της εν λόγω περιόδου, είναι γνωστό ότι η von der Ley δίδαξε επί έξι σχεδόν μήνες σε σχολείο του Λουξεμβούργου και δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω να εξακριβωθεί αν τα καθήκοντα αυτά της είχαν ανατεθεί νομίμως ή αν ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας ήταν πράγματι ελάχιστος . Εξάλλου, το Νοέμβριο του 1980, η προσφεύγουσα ζήτησε και πέτυχε την εγγραφή της στους καταλόγους δικαστικών πραγματογνωμόνων του Λουξεμβούργου, απέκτησε δηλαδή μια ιδιότητα που συνεπάγεται την υποχρέωση να είναι παρούσα στο έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου και έτοιμη να προσφέρει τις υπηρεσίες της . Εν συνεχεία, από το δεύτερο εξάμηνο του 1981 μέχρι τον Απρίλιο του 1984 εργάστηκε ως "ελεύθερη συνεργάτις" στην Επιτροπή . Είναι αλήθεια ότι η εργασία αυτή μπορούσε να εκτελεστεί κατ' οίκον όμως είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι η εκτέλεση της εργασίας αυτής επέβαλλε στην προσφεύγουσα να έχει οπωσδήποτε και συνεχώς ως σημείο αναφοράς το Λουξεμβούργο .
Επί του σημείου αυτού πρέπει να υπομνηστεί ότι μια πρόσφατη απόφαση του δεύτερου τμήματος ( 330/85, Richter κατά Επιτροπής, που παρατέθηκε ήδη ) είχε ως αντικείμενο υπόθεση στην οποία η διαφορά αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β ), παρόμοια όμως από πολλές απόψεις με την υπό κρίση υπόθεση . Και ο Richter είχε εργαστεί στην Επιτροπή τόσο ως "υπότροφος" όσο και ως μεταφραστής "ελεύθερος συνεργάτης" και είχε επίσης διαμείνει εκτός του Μεγάλου Δουκάτου για λόγους σπουδών : το Δικαστήριο εντούτοις απέκλεισε τη δυνατότητα του προσφεύγοντος να επικαλεστεί τις περιστάσεις αυτές προκειμένου να αποδείξει τη διακοπή των κοινωνικών και επαγγελματικών του δεσμών με το Λουξεμβούργο και επομένως να θεμελιώσει δικαίωμα επί του επιδόματος .
Συμπεραίνοντας, είναι βέβαιο ότι από το Σεπτέμβριο του 1980 - δηλαδή από την αρχή της πρώτης απασχολήσεώς της - η von der Ley είχε "μόνιμη διαμονή" στο Λουξεμβούργο και ότι ασκούσε στη χώρα αυτή "την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά της", ως καθηγήτρια, δικαστική πραγματογνώμονας και εμπειρογνώμονας-"ελεύθερη συνεργάτις ". Εφόσον μάλιστα η προσφεύγουσα δεν εργάστηκε ποτέ εκτός του Μεγάλου Δουκάτου, μπορεί να λεχθεί ότι στο Λουξεμβούργο ανέπτυξε όλη την επαγγελματική της δραστηριότητα μέχρι τον Απρίλιο του 1984 .
5 . 'Εχω ήδη αναφέρει ότι η προσφεύγουσα προσπαθεί να ενισχύσει την άποψή της με δύο πραγματικές παρατηρήσεις : το διαμέρισμα του οποίου έχει την κυριότητα στο Μόναχο και το πιστοποιητικό διαμονής που έλαβε από τον εν λόγω δήμο . Αναφέρω αμέσως ότι το δεύτερο στοιχείο έχει ελάχιστη αν όχι καμιά σημασία . Πράγματι, ό,τι και αν είπε σήμερα ο συνήγορος της προσφεύγουσας, είναι γνωστό ότι το πιστοποιητικό διαμονής ( Aufenthaltsbescheinigung ) περιορίζεται στην αντιγραφή των στοιχείων των ληξιαρχικών μητρώων και, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, δεν γίνεται κανένας έλεγχος της ακρίβειάς τους .
Αλλά και το πρώτο επιχείρημα είναι ασθενές . Το να είναι κανείς κύριος ενός ακινήτου δεν συνεπάγεται καθόλου ότι κατοικεί στον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο, ιδίως όταν τρίτος ( εν προκειμένω, ο πάππος της προσφεύγουσας ) έχει τη χρήση και την επικαρπία του ακινήτου . Προσθέτω ότι, όπως προκύπτει από την ίδια την προσφυγή, οι σύζυγοι Urhausen-von Neuhoff von der Ley μίσθωσαν διαμέρισμα στην πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου και έδωσαν αυτή τη διεύθυνση όταν η σύζυγος προσλήφθηκε από την Επιτροπή . Αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η μητέρα τής von der Ley είναι ιδιοκτήτρια οικίας στο Λουξεμβούργο, είναι προφανές ότι το ζεύγος δεν θα χρειαζόταν να μισθώσει το διαμέρισμα αν δεν έπρεπε να αντιμετωπίσει την επιτακτική και συνεχή ανάγκη να διαμένει στην πόλη αυτή .
6 . Υπό το φως των προηγούμενων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή που η Tamara von Neuhoff von der Ley άσκησε κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας .
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά .
Full & Egal Universal Law Academy