Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με την απόφαση 85/215/ΕΟΚ ( ΕΕ 1985, L 97, σ . 49 ) η Επιτροπή έκρινε ότι η προτιμησιακή τιμή που ίσχυε για το αέριο το πωλούμενο στους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών σε θερμοκήπια στις Κάτω Χώρες αποτελούσε ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης . Με την απόφαση αυτή η ολλανδική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να καταργήσει την ενίσχυση ( άρθρο 1 ) και να ανακοινώσει στην Επιτροπή μέχρι τις 15 Μαρτίου 1985 τα μέτρα που είχε λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί ( άρθρο 2 ).
Οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση της απόφασης αυτής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης . Οι προσφεύγοντες είναι δύο επιχειρήσεις δενδροκηπευτικών, συγκεκριμένα η Kwekerij Gebroeders van der Kooy BV, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, και ο Van Vliet, ιδιώτης ( υπόθεση 67/85, τους οποίους θα αναφέρω στο εξής ως "Van der Kooy "), ο Landbouwschap, οργανισμός ο οποίος ενεργεί στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης ως εκπρόσωπος των συμφερόντων του τομέα της καλλιέργειας δενδροκηπευτικών σε θερμοκήπια στην Ολλανδία ( υπόθεση 68/85 ), και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, προς το οποίο απευθυνόταν η απόφαση ( υπόθεση 70/85 ). Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία μεταξύ άλλων ζήτησαν την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης και η οποία απορρίφθηκε με Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Μαΐου 1985 . 'Υστερα από την έκδοση της Διάταξης αυτής, η τιμή αερίου που ίσχυε για τους καλλιεργητές σε θερμοκήπια αυξήθηκε, αλλά, κατά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, όχι σε τέτοιο βαθμό ώστε να εξαλειφθεί το στοιχείο της ενίσχυσης . Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο, στην υπόθεση 213/85, ζητώντας, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη συμμορφούμενο προς τα άρθρα 1 και 2 της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη . Οι κυβερνήσεις της Δανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου παρενέβησαν υπέρ της Επιτροπής και στις τέσσερις υποθέσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση παρενέβη μόνο στις τρεις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις .
Το ζήτημα της συμφωνίας προς το κοινοτικό δίκαιο της τιμής του φυσικού αερίου που ισχύει στον τομέα των δενδροκηπευτικών χρονολογείται από παλιά και είχε αποτελέσει το αντικείμενο προηγούμενης απόφασης της Επιτροπής . Το ιστορικό της υπόθεσης αυτής έχει ως εξής .
Οι Κάτω Χώρες διαθέτουν σημαντικά αποθέματα φυσικού αερίου . Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η ολλανδική κυβέρνηση, εν μέρει για λόγους προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, παρέσχε φορολογικά κίνητρα στους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών προκειμένου να παύσουν να χρησιμοποιούν βαρύ μαζούτ και να στραφούν προς το φυσικό αέριο . Σήμερα, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής, άνω του 95 % της καταναλισκόμενης στις Κάτω Χώρες για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών ενεργείας προέρχεται από το φυσικό αέριο .
Η NV Nederlandse Gasunie έχει προφανώς το μονοπώλιο του παραγόμενου στην ανοιχτή θάλασσα ή την ξηρά φυσικού αερίου στις Κάτω Χώρες . Πρόκειται περί εταιρίας ιδιωτικού δικαίου, το 10 % των μετοχών της οποίας ανήκει άμεσα στο κράτος, ενώ το 40 % κατέχουν οι De Staatsmijnen ( στο εξής : DSΜ ), που ανήκουν και αυτοί εξ ολοκλήρου στο κράτος καίτοι, όπως αναφέρει η Επιτροπή, ενεργούν "αποκλειστικά βάσει των νόμων της αγοράς" οι εταιρίες Esso και Shell κατέχουν καθεμία το 25 % των μετοχών . Η Gasunie χορηγεί αέριο απευθείας στις εταιρίες διανομής και στους σημαντικότερους καταναλωτές αερίου . Οι μικροί καταναλωτές εφοδιάζονται από τοπικές εταιρίες διανομής, η ένωση των οποίων καλείται Vegin .
Η έκταση της κρατικής παρεμβάσεως στον καθορισμό των τιμών της Gasunie αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της παρούσας δίκης . Εντούτοις, δεν αμφισβητείται ότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής, οι τιμές εγκρίνονται από το διοικητικό συμβούλιο της Gasunie με πλειοψηφία τριών τετάρτων των εκφρασθεισών ψήφων . Επί του παρόντος, το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από οκτώ μέλη, εκ των οποίων ένα διορίζει το κράτος, τρία οι DSΜ και από δύο μέλη καθεμία από τις εταιρίες πετρελαίου . 'Ετσι, το κράτος δεν διαθέτει την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο, ενώ η Shell και η Esso μπορούν να εμποδίζουν τη λήψη των αποφάσεων που δεν τις συμφέρουν . Οι τιμές που συμφωνούνται έτσι υπόκεινται στην έγκριση του Υπουργού Οικονομίας . Εν προκειμένω, οι σχετικές εξουσίες του υπουργού απορρέουν τόσο από τη νομοθεσία όσο και από μια συμφωνία με την Gasunie, χρονολογούμενη από το 1963 .
'Υστερα από έρευνα σχετικά με τον ανταγωνισμό στον τομέα της καλλιέργειας δενδροκηπευτικών σε θερμοκήπια, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 15 Δεκεμβρίου 1981, την απόφαση 82/73/ΕΟΚ ( ΕΕ 1982, L 37, σ . 29 την "απόφαση του 1981 "). Η Επιτροπή θεώρησε ότι υφίστατο προτιμησιακή τιμή υπέρ των καλλιεργητών σε θερμοκήπια, πράγμα που αποτελούσε κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη . Η Επιτροπή προσήψε στην ολλανδική κυβέρνηση ότι η εν λόγω τιμή ήταν χαμηλότερη από αυτή που είχε οριστεί για τους άλλους καταναλωτές του βιομηχανικού τομέα και ότι το κατώτατο όριο καταναλώσεως για τη χορήγηση εκπτώσεως ήταν, όσον αφορά τους καλλιεργητές σε θερμοκήπια, σαφώς χαμηλότερο από ό,τι για τους καταναλωτές του βιομηχανικού τομέα ( 30 000 m3 έναντι 170 000 m3 ). Επιπλέον, οι περίοδοι αναθεωρήσεως ήσαν σαφώς λιγότερο συχνές για τους καλλιεργητές απ' ό,τι για τους χρήστες του τομέα της βιομηχανίας ή τους μικρούς καταναλωτές . Σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες συμφωνίες, η τιμή αερίου για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών συνδεόταν με την τιμή του μαζούτ των 15 προηγούμενων μηνών και προσαρμοζόταν μία φορά το χρόνο . Η ίδια η μέθοδος της αναθεωρήσεως δεν θα ετίθετο εκ νέου υπό διαπραγμάτευση παρά μία μόνο φορά κατά τη διάρκεια της πενταετούς περιόδου ισχύος της συμφωνίας μεταξύ των Gasunie, Landbouwschap και Vegin . Εντούτοις, η τιμή για τη βιομηχανία αναθεωρούνταν ανά τρίμηνο βάσει μιας θεωρητικής τιμής "ισοτιμίας" του αργού μαζούτ . Η συμφωνία προέβλεπε ότι η διαφορά μεταξύ της τιμής για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών και της τιμής για τη βιομηχανία θα μειωνόταν προοδευτικώς κατά τη διάρκεια περιόδου δυόμισι ετών από τον Απρίλιο του 1982 και ότι από τον Οκτώβριο του 1982 η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών θα συνδεόταν τιμαριθμικά με την τιμή ισοτιμίας .
Το άρθρο 1 της απόφασης του 1981 επέβαλε στις Κάτω Χώρες την υποχρέωση να λάβουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε "η ενίσχυση που αντιπροσωπεύει η προτιμησιακή τιμή για την καλλιέργεια κηπευτικών να έχει καταργηθεί μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1982 κατόπιν ευθυγραμμίσεως της τιμής του αερίου για την καλλιέργεια κηπευτικών με την τιμή του αερίου για τη βιομηχανία" και η διαφορά μεταξύ των δύο τιμών να μην αυξηθεί σε σχέση με τη διαφορά που υφίστατο κατά την 1η Δεκεμβρίου 1981 .
Η ολλανδική κυβέρνηση, ο Landbouwschap και δύο καλλιεργητές, ένας από τους οποίους ήταν η Van der Kooy, προσέφυγαν στο Δικαστήριο κατά της αποφάσεως του 1981 ( υποθέσεις 67, 68 και 70/82 ). Παρ' όλα αυτά, συνεχίστηκαν οι συζητήσεις μεταξύ της Επιτροπής και της κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών και μεταξύ της Gasunie και του Landbouwschap συνήφθη νέα σύμβαση . Ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή αντιλαμβανόταν την κατάσταση εκτίθεται στο έγγραφο που απηύθυνε στις 29 Ιουλίου 1982 προς την ολλανδική κυβέρνηση .
Η Gasunie και ο Landbouwschap συμφώνησαν ότι η διαφορά που υφίστατο μεταξύ της τιμής του αερίου για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών και της τιμής για τη βιομηχανία θα εξαλειφόταν σε τρία στάδια, μεταξύ της 1ης Απριλίου 1982 και της 1ης Απριλίου 1983, και ότι κατά την ημερομηνία αυτή η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών θα ήταν ίση προς την τιμή για τη βιομηχανία προσαυξημένη κατά μισό cent ανά κυβικό μέτρο . 'Οπως ακριβώς η τιμή για τη βιομηχανία, έτσι και η τιμή για τα δενδροκηπευτικά θα συνδεόταν με την τιμή ισοτιμίας του αργού μαζούτ, η οποία καθορίζεται από το Centraal Bureau voor de Statistiek ( CBS ) ( Κεντρική Υπηρεσία Στατιστικής ), και, όπως ακριβώς και αυτή, θα προσαρμοζόταν ανά τρίμηνο . Η Επιτροπή θα ενημερωνόταν για την τιμή ισοτιμίας του τριμήνου και την εξ αυτής προκύπτουσα τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών, για οποιαδήποτε τροποποίηση της μεθόδου προσαρμογής λόγω των εξελίξεων της τεχνικής στη θέρμανση ή των μεταβολών στην οικονομική κατάσταση, καθώς επίσης και για τη μέθοδο υπολογισμού των μελλοντικών προσαρμογών .
Βάσει της συμφωνίας αυτής, η Επιτροπή αντικατέστησε την απόφαση του 1981 με νέα απόφαση ( 82/518/ΕΟΚ, ΕΕ 1982, L 229, σ . 38 ), οι δε προσφεύγοντες παραιτήθηκαν των προσφυγών τους . Καίτοι η διευθέτηση αυτή δεν ικανοποίησε τους καλλιεργητές σε θερμοκήπια στα άλλα κράτη μέλη λόγω του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο οι ολλανδοί ανταγωνιστές τους θα εξακολουθούσαν να τυγχάνουν προτιμησιακής τιμής, η Επιτροπή δεν παρενέβη εκ νέου μέχρι τον Οκτώβριο του 1984 .
Με τηλετύπημα της 4ης Οκτωβρίου 1984, η ολλανδική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι η Gasunie, η Vegin και ο Landbouwschap είχαν συνάψει νέα συμφωνία, που επρόκειτο να ισχύσει από την 1η Οκτωβρίου 1984 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1985 . Με τη συμφωνία αυτή, καίτοι εξακολούθησε να ισχύει η αρχή ότι η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών έπρεπε να είναι συνδεδεμένη με την τιμή για τη βιομηχανία, καθορίστηκε ένα ανώτατο όριο της τιμής για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών : η τιμή αυτή δεν έπρεπε να υπερβαίνει τη μέση τιμή που ίσχυε το 1983 για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών, όπως προέκυπτε από την εφαρμογή της υπολογιστικής μεθόδου, προσαυξημένη κατά 10 %, πράγμα που έδιδε ένα ανώτατο όριο 42,5 cents ανά κυβικό μέτρο ( cents/m3 ). Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, από την εφαρμογή της μεθόδου που ίσχυε από την 1η Απριλίου 1983 θα προέκυπταν τιμές ύψους 46,6 cents/m3 κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1984 και 48 cents/m3 κατά το πρώτο τρίμηνο του 1985 . 'Ετσι, κατόπιν της νέας συμφωνίας, οι καλλιεργητές δενδροκηπευτικών εξοικονομούσαν κατά τις περιόδους αυτές 4,1 cents/m3 και 5,5 cents/m3 αντίστοιχα . Εντούτοις, αν σε οποιαδήποτε περίοδο η τιμή έπεφτε κάτω από τα 42,5 cents, θα προσαρμόζονταν οι τιμές των προηγουμένων τριμήνων, κατά τα οποία η τιμή κανονικά θα υπερέβαινε το ανώτατο όριο .
Η ολλανδική κυβέρνηση ρητώς ανέφερε στο τηλετύπημά της της 4ης Οκτωβρίου 1984 ότι ενημέρωνε την Επιτροπή για τη νέα αυτή σύμβαση σύμφωνα με την άτυπη συμφωνία την οποία επικύρωσε το έγγραφο της Επιτροπής της 29ης Ιουλίου 1982 προς την ολλανδική κυβέρνηση . Η εν λόγω κυβέρνηση υποστήριξε με συνέπεια την άποψη ότι η τιμή του αερίου δεν αποτελεί ενίσχυση και ότι επομένως δεν είχε καμία υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, να την κοινοποιήσει στην Επιτροπή . Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι η νέα τιμή άρχισε να ισχύει πριν η Επιτροπή ενημερωθεί σχετικά . Παρ' όλα αυτά, η Επιτροπή, βεβαιώνοντας τη λήψη του τηλετυπήματος της ολλανδικής κυβερνήσεως, ανέφερε ότι θεωρούσε το τηλετύπημα αυτό ως κοινοποίηση βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, και υπενθύμισε στην ολλανδική κυβέρνηση ότι τα σχέδια που κοινοποιούνται στην Επιτροπή δεν επιτρέπεται να τίθενται σε εφαρμογή έως ότου η τελευταία ολοκληρώσει την εξέτασή της . Η Επιτροπή ζήτησε επίσης συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία η ολλανδική κυβέρνηση πράγματι παρέσχε .
Η Επιτροπή κίνησε τότε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, κατά το συνήθη τρόπο, δημοσιεύοντας ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα και απευθύνοντας έγγραφα στα κράτη μέλη . Η Επιτροπή, με το έγγραφο που απηύθυνε προς την ολλανδική κυβέρνηση στις 27 Νοεμβρίου 1984 και με το οποίο της ζήτησε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, επέκρινε πάλι την κυβέρνηση αυτή διότι έθεσε σε εφαρμογή το μέτρο χωρίς να το κοινοποιήσει σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της υπενθύμισε ότι η παράνομη θέσπιση ενισχύσεως θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναζήτηση των χορηγηθέντων ποσών ή στην παρακράτηση των χρηματοδοτήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ) και της ζήτησε να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αναστολή της χορηγήσεως της εν λόγω ενισχύσεως .
Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις διαφόρων κρατών μελών και άλλων ενδιαφερόμενων, συμπεριλαμβανομένου του Landbouwschap, του μόνου από τους ενδιαφερόμενους που εκφράστηκε ευνοϊκά για την προτιμησιακή τιμή . 'Ολα τα άλλα κράτη μέλη και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις στην Επιτροπή ανέφεραν προφανώς ότι θεωρούσαν το μέτρο ως ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, η οποία είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά και νοθεύει τον ανταγωνισμό στον τομέα των δενδροκηπευτικών . Μερικά κράτη μέλη εξέφρασαν την ανησυχία τους ως προς το ζήτημα αυτό κατά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου μεταξύ Οκτωβρίου 1984 και Ιανουαρίου 1985, αναφέροντας ότι υφίσταντο την πίεση των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών στις χώρες τους προκειμένου να κάνουν κάτι για να αντιμετωπιστεί αυτό που οι εν λόγω καλλιεργητές θεωρούσαν ως αθέμιτο ανταγωνισμό εκ μέρους των ολλανδών καλλιεργητών .
Η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις παρατηρήσεις που είχε λάβει και τα αποτελέσματα των ερευνών της, βεβαιώθηκε για την ορθότητα της αρχικής της άποψης, ότι δηλαδή η τιμή για το αέριο αποτελούσε ενίσχυση προς τους ολλανδούς καλλιεργητές σε θερμοκήπια, πράγμα ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά, και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση .
Καταρχάς η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό των προσφυγών που άσκησαν η Van der Kooy και ο Landbouwschap .
Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας στις υπό κρίση υποθέσεις, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση 169/84, Compagnie francaise de l' azote ( Cofaz ) κατά Επιτροπής ( απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, Συλλογή 1986, σ . 391 ), με την οποία έκρινε παραδεκτή προσφυγή ασκηθείσα, στο πλαίσιο των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις διατάξεων, εκ μέρους ιδιώτη βάσει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, ενώ δεν έχει αποφανθεί ακόμη επί των ζητημάτων ουσίας στην υπόθεση αυτή .
Η απόφαση αυτή αφορούσε επίσης την τιμή του φυσικού αερίου στις Κάτω Χώρες . 'Οταν η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, σχετικά με ορισμένες φερόμενες ως προτιμησιακές τιμές που είχαν καθοριστεί για τους παραγωγούς αμμωνίας η οποία χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή αζωτούχων λιπασμάτων, καθορίστηκε νέα τιμή για τους σημαντικότερους χρήστες της βιομηχανίας, από την οποία μπορούσαν να επωφεληθούν και οι παραγωγοί αμμωνίας . Η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτό δεν αποτελούσε κρατική ενίσχυση και περάτωσε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εφόσον η τιμή ίσχυε για όλους αδιακρίτως τους τομείς και δικαιολογούνταν από εμπορική άποψη, επειδή η μείωση των φορολογικών εσόδων λόγω της χαμηλότερης τιμής αντισταθμιζόταν από την πραγματοποίηση οικονομιών σε άλλους τομείς . Τρεις γάλλοι παραγωγοί αζωτούχων λιπασμάτων ζήτησαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της αποφάσεως περί περατώσεως της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2 .
Με την απόφασή του το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, όταν ένας κανονισμός παρέχει διαδικαστικής φύσεως εγγυήσεις οι οποίες δίδουν σε επιχειρήσεις το δικαίωμα να ζητήσουν από την Επιτροπή να διαπιστώσει την παράβαση κανόνων του κοινοτικού δικαίου, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να μπορούν να ασκήσουν προσφυγή προς προστασία της δικαιολογημένης τους εμπιστοσύνης .
Σε περίπτωση που ορισμένες επιχειρήσεις έχουν διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη διοικητική διαδικασία, έχουν το δικαίωμα να κάνουν χρήση του άρθρου 173, εφόσον η θέση τους στην αγορά θίγεται αισθητά από την ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ( σκέψεις 23 έως 25 ).
Στην υπόθεση εκείνη, οι προσφεύγουσες απέδειξαν ότι η απόφαση της Επιτροπής μπορούσε να πλήξει σοβαρά τη θέση τους στην αγορά ενόψει της προβαλλόμενης ως σημαντικής ενισχύσεως προς τους ολλανδούς παραγωγούς, του γεγονότος ότι το φυσικό αέριο αντιπροσώπευε το 80 % της τιμής εργοστασίου της αμμωνίας και ενόψει της σημαντικής αυξήσεως του μεριδίου της Ολλανδίας στη γαλλική αγορά .
Οι παράγοντες αυτοί οδήγησαν το Δικαστήριο στο να δεχτεί ότι η απόφαση αφορούσε ατομικά τις προσφεύγουσες . 'Οσον αφορά το ζήτημα του αν τις αφορούσε άμεσα, το Δικαστήριο έκρινε ότι "αρκεί να σημειωθεί ότι οι συνέπειες του θεσπισθέντος συστήματος τιμών παρέμειναν ανέπαφες, ενώ η διαδικασία που ζήτησαν οι προσφεύγουσες θα κατέληγε στην έκδοση αποφάσεως περί καταργήσεως ή τροποποιήσεως του εν λόγω συστήματος" ( σκέψη 30 της αποφάσεως ).
'Οσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής της Van der Kooy, η Επιτροπή εφιστά την προσοχή επί δύο σημείων . Το πρώτο είναι ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ αυτού που αποκαλεί ατομική ενίσχυση ( δηλαδή ενίσχυση προς έναν και μόνο συγκεκριμένο δικαιούχο ) και των ενισχύσεων προς μια ολόκληρη κατηγορία ή έναν ολόκληρο τομέα, όπως στην υπό κρίση υπόθεση, όπου όλοι οι καλλιεργητές σε θερμοκήπια ωφελούνται από την ενίσχυση . Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να στηριχθεί στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 730/79 ( Philip Morris Holland κατά Επιτροπής, ΕCR 1980, σ . 2671 ), και 323/82 ( Intermills κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ . 3809 ), στις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ο αποδέκτης μέτρου ατομικής ενισχύσεως μπορεί να προσβάλει αρνητική απόφαση της Επιτροπής .
Το δεύτερο επιχείρημα της Επιτροπής είναι ότι από το γεγονός ότι η προτιμησιακή τιμή άρχισε να ισχύει χωρίς να έχει προηγουμένως ενημερωθεί η ίδια, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, απορρέουν ορισμένες έννομες συνέπειες . Η παράνομη αυτή εφαρμογή, πριν η Επιτροπή καταλήξει σε απόφαση, δεν πρέπει να θέσει τους αποδέκτες της ενισχύσεως σε καλύτερη μοίρα από ό,τι αν η ολλανδική κυβέρνηση είχε συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή της να ενημερώσει την Επιτροπή . 'Ετσι, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως αυτής και της περιπτώσεως κατά την οποία προσβάλλεται απόφαση της Επιτροπής με την οποία επιβάλλεται η κατάργηση ή τροποποίηση μιας υφισταμένης ενισχύσεως που έχει τεθεί σε ισχύ νομίμως άλλωστε, η Επιτροπή αμφιβάλλει αν μια τέτοια προσφυγή θα ήταν παραδεκτή . Η απαίτηση της Επιτροπής ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να θέσει σε εφαρμογή μια παρανόμως θεσπισθείσα ενίσχυση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εγκύρως από τους ολλανδούς καλλιεργητές ή τους εκπροσώπους τους . Εφόσον τα κράτη μέλη δεν ήσαν υποχρεωμένα να θεσπίσουν προγράμματα ενισχύσεων, δεν υφίστατο αντίστοιχο δικαίωμα για τη λήψη ενισχύσεων και δεν θα μπορούσε να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι μια αρνητική απόφαση της Επιτροπής θα έθιγε, κατά την έννοια του κριτηρίου που καθιέρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση Gofaz, τη θέση στην αγορά των δυνάμει δικαιούχων .
Η Van der Kooy ισχυρίζεται ότι εθίγη από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία κατάργησε τις προτιμησιακές τιμές . Πίστευε ότι η τιμή που είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Gasunie και του Landbouwschap θα ίσχυε από την 1η Οκτωβρίου 1984 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1985 και κατάρτισε το πρόγραμμά της ανάλογα . Σε κανένα σημείο της απόφασης στην υπόθεση Philip Morris δεν έγινε δεκτό ότι το παραδεκτό μιας προσφυγής εξαρτάται από το αν διακυβεύεται κάποια ατομική ενίσχυση . Με την απόφαση στην υπόθεση Gofaz το Δικαστήριο δεν έκανε δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι επρόκειτο περί γενικού μέτρου μάλλον παρά περί ατομικής ενισχύσεως και ότι κατά συνέπεια το εν λόγω μέτρο δεν μπορούσε να προσβληθεί από τις προσφεύγουσες .
Με βάση τα προβληθέντα επιχειρήματα, δεν έχω πειστεί ότι πρέπει, εν προκειμένω, να γίνει απόλυτη διάκριση μεταξύ ατομικών ενισχύσεων και μέτρων ενισχύσεως γενικότερης εφαρμογής . Στις υποθέσεις Philip Morris και Intermills, όπου επρόκειτο αναμφισβήτητα για μέτρα ατομικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε το παραδεκτό των προσφυγών, στις δε αποφάσεις του Δικαστηρίου το γεγονός αυτό απλώς αναφέρθηκε . Δεν βλέπω το λόγο για τον οποίο θα έπρεπε καταρχήν ο δικαιούχος μιας ατομικής ενισχύσεως να βρίσκεται σε καλύτερη θέση όσον αφορά τη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο απ' ό,τι ο ωφελούμενος από ένα μέτρο που προορίζεται για δύο, δέκα ή περισσότερες επιχειρήσεις . Η ατομική ενίσχυση δεν είναι κατ' ανάγκη διαφορετική ποιοτικά από τις ενισχύσεις που ωφελούν περισσότερους . Η εν λόγω ενίσχυση δεν έχει κατ' ανάγκη μεγαλύτερο ή μικρότερο αντίκτυπο στον ανταγωνισμό και το εμπόριο εντός της κοινής αγοράς . 'Ενα από τα χαρακτηριστικά της χορηγήσεως ενισχύσεων από τα κράτη μέλη είναι ότι έχουν εφευρεθεί πάρα πολλές μέθοδοι και, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν αναφερθεί παραδείγματος χάριν στην υπόθεση 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής ( ΕCR 1963, σ . 95 ), θα ήταν κατά τη γνώμη μου αφύσικο και ανεπιθύμητο να γίνεται a priori διάκριση μεταξύ των ενισχύσεων που ωφελούν μία επιχείρηση και αυτών που ωφελούν περισσότερες .
Νομίζω ότι μια επιχείρηση, η οποία θίγεται σαφώς από την κατάργηση μιας υφισταμένης "ενισχύσεως", δικαιούται, εφόσον δεν θα είναι πλέον δικαιούχος της ενισχύσεως αυτής, να προσβάλει το κύρος της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου . Θα ήταν άδικο να παρέχεται σε ουσιαστικώς θιγόμενους ανταγωνιστές το δικαίωμα να προσβάλουν τη χορήγηση ενισχύσεως και παράλληλα να μην αναγνωρίζεται το δικαίωμα προσβολής μιας αρνητικής αποφάσεως της Επιτροπής στους πρώην δικαιούχους, οι οποίοι πρέπει τουλάχιστον να θεωρούνται ως ουσιαστικώς θιγόμενοι από την κατάργηση του προσδοκώμενου οφέλους .
'Οσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η κατάσταση είναι διαφορετική όταν η εν λόγω ενίσχυση αρχίζει να χορηγείται πριν από την κοινοποίησή της, είναι ανάγκη να τονίσω δύο σημεία . Το πρώτο είναι ότι η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της ένα ευρύ φάσμα εξουσιών προκειμένου να αντιμετωπίζει την παράνομη χορήγηση ενισχύσεων . Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή αποφάσισε να μην επικαλεστεί μόνο την παράνομη χορήγηση της ενισχύσεως, αλλά να ελέγξει κατά πόσον η ενίσχυση συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά σαν να είχε κοινοποιηθεί δεόντως . Δεν άσκησε προσφυγή κατά της ολλανδικής κυβερνήσεως για παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3 δεν ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων από το Δικαστήριο δεν επέβαλε, με την ίδια απόφαση, την απόδοση των ληφθέντων ποσών και, καίτοι με την τελευταία αιτιολογική σκέψη της απόφασής της επιφυλάχθηκε ως προς τη δυνατότητα να ζητήσει την επιστροφή των ληφθέντων ποσών σε μεταγενέστερο στάδιο, γνωστοποίησε στο Δικαστήριο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν είχε προβεί σε τέτοιου είδους ενέργειες . Δεν νομίζω ότι η Επιτροπή μπορεί να προσβάλει για το λόγο αυτό το παραδεκτό της διαδικασίας, εφόσον έχουν τεθεί ήδη ζητήματα ουσίας . Δεύτερον, δικαιούχοι παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων έχουν στο παρελθόν ασκήσει προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες κρίθηκαν όχι μόνο παραδεκτές αλλά και κατ' ουσία βάσιμες ( π.χ . Intermills και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 296 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek BV κατά Επιτροπής - υπόθεση "LΡF", απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, Συλλογή 1985, σ . 810 ). Και στις δύο αυτές υποθέσεις, αν και ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι το επίμαχο κρατικό μέτρο δεν αποτελούσε κρατική ενίσχυση, οι αποφάσεις ακυρώθηκαν για άλλους λόγους . 'Ετσι, το γεγονός ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε χωρίς να έχει ενημερωθεί η Επιτροπή δεν είναι καθοριστικό .
Κατά τη γνώμη μου, η προσφυγή των Van der Kooy είναι παραδεκτή . Η απόφαση αφορούσε άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες .
Η περίπτωση του Landbouwschap θέτει διαφορετικά ζητήματα . Με δήλωση της 13ης Οκτωβρίου 1967, εκπρόσωποι των εργοδοτών και των εργαζομένων στους τομείς της γεωργίας και της καλλιέργειας δενδροκηπευτικών ανέθεσαν στον Landbouwschap την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους όσον αφορά ορισμένα θέματα, συμπεριλαμβανομένων των διαπραγματεύσεων για την τιμή του αερίου . Καταρχάς, η Επιτροπή θέτει το ζήτημα αν ο Landbouwschap είναι, σύμφωνα με την ολλανδική νομοθεσία, υποχρεωμένος να εκπροσωπεί τα συμφέροντα των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών . Εντούτοις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εν λόγω οργανισμός ενήργησε πράγματι ως εκπρόσωπος των καλλιεργητών κατά τις συνομιλίες με την Επιτροπή σχετικά με τις τιμές του αερίου ήδη πριν ληφθεί η απόφαση του 1981, η δε Επιτροπή τον αντιμετώπισε ως ενεργούντα υπ' αυτή την ιδιότητα . Επιπλέον, νομίζω ότι ( ανεξαρτήτως των υποχρεώσεων που ενδεχομένως έχει σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ο εν λόγω οργανισμός ) προσκομίστηκαν άφθονα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε το Δικαστήριο να κάνει δεκτό τον ισχυρισμό του Landbouwschap ότι εκπροσωπεί τους καλλιεργητές . Εντούτοις, αυτό δεν προδικάζει το ζήτημα αν η απόφαση αφορά τον Landbouwschap άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173 .
Οργανισμοί όπως ο Landbouwschap μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στην προβλεπόμενη από το άρθρο 93 διοικητική διαδικασία . Μπορούν να εκθέσουν στην Επιτροπή τις απόψεις του τομέα καλύτερα απ' ό,τι καθένα χωριστά από τα μέλη τους . Είναι λογικό να αναμένεται από τους οργανισμούς αυτούς να διαθέτουν ή να μπορούν να αποκτήσουν τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες και στατιστικά στοιχεία θα πρέπει να μπορούν να εκθέσουν συστηματικότερα απ' ό,τι οποιοδήποτε από τα μέλη τους τις ιδιαίτερες συνθήκες του τομέα, καθώς και τις διαφορές που υφίστανται γενικά στον τομέα αυτό . Είναι σαφές ότι ο Landbouwschap διαδραμάτισε εν προκειμένω αυτό το ρόλο . Είναι προφανώς προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης το να επιτραπεί στον οργανισμό αυτό να εκθέσει τις απόψεις του .
Εξάλλου, είναι απολύτως σαφές ότι ο Landbouwschap δεν αποτελεί άμεσα δικαιούχο της επίμαχης ενίσχυσης . Δεν ασχολείται ο ίδιος με την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών ούτε του χορηγείται αέριο στην προτιμησιακή τιμή που ισχύει για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών . Επιπλέον, δεν νομίζω ότι, σύμφωνα με προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου, μπορεί να στηρίξει το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο στο γεγονός και μόνο ότι τα πρόσωπα που εκπροσωπεί θα ήταν δικαιούχοι της μειωμένης τιμής και θα μπορούσαν να αποδείξουν ότι η απόφαση της Επιτροπής τα αφορά άμεσα και ατομικά . Το Δικαστήριο έχει παλαιότερα δεχτεί ότι "ένα μέτρο που θίγει τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας προσώπων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά άμεσα και ατομικά οργανισμό συσταθέντα για την προάσπιση των συλλογικών συμφερόντων της κατηγορίας αυτής" (( υπόθεση 72/74, Union Syndicale κατά Συμβουλίου ( ΕCR 1975, σ . 401, ιδίως σ . 410 ) βλέπε επίσης συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 και 17/62, Confederation nationale des producteurs de fruits et legumes κατά Συμβουλίου ( ΕCR 1962, σ . 901, υπόθεση 135/81, Groupement des agences de voyages κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1982, σ . 3799 ), και υπόθεση 250/81 ( Πανελλήνιος 'Ενωσις Κονσερβοποιών κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ . 3535 ) )). Ο Landbouwschap δεν απέδειξε ότι η περίπτωσή του διαφέρει ουσιαστικά από την περίπτωση των οργανισμών που εξετάστηκαν στις πιο πάνω αποφάσεις .
Παρά το γεγονός αυτό, δεν αποκλείεται να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον Landbouwschap άμεσα και ατομικά κατά τρόπο διαφορετικό απ' ό,τι τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών . Ο Landbouwschap προσπάθησε να αποδείξει ότι η εν λόγω απόφαση τον αφορούσε άμεσα και ατομικά από δυο απόψεις . Πρώτον, επικαλέστηκε την 24η σκέψη της απόφασης στην υπόθεση Cofaz προκειμένου να αποδείξει ότι η συμμετοχή στη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, αρκεί για να αναγνωριστεί ότι η σχετική απόφαση τον αφορούσε άμεσα και ατομικά . Η άποψη αυτή είναι σαφώς πεπλανημένη, ενόψει του κειμένου της 25ης σκέψης, σύμφωνα με το οποίο οι διάδικοι πρέπει επίσης να αποδείξουν ότι "η θέση τους στην αγορά επηρεάζεται ουσιωδώς από την ενίσχυση ". Από την υπόλοιπη απόφαση καθώς επίσης και από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Verloren van Themaat προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο εννοούσε θέση στην ίδια αγορά με τους αποδέκτες της ενίσχυσης . 'Ετσι, δεν νομίζω ότι η απόφαση στην υπόθεση Cofaz μπορεί να βοηθήσει τον Landbouwschap . Δεύτερον, ο Landbouwschap ισχυρίζεται ότι θα θιγόταν από την κατάργηση της προτιμησιακής τιμής κατά διαφόρους τρόπους : θα έχανε την αξιοπιστία του ως διαπραγματευτή για τον τομέα των δενδροκηπευτικών, πράγμα που θα μπορούσε στη συνέχεια να ωθήσει τους καλλιεργητές να αρνηθούν να καταβάλουν τις συνδρομές ή εισφορές τους στον Landbouwschap και, ακόμα σπουδαιότερο, θα οδηγούσε σε πτώχευση πολλούς καλλιεργητές, πράγμα που θα συνεπαγόταν πάλι σημαντική μείωση των εσόδων του Landbouwschap τελικά o Landbouwschap θα υποχρεωνόταν να συνάψει νέα σύμβαση με την Gasunie, γεγονός που καταδεικνύει ότι η νομική του κατάσταση επηρεάζεται από την προσβαλλόμενη απόφαση .
Είναι προφανές ότι η πιθανή απώλεια εσόδων ανησυχεί τον Landbouwschap, αλλά νομίζω ότι το ζήτημα αυτό είναι αρκετά αόριστο για να θεμελιώσει δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 173 . Καίτοι αυτό είναι ίσως περισσότερο συζητήσιμο, θεωρώ ότι ούτε η ανάγκη συνάψεως νέας συμβάσεως αποδεικνύει ότι ο Landbouwschap δικαιούται να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή . Ο εν λόγω οργανισμός διαπραγματεύεται τη σύναψη της συμβάσεως για λογαριασμό των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών, οι οποίοι θα κερδίσουν ή θα χάσουν από τους νέους όρους που θα συμφωνηθούν .
Παρά τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσε να έχει η παροχή σε έναν οργανισμό όπως ο Landbouwschap της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής, δεν νομίζω ότι το γεγονός ότι ο εν λόγω οργανισμός δεν έχει τη δυνατότητα αυτή βλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπό κρίση υπόθεση . Οι προσφυγές του Landbouwschap και της Van der Kooy είναι ως προς όλα τα σημεία και από όλες τις απόψεις όμοιες και οι δύο προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο . Υπέβαλαν κοινό υπόμνημα απαντήσεως . Είναι απολύτως σαφές ότι όσα υποστηρίχθηκαν εν ονόματι της Van der Kooy στηρίζονταν σε σημαντικό βαθμό στις γνώσεις και τις δυνατότητες πληροφορήσεως που έχει ο Landbouwschap . Νομίζω ότι ο Landbouwschap δεν στερείται της δυνατότητας να υπερασπίσει τα συμφέροντα των μελών του, αν δεν του επιτραπεί να ασκήσει προσφυγή ιδίω ονόματι, εφόσον μπορεί να υποστηρίξει ένα από τα μέλη του και εφόσον τα ζητήματα ουσίας μπορούν πλήρως να εξεταστούν . Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή του Landbouwschap πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη . Ακόμα και αν είναι δυνατόν να προκύψει μία περίπτωση στην οποία η έννοια της δικαιοσύνης θα απαιτεί να δοθεί σε έναν οργανισμό το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή, νομίζω ότι στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να τηρηθεί η αρχή που έχει καθιερωθεί με προγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου .
'Ερχομαι τώρα στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης .
Η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της στηριζόμενη στην άποψη ότι η προτιμησιακή τιμή ( όπως χαρακτήρισε την τιμή του αερίου για τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών ) είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, εφόσον η εν λόγω τιμή : 1 ) "είναι προς όφελος ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων παραγωγών που ανταγωνίζονται επιχειρήσεις ή παραγωγές άλλων κρατών μελών και των οποίων τα προϊόντα αποτελούν αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών", 2 ) "έχει επιβληθεί από τις δημόσιες αρχές", 3 ) "οδηγεί σε αντισταθμιστική καταβολή του κράτους στην εταιρία διανομής ή σε μείωση των κρατικών εσόδων ".
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η τιμή που είχε ορίσει η Gasunie για τους ολλανδούς καλλιεργητές σε δενδροκήπια αποτελούσε ενίσχυση που ευνοούσε τους καλλιεργητές αυτούς σε σύγκριση με τους άλλους καταναλωτές αερίου στις Κάτω Χώρες, πράγμα που νόθευε τον ανταγωνισμό μεταξύ των εν λόγω καλλιεργητών και των καλλιεργητών σε δενδροκήπια σε άλλα κράτη μέλη και επηρέαζε το ενδοκοινοτικό εμπόριο . Επομένως, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, η τιμή αυτή ήταν ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 92 .
Εφόσον η ολλανδική κυβέρνηση επιμένει ότι δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή, όπως επιτάσσει με το άρθρο 93, παράγραφος 3, την προτιμησιακή τιμή ( επειδή θεώρησε ότι η εν λόγω τιμή δεν αποτελούσε ενίσχυση ) και ότι εν πάση περιπτώσει έθεσε σε ισχύ την τιμή αυτή ( εφόσον επρόκειτο περί ενισχύσεως ) πριν από την τελική απόφαση της Επιτροπής, είναι εκ πρώτης όψεως παράδοξο το ότι η Επιτροπή δεν δήλωσε απλώς ότι το εφαρμοσθέν μέτρο ήταν παράνομο και έπρεπε να καταργηθεί, προσφεύγοντας, εφόσον παρίστατο ανάγκη, στο Δικαστήριο ( υποθέσεις 31/77 R, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ΕCR 1977, σ . 921, και 171/83 R, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1983, σ . 2621 ). Επομένως, το μόνο ζήτημα που θα έπρεπε τότε να εξεταστεί θα ήταν αν η εν λόγω τιμή αποτελεί ενίσχυση και όχι αν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά .
Παρ' όλα αυτά, κινήθηκε η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, και οι προσφεύγοντες προσβάλλουν τη ληφθείσα απόφαση στηριζόμενοι σε τρεις κυρίως λόγους - παράβαση του άρθρου 92, παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών τύπων και παράλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογήσεως .
'Οσον αφορά το άρθρο 92, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε θεμελιώδη πλάνη θεωρώντας ότι, εφόσον βέβαια επρόκειτο περί ενισχύσεως, η εν λόγω ενίσχυση ενέπιπτε στην κατηγορία των ενισχύσεων που "χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους ".
