ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 29ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Η υπό κρίση προσφυγή αφορά το κύρος της απόφασης με την οποία η Επιτροπή, ενεργούσα ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ), απέλυσε δόκιμο υπάλληλο κατόπιν παρατάσεως της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο τελευταίος.
Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα ακόλουθα.
Ο R., γεννηθείς το 1951, πτυχιούχος φυσικής, ειδικευμένος στη στατιστική, πέτυχε στις εξετάσεις του γενικού διαγωνισμού COM/A/313 που διοργάνωσε η Επιτροπή ( προκήρυξη διαγωνισμού που δημοσιεύτηκε στην ΕΕ C 233 της 12. 9. 1981, σ. 14), «για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις διοικητικών υπαλλήλων 7ου και 6ου βαθμού της κατηγορίας Α»... προς πλήρωση κενών θέσεων « με εισηγητικά, επιστημονικά ή ελεγκτικά καθήκοντα που ενδιαφέρουν τη δραστηριότητα των Κοινοτήτων στον οικονομικό τομέα ».
Οι συμμετέχοντες στο διαγωνισμό έπρεπε να επιλέξουν, στην αίτηση της υποψηφιότητας, ένα ή δύο από τα τέσσερα μαθήματα που περιλάμβανε η προκήρυξη, δηλαδή:
« 1)
οικονομετρία και στατιστική,
2)
αναπτυξιακή πολιτική και χρησιμοποίηση της βοήθειας προς τις αναπτυσσόμενες χώρες,
3)
μακροοικονομία, συμπεριλαμβανομένης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής,
4)
μακροοικονομία, συμπεριλαμβανομένης της οικονομίας επιχειρήσεων, της αγοράς εργασίας, της χρηματοδότησης επιχειρήσεων. »
Ο R., όπως διευκρίνισε η Επιτροπή και επιβεβαιώθηκε από το φάκελο υποψηφιότητάς του, επέλεξε τα μαθήματα 1 και 3.
Με έγγραφο της Επιτροπής, της 17ης Μαρτίου 1983, γνωστοποιήθηκε στον R. ότι, με την επιφύλαξη της ρητής του αποδοχής, θα διοριζόταν ως δόκιμος υπάλληλος διοικήσεως ( Α 6, κλιμάκιο 1 ) στη γενική διεύθυνση II « Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις», διεύθυνση « Οικονομικές διαρθρώσεις και κοινοτικές παρεμβάσεις ». Ο R., αφού αποδέχτηκε την πρόταση αυτή, διορίστηκε σε μια τέτοια θέση, στην ειδική υπηρεσία « Κοινοτικές δανειοδοτήσεις: ανάπτυξη των οργάνων», ύστερα από απόφαση της 2ας Αυγούστου 1983, που άρχισε να ισχύει από τις 15 Ιουλίου 1983 και αφορούσε την ανακοίνωση κενής θέσεως 305/82, τα αντίστοιχα καθήκοντα της οποίας περιγράφονταν ως εξής:
« Εκτέλεση, βάσει γενικών οδηγιών, συλλήψεως και μελετών στον τομέα της οικονομικής ανάλυσης, ιδίως όσον αφορά:
—
τη διερεύνηση των πεδίων δραστηριότητας για τα μέσα δανειοληψίας/δανειοδοτήσεως της Κοινότητας, ειδικότερα των καλυπτόμενων από το Ν KM» (νέο κοινοτικό μέσο)
και αναφέρονταν τα προς τούτο απαιτούμενα προσόντα.
Εντούτοις, ο R. δεν ανέλαβε καθήκοντα στη θέση αυτή. Ήδη από τις 15 Ιουλίου 1983, ο προσφεύγων άρχισε την περίοδο δοκιμαστικής του υπηρεσίας όχι στη διεύθυνση Β αλλά στη διεύθυνση Γ « Μακροοικονομική ανάλυση και πολιτική », τμήμα ΙΙ-Γ-4 « Μεσοπρόθεσμες προβλέψεις». Πράγματι, προκύπτει ότι με απόφαση της 1ης Αυγούστου 1983, ο διευθυντής προσωπικού είχε αποφασίσει « προς το συμφέρον της υπηρεσίας» να αλλάξει «τον τομέα δραστηριοτήτων της θέσεως... και του κατόχου της» μεταφέροντας και τους δύο από τη διεύθυνση Β στη διεύθυνση Γ της ίδιας γενικής διεύθυνσης.
Στην έκθεση κρίσεως, που δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης συντάχτηκε μετά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας, στις 21 Μαρτίου 1984, αναφέρθηκε ότι ο R., του οποίου, εξάλλου, ορισμένα προσόντα είχαν αναγνωριστεί, δεν διέθετε επαρκείς ικανότητες για την εκτέλεση του έργου που αντιστοιχούσε στα καθήκοντά του, λόγω, ιδίως, της « ανεπάρκειας» των γνώσεών του, λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων που ασκούσε. Εξάλλου, τονίστηκε ότι και η ίδια η ποιότητα της εργασίας του ήταν ανεπαρκής.
Οι εκτιμήσεις αυτές που είχαν αναγραφεί επί ειδικού αναλυτικού πίνακα διευκρινίστηκαν με την ακόλουθη συνολική εκτίμηση.
« Ο R. διαθέτει αναμφιβόλως εξαιρετικά προσόντα στη μαθηματική στατιστική και στην τεχνική ανάλυση των στοιχείων. Εντούτοις, οι γνώσεις του στη μακροοικονομία είναι πιο περιορισμένες και η ικανότητά του στη σύνταξη γραπτών εκθέσεων αποδείχτηκε ανεπαρκής. Έχοντας υπόψη τις απαιτήσεις μιας συνήθους σταδιοδρομίας στη ΓΔ ΙΙ, έχουμε τη γνώμη ότι οι ικανότητες του R. δεν θα του επέτρεπαν να ενταχθεί ικανοποιητικώς στο πλαίσιο των ουσιαστικών δραστηριοτήτων της γενικής διεύθυνσης, δηλαδή τις μελέτες οικονομικής πολιτικής και τις αντίστοιχες γραπτές εκθέσεις. Κατά συνέπεια, η ΓΔ II δεν μπορεί να προτείνει τη μονιμοποίηση του R.
Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι ο R. είναι ασφαλώς υπάλληλος πολύ χρήσιμος, για δραστηριότητες που συνδέονται πιο άμεσα, με τις θεωρητικές και τεχνικές του γνώσεις στον τομέα της επεξεργασίας στοιχείων και στη στατιστική. »
Επομένως, ο αρμόδιος διευθυντής συνιστά «την απόλυση του δόκιμου υπαλλήλου μετά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας του ».
Όταν ζητήθηκε από τον R. να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί αυτής της έκθεσης, δήλωσε ότι η εν λόγω έκθεση του φαινόταν υπερβολικά αυστηρή, διαβεβαίωσε την καλή του θέληση και τόνισε την προτίμηση του για δραστηριότητα «στην οικονομετρία και τη στατιστική » η οποία να ασκείται στη ΓΔ ΙΙ, βεβαιώνοντας επιπλέον ότι « είναι έτοιμος να εργαστεί σε οποιαδήποτε διεύθυνση που έχει ανάγκη στατιστικής εργασίας και ποσοτικής αναλύσεως ».
Με έγγραφο της 18ης Απριλίου 1984, δηλαδή τρεις μέρες μετά τη λήξη της οριζόμενης από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως περιόδου δοκιμασίας, ο διευθυντής προσωπικού γνωστοποίησε στον R. ότι, ενόψει της εκθέσεως της 21ης Μαρτίου 1984, ήταν υποχρεωμένος να λάβει την απόφαση « απολύσεώς » του. Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του και ορισμένα σημεία που είχαν επισημανθεί από το διευθυντή του, ήταν διατεθειμένος, παρατείνοντας, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ήταν σύμφωνος, κατά τρεις μήνες την περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας, να του « δώσει μια επιπλέον ευκαιρία να αποδείξει τις ικανότητες (του)», αναθέτοντάς του την ευθύνη της κατάρτισης, υπό τον έλεγχο των Dewaleyne και Chantraine, μιας « συγκριτικής ανάλυσης στατιστικής φύσεως που έπρεπε να πραγματοποιηθεί για τη ΓΔ ΙΙ και τη Στατιστική Υπηρεσία ».
Ο R. αποδέχτηκε την πρόταση αυτή. Οι λεπτομέρειες της μελέτης, το γενικό πλάνο της οποίας του εστάλη στις 25 Απριλίου 1984, από τον Dewaleyne, διευκρινίστηκαν, τον Ιούνιο του 1984, κατά τη διάρκεια συζητήσεως που είχε ο R. με τον Chantraine, ο οποίος και επιβεβαίωσε το περιεχόμενό της με έγγραφο της 20ής Ιουνίου που απηύθυνε στον προσφεύγοντα. Στις 6 Ιουλίου 1984, ο τελευταίος παρέδωσε τη μελέτη του στους δύο « επόπτες » του, οι οποίοι συνέταξαν σχετική έκθεση στις 10 του ίδιου μήνα.
Η έκθεση αυτή, καίτοι από το περιεχόμενό της προκύπτουν οι θεωρητικές γνώσεις του R. και οι προσπάθειες που κατέβαλε για να προτείνει λύσεις στο πρόβλημα που του είχε τεθεί, ήταν δυσμενής. Οι « επόπτες » καταλογίζουν ιδίως στο δόκιμο υπάλληλο την «έλλειψη συνθετικού πνεύματος », πράγμα που μεταφράζεται « στη δυσκολία να διακρίνει το ουσιώδες από το δευτερεύον», έλλειψη αρκετής απόστασης που τον εμποδίζει να αναγνωρίζει πίσω από τα στατιστικά στοιχεία τη σημασία των παρατηρούμενων φαινομένων » και « υπερβολική χρησιμοποίηση επιστημονικής γλώσσας, δύσκολα κατανοητής ακόμα και από αυτούς προς χρήση των οποίων, γενικά, προορίζεται αυτό το είδος εκθέσεως ». Σε τελευταία ανάλυση, οι κριτές του R. ανέφεραν ότι η μελέτη « δεν επιτρέπει να συναχθούν πρακτικά συμπεράσματα τέτοια που θα μπορούσε να προσδοκά από παρόμοια μελέτη αυτός που θα τη χρησιμοποιήσει ».
Στις 19 Ιουλίου 1984, η ΑΔΑ έλαβε την απόφαση, η οποία άρχισε να ισχύει στις 31 Αυγούστου 1984, « να απολύσει » τον R.
Καταρχάς, η απόφαση αυτή αναφέρεται στην έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας της 21ης Μαρτίου 1984. Στη συνέχεια, διευκρινίζει ότι οι εκτιμήσεις της έκθεσης αυτής ενισχύθηκαν από αυτές που αφορούσαν τη μελέτη που εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της συμπληρωματικής περιόδου δοκιμασίας και εξ αυτών προκύπτει ότι ο R. δεν « απέδειξε ότι διαθέτει επαρκή επαγγελματικά προσόντα για να μονιμοποιηθεί στο βαθμό που αντιστοιχεί στη θέση που κατέχει ».
Ο τελευταίος, ήδη από τις 8 Αυγούστου, υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία απορρίφθηκε ρητώς στις 13 Δεκεμβρίου 1984.
2.
Στις 21 Μαρτίου 1985, ο R. άσκησε την προσφυγή του με την οποία ζητεί, αφενός, την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής, και ιδίως της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 1984, καθώς και όλων των προπαρασκευαστικών των αποφάσεων αυτών πράξεων, και, αφετέρου, την καταβολή αποζημιώσεως λόγω υλικής ζημίας και ηθικής βλάβης. Επικουρικώς, ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή « να τροποποιήσει την αιτιολογία των προσβαλλόμενων αποφάσεων κατά τρόπο που να μην είναι δυσφημιστική ».
Η προσφυγή αυτή στηρίζεται επί τριών λόγων ακυρώσεως:
—
παράβαση ουσιωδών τύπων,
—
παράβαση των άρθρων 4 και 34 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως καθώς και παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων,
—
ζημία που προκλήθηκε στον προσφεύγοντα λόγω τόσο της παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας όσο και της προσβολής της επαγγελματικής του φήμης.
3.
Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση ουσιωδών τύπων, ο σχετικός λόγος ακυρώσεως πρέπει να αναλυθεί στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με το οποίο « κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη ».
Και κατά τον προσφεύγοντα, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την υποχρέωση αυτή καθ' ó μέτρο στηρίζεται επί των εκθέσεων της 21ης Μαρτίου και της 10ης Ιουλίου 1984. Η πρώτη από τις εκθέσεις αυτές δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιες είναι οι γνώσεις που δεν διαθέτει ο R. Η μόνη έλλειψη που του προσάπτεται ρητώς αφορά την ανεπάρκειά του στη σύνταξη γραπτών' εκθέσεων, πράγμα που συνιστά « ανεπαρκή » λόγο απολύσεως. Όσον αφορά την έκθεση της 10ης Ιουλίου 1984, από το κείμενό της προκύπτει προφανής πλάνη εκτιμήσεως. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να προσαφθεί εγκύρως στον προσφεύγοντα έλλειψη συνθετικής ικανότητας, εφόσον του είχε ζητηθεί να καταρτίσει ανάλυση. Ακόμα περισσότερο, δεν μπορεί να του καταλογιστεί ότι χρησιμοποίησε επιστημονική γλώσσα στην κατάρτιση τεχνικής μελέτης. Προς στήριξη των απόψεων αυτών, ο R. προσκόμισε δύο εκτιμήσεις της μελέτης του που συντάχτηκαν από δύο μέλη του επιστημονικού προσωπικού πανεπιστημίου της Ρώμης. Κατά την πρώτη εκτίμηση, η μελέτη έχει αναμφισβήτητη επιστημονική αξία. Ο συντάκτης της δεύτερης θεωρεί ότι η χρησιμοποιηθείσα γλώσσα δεν παρουσιάζει κανέναν ιδιαίτερο τεχνικό χαρακτήρα.
Στο τέλος της ανάπτυξης του σημείου αυτού, ο R. ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι « οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έχουν αιτιολογηθεί κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο και αντιφατικό ώστε πρέπει να θεωρηθούν ως ανίσχυρες λόγω παραβάσεως ουσιωδών τύπων ».
4.
Επομένως, στην πραγματικότητα, ο προσφεύγων στηρίζεται, εν προκειμένω, περισσότερο στην προφανή πλάνη εκτιμήσεως στην αιτιολογία παρά στην καθαυτό παράβαση ουσιωδών τύπων.
Σε παρόμοια περίπτωση, η νομολογία του Δικαστηρίου καθορίζει σαφώς το περιεχόμενο και τα όρια του ασκούμενου από το Δικαστήριο ελέγχου.
Η αιτιολογία βλαπτικής αποφάσεως πρέπει να επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να γνωρίζει τους λόγους της σχετικής απόφασης, ώστε να μπορεί, ιδίως, να επικαλεστεί τα δικαιώματα που έλκει από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα του επίδικου μέτρου (υποθέσεις 36, 37 και 218/81, Seton κατά Επιτροπής, απόφαση της 1ης Ιουνίου 1983, Συλλογή σ. 1789, σκέψη 47' υπόθεση 18/83, Morina κατά Κοινοβουλίου, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983, Συλλογή σ. 4051, σκέψη 11 ).
Εν προκειμένω, νομίζω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση και οι εκθέσεις επί των οποίων στηρίζεται είναι σύμφωνες προς τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Δικαστήριο.
Πράγματι, οι λόγοι απολύσεως που δέχτηκε η ΑΔΑ έχουν εκτεθεί μέ σαφήνεια στον ενδιαφερόμενο. Κατά συνέπεια, ο έλεγχος του Δικαστηρίου ασκείται στο πλαίσιο του σεβασμού της εξουσίας εκτιμήσεως που έχει αναγνωριστεί, όσον αφορά το σχετικό τομέα, στη διοίκηση. Προκειμένου περί αρχών που πρέπει να εφαρμόζονται επί των αιτιολογιών των διοικητικών αποφάσεων που λαμβάνονται μετά το πέρας περιόδου δοκιμασίας, επιβάλλεται να αναφερθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Trefois (υπόθεση 290/82, 17 Νοεμβρίου 1983, Συλλογή σ. 3751 ).
Το Δικαστήριο αφού τόνισε το συμπληρωματικό ρόλο του
« εισαγωγικού διαγωνισμού » ο οποίος « έχει σκοπό να επιτρέψει την επιλογή των υποψηφίων σύμφωνα με κριτήρια γενικά και κατά πρόβλεψη »,
και της περιόδου δοκιμασίας της οποίας
« σκοπός... είναι να δώσει τη δυνατότητα στη διοίκηση να σχηματίσει πιο συγκεκριμένη κρίση για τις ικανότητες του υποψηφίου να αναλάβει συγκεκριμένα καθήκοντα, για το πνεύμα με το οποίο εκπληρώνει τα καθήκοντά του για την υπηρεσιακή του απόδοση ( σκέψη 24, σ. 3766),
υπογράμμισε τη « διαφορετική φύση » που υπάρχει μεταξύ
« της απόφασης περί μη μονιμοποιήσεως που χαρακτηρίζεται συνήθως αλλά ανακριβώς ως “ απόλυση ” του δοκίμου και της κατά κυριολεξία απολύσεως ενός προσώπου που έχει ήδη μονιμοποιηθεί » ( σκέψη 25, σ. 3767 ).
« Ενώ στην τελευταία αυτή περίπτωση », δέχτηκε το Δικαστήριο, « επιβάλλεται λεπτομερής εξέταση των λόγων που δικαιολογούν τη λύση μιας υπάρχουσας σχέσεως απασχολήσεως, στις αποφάσεις περί μονιμοποιήσεως των δοκίμων η εξέταση αναφέρεται στην ύπαρξη ή μη ενός συνόλου θετικών στοιχείων από τα οποία να προκύπτει ότι η μονιμοποίηση του δοκίμου είναι προς το συμφέρον της υπηρεσίας » ( η ίδια σκέψη ).
Υπό τις περιστάσεις αυτές
« κατά το πέρας της δοκιμασίας η διοίκηση πρέπει να είναι σε θέση, χωρίς να δεσμεύεται από τις κρίσεις κατά την πρόσληψη, να εκφέρει κρίση για το αν ο δόκιμος αξίζει να μονιμοποιηθεί στη θέση που αποβλέπει. Η απόφαση αυτή συνεπάγεται σφαιρική εκτίμηση των προσόντων και της συμπεριφοράς του δοκίμου, λαμβανομένων υπόψη τόσο των θετικών όσο και των αρνητικών στοιχείων που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας » ( σκέψη 24, σ. 3766 ),
κρίση που δεν μπορεί να πάσχει παρά
« από πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα ή από αιτιολογίες αντίθετες προς την αντικειμενικότητα που επιβάλλεται να επιδεικνύει η διοίκηση κατά τη στάθμιση των ικανοτήτων και των υπηρεσιών των δοκίμων υπαλλήλων της » ( σκέψη 29, σ. 3768 ),
πράγμα που υποχρεούται να αποδείξει ο προσφεύγων.
Η γνώμη μου είναι ότι τέτοια απόδειξη δεν προσκομίστηκε. Πράγματι, τίποτα δεν επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι η εκτίμηση που αφορά τις ανεπάρκειες που επισημαίνονται στην έκθεση της 21ης Μαρτίου 1984 πάσχει από προφανή πλάνη ή έρχεται σε αντίθεση με την αντικειμενικότητα. Επομένως, οι διαμαρτυρίες του R. δεν αποτελούν απόδειξη, όπως επίσης δεν αποτελούν απόδειξη, προκειμένου περί της εκθέσεως της 10ης Ιουλίου 1984, οι επ' αυτού ζητηθείσες « γνωματεύσεις » των μελών του επιστημονικού προσωπικού πανεπιστημίου της Ρώμης.
Αντίθετα, παρατηρώ ότι η έκθεση της 21ης Μαρτίου 1984 προσδιορίζει με ακρίβεια τις προσαπτόμενες στον R. ανεπάρκειες οι οποίες αφορούν τόσο τις γνώσεις όσο και την ικανότητα του προς σύνταξη γραπτών εκθέσεων. Τέτοια εκτίμηση, εφόσον δεν είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας, πράγμα το οποίο δεν υποστηρίχτηκε, ή δεν είναι αντιφατική ή πάσχει από προφανή πλάνη, πράγμα το οποίο δεν αποδείχτηκε, είναι ανεξέλεγκτη, όπως ακριβώς και οι συνέπειες που απορρέουν απ' αυτή όσον αφορά τη μονιμοποίηση. Το ίδιο ισχύει και ως προς την εκτίμηση της μελέτης που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας. Από την έκθεση, άλλωστε, της 10ης Ιουλίου 1984 δεν προκύπτει ούτε προφανής πλάνη ούτε αντίφαση και ο R. δεν μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι δεν ήταν δυνατό, εφόσον επρόκειτο περί αναλύσεως, να του προσαφθεί έλλειψη συνθετικού πνεύματος, ενώ στο υπηρεσιακό σημείωμα του Chantraine της 20ής Ιουνίου 1982, που δεν αμφισβητεί ότι έλαβε, διευκρινίζεται δύο φορές ότι του ζητήθηκε η σύνταξη συνθετικής εκθέσεως.
Επομένως, νομίζω ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται ο R. είναι εντελώς αβάσιμος.
5.
Όσον αφορά τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 4 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο
« οι διορισμοί ή οι προαγωγές έχουν ως αντικείμενο μόνο την πλήρωση κενής θέσεως, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό » ( πρώτη παράγραφος )
νομίζω ότι ούτε και ο λόγος αυτός είναι βάσιμος.
Ταυτόχρονα με το διορισμό του, ο R. τοποθετήθηκε σε διαφορετική διεύθυνση από αυτή που είχε αρχικά αποδεχτεί, η δε θέση που κατείχε ακολούθησε την ίδια τύχη. Επομένως οι δύο αποφάσεις της ΑΔΑ της 1ης και της 2ας Αυγούστου, που άρχισαν να ισχύουν την ίδια ημέρα, πρέπει να θεωρηθούν ως ενιαία πράξη με την οποία ο προσφεύγων τοποθετήθηκε στη ΓΔ II, διεύθυνση Γ, τμήμα ΙΙ-Γ-4. Ας σημειωθεί εν παρόδω ότι ουδόλως υποστηρίχτηκε ότι η αλλαγή αυτή τοποθετήσεως έγινε αντίθετα προς τα κριτήρια που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε, παραδείγματος χάρη, την υπόθεση 176/82, Nebe κατά Επιτροπής, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Συλλογή σ. 2475, σκέψη 17 ), δηλαδή το συμφέρον της υπηρεσίας και το σεβασμό της ισοδυναμίας των θέσεων.
Ασφαλώς, η απόφαση της 2ας Αυγούστου αναφερόταν ρητώς στην ανακοίνωση COM/305/82 σχετικά με την πλήρωση κενής θέσεως στο τμήμα Β 4. Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 4 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ο R. θα μπορούσε να επικαλεστεί επωφελώς. Πράγματι, το άρθρο αυτό, και ειδικότερα η δεύτερη του παράγραφος, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 29, παράγραφος 1. Σύμφωνα με το νόημα των παρατηρήσεων της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως αποσκοπεί στο να τηρηθεί η σειρά κατά την οποία πρέπει να εξεταστούν οι αιτήσεις υποψηφιότητας για την πλήρωση κενής θέσεως, εφόσον εν προκειμένω οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων προηγούνται των υποψηφίων που δεν υπηρετούν στις Κοινότητες. Επομένως, μόνο οι πρώτοι θα μπορούσαν να επικαλεστούν το περιεχόμενο — ή την έλλειψη δημοσιεύσεως — της ανακοίνωσης κενής θέσεως. Κατά τα λοιπά, η σχετική πλημμέλεια δεν θα μπορούσε να καταστήσει ελαττωματική παρά μόνο την πράξη διορισμού. Όμως, εν προκειμένω, αμφισβητείται η απόφαση περί « απολύσεως ».
Κατά συνέπεια, το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι αν ο προσφεύγων τοποθετήθηκε ή όχι σε θέση που ανταποκρινόταν στην προκήρυξη του διαγωνισμού COM/Α/313.
Το γεγονός ότι ο R. πέτυχε στις εξετάσεις αυτές του επέτρεψε να περιληφθεί στον πίνακα επιτυχόντων για μελλοντικές προσλήψεις υπαλλήλων διοικήσεως Α 7/Α 6 για την πλήρωση των θέσεων η περιγραφή των οποίων ανταποκρίνεται προφανώς στις κενές θέσεις της ΓΔ ΙΙ. Η θέση στην οποία, ευθύς εξαρχής, τοποθετήθηκε ο προσφεύγων και την οποία, εν τω μεταξύ, αποδέχτηκε ανταποκρίνεται το ίδιο σε κάθε ένα από τα δύο μαθήματα που ο ίδιος επέλεξε.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η τοποθέτηση του R. δεν συνιστά ούτε παράβαση του άρθρου 4 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ούτε δυσμενή μεταχείριση του προσφεύγοντος σε σχέση με τους λοιπούς δοκίμους υπαλλήλους και, κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
6.
Εξάλλου, ο R. υποστηρίζει ότι η παράταση της περιόδου δοκιμασίας του είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 34, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ορίζει σε εννέα μήνες τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας υπαλλήλου της κατηγορίας του. Η υπηρεσιακή ικανότητα πρέπει να εκτιμάται κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής που ορίζει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, ενώ η απόφαση περί « απολύσεως» ελήφθη ενόψει, κυρίως, της εκθέσεως που συντάχθηκε μετά την παράταση της περιόδου δοκιμασίας. Η ρητή συναίνεση του δοκίμου υπαλλήλου που έγινε υπό την απειλή απολύσεως πάσχει λόγω της « σχέσεως υποταγής » έναντι της ΑΔΑ και δεν επιτρέπει να γίνει παρέκκλιση από την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν χωρεί παραίτηση από δικαίωμα προστασίας που έχει παρασχεθεί από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
Αντίθετα, η Επιτροπή θεωρεί ότι τίποτα δεν εμποδίζει τη διοίκηση να λάβει, όσον αφορά έναν από τους υπαλλήλους της, μέτρο που βαίνει πέραν των δικαιωμάτων που τους παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης και το οποίο, ως εκ τούτου, είναι ευνοϊκότερο γι' αυτούς απ' ό,τι η αυστηρή εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού. Η Επιτροπή αναφέροντας, εν προκειμένω, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 34, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Nagels και Di Pillo ( υπόθεση 52/70, Nagels κατά Επιτροπής, απόφαση της 12ης Μαΐου 1971, Rec. σ. 365, σκέψη 16 τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 10 και 42/72, Di Pillo κατά Επιτροπής, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, Rec. σ. 763 ), υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο, εκδικάζοντας περιπτώσεις ρητής ή ακόμα και σιωπηρής παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας, ουδέποτε δέχτηκε έλλειψη νομιμότητας παρατάσεων αυτών και παραθέτει τις προτάσεις που ανέπτυξε στη δεύτερη υπόθεση ο γενικός εισαγγελέας Α. Trabucchi, ο οποίος τόνισε, ιδίως, ότι:
« στο πλαίσιο ορθής απονομής της δικαιοσύνης ποτέ δεν είναι δυνατό να προβληθεί ως λόγος ακυρότητας το γεγονός ότι μια κατάσταση έτυχε περισσότερο επισταμένης εξετάσεως ».
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων παρατήρησε ότι η διάταξη που επικαλέστηκε η Επιτροπή έχει τροποποιηθεί και ότι το κείμενο που εφαρμόστηκε επί των προαναφερθεισών υποθέσεων δεν διέπει την υπό κρίση διαφορά.
Πράγματι, το άρθρο 34 έχει υποστεί επανειλημμένες τροποποιήσεις. Αρχικά, με εξαίρεση τους υπαλλήλους βαθμών Α 1 και Α 2 οι οποίοι ανέκαθεν εξαιρούντο από το πεδίο εφαρμογής του, προέβλεπε ενιαία περίοδο δοκιμασίας έξι μηνών η οποία ήταν δυνατό « σε εξαιρετικές περιπτώσεις » να παραταθεί ύστερα από πρωτοβουλία της διοίκησης για διάστημα τριών το πολύ μηνών. Το κείμενο αυτό εφαρμόστηκε στην περίπτωση των Nagels και Di Pillo. Και για τους δύο ίσχυσε η τρίμηνη παράταση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επιπλέον, χορηγήθηκε στον Nagels και δεύτερη παράταση δύο μηνών ως αντιστάθμισμα ισόχρονης απουσίας του λόγω ασθενείας.
Με δύο διαδοχικές τροποποιήσεις το 1972 (κανονισμός 1473/72 της 30ής Ιουνίου 1972, ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 136) και 1978 (κανονισμός 912/78 της 2ας Μαΐου 1978, JO L 119 της 3. 5. 1978, σ. 1 ) δόθηκε στο εν λόγω άρθρο η τωρινή του μορφή η οποία έχει εφαρμογή επί της υπό κρίση υποθέσεως.
Όσον αφορά τους υπαλλήλους της εξεταζόμενης κατηγορίας, η διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας αυξήθηκε, το 1972, από έξι σε εννέα μήνες. Αντίστοιχα, καταργήθηκε η διάταξη που επέτρεπε την παράταση της περιόδου δοκιμασίας και απαιτήθηκε η μεταρρύθμιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του 1978 για να προστεθεί στο σχετικό κείμενο η δυνατότητα παρατάσεως της δοκιμαστικής περιόδου για χρόνο ίσο προς αυτόν που ο υπάλληλος εμποδίστηκε λόγω ασθενείας ή ατυχήματος να ασκήσει τα καθήκοντα του (άρθρο 34, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο).
Με άλλα λόγια, οι πιο πάνω τροποποιήσεις συνίστανται:
—
στην επιμήκυνση της διάρκειας της περιόδου δοκιμασίας, με κατάργηση της δυνατότητας παρατάσεως για εξαιρετικές, μη προσδιοριζόμενες, περιπτώσεις,
—
στη νομιμοποίηση, για τις ρητώς αναφερόμενες περιπτώσεις ασθενείας ή ατυχήματος, της πρακτικής της παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας για χρόνο που να αντισταθμίζει το διάστημα που ο υπάλληλος εμποδίστηκε να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο, όπως προσδιορίστηκε, δεν επιτρέπει τη χορήγηση καμιάς παρατάσεως κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ διοικήσεως και δόκιμου υπαλλήλου, η οποία, άλλωστε, θα ήταν αντίθετη προς την κανονιστική φύση σχέσεως που διέπεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
Κατά τα λοιπά, παρατηρώ ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στις περιπτώσεις των Nagels και Di Pillo, υπαλλήλων η περίοδος δοκιμασίας των οποίων παρατάθηκε διά μονομερούς αποφάσεως της διοίκησης και για την οποία δεν ζητήθηκε η συναίνεση των ενδιαφερομένων.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η περίοδος δοκιμασίας του R., ελλείψει διατάξεως του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που να την επιτρέπει, δεν μπορούσε να παραταθεί, έστω και αν συναίνεσε ο ίδιος και έστω και αν ένα τέτοιο μέτρο είχε αποφασιστεί, όπως σαφώς προκύπτει εν προκειμένω, προς όφελος του ενδιαφερομένου δόκιμου υπαλλήλου.
Εντούτοις, θίγει η πλημμέλεια αυτή τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης;
Πράγματι, για να αποτελεί η κανονικότητα μιας πράξης — στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόφαση περί παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας — προϋπόθεση του κόρους μιας μεταγενέστερης πράξης — εν προκειμένω της απόφασης περί απολύσεως — πρέπει η τελευταία να εξαρτάται από την πρώτη. Έτσι, κάτι τέτοιο συμβαίνει όσον αφορά το κύρος μιας απόφασης προσλήψεως σε θέση από πλευράς κανονικότητας της διαδικασίας του διαγωνισμού βάσει του οποίου έγινε η πρόσληψη. Επίσης, η πλημμελής παράταση της περιόδου δοκιμασίας του R. θα μπορούσε αναμφίβολα να επικληθεί από υπαλλήλους που θα είχαν έννομο συμφέρον σχετικά, προκειμένου να αμφισβητήσουν την ενδεχόμενη μονιμοποίηση του ενδιαφερομένου.
Αλλά ο τελευταίος δεν μπορεί να στηριχθεί στην πλημμέλεια αυτή για να αμφισβητήσει απόφαση που θα μπορούσε — νιώθω τον πειρασμό να πω όφειλε — να ληφθεί χωρίς την ορθώς αμφισβητούμενη παράταση.
Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε κατ' αυτό τον τρόπο από τον R., όχι για το λόγο ότι δεν είναι νομικώς βάσιμος, αλλά διότι είναι αλυσιτελής, δεν νομίζω ότι μπορεί να θίξει το κύρος της απόφασης περί « απολύσεως » που ελήφθη κατ' αυτού.
7.
Δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, το κύριο αίτημα με το οποίο ζητείται η ακύρωση της απόφασης αυτής δεν μπορεί να γίνει δεκτό, συμπεραίνω ότι πρέπει να απορριφθεί και το συμπληρωματικό αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως, εφόσον, άλλωστε, παρατηρείται ότι ο R. δεν προσκόμισε καμιά απόδειξη ως προς τη ζημία που υπέστη λόγω της παρατάσεως της περιόδου δοκιμασίας.
Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το επικουρικό αίτημα. Πράγματι, κατά κανόνα, αλλά και δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κάθε απόφαση περί απολύσεως περιέχει εκτιμήσεις από τις οποίες προκύπτει η έλλειψη ικανοτήτων του ενδιαφερομένου ως προς ορισμένες πλευρές των σχετικών καθηκόντων. Αυτό συμβαίνει στην επίδικη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας — κατ' ανάγκη επικριτικό — δεν περιέχει, εντούτοις, κανένα στοιχείο το οποίο να μπορεί να θεωρηθεί ως δυσφημιστικό.
8.
Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή, ο δε προσφεύγων πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy