ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 10ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Με τον κανονισμό 32/82 της 7ης Ιανουαρίου 1982, η Επιτροπή θέσπισε «τους όρους χορηγήσεως ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του βοείου κρέατος» (EE L 4, σ. 11).
Πράγματι, η κατάσταση της κοινοτικής αγοράς του βοείου κρέατος, στην οποία οι δυνατότητες διαθέσεως των κρεάτων που έχουν υπαχθεί στο καθεστώς παρεμβάσεως είναι περιορισμένες, οδήγησε την Επιτροπή στη λήψη μέτρου που θα ωθεί τους επιχειρηματίες στην εξαγωγή εκτός της Κοινότητας του κρέατος που προέρχεται από « χονδρά αρσενικά βοοειδή » ( άρθρο 2, παράγραφος 1 ) « με σκοπό να μειωθούν οι αγορές στην παρέμβαση » ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη ).
Προς το σκοπό αυτό, ο κανονισμός καθορίζει τους όρους χορηγήσεως των επιστροφών αυτών που οφείλουν τον ειδικό τους χαρακτήρα στο στόχο εξυγιάνσεως της σχετικής αγοράς.
2.
Βάσει των κανονιστικών αυτών διατάξεων, η επιχείρηση εξαγωγής κρεάτων Moksel ζήτησε και έλαβε, σε πρώτη φάση, επιστροφές για διάφορες παρτίδες βοείου κρέατος, προορισμένες να εξαχθούν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση.
Οι γερμανικές τελωνειακές αρχές, στις οποίες είχαν συμπληρωθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής, αναθεώρησαν μερικώς την απόφαση τους. Πράγματι, για μια παρτίδα κρέατος που προερχόταν από χονδρά αρσενικά βοοειδή, που είχαν σφαγεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και των οποίων η προέλευση είχε πάντως πιστοποιηθεί από το βρετανικό οργανισμό παρεμβάσεως, απαιτήθηκε από τη Moksel να αποδώσει την ειδική επιστροφή, λόγω του ότι η σφαγή των βοοειδών και η συμπλήρωση των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής είχαν πραγματοποιηθεί σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη, γεγονός που προσέκρουσε στους όρους που θέτει ο κανονισμός 32/82 και ειδικότερα το άρθρο 2.
Μετά από προσφυγή που η Moksel άσκησε ενώπιον του, το Finanzgericht Hamburg ερωτά αν
« προϋπόθεση της χορηγήσεως των ειδικών επιστροφών είναι ότι τα ζώα εσφάγησαν στο κράτος μέλος στο οποίο συμπληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις εξαγωγής »
και αν
«η σφαγή των ζώων σε άλλο κράτος μέλος εμποδίζει τη χορήγηση των ειδικών επιστροφών ακόμη και αν η σφαγή πιστοποιείται από το αρμόδιο γραφείο παρεμβάσεως του άλλου κράτους μέλους διά του εντύπου που προβλέπεται προς τούτο ».
3.
Προκειμένου να διασαφηνιστούν τα στοιχεία του προβλήματος που τέθηκε κατά τον τρόπο αυτό,πρέπει να διευκρινιστεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 32/82 εξαρτά τη χορήγηση « ειδικών » επιστροφών από την τήρηση των « ειδικών » όρων που προβλέπει.
Ο καθορισμός του τύπου βοείου κρέατος έχει προφανώς ουσιαστικό χαρακτήρα, δεδομένου του αντικειμένου του κανονισμού. Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο 2, παράγραφος 1, προβλέπει ότι«τα εξαγόμενα προϊόντα προέρχονται από χονδρά αρσενικά βοοειδή »,
εμφανιζόμενα υπό τη μορφή ολόκληρων σφαγίων ή τεταρτημορίων και εξαρτά το ευεργέτημα των ειδικών επιστροφών από την απόδειξη της εν λόγω προελεύσεως. Η απόδειξη αυτή παρέχεται
« κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διά πιστοποιητικού... το οποίο εκδίδεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως ή από τις οριζόμενες, για το σκοπό αυτό, αρχές στο κράτος μέλος στο οποίο τηρούνται οι τελωνειακές όιατυπώσεις εξαγωγής και εντός του οποίου τα ζώα οδίΐγήΟηκαν στη σφαγή ».
Αυτή η διάταξη, και ιδίως το σημείο που υπογράμμισα, βρίσκεται στο κέντρο της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το ζητούμενο είναι να καθοριστεί αν η ταυτότητα του κράτους συνιστά, εξίσου όπως και η φύση των εξαγόμενων προϊόντων, γενικό όρο χορηγήσεως.
4.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η κατά γράμμα ερμηνεία του κανονισμού 32/82, αφενός, και η φροντίδα για την εξασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου, αφετέρου, συνηγορούν υπέρ της πραγματοποιήσεως σε ένα και το αυτό κράτος μέλος της σφαγής και της συμπλήρωσης των διατυπώσεων εξαγωγής.
Προβλέποντας ότι το δικαίωμα επιστροφών ισχύει μόνον εφόσον τηρούνται οι « ειδικοί όροι» του, ο κανονισμός 32/82 δεν παραπέμπει μόνο στην απαίτηση σχετικά με τη φύση των προϊόντων, αλλά και στις απαιτήσεις του άρθρου 2, σχετικά με την προσκόμιση της απόδειξης, και του άρθρου 3 που αφορά τα μέτρα ελέγχου που πρέπει να θεσπίσουν τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή συνάγει από αυτά ότι η ταυτότητα κράτους μέλους, που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2, συνιστά έναν από τους ειδικούς όρους χορηγήσεως των ειδικών επιστροφών.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τον περιορισμένο χαρακτήρα του συστήματος ελέγχου που καθιερώνει το άρθρο 3. Πράγματι, εφόσον δεν υπάρχει κοινοτική διαδικασία ελέγχου, η συνύπαρξη μη συντονισμένων εθνικών συστημάτων μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για απάτες, καθόσον οι απαιτήσεις μπορούν να διαφέρουν από το ένα κράτος στο άλλο. Η ταυτότητα του κράτους μέλους σφαγής και εξαγωγής θα προλάμβανε τον κίνδυνο αυτό με την εξασφάλιση ενός πιο αποτελεσματικού ελέγχου.
Προς ενίσχυση της ερμηνείας αυτής, η Επιτροπή προέβαλε ακόμη δύο κατηγορίες επιχειρημάτων.
Πρώτον, παρατήρησε ότι η απαίτηση ταυτότητας, την τήρηση της οποίας εγκωμιάζει, δεν διακυβεύει καθόλου τη μείωση των αγορών στην παρέμβαση. Οι επιχειρηματίες παραμένουν ελεύθεροι να προβούν στη σφαγή και στην εξαγωγή σε κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, αρκεί να πρόκειται για ένα και το αυτό κράτος. Επομένως, μπορούν να έχουν πρόσβαση σε όλες τις εθνικές αγορές. Κατόπιν αυτού, ο ενιαίος τόπος δεν εμποδίζει καθόλου την ενδοκοινοτική ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Επιπλέον, η πράξη που συνίσταται στην εξαγωγή κρέατος από κράτος μέλος διαφορετικό από το της σφαγής μπορεί να πραγματοποιηθεί με διαμετακομιστική μεταφορά, στο πλαίσιο της « διαδικασίας της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως », που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, υπό στοιχείο β), του κανονισμού του Συμβουλίου 222/77 της 13ης Δεκεμβρίου 1976 περί κοινοτικής διαμετακομίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/003, σ. 3).
Δεύτερον, η Επιτροπή επικαλείται ορισμένες διατάξεις κανονισμών που προσομοιάζουν του κανονισμού 32/82. Αναφέρεται ιδίως στους κανονισμούς:
—
1964/82 της 20ής Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 212, σ. 48 ) και 74/84 της 12ης Ιανουαρίου 1984 (ΕΕ L 10, σ. 32) που ορίζουν τους όρους χορηγήσεως των ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή ορισμένων κρεάτων αποστεωμένων και μη αποστεωμένων αντιστοίχως προερχομένων από χονδρά αρσενικά βοοειδή,
—
1136/79 της 8ης Ιουνίου 1979 περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των σχετικών με το ειδικό καθεστώς κατά την εισαγωγή ορισμένων βοείων κατεψυγμένων κρεάτων, προοριζομένων για μεταποίηση ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 124),
—
1687/76 της 30ής Ιουνίου 1976 περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 6 ),
που επιβάλλουν, όλοι, ιδίως για λόγους ελέγχου, ενιαίο τόπο για την εκτέλεση των πράξεων στις οποίες αναφέρονται.
5.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ερμηνεία αυτή. Πράγματι, ούτε το γράμμα ούτε η οικονομία του κανονισμού 32/82, αφενός, ούτε οι ανάγκες του ελέγχου, αφετέρου, θεωρώ ότι καθιστούν την ταυτότητα του κράτους μέλους όπου γίνεται η σφαγή και όπου πραγματοποιούνται οι διατυπώσεις εξαγωγής προϋπόθεση για τη χορήγηση των ειδικών επιστροφών.
Ασφαλώς, ο κανονισμός 32/82 προβλέπει την τήρηση των « ειδικών όρων » που απαριθμεί. Ορθώς η Επιτροπή αναφέρει ότι οι όροι αυτοί υπάρχουν τόσο στο άρθρο 2 όσο και στο άρθρο 3. Εντούτοις, από την ορθή αυτή ανάλυση συνάγει εσφαλμένο συμπέρασμα. Καμία διάταξη του κανονισμού, και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεν εξαρτά ρητώς το δικαίωμα επιστροφών από το γεηκύ όρο της ταυτότητας του κράτους μέλους.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, προσδιορίζει το αντικείμενο της απόδειξης που πρέπει να προσκομιστεί: τα προϊόντα πρέπει να προέρχονται από χονδρά αρσενικά βοοειδή. Η παράγραφος 2 περιγράφει τις σχετικές λεπτομέρειες εφαρμογής. Καθορίζει το υπόδειγμα,« πιστοποιητικό του οποίου ο τύπος αναφέρεται στο παράρτημα» εν συνεχεία προσδιορίζει τον αρμόαιο οργανισμό που θα νο εκδώοει, έναν οργανισμό παρεμβάσεως ή οποιαδήποτε άλλη αρχή οριζόμενη προς τούτο και τον αποδέκτη, τις « τελωνειακές αρχές » στις οποίες συμπληρώνονται οι διατυπώσεις εξαγωγής. Τύπος, προέλευση και τόπος προσκομίσεως της απόδειξης, αυτό είναι το ρητώς προβλεπόμενο περιεχόμενο του άρθρου 2, παράγραφος 2.
Στη διάταξη αυτή, το σχετικό με τον οργανισμό εκδόσεως του πιστοποιητικού εδάφιο περιέχει, όπως είδαμε, δύο εναλλακτικές δυνατότητες. Το πιστοποιητικό μπορεί να εκδοθεί είτε από τον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος είτε από « τις οριζόμενες για το σκοπό αυτό αρχές». Το σημείο της φράσης που αναφέρεται στο κράτος μέλος σφαγής και εξαγωγής δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, παρά να αφορά τη δεύτερη από τις δύο εναλλακτικές δυνατότητες.
Αυτό προκύπτει καταρχάς από μια απλή γραμματική ανάλυση της πρώτης φράσης της παραγράφου 2, ιδίως στη γαλλική και στην ιταλική της διατύπωση: «l'autre autorité» qui est « designée » ( « designata » στα ιταλικά ) από το κράτος μέλος σφαγής και εξαγωγής (οι « οριζόμενες από το κράτος μέλος σφαγής και εξαγωγής αρχές» στα ελληνικά) και όχι ο « οργανισμός παρεμβάσεως », ο οποίος εξάλλου δεν μπορεί να « être designé » ( « οριστεί » ), εφόσον ήδη του έχει δοθεί η σχετική εξουσία βάσει της κοινής οργανώσεως. Θεωρώ ότι η γερμανική και η αγγλική απόδοση επιβεβαιώνουν την ανάλυση αυτή.
Όμως, πέρα από μια κατά γράμμα προσέγγιση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη των δύο αυτών υποθετικών περιπτώσεων, που σαφώς διακρίνονται η μια από την άλλη, ανταποκρίνεται σε μια αναγκαιότητα, δηλαδή την εξασφάλιση της αποδεικτικής δύναμης'του πιστοποιητικού. Εφόσον το πιστοποιητικό εκδίδεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως, έχει κύρος και αποδεικτική δύναμη ενώπιον οποιουδήποτε τελωνείου της Κοινότητας. Η βεβαιότητα αυτή δεν θα υπήρχε σ' αυτό το βαθμό, αν το πιστοποιητικό έπρεπε να εκδοθεί από αρχή διαφορετική του οργανισμού παρεμβάσεως. Δεδομένης της σημασίας του πιστοποιητικού το οποίο πιστοποιεί την προέλευση των κρεάτων, είναι ουσιώδες για κάθε εξαγωγέα να μπορεί να προσκομίζει ένα έγγραφο, του οποίου η αποδεικτική δύναμη να μην μπορεί να αμφισβητηθεί από το τελωνείο στο οποίο απευθύνεται.
Για το λόγο αυτό, ο κανονισμός προβλέπει ότι, σε περίπτωση που το πιστοποιητικό δεν εκδίδεται από τον οργανισμό παρεμβάσεως, θα ισχύει ως βεβαία απόδειξη μόνο έναντι των τελωνειακών αρχών του κράτους μέλους όπου έχουν σφαγεί τα χονδρά αρσενικά βοοειδή. Οι « αρχές » που ορίζονται για να εκδίδουν το πιστοποιητικό μπορούν να είναι μόνο οι αρχές του κράτους εξαγωγής. Επομένως, η ταυτότητα κράτους μέλους δρα ως εγγύηση της αποδεικτικής δύναμης του πιστοποιητικού. Αυτό σημαίνει εμμέσως ότι μόνο οτην περίπτωοη αυτή και μόνο για το Αόγο αυτό οι επιχειρηματίες θα έχουν την υποχρέωση να πραγματοποιήσουν όλες τις πράξεις σφαγής και εξαγωγής στο ίδιο κράτος μέλος.
Είναι εμφανές ότι οι όροι που συνδέονται αποκλειστικά με την αποδεικτική δύναμη του πιστοποιητικού είναι αυτοί που, κατά περίπτωση, επιβάλλουν τη συγκέντρωση όλων των πράξεων εντός ενός και μόνο κράτους μέλους. Οι δύο δυνατότητες που προβλέπονται από το άρθρο 2, παράγραφος 2, δίνουν στους επιχειρηματίες των κρατών μελών, όπου ο οργανισμός παρεμβάσεως εκδίδει το πιστοποιητικό, το δικαίωμα να προβούν εκεί στη σφαγή των βοοειδών και να προσκομίσουν στις τελωνειακές αρχές κάθε άλλου κράτους μια βεβαία απόδειξη για τη φύση των κρεάτων που προτίθενται να εξαγάγουν. Το υπόδειγμα πιστοποιητικού που προσαρτάται στον κανονισμό 32/82, αποκαλώντας τον κάτοχο του πιστοποιητικού « εξαγωγέας ή αιτών », αφήνει ανοικτή καθεμία από τις δύο δυνατότητες, εφόσον το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί από έναν επιχειρηματία που δεν είναι ο εξαγωγέας, αφού το κρέας μπορεί να του παραχωρηθεί εκ των υστέρων και ο καθένας από τους δύο επιχειρηματίες μπορεί να ενεργήσει στο ίδιο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κράτος μέλος.
Η ερμηνεία την οποία προτείνει η Επιτροπή καταλήγει εν τέλει στο να καταστεί γενικός όρος ένας όρος που ασφαλώς είναι επιτακτικός αλλά έχει σημασία μόνο σε μία ειδική περίπτωση. Δεδομένου ότι η απαίτηση συνδρομής παρόμοιου όρου είναι αντίθετη προς το γράμμα και το σκοπό του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεν νομίζω ότι μπορεί να δικαιολογηθεί εμμέσως από τις ανάγκες του ελέγχου.
6.
Όπως τόνισε η Επιτροπή, ο κανονισμός 32/82 δεν καθιέρωσε κοινοτική διαδικασία ελέγχου. Το άρθρο του 3 καθιστά αρμόδια τα κράτη μέλη για να καθορίζουν τους « όρους ελέγχου των προϊόντων και τους όρους εκδόσεως του πιστοποιητικού ». Τα λαμβανόμενα μέτρα αποβλέπουν στο
« να αποφευχθεί κάθε δυνατότητα αντικαταστάσεως των προϊόντων κατά τη στιγμή του ελέγχου και της εξόδου τους από τη γεωγραφική επικράτεια της Κοινότητας... ».
Η παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο συνεπάγεται τη συνύπαρξη διαφορετικών συστημάτων ελέγχου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο διαφορετικός βαθμός αυστηρότητας του καθενός μπορεί να ευνοήσει τις συνιστάμενες στην αντικατάσταση απάτες. Ο κίνδυνος αυτός αποφεύγεται αν όλες οι πράξεις γίνονται σ' ένα μόνο κράτος μέλος.
Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με το συλλογισμό αυτό. Ο κίνδυνος απατών που προκύπτει από την έλλειψη συντονισμού, στον οποίο εξάλλου η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε καθόλου, μειώνεται ήδη από τις ίδιες τις διατάξεις του άρθρου 3 που διευκρινίζουν ότι τα εθνικά μέτρα ελέγχου
« προβλέπουν ιδίως το σφράγισμα εκάστου προϊόντος είτε με ανεξίτηλη σφραγίδα είτε με μόλυβδο σε κάθε τεταρτημόριο ».
Αυτό το ελάχιστο επίπεδο ελέγχου είναι αποτελεσματικό όταν είναι γνωστό ότι οι αριθμοί σφραγίσματος των τεμαχίων σφαγέντων βοοειδών πρέπει να αναγραφούν στο πιστοποιητικό που θα υποβληθεί στις τελωνειακές αρχές, ώστε με τον τρόπο αυτό οι εν λόγω αρχές να έχουν τη δυνατότητα — και την ευθύνη — επαληθεύσεως της ταυτότητας αυτού που εξήχθη και αυτού που εσφάγη. Ας λεχθεί εν παρόδω ότι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας — αυτό αναφέρθηκε κατά την προφορική διαδικασία — κανένα μέτρο συμπληρωματικού ελέγχου δεν θεωρείται αναγκαίο. Εξάλλου, το άρθρο 4 του κανονισμού 32/82 δίνει στην Επιτροπή τη δυνατότητα, αν θεωρήσει τα εθνικά μέτρα ανεπαρκή, να υποβάλει όλες τις σκόπιμες παρατηρήσεις στα κράτη μέλη. Έγινε δεκτό ότι δεν συνέτρεχε η περίπτωση αυτή.
Επομένως, τα υπάρχοντα μέσα ελέγχου κρίθηκαν επαρκή. Επιπλέον, δεν είναι σαφές ως προς τι θα ενισχύσει την πρόληψη των κινδύνων απάτης η ταυτότητα κράτους μέλους. Όπως ανέφερε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης κατά την προφορική διαδικασία, χωρίς να αμφισβητηθεί, τα εν λόγω προϊόντα, είτε υπάρχει ενιαίο κράτος είτε υπάρχουν περισσότερα κράτη, μπορούν να διέλθουν από περισσότερους μεσάζοντες στο διάστημα μεταξύ του χρόνου σφαγής και του χρόνου εξαγωγής. Η απαίτηση ταυτότητας συνιστά επομένως εγγύηση κατά του κινδύνου απάτης μόνο καθ' υπόθεση. Μόνο ο συντονισμός αποτελεσματικών εθνικών κανόνων μπορεί να τον μειώσει σε σημαντικό βαθμό.
Εφόσον εκληφθεί υπό αυτή την έννοια, η διάταξη αυτή έχει επιπλέον το πλεονέκτημα ότι, αποφεύγοντας τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών, διατηρεί την ελευθερία των επιχειρηματιών να πραγματοποιούν τις πράξεις σφαγής και εξαγωγής χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον τόπο από τη στιγμή που το πιστοποιητικό εκδίδει οργανισμός παρεμβάσεως.
7.
Ας εξετάσω εν συντομία, απλώς και μόνο για να ολοκληρωθεί η εξέταση, την τελευταία ομάδα των επιχειρημάτων που προέβαλε η Επιτροπή.
Το επιχείρημα που στηρίζεται στην ύπαρξη μιας διαδικασίας κοινοτικής διαμετακομίσεως, ως εναλλακτικής δυνατότητας που προσφέρεται στους επιχειρηματίες που προτίθενται να ενεργήσουν όπως η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, δεν έχει τη σημασία που του αποδίδει η Επιτροπή. Πράγματι, το πρόβλημα δεν είναι αν υπάρχουν άλλα μέσα πραγματοποιήσεως της εν λόγω πράξεως, αλλά αν αυτή απαγορεύεται από τον κανονισμό 32/82. Νομίζω ότι αποδείχτηκε το αντίθετο.
Ας προχωρήσω. Το ενδιαφέρον αυτής της πράξης, όπως προέκυψε από τη συζήτηση, εμφανίζεται στην περίπτωση όπου το κρέας, το οποίο προορίζεται για τρίτη χώρα, έχει ήδη εισαχθεί στο κράτος μέλος εξαγωγής. Πράγματι, μερικοί χονδρέμποροι μπορούν, εν αναμονή αγορών, να αποθηκεύσουν παρτίδες κρεάτων από άλλα κράτη μέλη που συνοδεύονται, για κάθε νόμιμη χρήση, από το πιστοποιητικό του κανονισμού 32/82. Από αυτή την άποψη, η απαίτηση ταυτότητας του κράτους μέλους θα είχε στην πραγματικότητα ως αποτέλεσμα να στερούνται οι επιχειρηματίες των δυνατοτήτων που προσφέρει η δική τους αγορά και, εμμέσως, να εμποδίζεται η ελεύθερη κυκλο· φορία των εν λόγω εμπορευμάτων. Συνεπώς, έχει σημασία, πλην της εξαιρέσεως που προβλέπεται ρητώς, οι επιχειρηματίες να είναι ελεύθεροι να αποκτούν σε κάθε κράτος μέλος το κρέας που προτίθενται να εξαγάγουν προς τρίτες χώρες από το κράτος στο οποίο διαθέτουν, ενδεχομένως, αποθήκες ή ευκολίες ναυλώσεως πλοίου.
Η ρύθμιση που επικαλείται η Επιτροπή δεν τροποποιεί την ανάλυση μου. Οι κανονισμοί 1136/79 και 1687/76 αναφέρονται σε διαφορετικές καταστάσεις, δεδομένου ότι ο πρώτος αφορά την εισαγωγή κρεάτων προοριζόμενων για μεταποίηση και ο δεύτερος την εξαγωγή προϊόντων που προέρχονται από αποθέματα παρεμβάσεως. Οι απαιτήσεις ελέγχου είναι από αυτή την άποψη εντελώς διαφορετικές. Όσον αφορά τους κανονισμούς 1964/82 και 74/84, που είναι μεταγενέστεροι του κανονισμού για τον οποίο πρόκειται εν προκειμένω, έχουν εφαρμογή σε αποστεωμένα ή μη αποστεωμένα τεμάχια κρέατος προερχόμενα από χονδρά αρσενικά βοοειδή, των οποίων ασφαλώς δυσκολότερα μπορεί να αναγνωριστεί η ταυτότητα.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
Δεν αποτελεί όρο, από τον οποίο εξαρτάται η χορήγηση ειδικών επιστροφών κατά την εξαγωγή που προβλέπονται από τον κανονισμό 32/82 της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 1982 ( ΕΕ L 4, σ. 11 ), η ολοκλήρωση, εντός ενός και του αυτού κράτους μέλους της Κοινότητας, των πράξεων σφαγής και συμπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής, εφόσον το έγγραφο που πιστοποιεί ότι τα προϊόντα προέρχονται από χονδρά αρσενικά βοοειδή έχει εκδοθεί από τον οργανισμό παρεμβάσεως κράτους μέλους.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy