ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 24ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
Το Arrondissementsrechtsbank του Almelo, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και το Arrondissementsrechtsbank του Bois-le-Duc, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, αμφοτέρων στρεφομένων κατά της επιχειρήσεως Edah, ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής απόφασης σχετικά με το αν εθνική κανονιστική ρύθμιση περί καθορισμού ελαχίστης τιμής για τη λιανική πώληση του άρτου συμβιβάζεται με τα άρθρα 7 και 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η ολλανδική ρύθμιση προβλέπει για τον άρτο που παρασκευάζεται στις Κάτω Χώρες τον καθορισμό από την αρμόδια αρχή ελαχίστης τιμής δεδομένου ύψους. Η ρύθμιση αυτή έχει ως σκοπό να αποφευχθεί ο υπερβολικός ανταγωνισμός, με τιμές προσφοράς, μεταξύ των πολυκαταστημάτων και των παραδοσιακών αρτοπωλείων.
Στη διάρκεια της πρώτης φάσεως που διήρκεσε έως το 1982, η τιμή του εισαγόμενου άρτου δεν είχε ρυθμιστεί. Όταν ορισμένα πολυκαταστήματα άρχισαν να προσελκύουν την πελατεία με πολύ χαμηλές τιμές πωλώντας εισαγόμενο άρτο, στην εν λόγω ρύθμιση προστέθηκε μία επιπλέον διάταξη. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η τιμή αγοράς του εισαγόμενου άρτου πρέπει να αυξηθεί κατά το ποσό ενός υποχρεωτικού περιθωρίου διανομής.
Με μία εισαχθείσα τροποποίηση, η οποία άρχισε να ισχύει από τις 23 Μαρτίου 1985, η εφαρμογή του υποχρεωτικού περιθωρίου για τον εισαγόμενο άρτο αποκλείστηκε στις περιπτώσεις που ο εισαγόμενος άρτος πωλείται σε τιμή ίση ή ανώτερη από την ελάχιστη τιμή που ισχύει για τον ολλανδικό άρτο.
Προτού εξεταστούν τα ερωτήματα που υπέβαλαν τα δύο εθνικά δικαστήρια, πρέπει να καθοριστεί αν ρύθμιση παρόμοια με αυτή που ισχύει στις Κάτω Χώρες αποτελεί μέτρο που εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα ή αν πρόκειται για σύστημα που αντιμετωπίζει διαφορετικά τους δύο αυτούς τύπους προϊόντων.
Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αντιμετώπιση διαφέρει ανάλογα με το αν πρόκειται για τη μία ή την άλλη από τις περιπτώσεις αυτές ( 1 ).
Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το « ίσο προς το συνολικό κόστος διανομής περιθώριο », κατά το οποίο πρέπει να αυξηθεί η « τιμή κατά την έξοδο από το εργοστάσιο » του εισαγομένου άρτου (0,17 HFL ανά άρτο 800 γραμμαρίων, κατά το χρόνο των αποφάσεων περί παραπομπής) είναι ταυτόσημο με το περιθώριο που περιλαμβάνεται « για όλα τα έξοδα διανομής » στην επιβληθείσα τιμή του ολλανδικού άρτου ( 1,86 HFL).
Εντούτοις, από μία άλλη άποψη, η τιμή του ολλανδικού άρτου καθαυτή καθορίζεται από την αρμόδια αρχή, ενώ όσον αφορά την αξία του εισαγόμενου άρτου, αυτή στηρίζεται στην « τιμή κατά την έξοδο από το εργοστάσιο που αποτελείται από το ποσό της τιμής αγοράς που πράγματι καταβάλλεται ή οφείλεται », δηλαδή σε μία τιμή που καθορίζεται ελεύθερα από τον (αλλοδαπό) παρασκευαστή του άρτου.
Επομένως, στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για σύστημα που αντιμετωπίζει διαφορετικά το εγχώριο και το εισαγόμενο προϊόν.
Θα εξετάσω τώρα τα τέσσερα ερωτήματα που υπέβαλαν τα παραπέμποντα δικαστήρια. Καταρχάς διαπιστώνω ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο τρία ερωτήματα δεδομένου ότι το δεύτερο ερώτημα είναι ταυτόσημο και στις δύο περιπτώσεις.
Αφορούν το άρθρο 7 της Συνθήκης και το πρόβλημα της διακρίσεως σε βάρος των ιδίων υπηκόων. Αυτά θα τα εξετάσω στο τέλος, τρίτα κατά σειρά.
Πρώτον, θα εξετάσω το ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως 159/85 που έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση που ίσχυε πριν από τις 23 Μαρτίου 1985 και, δεύτερον, το ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 80/85, η οποία αφορά την ισχύουσα ρύθμιση.
1.
Το πρόβλημα τον αν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 ρύθμιση επιβάλλουσα την αύξηση της τιμής του εισαγόμενου άρτου, ακόμη και στην περίπτωση που η εν λόγω ρύθμιση έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή τιμής λιανικής πωλήσεως ανώτερης από την προβλεπόμενη ελάχιστη τιμή, όσον αφορά τα εγχώρια προϊόντα
Το πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε από το Arrondissementsrechtsbank του Bois-le-Duc (υπόθεση 159/85) έχει την εξής διατύπωση:
«1)
Είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ μία κανονιστική ρύθμιση τιμών η οποία, δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους, εφαρμόζεται στις πωλήσεις προς τον τελικό καταναλωτή που γίνονται από λιανοπωλητές, οι οποίοι εδρεύουν στο εν λόγω κράτος μέλος, όταν για τα εισαγόμενα προϊόντα η εν λόγω ρύθμιση επιβάλλει ορισμένο περιθώριο εντός του οποίου ορίζεται ένα ποσό, σε απόλυτους αριθμούς, που προστίθεται στην τιμή αγοράς και αποτελεί ένα μικρό σχετικώς τμήμα της τελικής τιμής λιανικής πωλήσεως, ενώ το εγχώριο προϊόν πρέπει να πωλείται σε ελάχιστη ονομαστική τιμή που καθορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος; »
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε εθνικό μέτρο που μπορεί να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό.
Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση εθνικής ρύθμισης που ρυθμίζει διαφορετικά την κατάσταση των εγχώριων προϊόντων από αυτή των εισαγόμενων προϊόντων ή που επηρεάζει δυσμενώς με οποιονδήποτε τρόπο τη διάθεση στην αγορά των εισαγόμενων προϊόντων σε σχέση προς αυτή των εγχώριων προϊόντων ( 2 ).
Όμως, είναι εμφανές ότι εθνική ρύθμιση που είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή σε ορισμένες περιστάσεις αύξησης της συνολικής τιμής του εισαγόμενου άρτου πέρα από την ελάχιστη τιμή που εφαρμόζεται στον εγχώριο άρτο θα επηρέαζε δυσμενώς τη διάθεση του εισαγόμενου άρτου σε σχέση με τον εγχώριο άρτο.
Αν υποτεθεί για παράδειγμα ότι η τιμή κόστους του εισαγόμενου άρτου όπως και η τιμή κόστους του εγχωρίου άρτου ανέρχεται σε 1,80 HFL, ο εγχώριος άρτος μπορεί να πωληθεί στη τιμή των 1,86 HFL ( ακόμη και αν εκμηδενιζόταν το περιθώριο), ενώ ο εισαγόμενος άρτος πρέπει να πωληθεί στην τιμή των 1,97 HFL (1,80 + 0,17 HFL).
Επομένως, το σύστημα που ίσχυε έως τις 23 Μαρτίου 1985 μπορούσε να προκαλέσει δυσμενή διάκριση σε βάρος του εισαγόμενου άρτου σε σχέση με τον εγχώριο άρτο.
Κατόπιν αυτού προτείνω να δοθεί ως απάντηση στο Arrondissementsrechtsbank του Bois-le-Duc ότι σύστημα όπως το περιγραφόμενο στο πρώτο ερώτημά του είναι αντίθετο προς την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή που προβλέπεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2.
Το πρόβλημα τον σνμβιβαστον με το άρθρο 30 συστήματος τιμών, το οποίο επιβάλλει την αύξηση της τιμής τον εισαγόμενου προϊόντος εφόοον η τελική του τιμή όεν υπερβαίνει την ελάχιστη τιμή πωλήσεως του ίδιον εγχώριου προϊόντος
Το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το Arrondissementsrechtsbank του Almelo στην υπόθεση 80/85 έχει την εξής διατύπωση:
« Νομοθετική διάταξη κράτους μέλους, με την οποία θεσπίζεται περιθώριο που αντιπροσωπεύει απλώς σχετικά περιορισμένο μέρος της τελικής λιανικής τιμής πωλήσεως, είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών που προβλέπεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον και καθόσον αυτή η διάταξη εφαρμόζεται κατά την πώληση προς τον τελικό καταναλωτή από λιανοπωλητή, που είναι εγκατεστημένος στο εν λόγω κράτος μέλος, προϊόντος εισαχθέντος σε κατώτερη τιμή από την ελάχιστη τιμή που καθορίζεται από αυτό το κράτος μέλος, ενώ η πώληση του εγχωρίου προϊόντος υπό τις ίδιες συνθήκες απαγορεύεται κατά πάσαν περίπτωση; »
Καταρχάς ας διευκρινίσω ένα θέμα ορολογίας, δηλαδή τις έννοιες της κατώτερης, της ίσης ή της ανώτερης τιμής από την ελάχιστη τιμή.
Ο εθνικός δικαστής αναφέρεται σε τιμή του εισαγόμενου προϊόντος που είναι κατώτερη από την ελάχιστη τιμή, ενώ το άρθρο 2α της ολλανδικής ρύθμισης προβλέπει ότι « η απαγόρευση που προβλέπεται στην παράγραφο Ι », δηλαδή η απαγόρευση να πωλείται ο εισαγόμενος άρτος σε τιμή κατώτερη από την τιμή αγοράς αυξημένη κατά ένα περιθώριο ίσο με το συνολικό κόστος διανομής, « δεν έχει εφαρμογή στον άρτο που πωλείται σε τιμή ίση ή ανώτερη από την ελάχιστη τιμή ».
Αυτό σημαίνει ότι αν η τιμή αγοράς του εισαγόμενου προϊόντος είναι κατώτερη από την ελάχιστη τιμή, πρέπει να αυξηθεί κατά το περιθώριο διανομής εφόσον η συνολική τιμή ( τιμή αγοράς και περιθώριο ) δεν υπερβαίνει ένα επίπεδο ίσο με αυτό της ελάχιστης τιμής, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αυτή τιμή μπορεί επίσης, συνεπεία μιας τιμής αγοράς ιδιαίτερα χαμηλής, να τοποθετηθεί σε επίπεδο κατώτερο από αυτό της ελάχιστης τιμής.
Αν και στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται για ρύθμιση που εφαρμόζεται αδιακρίτως, θεωρώ ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση van Tiggele ( 3 ) παρέχει τα κατάλληλα κριτήρια προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα.
Η σκέψη 17 της εν λόγω αποφάσεως έχει ως εξής:
« ( δεδομένου ) εξάλλου ότι ούτε ο καθορισμός του ελαχίστου περιθωρίου κέρδους σε ορισμένο ποσό και όχι σε ποσοστό της τιμής κόστους, το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη δυσμενή μεταχείριση των εισαγόμενων προϊόντων, τα οποία ενδεχομένως είναι φθηνότερα, σε μία περίπτωση όπως η προκειμένη, όπου το ποσό του περιθωρίου κέρδους αποτελεί ένα σχετικά μικρό τμήμα της τελικής λιανικής τιμής ».
Στην παρούσα περίπτωση δεν πρόκειται για περιθώριο κέρδους αλλά για περιθώριο διανομής, χωρίς όμως αυτό κατά την άποψη μου να μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα στοιχεία του προβλήματος. Το εν λόγω περιθώριο διανομής έχει καθοριστεί καλώς σε ορισμένο ποσό και όχι σε ποσοστό της τιμής κόστους. Εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και στα εγχώρια προϊόντα ( αν και κατά τα λοιπά τα δύο συστήματα δεν είναι ταυτόσημα ) και το ύψος του αντιστοιχεί σε σχετικά μικρό τμήμα της τελικής λιανικής τιμής.
Το πλεονέκτημα όσον αφορά τον ανταγωνισμό,που προκύπτει από μία ενδεχομένως κατώτερη τιμή κόστους του εισαγόμενου προϊόντος, μπορεί επομένως να αντανακλάται στην τιμή πωλήσεως προς τον καταναλωτή ( σκέψη 18 της απόφασης van Tiggele).
Πράγματι, καθόσον η τιμή κόστους του εισαγόμενου προϊόντος είναι κατώτερη από την τιμή του εγχώριου προϊόντος ( 1,86 HFL — 0,17 HFL = 1,69 HFL), το πλεονέκτημα αυτό απαντάται στη συνολική τιμή που ζητείται από τον καταναλωτή.
Επομένως, τα εισαγόμενα προϊόντα δεν βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τα ταυτόσημα εγχώρια προϊόντα και συνεπώς δεν υπάρχει εν προκειμένω μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος.
Θα έχει γίνει αντιληπτό από τα μέλη του Δικαστηρίου ότι δεν συμμερίζομαι την άποψη που υποστηρίζει η Edah, κατά την οποία η απαγόρευση του άρθρου 30 δεν αποβλέπει μόνο στις περιπτώσεις διακρίσεως, δηλαδή στις ρυθμίσεις που μεταχειρίζονται καλύτερα τα εγχώρια προϊόντα από τα εισαγόμενα, αλλά σε όλες τις διατάξεις που μπορούν να έχουν αρνητική επίδραση στις εισαγωγές.
Συμφωνώ με τη γνώμη του γενικού εισαγγελέα Reischl « ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 εμπίπτουν μόνο τα εθνικά μέτρα, τα οποία δύνανται να παρεμποδίσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, θέτοντας σε δυσμενέστερη θέση κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο τα εισαγόμενα προϊόντα έναντι των εθνικών προϊόντων » ( 4 ).
Επομένως, δεν με έχει πείσει ούτε η άποψη της Edah ( σ. 3363 ), κατά την οποία η ρύθμιση θα εμπόδιζε τη διάθεση του εισαγόμενου προϊόντος « υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες » επειδή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο παραγωγός ολλανδικού άρτου « μπορεί να αρκεστεί » σε περιθώριο κατώτερο των 0,17 HFL ( όταν η τιμή κόστους του είναι ανώτερη από 1,69 HFL) ενώ ο αλλοδαπός παραγωγός πρέπει πάντοτε να εφαρμόζει το περιθώριο των 0,17 HFL (όσο η τελική τιμή δεν υπερβαίνει την ελάχιστη τιμή ).
Πράγματι, σ' αυτή την περίπτωση το μικρότερο περιθώριο του ολλανδού παραγωγού δεν συνιστά παρά τη συνέπεια μιας τιμής κόστους ανώτερης από αυτήν που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές και δεν θα μπορεί να αντανακλάται στην τιμή που πρέπει να καταβάλει ο καταναλωτής. Επομένως, το εισαγόμενο προϊόν δεν θα βρίσκεται σε δυσμενή θέση εξαιτίας αυτού του μικρότερου περιθωρίου.
Προτείνω, επομένως, το Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά στο πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υπόθεσης 80/85.
3.
Το της διάκρισης σε βάρος των ίδιων υπηκόων
Και τα δύο παραπέμποντα δικαστήρια υπέβαλαν στο Δικαστήριο το ακόλουθο ταυτόσημο ερώτημα:
« Ρύθμιση κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει την πώληση στον τελικό καταναλωτή από λιανοπωλητή, εγκατεστημένο σ' αυτό το κράτος μέλος, ορισμένου προϊόντος σε τιμή κατώτερη της καθορισμένης ελαχίστης τιμής, είναι αντίθετη προς την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας που διατυπώνεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον η απαγόρευση πωλήσεως σε κατώτερη τιμή εφαρμόζεται (πάντοτε) στο εγχώριο προϊόν, αλλά δεν εφαρμόζεται στο εισαγόμενο προϊόν; »
Η Edah υποστηρίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται διάκριση σε βάρος ιδίων υπηκόων, συγκεκριμένα σε βάρος των ολλανδών παρασκευαστών και ότι το σύστημα τιμών είναι κατόπιν αυτού αντίθετο προς το άρθρο 7.
Η Nederlandse Bakkerij Stichting, η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή αμφισβητούν ότι τα πράγματα έχουν έτσι.
Κατά τη δική μου επίσης άποψη η αμφισβητούμενη νομοθεσία δεν παραβιάζει την αρχή της απαγόρευσης κάθε διάκρισης λόγω ιθαγενείας που διατυπώνεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης και αυτό για δύο λόγους:
α)
Το διαφορετικό καθεστώς από το οποίο διέπονται τα εισαγόμενα προϊόντα και τα προϊόντα που παρασκευάζονται εντός της χώρας « δεν εφαρμόζεται ανάλογα με την ιθαγένεια των επιχειρηματιών, αλλά σε συνάρτηση με τον τόπο της εγκαταστάσεως τους » ( βλέπε αποφάσεις του Δικαστηρίου Bussone, 31/78, Rec. 1978, σ. 2445 και Oebel 155/80, Συλλογή 1981, σ. 2007). Όμως, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει κατ' επανάληψη ότι σε αυτές τις περιπτώσεις η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 7 δεν είχε παραβιαστεί.
Εν προκειμένω, ένας αλλοδαπός αρτοποιός εγκατεστημένος στις Κάτω Χώρες πρέπει να τηρεί την ελάχιστη τιμή ακριβώς όπως οι αρτοπώλες που έχουν ολλανδική ιθαγένεια και ένας παρασκευαστής ολλανδικού άρτου, ο οποίος είναι εγκατεστημένος στη Γερμανία, επωφελείται όσον αφορά τις εξαγωγές του προς τις Κάτω Χώρες από ένα πιο ευνοϊκό καθεστώς που προβλέπει η ολλανδική νομοθεσία για τα εισαγόμενα προϊόντα.
β)
Δεύτερον, το άρθρο 7 δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν ρύθμιση η οποία να θίγει την ανταγωνιστική ικανότητα των επιχειρηματιών που διέπονται απ' αυτήν από τη στιγμή που εν λόγω ρύθμιση δεν δημιουργεί διάκριση μεταξύ των υποκείμενων σ' αυτήν, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, λόγω ιθαγενείας ( βλέπε τη σκέψη 8 της προαναφερθείσας απόφασης Oebel ).
Η ολλανδική κυβέρνηση είναι ελεύθερη να θεσπίσει μόνο το σύστημα των ελάχιστων τιμών που εφαρμόζεται στον εγχώριο άρτο, χωρίς να προβλέψει τίποτα σχετικά με τα εισαγόμενα προϊόντα. Από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, το σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, που με τον τρόπο αυτό θα είχε παραχωρηθεί στα εισαγόμενα προϊόντα, δεν θα συνιστούσε παράνομη διάκριση σε βάρος των ιδίων υπηκόων.
Κατά μείζονα λóyo, δεν αποτελεί παράνομη διάκριση από άποψη κοινοτικού δικαίου το εφαρμοζόμενο κατά την εισαγωγή σύστημα που έχει θεσπιστεί και που περιορίζει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των εισαγόμενων προϊόντων.
Πράγματι, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίσουν ρυθμίσεις, οι οποίες επιβάλλουν εξαναγκασμούς στους δικούς τους παραγωγούς ενώ στα άλλα κράτη μέλη εφαρμόζονται λιγότερο αυστηρές διατάξεις.
Στη σκέψη 9 της προαναφερθείσας απόφασης Oebel, to Δικαστήριο έκρινε « ότι δεν δύναται να λογιστεί ως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας εκ μόνου του λόγου ότι, δήθεν, άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις λιγότερο αυστηρές ».
Σύμφωνα με την απόφαση Van Dam ( 5 ) που αφορά την αλιεία « δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίθετη προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή μιας εθνικής νομοθεσίας, της οποίας η συμφωνία με το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί εξάλλου να αμφισβητηθεί, λόγω του ότι δήθεν άλλα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις λιγότερο αυστηρές » ( σκέψη 10).
Η ίδια αρχή έγινε δεκτή στη σκέψη 27 της απόφασης Smit ( 6 ) όσον αφορά τον τομέα των μεταφορών.
Τέλος στη σκέψη 23 της απόφασης του Δικαστηρίου Jongeneel Kaas ( 7 ) το Δικαστήριο αποφάνθηκε « ότι τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να ασκούν πολιτική ποιότητας για να ενισχύουν τις πωλήσεις, ακόμα και αν η πολιτική αυτή εκθέτει τους παραγωγούς στον κίνδυνο ανταγωνισμού τιμών από τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι δεν υπόκεινται στις ίδιες ποιοτικές απαιτήσεις ».
Ας υπενθυμιστεί επίσης η απόφαση του Δικαστηρίου Peureux ( 8 ), στο διατακτικό της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι « ούτε το άρθρο 95 ούτε το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ αντιτίθεται στο να επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε εγχώριο προϊόν — ιδιαιτέρως σε ορισμένα αποστάγματα —, είτε το προϊόν αυτό υπόκειται σε εμπορικό μονοπώλιο είτε όχι, εσωτερικούς φόρους ανώτερους από αυτούς που επιβάλλονται στα παρόμοια εισαγόμενα προϊόντα των άλλων κρατών μελών ».
Εντούτοις, μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν εν προκειμένω η διάκριση σε βάρος των ιδίων υπηκόων πρέπει να αποδοκιμαστεί επειδή δεν προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της ολλανδικής νομοθεσίας, αφενός, και της νομοθεσίας των άλλων κρατών μελών αφετέρου, αλλά από την ολλανδική νομοθεσία και μόνο.
Στην προαναφερθείσα απόφαση Smit, το Δικαστήριο έκρινε πράγματι επίσης ότι « το άρθρο 7 της Συνθήκης αποβλέπει στην εξάλειψη των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας που μπορούν να προκύψουν από τη νομοθεσία ή τη διοικητική πρακτική νου ίδιου κράνους μέλους και όχι από τις διαφορές μεταχειρίσεως, οι οποίες προκύπτουν, για τις επιχειρήσεις των διαφόρων κρατών μελών, ελλείψει κοινής πολιτικής στον τομέα των μεταφορών, από την ανομοιότητα των εθνικών νομοθεσιών » ( σκέψη 27 ).
Όμως κατά τη γνώμη μου, ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση το επιχείρημα α ) που αναφέρθηκε πιο πάνω εξακολουθεί να ισχύει: δεν μπορεί να υπάρξει διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 7 όσο η διαφορετική μεταχείριση δεν στηρίζεται στην ιθαγένεια των προσώπων αλλά στον τόπο εγκαταστάσεως των επιχειρήσεων.
Αντιθέτως, στα ολλανδικά δικαστήρια εναπόκειται να εξετάσουν μήπως η επίμαχη ρύθμιση είναι αντίθετη προς τις αρχές της ολλανδικής έννομης τάξης.
Για να ολοκληρώσω θέλω ακόμη να επισημάνω ότι το γεγονός ότι τα δύο συστήματα προκύπτουν από τη νομοθεσία ενός και του ιδίου κράτους μέλους δεν συνεπάγεται εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη μου, ότι μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω το κριτήριο της απουσίας ενός « συνδετικού στοιχείου με οιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο » ( 9 ).
Πράγματι, οι καθού στην κύρια δίκη δεν ασκούν κριτική μόνο στη διάταξη της ολλανδικής νομοθεσίας που αναφέρεται στα προϊόντα που παρασκευάζονται και πωλούνται στις Κάτω Χώρες, αλλά στη διαφορά μεταξύ αυτού του σημείου της ολλανδικής νομοθεσίας και του συστήματος που αυτή προβλέπει σχετικά με τα εισαγόμενα προϊόντα. Όμως η εισαγωγή είναι αναμφισβήτητα « μία κατάσταση που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο ».
Ένα άλλο επιχείρημα που δεν μπορεί κατά την άποψη μου να γίνει δεκτό είναι το επιχείρημα που συνίσταται στο ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν έχει άμεση εφαρμογή. Το αντίθετο νομίζω ότι προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 10 ).
Επομένως, μόνο για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω υπό α ) και β ) προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει αρνητικά στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλαν τα δύο παραπέ-μποντα δικαστήρια.
Εντούτοις, ας μου επιτραπεί να κάνω μία τελευταία παρατήρηση.
Προφανώς, οι διακρίσεις σε βάρος των ιδίων υπηκόων δεν νοούνται μακροπροθέσμως στο πλαίσιο μιας πραγματικής κοινής αγοράς που οφείλει υποχρεωτικά να βασίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Οι διακρίσεις πρέπει να εξαφανιστούν μέσω της εναρμονίσεως των νομοθεσιών.
Αναμένοντας, πρέπει να υπάρξει μέριμνα ώστε να μη δοθεί στο άρθρο 30 μια τέτοια ερμηνεία, ώστε να είναι δυνατό ένα κράτος μέλος να βρεθεί ενώπιον του διλήμματος, είτε να προβεί σε διάκριση σε βάρος των ιδίων υπηκόων είτε να παραιτηθεί από την αποτελεσματική επιδίωξη ενός νομίμου στόχου γενικού συμφέροντος.
Εν συμπεράσματι, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν:
1)
Ρύθμιση τιμών η οποία δυνάμει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους εφαρμόζεται στις πωλήσεις προς τον τελικό καταναλωτή που γίνονται από λιανοπωλητές, οι οποίοι εδρεύουν στο εν λόγω κράτος μέλος, είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εισαγωγή που προβλέπεται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν για το εισαγόμενο προϊόν η εν λόγω ρύθμιση επιβάλλει ορισμένο περιθώριο συγκεκριμένου ποσού που προστίθεται στην τιμή αγοράς, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η τελική τιμή λιανικής πωλήσεως του εισαγόμενου προϊόντος πέρα από την ελάχιστη τιμή που καθόρισε το εν λόγω κράτος μέλος για τα εγχώρια προϊόντα.
2)
Νομοθετική διάταξη κράτους μέλους, με την οποία θεσπίζεται περιθώριο που αντιπροσωπεύει απλώς σχετικά περιορισμένο μέρος της τελικής τιμής λιανικής πωλήσεως, δεν είναι αντίθετη προς την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών που προβλέπεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον και καθόσον αυτή η διάταξη εφαρμόζεται κατά την πώληση προς τον τελικό καταναλωτή από λιανοπωλητή που είναι εγκατεστημένος στο εν λόγω κράτος μέλος, προϊόντος εισαχθέντος σε κατώτερη τιμή από την ελάχιστη τιμή που καθορίζεται από αυτό το κράτος μέλος, ενώ η πώληση του εγχωρίου προϊόντος υπό τις ίδιες συνθήκες απαγορεύεται κατά πάσαν περίπτωση.
3)
Ρύθμιση κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει την πώληση στον τελικό καταναλωτή από λιανοπωλητή, εγκατεστημένο σ' αυτό το κράτος μέλος, ορισμένου προϊόντος σε τιμή κατώτερη της καθορισμένης ελαχίστης τιμής, δεν είναι αντίθετη προς την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας που διατυπώνεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον η απαγόρευση πωλήσεως σε κατώτερη τιμή εφαρμόζεται ( πάντοτε ) στο εγχώριο προϊόν, αλλά δεν εφαρμόζεται στο εισαγόμενο προϊόν.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Βλέπε ιδίως την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1983, υπόθεση 181/82, Roussel Laboratorio κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή σ. 3849.
( 2 ) Βλέπε ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 229/83, Association des Centres distributeurs Edouard Leclerc και άλλοι κατά εταιρίας περιορισμένης ευθύνης « Au blé vert » και άλλων, Συλλογή 1985, σ. 1, σκέψη 23.
( 3 ) Απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1978, υπόθεση 82/77, Jurispr. α. 25.
( 4 ) Βλέπε προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση 75/81, Blesgen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1238. Βλέπε επίσης: G. Marenco: « Pour une interprétation traditionnelle de la notion de mesure d' effet équivalent à une restriction quantitative », Cahiers de droit européen, 1984, σ. 291 και επόμενες και ιδίως σ. 337.
( 5 ) Απόφαση της 3ης Ιουλίου, Van Dam, συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 185 έως 204/78, Rec. σ. 2361.
( 6 ) Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1983, Smit κατά Commissie Grensoverschrijdend Deroepsgoedcrenvervocr, υπόθεση 126/82, Συλλογή σ. 92.
( 7 ) Απόφαση της 7ης ΦεΡρουαρίου 1984, Jongeneel Kaas κατά Κάτω Χωρών, υπόθεση 237/83, Συλλογή σ. 505.
( 8 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, υπόθεση 86/78, Peureux κατά Services fiscaux de la Haute-Saône et du territoire de Belfort, Rec. σ. 915, σκέψεις 32,33, και διατακτικό.
( 9 ) Βλέπε απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982, συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 35 και 36/82, Morson et Jhanjan κατά Staat der Nederlanden, Συλλογή σ. 3736.
( 10 ) Βλέπε επίσης την απάντηση της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση 2338/82 του Bonde, EE C 177 της 4.7.1983, σσ. 13 και 14, που παραπέμπει στις 29 Οκτωβρίου 1980, υπόθεση 22/80, Boussac κατά Gerstenmeier, Rec. σ. 3427.
Full & Egal Universal Law Academy