'Οπως έχω ήδη αναφέρει, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το όλο πρόβλημα συνίσταται στο αν η φερόμενη ως ενίσχυση "έχει επιβληθεί από τις δημόσιες αρχές ". Η Επιτροπή δέχτηκε ότι το κράτος ούτε ελέγχει την Gasunie ούτε διαθέτει την πλειοψηφία που απαιτείται για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τις τιμές, αλλά διαπίστωσε ότι το κράτος μπορεί να εμποδίζει τη λήψη των αποφάσεων με τις οποίες δεν είναι σύμφωνο . Επιπλέον, οι τιμές δεν μπορούν να ισχύσουν παρά μετά την έγκριση του Υπουργού Οικονομίας, η δε Gasunie είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην ορίζει τιμές διαφορετικές από αυτές που είχαν προηγουμένως εγκριθεί από τον υπουργό για τη σχετική κατηγορία χρηστών . Η Επιτροπή επισημαίνει τις εξουσίες που διαθέτει βάσει ενός νόμου της 19ης Δεκεμβρίου 1974 ο Υπουργός Οικονομίας προκειμένου να εμποδίζει την παράδοση αερίου σε τιμή κατώτερη αυτής που έχει ορισθεί από τον ίδιο, εφόσον θεωρεί ότι το εν λόγω αέριο παρέχεται σε τιμή κατώτερη της αξίας του, και να ορίζει διαφορετικές τιμές για διαφορετικές κατηγορίες αερίου, ενώ υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με στοιχεία παρασχεθέντα από την ολλανδική κυβέρνηση, ο νόμος αυτός δεν έχει εφαρμοστεί ( σημείο Ι.5 της αποφάσεως ). Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Κυβέρνηση μπορεί "να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό", έστω και μόνο με βέτο, τον προσδιορισμό του "πλεονεκτήματος για τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών" και ότι κατά τον καθορισμό της τιμής για την καλλιέργεια των δενδροκηπευτικών "η Gasunie λαμβάνει υπόψη τις οικονομικές επιταγές που της υπαγορεύει το ολλανδικό κράτος ". Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιωνόταν από το γεγονός ότι δεν υφίσταντο "υγιείς και κατανοητοί οικονομικοί λόγοι" που να δικαιολογούν τον καθορισμό διαφορετικής τιμής .
'Οσον αφορά την ανάμειξη του κράτους, η Van der Kooy και η ολλανδική κυβέρνηση επισημαίνουν την κατανομή των μετοχών και των ψήφων στο πλαίσιο της Gasunie, η οποία, όπως ισχυρίζονται, καταδεικνύει ότι ό,τι έγινε δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να καταλογιστεί στο κράτος . Το τελευταίο δεν μπορεί να επιβάλει την τιμή ως μέτοχος . Εξάλλου, με τις εξουσίες εποπτείας του υπουργού αποσκοπείται κυρίως να ελέγχεται εκ των υστέρων αν εφαρμόζεται η ενεργειακή πολιτική της κυβερνήσεως και να διασφαλίζεται ότι οι τιμές δεν είναι ούτε πολύ υψηλές για τον τελικό καταναλωτή ούτε χαμηλότερες από την αξία του πωλούμενου αερίου . Ο υπουργός ούτε προκάλεσε αυτή τη διαμόρφωση των τιμών ούτε άσκησε οποιαδήποτε από τις εξουσίες του στην υπό κρίση υπόθεση . Επρόκειτο περί συμβάσεως καθαρά ιδιωτικού δικαίου που συνήφθη για εμπορικούς λόγους και στην οποία οι DSΜ ενήργησαν ως ανεξάρτητη εμπορική μονάδα της οποίας η πολιτική δεν υπαγορεύεται από το κράτος . Συνεπώς, η Επιτροπή αντιλήφθηκε τελείως εσφαλμένα την κατάσταση και δεν είχε την εξουσία να υποχρεώσει την ολλανδική κυβέρνηση να παρέμβει σε μια σύμβαση ιδιωτικού δικαίου στην οποία η εν λόγω κυβέρνηση δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος .
Ο τελευταίος αυτός συλλογισμός δεν στερείται αξίας, αλλά δεν είμαι πεπεισμένος ότι αποκλείει το ενδεχόμενο να αποτελεί αυτό που έγινε εν προκειμένω ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 .
Στις υποθέσεις 78/76, Steinike & Weinlig ( ECR 1977, σ . 595 ), και 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( Συλλογή 1985, σ.439 ) το Δικαστήριο, όπως ερμηνεύω τις αποφάσεις του, δέχτηκε ότι, προκειμένου να κριθεί αν ένα πλεονέκτημα που δεν παρέχεται άμεσα από το κράτος αποτελεί κρατική ενίσχυση, είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις υπό τις οποίες παρέχεται . Πράγματι, αν δεν συνέβαινε αυτό, θα ήταν πολύ εύκολη η καταστρατήγηση των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης . Οι υποθέσεις αυτές δεν είναι απολύτως ανάλογες προς τις υπό κρίση υποθέσεις, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπόθεση 290/83 το γεγονός ότι ο Υπουργός Γεωργίας δεν παρενέβη στη θέσπιση ενός επιδόματος αλληλεγγύης, μολονότι είχε την εξουσία να παρέμβει, καθώς και το γεγονός ότι ήταν αναγκαίο να δοθεί η έγκριση των δημόσιων αρχών για μια τέτοια ενέργεια θεωρήθηκαν ως ασκήσαντες επιρροή παράγοντες .
'Οπως αντιλαμβάνομαι την κατάσταση, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει το πραγματικό ζήτημα αν η παρέμβαση του κράτους υπήρξε εν προκειμένω σημαντική, αλλά να εξετάσει αν η Επιτροπή έσφαλε στην κρίση της για το τι μπορεί να συνιστά κρατική παρέμβαση ή αν ενήργησε παράνομα καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι υφίστατο τέτοια παρέμβαση βάσει στοιχείων τα οποία δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διαπίστωση αυτή . Στην υπό κρίση υπόθεση, οι DSΜ ανήκουν πλήρως στο δημόσιο . Το 40 % των μετοχών που διαθέτουν οι DSΜ, προστιθέμενο στο 10 % που κατέχει άμεσα το δημόσιο, καθώς και τα ποσοστά ψήφων, μπορεί να μην επέτρεπαν, ακόμα και με πρόσθεση των ψήφων, την άμεση επιβολή προτιμησιακής τιμής έδινε όμως στους DSΜ τη δυνατότητα να εμποδίζουν κάθε πρόταση για την οποία δεν ήταν σύμφωνοι καθώς και να ασκούν σημαντική επιρροή επί των αποφάσεων της Gasunie . 'Εστω και αν γίνει δεκτό ότι οι εξουσίες του Υπουργού Οικονομίας ασκούνταν εκ των υστέρων, θεωρώ απίθανο ότι η Gasunie θα προέβαινε στον καθορισμό τιμών και πολιτικής οι οποίες δεν επρόκειτο να εγκριθούν από τον υπουργό . Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η κυβέρνηση διαπραγματεύθηκε μια συμφωνία με την Επιτροπή ύστερα από την απόφαση του 1981 και ότι η Gasunie και ο Landbouwschap τροποποίησαν τις συμφωνίες τους προκειμένου να υλοποιηθεί αυτή η συμφωνία . Η κυβέρνηση αναμείχθηκε επίσης, κατά τη γνώμη μου, στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν την επίδικη απόφαση του 1985 προκειμένου να καταρτισθεί ένα εναλλακτικό σχέδιο . Θεωρώντας την κατάσταση στο σύνολό της, νομίζω ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το κράτος περιορίστηκε απλώς σε αναποτελεσματικές ενθαρρύνσεις . 'Ο,τι συνέβη, έγινε κατ' εντολή ή υπό την επιρροή του κράτους και, κατά τη γνώμη μου, υπήρχαν στοιχεία από τα οποία η Επιτροπή μπορούσε να συμπεράνει ότι υφίστατο εν προκειμένω ανάμειξη του κράτους, η οποία, εφόσον οι ορισθείσες τιμές ήσαν χαμηλές και δεν δικαιολογούνταν από εμπορικούς λόγους και εφόσον είχαν χορηγηθεί άμεσα ή έμμεσα κρατικοί πόροι, μπορούσε να αποτελεί κρατική ενίσχυση . Δεν δέχομαι ότι η Επιτροπή πλανήθηκε αναφερόμενη στη "μεγάλη επιρροή" του κράτους . Η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε η Επιτροπή ήταν να "έχει επιβληθεί" η τιμή από δημόσια αρχή . Εφόσον το κράτος άσκησε μεγάλη επιρροή όσον αφορά τον καθορισμό της τιμής, το γεγονός αυτό μπορεί να ισοδυναμεί εν προκειμένω με την επιβολή τιμής .
Νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε επίσης ότι είχαν χρησιμοποιηθεί κρατικοί πόροι . Το δημόσιο παραιτήθηκε του μεριδίου του από τα κέρδη που θα είχαν πραγματοποιηθεί από την Gasunie αν οι τιμές ήσαν υψηλότερες και πρέπει να γίνει δεκτό ότι το δημόσιο θα εισέπραττε το φόρο από την εταιρία, έστω και αν τελικά χάνουν χρήματα και οι άλλοι μέτοχοι . Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που ένας εμπορικός όμιλος στον οποίο είναι μέτοχος το κράτος μειώνει τις τιμές του ή δεν μεγιστοποιεί τα κέρδη του η απώλεια πρέπει να θεωρείται ως κρατική ενίσχυση . Μόνο όταν αυτό γίνεται κατ' εντολή ή υπό τη βαρύνουσα ή ουσιαστική επιρροή του κράτους, είναι δυνατόν να αποτελεί κρατική ενίσχυση .
Επομένως ανακύπτει το ερώτημα αν ο καθορισμός της προτιμησιακής αυτής τιμής, έστω και αν έγινε υπό την επιρροή του κράτους και συνεπαγόταν ζημία για το τελευταίο, ήταν αναγκαίος για εμπορικούς λόγους που θα απέκλειαν το χαρακτηρισμό της ως "ενισχύσεως ". Δικαιούνταν η Επιτροπή να θεωρήσει ότι δεν υφίσταντο "βάσιμοι οικονομικοί λόγοι" οι οποίοι να δικαιολογούν την καθορισθείσα διαφοροποιημένη τιμή;
Δεν αντιλαμβάνομαι την απόφαση με την έννοια που, όπως φαίνεται, της προσδίδει η ολλανδική κυβέρνηση, ότι δηλαδή με την απόφαση αυτή γίνεται δεκτό ότι, αν μια τιμή είναι χαμηλότερη για έναν τομέα απ' ό,τι για άλλους, η εν λόγω τιμή αποτελεί αυτομάτως ενίσχυση . Δεν είναι αυτή η θέση της Επιτροπής . Η χαμηλότερη τιμή αποτελεί ενίσχυση μόνο εφόσον δεν δικαιολογείται από εμπορικούς λόγους .
Η άποψη της Επιτροπής είναι ότι οι διακρίσεις μεταξύ των τομέων πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενικά και ευκόλως ελεγχόμενα κριτήρια και να προκύπτουν από συνήθεις οικονομικούς παράγοντες .
Νομίζω ότι η άποψη αυτή είναι ορθή . Η κρατική ενίσχυση από τη φύση της δεν είναι εμπορική, υπό την έννοια ότι το κράτος παρεμβαίνει εκεί που δεν θα παρενέβαιναν οι επιχειρηματίες . Το κράτος μπορεί να έχει τους λόγους του για να προβαίνει σε μια τέτοια ενέργεια, αλλά οι λόγοι αυτοί δεν είναι εμπορικοί υπό τη συνήθη έννοια της λέξης . 'Ετσι το κράτος μπορεί να προεγγράφεται για την αγορά των μετοχών μιας εταιρίας ή να δανείζει χρήματα, αλλά όταν ενεργεί έτσι σε βαθμό ή υπό όρους που δεν θα γίνονταν αποδεκτοί από έναν εμπορικό επενδυτή, τότε χορηγεί ενίσχυση η οποία εμπίπτει στο άρθρο 92, εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια της διάταξης αυτής . 'Ετσι, στην υπόθεση 40/85, Βέλγιο κατά Επιτροπής ( απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Συλλογή 1986, σ . 2321 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι δυο σημαντικές εισφορές κεφαλαίων από το δημόσιο ταμείο σε εταιρία της οποίας η ετήσια ζημία ανερχόταν σε εκατοντάδες εκατομμύρια βελγικών φράγκων κατά τον κρίσιμο χρόνο αποτελούσε κρατική ενίσχυση, διότι κανένας ιδιώτης επενδυτής ή μέτοχος δεν θα παρείχε τέτοια ποσά εφόσον δεν υφίστατο κάποιο βιώσιμο σχέδιο αναμορφώσεως της εταιρίας .
Το ζήτημα της δικαιολόγησης από εμπορική άποψη της τιμής εξετάστηκε από δύο πλευρές . Υφίσταντο βάσιμοι λόγοι ώστε να γίνει διαφοροποίηση μεταξύ της καλλιέργειας δενδροκηπευτικών και των λοιπών βιομηχανικών τομέων; Δικαιολογούνταν το πραγματικό επίπεδο της τιμής υπό το πρίσμα του κινδύνου στροφής προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα;
Η ολλανδική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογούνταν από τις απότομες αυξήσεις των τιμών του βαρέος μαζούτ και την πιθανότητα διακυμάνσεων οι οποίες θα οδηγούσαν σε αστάθεια της τιμής του αερίου και σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας του άνθρακα ως εναλλακτικής πηγής ενεργείας, δεδομένου ότι η χρήση του τελευταίου είχε αυξηθεί στα γειτονικά κράτη και κατά τα τέσσερα έτη μετά την περίοδο εμπορίας 1980/1981 22 από τις 8 000 ολλανδικές εκμεταλλεύσεις δενδροκηπευτικών είχαν στραφεί προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα . Ο άνθρακας καθίστατο ελκυστική επιλογή για ορισμένους ολλανδούς καλλιεργητές στην τιμή των 37 έως 38 cents/m3 και για πολλούς σε τιμή ανώτερη των 42 έως 43 cents/m3 . Η χρησιμοποίηση στον τομέα των δενδροκηπευτικών ήταν διαφορετική απ' ό,τι στη βιομηχανία λόγω, παραδείγματος χάριν, του υψηλότερου ποσοστού κόστους που αντιπροσωπεύει η καύσιμη ύλη, της ανάγκης του 60 % των καλλιεργητών να αντικαταστήσουν τους λέβητές τους στο άμεσο μέλλον και των σημαντικότερων μέτρων εξοικονομήσεως ενεργείας που είχαν ήδη ληφθεί από τους καλλιεργητές, πράγμα που καθιστούσε περισσότερο δυσχερή γι' αυτούς τη λήψη νέων μέτρων εξοικονομήσεως καθώς αύξαναν οι τιμές του αερίου, και λόγω της μεγαλύτερης περιόδου αποσβέσεως που απαιτείται στην καλλιέργεια δενδροκηπευτικών ( πέντε έτη έναντι δύο έως τριών ετών στη βιομηχανία ).
Με την απόφασή της η Επιτροπή αντιμετώπισε διαφορετικά τα ζητήματα αυτά . Η εγκατάλειψη της ευθυγραμμίσεως της τιμής του αερίου προς την τιμή του βαρέος μαζούτ και η ευθυγράμμισή της πλέον προς την τιμή του άνθρακα υπήρξε και προσωρινή και μερική, εφόσον επρόκειτο να διαρκέσει καταρχάς μόνο ένα έτος, η δε τιμή ισοτιμίας για το μαζούτ δεν εγκαταλείφθηκε εξ ολοκλήρου . 'Ετσι, αυτό δεν μπορούσε να έχει παρά περιορισμένη μόνο σημασία για την απόφαση των καλλιεργητών να στραφούν ή όχι προς τον άνθρακα . Επιπλέον, καίτοι η καταφανής επιθυμία της κυβερνήσεως να εξασφαλίσει σταθερότητα τιμών και να μειώσει τον κίνδυνο στροφής προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα ήταν κατανοητή ( έστω και αν η Gasunie θα έπρεπε ίσως να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες της αγοράς που λειτουργούσαν προς όφελός της ), δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το ότι δεν υιοθετήθηκε παρόμοια λύση σε ανάλογους τομείς της βιομηχανίας . Επιπλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι περισσότερο δαπανηρό να παραδίδεται αέριο σε καλλιεργητές δενδροκηπευτικών ( προφανώς επειδή είναι γενικώς λιγότερο σημαντικοί καταναλωτές ) παρά σε βιομηχάνους, καθιστώντας, έτσι, ακόμα λιγότερο πειστική τη δικαιολόγηση της διαφοροποιημένης τιμής .
Η εξέταση των πιο πρόσφατων στοιχείων - όπως το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων ( μια μεσαίου μεγέθους εκμετάλλευση καλύπτει επιφάνεια 15 000 m2, ενώ καταναλίσκει 650 000 m3 αερίου ετησίως μια μεγάλη εκμετάλλευση καλύπτει επιφάνεια 40 000 m2 και καταναλίσκει 1 600 000 m3 αερίου ετησίως ), το κόστος επενδύσεων για τις εγκαταστάσεις που λειτουργούν με αέριο και για τις εγκαταστάσεις που λειτουργούν με άνθρακα, οι διαφορές τιμής, τα τρέχοντα έξοδα και η απόδοση του αερίου και του άνθρακα :
"οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η τιμή εξισορρόπησης, δηλαδή η τιμή με την οποία επιτυγχάνεται ισορροπία στους όρους ανταγωνισμού μεταξύ του αερίου και του άνθρακα χωρίς να υπάρχει πλεονέκτημα ή μειονέκτημα για το ένα ή το άλλο, κυμαίνεται μεταξύ 43 και 44,3 cents/m3 . Μ' αυτό το επίπεδο τιμών, οι επιχειρήσεις θα προτιμήσουν το φυσικό αέριο για τους εξής κύριους λόγους : ευκολία χρήσεως του φυσικού αερίου, μικρότερη βασική επένδυση χωρίς κανένα πρόβλημα αποθεματοποίησης ούτε περιβάλλοντος . Η τιμή που θα αποτελούσε κίνητρο για τη χρησιμοποίηση του άνθρακα κυμαίνεται, στην καλύτερη περίπτωση, από 46,5 cents/m3 και για μια μεσαία εκμετάλλευση έως 47,5 cents/m3 για μια μεγαλύτερη εκμετάλλευση . Στην τελευταία αυτή ψαλίδα που υπολογίζεται με βάση το κριτήριο χρόνου επιστροφής (( αποπληρωμής )) πέντε χρόνων, προβλέπεται ότι το 30 % του φυσικού αερίου που καταναλώνεται από τον τομέα καλλιέργειας δενδροκηπευτικών θα αντικατασταθεί από τον άνθρακα σε λιγότερο από τρία χρόνια . Από αυτό προκύπτει ότι η τιμή που ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 1984 τοποθετεί το φυσικό αέριο σε αισθητά πλεονεκτική θέση πράγματι, η τιμή αυτή είναι κατώτερη από την τιμή εξισορρόπησης και κατά πολύ χαμηλότερη του ορίου από το οποίο μπορεί να γίνει αισθητή μεταστροφή προς τον άνθρακα .
Η τιμή του αερίου για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών είναι επομένως πολύ χαμηλή και άνιση ".
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με την συμφωνία του 1984 αποσκοπούνταν η μείωση της τιμής του αερίου για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών, πράγμα που αποτελούσε ζήτημα μάλλον πολιτικής και οικονομικής βούλησης του κράτους παρά συνήθους διαχειρίσεως μιας ιδιωτικής επιχειρήσεως .
Η Επιτροπή δέχτηκε ότι οι διαφοροποιημένες τιμές Α μέχρι F μπορούν νομίμως να ισχύουν για τους χρήστες του τομέα της βιομηχανίας με βάση την καταναλισκόμενη ποσότητα . Επιπλέον, στο πλαίσιο της διευθετήσεως που επιτεύχθηκε μετά την απόφαση του 1981, δέχτηκε ότι ήταν δυνατό να ισχύει προτιμησιακή τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών . Μέχρι το 1984 χρησιμοποιήθηκε, προσαυξημένη κατά 0,5 cents/m3, η τιμή D ( που κανονικά ίσχυε για τους χρήστες που κατανάλισκαν μεταξύ 10 και 50 εκατ . m3 ), παρά τη σημαντικά χαμηλότερη κατανάλωση τόσο των μεσαίων όσο και των μεγάλων εκμεταλλεύσεων δενδροκηπευτικών ( 650 000 m3 και 1 600 000 m3 αντίστοιχα ).
Εξάλλου, η Επιτροπή εξέφρασε την άποψη ότι η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών έπρεπε να είναι ανάλογη προς την τιμή που ίσχυε γενικά για τη βιομηχανία . Μετά το πάγωμα των τιμών για το πρώτο τρίμηνο του 1985 παρατηρήθηκε ότι η τιμή για τη βιομηχανία όντως μειώθηκε κατά 3 % περίπου, ενώ η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών μειώθηκε κατά 10 % για ένα έτος . 'Εστω και αν, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, ήταν λιγότερο πιθανό οι χρήστες του τομέα της βιομηχανίας να στραφούν προς τον άνθρακα, ήταν προφανές ότι ορισμένοι θα στρέφονταν, ενώ η προτίμηση που εκδηλώθηκε υπέρ των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών ήταν ουσιαστική και δεν αποδείχτηκε δικαιολογημένη .
Οι αριθμοί που η Επιτροπή θεώρησε ότι αντιπροσωπεύουν την τιμή εξισορροπήσεως ( μεταξύ 43 και 44,3 cents/m3 ) καθώς και την τιμή στην οποία ήταν πιθανό να στραφούν προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα οι μεσαίες και μεγάλες εκμεταλλεύσεις ( 46,5 και 47,5 cents/m3 αντίστοιχα ) αμφισβητήθηκαν έντονα .
Οι προσφεύγοντες στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους όσον αφορά την τιμή εξισορρόπησης σε δύο εκθέσεις, η πρώτη από τις οποίες καταρτίστηκε το 1984 από έναν όμιλο οργανισμών μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν το Landbouw Economische Instituut ( LEI ), ενώ η δεύτερη καταρτίστηκε από το LΕΙ τον Ιανουάριο του 1985 . Η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στην Επιτροπή αντίγραφο της πρώτης έκθεσης τον Ιανουάριο του 1985, κατά την έναρξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασίας . Η Επιτροπή το αρνείται και ισχυρίζεται ότι δεν είχε δει την εν λόγω έκθεση πριν επισυναφθεί ως παράρτημα στο δικόγραφο της προσφυγής της ολλανδικής κυβέρνησης στην υπό κρίση υπόθεση . 'Οπως και αν έχουν τα πράγματα, δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό της Van der Kooy ότι η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει να δει την έκθεση, εφόσον αυτή μνημονευόταν στη σχετική αλληλογραφία . Η Επιτροπή όφειλε να κρίνει αν επρόκειτο περί ενισχύσεως βάσει των πορισμάτων των ερευνών της και των στοιχείων που της είχαν όντως υποβληθεί . Ούτε εξάλλου η Επιτροπή φέρει στο πλαίσιο της παρούσας δίκης το βάρος της απόδειξης ( αντίθετα με ό,τι διατείνονται οι προσφεύγοντες ) ότι οι εκθέσεις επί των οποίων στηρίζονται οι προσφεύγοντες είναι ανακριβείς μάλλον οι προσφεύγοντες είναι υποχρεωμένοι να αποδείξουν ότι η έκθεση της Societe belge de gestion d' energie SA ( στο εξής : η έκθεση GFΕ ), η οποία καταρτίστηκε για λογαριασμό της Επιτροπής και υιοθετήθηκε απ' αυτήν, ήταν τόσο ανακριβής ή τόσο εσφαλμένη ώστε η Επιτροπή δεν μπορούσε λογικώς να στηριχθεί επ' αυτής για να συναγάγει τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε .
Η Van der Kooy θεωρεί ότι η έκθεση GFΕ στηρίζεται σε πολύ περιορισμένα στοιχεία . Οι εκθέσεις του 1984 και του 1985 επί των οποίων στηρίζονται οι προσφεύγοντες εξετάζουν την κατάσταση ευρύτερου φάσματος εκμεταλλεύσεων δενδροκηπευτικών και καταλήγουν σε πιο λεπτομερή συμπεράσματα, και συγκεκριμένα ότι δεν πρέπει να γίνεται λόγος για μία και μόνο τιμή εξισορρόπησης, εφόσον η τιμή κατά την οποία μια επιχείρηση θα αντιμετωπίσει τον πειρασμό να στραφεί προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα εξαρτάται από το συνδυασμό διαφόρων τεχνικών παραγόντων . Στα υπομνήματά της, η Επιτροπή αναφέρει την τιμή εξισορρόπησης των 46,9 cents/m3, η οποία υπολογίστηκε στην έκθεση του LEI του 1985 και αφορά μόνο μία κατηγορία επιχειρήσεων, συγκεκριμένα αυτές που έχουν ενσωματωμένο στο σύστημά τους θερμάνσεως τον λεγόμενο συνδυασμένο συμπυκνωτή . 'Ομως, μόνο 892 από τις 8 174 επιχειρήσεις δενδροκηπευτικών στις Κάτω Χώρες, δηλαδή το 11 %, διαθέτουν τέτοιο εξοπλισμό . Κατά την Van der Kooy, περισσότερες από τις μισές ολλανδικές εκμεταλλεύσεις δενδροκηπευτικών δεν διαθέτουν καν συμπυκνωτή, η δε τιμή εξισορροπήσεως που εκτίθεται στην έκθεση του LΕΙ του 1985 για τις εκμεταλλεύσεις αυτές είναι 37,9 cents/m3 για εκμετάλλευση διαθέτουσα 25 000 m2 γης σε θερμοκήπια και 38,3 cents/m3 για επιχείρηση διαθέτουσα 12 500 m2 γης σε θερμοκήπια . Η Van der Kooy, καίτοι θεωρεί ότι η έκθεση της GFΕ αφορά μια αντιπροσωπευτική εκμετάλλευση, δηλαδή την εκμετάλλευση που διαθέτει 15 000 m2 και καταναλίσκει 65 000 m3 αερίου ετησίως, την επικρίνει για τρεις τεχνικής φύσεως λόγους ( συγκεκριμένα για το λόγο ότι υπερεκτιμά την αποδοτικότητα του λέβητα με απλό συμπυκνωτή συνδεδεμένο με το κύκλωμα επιστροφής, ότι δεν αποδίδει ορθά τη μεγαλύτερη θερμαντική ικανότητα του άνθρακα και ότι υπερβάλλει όσον αφορά την επιπλέον εργασία που προκαλείται από τον άνθρακα ) και συνάγει εξ αυτού το συμπέρασμα ότι οι τιμές εξισορρόπησης που υπολόγισε η GFΕ πρέπει να μειωθούν κατά 4,1 cents/m3 .
Η ολλανδική κυβέρνηση υποστηρίζει παρόμοια άποψη . Παρατηρεί ότι η έκθεση LΕΙ κατατάσσει τις εκμεταλλεύσεις σε τέσσερις κατηγορίες, σ' αυτές που διαθέτουν συνδυασμένο συμπυκνωτή, αυτές που διαθέτουν απλό συμπυκνωτή συνδεδεμένο με χωριστό κύκλωμα, αυτές που διαθέτουν απλό συμπυκνωτή συνδεδεμένο με το κύκλωμα επιστροφής και αυτές που δεν διαθέτουν συμπυκνωτές, και δίνει διαφορετική τιμή εξισορρόπησης για καθεμία απ' αυτές ( 46,9, 45,3, 42,9 και 41 cents/m3 αντίστοιχα για εκμετάλλευση 12 500 m2 γης σε θερμοκήπια ). Η ολλανδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι κατηγορίες αυτές αντιπροσωπεύουν το 18 %, 37 %, 6 % και 39 % αντίστοιχα των εκμεταλλεύσεων που καταναλίσκουν τουλάχιστον 50 m3 ενεργείας ανά τετραγωνικό μέτρο . Η ολλανδική κυβέρνηση θεωρεί επίσης ότι η GFΕ υπερεκτιμά την αποδοτικότητα του λέβητα και την επιπλέον εργασία που προκαλείται από τον άνθρακα .
Φαίνεται ότι οι προσφεύγοντες έχουν παρανοήσει σε κάποιο βαθμό την έκθεση της GFΕ . Η έκθεση αυτή δεν περιορίστηκε στο να εξετάσει απλώς την πιθανότητα στροφής των εκμεταλλεύσεων από το αέριο προς τον άνθρακα . Εξέτασε το ζήτημα αν μια εκμετάλλευση που βρίσκεται στην ανάγκη να αντικαταστήσει το λέβητά της ή να αυξήσει την ισχύ του θα επέλεγε το αέριο ή τον άνθρακα . Η άποψη της GFΕ, την οποία δεν αμφισβήτησαν οι προσφεύγοντες, είναι ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της τεχνικής, σε κάθε σχεδόν μικρή εκμετάλλευση είναι δυνατόν να εγκατασταθεί ένας λέβητας αερίου με απλό συμπυκνωτή συνδεδεμένο με το κύκλωμα επιστροφής και είναι πιθανόν ότι ένας καλλιεργητής ο οποίος δεν διαθέτει επί του παρόντος συμπυκνωτή θα εγκαθιστούσε έναν τέτοιο εξοπλισμό σε περίπτωση που θα ήταν αναγκασμένος να αντικαταστήσει το λέβητά του, αφού μάλιστα ο εν λόγω εξοπλισμός κοστίζει λίγο περισσότερο απ' ό,τι ένας λέβητας χωρίς συμπυκνωτή . Επομένως, ο ισχυρισμός των προσφευγόντων ότι η GFΕ έλαβε υπόψη μια στατιστικώς μη αντιπροσωπευτική περίπτωση δεν είναι βάσιμος . Στην έκθεση του LΕΙ του 1985 δεν περιέχονται στατιστικά στοιχεία, αλλά η Επιτροπή ανέφερε στην απόφασή της τη δήλωση της ολλανδικής κυβέρνησης ότι το 60 % περίπου των ολλανδικών εκμεταλλεύσεων πρέπει να αντικαταστήσουν τους λέβητές τους στο προσεχές μέλλον . 'Ετσι, νομίζω ότι η έκθεση της GFΕ είναι πολύ περισσότερο αντικειμενική απ' ό,τι διατείνονται οι προσφεύγοντες .
Η έκθεση επί της οποίας στηρίζονται οι προσφεύγοντες φαίνεται να θεωρεί ως δεδομένο ότι οι δύο εναλλακτικές λύσεις είναι η στροφή προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα αφενός και η ανανέωση του υφιστάμενου εξοπλισμού με άλλον της ίδιας ακριβώς φύσεως αφετέρου . Μόνο για τις εκμεταλλεύσεις που δεν διαθέτουν συμπυκνωτή η έκθεση LΕΙ καθόρισε τιμή εξισορρόπησης κατώτερη των 42,5 cents/m3 χωρίς να εξετάσει αν ήταν θεωρητικώς δυνατόν να επιτευχθεί η κάλυψη των αναγκών σε θέρμανση των εκμεταλλεύσεων με τον άνθρακα . Στο σημείο αυτό, η Van der Kooy αναφέρεται στη χαμηλότερη τιμή εξισορρόπησης που μπορεί να επιτευχθεί σε περίπτωση που υφίσταται θεωρητικώς πλήρης κάλυψη, η δε ολλανδική κυβέρνηση, περισσότερο συνετή, θεωρεί ότι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί, θεωρητικώς, πλήρης κάλυψη . 'Οσον αφορά τους άλλους παράγοντες, όπως η προβαλλόμενη ως αναγκαία, λόγω της χρησιμοποιήσεως του άνθρακα, επιπλέον εργασία ( η Van der Kooy προτείνει 125 ώρες ετησίως έναντι των 250 ωρών που αναφέρει η έκθεση της GFΕ ), πρόκειται περί απλών εκτιμήσεων και κοστολογήσεων, τόσο από τη μια όσο και από την άλλη πλευρά, ως προς τις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί .
Εντούτοις, δεν νομίζω ότι από τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων καταδείχτηκε ότι η έκθεση της GFΕ είναι τόσο ανακριβής ή εσφαλμένη όσον αφορά ένα συγκεκριμένο στοιχείο ή βασίζεται επί πεπλανημένων συλλογισμών ώστε να μην μπορεί λογικά η Επιτροπή να βασιστεί επ' αυτής . Το γεγονός και μόνο ότι το LΕΙ κατέληξε σε διαφορετικά συμπεράσματα δεν αποδεικνύει το αντίθετο οι ειδικοί, όπως και οι νομικοί, καταλήγουν συχνά σε διαφορετικά συμπεράσματα όσον αφορά τα πορίσματα που πρέπει να συναγάγουν από τα γεγονότα . 'Εστω και αν γίνει δεκτό ότι η GFΕ πλανήθηκε ως προς ορισμένα δευτερεύοντα ζητήματα, δεν κλονίζεται η εν γένει αξιοπιστία της έκθεσης . Η υποθετική περίπτωση που η GFΕ λαμβάνει ως αφετηρία, συγκεκριμένα ότι ο καλλιεργητής, όταν ανανεώνει τον εξοπλισμό του, αγοράζει τον πιο προηγμένο και οικονομικώς συμφέροντα εξοπλισμό που διαθέτει η αγορά, μου φαίνεται περισσότερο πειστική από την περίπτωση του καλλιεργητή ο οποίος επιλέγει μεταξύ της στροφής προς τη χρησιμοποίηση μιας διαφορετικής πηγής ενέργειας και της ανανέωσης του υφιστάμενου εξοπλισμού χωρίς να τον βελτιώνει .
Θεωρώ επομένως ότι υφίσταντο στοιχεία επί των οποίων η Επιτροπή μπορούσε να στηριχτεί προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών είχε οριστεί σε επίπεδο σαφώς κατώτερο αυτού που ήταν αναγκαίο προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος της στροφής προς τον άνθρακα ή, με άλλα λόγια, σε επίπεδο το οποίο δεν δικαιολογούνταν από εμπορικούς λόγους . Επίσης, για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δικαιούνταν να υποθέσει ότι η ολλανδική κυβέρνηση είχε παίξει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της τιμής αυτής . Η Επιτροπή ορθώς αποφάσισε ότι η τιμή αποτελούσε κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, και έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πριν αρχίσει να χορηγείται .
Για την ακρίβεια, δεν είναι ανάγκη να εξεταστεί ούτε αν η ενίσχυση αυτή στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών ούτε αν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά . Είμαι σύμφωνος με αυτά που ισχυρίστηκε η Επιτροπή στην ανταπάντησή της, ότι δηλαδή το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 93 είναι ευρύτερο από του άρθρου 92, παράγραφος 1, δεδομένου ότι το άρθρο 93 δεν περιορίζει την έκταση της υποχρέωσης κοινοποιήσεως στις ενισχύσεις που στρεβλώνουν ή απειλούν να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό και επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών . 'Οπως υποστηρίζει η Επιτροπή, πρόκειται περί ζητημάτων που εξετάζονται από την Επιτροπή κατά τον έλεγχο που ασκεί επί του σχεδίου ενισχύσεως .
Εντούτοις, μετά τον έλεγχο που άσκησε η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, επί του σχεδίου ενισχύσεως, αμφισβητείται τώρα η ορθότητα του συμπεράσματός της ότι η προτιμησιακή τιμή στρεβλώνει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και ότι η εν λόγω τιμή είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά .
Στην απόφαση η Επιτροπή παρέσχε ορισμένα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις ολλανδικές εξαγωγές, τα οποία και παραθέτω :
"Οι Κάτω Χώρες :
α ) εξασφαλίζουν αυτή τη στιγμή :
- το 75 % της κοινοτικής παραγωγής σε θερμοκήπια αγγουρακιών και αγγουριών,
- το 40 % σαλάτας και
- το 65 % τομάτας
β ) εξάγουν :
- το 91 % της τοματοπαραγωγής τους,
- το 68 % της παραγωγής τους σε αγγουράκια και αγγούρια,
- το 84 % της παραγωγής τους κομμένων ανθέων .
Από τις εξαγωγές αυτές, η Γερμανία απορροφά μόνη :
- το 55 % των εξαγωγών τομάτας,
- το 73 % των εξαγωγών αγγουρακιών και αγγουριών,
- το 62 % των ανθέων και μπουμπουκιών ανθέων .
Οι ολλανδικές εξαγωγές ανθέων ασκούν αυξανόμενη πίεση στη γερμανική αγορά από το 1975 . Οι εξαγωγές αυτών των προϊόντων προς το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία αυξήθηκαν σημαντικά από το 1974 .
Η Επιτροπή κατέληξε στο εξής συμπέρασμα :
"Η επίπτωση αυτής της ενίσχυσης στον ανταγωνισμό και στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές προκύπτει συγχρόνως από τη σύγκριση μεταξύ της ολλανδικής παραγωγής δενδροκηπευτικών σε θερμοκήπια και του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής δενδροκηπευτικών σε θερμοκήπια και από την επίπτωση ενός ασήμαντου μάλιστα (( και ενός ελάχιστου έστω )) πλεονεκτήματος στις δαπάνες θέρμανσης . Ακόμη κι αν αυτά τα έξοδα παρουσιάζουν διαφορές από το ένα προϊόν στο άλλο και από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, η ολλανδική παραγωγή είναι αρκετά σημαντική ώστε ακόμα και ένα ασήμαντο πλεονέκτημα σε επίπεδο τέτοιων δαπανών να έχει επίπτωση επί της τιμής στην παραγωγή . Επομένως, η ολλανδική παραγωγή δενδροκηπευτικών επωφελείται από ένα πλεονέκτημα που επηρεάζει αναγκαστικά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, και κατά μείζονα λόγο επειδή το μεγαλύτερο μέρος της ολλανδικής παραγωγής εξάγεται προς τα άλλα κράτη μέλη ."
Το συμπέρασμα αυτό έτυχε της σθεναρής υποστηρίξεως των τριών παρεμβαινόντων κρατών μελών . Ειδικότερα, το Βασίλειο της Δανίας και το Ηνωμένο Βασίλειο τόνισαν ότι είχαν επανειλημμένα πιέσει την Επιτροπή να προσφύγει στο Δικαστήριο όσον αφορά την ολλανδική τιμή, επειδή η τιμή αυτή παρείχε ένα τόσο σημαντικό πλεονέκτημα στους ολλανδούς καλλιεργητές . 'Οντως, το Ηνωμένο Βασίλειο παρατήρησε ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της Επιτροπής και της ολλανδικής κυβέρνησης το 1982 ισοδυναμούσε με συμβιβασμό κατόπιν του οποίου οι περισσότεροι ολλανδοί καλλιεργητές συνέχισαν να τυγχάνουν ενός σημαντικού περιθωρίου προτιμήσεως σε σχέση με τους άλλους χρήστες, λόγω της ευθυγραμμίσεως της τιμής για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών προς την τιμή D . Το επιπλέον πλεονέκτημα που παρασχέθηκε στους ολλανδούς καλλιεργητές με την ορισθείσα τον Οκτώβριο του 1984 τιμή αντιπροσώπευε μείωση του κόστους θερμάνσεως κατά 10 % για το τελευταίο τρίμηνο του 1984, άνω του 11 % για το πρώτο τρίμηνο του 1985 και σχεδόν 16 % για το δεύτερο τρίμηνο του 1985 . Δεδομένου ότι το κόστος θερμάνσεως ανέρχεται στο 25 έως 30 % περίπου του κόστους παραγωγής, η σημασία της οικονομίας αυτής είναι προφανής . Το Ηνωμένο Βασίλειο την εκτιμά στο 50 έως 100 % των κερδών που πραγματοποίησε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1984 ένας καλλιεργητής μέσης παραγωγικότητας και ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι ο καλλιεργητής αυτός στο Ηνωμένο Βασίλειο μόλις που θα κατόρθωνε να επιπλεύσει ακόμα και το 1985 . Ομοίως, η δανική κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι δανοί καλλιεργητές, σε περίπτωση που τύγχαναν του πλεονεκτήματος που είχε παρασχεθεί στους ολλανδούς καλλιεργητές κατά τη διάρκεια της θερμαντικής περιόδου 1984/1985, θα εξοικονομούσαν κατά μέσο όρο 6,83 κορόνες ανά τετραγωνικό μέτρο . Τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη τονίζουν επίσης τις συνέπειες που έχει για τους δικούς τους καλλιεργητές το γεγονός ότι δεν προστατεύονται από τις αυξήσεις του κόστους των καυσίμων ( το οποίο στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το 80 % των καλλιεργητών χρησιμοποιούν βαρύ μαζούτ, αυξήθηκε κατά 43 % μεταξύ 1ης Απριλίου 1983 και 1ης Ιανουαρίου 1985, ενώ κατά την ίδια περίοδο η τιμή του αερίου για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών στις Κάτω Χώρες αυξήθηκε κατά 8 % μόνο ). Το γεγονός αυτό παρέχει προφανώς στους ολλανδούς καλλιεργητές σημαντικό πλεονέκτημα όσον αφορά τον προγραμματισμό και τις επενδύσεις . Η αβεβαιότητα που αντιμετωπίζουν οι καλλιεργητές στα άλλα κράτη μέλη τους οδηγεί μεσοπρόθεσμα, κατά τους ισχυρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, στο να μειώσουν την παραγωγή τους ή ακόμα να αποσυρθούν από την αγορά και τους στερεί, κατά τους ισχυρισμούς της δανικής κυβέρνησης, τα αναγκαία για αναδιάρθρωση κεφάλαια . Οι παρεμβαίνοντες τονίζουν επίσης ότι οι Ολλανδοί είναι αυτοί που καθορίζουν τις τιμές και ότι οι διακυμάνσεις των τιμών στις εγχώριες αγορές αντικατοπτρίζουν τις ολλανδικές και όχι τις εγχώριες τάσεις . Παρ' όλα αυτά, παραδέχονται ότι η ολλανδική επιτυχία δεν οφείλεται αποκλειστικά στην προτιμησιακή τιμή : η αποτελεσματική πολιτική προωθήσεως των προϊόντων στην αγορά έχει επίσης παίξει ρόλο, όπως έχουν παίξει ρόλο και εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι διακυμάνσεις της τιμής του συναλλάγματος . Εντούτοις, η προτιμησιακή τιμή αποτελεί αναμφισβήτητα το σημαντικότερο συντελεστή της ολλανδικής επιτυχίας .
Δεν νομίζω ότι οι προσπάθειες των προσφευγόντων να αντικρούσουν τις απόψεις αυτές είναι πειστικές . Η Van der Kooy δίνει έμφαση στους άλλους παράγοντες που συντέλεσαν στην ολλανδική επιτυχία, όπως η εξειδίκευση, η αυστηρή εφαρμογή ποιοτικών κριτηρίων, η συσκευασία κλπ . Οι απόψεις αυτές αντικρούονται από τα δύο ήδη αναφερθέντα επιχειρήματα των παρεμβαινόντων, συγκεκριμένα ότι οι παράγοντες αυτοί, καίτοι σημαντικοί, δεν θα ήσαν αρκετοί χωρίς το πλεονέκτημα που αντιπροσωπεύει η επίμαχη τιμή ως προς το κόστος και ότι η εξειδίκευση δεν καθίσταται εφικτή παρά μόνο εφόσον οι αναγκαίοι προγραμματισμοί και επενδύσεις μπορούν να γίνουν σε κλίμα εμπιστοσύνης . Δεύτερον, η Van der Kooy ισχυρίζεται ότι το κόστος παραγωγής δεν επιδρά βραχυπρόθεσμα επί των τιμών πωλήσεως εφόσον πρόκειται για ενόργανα προϊόντα, οι κύκλοι αναπτύξεως των οποίων δεν μπορούν να μεταβάλλονται και τα οποία πρέπει να προωθούνται στην αγορά ευθύς ως είναι έτοιμα . Καίτοι, η εν λόγω παραγωγός δέχεται ότι ένας καλλιεργητής δεν μπορεί, πολύ βραχυπρόθεσμα, να αυξήσει ή να μειώσει απότομα την παραγωγή του, το σταθερό και χαμηλό κόστος παραγωγής τού επιτρέπει τον προγραμματισμό καθώς και την αύξηση της παραγωγής του, πράγμα που δεν θα επιτύγχανε κατ' άλλο τρόπο, με αποτέλεσμα να διατίθενται στην αγορά μεγαλύτερες ποσότητες και σε χαμηλότερες τιμές .
Νομίζω ότι οι παρατηρήσεις των παρεμβαινόντων κρατών μελών ενισχύουν και αποσαφηνίζουν την άποψη της Επιτροπής ότι η δυνατότητα μειώσεως του κόστους παραγωγής που παρέχεται σε παραγωγούς ενός κράτους μέλους οι οποίοι εξάγουν σημαντικές ποσότητες των προϊόντων τους σε άλλα κράτη μέλη στρεβλώνει, κατ' ανάγκη, τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο . 'Ετσι, έχω τη γνώμη ότι η Επιτροπή κατέληξε με την απόφασή της σε ορθό συμπέρασμα στο σημείο αυτό εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δικαίως συνήγαγε το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε .
Η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε ότι η προτιμησιακή τιμή αποτελούσε ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, εξέτασε στην απόφασή της αν για την τιμή αυτή μπορούσε να ισχύσει εξαίρεση κατά το άρθρο 92, παράγραφος 3 . Διαπίστωσε ότι η ενίσχυση αυτή δεν συντελούσε στην προώθηση κανενός κοινοτικού στόχου ειδικότερα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως μέτρο για την προώθηση της πραγματοποίησης ενός σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο β ), "δεδομένου ότι η τιμολόγηση αυτή αντιβαίνει στους στόχους της κοινής ενεργειακής πολιτικής, η οποία αποβλέπει κυρίως στην εξοικονόμηση ενεργείας και στην ορθολογική της χρησιμοποίηση ". Επίσης η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν τα θεσπισθέντα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχεία α ) και γ ), κριτήρια, εφόσον η ενίσχυση χορηγήθηκε "μόνο βάσει των αγορασθεισών ποσοτήτων αερίου, αποκλειομένων των κριτηρίων προσαρμογής ή βελτίωσης της δομής των επιχειρήσεων ή της εξοικονόμησης ενεργείας ή περιφερειακής ανάπτυξης" και, επομένως, έπρεπε να θεωρηθεί ως ενίσχυση στη λειτουργία των επιχειρήσεων .
Οι προσφεύγοντες δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί το γιατί η προτιμησιακή τιμή, σε περίπτωση που αποτελούσε ενίσχυση, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά . Η Van der Kooy ισχυρίζεται ότι, κατά τα δέκα τελευταία έτη, η Επιτροπή δέχεται ότι η εκ των υστέρων ευθυγράμμιση της τιμής για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών προς την τιμή ισοτιμίας του βαρέος μαζούτ δεν συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα, αναιρώντας έτσι, κατά παραβίαση ( μη κατονομαζόμενων ) γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου και της πολιτικής περί κρατικών ενισχύσεων, την ευεργετική διάταξη του άρθρου 92, παράγραφος 3 . Το επιχείρημα αυτό μου φαίνεται άστοχο . Η Επιτροπή δεν έχει διαπιστώσει, με εξαίρεση την καταργηθείσα απόφαση του 1981, ότι η προτιμησιακή τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, και, επομένως, ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αποφανθεί σχετικά με το αν η τιμή αυτή συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφοι 2 και 3 . Κατ' αυτόν τον τρόπο, είναι άτοπο να λέγεται ότι η Επιτροπή μετέβαλε γνώμη σχετικά με το αν συμβιβάζεται η εν λόγω τιμή προς την κοινή αγορά . Επομένως, δεν μπορώ να δεχτώ τον ισχυρισμό της Van der Kooy .
Απομένει να εξεταστούν τα επιχειρήματα σχετικά με την αιτιολόγηση καθώς και την παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών τύπων . Σχετικά με την αιτιολόγηση, το ζήτημα είναι αν η απόφαση πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 190, αν δηλαδή επιτρέπει στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητά της και παρέχει στους προσφεύγοντες τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εξακριβώσουν αν η απόφαση είναι δεόντως θεμελιωμένη . Αυτό είναι το κριτήριο που εφαρμόζει παγίως το Δικαστήριο ( π.χ . στην υπόθεση LΡF ) και το οποίο απορρέει από την απόφαση στην υπόθεση 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής ( ΕCR 1963, σ . 63 ), στην οποία το Δικαστήριο δέχτηκε τα εξής :
"Το άρθρο 190, με το να επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να αιτιολογεί τις πράξεις της, δεν εξυπηρετεί μόνο έναν τυπικό σκοπό, αλλά αποσκοπεί στο να παρέχεται στους διαδίκους η δυνατότητα να υπερασπίζουν τα δικαιώματά τους, στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του και στα κράτη μέλη, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο υπήκοο, να γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη . Για την αιτιολόγηση μιας πράξης, αρκεί να διευκρινίζονται, με συντομία έστω, αλλά με σαφήνεια και ευστοχία, τα κύρια νομικά και πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η σχετική πράξη και τα οποία είναι αναγκαία για να καταστεί κατανοητός ο συλλογισμός που οδήγησε την Επιτροπή στη λήψη της απόφασης ."
'Οσον αφορά τις διαπιστώσεις για τις οποίες μίλησα προηγουμένως ( συγκεκριμένα ότι η προτιμησιακή τιμή αποτελούσε κρατική ενίσχυση χορηγούμενη μέσω κρατικών πόρων η οποία στρέβλωνε τον ανταγωνισμό και επηρέαζε το ενδοκοινοτικό εμπόριο ), νομίζω ότι από τα χωρία που παρέθεσα καταφαίνεται ότι η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 190, όπως έχει ερμηνευτεί από το Δικαστήριο . Μια από τις συγκεκριμένες αιτιάσεις της ολλανδικής κυβέρνησης ήταν ότι η αιτιολόγηση ήταν πλημμελής λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε καταδείξει για ποιο λόγο οι αναφερόμενοι στις δύο εκθέσεις επί των οποίων στηρίζονται οι προσφεύγοντες υπολογισμοί ήταν πεπλανημένοι . 'Οπως έχω ήδη αναφέρει, η γνώμη μου είναι ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να κάνει κάτι τέτοιο .
'Ετσι, η απόφαση αυτή είναι διαφορετική από την απόφαση που αποτελούσε το αντικείμενο της υποθέσεως LΡF, την οποία το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρη λόγω του ότι δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες οι αιτιολογικές σκέψεις όσον αφορά τις συνέπειες της ενίσχυσης στον ανταγωνισμό και το διακρατικό εμπόριο . Στην απόφαση εκείνη η Επιτροπή ανέφερε απλώς ότι η στρέβλωση του ανταγωνισμού αφορούσε δυο κράτη μέλη και δυο εμπορικές ενώσεις και επαναλάμβανε το κείμενο του άρθρου 92, παράγραφος 1, χωρίς όμως να εξηγεί γιατί δεν θεώρησε ότι η ενίσχυση μπορούσε να τύχει εξαιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 3, και μη αναφέροντας ειδικότερα ότι είχε λάβει υπόψη το προτεινόμενο σχέδιο αναδιαρθρώσεως που συνόδευε την ενίσχυση . Στην υπόθεση 40/85, Βέλγιο κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε νόμιμη τη σύντομη αιτιολόγηση της αποφάσεως, πράγμα που οφειλόταν εν μέρει στην άρνηση της βελγικής κυβέρνησης να συνεργαστεί κατά την έρευνα της Επιτροπής σχετικά με την παράνομη ενίσχυση, με την οποία καταδείχτηκε ότι η τυγχάνουσα ενισχύσεως επιχείρηση εξήγε άνω του 70 % της παραγωγής της σε άλλα κράτη μέλη και ότι, χωρίς την ενίσχυση, η εν λόγω επιχείρηση θα έπρεπε να έχει κλείσει, πράγμα που θα επέτρεπε στους ανταγωνιστές της να αυξήσουν τις πωλήσεις τους σε μια χαρακτηριζόμενη από υπερπροσφορά αγορά . Η αιτιολόγηση αυτή ήταν αρκετή προκειμένου η Επιτροπή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση επηρέαζε το διακρατικό εμπόριο και νόθευε ή απειλούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1 . Η αιτιολόγηση της αμφισβητούμενης στην παρούσα δίκη απόφασης είναι σαφώς πληρέστερη, παρά τις κατηγορίες της Επιτροπής ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν συνεργάστηκε πλήρως .
Το τελευταίο επιχείρημα αφορά όχι την αιτιολόγηση της Επιτροπής, αλλά την προβαλλόμενη παράλειψή της να διασαφηνίσει με την απόφαση τόσο τη φύση της ενίσχυσης όσο και τον τρόπο και χρόνο κατά τον οποίο η ολλανδική κυβέρνηση όφειλε να την καταργήσει . Αφενός, ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, η Επιτροπή δεν έχει καταρχήν καμιά αντίρρηση ως προς την ίδια τη διαφοροποίηση των τιμών, αφετέρου όμως θεωρεί ότι η τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών θα έπρεπε να είναι η τιμή που έχει οριστεί για τους ανάλογους τομείς της βιομηχανίας . Η ασυνέπεια αυτή καθώς και η παράλειψη διευκρινίσεως της υποχρεώσεως που επιβλήθηκε στην ολλανδική κυβέρνηση με την απόφαση συνιστά παράβαση ουσιώδους διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αντιβαίνει προς το άρθρο 189 της Συνθήκης .
Εν προκειμένω, η ολλανδική κυβέρνηση παραπέμπει στην απόφαση στην υπόθεση 70/72, Επιτροπή κατά Γερμανίας, ΕCR 1973, σ . 813 ( την υπόθεση "Kohlegesetz" ). Στο πλαίσιο της υπόθεσης αυτής η Επιτροπή ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η Γερμανία δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση της Επιτροπής της 17ης Φεβρουαρίου 1971 με την οποία είχε επιβληθεί στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία η υποχρέωση "να λάβει αμελλητί όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να τεθεί τέρμα, στις μεταλλευτικές περιοχές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, στη μη επιλεκτική χορήγηση ενισχύσεων για επενδύσεις", όπως συνέβαινε σύμφωνα με την ισχύουσα γερμανική νομοθεσία . Η γερμανική κυβέρνηση καθυστέρησε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα μέτρα ενισχύσεων, αλλά η τελευταία δεν έλαβε υπόψη το γεγονός αυτό . Η απόφασή της εκδόθηκε 18 περίπου μήνες μετά την κοινοποίηση . Μετά την έκδοση της απόφασης, επακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ της Επιτροπής και της γερμανικής κυβέρνησης, προκειμένου να καθοριστούν τα κριτήρια για την επιλεκτική χορήγηση ενισχύσεων . Συμφωνήθηκαν ορισμένα κριτήρια γεωγραφικής φύσεως, αλλά δεν επιτεύχθηκε συμφωνία όσον αφορά την ημερομηνία εφαρμογής της απόφασης . Η γερμανική κυβέρνηση θέσπισε μεταβατικές διατάξεις, οι οποίες αποτέλεσαν το αντικείμενο της προσφυγής της Επιτροπής στο Δικαστήριο . Ειδικότερα, η Επιτροπή ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η γερμανική κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να απαιτήσει την απόδοση ορισμένων ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί κατά παράβαση της αποφάσεως .
Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι στο διατακτικό μέρος της απόφασης της Επιτροπής δεν είχε προσδιοριστεί ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο η γερμανική κυβέρνηση όφειλε να καταργήσει ή να τροποποιήσει την ενίσχυση ούτε τα σχετικά κριτήρια . Αποφάνθηκε ότι το ιστορικό της εκδόσεως της αποφάσεως καθώς και το προοίμιό της επέτρεπαν απλώς "να διαπιστωθεί ότι τα κριτήρια επιλογής έπρεπε να είναι γεωγραφικά, υπό την έννοια ότι η παράταση του συστήματος ενισχύσεων έπρεπε να ευνοεί ορισμένες μόνο περιοχές, οι οποίες είχαν ιδιαίτερα πληγεί από την κρίση του άνθρακα ". Μόνο κατά τη διάρκεια των διμερών συνομιλιών που ακολούθησαν άρχισαν να λαμβάνουν συγκεκριμένη μορφή τα γεωγραφικά κριτήρια . "Η Επιτροπή δεν καθόρισε τα γεωγραφικά κριτήρια όσον αφορά την επιλογή για τη χορήγηση ενισχύσεων παρά με ανακοίνωση της 16ης Δεκεμβρίου 1971, με την οποία θέσπισε ορισμένους οικονομικής φύσεως κανόνες οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό και απαρίθμησε τα γεωγραφικά διαμερίσματα εντός των οποίων η συνέχιση της χορηγήσεως ενισχύσεων για επενδύσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνάδουσα προς τη Συνθήκη ". Επιπλέον, ο τελικός πίνακας των γεωγραφικών αυτών διαμερισμάτων, ο οποίος ήταν ευρύτερος αυτού που αναφερόταν στην ανακοίνωση, δεν εμφανίστηκε με συγκεκριμένη μορφή παρά στα δικόγραφα της Επιτροπής . Κατόπιν αυτού το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "ελλείψει επαρκών στοιχείων όσον αφορά ένα από τα ουσιώδη τμήματα της αποφάσεως που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, το αντικείμενο της υποχρεώσεως που επιβλήθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέμεινε αδιευκρίνιστο μέχρις ότου, ύστερα από την ολοκλήρωση των πραγματοποιηθεισών από κοινού με τους εκπροσώπους της γερμανικής κυβερνήσεως εργασιών, η Επιτροπή ήταν σε θέση να υποδείξει στην τελευταία, με την απαιτούμενη ακρίβεια, τις περιοχές εντός των οποίων θα επιτρεπόταν να χορηγούνται οι αναφερόμενες στο νόμο περί παρατάσεως του νόμου της 15ης Μαΐου 1968 ενισχύσεις και, αντίστοιχα, τις περιοχές εντός των οποίων η εν λόγω παράταση δεν μπορούσε να ισχύει . Δεδομένου ότι οι γερμανικές αρχές είχαν να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα αυτή όσον αφορά μια από τις ουσιώδεις πτυχές της απαγόρευσης που τους είχε επιβάλει η Επιτροπή, δεν μπορεί να τους προσαφθεί η μομφή ότι προέβησαν στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να λάβουν υπόψη τα έννομα συμφέροντα των επενδυτών που δρούσαν σε περιοχές οι οποίες επρόκειτο να στερηθούν μεταγενέστερα του ευεργετήματος των εν λόγω ενισχύσεων ".
Στην υπόθεση LΡF το Δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τα ζητήματα του επηρεασμού του εμπορίου και του ανταγωνισμού καθώς επίσης και όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους προβλήθηκε άρνηση χορηγήσεως εξαιρέσεως, αποφάνθηκε ότι :
"Η υποχρέωση της Επιτροπής να αιτιολογήσει την απόφασή της ήταν κατά τούτο περισσότερο επιτακτική, καθόσον εν προκειμένω το άρθρο 2 της αποφάσεως υποχρεώνει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να λάβει μέτρα 'για να αποφύγει ώστε η χορηγούμενη ενίσχυση να συνεχίσει να έχει συνέπειες που οδηγούν σε στρέβλωση του ανταγωνισμού στο μέλλον ιδίως απέναντι στις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών' , το δε περιεχόμενο και η έκταση της υποχρεώσεως αυτής καθορίζονται αναλόγως των πραγματικών και νομικών στοιχείων που οδήγησαν την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν πράγματι τέτοιες συνέπειες . Εξάλλου, αν η Επιτροπή επέλεξε τη διατύπωση αυτή ακριβώς για να αφήσει στην ολλανδική κυβέρνηση κάποια ελευθερία ως προς την επιλογή των ληπτέων μέτρων για τον τερματισμό της διαπιστωθείσας παράβασης, όφειλε πάντως να παράσχει στην εν λόγω κυβέρνηση τις ενδείξεις που θα της επέτρεπαν να προσδιορίσει ποια μέτρα θα μπορούσε να λάβει ."
H Van der Kooy επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα αυτά, αναφέροντας επίσης ότι η απόφαση έτασσε στην ολλανδική κυβέρνηση διορία μέχρι τις 15 Μαρτίου, δηλαδή τρεις περίπου εβδομάδες, για να καταργήσει την ενίσχυση . Θεωρεί ότι το διάστημα αυτό ήταν εξαιρετικά σύντομο, πράγμα που συνιστούσε προσβολή των θεμιτών δικαιωμάτων των καλλιεργητών δενδροκηπευτικών που ωφελούνταν από την ενίσχυση .
Για να αντικρούσει τα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή εμμένει επί της διακρίσεως μεταξύ παρανόμως χορηγούμενων ενισχύσεων και δεόντως κοινοποιηθέντων σχεδίων ενισχύσεων . Προκειμένου περί σχεδίων, δεν έχει έννοια ο καθορισμός προθεσμίας καταργήσεως ή τροποποιήσεως, εφόσον ένα σχέδιο δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή σε περίπτωση που είναι ασυμβίβαστο προς τη Συνθήκη . Συνομιλίες ως προς τον τρόπο που το σχέδιο θα μπορούσε να καταστεί σύμφωνο προς τη Συνθήκη μπορούν να γίνουν μετά από μια τέτοια απόφαση . Σε περίπτωση παράνομης ενισχύσεως, όπως εν προκειμένω, είναι σημαντικό να τεθεί όσο το δυνατό ταχύτερα τέρμα στη χορήγησή της, ώστε να μειωθούν τα προβλήματα όχι μόνο για τους δικαιούχους, από τους οποίους είναι δυνατό να αναζητηθεί η ενίσχυση, αλλά και για τους ανταγωνιστές τους σε άλλα κράτη μέλη . Η Επιτροπή σκόπιμα απέφυγε να υποδείξει τα μέτρα που όφειλε να λάβει η ολλανδική κυβέρνηση για να παύσει η εν λόγω ενίσχυση να είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά . Κατά την Επιτροπή, πρόκειται περί ορθής εφαρμογής του άρθρου 93, παράγραφος 2, το οποίο της επιτρέπει να αποφασίζει ότι το οικείο κράτος "οφείλει να καταργήσει ή να τροποποιήσει" την ενίσχυση . Πάντως, στην απόφαση της Επιτροπής αποδεικνυόταν με αριθμητικά στοιχεία για ποιο λόγο η τιμή ήταν ασυμβίβαστη, ενώ η Επιτροπή άφηνε στην ολλανδική κυβέρνηση τη μέριμνα της επιλογής των κατάλληλων μέσων για την άρση του ασυμβίβαστου αυτού . Η Επιτροπή φθάνει μέχρι σημείου να υποστηρίξει ότι η απόφαση δημιουργεί ή μάλλον επιβεβαιώνει το καθήκον που έχει η ολλανδική κυβέρνηση να θέσει τέρμα το ταχύτερο δυνατό στη χορήγηση της ενίσχυσης και να απαλείψει, στο μέτρο του δυνατού, τα αποτελέσματά της, υποχρεώνοντας, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τους ωφεληθέντες από αυτή να την επιστρέψουν .
Νομίζω ότι η άποψη της Επιτροπής είναι συγκεχυμένη . Απ' τη μια μεριά κάνει λόγο για το παράνομο της ενίσχυσης, ενώ από την άλλη ομιλεί σαν να ήταν δυνατό η ενίσχυση αυτή, εφόσον τροποποιηθεί, να καταστεί συμβιβαστή με την κοινή αγορά . Η γνώμη μου είναι ότι η σύγχυση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν άσκησε προσφυγή κατά της τιμής αυτής στηριζόμενη στο γεγονός ότι ήταν παράνομη, αλλά, αντιθέτως, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, για να ελέγξει τα αποτελέσματά της επί του εμπορίου και του ανταγωνισμού καθώς και αν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά . Το γεγονός ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν κοινοποίησε την ενίσχυση είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί η τελευταία απολύτως παράνομη . Επιπλέον, η Επιτροπή απέδειξε, περιττώς μεν αλλά ορθώς, ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να θεωρηθεί ότι το μέτρο συμβιβαζόταν προς την κοινή αγορά . Η ενίσχυση συνίστατο στο προτιμησιακό στοιχείο της τιμής . Καθήκον της ολλανδικής κυβέρνησης ήταν να καταργήσει την ενίσχυση . Αυτό απαιτούσε τροποποίηση της τιμής . 'Ομως, μια τέτοια τροποποίηση της τιμής δεν αποτελεί τροποποίηση αλλά κατάργηση της ενίσχυσης . Εφόσον εξαλειφθεί το προτιμησιακό στοιχείο, είναι εσφαλμένο να λεχθεί ότι η τιμή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά . Στην περίπτωση αυτή η τιμή δεν περιέχει κανένα στοιχείο ενίσχυσης και δεν ανακύπτει και το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά .
'Οσον αφορά το ζήτημα της προθεσμίας, το άρθρο 2 προβλέπει ότι η ολλανδική κυβέρνηση έπρεπε να ανακοινώσει στην Επιτροπή πριν από τις 15 Μαρτίου 1985 τα μέτρα που θα είχε λάβει για να συμμορφωθεί προς το άρθρο 1, το οποίο της επέβαλλε την κατάργηση της ενίσχυσης . Αυτό δεν εμπεριέχει κανένα στοιχείο αναδρομικότητας, η δε εντύπωση αυτή επιρρωνύεται από την προαναφερθείσα τελευταία αιτιολογική σκέψη, σύμφωνα με την οποία η απόφαση δεν προδικάζει τα μέτρα που θα λάβει ενδεχομένως η Επιτροπή για την αναζήτηση της ενίσχυσης από τους δικαιούχους . Θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται τώρα να ισχυρίζεται ότι η απόφαση δημιούργησε ή επιβεβαίωσε την υποχρέωση της ολλανδικής κυβέρνησης να ζητήσει την επιστροφή της ενίσχυσης . Νομίζω ότι μια τέτοια υποχρέωση θα έπρεπε να αναφέρεται συγκεκριμένα στο διατακτικό μέρος της απόφασης .
Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα των προσφευγόντων . Νομίζω ότι επιβάλλεται να γίνει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων στις υποθέσεις Kohlegesetz και LΡF . Με την απόφαση της Επιτροπής πιστοποιήθηκε σαφώς ότι η ενίσχυση συνίστατο στην ύπαρξη του προτιμησιακού στοιχείου στην τιμή για την καλλιέργεια δενδροκηπευτικών . Δόθηκαν και αριθμητικά στοιχεία : αναφέρθηκε ότι η τιμή εξισορρόπησης βρίσκεται μεταξύ 43 και 44,3 cents/m3, ενώ οι χαμηλότερες τιμές στις οποίες θα σημειωνόταν σημαντική στροφή προς τον άνθρακα υπολογίστηκαν στα 46,5 cents/m3 για μια μεσαίου μεγέθους εκμετάλλευση και στα 47,5 cents/m3 για μια μεγάλη εκμετάλλευση . Είναι αληθές ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε ακριβώς ποια θα ήταν η τιμή στην οποία θα εξαλειφόταν το προτιμησιακό στοιχείο . Νομίζω ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να πράξει κάτι τέτοιο, εφόσον υπάρχουν διάφοροι τρόποι για την επίτευξη του στόχου αυτού, και δικαιούται να αφήσει στους ενδιαφερόμενους τη μέριμνα της επιλογής του κατάλληλου τρόπου . Μπορεί η Gasunie να επιθυμούσε τη διαμόρφωση περισσότερο διαφοροποιημένων τιμών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διαφορετική τάση στροφής προς τη χρησιμοποίηση του άνθρακα που παρουσιάζει κάθε κατηγορία καλλιεργητών . Ούτε πρέπει να λησμονηθεί ότι η τιμή είχε πράγματι θεσπιστεί παρανόμως και ότι τα προβλήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν από την πλήρη της κατάργηση οφείλονταν σε πράξεις της ίδιας της κυβέρνησης . Η Επιτροπή ήταν διατεθειμένη να συζητήσει την εφαρμογή της απόφασης και όντως ελήφθησαν μέτρα για το σκοπό αυτό, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης στην υπόθεση 213/85, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών . 'Ετσι, καίτοι η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με την υπόθεση Kohlegesetz, κατά το μέτρο που η Επιτροπή προκάλεσε ορισμένες δυσχέρειες μη περιοριζόμενη στο ζήτημα της παράνομης χορήγησης της ενίσχυσης, η παρούσα υπόθεση διαφέρει εντούτοις κατά το ότι δεν μπορεί λογικά να λεχθεί ότι η ολλανδική κυβέρνηση δεν γνώριζε τη φύση ή την έκταση της προσδιοριζόμενης στην απόφαση ενίσχυσης ή τα μέτρα που απαιτούνταν για την εφαρμογή της απόφασης . Με άλλα λόγια, για να επαναλάβω τη φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση Kohlegesetz, το αντικείμενο της υποχρεώσεως που επιβλήθηκε στην ολλανδική κυβέρνηση δεν έμεινε αδιευκρίνιστο στην απόφαση . Ομοίως, για να επαναλάβω τη φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση επί της υποθέσεως LΡF, η Επιτροπή παρέσχε όντως στην ολλανδική κυβέρνηση "τις ενδείξεις που θα της επέτρεπαν να προσδιορίσει ποια μέτρα θα μπορούσε να λάβει ".
Το ζήτημα αν τα μέτρα που πράγματι ελήφθησαν ήσαν κατάλληλα αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση 213/85 .
Συνοψίζοντας, θεωρώ, όσον αφορά τις υπό κρίση προσφυγές, ότι η προσφυγή του Landbouwschap πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, οι δε προσφυγές της Van der Kooy και της ολλανδικής κυβέρνησης ως αβάσιμες . 'Οσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, θεωρώ ορθότερο η ολλανδική κυβέρνηση να φέρει το ήμισυ, το Landbouwschap το ένα τέταρτο και οι Van der Kooy BV και Van Vliet από το ένα όγδοο των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν η Επιτροπή και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy