ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 23ης Απριλίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
A —
Στις 24 Μαίου 1982 η προσφεύγουσα στην υπόθεση που απασχολεί σήμερα το Δικαστήριο κοινοποίησε, μέσω της θυγατρικής της Galvanor, στην Επιτροπή, σύμφωνα με την απόφαση 3302/81, πρόγραμμα επενδύσεων σχετικά με μία εγκατάσταση γαλβανισμού. Κατά την έννοια της αποφάσεως 234/84 « περί παρατάσεως του συστήματος επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα », πρόκειται για προϊόντα που υπάγονται στις κατηγορίες Ιγ και Ιδ, όπως ορίζονται στο άρθρο 1. Η λειτουργία της εγκαταστάσεως αυτής — ικανότητας παραγωγής 155000 τόνων ετησίως — προβλεπόταν για το δεύτερο τρίμηνο του 1984. Στην κοινοποίηση, ρητώς είχε αναφερθεί ότι η νέα εγκατάσταση θα αντικαθιστούσε την παραγωγή των δύο εγκαταστάσεων που σταμάτησαν τη λειτουργία τους ή έπρεπε να τη σταμάτησαν (δηλαδή της εγκαταστάσεως του Blagny με ικανότητα 60000 τόνων για προϊόντα της κατηγορίας Ιγ και της εγκαταστάσεως ελασματοποιήσεως εν ψυχρώ της Montataire με ικανότητα 400000 τόνων για προϊόντα της κατηγορίας Ιβ ).
Στις 10 Δεκεμβρίου 1983 η Επιτροπή εξέφερε για το ζήτημα αυτό γνώμη κατ' εφαρμογή του άρθρου 54 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Στη γνώμη αυτή ανέφερε ότι είχε λάβει υπόψη την παύση της λειτουργίας των δύο παραπάνω αναφερομένων εγκαταστάσεων και θεωρούσε, κατά συνέπεια, ότι το πρόγραμμα επενδύσεων ήταν « σύμφωνο με τους γενικούς στόχους της Κοινότητας ».
Μετά την έναρξη λειτουργίας της εγκαταστάσεως αυτής η οποία έγινε όπως είχε προβλεφθεί το δεύτερο τρίμηνο του 1984, η προσφεύγουσα προσπάθησε να επιτύχει συμπληρωματικές ποσοστώσεις παραγωγής στο πλαίσιο του γνωστού συστήματος των ποσοστώσεων για το χάλυβα. Στις 27 Απριλίου 1984 ζήτησε από την Επιτροπή τη χορήγηση συμπληρωματικών παραγωγών αναφοράς που ανήρχοντο για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ και 1δ σε 155000 τόνους κατ' έτος από το δεύτερο τρίμηνο του 1984, ποσό που θα κατανή-μετο με αναλογία 65 % για την κατηγορία Ιγ και 35 % για την κατηγορία Ιδ. Στην αίτηση αυτή υπήρχε αναφορά στη ρύθμιση που ίσχυε κατά την περίοδο εκείνη (συνεπώς — σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο — στην ισχύουσα ρύθμιση κατά την άνοιξη του 1983 ), πράγμα από το οποίο έπρεπε να συναχθεί ότι η αίτηση αναφερόταν για προσαρμογή κατ' εφαρμογή του άρθρου 15 της αποφάσεως 1696/82 που έχει αναφερθεί σε άλλες υποθέσεις (αλλά καταργήθηκε από το σύστημα ποσοστώσεων με την απόφαση 2177/83 της 28ης Ιουνίου 1983 ).
Στη συνέχεια επειδή η προσφεύγουσα ειδοποιήθηκε απλώς με έγγραφο ενός διευθυντού της Επιτροπής, που έφερε ημερομηνία 20 Ιουνίου 1984, για το ότι οι υπηρεσίες της διευθύνσεως « χάλυβας »« εξέταζαν την αίτηση της για να υποβάλουν πρόταση στην Επιτροπή », απευθύνθηκε εκ νέου, στις 5 Ιουλίου 1984, στην Επιτροπή. Ανέφερε ότι η εγκατάσταση γαλβανισμού άρχισε, όπως είχε προβλεφθεί, τη λειτουργία της. Τόνιζε ότι, δεδομένου ότι οι ποσοστώσεις δεν είχαν προσαρμοστεί εγκαίρως, είχαν ήδη γίνει υπερβάσεις κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1984, ενώ δεν είχε πραγματοποιηθεί καμία συναλλαγή ή αγορά · και ζητούσε, για να αποφύγει να καταδικαστεί στην καταβολή προστίμων, « να επιτραπεί κατ' εξαίρεση ο καταλογισμός της παραγωγής αυτής στις ποσοστώσεις της τρίτης εγκαταστάσεως γαλβανισμού » ( κατά συνέπεια στις αναμενόμενες συμπληρωματικές ποσοστώσεις ).
Οι προσπάθειες της προσφεύγουσας υπήρξαν, όπως είναι γνωστό, μάταιες. Συνήγαγε από μια ανακοίνωση της 31ης Δεκεμβρίου 1984, η οποία στηριζόταν στην απόφαση 234/84 και αναφερόταν στο πρώτο τρίμηνο του 1985 ότι οι ετήσιες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς για το 1985 είχαν καθοριστεί στο ίδιο ποσό με το ποσό που ίσχυε κατά το έτος 1984. Αυτό προέκυπτε από σύγκριση προς την ανακοίνωση της 23ης Μαΐου 1984 που αναφερόταν στα δύο πρώτα τρίμηνα του 1984. Το ίδιο ίσχυε και για μια ανακοίνωση της 20ής Φεβρουαρίου 1985, που καθόριζε ποσόστωση παραγωγής λίγο υψηλότερη μόνο για το πρώτο τρίμηνο του 1985, δεδομένου ότι η απόφαση 313/85 της 6ης Φεβρουαρίου 1985 τροποποίησε το ποσοστό μειώσεως για την κατηγορία Ιγ' κατά τα λοιπά οι ποσοστώσεις παραγωγής και παραδόσεως παρέμειναν εκείνες που ήδη είχαν αναφερθεί στην ανακοίνωση της 31ης Δεκεμβρίου 1984.
Αυτή η πραγματική κατάσταση οδήγησε για πρώτη φορά την προσφεύγουσα να υποβάλει στο Δικαστήριο το πρόβλημα της αυξήσεως των ποσοστώσεων παραγωγής που οφειλόταν στην έναρξη λειτουργίας της νέας εγκαταστάσεως γαλβανισμού ασκώντας προσφυγή που περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Απριλίου 1985 (υπόθεση 81/85). Τα αιτήματα που υπέβαλε στο πλαίσιο αυτό είναι τα εξής (περιοριζόμαστε στη διατύπωση που αναφέρεται στην απάντηση):
α)
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 1985 καθόσο αρνείται στην προσφεύγουσα συμπλήρωμα-; τικές ποσοστώσεις αναφοράς για τα προϊόντα των κατηγοριών Ιγ και Ιδ·
β)
να κρίνει ότι η σιωπή των αποφάσεων 2177/83 και 234/84 ως προς τις δυνατότητες προσαρμογής των αναφορών πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι αφορούν μόνο τις νέες επενδύσεις αποκλείοντας τις επενδύσεις που είχαν αρχίσει υπό το κράτος της προηγουμένης ρυθμίσεως κατόπιν ευνοϊκής αποφάσεως της Επιτροπής·
γ)
επικουρικά ( σε περίπτωση απορρίψεως του προηγουμένου αιτήματος) να αναγνωρίσει την έλλειψη νομιμότητας της απόφασης 234/84 κατά το μέτρο που κατήργησε τις δυνατότητες χορηγήσεως συμπληρωματικών αναφορών που υπήρχαν υπό το κράτος της αποφάσεως 1696/82 ή δεν προέβλεψε μεταβατικές διατάξεις·
δ)
να κρίνει παραδεκτό το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα και να επιφυλαχθεί να αποφασίσει επ' αυτού σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
Πριν από την άσκηση της προσφυγής στην υπόθεση 81/85, ο συντάκτης του παραπάνω εγγράφου της 20ής Ιουνίου 1984 απέστειλε, στις 18 Μαρτίου 1985, άλλο έγγραφο στην προσφεύγουσα (το οποίο αναφερόταν στο προηγούμενο έγγραφο). Αφενός, ετίθετο ζήτημα αποτυχίας μπροστά στην ομόφωνη αντίθεση των μελών του Eurofer (μέλος της οποίας είναι η προσφεύγουσα ) επί προτάσεως της Επιτροπής για την τροποποίηση της αποφάσεως 234/84, η οποία θα επέτρεπε την επίλυση των προβλημάτων της προσφεύγουσας, διότι προέβλεπε συγκέντρωση των κατηγοριών Ιγ και Ιδ και αύξηση των παραγωγών αναφοράς. Αφετέρου, η Επιτροπή εφιστούσε την προσοχή επί της αποφάσεως 470/85 της 25ης Φεβρουαρίου 1985 περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 234/84 (επέτρεπε συμπληρωματικές ποσοστώσεις για την κατηγορία Ιδ ) και προέτρεπε την προσφεύγουσα να της υποβάλει αίτηση κατά την έννοια αυτή (πράγμα το οποίο η προσφεύγουσα προφανώς έπραξε και — όπως αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας — με επιτυχία). Εξάλλου, η προσφεύγουσα έλαβε στις 29 Μαρτίου 1985 έγγραφο του κυρίου Narjes, αντιπροέδρου της Επιτροπής. Το έγγραφο αυτό επαναλαμβάνει, αφενός, κατ' ουσία τις επεξηγήσεις που αφορούσαν την πρόταση αποφάσεως της Επιτροπής κατά το τέλος του 1984 και της απόφασης 470/85. Αφετέρου, τόνιζε — ως προς την έναρξη λειτουργίας της νέας εγκαταστάσεως γαλβανισμού της προσφεύγουσας και τις ποσοστώσεις παραγωγής της κατηγορίας Ιγ που η τελευταία έκρινε ανεπαρκείς — ότι οι αποφάσεις 2177/83 και 234/84 δεν προέβλεπαν πλέον τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων λόγω ενάρξεως λειτουργίας εγκαταστάσεως υπό το κράτος της ισχύος τους.
Η προσφεύγουσα διακρίνοντας στο έγγραφο αυτό ρητή απόρριψη της αιτήσεως της της 27ης Απριλίου 1984 άσκησε δεύτερη προσφυγή (υπόθεση 119/85) με τα ακόλουθα αιτήματα — στηριζόμαστε εκ νέου στη διατύπωση της απάντησης:
α)
να ακυρώσει την απόφαση της 29ης Μαρτίου 1985 και, εφόσον είναι αναγκαίο, το έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1985, καθόσον με τις αποφάσεις αυτές η Επιτροπή αρνείται να χορηγήσει στην προσφεύγουσα συμπληρωματικές ποσοστώσεις αναφοράς για τα προϊόντα των κατηγοριών Ιγ και Ιδ·
β )
να κρίνει με τον ίδιο τρόπο όπως αναφέρθηκε υπό στοιχείο β) στα αιτήματα της στην υπόθεση 81/85 ( βλέπε ανωτέρω )·
γ)
εφόσον είναι αναγκαίο, να αναγνωρίσει την έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων 2177/83 και 234/84 διότι, χωρίς να περιέχουν μεταβατικές διατάξεις, δεν προβλέπουν ρητώς δυνατότητες χορηγήσεως συμπληρωματικών αναφορών για τα προϊόντα κατηγοριών Ιγ και Ιδ που υπήρχαν υπό το κράτος των προηγουμένων αποφάσεων·
δ)
να κρίνει παραδεκτό το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη η προσφεύγουσα, όπως διατυπώθηκε παραπάνω υπό στοιχείο δ) επίσης στην υπόθεση 81/85.
Όπως γνωρίζει το Δικαστήριο, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι προσφυγές αυτές είναι κατά πρώτο απαράδεκτες. Επικουρικά, ζητεί να απορριφθούν ως αβάσιμες.
Β — Στη διαφορά αυτή πρέπει, κατά την άποψη μας, να υιοθετηθεί η εξής θέση.
Ι — Επί του παραδεκτού της προσφυγής
1. Προσφυγή σνην υπόθεση 81/85
α)
Η προσφυγή αυτί] έχει ως κύριο αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της 20ής Φεβρουαρίου 1985 κατά το μέτρο που η τελευταία αρνείται στην προσφεύγουσα τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων για τα προϊόντα των κατηγοριών Ιγ και Ιδ.
Η προσφυγή αυτή στηρίζεται — μεταξύ άλλων — στην άποψη σύμφωνα με την οποία η απόφαση 234/84 ( όπως και η προηγούμενη από αυτή) παρανόμως παρέλειψε να προβλέψει, όπως προέβλεπε το άρθρο 15 της αποφάσεως 1696/82, τη δυνατότητα προσαρμογής της παραγωγής αναφοράς των επιχειρήσεων που δεν είχαν λάβει αρνητική γνώμη της Επιτροπής ενόψει νέας εγκαταστάσεως παραγωγής και που είχαν αρχίσει την πραγματοποίηση του προγράμματος επενδύσεων που ήταν ακόμη σύμφωνο υπό το κράτος της αποφάσεως 1696/82.
Κατά την καθής, η προσφεύγουσα έπρεπε να επικαλεστεί το περιστατικό αυτό αμέσως αφότου έλαβε γνώση της αποφάσεως 2177/83 αλλά δεν μπορεί, αφού παρέλειψε να ενεργήσει εγκαίρως, να επανέλθει το 1985 μέσω του ελέγχου αποφάσεως προσδιορισμού ποσοστώσεων που είναι απολύτως φυσιολογικοί. Εξάλλου, κατά την καθής, είναι εν πάση περιπτώσει αποφασιστικό το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, όταν η αίτηση της της 27ης Απριλίου 1984 δεν κατέληξε σε καμία θετική απόφαση εντός της ταχθείσης προθεσμίας.
Η προσφεύγουσα ανασκευάζει την άποψη αυτή αναφέροντας κατά πρώτο το περιορισμένο δικαίωμα προσφυγής που έχουν οι επιχειρήσεις κατά γενικών αποφάσεων στο πλαίσιο του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εξάλλου, αμφισβητεί το γεγονός ότι η αίτηση της, της 27ης Απριλίου 1984, είχε ως αποτέλεσμα, ελλείψει «οχλήσεως », να τρέχουν οι προθεσμίες του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Εξάλλου, αντιτάσσει στην Επιτροπή ότι η τελευταία αυτή της είχε υποσχεθεί στις 20 Ιουνίου 1984 να εξετάσει την αίτηση της. Δεδομένου ότι η πείρα αποδεικνύει ότι η εξέταση των αιτήσεων αυτών είναι χρονοβόρα (όπως το αποδεικνύει, μεταξύ άλλων, η απόφαση που εκδόθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1986 επ' αφορμή της αιτήσεως που στηρίζεται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, της αποφάσεως 234/84), δεν μπορεί, κατά την άποψη της, να βασίζεται κανείς στην αρχή ότι εντός δύο μηνών υπήρξε απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως της. Μια τέτοια — σιωπηρή — απόρριψη υπάρχει μάλλον στην απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1985 ( διότι η απόφαση αυτή ανέφερε πάλι τις παραγωγές αναφοράς της προσφεύγουσας για το έτος 1984 χωρίς να τις απορρίψει). Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αντέδρασε στην απόφαση αυτή εμπροθέσμως ασκώντας προσφυγή, όπως και στα υπόλοιπα επίσης ασκώντας άλλη προσφυγή στην υπόθεση 119/85 όταν, στις 29 Μαρτίου 1985, η αίτηση της απορρίφθηκε ρητώς.
αα)
Κατά την εκτίμηση του αμφισβητούμενου αυτού σημείου κλίναμε καταρχάς στη σκέψη ότι η άποψη της Επιτροπής που στηρίζεται ουσιαστικά στη μη εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής κατά των γενικών αποφάσεων 2177/83 και 234/84 ήταν πειστική ειδικά διότι ήταν δυνατό να συναχθεί από την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας ότι ο περιορισμός του δικαιώματος προσφυγής που αναφέρεται στο άρθρο 33, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν έχει καμιά επίπτωση σε περίπτωση όπως η συγκεκριμένη ( πράγματι, η προσφεύγουσα ισχυριζόταν ότι είχε παραλειφθεί η λήψη ιδιαιτέρων μεταβατικών διατάξεων ακριβώς στο πλαίσιο των περιστατικών που αφορούσαν την περίπτωση της, πράγμα το οποίο είναι δυνατό χωρίς δυσχέρεια να υπαχθεί στην έννοια της « καταχρήσεως εξουσίας ως προς αυτήν»).
Πάντως, πρέπει να γίνει αναφορά, αφενός, στο γεγονός ότι — σύμφωνα με την απάντηση — η κύρια άποψη της προσφεύγουσας συνίσταται στο ότι πρέπει για να υπάρχει ακρίβεια να ερμηνευτούν οι εν λόγω γενικές αποφάσεις υπό την έννοια ότι επέτρεπαν (ακόμη και χωρίς σχετικές ρητές διατάξεις) την προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς σύμφωνα με το παράδειγμα του άρθρου 15 της απόφασης 1696/82 σε περιπτώσεις όπως είναι η περίπτωση της προσφεύγουσας' δεν πρόκειται συνεπώς καθόλου για αμφισβήτηση των γενικών αυτών διατάξεων ούτε για διαπίστωση της ελλείψεως νομιμότητας τους. Πάντως, κατά το μέτρο που το προηγούμενο επιχείρημα προβλήθηκε επικουρικά για την περίπτωση που οι γενικές αποφάσεις θα είχαν ερμηνευτεί διαφορετικά, πρέπει να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι μια τέτοια ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προβλήθηκε κατά γενικών αποφάσεων — δεν πρόκειται για τίποτε διαφορετικό — μπορεί να απορριφθεί παραπέμποντας στο γεγονός ότι οι γενικές αποφάσεις δεν προσβλήθηκαν εμπροθέσμως. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία είναι δυνατό,προς στήριξη προσφυγής κατά ατομικής αποφάσεως, να γίνει επίκληση της ελλείψεως νομιμότητας γενικής αποφάσεως επί της οποίας στηρίζεται η ατομική απόφαση ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της αμφισβητούμενης γενικής αποφάσεως (βλέπε αποφάσεις που εκδόθηκαν στις υποθέσεις 9/56, 10/56 και 15/57) ( 1 ).
Εξάλλου, αντίθετα με την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή, είναι δυσχερές να αμφισβητηθεί ότι υπάρχει « κατευθείαν νομικός δεσμός ( κατά την έννοια της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση 21/64 ( 2 ), Sig. 1965, σ. 259 ) μεταξύ της απορριπτικής αποφάσεως επί της αιτήσεως της προσφεύγουσας και της γενικής αποφάσεως 234/84 — η οποία δήθεν περιείχε ελάττωμα — διότι, σύμφωνα με την άποψη που προβλήθηκε από την προσφεύγουσα επικουρικώς, υπήρξε απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως της, διότι η απόφαση 234/84 δεν περιείχε, αντίθετα με το άρθρο 15 της αποφάσεως 1696/82, καμία ρήτρα προσαρμογής.
ββ)
Πάντως δεν υπάρχει για μας καμιά αμφιβολία ότι η Επιτροπή έχει δίκαιο να αναφέρει το γεγονός ότι η προσφυγή δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως — το σημείο ενάρξεως της προθεσμίας τοποθετείται στην υποβολή της αιτήσεως στο μήνα Απρίλιο 1984.
—
Στο πλαίσιο αυτό μας φαίνεται κατά πρώτον δυσχερώς αμφισβητήσιμο το ότι το έγγραφο της προσφεύγουσας της 27ης Απριλίου 1984 το περιεχόμενο του οποίου εξετάσαμε παραπάνω συνιστά έγκυρη υποβολή κατά το άρθρο 35 της ΕΚΑΧ. Η προσφεύγουσα ζητεί σαφώς με το έγγραφο αυτό την έκδοση αποφάσεως υπέρ αυτής και το γεγονός ότι δεν αναφέρεται σχετικά ρητώς σε καμία διάταξη νόμου δεν μπορεί να έχει κάποια συνέπεια, διότι η παραπομπή σε διατάξεις σχετικές με αύξηση της παραγωγής αναφοράς που ίσχυαν όταν άρχισε η πραγματοποίηση του προγράμματος επενδύσεων μπορεί να θεωρηθεί ως αναφορά επαρκώς σαφής στο άρθρο 15 της αποφάσεως 1696/82. Κατά την άποψη μας, η Επιτροπή πληροφορήθηκε κατά τον τρόπο αυτό με επαρκή σαφήνεια ( κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση 17/57, Sig. 1958-1959 σ. 27 ( 3 ) ) ότι η ενδεχόμενη παράλειψη της μπορούσε να στοιχειοθετήσει προσφυγή. Το σύστημα που προέβλεψε η Συνθήκη δεν επιβάλλει προφανώς άλλη « όχληση ». Κάνοντας δεκτό ότι η όχληση είναι αναγκαία, είναι δυνατό να σκεφθεί κανείς σχετικά το έγγραφο υπομνήσεως που απέστειλε η προσφεύγουσα στις 5 Ιουνίου 1984 το οποίο αναφέραμε ήδη παραπάνω ( από την αποστολή του οποίου η άσκηση της προσφυγής δεν έγινε πάντως εμπροθέσμως ).
—
Είναι επίσης προφανές ότι η απόφαση την οποία ζήτησε η προσφεύγουσα δεν εκδόθηκε εντός δύο μηνών που έπονται της αιτήσεως της. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με το σύστημα εννόμου προστασίας της Συνθήκης, ότι μια σιωπηρή απορριπτική απόφαση θεωρείται ότι εκδόθηκε κατά την ημερομηνία αυτή και ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκηθεί εντός του μηνός που ακολουθεί ( πράγμα που μας οδηγεί στη συγκεκριμένη περίπτωση στο καλοκαίρι 1984 και όχι στην άνοιξη 1985 ). Είναι δυνατό εύκολα να συναχθεί από τις εκδοθείσες αποφάσεις στις συνεκ-δικαζόμενες υποθέσεις 42 και 49/59 ( 4 ) ( Sig. 1961, σ. 156 και επ.) και 81/83 ( 5 ) (Συλλογή 1984, σ. 2962) ότι το άρθρο 35 της Συνθήκης Ε Κ ΑΧ πρέπει πραγματικά να ερμηνευτεί κατά την έννοια αυτή.
—
Αντίθετα, όταν η προσφεύγουσα παραπέμπει σε έγγραφο διευθυντή της Επιτροπής, που φέρει ημερομηνία 20 Ιουνίου 1984, με το οποίο γίνεται δεκτή η εξέταση, που έπρεπε υποχρεωτικά να είναι μακροχρόνια, είμαστε σύμφωνοι με την Επιτροπή ότι το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να συνεπάγεται παράταση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ενόψει της αιτήσεως της προσφεύγουσας, η οποία μόνο μας ενδιαφέρει προς το παρόν.
Κατά πρώτο λόγο έτσι πρέπει ασφαλώς να γίνει αντιληπτή η απόφαση στην υπόθεση 42/58 ( 6 ) (Sig. 1958-1959, σ. 419) στην οποία, επ' ευκαιρία εγγράφου του διευθυντή του τμήματος « Αγορά » της Ανωτάτης Αρχής με το οποίο δήλωνε ότι το ζήτημα εξεταζόταν, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το έγγραφο αυτό δεν συνιστούσε απόφαση κατά την έννοια της Συνθήκης και ότι υπήρχε συνεπώς σιωπηρή απορριπτική απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 35 ( κατά την ίδια έννοια η απόφαση στην υπόθεση 49/59, Sig. 1961, σ. 156). Στο ζήτημα αυτό η νομολογία που ισχύει για τις προσφυγές υπαλλήλων δέχεται με ιδιαίτερα σαφή τρόπο ότι η μη έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως που υποβλήθηκε ή η έλλειψη απαντήσεως σε ένσταση παράγουν κατά τη λήξη ορισμένων συγκεκριμένων προθεσμιών έννομα αποτελέσματα τα οποία πρέπει στη συνέχεια να στηρίξουν αγωγή εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Επ' αυτού, το Δικαστήριο τόνισε χωρίς πιθανή αμφισβήτηση ότι η πάροδος της προθεσμίας ισοδυναμεί με σιωπηρή απορριπτική απόφαση· η τελευταία αυτί] απόφαση πρέπει να προσβληθεί. Πάντως, μια παρεμπίπτουσα απόφαση με την οποία ζητείται από τον αιτούντα να έχει υπομονή ή υπόσχεται μελέτη του θέματος δεν πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη παρατάσεως της προθεσμίας προσφυγής, διότι — προς το συμφέρον της ασφάλειας του δικαίου — τα μέρη δεν μπορούν να διαθέτουν την προθεσμία αυτή κατά το δοκούν ( κατά την έννοια αυτή οι αποφάσεις στις υποθέσεις 12/65, 52/64, 79/70 και 40/71 ( 7 ) ).
Μέσα σ' αυτή την αλληλουχία νομίζω ότι έχει κυρίως σημασία το γεγονός ότι η υπόσχεση μελέτης δεν αναφερόταν — κατά τρόπο που είναι απολύτως σαφής εκ μέρους της προσφεύγουσας — στην αίτηση που υποβλήθηκε με το έγγραφο με το οποίο είχε υποβάλει στην Επιτροπή την υπόθεση (χορήγηση ουμπληρωμα-νικών παραγωγών αναφοράς λόγω της λειτουργίας νέας εγκαταστάσεως σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις κατά την έναρξη των εργασιών). Για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τα περιστατικά που δεν αμφισβητούνται και γνώριζε η προσφεύγουσα (το άρθρο 15 της αποφάσεως 1696/82 σκοπίμως δεν είχε επαναληφθεί στη ρύθμιση που θεσπίστηκε στη συνέχεια) μια μελέτη αρκετά μεγάλης διαρκείας δεν ήταν αναγκαία. Επρόκειτο μάλλον — σύμφωνα με τις επεξηγήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας — για εξέταση αν ήταν δυνατό να ενισχυθεί η προσφεύγουσα μέσω ισχυουσών ευελίκτων διατάξεων (όπως η διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως 234/88 που επέτρεπε τη μεταφορά ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση που θα έκλειναν εγκαταστάσεις) και ιδιαίτερα για μελέτη του προβλήματος της τροποποιήσεως του ισχύοντος συστήματος για τις γαλβανισμένες λαμαρίνες ( δηλαδή τη συγχώνευση των κατηγοριών Ιγ και Ιδ και τον καθορισμό νέων πιο ευνοϊκών παραγωγών αναφοράς για την κατηγορία που δημιουργήθηκε κατά τον τρόπο αυτό). Τέλος, διαπραγματεύσεις διεξάγονταν ήδη όταν η προσφεύγουσα υπέβαλε την αίτηση της (το δέχεται ρητώς στην απάντηση στην υπόθεση 119/85)' οι διαπραγματεύσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 29ης Νοεμβρίου 1984, καθώς και ένα σχέδιο αποφάσεως της 21ης Δεκεμβρίου 1984 (το οποίο στην πραγματικότητα δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα κατά τρόπο ώστε φθάσαμε στο τέλος να μη δημιουργηθεί — στην απόφαση 470/85 — παρά ένα σύστημα μερικώς νέο, που επέτρεπε συμπληρωματικές ποσοστώσεις μόνο για την κατηγορία Ιδ ).
Πάντως, όταν η προσφεύγουσα προτίμησε να εγκαταλείψει την αρχική της αίτηση για να περιμένει την κατάληξη — αβέβαιη — των άλλων ενεργειών που αναφέρθηκαν, δεν της ήταν ασφαλώς δυνατό, δεδομένου ότι η κατάσταση ήταν οριστικά ξεκαθαρισμένη και η προθεσμία που ίσχυε είχε λήξει, να επανέλθει στην πρώτη της αίτηση, δηλαδή στη χορήγηση συμπληρωματικών παραγωγών αναφοράς σύμφωνα με το παράδειγμα των διατάξεων του παλαιοτέρου συστήματος που ίσχυε.
—
Τέλος πρέπει επίσης να τονιστεί ότι ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη της προσφεύγουσας σε σχέση με τα αποτελέσματα του εγγράφου της 20ής Ιουνίου 1984 ( αν συνεπώς γίνει δεκτό ότι ανέμενε ευλόγως την ανακοίνωση των παραγωγών αναφοράς που θα ίσχυαν για το 1985 — πράγμα που προφανώς συνιστά, κατά την άποψη της, την ανώτατη διάρκεια εξετάσεως), είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως. Πράγματι, η απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1985 (επί της οποίας στηρίζεται η προσφεύγουσα) δεν ήταν η πρώτη πράξη από την οποία μπορούσε να συναγάγει ότι οι παραγωγές αναφοράς δεν θα μπορούσαν να τροποποιηθούν (και συνεπώς ότι η αίτηση που υπέβαλε για την προσαρμογή θα απορριπτόταν). Αυτό συναγόταν αντίθετα ήδη από την πρώτη απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 1984 που αναφερόταν στο πρώτο τρίμηνο του 1985 ( παράρτημα 2 της προσφυγής ). Συνεπώς κατά το χρονικό αυτό σημείο έπρεπε το αργότερο να αντιδράσει στην απόφαση αυτή και όχι να περιμένει την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1985 (η οποία αντικαθιστά ασφαλώς την πρώτη απόφαση που αναφέρθηκε, αλλά δεν τροποποιεί παρά μόνο τα ποσοστά μειώσεως για την κατηγορία Ιγ, ενώ ως προς άλλα σημεία — μεταξύ των οποίων και εκείνα που αφορούν τις παραγωγές αναφοράς — επιβεβαιώνει μόνο τα δεδομένα της 31ης Δεκεμβρίου 1984).
γγ)
Κατά συνέπεια δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι η κύρια αίτηση πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη λόγω εκπροσθέσμου ασκήσεως.
β )
Η Επιτροπή επίσης αμφισβήτησε την προσφυγή περί αναγνωρίσεως (ή ερμηνείας) που αναφερόταν στις γενικές αποφάσεις 2177/83 και 234/84 με την οποία ζητείται επικουρικώς να αναγνωριστεί η έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων αυτών. Θεωρεί, πράγματι, σε σχέση με την προσφυγή περί αναγνωρίσεως ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί αντικαθιστώντας την Επιτροπή να κάνει να αναβιώσει μέσω της ερμηνείας το άρθρο 15 της αποφάσεως 1696/82 ούτε να δώσει οδηγίες στην Επιτροπή να επανεισάγει αναδρομικά μια διάταξη που δεν βρίσκεται στην απόφαση 234/84. Ενόψει του επικουρικού αιτήματος, έχει την άποψη ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί εγκύρως να προβάλει την ένσταση ελλείψεως νομιμότητος των αποφάσεως αυτών, διότι δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι οι γενικές αποφάσεις αποτέλεσαν τη νομική βάση της ατομικής αποφάσεως που προσβάλλεται κατά το μέτρο που η τελευταία αρνείτο να τροποποιήσει την παραγωγή αναφοράς, συνεπώς δεν υπάρχει κατευθείαν σχέση μεταξύ της ατομικής αποφάσεως, η οποία δεν είναι στην ουσία παρά εφαρμογή, ούτως ειπείν αυτόματη, του συστήματος των ποσοστώσεων, και της ελλείψεως διατάξεων προσαρμογής στις γενικές αποφάσεις.
αα)
Έχουμε την πεποίθηση ότι είναι σαφές το γεγονός ότι τα δύο παραπάνω αιτήματα — τα οποία έχουν διαμορφωθεί ως ανεξάρτητα αιτήματα — δεν μπορούν να θεωρηθούν παραδεκτά.
Είναι προφανές ότι το σύστημα της εννόμου προστασίας που περιέχεται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, το οποίο απαριθμεί μόνο σαφώς συγκεκριμένους τύπους προσφυγών, δεν περιλαμβάνει το αίτημα με το οποίο ζητείται η αναγνώριση ορισμένης ερμηνείας νομοθετικής διατάξεως και είναι επίσης προφανές ότι το άρθρο 31 που αναφέρει η προσφεύγουσα, το οποίο δεν περιέχει γενικό ορισμό των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση για αίτημα περί αναγνωρίσεως.
Εξάλλου, ως προς το επικουρικό αίνημα, πρέπει να λεχθεί ότι ως αίτημα ανεξάρτητο έπρεπε να θεωρηθεί απαράδεκτο, διότι υποβλήθηκε εκπροσθέσμως.
ββ )
Αντιθέτως, αν πρέπει να ληφθεί ως βάση η σκέψη — πράγμα το οποίο είναι ιδιαίτερα εύκολο να γίνει αντιληπτό για το επικουρικό αίτημα — ότι στην περίπτωση των δύο αιτημάτων που αναφέρθηκαν πρόκειται στην πραγματικότητα για μέσα που έχουν ως σκοπό να υποστηρίξουν το κύριο αίτημα ( συνεπώς την αιτιολόγηοη της προοφυγής), δεν παραμένει παρά το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει πλέον τώρα λόγος να εξεταστούν δεδομένου ότι το κύριο αίτημα δεν είναι — όπως είδαμε — παραδεκτό.
γ)
Τέλος, ως προς το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που προκλήθηκε, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η διατύπωση που έχει επιλεγεί στην προσφυγή δεν εμφανίζει με τρόπο πολύ σαφή αν το αίτημα κατά την έννοια αυτή έχει ήδη υποβληθεί ή αν θα υποβληθεί εκ των υστέρων ( πράγμα το οποίο ασφαλώς θα απήλλασσε το Δικαστήριο από το να το εξετάσει τώρα ).
Αν η πρώτη υπόθεση είναι η ορθή, πράγμα το οποίο ενισχύει η παρατήρηση που αναφέρεται στην απάντηση σύμφωνα με την οποία το αίτημα αυτό υποβάλλεται « à titre conservatoire et pour faire l'économie d'une nouvelle procédure » ( επικουρικά και προς αποφυγή νέας δίκης ), μπορούμε να παραπέμψουμε για το θέμα αυτό στις προτάσεις μας στις υποθέσεις 63 και 147/84 ( 8 ) στις οποίες έχουμε ήδη πει ό,τι ήταν αναγκαίο σχετικά με παρόμοια κατάσταση. Πράγματι, το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ορίζει σαφώς ότι δεν μπορεί να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως παρά μόνο αν η Επιτροπή δεν λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα κατόπιν αποφάσεως περί ακυρώσεως ή αναγνωρίσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει πταίσμα που μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας. Συνεπώς, ένα αίτημα αποκαταστάσεως που διατυπώνεται ταυτόχρονα με αίτημα ακυρώσεως είναι ασφαλώς πρόωρο και, κατά συνέπεια, απαράδεκτο.
Επιπλέον, φαίνεται άτοπο να ερμηνευτεί το αίτημα αυτό υπό την έννοια ότι αφορά διαπίστωση του γεγονότος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση οφείλεται σε πταίσμα που μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας. Πράγματι, αν — όπως έχουμε δείξει — η προσφυγή ακυρώσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδεκτή, δεν υπάρχει καμία δυνατότητα να διαπιστωθεί γενικά ότι υπάγεται στο πλαίσιο του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
δ)
Για το λόγο αυτό, όπως προτείνει η Επιτροπή, η προσφυγή στην υπόθεση 81/85 πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους της δεδομένου ότι είναι απαράδεκτη.
2. Η προσφυγή ανψ υπόθεση 119/85
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των σκέψεων που προηγούνται μπορούμε να είμαστε σύντομοι σχετικά με την προσφυγή αυτή.
α)
Ως προς το κύριο αίτημα ( αίτημα ακυρώσεως, βλέπε παραπάνω σ. 1780), αρκεί να παρατηρήσουμε ότι μία απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως της προσφεύγουσας με την οποία ζητούσε τη χορήγηση συμπληρωματικών παραγωγών αναφοράς θεωρείται ότι εκδόθηκε δύο μήνες μετά την υποβολή της αιτήσεως στην Επιτροπή (δηλαδή τέλος Ιουνίου 1984), αλλά το αργότερο κατόπιν της ανακοινώσεως που περιεχόταν στην απόφαση της 31ης Δεκεμβρίου 1984 σχετικά με τις παραγωγές αναφοράς που θα ίσχυαν για το έτος 1985 ( αν δεν θεωρηθεί ήδη ότι οι ανακοινώσεις ποσοστώσεων για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1984 έχουν σημασία). Οι αποφάσεις που αναφέρονται στο ίδιο αντικείμενο οι οποίες εκδόθηκαν μεταγενέστερα δεν μπορούν συνεπώς να θεωρηθούν παρά μόνο ως πράξεις σαφώς επιβεβαιωτικές οι οποίες — ελλείψει νέων γεγονότων — δεν μπορούν να προκαλέσουν εκ νέου έναρξη νέων προθεσμιών. Αυτό συνάγεται σαφώς από τη νομολογία που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλέπε απόφαση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 7 και 9/54 ( 9 ): στην υπόθεση αυτή μετά τη λήξη της προθεσμίας προσφυγής του άρθρου 35 είχε εκδοθεί μια ρητή απορριπτική επίσης απόφαση). Η νομολογία που ισχύει στα θέματα του δικαίου της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων είναι επίσης εδώ ενδιαφέρουσα ( απόφαση στις υποθέσεις 24/69 ( 10 ) και 79/70 ).
Το αίτημα περί ακυρώσεως των αποφάσεων της 18ης και 29ης Μαρτίου 1985 κατά το μέτρο που με τις αποφάσεις αυτές η Επιτροπή αρνείται στην προσφεύγουσα τη χορήγηση συμπληρωματικών αναφορών για τα προϊόντα των κατηγοριών Ιγ και Ιδ δεν είναι ασφαλώς, κατά συνέπεια, παραδεκτή. Για το λόγο αυτό, είναι δυνατό να αφεθεί σε εκκρεμότητα το ζήτημα αν τα έγγραφα που αναφέρονται έχουν πράγματι χαρακτήρα αποφάσεως ή αν — όπως θεωρεί η Επιτροπή — υπάρχει λόγος αμφισβητήσεως γιατί δεν περιέχουν παρά μόνο πληροφορίες αποκλειστικά χορηγηθείσες προς το συμφέρον της προσφεύγουσας (και οι οποίες εξάλλου, στην περίπτωση του εγγράφου της 18ης Μαρτίου 1985, δεν προερχόταν από την Επιτροπή, αλλά απλώς από έναν ανώτερο υπάλληλο ).
β)
Σχετικά με τα άλλα αιτήματα που αντιστοιχούν στα αιτήματα της υποθέσεως 81/85, παραπέμπουμε στις επεξηγήσεις που τα αφορούν.
3.
2ε τελική ανάλυση πρέπει να γίνει δεκτό ón οι δύο προσφυγές πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
II — Επί του βάσιμου
Δεδομένου ότι το συμπέρασμα στο οποίο μας οδήγησε η έρευνα του παραδεκτού των προσφυγών είναι σαφές, θα μπορούσαμε πράγματι να μην προβούμε στην εκτίμηση, επικουρικώς, του βάσιμου των προσφυγών. Πάντως, φαίνεται σκόπιμο να εκφραστεί με μερικά λόγια επίσης η άποψη μας σχετικά με το θέμα αυτό.
1.
Πρέπει πρώτα να εξεταστεί το ζήτημα που λογικά βρίσκεται πρώτο στην επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, δηλαδή: η άρνηση χορηγήσεως συμπληρωματικής παραγωγής αναφοράς είναι παράνομη, διότι η απόφαση 234/84 ( όπως και η προηγούμενη απόφαση ) πρέπει, για να είναι ακριβής, να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι μια δυνατότητα προσαρμογής της παραγωγής αναφοράς παρέμεινε στις περιπτώσεις στις οποίες η πραγματοποίηση ενός προγράμματος επενδύσεων άρχισε υπό το κράτος ενός συστήματος ποσοστώσεων το οποίο — όπως η απόφαση 1696/82 — επέτρεπε μια τέτοια προσαρμογή.
Κατά τη γνώμη μας, η άποψη αυτή δεν πρέπει προφανώς να γίνει δεκτή. Μια σύγκριση της αποφάσεως 1696/82 με τις αποφάσεις που ακολούθησαν δείχνει σαφέστατα ότι οι τελευταίες αυτές δεν περιέχουν ρήτρα προσαρμογής που αντιστοιχεί στην επιθυμία της προσφεύγουσας. Το ότι αυτό έγινε συνειδητά και χωρίς επιφύλαξη συνάγεται — σύμφωνα με τις μη αμφισβητηθείσες δηλώσεις της Επιτροπής — από την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο του Ιουνίου 1983η οποία χρησίμευσε για την προετοιμασία της αποφάσεως 2177/83 και την οποία οι επιχειρήσεις γνώριζαν.
Αυτό το οποίο αποσκοπεί η προσφεύγουσα με την άποψη που υποστηρίζει δεν έχει στην πραγματικότητα καμία σχέση με την ερμηνεία' πρόκειται μάλλον για δημιουργία δικαιώματος, πράγμα το οποίο πάντως το Δικαστήριο δεν μπορεί ασφαλώς να πράξει, δεδομένου ότι ο συντάκτης της αποφάσεως σαφώς εξέφρασε τη βούληση του.
2.
Το ζήτημα τίθεται κατόπιν ως προς το αν η έλλειψη διατάξεων προσαρμογής που ισχύουν για τη λειτουργία νέων εγκαταστάσεων στην απόφαση 234/84 συνιστά παράβαση νόμου.
Κατά την προσφεύγουσα, πρέπει να γίνει δεκτό για πολλούς λόγους.
α)
Πρώτο προβάλλει την παράβαση της αρχής της θεμιτής εμπιστοσύνης. Η τελευταία αυτί] απαιτεί, κατά την άποψη της, ότι τουλάχιστον για τις επιχειρήσεις των οποίων ένα πρόγραμμα επενδύσεων είχε λάβει ευνοϊκή γνώμη υπό το κράτος του προϊσχύσαντος συστήματος, υπάρχει μεταβατική διάταξη που επιτρέπει την προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς.
Όπως είναι γνωστό η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε ήδη στις υποθέσεις 63 και 147/84 χωρίς να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Πάντως η προσφεύγουσα στη συγκεκριμένη περίπτωση θεωρεί ότι η περίπτωση της πρέπει να εκτιμηθεί διαφορετικά και ότι είναι σημαντικό σχετικά, αφενός, το γεγονός ότι σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση, οι γνώμες κατά την έννοια του άρθρου 54, που δίδονται στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής ερμηνείας από την ερμηνεία που γίνεται καταρχάς δεκτή από τη νομολογία ( δηλαδή δεν πρέπει να θεωρούνται ως απλές συμβουλές) και, αφετέρου, ότι σ' αυτή την απόφαση το Δικαστήριο δέχτηκε ρητώς ότι ήταν δυνατό υπό άλλες συνθήκες μια ευνοϊκή γνώμη κατά το άρθρο 54 να μπορεί να στηρίξει θεμιτή εμπιστοσύνη (σκέψη 21, βλέπε επίσης τις προτάσεις μου υπό Β II 1γ, Συλλογή 1985, σσ. 2865-2867).
Ως προς το ζήτημα αυτό και ιδιαίτερα όσον αφορά την άποψη της προσφεύγουσας σύμφωνα με την οποία ευνοϊκή γνώμη δυνάμει του άρθρου 54 της Συνθήκης ΕΚΑΧ που έχει δοθεί στο πλαίσιο συστήματος ποσοστώσεων έχει στην πραγματικότητα χαρακτήρα αδείας (διότι χωρίς τη γνώμη αυτή δεν είναι πράγματι δυνατό να επιτευχθούν συμπληρωματικές ποσοστώσεις και συνεπώς να τεθεί σε λειτουργία νέα εγκατάσταση ), πρέπει να τονιστεί ευθύς εξαρχής ότι, σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο, η παραπάνω απόφαση φωτίζει σαφέστατα το ότι μια ευνοϊκή γνώμη κατά το άρθρο 54 της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν μπορεί ακόμη και στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων να χαρακτηριστεί ως άδεια ( βλέπε κυρίως σκέψη 21 ).
Εξάλλου και κυρίως είναι σημαντικό να είναι γνωστό — και ερχόμαστε κατά τον τρόπο αυτό στις « διαφορετικές περιστάσεις » της συγκεκριμένης υποθέσεως που η προσφεύγουσα τόσο πολύ τονίζει — ποιες ελπίδες είναι δυνατό να είχε ως προς την προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς στο νομικό πλαίσιο της αποφάσεως 1696/82 ( υπό το κράτος της οποίας η Επιτροπή έδωσε, όπως είναι γνωστό, ευνοϊκή γνώμη στην προσφεύγουσα ) και αν η Επιτροπή παρέσχε κατά τον τρόπο αυτό στην προσφεύγουσα μια « ένδειξη » ( κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση 68/77 ( 11 ) ) που να δικαιολογεί την εμπιστοσύνη της στη δυνατότητα να τεθεί σε λειτουργία η προγραμματισμένη εγκατάσταση με συμπληρωματικές ποσοστώσεις. Σχετικά πρέπει, αφενός, να μη λησμονείται το ότι οι διατάξεις προσαρμογής που εφαρμόζονται στις νέες εγκαταστάσεις κατέστησαν ( όπως το έδειξε η Επιτροπή ) όλο και περισσότερο περιορισμένες από τότε που θεσπίστηκε το σύστημα ποσοστώσεων και ότι κατά συνέπεια η εξακολούθηση και επιδείνωση της κρίσεως (που μπορούσε να διαπιστωθεί το 1983) παρακινούσε μάλλον στη σκέψη ότι τέτοιες δυνατότητες δεν μπορούσαν να διατηρηθούν χωρίς τροποποίηση, αλλά θα ήταν ακόμα περιορισμένες. Αν, αφετέρου, δοθεί προτεραιότητα στην κατάσταση που υπήρχε υπό το καθεστώς της αποφάσεως 1696/82 είναι επίσης σημαντικό το ότι το άρθρο 15 της αποφάσεως αυτής δεν παρείχε απόλυτο δικαίωμα για την προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς αλλά άφηνε στην Επιτροπή εξουσία εκτιμήσεως. Ο τρόπος με τον οποίο ασκούσε την εξουσία αυτή στην πράξη ήταν συνεπώς καθ' όλα ουσιώδης για να θεμελιώσει σχέση εμπιστοσύνης. Όμως η πρακτική αυτή φαίνεται να ήταν τέτοια — και αν η προσφεύγουσα δεν γνώριζε έπρεπε να είχε σχηματίσει γνώμη πριν λάβει αποφάσεις — ότι μια προσαρμογή δεν μπορούσε να υπολογιστεί παρά μόνο για την κατηγορία Ιδ και μόνο όταν η χρησιμοποίηση παραγωγών αναφοράς εγκαταστάσεως που είχαν κλείσει δεν επαρκούσε για να επιτευχθεί ο μέσος όρος χρησιμοποιήσεως εγκαταστάσεων του τύπου αυτού στην Κοινότητα (αφού είχε γίνει ορισμένη μείωση ). Κατά συνέπεια, τη στιγμή που η Επιτροπή έδωσε τη γνώμη της — στοιχείο το οποίο η προσφεύγουσα μεγαλοποιεί — δεν μπορούσε να τεθεί ζήτημα δημιουργίας νόμιμης ελπίδας ότι η νέα εγκατάσταση θα τύχαινε εν πάση περιπτώσει αυξήσεως της παραγωγής αναφοράς (χωρίς να ληφθούν υπόψη παύσεις λειτουργίας εγκαταστάσεων για τις οποίες η προσφεύγουσα μιλούσε ήδη στην αίτηση της και η Επιτροπή επίσης στη γνώμη της)' μια τέτοια ελπίδα δεν μπορούσε ασφαλώς να στηρίζεται σχετικά με τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ, διότι η ικανότητα της νέας εγκαταστάσεως αντιστοιχούσε περίπου στην ικανότητα της εγκαταστάσεως που έκλεισε ( 55000 τόνοι αντί 60000 τόνων ). Όμως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αιτήσεως της της 27ης Απριλίου 1984 αυτά τα προϊόντα είχαν ουσιαστική σημασία για την προσφεύγουσα. Αντίθετα για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιδ δεν υπήρχε προφανώς καμία ανυπέρβλητη δυσχέρεια (η προσφεύγουσα λέγει η ίδια ότι μπορούσαν να είχαν ληφθεί το 1984 βάσει του άρθρου 11 της αποφάσεως 234/84)' εξάλλου, σχετικά, η ενίσχυση μπορούσε να προέρχεται — λόγω της βελτιώσεως των συνθηκών της αγοράς — από την απόφαση 470/85 (στην περίπτωση της προσφεύγουσας, όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, μια απόφαση του Ιανουαρίου 1986 ήταν προς όφελος της).
Δεν μένει συνεπώς παρά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι επιπλέον δυνατόν να αναγνωριστεί ως παράνομη η απόφαση 234/84 ( και η προηγούμενη από την απόφαση αυτή ) λόγω ελλείψεως διατάξεων προσαρμογής (όπως εκείνη του άρθρου 15 της αποφάσεως 1696/82) με την επίκληση της αρχής της θεμιτής εμπιστοσύνης.
β )
Κατά την προσφεύγουσα, η έλλειψη νομιμότητας των παραπάνω γενικών διατάξεων προκύπτει επίσης από την παραβίαση της αρχής νης ασφαλείας του όικαίου.
Η προσφεύγουσα εξηγεί σχετικά ότι δεν είναι δυνατό να εξαφανιστούν με μεταγενέστερη πράξη τα έννομα αποτελέσματα προηγουμένης πράξεως όταν η τελευταία αυτή δημιούργησε δικαιώματα' οι επιχειρήσεις που έχουν δικαίωμα για την προσαρμογή της παραγωγής αναφοράς που προκύπτει από την ευνοϊκή γνώμη που δόθηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο της αποφάσεως 1696/82 δεν μπορούν να στερηθούν το δικαίωμα αυτό με μεταγενέστερες αποφάσεις.
Σχετικά η Επιτροπή παρατήρησε ορθώς ότι πρόκειται κατ' ουσία για επιχειρηματολογία ταυτόσημη με εκείνη η οποία ουσιαστικά είχε ήδη αναπτυχθεί ως προς την παραβίαση της αρχής της θεμιτής εμπιστοσύνης και δεν μπορεί πλέον συνεπώς να κριθεί ως ορθή με την ονομασία που της έχει δοθεί τώρα, όπως και δεν έγινε στο πλαίσιο του λόγου που αναπτύχθηκε παραπάνω. Πράγματι, όπως είδαμε, είναι προφανώς εσφαλμένο να συναχθεί δικαίωμα για την προσαρμογή μιας γνώμης της Επιτροπής που δόθηκε υπό το κράτος της αποφάσεως 1696/82. Εξάλλου είναι σαφές ότι οι δυνατότητες προσαρμογής που προκύπτουν από το άρθρο 15 της αποφάσεως 1696/82 δεν ίσχυαν παρά μόνο στο πλαίσιο συστήματος ποσοστώσεων που ήταν περιορισμένο χρονικά' αλλά είναι δυσχερές να γίνει δεκτό ότι υπήρχε υποχρέωση να διατηρηθούν απαράλλακτες χωρίς να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των οικονομικών δεδομένων (όλως ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η προσφεύγουσα, σύμφωνα με ό,τι είναι γνωστό, δεν μπόρεσε προφανώς να συναγάγει τίποτα από μια διάταξη της φύσεως αυτής για τη λειτουργία της νέας της εγκαταστάσεως ).
Κατά τον τρόπο αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει επίσης δεκτό ότι η αρχή της ασφαλείας του δικαίου μπορεί να στηρίξει την επιχειρηματολογία σχετικά με την έλλειψη διατάξεων που επιτρέπουν την προσαρμογή των παραγωγών αναφοράς για την προσφεύγουσα σχετικά με τις κατηγορίες 1γ και Ιδ λόγω θέσεως σε λειτουργία νέας εγκαταστάσεως.
γ)
Η προσφεύγουσα επικρίνει επίσης τις γενικές αποφάσεις που αμφισβητούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση με την αιτιολογία ότι η προκειμένη συμπεριφορά της Επιτροπής βρίσκεται σε αννίθεοη με προηγούμενες οηλώ-οεις βονλήαεώς της και στο μέτρο αυτό δεν έλαβε επίσης υπόψη ορισμένους στόχους του άρθρον 3 της Σρνθήκης ΕΚΑΧ [ τέθηκε ιδίως ζήτημα για τα σημεία α ), γ ) και ζ ), ως προς τα οποία η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε κυρίως ότι εμποδιζόταν κατά τον τρόπο αυτό να ικανοποιήσει τη ζήτηση των πελατών της για τα προϊόντα που είχαν επιτυχία ].
Επ' αυτού — όσον αφορά το πρώτο μέρος της επιχειρηματολογίας — είναι δυνατό να αναφερθεί εκ νέου η απόφαση στις υποθέσεις 63 και 147/84, στην οποία οι σκέψεις κατά την έννοια αυτή έχουν ήδη απορριφθεί (βλέπε σκέψη 26 και επίσης τις προτάσεις μας υπό Β II 3, Συλλογή 1985, σ. 2868 ). Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί — κατά το μέτρο που στο πλαίσιο αυτό η προσφεύγουσα εκθέτει ότι η γνώμη της Επιτροπής είχε χαρακτήρα αδείας και ότι η έλλειψη ρήτρας προσαρμογής την εμποδίζει να εκμεταλλευτεί με τρόπο αποδοτικό τη νέα της εγκατάσταση — ότι στην πραγματικότητα δεν πρέπει να θεωρηθεί ως άδεια η γνώμη της Επιτροπής (όπως αυτό διευκρινίστηκε με την απόφαση Finsider ) -εξάλλου — τελείως ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων δεν υπάρχει, όπως αυτό τονίστηκε πολλές φορές στη νομολογία, καμία εγγύηση της αρχής της αποδοτικής χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων — πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι χρησιμοποιώντας τις ποσοστώσεις των εγκαταστάσεων που δεν λειτουργούσαν ή επρόκειτο να μη λειτουργήσουν (για τις οποίες, όπως είπαμε, είχε σαφώς αναφερθεί στη γνώμη της Επιτροπής) δεν μπορεί να φθάσει σε ποσοστό χρησιμοποιήσεως της νέας της εγκαταστάσεως κατά κάποιο τρόπο ικανοποιητικό σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας, είναι επίσης δυνατό κατ' ουσία να γίνει αναφορά στην απόφαση Finsider ( σκέψη 27, καθώς και στις προτάσεις μου, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, σσ. 2868-2869 ). Για την πληρότητα μπορεί να προστεθεί, τουλάχιστον σε σχέση με την άποψη της προσφεύγουσας σύμφωνα με την οποία πρόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση για προϊόντα των οποίων η κυκλοφορία στην αγορά έχει ασφαλώς βελτιωθεί, ότι, σύμφωνα με την εξέλιξη των ποσοστών μειώσεως το 1983 και το 1984, όπως η Επιτροπή την ενεφά-νισε, αυτό δεν αληθεύει για τα προϊόντα της κατηγορίας Ιγ ( επί των οποίων αναφερόταν κυρίως η αίτηση αυξήσεως των ποσοστώσεων που υπεβλήθη από την προσφεύγουσα ). Επιπλέον, όταν η προσφεύγουσα ομιλεί για ικανοποίηση της ζητήσεως των πελατών της, πρέπει εδώ επίσης να παρατηρηθεί ότι επικαλείται εσφαλμένα το άρθρο 3, στοιχείο α ), και θα υπενθυμίσω τις αρχές που έκανε δεκτές η απόφαση στην υπόθεση 78/83 ( 12 ), σύμφωνα με τις οποίες υπέρβαση της ποσοστώσεως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη ικανοποιήσεως των επιθυμιών των πελατών.
δ)
Τέλος, ορισμένα ακόμη λόγια σχετικά με το λόγο που αντλείται από τη δυσμενή διάκριση που επικαλείται η προσφεύγουσα κατά των αμφισβητουμένων γενικών αποφάσεων, τονίζοντας ότι άλλες επιχειρήσεις έτυχαν αυξήσεων των παραγωγών τους αναφοράς.
Κατά τη γνώμη μας, η Επιτροπή απαντά σχετικά κατά τρόπο πειστικό υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες δεν είναι συγκρίσιμες. Το επιχείρημα αυτό είναι πράγματι ακριβές σε σχέση με τις επιχειρήσεις που έτυχαν του ευεργετήματος, λόγω νης προηγούμενης θέσεως σε λειτουργία νέων εγκαταστάσεων, της ρήτρας προσαρμογής που ίσχυε κατά την εποχή εκείνη — για την οποία η ημερομηνία θέσεως σε λειτουργία ήταν αποφασιστική. Αυτό είναι επίσης αληθές στην περίπτωση άλλων επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόστηκαν ορισμένες πολύ εξειδικευμένες διατάξεις προσαρμογής (δηλαδή εκείνες που είναι σχετικές με την έναρξη παραγωγικής δραστηριότητας ή σε επιχειρήσεις που υπήγοντο στο πεδίο εφαρμογής του συστήματος ποσοστώσεων λόγω υπερβάσεως κατωτάτης παραγωγής ).
3.
Αν μέχρι τώρα φάνηκε ότι οι επικρίσεις κατά των γενικών αποφάσεων δεν είναι δικαιολογημένες, πρέπει πάντως ακόμη να γίνει συνοπτικά προσέγγιση του λόγου που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας.
Όπως είναι γνωστό, η προσφεύγουσα υποστήριξε σχετικά ότι η άρνηση χορηγήσεως συμπληρωματικών παραγωγών αναφοράς που έγινε με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1985 δεν είναι αιτιολογημένη και η γενική αναφορά στην απόφαση 234/84 δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική (διότι δεν παρέχει επίσης δικαιολογία για την έλλειψη δυνατότητας προσαρμογής ) ούτε είναι ικανοποιητική η ανακοίνωση που έγινε κατά τη διάρκεια του 1983 στην Eurofer σχετικά με τη μη παράταση της ρήτρας προσαρμογής που έγινε με την απόφαση 2177/83.
Κατά το μέτρο που πρόκειται στο πλαίσιο αυτό για την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1985, με την οποία κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα οι ποσοστώσεις παραγωγής της για το πρώτο τρίμηνο του 1985, αλλά στην οποία η τελευταία αυτή βλέπει επίσης σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεως της του Απριλίου 1984, είναι κατά την άποψη μας σαφές ότι η έλλειψη αιτιολογίας μέρους της αποφάσεως αυτής που αντιστοιχεί δήθεν στη σιωπηρή απόρριψη δεν μπορεί να επικριθεί. Η κατάσταση είναι έτσι ταυτόσημη με εκείνη της απόλυτης σιωπής που ακολουθεί μια αίτηση, κατάσταση στην οποία σύμφωνα μ' αυτή τη φύση των πραγμάτων η έλλειψη αιτιολογίας δεν λαμβάνεται υπόψη ( διότι στην αντίθετη περίπτωση κάθε σιωπηρή απορριπτική απόφαση έπρεπε απλώς και μόνο να ακυρώνεται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας). Μπορούμε εξάλλου να παραπέμψουμε στην απόφαση στην υπόθεση 14/81 ( 13 ), με την οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να δικαιολογεί το γεγονός ότι δεν έλαβε άλλα μέτρα από τα μέτρα που αναφερόταν στην απόφαση (Συλλογή 1982, σ. 766, σκέψη 18).
Αν εξάλλου, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί από την επιχειρηματολογία της, η προσφεύγουσα αναφερόταν επίσης στην αιτιολογία της γενικής αποφάσεως 234/84 θα ήταν ακόμα μια φορά δυνατό να γίνει παραπομπή απλώς στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Finsider, με την οποία το Δικαστήριο δήλωσε σχετικά με την ίδια ακριβώς αιτίαση ότι η διάταξη προσαρμογής που εφαρμοζόταν για τις νέες εγκαταστάσεις καταργήθηκε ήδη με την απόφαση 2177/83 και ότι επιπλέον δεν είναι δυνατόν να απαιτείται να αναφέρεται σε μία απόφαση η αιτιολογία κάθε λεπτομέρειας.
4.
Κατά συνέπεια, οι παρεπόμενες σκέψεις μου δεν μπορούν να συνοψιστούν παρά με την έννοια ότι ούτε η κριτική της προσφεύγουσας κατά των πράξεων που προσβάλλονται απευθείας ούτε η κριτική που αναφέρεται στη νομική τους βάση φαίνεται βάσιμη. Κατά συνέπεια προκύπτει ότι δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνεται λόγος για πταίσμα που θεμελιώνει την ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Γ — Συμπέρασμα:
Έχουμε την πεποίθηση ότι πρέπει να απορριφθούν οι προσφυγές που ασκήθηκαν από την Usinor ως απαράδεκτες και εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμες. Τα έξοδα της διαδικασίας κατά συνέπεια βαρύνουν την προσφεύγουσα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση πουεκδόθηκε στις 13 Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 9/56, Meroni & Co., Industrie Metallurgiche, SpA κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sg. 1958, σ. 9· απόφαση που εκδόθηκε στις 13 Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 10/56, Meroni & Co., Industrie Metallurgiche, società in accomandita semplice, κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sig. 1958, σ. 51· απόφαση της 12ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 15/57, Compagnie des hauts fourneaux de Citasse κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sig. 1958, σ. 159.
( 2 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965 στην υπόθεση 21/64, Macchiorlati Dalmas e Figli κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sig. 1965, σ. 241.
( 3 ) Λπόψαση της 4ης Φεβρουαρίου 1959 στην υπόθεση 17/57, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Λρχής της ΕΚΛΧ, Sig. 1958-1959, σ. 9.
( 4 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1961 στις συνεκδικαζό-μενες υποθέσεις 42 και 49/59, Société nouvelle des usines de Ponllieue — Aciéries du Temple ( Snupai ) κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΛΧ, Sig. 1961, σ. 109.
( 5 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 81/83, Acciaierie e Ferriere Busscni SpA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984,0.2951.
( 6 ) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1959 στην υπόθεση 42/58, Société des aciers fins de l'est ( SAFE ) κατά Ανωτάτης Λρχής της ΕΚΛΧ, Sig. 1958-1959, σ. 399.
( 7 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 12/65, Fred Bauer κατά Επιτροπής, Sig. 1965, σ. 1239 · απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 52/64, Fred Pflöschner κατά Επιτροπής, Sig. 1965, σ. 1211 · απόφαση της 7ης Ιουλίου 1971 στην υπόθεση 79/70, Helmut Mullers κατά Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της ΕΟΚ και της ΕΚΛΧ, Sig. 1971, σ. 698 απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1972 στην υπόθεση 40/71, Denise Ridiez-Parise κατά Επιτροπή;, Sig. 1972.0.73.
( 8 ) Προτάσεις της 11ης Ιουνίου 1985 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 63 και 147/84, Finsider, Società finanziaria siderurgica per azioni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2858.
( 9 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 1956 στις συνεκδικαζό-μενες υποθέσεις 7 και 9/54, Groupement des industries sidérurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sig. 1955-1956, σ. 53.
( 10 ) Απόφαση της 14ης Απριλίου 1970 στην υπόθεση 24/69, Teo Nebe κατά Επιτροπής, Sig. 1970, σ. 145.
( 11 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978 στην υπόθεση 68/77, IFG-Interkontinentale Fleischhandelsgesellschaft mbH & Co. KG κατά Επιτροπής, Sig. 1978, σ. 353.
( 12 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984 στην υπόθεση 78/83, Union sidérurgique du nord et de l'est de la France «Usinor» κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 4177.
( 13 ) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 14/81, Alpha Steel Ltd κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 749.
Full & Egal Universal Law Academy