ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 7ης Ιουλίου 1992 ( *1 )
Περιεχόμενα
Εισαγωγή
Η αγορά χαρτοπολτού
— Το προϊόν
— Οι παραγωγοί
— Οι πελάτες
— Ανακοινωθείσες τιμές και τιμές συναλλαγών
— Η εξέλιξη της αγοράς πολτού
Διαδικασία και απόφαση
Ι — Λόγοι ακυρώσεως που αφορούν τη διαδικασία
Α — Η απόφαση στηρίζεται σε ορισμένες αιτιάσεις που δεν περιλαμβάνονταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων
1) Η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών
2) Η διάρκεια της εναρμονισμένης πρακτικής
α) Η διάρκεια της παραβάσεως μέχρι την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων
β) Η διάρκεια της παραβάσεως που διαπιστώθηκε για ορισμένους παραγωγούς
3) Η ταυτότητα των μετεχόντων στην εναρμονισμένη πρακτική
4) Η συμμετοχή της St Anne στη Fides
Β — Τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση
1) Ol τιμές συναλλαγών
2) Τα έγγραφα σχετικά με τη Fides
Γ — Η άρνηση διεξαγωγής κοινής ακροάσεως
Δ — Η μη διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή για τις Συμπράξεις και τις Δεσπόζουσες Θέσεις
Πρόταση
II — Η «γενική» εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές
Α — Η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής
Β — Η απόδειξη της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές χαρτοπολτού
1) Η παράλληλη συμπεριφορά των παραγωγών
1.1. Η παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών
1.2. Το σύστημα ανακοινώσεων των τιμών
1.2.1. Το σύστημα ανακοινώσεων τιμών δημιούργησε τεχνητή διαφάνεια στην αγορά χαρτοπολτού και αποτελούσε σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των παραγωγών
α) Ο ρόλος των πελατών στη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές
1) Οι επιχειρήσεις με κάθετη οργάνωση παραγωγής
2) Ο ρόλος των σημαντικών πελατών
3) Οι κοινοί πελάτες
4) Η οριζόντια επικοινωνία μεταξύ αγοραστών
β) Τα κοινά πρακτορεία
γ) Ο ειδικευμένος Τύπος
1.2.2. Το σύστημα των τριμηνιαίων ανακοινώσεων
α) Ο μηχανισμός των τριμηνιαίων ανακοινώσεων δεν είναι επιβεβλημένος, ενόψει των αντικειμενικών συνθηκών της αγοράς
1) Ο τριμηνιαίος χαρακτήρας των ανακοινώσεων των τιμών
2) Η χρήση του δολαρίου ΗΠΑ από τις μη αμερικανικές επιχειρήσεις
β) Η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων των τιμών
1.3. Η παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών: απόδειξη της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής εντός της αγοράς χαρτοπολτού;
1.3.1. Η ανάλυση της Επιτροπής
1.3.2. Η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το Δικαστήριο
α) Η συλλογιστική της Επιτροπής παρουσιάζεται υπεραπλουοτευμένη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης
β) Η οικονομική μορφή λειτουργίας της αγοράς κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης
γ) Η μη εξέταση του ύψους των τιμών
δ) Η περίοδος 1975-1977
ε) Οι διάφορες πλευρές του ζητήματος της ομοιομορφίας των τιμών
1) Ομοιόμορφες τιμές για την ίδια ποιότητα χαρτοπολτού
2) Ομοιόμορφες τιμές για διαφορετικές ποιότητες χαρτοπολτών
3) Ομοιόμορφες τιμές για διαφορετικούς πελάτες διαφορετικού μεγέθους
4) Ομοιόμορφες τιμές σε δολάρια ΗΠΑ για πελάτες εγκατεστημένους σε διάφορες χώρες
στ) Εναρμονισμένη πρακτική ή συνθήκες της αγοράς;
1) Οι επιχειρήσεις που δεν ενεπλάκησαν στη διαδικασία
2) Οι αυξομειώσεις των μεριδίων αγοράς
ζ) Η αγορά χαρτοπολτού πριν από το 1975 και μετά το 1981
1) Η αγορά πριν από το 1975
2) Η αγορά μετά το 1981
Συμπέρασμα
1.4. Η αιτιολογία της αποφάσεως
2) Οι άμεσες και έμμεσες ανταλλαγές πληροφοριών
III — Εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της ΚΕΑ
IV — Εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της Fides
V — Οι ρήτρες απαγορεύσεως των εξαγωγών και των μεταπωλήσεων
VI — Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών
VII — Η αιτίαση περί διακρίσεων
VIII — Η δέσμευση
IX — Τα πρόστιμα
1) Δημιουργία διακρίσεων
2) Το -ύψος των προστίμων
Χ — Επί των δικαστικών εξόδων
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Last but not least (...)· Για πολλούς λόγους, αυτή είναι η έκφραση που μου έρχεται φυσιολογικά στα χείλη πριν αρχίσω να αναπτύσσω τις προτάσεις μου στη λεγόμενη «υπόθεση των χαρτοπολτών». Ο πρώτος λόγος είναι ότι η παρούσα υπόθεση θα είναι η τελευταία προσφυγή εταιριών σε θέματα ανταγωνισμού την οποία θα εκδικάσει το Δικαστήριο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. Λόγω του κριτηρίου που εφαρμόστηκε για την κατανομή των υποθέσεων που εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο της ιδρύσεως του Πρωτοδικείου, το Δικαστήριο έπρεπε να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, ενόψει της φάσεως στην οποία είχε εισέλθει η διαδικασία. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι προτάσεις μου και η απόφαση του Δικαστηρίου θα αποτελέσουν την τελευταία φάση μιας μακράς διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας υπήρξε μια δημόσια συνεδρίαση τον Ιανουάριο 1988, μια πρώτη απόφαση της ολομέλειας του Δικαστηρίου στις 27 Σεπτεμβρίου 1988, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως που αφορούσε την κατά τόπο εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, ακρόαση το 1990 των πρώτων πραγματογνωμόνων-«λογιστών» και, στη συνέχεια, τον Νοέμβριο 1991η δημόσια συνεδρίαση στην οποία συζητήθηκαν όλες οι πλευρές των προσφυγών και διατύπωσαν τις παρατηρήσεις τους οι ειδικοί επί οικονομικών θεμάτων που είχαν διοριστεί ως πραγματογνώμονες. Άλλωστε, ούτε η παρούσα υπόθεση ούτε η τελευταία αυτή φάση της στερούνται σημασίας. Λόγω του πραγματικά τεράστιου όγκου της δικογραφίας — που οφείλεται αφενός στην πληθώρα και τον περίπλοκο χαρακτήρα των αναπτυχθέντων επιχειρημάτων και αφετέρου στον αριθμό των προσφευγουσών — η παρούσα υπόθεση εξέρχεται των συνήθων ορίων.
2.
Για τον λόγο αυτό αναγκάστηκα, προκειμένου να λάβω υπόψη διάφορους αντικειμενικούς επιτακτικούς λόγους και να μην εξέλθω, κατά την ανάπτυξη των προτάσεων μου, ορισμένων ευλόγων ορίων, να αγνοήσω ορισμένες πλευρές της επιχειρηματολογίας των διαδίκων, όταν θεωρούσα ότι δεν ήταν κρίσιμες για τη λύση που θα προτείνω στο Δικαστήριο.
3.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση μιας υποθέσεως, η οποία οπωσδήποτε συνέβαλε στην αύξηση της κοινοτικής ζητήσεως χαρτοπολτού, αν ληφθεί υπόψη ο όγκος των προσκομισθέντος εγγράφων, πρέπει οπωσδήποτε να υπενθυμίσω τα χαρακτηριστικά της αγοράς χαρτοπολτού και στη συνέχεια τις ουσιώδεις πλευρές της διαδικασίας και της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η αγορά χαρτοπολτού
Το προϊόν
4.
Η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τον λευκασμένο θειικό χαρτοπολτό που χρησι-μοποείται για την παραγωγή χαρτιού και πωλείται εντός της αγοράς (στο εξής: «πολτός αγοράς»). Υπάρχουν και άλλες μέθοδοι παραγωγής πολτού (χημικού ή μηχανικού πολτού), αλλά η ποιότητα του θειικού πολτού είναι η καλύτερη. Ο θειικός πολτός λαμβάνεται κατόπιν χημικής επεξεργασίας της κυτταρίνης, μετά από μια διαδικασία που περιλαμβάνει δύο φάσεις. Κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας αυτής παράγεται μη λευκασμένος (φαιός) θειικός πολτός, ο οποίος χρησιμοποιείται για την κατασκευή υλικού συσκευασίας (για χαρτοσακούλες, κουτιά κ.λπ.). Στη συνέχεια, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή «ευγενών» χαρτιών (χαρτιού εκτυπώσεως, χαρτιού για γράιριμο κ.λπ.), για τα οποία είναι αναγκαία η επίτευξη υψηλού βαθμού φωτεινότητας, ο θειικός πολτός λευκαίνεται χημικά. Η διαδικασία αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι καταναλώνεται λιγότερη ενέργεια και προκαλεί μικρότερη ρύπανση από τις άλλες. Επιπλέον, για την παραγωγή λευκασμένου θειικού πολτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν σχεδόν όλοι οι τύποι ξυλείας. Η κατανάλωση λευκασμένου θειικού πολτού έχει παρουσιάσει πρόσφατα μεγάλη αύξηση. Σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής, το 1980η κατανάλωση αυτή αντιπροσώπευε περίπου το ένα τρίτο της αγοράς.
5.
Υπάρχουν διάφοροι τύποι λευκασμένου θειικού πολτού, η ταξινόμηση των οποίων αποτελεί συνάρτηση του είδους των δένδρων από το οποίο προέρχεται ο συγκεκριμένος πολτός. Η βασική διάκριση είναι η διάκριση μεταξύ πολτού από σκληρή ξυλεία και πολτού από μαλακή ξυλεία. Οι ιδιότητες των δύο αυτών κατηγοριών είναι διαφορετικές: η δεύτερη κατηγορία (softwood) έχει μακρές και περισσότερο ανθεκτικές ίνες. Ο πολτός από σκληρή ξυλεία (hardwood), του οποίου οι ίνες είναι κοντύτερες, χρησιμοποιείται για την παραγωγή μαλακού και λιγότερο ανθεκτικού χαρτιού. Ο πολτός από μαλακή ξυλεία θεωρείται καλύτερης ποιότητας από ό,τι ο πολτός από σκληρή ξυλεία. Επιπλέον, εντός καθεμιάς από τις κατηγορίες αυτές γίνεται διάκριση μεταξύ πολτού προερχόμενου από βόρεια ξυλεία και πολτού προερχόμενου από νότια ξυλεία. Η βόρεια μαλακή ή σκληρή ξυλεία θεωρούνται γενικά καλύτερης ποιότητας από ό,τι η νότια ξυλεία. Από το 1978 έχουν διαμορφωθεί τέσσερα επίπεδα τιμών για τα προϊόντα αυτά: οι υψηλότερες τιμές ισχύουν για τη βόρεια μαλακή ξυλεία και οι χαμηλότερες για τη νότια σκληρή ξυλεία.
6.
Ενόψει των ιδιοτήτων των διαφόρων κατηγοριών πολτών, οι χαρτοβιομήχανοι χρησιμοποιούν εν γένει μίγματα, προκειμένου να επιτύχουν τη συγκεκριμένη ποιότητα χαρτιού που τους ενδιαφέρει.
7.
Εντός μιας και της αυτής κατηγορίας πολτών τα διάφορα είδη πολτών είναι σε μεγάλο βαθμό αμοιβαίως υποκατάστατα. Αντίθετα, η δυνατότητα αμοιβαίας υποκαταστάσεως μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών είναι βραχυπρόθεσμα πολύ μικρή. Η μετάβαση από μια κατηγορία στην άλλη μπορεί να προκαλέσει σημαντικές δαπάνες στον χαρτοβιομήχανο: πρόκειται για σχετικά μακρά διαδικασία, για την οποία είναι αναγκαία η διεξαγωγή πειραμάτων, ενίοτε δε η αλλαγή των εγκαταστάσεων.
Οι παραγωγοί
8.
Λευκασμένο θειικό πολτό παράγουν οκτακόσιες περίπου επιχειρήσεις εγκατεσπαρμένες σε περισσότερες από τριάντα χώρες. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους παραγωγούς (ή τις θυγατρικές τους εταιρίες). Ο πολτός που διοχετεύουν οι παραγωγοί στην αγορά χαρακτηρίζεται, όπως αναφέρθηκε ήδη, ως «πολτός αγοράς» και αυτός ο πολτός αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την απόφαση αυτή, η συνολική παραγωγή λευκασμένου «πολτού αγοράς» ανερχόταν το 1981 σε 18 εκατομμύρια τόνους. Τη μεγαλύτερη παραγωγή είχε ο Καναδάς (άνω των 6 εκατομμυρίων τόνων), στη συνέχεια δε οι Ηνωμένες Πολιτείες (άνω των 4 εκατομμυρίων τόνων), η Σουηδία (2,5 εκατομμύρια τόνους) και η Φινλανδία (1,6 εκατομμύρια τόνους).
9.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι «πολτό αγοράς» πωλούν εντός της Κοινότητας περισσότερες από πενήντα επιχειρήσεις. Ορισμένες μάλιστα από τις προσφεύγουσες τονίζουν ότι ο πολτός πωλείται εντός της Κοινότητας από εκατόν δεκαπέντε εταιρίες και προέρχεται από δεκαοκτώ χώρες.
10.
Από άποψη συνολικού κύκλου εργασιών, οι επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά είναι μεγαλύτερες από τις σουηδικές και τις φινλανδικές, οι οποίες αποτελούν τους παραδοσιακούς προμηθευτές της ευρωπαϊκής αγοράς, εντός της οποίας παραδίδουν τα δύο τρίτα της παραγωγής τους. Οι Καναδοί και Αμερικανοί παραγωγοί διείσδυσαν στην αγορά κατά τη δεκαετία του '50. Οι εξαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '70. Η κοινοτική αγορά δεν έχει για τους Βορειοαμερικανούς παραγωγούς τη σημασία που έχει για τους Φινλανδούς και τους Σουηδούς. Οι Καναδοί και Αμερικανοί παραγωγοί διαθέτουν την παραγωγή τους κυρίως στην εσωτερική αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι παραγωγοί αυτοί χρησιμοποιούν συνεπώς την κοινοτική αγορά κυρίως για να αντισταθμίζουν τις κυκλικές διακυμάνσεις της αμερικανικής αγοράς.
11.
Η τάση προς κάθετη οργάνωση των επιχειρήσεων της βιομηχανίας πολτού είναι ιδιαίτερα έντονη: πολλοί παραγωγοί πολτού παράγουν επίσης χαρτί ή ελέγχουν μεγάλο μέρος του κεφαλαίου χαρτοβιομηχανιών ( 1 ).
12.
Η δομή του κόστους ( 2 ) ποικίλλει ανάλογα με την περιοχή παραγωγής: το κόστος της ξυλείας είναι γενικά πολύ μεγαλύτερο στη Φινλανδία και τη Σουηδία απ' ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Αντίθετα, τα έξοδα μεταφοράς του πολτού από τις δύο αυτές τελευταίας χώρες είναι μεγαλύτερα από ό,τι τα έξοδα μεταφοράς του σκανδιναβικού πολτού. Εξάλλου, η Επιτροπή και ορισμένες από τις προσφεύγουσες θεωρούν ότι το πάγιο κόστος είναι υψηλό, ενώ οι δεύτεροι πραγματογνώμονες εκτίμησαν αντίθετα, βάσει των δεδομένων που εκτίθενται στην απόφαση ( 3 ), ότι το κόστος αυτό αντιπροσωπεύει ένα σχετικά χαμηλό ποσοστό έναντι των μεταβλητών στοιχείων του κόστους.
13.
Για την κατασκευή νέου εργοστασίου παραγωγής πολτού είναι αναγκαία η πραγματοποίηση πολύ μεγάλων επενδύσεων κεφαλαίου και ο χρόνος κατασκευής του είναι μακρός. Τα εργοστάσια πολτού κατασκευάζονται κοντά στα δάση.
14.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση τονίζεται ότι μεταξύ 1975 και 1981 το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των παραγωγικών ικανοτήτων και το ύψος των αποθεμάτων διέφεραν πολύ όχι μόνο μεταξύ των διαφόρων χωρών, αλλά και μεταξύ των παραγωγών μιας και της αυτής χώρας.
15.
Οι Φινλανδοί παραγωγοί είναι μέλη της Finncell ( 4 ), ενώσεως που ιδρύθηκε το 1918 με σκοπό να πωλεί επ' ονόματι της τους πολτούς που παράγουν τα μέλη της. Η Finncell καθορίζει τις τιμές για τις εξαγόμενες ποσότητες και κατανέμει τις παραγγελίες μεταξύ των μελών της.
16.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει η προσβαλλόμενη απόφαση, όλες οι προσφεύγουσες αμερικανικές επιχειρήσεις ( 5 ), πλην της Bowater, ήσαν μέλη της Pulp Paper and Paper Board Export Association. Η ένωση αυτή αναφέρεται συνήθως ως ΚΕΑ, με τα αρχικά δηλαδή της παλαιάς επωνυμίας της (Kraft Export Association). Η ένωση αυτή ιδρύθηκε σύμφωνα με τον αμερικανικό νόμο Webb Pomerené, ο οποίος επιτρέπει την ίδρυση ενώσεων με σκοπό την προώθηση του εξαγωγικού εμπορίου και εξαιρεί τις ενώσεις αυτές από την εφαρμογή του αμερικανικού δικαίου περί απαγορεύσεως των μονοπωλίων. Ο νόμος Webb Pomerené επιτρέπει στους παραγωγούς, μεταξύ άλλων, να ανταλλάσσουν πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εμπορία των προϊόντων τους στην αλλοδαπή και να εναρμονίζουν τις τιμές τους, όταν πρόκειται για εξαγωγές.
17.
Κάθε παραγωγός εφοδιάζει γενικά πενήντα περίπου πελάτες εντός της Κοινότητας. Τους περισσότερους πελάτες (290) έχει η Finncell.
18.
Οι παραγωγοί εμπορεύονται τον πολτό εντός της Κοινότητας μέσω θυγατρικών εταιριών τους, γραφείων πωλήσεων, υποκαταστημάτων ή πρακτορείων. Ορισμένα πρακτορεία εκπροσωπούν πλείονες του ενός παραγωγούς.
Οι πελάτες
19.
Πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι η τιμή του πολτού αντιπροσωπεύει το 50-70 % περίπου του κόστους του χαρτιού. Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η κοινοτική αγορά αποτελεί τη σημαντικότερη αγορά λευκασμένου θειικού πολτού, το δε 1981 πραγματοποιήθηκε εντός της αγοράς αυτής το ένα τρίτο των παγκόσμιων πωλήσεων. Κατά το έτος αυτό η κοινοτική παραγωγή πολτού ανερχόταν σε 700000 τόνους περίπου, ενώ το σύνολο των πωλήσεων εντός της ΕΟΚ ανερχόταν σε 6 εκατομμύρια τόνους περίπου. Οι κυριότεροι αγοραστές ήσαν η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο με 2 εκατομμύρια, 1,3 εκατομμύριο και 1,1 εκατομμύριο τόνους περίπου.
20.
Λευκασμένο θειικό πολτό αγοράζουν εντός της Κοινότητας περισσότεροι από οκτακόσιοι παραγωγοί χαρτιού. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισαν ορισμένες προσφεύγουσες ( 6 ) και τα οποία δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, κατά τα μέσα της δεκαετίας του '70 δεκαεπτά αγοραστές πραγματοποιούσαν το 50 % των αγορών και σαράντα ένα αγοραστές το 80 %. Οι αγοραστές πολτού συνδέονται συχνά με παραγωγούς πολτού των οποίων η κύρια έδρα βρίσκεται εκτός Κοινότητας.
21.
Οι περισσότερες αγοραπωλησίες πραγματοποιούνται κατ' εκτέλεση μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας, οι οποίες συνάπτονται για τρία έως πέντε έτη και συχνά περιέχουν ρήτρες για αυτόματη παράταση της ισχύος τους («evergreen renewal provisions»). Οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν γενικά ότι ο πωλητής εξασφαλίζει στον αγοραστή την πώληση ανά τρίμηνο ορισμένης ποσότητας πολτού σε τιμή που δεν θα υπερβαίνει την τιμή που ανακοινώνεται κατά την περίοδο που προηγείται της ενάρξεως του οικείου τριμήνου. Δεν αμφισβητείται ότι ο πελάτης δεν έχει υποχρέωση αγοράς ολόκληρης της ποσότητας που του επιφυλάσσει ο πωλητής.
22.
Ο πολτός που πωλείται στην τρέχουσα αγορά (spot market) αντιπροσωπεύει μικρό μόνο ποσοστό καταναλώσεως.
23.
Οι αγοραστές, προκειμένου να επιτυγχάνουν το μίγμα που τους ενδιαφέρει και προκειμένου να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό τους, παραγγέλλουν πολτούς σε διάφορους παραγωγούς, οι οποίοι μάλιστα ενδέχεται να είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικές περιοχές. Εξάλλου, οι αγοραστές πολτού που συνδέονται με έναν παραγωγό αναγκάζονται να αγοράζουν ορισμένους τύπους πολτού από άλλους προμηθευτές.
Ανακοινωθείσες τιμές και τιμές συναλλαγών
24.
Σύμφωνα με παγιωμένη πλέον πρακτική, λίγες εβδομάδες ή, ενίοτε, ημέρες πριν από την έναρξη κάθε τριμήνου, οι παραγωγοί ανακοινώνουν τις τιμές που ζητούν για τους τύπους πολτού που εμπορεύονται. Οι τιμές αυτές, στις οποίες περιλαμβάνονται οι δαπάνες μεταφοράς μέχρι τους ευρωπαϊκούς λιμένες, καθορίζονται, κατά κανόνα, σε συνάρτηση με το αν η παράδοση θα πραγματοποιηθεί σε λιμένα της βορειοδυτικής Ευρώπης (της ζώνης 1) ή σε λιμένα της Μεσογείου (της ζώνης 2). Οι τιμές ανακοινώνονται στους πελάτες, τους πιθανούς πελάτες, τα πρακτορεία πωλήσεων και τα γραφεία πωλήσεων των παραγωγών. Καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει η απόφαση από το 1976, οι τιμές αυτές ανακοινώνονταν από όλους τους παραγωγούς σε δολάρια ΗΠΑ. Οι τιμές αυτές δημοσιεύονται ταχέως στα έντυπα του ειδικευμένου Τύπου.
25.
Οι ανακοινωθείσες τιμές είναι διαφορετικές από τις «τιμές συναλλαγών», δηλαδή τις τιμές που τιμολογούνται πράγματι στους πελάτες. Οι τιμές συναλλαγών ενδέχεται να συμπίπτουν με τις ανακοινωθείσες τιμές ή να διαφέρουν από τις τιμές αυτές (λόγω εκπτώσεων, παραχωρήσεως ευκολιών πληρωμής ή άλλων μειώσεων του τιμήματος).
Η εξέλιξη της αγοράς πολτού
26.
Η αγορά χαρτοπολτού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση χαρτιού και χαρτονιού, η οποία άλλωστε εξαρτάται από την εξέλιξη της εν γένει οικονομικής συγκυρίας.
27.
Στον κατωτέρω πίνακα ( 7 ) εμφαίνεται η εξέλιξη της κοινοτικής καταναλώσεως και των κοινοτικών εισαγωγών λευκασμένου θειικού πολτού.
Κατανάλωση και εισαγωγή λευκασμένου θειικού πολτού στην Κοινότητα (σε χιλιάδες τόνους)
Έτος
Κατανάλωση
Εισαγωγή
για όλες τις χώρες EOK
αϊτό τον Καναδά
% επί του συνόλου
από τις ΗΠΑ
% επίτου συνόλου
από τη Σουηδία
% επί του συνόλου
από τη Φινλανδία
% επί του συνόλου
1974
4 571,7
4 767,5
1 394,0
29,24
644,0
13,51
1 718,6
36,05
466,8
9,79
1975
3 850,8
3 371,6
971,6
28,82
587,0
17,41
1 180,1
35,00
282,7
8,38
1976
4 408,8
4 708,0
1 359,2
28,87
718,8
15,27
1 568,7
33,32
393,0
8,35
1977
4 439,1
4 636,8
1 395,8
30,10
696,2
15,01
1 406,3
30,33
437,4
9,43
1978
6 136,0
5 546,7
1 664,7
30,01
781,9
14,10
1 523,5
27,47
669,9
12,08
1979
6 540,8
5 929,3
1 565,9
26,41
934,9
15,77
1 571,2
26,50
836,3
14,10
1980
6 774,0
6 178,8
1 721,3
27,86
1 090,3
17,65
1340,3
21,69
838,8
13,57
1981
6 598,5
6 140,9
1 568,6
25,54
1 085,0
17,67
1 371,0
22,33
804,8
13,11
1982
6 406,5
5 872,9
1 427,8
24,31
1 127,6
19,20
1 143,5
19,47
700,3
11,92
28.
Η πολύ μεγάλη ζήτηση χαρτοπολτού το 1973 — πατά το οποίο εμφανίστηκαν φαινόμενα ελλείψεως — μειώθηκε κατά το τέλος του 1974 και υπέστη καθίζηση το 1975. Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού ο βαθμός χρησιμοποιήσεως των παραγωγικών ικανοτήτων των αμερικανικών, σουηδικών και φινλανδικών επιχειρήσεων μειώθηκε αισθητά. Το ίδιο συνέβη με τις καναδικές επιχειρήσεις, στις οποίες σημειώθηκαν απεργίες που επηρέασαν την παραγωγή τους. Το 1975 επίσης η Σουηδική Κυβέρνηση καθιέρωσε ένα σύστημα ενισχύσεως για τη δημιουργία αποθεμάτων, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την κολοσσιαία αύξηση των αποθεμάτων των Σουηδών παραγωγών. Το1976η ζήτηση πολτού εντός της Κοινότητας επανήλθε ουσιαστικά στα επίπεδα του 1974.
29.
Το 1977η κατανάλωση παρέμεινε στάσιμη (+ 0, 7 %), ενώ οι εισαγωγές υπέστησαν ελαφρή μείωση (-1,5 %). Το 1978 τόσο η κατανάλωση όσο και οι εισαγωγές σημείωσαν θεαματική αύξηση, η οποία συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του 1979 και έφθασαν σε επίπεδα ρεκόρ το 1980. Το 1981 σημειώθηκε ελαφρά μείωση της προσφοράς, η οποία συνεχίστηκε το 1982.
30.
Σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών εντός της κοινοτικής αγοράς ήταν σχηματικά η εξής: τα έτη 1975 ( 8 ) και 1976 χαρακτηρίζονταν από πλήρη σταθερότητα, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1977 ( 9 ), κατά το οποίο άρχισε να σημειώνεται πτώση, η οποία επιτάθηκε κατά το επόμενο τρίμηνο και τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1978, οπότε το επίπεδο των ανακοινωθεισών τιμών ήταν το χαμηλότερο που σημειώθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου την οποία καλύπτει η απόφαση. Κατά το τρίτο τρίμηνο του 1978 σημειώθηκε μια ελαφρά ανάκαμψη των ανακοινωθεισών τιμών, οι οποίες αυξήθηκαν σαφώς κατά το τέταρτο τρίμηνο. Οι ανακοινωθείσες τιμές εξακολούθησαν να αυξάνονται κατά τα επόμενα τρίμηνα μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1980. Στη συνέχεια παρέμειναν σταθερές μέχρι το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 1981, οπότε σημείωσαν αύξηση, η οποία, κατά την Επιτροπή, «δεν έγινε δεκτή» σε όλα τα κράτη μέλη.
31.
Πρέπει ευθύς εξαρχής να αναφερθεί ότι η Επιτροπή φρονεί ότι οι παραγωγοί, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, προέβαιναν σε σχεδόν ταυτόχρονη ανακοίνωση παρόμοιων τιμών για παρόμοιες περιόδους και ότι συνομολογούσαν τις ίδιες ακριβώς τιμές συναλλαγών, πράγμα για το οποίο η μόνη εξήγηση είναι ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική. Η Επιτροπή αναφέρει πάντως ότι το 1977 και το 1978 οι τιμές συναλλαγών απέκλιναν σημαντικά από τις ανακοινωθείσες τιμές, επειδή, κατά την απόφαση, οι εταιρίες αντιλήφθηκαν ότι δεν μπορούσαν να απαιτούν την καταβολή των εναρμονισμένων τιμών, οι οποίες δεν ήσαν ρεαλιστικές, αφού η χαμηλή ζήτηση είχε οδηγήσει σε ενίσχυση του ανταγωνισμού.
32.
Ας σημειωθεί ότι τον Απρίλιο 1978η Επιτροπή κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγπ σχετικά με την εισαγωγή χαρτοπολτών από τον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Φινλαδία και τη Σουηδία ( 10 ), η οποία περατώθηκε στο τέλος του ίδιου έτους ( 11 ).
Διαδικασία και απόφαση
33.
Το 1977, κατόπιν έλεγχων που διεξήγαγε βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 17/62 ( 12 ) (στο εξής: κανονισμός 17), η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε διαπιστώσει στη βιομηχανία χαρτοπολτού ορισμένες περιοριστικές πρακτικές και ορισμένες συμφωνίες που δεν είχαν κοινοποιηθεί συμφωνά με τα άρθρα 4 και 5 του ίδιου αυτού κανονισμού.
34.
Κατόπιν των ελέγχων αυτών, η Επιτροπή κίνησε αυτεπαγγέλτως στις 29 Ιουλίου 1981 τη διαδικασία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 κατά 57 επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων παραγωγής χαρτοπολτού εγκατεστημένων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Φινλανδία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1981 τους γνωστοποιήθηκαν οι αιτιάσεις της Επιτροπής. Οι αιτιάσεις αυτές αφορούσαν τη συμμετοχή των εταιριών αυτών σε καθορισμό των τιμών μέσω εναρμονισμένης πρακτικής, σε αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων, σε κοινές οργανώσεις, σε συμφωνίες περί κοινής εκπροσωπήσεως και κοινών πρακτορείων, σε συμφωνίες σχετικές με τους όρους πωλήσεων και σε ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων. Εν προκειμένω περιορίζομαι ηθελημένα στο να επαναλάβω απλώς τη διατύπωση του εγγράφου που συνόδευε τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, διότι οι διάδικοι πραγματεύονται δια μακρών το περιεχόμενο και την έννοια της.
35.
Η ακρόαση των επιχειρήσεων διεξήχθη τον Μάρτιο και τον Απρίλιο 1982. Στη συνέχεια, την 1η Σεπτεμβρίου 1982, η Επιτροπή απηύθυνε στους αποδέκτες της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι, ενόψει των παρατηρήσεων που είχαν διατυπώσει οι επιχειρήσεις με τις απαντήσεις τους στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και κατά την ακρόαση τους, ήταν αναγκαίο «να ενημερωθούν και να συμπληρωθούν τα στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η διαδικασία» ( 13 ), ζήτησε από τους παραγωγούς, μεταξύ άλλων, να της αποστείλουν, για την περίοδο από το 1974 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1982, τα τιμολόγια και τα έγγραφα που αφορούσαν τις τιμές συναλλαγών που διέφεραν από τις ανακοινωθείσες τιμές. Κατόπιν αυτού, οι επιχειρήσεις απέστειλαν στην Επιτροπή περισσότερα από 100000 τιμολόγια.
36.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 1982 άρχισαν συνομιλίες μεταξύ των επιχειρήσεων και της Επιτροπής, με σκοπό την ανάληψη εκ μέρους των επιχειρήσεων της δεσμεύσεως να επιδεικνύουν νέα συμπεριφορά εντός της κοινοτικής αγοράς, και συγκεκριμένα ως προς την επιλογή του νομίσματος στο οποίο θα ανακοινώνονταν ή θα τιμολογούνταν οι τιμές και ως προς τη διάρκεια της ισχύος των ανακοινώσεων τιμών. Η Επιτροπή επιδίωκε να μειωθεί έτσι η, κατά τον χαρακτηρισμό της, «τεχνητή διαφάνεια της αγοράς», προκειμένου «να καταστεί δυσχερέστερη η εφαρμογή εναρμονισμένης πρακτικής των επιχειρήσεων ως προς τις τιμές» ( 14 ). Η δέσμευση αυτή επρόκειτο αρχικά να χρησιμεύσει ως βάση για έναν φιλικό διακανονισμό της υποθέσεως (όπως ομολόγησε η Επιτροπή πατά την προφορική διαδικασία, απαντώντας σε συγκεκριμένη ερώτηση που της είχε υποβληθεί επ' αυτού). Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 1983 και 1984, ανέκυψαν δε σχετικώς δυσχέρειες που αφορούσαν τόσο το περιεχόμενο της δεσμεύσεως όσο και το γεγονός ότι ορισμένες επιχειρήσεις αρνούνταν να αναλάβουν τέτοια δέσμευση, κυρίως επειδή απέρριπταν κάθε κατηγορία περί συμμετοχής τους σε εναρμονισμένη πρακτική.
37.
Στις αρχές Δεκεμβρίου 1984 οι σουηδικές και οι φινλανδικές επιχειρήσεις υπέγραψαν το κείμενο της αναλήψεως δεσμεύσεως, το οποίο ανταποκρινόταν προς τις επιθυμίες της Επιτροπής, ενώ οι βορειοαμερικανικές επιχειρήσεις αρνούνταν να δεχτούν τις «νομισματικές» ρήτρες. Οι βορειοαμερικανικές αυτές επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι στις 11 Δεκεμβρίου 1984 η Επιτροπή τους γνωστοποίησε ότι αποκλειόταν να υπάρξει φιλικός διακανονισμός, αν δεν αναλάμβαναν την ίδια δέσμευση που είχαν αναλάβει οι σκανδιναβικές επιχειρήσεις, το αργότερο μέχρι την επομένη το πρωί. Κατόπιν αυτού, ορισμένες από τις επιχειρήσεις αυτές δέχθηκαν να αναλάβουν τη δέσμευση, αλλά στις 12 Δεκεμβρίου πληροφορήθηκαν ότι από την προηγούμενη ήδη ημέρα είχε επιλεγεί η λύση της εκδόσεως αποφάσεως.
38.
Στις 15 Δεκεμβρίου 1984 ο Τύπος ( 15 ) ανέφερε ονομαστικά τους παραγωγούς που θα αφορούσε η υπό έκδοση απόφαση της Επιτροπής, καθώς και το ύψος των προστίμων που θα τους επιβάλλονταν. Αναφερόταν επίσης ότι η Επιτροπή, κατά την επιβολή των προστίμων αυτών, είχε λάβει υπόψη τη δέσμευση που είχαν αναλάβει οι Σουηδοί και οι Φινλανδοί παραγωγοί ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά τους.
39.
Στις 18 Δεκεμβρίου 1984 η Επιτροπή πληροφόρησε τις προσφεύγουσες βορειοαμερικανικές επιχειρήσεις ότι ενέμενε στην απόφαση της να εκδώσει απόφαση και ότι η διαδικασία θα συνεχιζόταν κανονικά μέχρι την κοινοποίηση της αποφάσεως ( 16 ). Επιπλέον η Επιτροπή πληροφόρησε τις επιχειρήσεις ότι η προθεσμία εντός της οποίας μπορούσαν να αναλάβουν την ίδια δέσμευση με τις σουηδικές και φινλανδικές εταιρίες, ώστε να μειωθούν ανάλογα τα πρόστιμα τους, έληγε την ίδια ημέρα στις 6 μ.μ. (ώρα Βελγίου). Η προθεσμία αυτή φαίνεται ότι παρατάθηκε κατά μερικές ώρες. Όλες οι προσφεύγουσες, πλην τριών (της Bowater, της St Anne και της IPS), δέχθηκαν να αναλάβουν τη δέσμευση και, κατόπιν αυτού, τα πρόστιμα τους μειώθηκαν κατά 90 % με την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή στις 19 Οκτωβρίου 1984 και η οποία αφορούσε 43 από τους αποδέκτες της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων ( 17 ). Σε 36 από τους αποδέκτες αυτούς επιβλήθηκαν πρόστιμα από 50000 έως 500000 ECU ( 18 ). Έξι από τους αποδέκτες της αποφάσεως είναι εγκατεστημένοι στον Καναδά, ένδεκα στις Ηνωμένες Πολιτείες, δώδεκα στη Φινλανδία, ένδεκα στη Σουηδία, ένας στη Νορβηγία, ένας στην Πορτογαλία και ένας στην Ισπανία. Στον Νορβηγό, στον Πορτογάλο και στον Ισπανό αποδέκτη και σε τέσσερις Σουηδούς, δύο Φινλανδούς και έναν Αμερικανό παραγωγό δεν επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο.
40.
Η Επιτροπή θεώρησε ότι οι αποδέκτες είχαν τελέσει τις ακόλουθες παραβάσεις. Καταρχάς διαπίστωσε ότι όλοι σχεδόν οι αποδέκτες αυτοί είχαν μετάσχει σε εναρμονισμένη πρακτική αφενός ως προς τις τιμές που ανακοινώθηκαν για τον λευκασμένο θειικό χαρτοπολτό με προορισμό την Κοινότητα ( 19 ) καθ' όλη την περίοδο 1975-1981 ή κατά ένα μέρος της περιόδου αυτής (ανάλογα με τους παραγωγούς) και αφετέρου ως προς τις πραγματικές τιμές συναλλαγών που εφάρμοζαν για τον ίδιο αυτό πολτό εντός των αγορών πέντε κρατών μελών κατά τα έτη 1975, 1976, 1979-1981 ή για ορισμένα από τα έτη αυτά (ανάλογα με τους παράγω γούς) ( 20 ). Στη συνέχεια οι αποδέκτες που είναι μέλη της ΚΕΑ κατηγορούνται ότι εναρμόνισαν την πρακτική τους ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και τις πραγματικές τιμές στις οποίες πώλησαν τον χαρτοπολτό, καθώς και ότι αντάλλαξαν εξατομικευμένα στοιχεία σχετικά με αυτές τις τιμές πωλήσεως ( 21 ). Στη συνέχεια ορισμένοι από τους αποδέκτες (ορισμένοι Σουηδοί παραγωγοί, η Finncell, άλλοι Ευρωπαίοι παραγωγοί και ένας Καναδός παραγωγός) κατηγορούνται ότι εναρμόνισαν την πρακτική τους ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και τις τιμές συναλλαγών και ότι αντάλλαξαν, στο πλαίσιο της Fides ( 22 ), εξατομικευμένα στοιχεία σχετικά με τις τιμές πωλήσεως των λευκασμένων θειικών χαρτοπολτών από σκληρή ξυλεία εντός της Κοινότητας πατά την περίοδο 1973-1977 ( 23 ). Τέλος, διαπιστώθηκε ότι ορισμένοι από τους αποδέκτες είχαν τελέσει παράβαση που συνίστατο στην προσθήκη στις συμβάσεις πωλήσεως χαρτοπολτού που συνήπταν με εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας πελάτες ορισμένων ρητρών που απαγόρευαν την εξαγωγή ή τη μεταπώληση του χαρτοπολτού που αγόραζαν οι πελάτες αυτοί ( 24 ).
41.
Το κείμενο της δεσμεύσεως έχει επισυναφθεί στην απόφαση, στην οποία διευκρινίζεται ότι τα πρόστιμα των επιχειρήσεων που ανέλαβαν τη δέσμευση αυτή μειώθηκαν αισθητά.
42.
Όσον φορά την απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να υπομνηστούν μερικά σημεία των διαπιστώσεων της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη «γενικής» εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και τις τιμές συναλλαγών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως.
43.
Στο διατακτικό της αποφάσεως δεν αναφέρεται ακριβώς ποιες ήταν οι επιχειρήσεις που εναρμόνισαν την πρακτική τους. Με το διατακτικό διαπιστώνεται ότι οι αναφερόμενοι στο διατακτικό αυτό παραγωγοί μετέσχον, κατά τη διάρκεια ορισμένων από τα αναφερόμενα στο διατακτικό ετών, σε εναρμονισμένη πρακτική. Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει τις διαπιστώσεις της, τις οποίες του ανακοίνωσε υπό μορφή μακρών πινάκων, οι οποίοι περιλαμβάνονται πλέον στην έκθεση ακροατηρίου.
44.
Κατά την έκθεση ακροατηρίου, η «Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ τουλάχιστον των παραγωγών που είχαν ανακοινώσει (ή τιμολογήσει) ίδια τιμή για δεδομένο προϊόν, εντός δεδομένης περιφέρειας και κατά τη διάρκεια δεδομένου τριμήνου» ( 25 ).
45.
Οι διαπιστώσεις της Επιτροπή σχετικά με τις τιμές περιέχονται αναλυτικά στους συνημμένους στην απόφαση πίνακες 6 και 7.
46.
Ο πίνακας 6 περιλαμβάνει τις τιμές που ανακοίνωσαν οι επιχειρήσεις για κάθε τρίμηνο της περιόδου που καλύπτει η απόφαση.
47.
Ο πίνακας 7 αφορά τις τιμές συναλλαγών. Κανένα όνομα δεν αναγράφεται στον πίνακα αυτό, όπως δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα. Σε κάθε επιχείρηση κοινοποιήθηκε η απόφαση με τον συνημμένο πίνακα 7, στον οποίο αναγράφονταν μόνο οι τιμές της ίδιας και όχι οι επωνυμίες των ανταγωνιστών της. Κατά την έγγραφη διαδικασία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ο πίνακας με τις τιμές συναλλαγών όλων των επιχειρήσεων.
48.
Εικοσιοκτώ από τους σαραντατρείς αποδέκτες της αποφάσεως άσκησαν κατά τη διάρκεια του μηνός Απριλίου 1985 δέκα προσφυγές ακυρώσεως ( 26 ).
49.
Αφού στις 21 Φεβρουαρίου 1989 η Mead Corporation (προσφεύγουσα στην υπόθεση C-114/85) παραιτήθηκε από την προσφυγή της και, με απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε ως προς την ΚΕΑ (υποθ. C-114/85), ο αριθμός των προσφευγουσών έχει μειωθεί σε 26, δηλαδή προσφεύγουσες είναι πλέον μια ένωση επιχειρήσεων (η Finncell) και 25 επιχειρήσεις. Οι σουηδικές επιχειρήσεις δεν έχουν ασκήσει προσφυγή.
50.
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση που έχει εκδώσει η Επιτροπή ως προς αυτές ή, επικουρικά, να μειώσει τα επιβληθέντα πρόστιμα. Επιπλέον, ορισμένες από τις προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την ανάληψη δεσμεύσεως ή να τις απαλλάξει από τη δέσμευση αυτή.
51.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως που συνίστατο στην έλλειψη αρμοδιότητας της Κοινότητας έναντι επιχειρήσεων που, όπως οι προσφεύγουσες, είναι εγκατεστημένες εκτός του κοινοτικού εδάφους, με το σκεπτικό ότι οι προσφεύγουσες είχαν επιδείξει εντός της κοινής αγοράς τη συμπεριφορά που τους καταλόγιζε η Επιτροπή.
52.
Με Διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 1988 το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, αντικείμενο της οποίας ήταν κυρίως η ανάλυση των εγγράφων σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές και τις τιμές συναλλαγών η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης ανατέθηκε στις 16 Μαρτίου 1989 στην επιχείρηση Moret και Limperg, σε συνεργασία με τον Μ. Whitehouse.
53.
Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται οι ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο στους πραγματογνώμονες και τα πορίσματα που διατύπωσαν εγγράφως οι πραγματογνώμονες αυτοί, οι οποίοι έδωσαν προφορικές διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5 Ιουνίου 1990.
54.
Στη συνέχεια το Δικαστήριο ανέθεσε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης στους Fishwick και Cockram, από τους οποίους ζήτησε, μεταξύ άλλων, να εκθέσουν και να αναλύσουν τα χαρακτηριστικά της αγοράς χαρτοπολτού κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει η απόφαση και να αποφανθούν, ενόψει των χαρακτηριστικών αυτών, αν και για ποιους λόγους η ομαλή λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς χαρτοπολτού θα οδηγούσε αναγκαστικά στη διαμόρφωση διαφοροποιημένων τιμών ή στη διαμόρφωση ενιαίων τιμών. Θα προβώ στη συνέχεια σε ενδελεχέστερη εξέταση της υποθέσεως, οπότε θα έχω την ευκαιρία να εκθέσω δια μακρών τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων, τα οποία έχουν ενσωματωθεί στην έκθεση ακροατηρίου.
55.
Καταρχάς πρέπει να αναφερθεί ότι ορισμένες από τις προσφεύγουσες, ταυτόχρονα με την άσκηση των προσφυγών, πρόβαλαν ένσταση βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Με την ένσταση αυτή ζήτησαν από το Δικαστήριο κυρίως να υποχρεώσει την Επιτροπή να μη χρησιμοποιήσει και να μην επικαλεστεί κατά την παρούσα διαδικασία τα τιμολόγια που της απέστειλαν μετά την ακρόαση τους. Κατά τις προσφεύγουσες αυτές, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν περιεχόταν κανείς ισχυρισμός σχετικά με την τέλεση παραβάσεως λόγω εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών.
56.
Κατά τις προσφεύγουσες αυτές, οι διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών, διαπιστώσεις που εκτίθενται στην απόφαση της Επιτροπής, βασίστηκαν μόνο στην ανάλυση των τιμολογίων που απέστειλαν οι αποδέκτες της αποφάσεως μετά την ακρόαση τους. Κατά τη διάρκεια όμως της διοικητικής διαδικασίας η Επιτροπή δεν τους έδωσε τη δυνατότητα να συμβουλευθούν τα έγγραφα αυτά. Η πλημμέλεια αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση των εγγράφων αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τις προσφεύγουσες αυτές, δεν είναι αυτός ο ρόλος του Δικαστηρίου, το οποίο υποχρεώνεται έτσι να εξετάσει περίπλοκα πραγματικά περιστατικά και να αποφανθεί επί ζητημάτων που θα έπρεπε κανονικά να έχει εξετάσει η Επιτροπή πατά τη διοικητική διαδικασία βάσει των παρατηρήσεων των επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, η καθής δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου.
57.
Το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεξετάσει την αίτηση αυτή με την ουσία της υποθέσεως, ενώ η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη και ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ισχυρισμό επί της ουσίας (που εξάλλου δεν είναι κρίσιμος) και όχι για παρεμπίπτον ή για ένσταση. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αποφανθώ επ' αυτού, αλλά θα ήθελα να τονίσω ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν οι προσφεύγουσες σχετικά με την αίτηση επί του παρεμπίπτοντος ζητήματος συμπίπτει ουσιαστικά με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν προς στήριξη των ίδιων των προσφυγών, καθόσον με τις προσφυγές αυτές ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως σχετικά με την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, με το αιτιολογικό ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα άμυνας. Κατά συνέπεια, προτίθεμαι να ζητήσω από το Δικαστήριο να εξετάσει καταρχάς τους ισχυρισμούς που αναπτύσσουν οι προσφεύγουσες σχετικά με τις πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας που αφορούν τις τιμές συναλλαγών.
58.
Κατωτέρω θα εξετάσω διαδοχικά:
I —
τους λόγους ακυρώσεως που αφορούν τη διαδικασία,
II —
τη «γενική» εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές,
III —
την εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της ΚΕΑ,
IV —
την εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της Fides,
V —
τις ρήτρες απαγορεύσεως των εξαγωγών και των μεταπωλήσεων,
VI —
τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών,
VII —
τους ισχυρισμούς περί διακρίσεων,
VIII —
την ανάληψη δεσμεύσεως,
IX —
τα πρόστιμα,
Χ —
τα δικαστικά έξοδα.
Ι — Λόγοι ακυρώσεως που αφορούν τη διαδικασία ( 27 )
59.
Όλες οι προσφεύγουσες επικρίνουν τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή, από την εξέταση δε των αιτιάσεων τους προκύπτει, όπως θα ήθελα να τονίσω ευθύς εξαρχής, ότι υπάρχουν ορισμένες πρόδηλες πλημμέλειες, οι οποίες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το πύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
60.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση των αιτιάσεων των προσφευγουσών, θα ήθελα να αναφέρω ότι η Bowater ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο κοινοποιήσεως της αποφάσεως φέρει ημερομηνία κατά την οποία ο υπογράφων το έγγραφο δεν κατείχε πλέον τη θέση του αρμόδιου για τον ανταγωνισμό Επιτρόπου. Κατά την Επιτροπή, η ανωμαλία αυτή εξηγείται από τον φόρτο εργασίας που είχε τότε η Γενική Γραμματεία, κυρίως λόγω της αποστολής πολλών αποφάσεων κατά το τέλος του 1984.
61.
Δεν μπορεί να χαροποιήσει ιδιαίτερα το Δικαστήριο το γεγονός ότι ένα έγγραφο που καλείται να εξετάσει δεν υπογράφηκε κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό. Νομίζω όμως ότι το γεγονός αυτό, το οποίο είναι οπωσδήποτε λυπηρό, δεν επηρεάζει το κύρος της ίδιας της αποφάσεως. Αυτό είναι νομίζω το συμπέρασμα που συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «οι πλημμέλειες κατά τη διαδικασία κοινοποιήσεως μιας αποφάσεως δεν έχουν σχέση με τη νομική αυτή πράξη και επομένως δεν θίγουν το κύρος της» ( 28 ). Οι πλημμέλειες όμως αυτές ενδέχεται αναμφίβολα να έχουν ως αποτέλεσμα να μην αρχίσει να τρέχει η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής. Εν προκειμένω όμως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι «οι προσφεύγουσες γνώριζαν πλήρως το κείμενο της αποφάσεως και έκαναν εμπροθέσμως χρήση του δικαιώματος τους να ασκήσουν προσφυγή» ( 29 ). Κατά συνέπεια, «το ζήτημα των ενδεχομένων πλημμελειών της κοινοποιήσεως δεν έχει καμία σημασία» ( 30 ).
62.
Θα εξετάσω διαδοχικά τις πλημμέλειες που κατά τις προσφεύγουσες, συνίστανται:
—
στο γεγονός ότι η απόφαση στηρίζεται σε ορισμένες αιτιάσεις που δεν περιλαμβάνονταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων,
—
στο γεγονός ότι στην απόφαση ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που δεν είχαν ανακοινωθεί στις προσφεύγουσες,
—
στην άρνηση πραγματοποιήσεως ποινής ακροάσεως των επιχειρήσεων,
—
στο γεγονός ότι μετά την ανάληψη της δεσμεύσεως από ορισμένες επιχειρήσεις δεν ζητήθηκε η γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Συμπράξεων και Δεσποζουσών θέσεων.
Α — Η απόφαση στηρίζεται σε ορισμένες αιτιάσεις που δεν περιλαμβάνονταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων
1) Η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών
63.
Οι προσφεύγουσες σχετικά με τις οποίες διαπιστώθηκε η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών ( 31 ) (δηλαδή ως προς τις τιμές που ίσχυσαν πράγματι) υποστηρίζουν ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και μόνο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, δεχόμενη με την απόφαση της ότι είχε τελεστεί αυτοτελής παράβαση, η οποία συνίστατο στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, πρόσβαλε τα διπαιώματα άμυνας που αναγνωρίζονται από το άρθρο 4 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ παι το άρθρο 19 του κανονισμού 17, το οποίο ορίζει ότι μπορούν να λαμβάνονται υπόψη μόνο οι αιτιάσεις επί των οποίων οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν τη δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψη τους. Κατά τις επιχειρήσεις, η Επιτροπή τους γνωστοποίησε μόλις τον Οκτώβριο 1984, δηλαδή δυο μήνες πριν από την έκδοση της αποφάσεως, ότι με την απόφαση της θα δεχόταν επίσης ότι είχε τελεστεί παράβαση συνισταμένη σε εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
64.
Κατά της επιχειρηματολογίας αυτής η Επιτροπή επικαλείται χαταρχάς το γράμμα της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων. Κατά την Επιτροπή, στη γνωστοποίηση αυτή απαντούν χωρία που αφορούν εναρμονισμένη πρακτική τόσο ως προς τις τιμές συναλλαγών όσο και ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές.
65.
Πριν εξετάσω τα εν λόγω χωρία, θα ήθελα να διατυπώσω την εξής παρατήρηση. Η καθής επικαλείται αφενός μεν χωρία του μέρους «Πραγματικά περιστατικά» της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, αφετέρου δε χωρία του τμήματος «Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ». Νομίζω όμως ότι, επειδή τυπικά δεν υπάρχει διατακτικό στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, οι παραβάσεις για τις οποίες κατηγορούνται οι αποδέκτες της γνωστοποιήσεως πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια, τουλάχιστον σ' αυτό το τελευταίο τμήμα της γνωστοποιήσεως.
66.
Κατόπιν των παρατηρήσεων αυτών, το γεγονός ότι σε ορισμένα χωρία του τμήματος «Πραγματικά περιστατικά» της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων γίνεται μνεία της τιμής συναλλαγής ( 32 ) δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, παρά περιορισμένη μόνο σημασία, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η γνωστοποίηση κάλυπτε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
67.
Στο τμήμα «Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ» γίνεται μνεία της «εναρμονισμένης πρακτικής κατά τον καθορισμό των τιμών, η οποία εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, με το σύστημα των ανακοινώσεων τιμών» ( 33 ). Μολονότι η έκφραση «μεταξύ άλλων» («inter alia» στο πρωτότυπο κείμενο) είναι υπογραμμισμένη εντός του πρωτοτύπου κειμένου, θα χρειαζόταν πράγματι μεγάλη φαντασία για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για αναφορά στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών. Εν πάση περιπτώσει, μια τέτοια αναφορά θα ήταν τουλάχιστον πολύ έμμεση.
68.
Στα σημεία 54 επ. της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων όμως, όπου η Επιτροπή αναλύει τις εναρμονισμένες πρακτικές κατά τον καθορισμό των τιμών μεταξύ των παραγωγών, τίθεται κυρίως ζήτημα για την πρακτική της ανακοινώσεως τιμών και τις «άλλες επαφές μεταξύ παραγωγών». Η μόνη κρίσιμη ενδεχομένως αναφορά ( 34 ) υπέρ της απόψεως της Επιτροπής περιέχεται στην παράγραφο 66: «Οι παραγωγοί της Βόρειας Αμερικής εφάρμοζαν μέχρι το 1978 (...) τις ίδιες τιμές με τους Σκανδιναβούς παραγωγούς, εκτός από το πρώτο εξάμηνο του 1977, κατά το οποίο παραχωρούσαν εκπτώσεις και αύξησαν το μερίδιο αγοράς που ήλεγχαν». Εν πάση περιπτώσει, από το γράμμα της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν προκύπτει καμία σαφής και μη διφορούμενη αναφορά από την οποία να μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι διατυπώθηκε πράγματι η αιτίαση περί εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών.
69.
Η Επιτροπή υποστηρίζει εντούτοις, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι από τις απαντήσεις που έδωσαν ορισμένες επιχειρήσεις στη γνωστοποίηση αιτιάσεων ή κατά την ακρόαση τους προκύπτει σαφώς ότι οι επιχειρήσεις αυτές είχαν αντιληφθεί ότι η γνωστοποίηση κάλυπτε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
70.
Δεν νομίζω ότι τα αποσπάσματα που επικαλείται συναφώς η Επιτροπή αποδεικνύουν το βάσιμο της απόψεως της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ΚΕΑ υποστήριξε ότι «κακώς αναφέρεται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων ότι οι πραγματικές τιμές συναλλαγών δεν ακολουθούσαν τις διακυμάνσεις της αγοράς» και ότι επέκρινε επίσης το γεγονός ότι με το έγγραφο αυτό είχε γίνει δεκτό ότι «οι πραγματικές τιμές συναλλαγών συνέπιπταν με τις ανακοινωθείσες τιμές, οι οποίες αποκαλούνταν επίσης τρέχουσες τιμές». Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι οι προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις υποστήριξαν ότι υπήρχε έντονος ανταγωνισμός, ο οποίος οδήγησε σε καθορισμό τελείως διαφορετικών τιμών συναλλαγών. Εντούτοις, οι δηλώσεις αυτές δεν αποδεικνύουν σαφώς ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών. Το επιχείρημα ότι οι τιμές αυτές διέφεραν από τις ανακοινωθείσες τιμές μπορεί να αποτελεί μέσο άμυνας κατά της κατηγορίας περί εφαρμογής εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και μόνο. Ούτε άλλωστε η άποψη της Επιτροπής επιβεβαιώνεται από ορισμένα χωρία που επικαλείται η ίδια και στα οποία αναφέρεται π.χ. ότι οι καναδικές επιχειρήσεις δήλωσαν ότι «όλες οι προσφεύγουσες καναδικές επιχειρήσεις κατηγορούνται ότι μετέσχον σε εναρμονισμένη πρακτική προς καθορισμό των τιιχών»ή ότι n Bowater αονείται οποιαδήποτε συμμετοχή «σε οποιαδήποτε εναρμονισμένη πρακτική ως προς την ανακοίνωση ή τον καθορισμό τιμών». Επιπλέον, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι η έκφραση «καθορισμός των τιμών» καλύπτει αναμφίβολα και την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών: τούτο όμως ακριβώς είναι το αποδεικτέο...
71.
Η άποψη της Επιτροπής ότι η διάκριση μεταξύ ανακοινωθεισών τιμών και τιμών συναλλαγών δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι υπήρξαν δύο πλήρως διακεκριμένες εναρμονισμένες πρακτικές δεν στερείται λογικού ερείσματος.
72.
Δεν προέρχονται όμως οι αβεβαιότητες αυτές κυρίως από τη στάση της ίδιας της Επιτροπής; Επ' αυτού υπενθυμίζεται ότι με την απόφαση έγινε δεκτό ότι η εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών και η εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές αποτελούσαν δύο αυτοτελείς παραβάσεις. Για τα έτη 1977 και 1978 π.χ. δεν διαπιστώθηκε καμία εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, ενώ διαπιστώθηκε τέλεση παραβάσεως ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές. Με την προσβαλλομένη απόφαση διαπιστώθηκε ότι η St Anne μετέσχε μόνο στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές, ενώ άλλες επιχειρήσεις κατηγορήθηκαν ότι μετέσχον στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών και μόνο. Εξάλλου, από τις εξηγήσεις που παρέσχε η ίδια η Επιτροπή προκύπτει ότι κατά τον καθορισμό των προστίμων ελήφθησαν υπόψη χωριστά αφενός η εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και αφετέρου η εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
73.
Επομένως η Επιτροπή θεώρησε αναμφίβολα, με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι υφίσταντο συναφώς δύο αυτοτελείς παραβάσεις, ενώ στη γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν περιεχόταν καμία ρητή κατηγορία ως προς τον καταλογισμό αιτιάσεως σχετικά με εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
74.
Υπέρ της απόψεως των προσφευγουσών συνηγορεί ιδιαίτερα και μια πρόσθετη διαπίστωση. Το παράρτημα VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων συνίσταται σε πίνακα στον οποίο αναφέρονται μόνο οι ανακοινωθείσες τιμές, πράγμα που εξάλλου επιβεβαίωσε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, απαντώντας σε συγκεκριμένη ερώτηση που της τέθηκε σχετικά. Στη γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν περιλαμβάνεται κανένα παράρτημα αντίστοιχο προς τον πίνακα 7 της αποφάσεως, στον οποίο εμφαίνονται οι τιμές συναλλαγών. Η διαφορά ακριβώς αυτή μεταξύ της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων και της αποφάσεως έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε τις ανακοινωθείσες τιμές, καθόσον οι τιμές αυτές συνέπιπταν συνήθως με τις τιμές συναλλαγών ( 35 ), αντιφάσκει προς την άποψη που υποστηρίζει η Επιτροπή. Προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, η Επιτροπή παραθέτει, μεταξύ άλλων, ορισμένα χωρία της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων στα οποία γίνεται λόγος για την ύπαρξη διαφορών μεταξύ ανακοινωθεισών τιμών και πραγματικών τιμών κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων ( 36 ). Στο παράρτημα VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν γίνεται όμως καμία μνεία των τιμών συναλλαγών για τις περιόδους αυτές. Για να γίνει δεκτό ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, θα έπρεπε τουλάχιστον να προκύπτουν σαφώς από τον πίνακα αυτό οι περίοδοι κατά τις οποίες οι τιμές συναλλαγών αυτές διέφεραν, κατά την ίδια την Επιτροπή, από τις ανακοινωθείσες τιμές.
75.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι «σκοπός της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων είναι να δοθεί στους ενδιαφερομένους η δυνατότητα να αναπτύξουν τα επιχειρήματα τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που έχει κινηθεί κατ' αυτών». Προς τούτο ο αποδέκτης πρέπει να είναι σε θέση «να λαμβάνει πράγματι γνώση των αιτιάσεων που προβάλλονται κατ' αυτού» ( 37 ).
76.
Η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν θα μπορούσε να επιτελέσει τη λειτουργία αυτή, αν γινόταν δεκτή η άποψη της Επιτροπής. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι η έκθεση αιτιάσεων ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 99/63, «εφόσον αναφέρει, συνοπτικά έστω, αλλά με σαφήνεια, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή» ( 38 ). Αυτή η προϋπόθεση σαφήνειας, την οποία υπενθυμίζει και της οποίας τη συνδρομή εξακριβώνει παγίως η νομολογία σας ( 39 ), είναι προφανές ότι δεν πληρούται, όταν χρειάζονται λεπτομερείς εξηγήσεις για να αποδειχθεί ότι στην έκθεση αιτιάσεων διατυπώνεται μαι συγκεκριμένη κατηγορία. Η σαφής διατύπωση των αιτιάσεων ( 40 ) που φέρονται σε γνώση των επιχειρήσεων είναι αναγκαία για να δοθεί στις επιχειρήσεις αυτές πλήρως η δυνατότητα να αμυνθούν. Στους τομείς που χαρακτηρίζονται από τον περίπλοκο χαρακτήρα των πραγματικών περιστατικών, τον όγκο των στοιχείων και τη βαρύτητα των συνεπειών των εκκρεμών διαδικασιών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, όταν είναι αναγκαία η έμμεση συναγωγή συμπερασμάτων από τη διατύπωση της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση είναι βέβαιο ότι στη γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν περιέχεται καμιά σαφής κατηγορία σχετικά με την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
77.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η Επιτροπή, διαπιστώνοντας με την απόφαση της την τέλεση παραβάσεως που συνίστατο στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, η οποία δεν μνημονευόταν σαφώς, επακριβώς και ρητώς στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4 του κανονισμού 99/63 και από το άρθρο 19 του κανονισμού 17. Η παράβαση αυτή επισύρει, κατά την άποψη μου, την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως, την οποία ζητούν οι ενδιαφερόμενες προσφεύγουσες επιχειρήσεις. Εν πάση περιπτώσει, στο ίδιο συμπέρασμα θα μας οδηγήσει η περαιτέρω εξέταση του νομότυπου της διαδικασίας, όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή για να αποδείξει την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών.
2) Η διάρκεια της εναρμονισμένης πρακτικής
78.
Πολλές από τις προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η διάρκεια της παραβάσεως που εκτίθεται στην απόφαση είναι μεγαλύτερη από τη διάρκεια που αναφερόταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων.
α) Η διάρκεια της παραβάσεως μέχρι την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων
79.
Με την απόφαση διαπιστώνεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μέχρι τον χρόνο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, δηλαδή μέχρι τον Σεπτέμβριο 1981. Στον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 6 εμφαίνονται οι ανακοινωθείσες τιμές κατά τα τέσσερα τρίμηνα του 1981, ενώ στον πίνακα 7 οι τιμές συναλλαγών για τα τρία πρώτα τρίμηνα του 1981.
80.
Οι προσφεύγουσες καναδικές επιχειρήσεις και η Bowater ισχυρίζονται ότι η χρονική περίοδος την οποία κάλυπτε η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν έβαινε πέραν του δευτέρου εξαμήνου του 1980.
81.
Η Επιτροπή όμως ισχυρίζεται ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων καλύπτει ολόκληρη την περίοδο από το 1973 μέχρι τον Σεπτέμβριο 1981, δηλαδή τον χρόνο κοινοποιήσεως της. Η περιγραφή της αγοράς και της συμπεριφοράς των αποδεκτών της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων καθώς και η εκτίμηση της συμπεριφοράς αυτής καλύπτουν ολόκληρη την περίοδο αυτή. Από κανένα χωρίο της εκθέσεως των αιτιάσεων δεν προκύπτει ότι τα περιστατικά σχετικά με τη συμμετοχή καθεμιάς από τις προσφεύγουσες στις παραβάσεις αφορούσαν συντομότερη περίοδο.
82.
Θα ήθελα καταρχάς να παρατηρήσω ότι, μολονότι ο πίνακας του παραρτήματος VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων φθάνει μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1980, αναφέρεται ρητά σε μια υποσημείωση ότι οι τιμές δεν μεταβλήθηκαν κατά το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 1980. Συνεπώς η γνωστοποίηση κάλυπτε τουλάχιστον ολόκληρο το έτος 1980. Συνέβαινε όμως το ίδιο με το έτος 1981; Κατά την άποψη μου, λόγω των ενδείξεων του εν λόγω πίνακα, ήταν αναγκαίο να αναφέρεται σαφώς ότι η παράβαση συνεχίστηκε και μετά το τέλος του 1980, αφού στο παράρτημα VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν μνημονεύονταν οι τιμές του 1981. Η Επιτροπή όμως, ισχυριζόμενη ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων κάλυπτε οπωσδήποτε τον μέχρι τον Σεπτέμβριο 1981 χρόνο, αντιστρέφει πλήρως, κατά τη γνώμη μου, τους όρους του προβλήματος. Το γεγονός ότι στο παράρτημα VI δεν γινόταν καμία μνεία του έτους 1981 σήμαινε λογικά ότι η παράβαση δεν αφορούσε την περίοδο αυτή, εκτός αν η Επιτροπή ανέφερε ρητά το αντίθετο στην ίδια την έκθεση των αιτιάσεων.
83.
Κατά την παθής όμως, από το έγγραφο αυτό προκύπτει «σαφώς» ότι επικρινόταν η διαρκής συμπεριφορά των αποδεκτών του.
84.
Δεν μπορώ να μη διατυπώσω τις σαφείς επιφυλάξεις μου επί του σημείου αυτού. Προς στήριξη του ισχυρισμού της αυτού, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί βασίμως κανένα χωρίο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, εκτός από το σημείο 21, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «στον πίνακα του παραρτήματος VI εμφαίνονται οι τιμές που ανακοίνωσαν οι παραγωγοί (...) από το 1974 μέχρι το 1981». Για να σταθμιστεί όμως η αξία που πρέπει να αποδοθεί από το Δικαστήριο στον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι στον εν λόγω πίνακα ακριβώς δεν γίνεται καμία μνεία τιμών μεταγενέστερων του 1980 (...). Επιπλέον, η φράση αυτή προηγείται αμέσως μιας μακράς περιγραφής των τιμών χαρτοπολτού κατά την περίοδο 1914-1980. Κατά συνέπεια, η εν λόγω φράση δεν επιβεβαιώνει σε καμία περίπτωση την ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής.
85.
Η Επιτροπή υποστηρίζει εξάλλου ότι το γεγονός ότι με την απόφαση της η περίοδος που καλύπτει η παράβαση παρατάθηκε μέχρι τον χρόνο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν σημαίνει ότι πρόκειται για νέα αιτίαση. Η Επιτροπή διαπίστωσε απλώς ότι οι αποδέκτες της αποφάσεως εξακολουθούσαν να επιδεικνύουν την ίδια συμπεριφορά μέχρι τον χρόνο της γνωστοποιήσεως, καθόσον οι τιμές που ανακοινώθηκαν και εφαρμόστηκαν μεταξύ του τρίτου τριμήνου του 1980 και του τρίτου τριμήνου του 1981 συνέπιπταν με τις τιμές που είχαν ανακοινωθεί και εφαρμοστεί κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου του 1980. Κανείς κανόνας του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να χρησιμοποιεί μόνο τα στοιχεία που διαθέτει κατά τον χρόνο της γνωστοποιήσεως των αιτιάσεων. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, οι προσφεύγουσες, όταν υπέβαλαν τα τιμολόγια και τα έγγραφα σχετικά με το έτος 1980 που τους είχε ζητήσει η Επιτροπή με το έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1982 κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 — υπενθυμίζω ότι τα έγγραφα αυτά κάλυπταν την περίοδο 1974-1982 — διατύπωσαν παρατηρήσεις επί του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι είχαν εναρμονίσει την πρακτική τους ως προς τις τιμές. Το έγγραφο όμως της Επιτροπής αναφερόταν ρητά στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και στην ακρόαση και καμία από τις προσφεύγουσες δεν αρνήθηκε εντούτοις να υποβάλει τα τιμολόγια για τον μετά το δεύτερο τρίμηνο του 1980 χρόνο επικαλούμενη το γεγονός ότι η περίοδος αυτή δεν καλυπτόταν από τη γνωστοποίηση αιτιάσεων.
86.
Θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι το έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, σκοπός του οποίου ήταν «η ενημέρωση και η συμπλήρωση των στοιχείων επί των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων βασίζεται η διαδικασία», δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξομοιωθεί με γνωστοποίηση αιτιάσεων. Νομίζω δε ότι θα ήταν ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο να θεωρηθεί ότι η συμπεριφορά των προσφευγουσών, οι οποίες δεν διατύπωσαν επιφυλάξεις ως προς την αποστολή των εν λόγω εγγράφων, συνιστά σιωπηρή επιβεβαίωση του ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων κάλυπτε το έτος 1981.
87.
Όπως τονίζουν ορισμένες επιχειρήσεις, μαζί με τις απαντήσεις τους υποβλήθηκαν ορισμένα έγγραφα σχετικά με τον μεταγενέστερο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων χρόνο — τρίτο τρίμηνο 1981/δεύτερο τρίμηνο 1982 — τον οποίο δεν μπορούσε, εξ ορισμού, να αφορά η εν λόγω γνωστοποίηση.
88.
Κατά τα λοιπά, στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, σε τελική ανάλυση, οι προσφεύγουσες γνώριζαν κανονικά ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων κάλυπτε και τον μετά το 1980 χρόνο, αφού δεν αρνήθηκαν έγγραφα για τον μετά το 1980 χρόνο, οι επιχειρήσεις αντιτάσσουν ότι με τη συμπεριφορά τους αυτή επέδειξαν πνεύμα συνεργασίας, υποθέτοντας ότι τα παρεχόμενα στοιχεία θα χρησιμοποιούνταν κυρίως για σύγκριση.
89.
Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι η διάρκεια της παραβάσεως αποτελεί «ουσιώδες στοιχείο» της παραβάσεως και ότι η Επιτροπή πρέπει να την αναφέρει «βάσει των στοιχείων που διαθέτει κατά τον χρόνο της διατυπώσεως της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων» ( 41 ), ενώ παράλληλα έχει διευκρινίσει ότι «η Επιτροπή μπορεί να επτεκτείνει το κατ' αυτόν τον τρόπο καθοριζόμενο χρονικό διάστημα, αν τα συμπληρωματικά στοιχεία που συγκεντρώνει κατά τη διοικητική διαδικασία δικαιολογούν την επέκταση αυτή, αρκεί να είχαν οι επιχειρήσεις τη δυνατότητα να εκθέσουν σχετικά τις απόψεις τους» ( 42 ).
90.
Εν προκειμένω η Επιτροπή, επικαλούμενη το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως των στοιχείων που συνέλεξε κατά τη διοικητική έρευνα, ομολογεί συνεπώς, καθόσον φαίνεται, ότι τα στοιχεία σχετικά με τον μετά το 1980 χρόνο συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής αυτής έρευνας. Ενώ όμως θα έπρεπε να έχει δοθεί στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις κάθε δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επ' αυτών, από τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ότι δόθηκε πράγματι σαφώς η δυνατότητα αυτή.
91.
Συνεπώς θα έκλινα υπέρ της προτάσεως να γίνει δεκτό το αίτημα των προσφευγουσών για το έτος 1981, εκτός αν γίνει δεκτό ένα επιχείρημα που στηρίζεται σε καθαρά γραμματική ερμηνεία του συνοδευτικού εγγράφου της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «it is proposed to require the firms concerned to terminate such infringements» ( 43 ).
β) Η διάρκεια της παραβάσεως που διαπιστώθηκε για ορισμένους παραγωγούς
92.
Η IPS υποστηρίζει ότι με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων κατηγορούνταν ότι είχε τελέσει παραβάσεις μόνο κατά την περίοδο 1974-1978 (πλην του πρώτου τριμήνου του 1977), ενώ το τμήμα της αποφάσεως που την αφορά καλύπτει την περίοδο 1975-1981.
93.
Δεν νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό. Για την περίοδο που αρχίζει το τρίτο τρίμηνο του 1978 το παράρτημα VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων αναφέρει τις τιμές των «παραγωγών ΗΠΑ» και δεν αμφισβητείται ότι η IPS αποτελεί αμερικανική επιχείρηση. Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η επιχείρηση αυτή κατηγορείται ότι μετέσχε στην εναρμόνιση των τιμών κατά τον μετά το 1978 χρόνο. Το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει, για τους ίδιους λόγους, την άποψη της Bowater, επίσης αμερικανικής εταιρίας, ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν αφορούσε τη συμπεριφορά της για τον μεταγενέστερο του πρώτου τριμήνου του 1978 χρόνο.
94.
Αντίθετα, το Δικαστήριο πρέπει να δεχτεί τα επιχειρήματα της εταιρίας αυτής όσον αφορά το 1975. Στο παράρτημα VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν αναφέρονται οι τιμές της Bowater για το έτος αυτό, ενώ αναφέρονται ονομαστικά οι άλλοι Αμερικανοί παραγωγοί και οι τιμές τους για την ίδια περίοδο.
95.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η Bowater δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα του παραρτήματος VI για το 1975. Η Επιτροπή ομολογεί επίσης ότι δεν αντέκρουσε την εταιρία αυτή, όταν ισχυρίστηκε, κατά τη διάρκεια της ακροάσεως, ότι δεν εμπλέκεται, όσον αφορά την περίοδο 1975-1976, «σε μια διαδικασία που αφορά χρόνο για τον οποίο δεν υπάρχει καμία καταγγελία ή αιτίαση που να μας αφορά ειδικά». Η καθής φρονεί πάντως ότι οποιαδήποτε ενδεχομένως υφισταμένη παρατυπία δεν επισύρει την ακυρότητα της αποφάσεως στο σημείο αυτό, καθόσον η διαπίστωση της Επιτροπής, αν ληφθούν υπόΨη τα υφιστάμενα πειστικά αποδεικτικά στοιχεία για την εν λόγω περίοδο, δεν θα ήταν «από άποψη περιεχομένου» διαφορετική, αν οι αιτιάσεις σχετικά με το έτος 1975 είχαν διατυπωθεί πιο «συγκεκριμένα» στο έγγραφο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων.
96.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι ανεπίτρεπτος: είναι βέβαιο ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν αφορούσε τη συμπεριφορά της Bowater το 1975, αφού στο παράρτημα VI ουδόλως αναφέρονται οι τιμές της Bowater για το έτος αυτό. Εξάλλου, το παράρτημα αυτό αφορά, όπως αναφέρθηκε, τις ανακοινωθείσες τιμές, ενώ η Bowater κατηγορείται για το 1975 για συμμετοχή μόνο σε εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών. Κατά τη διάρκεια της ακροάσεως της η εταιρία αυτή διευκρίνισε ότι θεωρούσε ότι η Επιτροπή δεν έθετε ζήτημα για τη συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Η Επιτροπή, αφού ομολογεί ότι δεν αντέκρουσε τότε τον ισχυρισμό αυτό, δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει ότι η διαδικαστική πλημμέλεια κατά κάποιον τρόπο «θεραπεύεται», ενόψει των αποδεικτικών στοιχείων που υπήρχαν για τη Bowater για την επίμαχη περίοδο.
97.
Νομίζω ότι η Επιτροπή προτείνει στο σημείο αυτό την εφαρμογή της θεωρίας των ουσιωδών παρατυπιών.
98.
Με την απόφαση Distillers ( 44 ) το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξεταστούν οι διαδικαστικές πλημμέλειες που επικαλούνταν η προσφεύγουσα, αλλ' ότι «το πράγμα θα είχε διαφορετικά μόνο αν υπήρχε πιθανότητα, αν έλειπαν οι πλημμέλειες αυτές, η διοικητική διαδικασία να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα» ( 45 ). Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ποιες ήταν οι επίμαχες στην υπόθεση εκείνη πλημμέλειες. Οι πλημμέλειες αυτές αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την παράλειψη κοινοποιήσεως στη Συμβουλευτική Επιτροπή της ακροάσεως της προσφεύγουσας και ορισμένων συμπληρωματικών στοιχείων της απαντήσεως της στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, καθώς και την ελλιπή κοινοποίηση της καταγγελίας. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι διαδικαστικές αυτές πλημμέλειες δεν θα μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσουν την απόφαση με την οποία δεν χορηγήθηκε απαλλαγή κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, καθόσον οι όροι τιμών δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να εξεταστούν με σκοπό τη χορήγηση εξαιρέσεως, αφού δεν είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
99.
Η διαφορετική βαρύτητα των πλημμελειών αυτών και της πλημμέλειας που απορρέει από παράβαση κανόνα αναγομένου στην ουσιώδη λειτουργία της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων — η οποία ακριβώς συνίσταται στην έκθεση των αιτιάσεων, ώστε οι επιχειρήσεις να έχουν τη δυνατότητα να προετοιμάσουν την άμυνα τους — είναι προφανέστατη και συνεπώς δεν χρειάζεται να την τονίσω περισσότερο στο σημείο αυτό. Θα ήθελα απλώς να τονίσω ότι η άποψη που υποστήριξε η καθής στην παρούσα δίκη θα μπορούσε να έχει ως ακραία κατάληξη το να θεωρείται άχρηστη η διατύπωση αιτιάσεων κατά των επιχειρήσεων στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή φρονεί ότι διαθέτει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Αυτή ακριβώς είναι η συνέπεια στην οποία καταλήγει η άποψη που διατυπώνει η Επιτροπή επί του συγκεκριμένου προβλήματος της αιτιάσεως περί συμμετοχής της Bowater στην εναρμονισμένη πρακτική κατά το 1975, ζητώ δε από το Δικαστήριο να απορρίψει οπωσδήποτε την άποψη αυτή.
3) Η ταυτότητα των μετεχόντων στην εναρμονισμένη πρακτική
100.
Η IPS φρονεί ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε μόνο τη συμμετοχή της σε εναρμονισμένη πρακτική με τους Σκανδιναβούς παραγωγούς. Με την απόφαση όμως κατηγορείται ότι μετέσχε στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές κατά τη διάρκεια διαφόρων περιόδων με τους Καναδούς παραγωγούς και με άλλους Αμερικανούς παραγωγούς. Στη συνέχεια, όσον αφορά τις τιμές συναλλαγών, η IPS ισχυρίζεται ότι με την απόφαση κατηγορείται ότι εναρμόνισε την πρακτική τους ως προς τους πολτούς από νότια σκληρή ξυλεία με ορισμένους παραγωγούς, για τους οποίους η προσφεύγουσα «νομίζει» ότι πρόκειται για Αμερικανούς παραγωγούς.
101.
Η Επιτροπή τονίζει ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων, με την οποία επικρίνονταν ορισμένες «εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών και Βορειοαμερικανών παραγωγών», κάλυπτε επίσης την εναρμονισμένη πρακτική εντός καθεμιάς από τις δύο αυτές κατηγορίες παραγωγών. Κατά την καθής, αν με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων επικρινόταν μόνο η εναρμονισμένη πρακτική αφενός των σκανδιναβικών επιχειρήσεων και αφετέρου των βορειοαμερικανικών, το είδος αυτό της εναρμονισμένης πρακτικής θα ήταν τόσο «περίεργο», ώστε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «εξωπραγματικό». Σύμφωνα δηλαδή με την ερμηνεία αυτή, η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε ορισμένες αυτοτελείς εναρμονισμένες πρακτικές, σε κάθε μία από τις οποίες μετείχαν επιχειρήσεις και των δύο ηπείρων, απέχουσες μεταξύ τους χιλιάδες χιλιόμετρα, αλλά ποτέ περισσσότερες από μία ανταγωνιστικές επιχειρήσεις της ίδιας περιφέρειας, της ίδιας χώρας ή της ίδιας ηπείρου.
102.
Πρέπει συνεπώς να εξακριβωθεί αν η έκφραση «εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών και Βορειοαμερικανών παραγωγών» αφορούσε μόνο εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των δύο αυτών ομάδων παραγωγών και όχι την εντός της ίδιας ομάδας εναρμονισμένη πρακτική των επιχειρήσεων.
103.
Κατά την άποψη μου, η ανωτέρω εκτεθείσα άποψη της Επιτροπής είναι βάσιμη. Η Επιτροπή απέδειξε με σαφήνεια τις «παράλογες» συνέπειες της απόψεως της IPS ως προς τον κατά τη γνωστοποίηση αιτιάσεων προσδιορισμό των μετεχόντων στην εναρμονισμένη πρακτική. Είναι πάντως πρόδηλο ότι η έκφραση «εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών και Βορειοαμερικανών παραγωγών» είναι, μέχρι ορισμένου βαθμού, διφορούμενη. Νομίζω όμως ότι από το ίδιο το περιεχόμενο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων προκύπτει ότι η γνωστοποίηση αυτή αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική τόσο μεταξύ των περιφερειακών ομάδων όσο και εντός των ομάδων αυτών.
104.
Έτσι, όπως ορθά τονίζει η Επιτροπή, το επίμαχο εν προκειμένω σημείο περιέχει το ακόλουθο χωρίο: «Γ — Εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών και Βορειοαμερικανών παραγωγών. Από τα εν λόγω έγγραφα (...) αποδεικνύεται ότι η καναδική εταιρία MacMillan βρισκόταν σε άμεση επαφή με τους Αμερικανούς παραγωγούς Weyerhaeuser και Georgia Pacific. Οι επαφές αυτές κατέληξαν σε ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων ως προς τις τιμές και ως προς τις πωλήσεις της ΚΕΑ». Από το χωρίο αυτό αποδεικνύεται αναμφισβήτητα ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων κάλυπτε την εναρμονισμένη πρακτική εντός της ομάδας των Βορειοαμερικανών παραγωγών. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τα επιχειρήματα που προβάλλει επ' αυτού η LPS.
4) Η συμμετοχή της St Anne στη Fides
105.
Η καναδική επιχείρηση St Anne υποστηρίζει ότι στη γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν γινόταν λόγος για συμμετοχή της στη Fides, ενώ με την απόφαση διαπιστώθηκε η εκ μέρους της τέλεση παραβάσεως λόγω της συμμετοχής της αυτής.
106.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι στο παράρτημα VII της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, στο οποίο απαριθμούνται τα μέλη της Fides, δεν μνημονεύεται η St Anne και ότι οι αναφορές σε εναρμονισμένες πρακτικές μεταξύ «Σκανδιναβών παραγωγών και Ευρωπαίων παραγωγών», οι οποίες απαντούν σε άλλα χωρία και αποσκοπούν στην περιγραφή των εναρμονισμένων πρακτικών εντός της Fides, δεν είναι επιτυχείς, αφού δεν αφορούν την St Anne, η οποία είναι καναδική επιχείρηση. Εντούτοις, ενόψει συγκεκριμένα ενός τηλετυπήματος στο οποίο, όπως διαπιστώνεται στο τμήμα «Πραγματικά περιστατικά» της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, μνημονεύεται η St Anne, η καθής φρονεί ότι στο Δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμήσει κατά πόσον η εταιρία αυτή έπρεπε να θεωρήσει ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων αφορούσε τη συμμετοχή της σε εναρμονισμένες πρακτικές εντός της Fides.
107.
Θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι στο τμήμα «Νομική εκτίμηση» της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν μνημονεύεται η St Anne ως μετέχουσα στην εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των μελών της Fides. Η εταιρία αυτή δεν μνημονεύεται ούτε στον πίνακα του παραρτήματος VII της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, το οποίο επιγράφεται ως εξής: «Κυριότερα μέλη του τμήματος ‘χαρτοπολτός από σκληρή ξυλεία’ της Fides».
108.
Επιπλέον, στο τμήμα «Νομική εκτίμηση» της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων παρατίθεται το κείμενο ενός τηλετυπήματος μιας τρίτης επιχειρήσεως, στο οποίο γίνεται λόγος για μια συνάντηση κατά την οποία διάφορες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων η St Anne, προέβησαν σε ανταλλαγές στοιχείων ως προς τις τιμές. Δεν νομίζω όμως ότι η μνεία αυτή αρκεί για να στηρίξει την αιτίαση ότι η εταιρία αυτή μετέσχε στη Fides. Πράγματι, μια άλλη εταιρία που μνημονευόταν στο ίδιο τηλετύπημα ως μετάσχουσα στην ίδια συνάντηση, η εταιρία Celbi, δεν καταλεγόταν μεταξύ των αποδεκτών της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων και δεν ενεπλάκη στη διαδικασία. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι, αφού η Επιτροπή, μολονότι η Celbi μνημονευόταν στο έγγραφο αυτό, δεν την περιέλαβε μεταξύ των αποδεκτών της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ίδιο αυτό τηλετύπημα αρκούσε καθαυτό ως έρεισμα της αιτιάσεως περί συμμετοχής της St Anne στη Fides.
109.
Εξάλλου, νομίζω ότι είναι απαράδεκτο να πρασπαθεί η Επιτροπή να δικαιολογήσει εν προκειμένω τη μη διατύπωση αιτιάσεως κατά της St Anne προβάλλοντας, με το υπόμνημα αντικρούσεως, τον ισχυρισμό ότι, «αν έπρεπε πάθε φορά να απαριθμούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι παραγωγοί, ο κατάλογος θα ήταν υπερβολικά μακρύς». Η Επιτροπή έπρεπε να αναφέρει σαφώς, τουλάχιστον μία φορά, ότι κατηγορούσε τη St Anne για συμμετοχή στην εναρμονισμένη πρακτική εντός της Fides. Εξάλλου, η Επιτροπή τονίζει ότι το γεγονός ότι η St Anne δεν μνημονεύεται στο παράρτημα VII της γνωστο-ποιήσως αιτιάσεων οφείλεται στο ότι ο πίνακας αυτός δεν περιέχει περιοριστική απαρίθμηση και αφορά μόνο τα κυριότερα μέλη. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό καταλήγει στο αντίστροφο συμπέρασμα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή. Εφόσον η St Anne δεν θεωρείται, κατά τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, ως αρκετά «σημαντικό» μέλος της Fides, ώστε να περιληφθεί στον συνημμένο στη γνωστοποίηση αιτιάσεων σχετικό κατάλογο των επιχειρήσεων, η μόνη λογική συνέπεια που μπορεί να συναχθεί είναι ότι κατά της επιχειρήσεως αυτής δεν προβάλλεται συναφώς καμία αιτίαση. Η ερμηνεία που προσπαθεί η Επιτροπή να αντλήσει από τον μη περιοριστικό χαρακτήρα της απαριθμήσεως του εν λόγω πίνακα συνιστά παράβαση των στοιχειωδέστερων υποχρεώσεων για επακριβή και σαφή διατύπωση των αιτιάσεων. Λόγω της μη τηρήσεως των υποχρεώσεων αυτών, όσον αφορά τη συμμετοχή της St Anne στη Fides, το Δικαστήριο πρέπει να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 4, του διατακτικού της αποφάσεως σε σχέση με την εταιρία αυτή.
Β — Τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η απόφαση
1) Οι τιμές συναλλαγών
110.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω συναφώς ότι έχω ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, εν πάση περιπτώσει, η αιτίαση περί εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών δεν εκτίθεται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων με σαφήνεια και ακρίβεια, δηλαδή κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας.
111.
Τέλος, προκειμένου να διευκολυνθεί η κατανόηση της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών, επιβάλλεται η σύντομη υπενθύμιση της χρονολογικής σειράς με την οποία διεξήχθη η διαδικασία. Μετά την ακρόαση των επιχειρήσεων τον Μάρτιο/Απρίλιο 1982, η Επιτροπή τους γνωστοποίησε την 1η Σεπτεμβρίου 1982 την πρόθεση της «να ενημερώσει και να συμπληρώσει τα στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η διαδικασία». Προς τούτο η Επιτροπή τους ζήτησε να της αποστείλουν τα τιμολόγια και τα έγγραφα που αφορούσαν την περίοδο 1974-1982, ώστε να αποδειχθεί η αλήθεια του ισχυρισμού που είχαν προβάλει οι προσφεύγουσες κατά την ακρόαση τους, δηλαδή ότι οι τιμές συναλλαγών διέφεραν από τις ανακοινωθείσες τιμές τους. Κατόπιν της αιτήσεως αυτής της Επιτροπής, η οποία διατυπώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 17, οι επιχειρήσεις της απέστειλαν, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, 100000 περίπου τιμολόγια.
112.
Οι προσφεύγουσες για τις οποίες διαπιστώθηκε ότι μετέσχον σε εναρμόνιση των τιμών συναλλαγών ισχυρίζονται ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή ήταν παράτυπη ( 46 ). Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο σε συγκριτική ανάλυση των επίμαχων εγγράφων, προκειμένου να θεμελιώσει τις διαπιστώσεις που εκτίθενται στην απόφαση της σχετικά με τις τιμές συναλλαγών. Οι προσφεύγουσες φρονούν συνεπώς ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα άμυνας, αφού η καθής δεν τους ανακοίνωσε πριν από την έκδοση της αποφάσεως τα αποτελέσματα της αναλύσεως αυτής. Όσον αφορά τα τιμολόγια που απέστειλαν οι άλλες επιχειρήσεις, οι προσφεύγουσες τονίζουν, επικαλούμενες τη νομολογία του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα την απόφαση Hoffmann-La Roche ( 47 ), ότι, αν η ανακοίνωση των εγγράφων αυτών δεν ήταν δυνατή λόγου του απορρήτου χαρακτήρα τους, η Επιτροπή τότε δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει κατά των προσφευγουσών. Εν πάση περιπτώσει, η καθής έπρεπε να υποβάλει στις επιχειρήσεις, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, το ερώτημα αν είχαν αντίρρηση για τη διαβίβαση των τιμολογίων τους στους ανταγωνιστές τους ή στους δικηγόρους τους.
113.
Η Επιτροπή αμφισβητεί καταρχάς ότι στηρίχτηκε αποκλειστικά και μόνο στα έγγραφα που προσκομίστηκαν μετά την ακρόαση. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά τους ελέγχους που διεξήγαγε το 1977, ζήτησε από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις αντιπροσωπευτικά τιμολόγια, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι οι τιμές που είχαν πράγματι εφαρμόσει ήσαν συνήθως ίσες με τις «ανακοινωθείσες» τιμές. Τα τιμολόγια που προσκομίστηκαν μετά από την ακρόαση επιβεβαίωσαν απλώς αυτή τη σύμπτωση των τιμών. Στη συνέχεια η Επιτροπή αναφέρει ότι βασίστηκε αποκλειστικά στα έγγραφα που προσκόμισε κάθε προσφεύγουσα, προκειμένου να επιβεβαιώσει ότι οι τιμές καθεμίας από τις προσφεύγουσες δεν διέφεραν εν γένει από τις ανακοινωθείσες τιμές της. Όταν οι ανακοινωθείσες τιμές συνέπιπταν σε γενικές γραμμές με τις τιμές συναλλαγών, δεν ήταν αναγκαίο να συναχθούν συμπεράσματα από τη σύγκριση των εγγράφων αυτών με έγγραφα άλλων εταιριών, στα οποία δεν είχαν πρόσβαση οι προσφεύγουσες. Οι προσφεύγουσες συνεπώς δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή βασίστηκε πλήρως στα συμπεράσματα αυτά ή ότι στηρίχτηκε αποκλειστικά και μόνο σε έγγραφα που προσκομίστηκαν μετά την ακρόαση. Κατά την Επιτροπή, δεν ήταν αναγκαίο να έχουν οι επιχειρήσεις πρόσβαση στα τιμολόγια άλλων επιχειρήσεων, προκειμένου να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι οι τιμές συναλλαγών τους διέφεραν από τις ανακοινωθείσες τιμές τους, αφού τα τιμολόγια αυτά δεν επηρέασαν καθόλου την εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή σχετικά με τη συμμετοχή κάθε επιχειρήσεως στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
114.
Η καθής ισχυρίζεται τέλος ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να ενημερώνει κάθε προσφεύγουσα για τα πορίσματα στα οποία κατέληγε κατόπιν της αναλύσεως των εγγράφων που είχε προσκομίσει η οικεία επιχείρηση ούτε να της δίνει τη δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις επί των εκτιμήσεων της. Κατά την Επιτροπή, σε κάθε επιχείρηση δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει την άποψη της επί των περιστατικών που είχε διαπιστώσει η Επιτροπή και επί της νομικής εκτιμήσεως των περιστατικών αυτών, όπως εξετίθεντο στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, και να αμυνθεί. Οι επιχειρήσεις δεν είχαν κανένα δικαίωμα να πληροφορηθούν κατά πόσον οι αμυντικοί ισχυρισμοί τους ήσαν πειστικοί ή όχι ούτε να συζητήσουν την άποψη της Επιτροπής πριν από την έκδοση αποφάσεως της.
115.
Καταρχάς θα εξετάσω το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή στήριξε τις διαπιστώσεις της σχετικά με την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών αποκλειστικά και μόνο σε έγγραφα που υποβλήθηκαν μετά την ακρόαση.
116.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο υπέβαλε στους ειδικούς επί λογιστικών θεμάτων πραγματογνώμονες το ερώτημα αν η Επιτροπή μπορούσε, βάσει των εγγράφων που διέθετε ήδη κατά την κατάρτιση της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι τιμές συναλλαγών που πρότειναν οι επιχειρήσεις στους πελάτες τους συνέπιπταν με τις τιμές που είχαν ανακοινώσει.
117.
Στο ερώτημα αυτό οι πραγματογνώμονες απάντησαν ως εξής: τα εν λόγω έγγραφα δεν επαρκούσαν ως στοιχεία βάσει των οποίων η Επιτροπή να μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι τιμές συναλλαγών που πρότειναν οι επιχειρήσεις στους πελάτες τους συνέπιπταν με τις ανακοινωθείσες τιμές.
118.
Προς στήριξη του πορίσματος τους αυτού, οι πραγματογνώμονες διατύπωσαν τις εξής παρατηρήσεις, κατόπιν της αναλύσεως των εγγράφων που διέθετε η Επιτροπή κατά την εκπόνηση της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων:
—
Υπάρχουν μόνο 199 τιμολόγια που αφορούν 13 επιχειρήσεις, από τις οποίες 9 μόνο καταλέγονται μεταξύ των «κατηγορουμένων»· όσον αφορά 28 από τις «κατηγορούμενες», στο φάκελο της υποθέσεως δεν περιέχεται κανένα τιμολόγιο.
—
Τα τιμολόγια καλύπτουν μόνο τα έτη 1974 έως 1978, ενώ δεν περιέχεται στους φακέλους των υποθέσεων κανένα τιμολόγιο για τα έτη 1979-1981.
—
Ο αριθμός των επιλεγέντων τιμολογίων είναι πολύ μικρός σε σύγκριση με τον συνολικό τους αριθμό, δηλαδή τον συνολικό αριθμό των τιμολογίων όλων των επιχειρήσεων για την υπό κρίση περίοδο.
—
Είναι σαφές ότι η επιλογή των τιμολογίων δεν υπήρξε τυχαία, αφού επί του συνόλου των 199 επιλεγέντων τιμολογίων τα 159 τιμολόγια αφορούν πέντε επιχειρήσεις ( 48 ).
119.
Από τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων, των οποίων η αιτιολόγηση είναι επαρκέστατη, αποδεικνύεται αναμφισβήτητα ότι, κατά τον χρόνο της γνωστοποιήσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή δεν διέθετε σε καμία περίπτωση αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι ανακοινωθείσες τιμές συνέπιπταν, όσον αφορά όλες τις επιχειρήσεις, με τις τιμές συναλλαγών. Ακόμη δηλαδή και αν υποτεθεί ότι από τα δείγματα που διέθετε τότε η Επιτροπή συναγόταν ότι οι τιμές συναλλαγών συνέπιπταν με τις ανακοινωθείσες τιμές, τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν πολύ λίγες επιχειρήσεις και πολύ λίγες συναλλαγές. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα σχετικά με τις τιμές συναλλαγών που διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν, έναντι της συντριπτικής πλειονότητας των παραγωγών, ως αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις τιμές συναλλαγών.
120.
Κατά συνέπεια, τα στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται η διαπίστωση της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών — δηλαδή τα έγγραφα στα οποία βασίστηκε η κατάρτιση των πινάκων 7 και 8 της αποφάσεως — συνελέ-γησαν κυρίως μετά την ακρόαση. Εξάλλου, αν αναγνωστεί το σημείο 25 της αποφάσεως, δεν μπορεί να παραμείνει επ' αυτού καμία αμφιβολία ( 49 ).
121.
Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής τίθεται συνεπώς το εξής ερώτημα: έπρεπε η Επιτροπή να καταρτίσει νέα γνωστοποίηση αιτιάσεων;
122.
Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη της τα στοιχεία που προκύπτουν από τη διοικητική διαδικασία (...) για να αναμορφώσει και συμπληρώσει τόσο από άποψη πραγματικών περιστατικών όσο και από νομική πλευρά την επιχειρηματολογία της για τη στήριξη των αιτιάσεων που δέχθηκε» και «η απόφαση δεν πρέπει αναγκαστικά να είναι αντίγραφο της εκθέσεως των αιτιάσεων» ( 50 ). Το Δικαστήριο έχει δεχθεί επίσης ότι η Επιτροπή «έχει το δικαίωμα, ενδεχομένως δε και το καθήκον, να προβαίνει, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, σε νέες έρευνες, εάν η εξέλιξη της διαδικασίας αυτής καθιστά εμφανή την ανάγκη συμπληρωματικών επαληθεύσεων,» ( 51 ) και ότι δεν είναι πάντοτε υποχρεωμένη να προβαίνει, κατόπιν των επαληθεύσεων αυτών, σε γνωστοποίηση περαιτέρων αιτιάσεων. Αντίθετα όμως, κατά τη σαφέστατη νομολογία του Δικαστηρίου, η γνωστοποίηση συμπληρωματικών αιτιάσεων είναι αναγκαία, όταν το αποτέλεσμα των συμπληρωματικών επαληθεύσεων οδηγεί την Επιτροπή «στον καταλογισμό νέων πραγματικών περιστατικών στις επιχειρήσεις ή στην αισθητή τροποποίηση των στοιχείων που αποδεικνύουν τις αμφισβητούμενες παραβάσεις» ( 52 ).
123.
Εδώ θα ήθελα να σταματήσω στους λόγους που οδήγησαν, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο να επιβάλει στην Επιτροπή την υποχρέωση αυτή. Η γνωστοποίηση των αιτιάσεων αποτελεί «την πράξη που προσδιορίζει τη θέση της Επιτροπής έναντι των επιχειρήσεων» ( 53 ). Πρώτον, με την πράξη αυτή γνωστοποιείται στις επιχειρήσεις η συμπεριφορά που συνιστά παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, δηλαδή αυτό για το οποίο κατηγορούνται. Παράλληλα όμως γνωστοποιούνται επίσης στις επιχειρήσεις τα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή, δηλαδή αυτά στα οποία στηρίζεται η κατηγορία ότι έχουν τελέσει μία ή περισσότερες παραβάσεις. Όταν όμως τα στοιχεία αυτά μεταβάλλονται αισθητά κατόπιν ερευνών που διεξάγονται κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, στην αρχική γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν εκτίθενται πλέον πλήρως τα ερείσματα των αιτιάσεων της Επιτροπής. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή πρέπει να απευθυνθεί ρητά προς τις επιχειρήσεις και να τους γνωστοποιήσει την ουσιώδη μεταβολή των αποδεικτικών στοιχείων που βρίσκονται πλέον στην κατοχή της.
124.
Σ' αυτή ακριβώς την ενέργεια έπρεπε, κατά την άποψη μου, να προβεί εν προκειμένω η Επιτροπή, εφόσον είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα 100000 περίπου τιμολόγια «επιβεβαίωναν» — για να χρησιμοποιήσω τη διατύπωση της ίδιας της Επιτροπής — την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών.
125.
Είναι βέβαιο, κατά τη στοιχειωδέστερη κοινή λογική, ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε τουλάχιστον αισθητή μεταβολή των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τις παραβάσεις: επ' αυτού αρκεί να τονιστεί ότι η Επιτροπή δεν διέθετε, κατά τον χρόνο της γνωστοποιήσεως των αιτιάσεων, τα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η κατάρτιση των πινάκων 7 και 8 της αποφάσεως. Επιπλέον, η ανάλυση των τιμολογίων αντιπροσώπευε, όπως τονίζει η ίδια η Επιτροπή, ιδιαίτερα μεγάλο φόρτο εργασίας για τις διοικητικές υπηρεσίες της και αποτελούσε εμβάθυνση και διεύρυνση των ερευνών της, πράγμα που σημαίνει ότι διευρύνθηκαν και αυξήθηκαν σημαντικά τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών.
126.
Αν η νομολογία του Δικαστηρίου είχε εφαρμοστεί εν προκειμένω, τότε η Επιτροπή θα είχε την υποχρέωση να προβεί, κατόπιν της αξιολογήσεως των 100000 περίπου τιμολογίων και πιστωτικών σημειωμάτων, σε νέα γνωστοποίηση αιτιάσεων. Η γνωστοποίηση αυτή ήταν, κατά τη γνώμη μου, αναγκαία, ιδιαίτερα επειδή, όπως θα ήθελα να υπενθυμίσω, η ίδια η αιτίαση περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών δεν είχε διατυπωθεί, με τη γνωστοποίηση της 4ης Σεπτεμβρίου 1981, κατά τρόπο ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα άμυνας. Αυτό είναι το πρώτο συμπέρασμα μου, βάσει του οποίου νομίζω συνεπώς ότι πρέπει να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα ότι η Επιτροπή κακώς στήριξε τη διαπίστωση της περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών σε έγγραφα κυρίως που υποβλήθηκαν μετά την ακρόαση, ενώ ήταν υποχρεωμένη να εκδώσει νέα γνωστοποίηση αιτιάσεων.
127.
Συνεχίζοντας όμως επί του σημείου αυτού, θα ήθελα να εξετάσω τα εξής δύο ζητήματα:
—
Είχε η Επιτροπή την υποχρέωση να γνωστοποιήσει σε κάθε επιχείρηση, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, τα συμπεράσματα της σχετικά με τις τιμές συναλλαγών της, όπως προέκυπταν από την ανάλυση των τιμολογίων της;
—
Μπορούσε η Επιτροπή να αρνηθεί να γνωστοποιήσει σε κάθε επιχείρηση τα έγγραφα που είχαν υποβάλει οι άλλες επιχειρήσεις;
128.
Υπενθυμίζω καταρχάς ότι η Επιτροπή δεν έδωσε σε κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση τη δυνατότητα να συζητήσει μαζί της, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει από την εξέταση των τιμολογίων και πιστωτικών σημειωμάτων της ίδιας αυτής επιχειρήσεως. Σε ένα έγγραφο της 12ης Νοεμβρίου 1984 αναφέρονται συναφώς τα εξής:
«Με τις απαντήσεις τους οι κατηγορούμενες επιχειρήσεις ισχυρίστηκαν ότι, ενώ οι ανακοινωθείσες τιμές ήσαν παρεμφερείς, οι τιμές συναλλαγών εμφάνιζαν μεγάλες διαφορές. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις, προβάλλοντας τον αμυντικό αυτό ισχυρισμό και υποβάλλοντας τα κρίσιμα έγγραφα, σχολίασαν ήδη τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι οι τιμές συναλλαγών τους συνέπιπταν σε μεγάλο βαθμό. Κάθε επιχείρηση είχε την ευκαιρία ‘να γνωστοποιήσει τις απόψεις της σχετικά με τη γνησιότητα και την κρισιμότητα’ των τιμολογίων, πιστωτικών σημειωμάτων κ.λπ. που είχαν υποβάλει» ( 54 ).
129.
Καταρχάς θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, όπως τονίζουν ορθώς οι προσφεύγουσες καναδικές επιχειρήσεις, η ακρόαση δεν μπορούσε εξ ορισμού να αφορά τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή με την απόφαση της, δηλαδή ότι οι τιμές συναλλαγών συνέπιπταν, αφού, όπως αναφέρθηκε, το συμπέρασμα αυτό στηρίχθηκε κυρίως στα τιμολόγια που απεστέλησαν στην Επιτροπή μεταγενέστερα.
130.
Δεύτερον, δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι οι επιχειρήσεις μπορούσαν να σχολιάσουν τη γνησιότητα και την κρισιμότητα των εν λόγω εγγράφων όταν τα απέστελλαν. Το κρίσιμο εν προκειμένω σημείο είναι αν κάθε επιχείρηση είχε το δικαίωμα να ενημερώνεται πριν από την έκδοση της αποφάσεως σχετικά με τα συγκεκριμένα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει η Επιτροπή κατόπιν της αναλύσεως των εγγράφων που είχε αποστείλει κάθε επιχείρηση.
131.
Υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα συνηγορεί το εξής χωρίο της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Allgemeine Elektricitäs-Gesellschaft AEG-Telefunken κατά Επιτροπής:
«ως προς το σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι αποφασιστικά δεν είναι αυτά καθαυτά τα έγγραφα, αλλά τα συμπεράσματα που συνήγαγε η Επιτροπή από τα έγγραφα αυτά» ( 55 ).
Με βάση τη σκέψη αυτή το Δικαστήριο αποφάσισε να μην εξετάσει ορισμένα έγγραφα επί των οποίων η εμπλεκόμενη στην υπόθεση εκείνη εταιρία δεν είχε την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της πριν από την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, μολονότι τα έγγραφα αυτά προέρχονταν από την ίδια την εταιρία.
132.
Η υπόθεση εκείνη όμως παρουσιάζει μια διαφορά έναντι των υπό κρίση υποθέσεων. Στις υπό κρίση υποθέσεις τα έγγραφα διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, ενώ τα επίμαχα στην προηγουμένη υπόθεση έγγραφα δεν είχαν διαβιβαστεί από την AEG. Η AEG δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι τα έγγραφα αυτά θα χρησιμοποιούνταν για την απόφαση της Επιτροπής. Αντίθετα, είναι προφανές ότι οι επιχειρήσεις εν προκειμένω δεν μπορούσαν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο αυτό.
133.
Από την απόφαση του Δικαστηρίου όμως προκύπτει σαφώς ότι η γνώση του εγγράφου και μόνο δεν αρκεί κατ' ανάγκη για να εξασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας. Στο πλαίσιο όμως της παρούσας διαδικασίας είναι αναμφισβήτητο ότι, ενόιμει κυρίως του όγκου των εν λόγω εγγράφων και της ανάγκης εκτιμήσεως των εκτπώσεων από άποψη ανταγωνισμού, τα συμπεράσματα που συνήχθησαν από τα έγγραφα αυτά προϋπέθεταν την ενδελεχή και σύνθετη ανάλυση τους: τούτο αποδεικνύεται από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την πρώτη πραγματογνωμοσύνη.
134.
Εντούτοις, ουδέποτε δόθηκε στις επιχειρήσεις, πριν από την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, η δυνατότητα να σχολιάσουν τα συμπεράσματα της Επιτροπής, καθόσον μάλιστα κατά την ακρόαση των επιχειρήσεων τα επίμαχα τιμολόγια δεν βρίσκονταν στην κατοχή της καθής. Είναι επομένως προφανές ότι η αιτίαση περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών διατυπώθηκε χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί της αναλύσεως των τιμολογίων τους, επί της οποίας η Επιτροπή στήριξε την αιτίαση αυτή. Η σημασία δε της διατυπώσεως παρατηρήσεων επί των συμπερασμάτων που συνήχθησαν από έγγραφα τα οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, προσκομίστηκαν μετά τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, αποδεικνύεται επαρκώς από το γεγονός ότι τα συμπεράσματα αυτά αποτελούν το ουσιώδες περιεχόμενο των πινάκων 7 και 8 της αποφάσεως της Επιτροπής, επί των οποίων στηρίζεται η διαπίστωση περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει τα συμπεράσματα της αποφάσεως σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών, εφόσον δεχθεί την άπο\1ιή μου ότι έπρεπε να έχουν ανακοινωθεί σε κάθε επιχείρηση τα συμπεράσματα που είχαν συναχθεί από τη μελέτη των τιμολογίων της.
135.
Δεύτερο ερώτημα: μπορούσε η Επιτροπή να αρνηθεί να διαβιβάσει στις επιχειρήσεις, πριν από την έκδοση της αποφάσεως, τα τιμολόγια των άλλων επιχειρήσεων;
136.
Η άρνηση της Επιτροπής αιτιολογήθηκε διττώς:
—
ανάγκη προστασίας του απορρήτου: τα τιμολόγια και τα έγγραφα που διαβίβασαν οι περισσότερες επιχειρήσεις μετά την ακρόαση τους περιείχαν εξατομικευμένα στοιχεία ως προς την πολιτική τιμών, τα οποία οι επιχειρήσεις αυτές θεωρούν ότι συνιστούν επιχειρηματικό απόρρητο,
—
η διαβίβαση αυτή θα ήταν άχρηστη για την άμυνα κάθε επιχειρήσεως, αφού κάθε επιχείρηση όφειλε απλώς να αποδείξει ότι οι τιμές που αναγράφονταν στα τιμολόγια της διέφεραν από τις τιμές που είχε ανακοινώσει.
137.
Θα ήθελα καταρχάς να εξετάσω την τελευταία αυτή αιτιολογία. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αναγκαία η σύγκριση των τιμολογίων των παραγωγών. Κατά την Επιτροπή, αρκούσε η διαπίστωση ότι οι τιμές συναλλαγών κάθε παραγωγού δεν διέφεραν εν γένει από τις ανακοινωθείσες τιμές. Από την ανάγνωση όμως της αποφάσεως της προκύπτει ακριβώς ότι συνήγαγε συμπεράσματα σχετικά με το αν οι τιμές συναλλαγών των παραγωγών ήσαν παρόμοιες ή ακριβώς ίδιες.
138.
Στο ακόλουθο π.χ. χωρίο τονίζεται η ομοίοτητα των τιμών συναλλαγών: «Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παραχώρησαν τις εκπτώσεις αυτές με ανάλογους όρους. Συνήθως δεν υπερέβησαν το 3 % και ποτέ δεν έφθασαν συνολικά σε περισσότερο από 7 %» ( 56 ). Εξάλλου, στην ίδια την απόφαση περιγράφεται η συμπεριφορά που επέδειξαν δύο παραγωγοί επί ορισμένες περιόδους ως προς τις τιμές συναλλαγών, με σκοπό να αποδειχθεί η ορθότητα της απόψεως ότι ήταν δυνατή η διαφοροποίηση των τιμών για τον λευκασμένο θειικό χαρτοπολτό. Όσον αφορά την πρώτη επιχείρηση, την Domtar, αναφέρεται στην απόφαση ότι «οι τιμές κυμαίνονταν, ανάλογα με τον πελάτη, μεταξύ 420 και 565 US $ ανά τόνο για βόρεια μαλακή ξυλεία, ενώ οι εταιρίες στις οποίες απευθύνεται η παρούσα απόφαση τιμολογούσαν όλες 545 US $ ανά τόνο» ( 57 ). Όσον αφορά τη Bowater, η συμπεριφορά της περιγράφεται ως εξής: «Ενώ κατά την τελευταία χρονική περίοδο οι τιμές συναλλαγής της αντιστοιχούσαν τόσο στις ανακοινωθείσες τιμές όσο και στις τιμές συναλλαγής των ανταγωνιστών της, οι τιμές συναλλαγής της κατά τα δύο πρώτα χρόνια διέφεραν πολύ από αυτές των ανταγωνιστών της» ( 58 ). Τέλος, σκοπός του πίνακα 7 της αποφάσεως δεν είναι ακριβώς να αποδειχθεί η ομοιότητα των τιμών συναλλαγών, του δε πίνακα 8η ομοιότητα των εκπτώσεων ή μειώσεων των τιμών; Εντούτοις, κάθε επιχείρηση δεν μπορούσε να έχει γνώση των εγγράφων που είχαν υποβάλει οι ανταγωνιστές της και στα οποία στηρίχθηκε η κατάρτιση των πινάκων αυτών. Αντίθετα απ' ότι ισχυρίζεται η καθής, τα δικαιώματα άμυνας δεν μπορούν να ασκούνται πλήρως, παρά μόνο αν οι επιχειρήσεις είναι σε θέση όχι μόνο να εξακριβώνουν αν είναι ορθή η ανάλυση σχετικά με τους δικούς τους μηχανισμούς τιμών, αλλά και να εξετάζουν οι ίδιες κυρίως αν οι τιμές τους συμπίπτουν με τις τιμές των ανταγωνιστών τους. Η θέση που λαμβάνει η Επιτροπή εν προκειμένω μου φέρνει αναγκαστικά στο μυαλό τα σχέδια φυλακών στις οποίες ο δεσμοφύλακας μόνο μπορεί να βλέπει όλους τους κρατουμένους, οι οποίοι αντίθετα δεν μπορούν να βλέπουν ο ένας τον άλλο.
139.
Όσον αφορά τουλάχιστον τις τιμές συναλλαγών, ουδέποτε πριν από την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής δόθηκε στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να γνωρίζουν επακριβώς ποιοι ήταν οι ανταγωνιστές τους με τους οποίους εναρμόνισαν, κατά την Επιτροπή, την πρακτική τους ως προς τις τιμές συναλλαγών κατά τη διάρκεια δεδομένης περιόδου.
140.
Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη της Επιτροπής ότι τα τιμολόγια και τα πιστωτικά σημειώματα άλλων ανταγωνιστών δεν ήσαν αναγκαία για την άμυνα κάθε επιμέρους επιχειρήσεως. Θα ήθελα εξάλλου να τονίσω ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε, με μεταγενέστερο της εκδόσεως αποφάσεως έγγραφο, ότι η ελεύθερη πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα ήταν «σκο-πιμότερη από ψυχολογική άποψη» ( 59 ). Κατά την άποψη μου, η πρόσβαση αυτή δεν έχει μικρότερη σημασία από νομική άποψη...
141.
Ποια όμως στάση θα έπρεπε να τηρήσει η Επιτροπή, ενόψει του ότι θεωρούσε τα εν λόγω έγγραφα ως απόρρητα;
142.
Κατά την πάγια επ' αυτού νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν μπορεί «να λάβει υπόψη της εναντίον της επιχειρήσεως, την οποία αφορά η διαδικασία του κανονισμού 17, γεγονότα, περιστάσεις ή έγγραφα, τα οποία κρίνει ότι δεν μπορεί να ανακοινώσει, εάν αυτή η άρνηση ανακοινώσεως θίγει τη δυνατότητα της επιχειρήσεως αυτής να καταστήσει κατά λυσιτελή τρόπο γνωστή την άποψη της για το υποστατό ή τη σημασία των περιστάσεων αυτών, για τα έγγραφα αυτά ή ακόμη για τα συμπεράσματα που συνάγει η Επιτροπή από αυτά» ( 60 ).
143.
Είχα ήδη την ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος τις δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την προσπάθεια συμβιβασμού της τηρήσεως του απορρήτου και των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο των διαδικασιών αντι-ντάμπινγκ, ανέφερα δε μεταξύ άλλων τα εξής:
«(...) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κηρύττει απαράδεκτες τις αιτήσεις που διατυπώνονται κατά των εθνικών αποφάσεων που λαμβάνονται εις εκτέλεση κοινοτικής πράξεως (...) για τον ουσιώδη λόγο ότι το Δικαστήριο εδημιούρ-γησε μια νομολογία κατά την οποία το Δικαστήριο ελέγχει την εκ μέρους των κοινοτικών θεσμικών οργάνων τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Επομένως, δεν στερείται ενδιαφέροντος, κάθε άλλο μάλιστα, το να αποφεύγονται σημαντικές διαφορές στα όσα το Δικαστήριο θα μπορούσε να συναγάγει από το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, ενόψει των προϋποθέσεων που το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιοί-μάτων μπόρεσε μέχρι σήμερα να καθορίσει.
Ως προς το σημείο αυτό, δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι η διαδικασία αντιντά-μπινγκ, παρόλο ότι διεξάγεται από μια διοικητική αρχή, πρέπει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη μιας ‘δίκαιης δίκης’ (...), η οποία προϋποθέτει ότι αναγνωρίζεται ‘ισότητα των όπλων’ μεταξύ των διαφόρων διαδίκων (...). Εξάλλου, η τήρηση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως απαιτεί ο διάδικος ή ο εκπρόσωπος του να έχει την ευκαιρία να συμβουλεύεται και να σχολιάζει τον φάκελο της υποθέσεως, ιδίως τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν ως βάση για την απόφαση^..)» ( 61 ).
144.
Το δε Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε τη θεμελιώδη σημασία που έχει η τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας, τόνισε τα εξής:
«Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά την εκπλήρωση του καθήκοντος τους πληροφορήσεως, τα κοινοτικά θεσμικά όργανα πρέπει να ενεργούν με κάθε επιβαλλομένη επιμέλεια επιζητώντας, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, υποθ. 264/82, Tiraex Corporation (Συλλογή 1985, σ. 849), να δίνουν στις οικείες επιχειρήσεις, στον βαθμό που η τήρηση του επιχειρηματικού απορρήτου διασφαλίζεται, πληροφορίες χρήσιμες για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους και επιλέγοντας, ενδεχομένως οίκοθεν, τους ενδεδειγμένους γι' αυτήν την ανακοίνωση τρόπους. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι ήδη σε θέση, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να γνωστοποιούν επωφελώς την άποψη τους σχετικά με το υποστατό και το λυσιτελές των αναφερομένων πραγματικών περιστατικών και καταστάσεων και με τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή προς στήριξη του ισχυρισμού της για την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ και της ζημίας που απορρέει από αυτήν» ( 62 ).
145.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έπρεπε, προκειμένου να αποδείξει βάσει των απορρήτων εγγράφων την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών συμμορφούμενη ταυτόχρονα προς τις ανωτέρω αρχές ( 63 ), να προσδιορίσει τις μεθόδους ανακοινώσεως των στοιχείων που ήταν αναγκαία για την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας ή να αποφασίσει να μη χρησιμοποιήσει τα τιμολόγια, στα οποία όμως στηρίχθηκαν οι διαπιστώσεις της.
146.
Από την αλληλογραφία που αντήλλαξαν μετά την έκδοση της αποφάσεως η Επιτροπή και οι προσφεύγουσες προκύπτει ότι και τα δύο μέρη είχαν μελετήσει διάφορους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να δοθεί στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να λάβουν γνώση των εν λόγω εγγράφων. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να εκφράσω εδώ την άποψη μου σχετικά με τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές των προτεινομένων αυτών λύσεων. Θα ήθελα απλώς να τονίσω ότι οι προσφεύγουσες αναφέρθηκαν στην πρακτική που είχε ακολουθήσει η Επιτροπή σε άλλες υποθέσεις ανταγωνισμού, προκειμένου να σεβαστεί το επιχειρηματικό απόρρητο και παράλληλα να εξασφαλίσει την προστασία των δικαιωμάτων άμυνας. Εν πάση όμως περιπτώσει, η ανακοίνωση των εγγράφων μετά την έκδοση της αποφάσεως δεν είναι αρκετά έγκαιρη, ώστε να εξασφαλιστεί η προστασία των δικαιωμάτων αυτών, εφόσον οι διαπιστώσεις σχετικά με την παράβαση στηρίζονται ακριβώς στα επίμαχα έγγραφα. Όπως όμως αναφέρθηκε, η παράβαση που συνίστατο στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών στηρίχθηκε κυρίως σε έγγραφα και τιμολόγια που υποβλήθηκαν μετά την ακρόαση των επιχειρήσεων.
147.
Η νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφέστατη στο σημείο αυτό:
«Ο σεβασμός του δικαιώματος ακροάσεως απαιτεί να παρέχεται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση η ευκαιρία, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να καταστήσει πατά λυσιτελή τρόπο γνωστή την άποψη της για το υποστατό και το ουσιώδες των προβαλλομένων πραγματικών περιστατικών και συνθηκών και για τα έγγραφα στα οποία στήριξε η Επιτροπή τον ισχυρισμό της ότι υφίσταται παράβαση» ( 64 ).
Είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρήθηκαν οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Η πλημμέλεια αυτή επηρεάζει επομένως το κύρος της αποφάσεως, κατά το μέρος κατά το οποίο με την απόφαση διαπιστώθηκε η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών, και θα πρέπει επομένως να έχει ως συνέπεια την ακύρωση του μέρους αυτού της αποφάσεως.
148.
Απομένει πλέον να καθοριστεί το «καθεστώς» των εν λόγω εγγράφων στο πλαίσιο της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να δοθεί κατ' αυτόν τον τρόπο απάντηση στην ένσταση που προέβαλαν ορισμένες από τις προσφεύγουσες βάσει του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας. Εφόσον όμως προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση, όσον αφορά την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, καθίσταται άνευ αντικειμένου το ζήτημα της χρησιμοποιήσεως των τιμολογίων αυτών προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής. Νομίζω, εξάλλου, ότι θα ήταν λογικό να δεχτεί το Δικαστήριο ότι η Επιτροπή δεν μπορεί, ενόψει των διαδικαστικών παρατυπιών που εξέθεσε ανωτέρω, να επικαλεστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας προσφυγής, προς στήριξη των διαπιστώσεων της σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές, τα συμπεράσματα που συνήγαγε από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν μετά την ακρόαση.
2) Τα έγγραφα σχετικά με τη Fides
149.
Η Finirceli ισχυρίζεται ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τη συμμετοχή της στην εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της Fides στηρίζονται σε έγγραφα που δεν της διαβιβάστηκαν, και συγκεκριμένα σε γνώμες που διατυπώθηκαν εγγράφως ή προφορικώς από ορισμένες τρίτες επιχειρήσεις καθώς και σε ένα σημείωμα σχετικά με μια συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στη Ζυρίχη στις 31 Μαρτίου 1977. Τα έγγραφα αυτά, τα οποία μνημονεύονται στα σημεία 57 έως 60 της αποφάσεως, προέρχονται είτε από τις απαντήσεις που δόθηκαν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων ( 65 ) είτε από στοιχεία που παρασχέθηκαν κατά την ακρόαση ( 66 ) είτε από έγγραφα που διαβιβάστηκαν ως συμπληρωματικά στοιχεία, πράγμα που είχε ζητηθεί από την Επιτροπή μετά την ακρόαση ( 67 ).
150.
Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι τα έγγραφα αυτά δεν περιήλθαν σε γνώση της προσφεύγουσας, αλλά υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της Finncell στην εν λόγω παράβαση αποδεικνύεται οπωσδήποτε από άλλα έγγραφα, τα οποία μνημονεύονται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων.
151.
Φρονώ ότι τα στοιχεία και τα έγγραφα που μνημονεύονται στα σημεία 57 έως 60 δεν μπορούν να αντιταχθούν κατά της προσφεύγουσας, αφού στην προσφεύγουσα δεν δόθηκε δυνατότητα να λάβει γνώση αυτών πριν από την έκδοση της αποφάσεως.
152.
Συνεπώς θα πρέπει, κατά την εξέταση της υποθέσεως επί της ουσίας, να εξακριβωθεί αν η παράβαση της Finncell στο σημείο αυτό αποδεικνύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στην απόφαση και επί των οποίων δόθηκε προσηκόντως στην προσφεύγουσα η δυνατότητα να παράσχει εξηγήσεις.
Γ — Η άρνηση διεξαγωγής κοινής ακροάσεως
153.
Εκτός από την St Anne και την IPS, όλες οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή πρόσβαλε τα δικαιώματα άμυνας, καθόσον αρνήθηκε να διεξαγάγει κοινή ακρόαση των επιχειρήσεων ή τουλάχιστον κοινές ακροάσεις επί περιφερειακής βάσεως. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, οι ακροάσεις αυτές ήσαν αναγκαίες, αφού η Επιτροπή τις κατηγορούσε ότι είχαν ακολουθήσει εναρμονισμένη πρακτική. Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις έπρεπε να γνωρίζουν τί είχε ειπωθεί κατά τις άλλες ακροάσεις, προκειμένου να προετοιμάσουν την ατομική τους άμυνα. Οι προσφεύγουσες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι έπρεπε επομένως να τους δοθεί η δυνατότητα να παρίστανται κατά την ακρόαση των άλλων παραγωγών. Εξάλλου, ήταν ενδεχόμενο η Επιτροπή να ενεργήσει παράνομα κατά τις χωριστές αυτές ακροάσεις, εξωθώντας τις «συγκατηγορούμενες» επιχειρήσεις τη μία κατά της άλλης ή αποσπώντας ορισμένες εμπιστευτικές πληροφορίες. Κατά συνέπεια, μολονότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 99/63, κατά το οποίο διεξάγεται χωριστή ακρόαση των ενδιαφερομένων, δεν προβλέπει τη δυνατότητα κοινής ακροάσεως, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι ίδιες οι επιχειρήσεις μπορούν να αποφασίζουν αν ενδείκνυται να διεξαχθεί κοινή και όχι χωριστή ακρόαση. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή δεν τήρησε την υπόσχεση της να δώσει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να διατυπώσουν στη συνέχεια την άποψη τους επί όλων των νέων στοιχείων ή επιχειρημάτων που θα προέκυπταν από την ακρόαση των διαφόρων επιχειρήσεων. Τέλος, ορισμένες επιχειρήσεις αναφέρουν ότι έλαβαν τα πρακτικά της ακροάσεως μόλις κατά τα τέλη του 1985, δηλαδή δύο μήνες μετά την έκδοση της αποφάσεως.
154.
Στην επιχειρηματολογία αυτή η Επιτροπή απαντά ότι αρμόδια να αποφασίζει αν είναι αναγκαία η διεξαγωγή κοινής ακροάσεως είναι η ίδια και μόνο. Στην προκειμένη υπόθεση έκρινε ότι η ακρόαση των επιχειρήσεων έπρεπε να διεξαχθεί χωριστά. Ήταν φυσικό ότι τα κυριότερα ζητήματα που θα εξετάζονταν κατά τις συναντήσεις αυτές θα αφορούσαν την πολιτική καθορισμού των τιμών των διαφόρων παραγωγών καθώς και την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν η παραγωγή και οι πωλήσεις. Αυτού του είδους τα στοιχεία καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο και δεν επιτρέπεται η δημοσιοποίηση τους. Οι περισσότερες επιχειρήσεις μάλιστα επέμειναν να διεξαχθούν χωριστά οι ακροάσεις. Εν πάση περιπτώσει, κάθε παραγωγός όφειλε να λάβει θέση επί των συμπερασμάτων που είχε συναγάγει η Επιτροπή ως προς τον μηχανισμό διαμορφώσεως των τιμών του. Δεν υπάρχει κανένα γενικό δικαίωμα των μετεχόντων σε μια διαδικασία να γνωστοποιούν την άποψη τους επί όλων των επιχειρημάτων που έχουν προβάλει οι άλλοι μετέχοντες στη διαδικασία αυτή σχετικά με τη συμπεριφορά που έχουν επιδείξει από άποψη ανταγωνισμού. Εν πάση περιπτώσει, κατά την Επιτροπή, η αιτιολογία της αποφάσεως της δεν στηρίχτηκε σε κανένα από τα στοιχεία που προέκυψαν από την ακρόαση μιας επιχειρήσεως ούτε τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν κατά άλλων επιχειρήσεων.
155.
Δεν νομίζω ότι η άποψη των προσφευγουσών είναι βάσιμη. Ακόμη και αν το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 99/63 δεν το προβλέπει ρητά, αρμόδια να αποφασίζει αν πρέπει να διεξαχθούν κοινές ακροάσεις είναι η Επιτροπή, το όργανο δηλαδή που έχει την ευθύνη της διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας, και όχι οι επιχειρήσεις.
156.
Η άσκηση των προνομιών αυτών δεν πρέπει πάντως να θίγει τα δικαιώματα άμυνας, πράγμα που σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να χρησιμοποιεί προς στήριξη της αποφάσεως της τα στοιχεία που συλλέγει κατά την ακρόαση μιας από τις επιχειρήσεις κατά άλλης επιχειρήσεως, εφόσον δεν τα έχει υποβάλει προηγουμένως στην τελευταία αυτή επιχείρηση.
157.
Από την ανάγνωση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως ουδόλως προκύπτει ότι η Επιτροπή στήριξε τις διαπιστώσεις της ως προς την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής επί των στοιχείων που συνέλεξε κατά τις ακροάσεις ( 68 ). Ούτε οι προσφεύγουσες απέδειξαν ότι η απόφαση στηρίζεται σε στοιχεία που συνελέγησαν κατά τις ακροάσεις αυτές.
158.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τα επιχειρήματα που αναπτύσσουν οι προσφεύγουσες συναφώς.
Δ — Η μη διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή για τις Συμπράξεις και τις Δεσπόζουσες Θέσεις
159.
Κατά την Bowatcr, αποτελεί παρατυπία το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν διαβουλεύθηκε με τη Συμβουλευτική Επιτροπή για τις Συμπράξεις και τις Δεσπόζουσες Θέσεις (στο εξής: Επιτροπή Συμπράξεων) μετά την εκ μέρους ορισμένων επιχειρήσεων ανάληψη της δεσμεύσεως — την οποία δεν προσυπέγραψε η Bowater — και τη συνακόλουθη μείωση των προστίμων τους κατά 90 %.
160.
Αν όμως η Επιτροπή είχε διαβουλευθεί με την Επιτροπή Συμπράξεων, θα είχε αντιληφθεί πόσο παράλογο ήταν το ύψος του προστίμου που είχε επιβάλει στη Bowater. Η εταιρία αυτή, η οποία υπογραμμίζει ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος της ΚΕΑ και ότι κατηγορείται για συμμετοχή σε εναρμονισμένη πρακτική επί μικρότερα χρονικά διαστήματα απ' ό,τι πολλές άλλες επιχειρήσεις, υπενθυμίζει ότι της επιβλήθηκε ένα από τα δύο μεγαλύτερα πρόστιμα, ενώ η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε, σε άλλη ευκαιρία, ότι είχε επιδείξει πνεύμα συνεργασίας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η Επιτροπή Συμπράξεων θα είχε επιστήσει επ' αυτού την προσοχή της καθής, η οποία συνεπώς θα μείωνε το ύψος του προστίμου της Bowater.
161.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι τα πρόστιμα καθορίστηκαν καταρχάς βάσει της γνώμης που εξέδωσε η Επιτροπή Συμπράξεων στις 26 Σεπτεμβρίου 1984. Η Επιτροπή ομολογεί ότι δεν ζήτησε εκ νέου τη γνώμη της Επιτροπής Συμπράξεων μετά την ανάληψη των δεσμεύσεων και πριν την έκδοση της αποφάσεως. Παρ' όλα αυτά, η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Bowater σχετικά με τις συνέπειες της παραλείψεως νέας δια- βουλεΰσείος με την Επιτροπή Συμπράξεων μετά την αποδοχή της δεσμεύσεως εκ μέρους ορισμένων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή φρονεί ότι θα ετίθετο ενδεχομένως ζήτημα παραλόγου σε σχέση με την προτεινόμενη μείωση του προστίμου, όχι όμως για το βασικό πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Bowater.
162.
Δεν νομίζω ότι η διαδικασία είναι παράτυπη έναντι της εταιρίας αυτής λόγω παραλείψεως διαβουλεύσεως με την Επιτροπή Συμπράξεων. Δεδομένου ότι δεν αποδέχθηκε την ανάληψη δεσμεύσεως, η θέση της παρέμεινε εξ ολοκλήρου αμετάβλητη έναντι της θέσεως της κατά τον χρόνο εκδόσεως της αρχικής γνώμης της Επιτροπής Συμπράξεων. Κατά συνέπεια, έναντι της εταιρίας αυτής η απόφαση μπορούσε να εκδοθεί βάσει της αρχικής αυτής γνώμης. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει το ζήτημα αν ήταν αναγκαία η εκ νέου διαβούλευση με την Επιτροπή Συμπράξεων ως προς τη μείωση των προστίμων των άλλων επιχειρήσεων, καθόσον οι άλλες αυτές επιχειρήσεις δεν προέβαλαν κανένα σχετικό επιχείρημα.
Πρόταση
163.
Από την εξέταση των αιτιάσεων που αφορούν τις διαδικαστικές παρατυπίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί πολλούς από τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών. Ο κυριότερος από αυτούς αφορά τη διαπίστωση της αποφάσεως περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών (άρθρο 1, παράγραφος 2), την οποία προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει οπωσδήποτε, δεχόμενο το σχετικό αίτημα των προσφευγουσών. Ενόψει των λόγων στους οποίους στηρίζεται η άποψη μου και των εκτενέστατων παρατηρήσεων που ανέπτυξα κατά την εξέταση των προσφυγών εν προκειμένω, δεν θα εξετάσω, ούτε καν επικουρικά, τις αιτιάσεις αυτές κατ' ουσία ( 69 ).
Π — Η «γενική» εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές
164.
Καταρχάς έκρινα αναγκαίο να αναπτύξω τις ακόλουθες παρατηρήσεις σχετικά με την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής. Δεν συμφωνώ με την άποψη της καθής ότι «από τη νομολογία των χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης (στην οποία αναφέρθηκαν ορισμένες από τις προσφεύγουσες) προκύπτει απλώς και μόνο ότι, όσον αφορά τις υποθέσεις εναρμονισμένης πρακτικής, το κυριότερο πρόβλημα δεν είναι ο προσδιορισμός της πρακτικής αυτής, αλλά η απόδειξη της υπάρξεως της» ( 70 ).
165.
Αντίθετα, όπως ορθά τονίζει η προσφεύγουσα MacMillan, προϋπόθεση για την ικανοποιητική εξέταση των εναρμονισμένων πρακτικών που η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υφίστανται εν προκειμένω είναι ο ορισμός της έννοιας αυτής πριν από την εξακρίβωση του αν η Επιτροπή έχει αποδείξει την ύπαρξη αυτής της παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού.
Α — Η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής ( 71 )
166.
Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγορεύει τις εναρμονισμένες πρακτικές, δεν έχει δώσει ορισμό της έννοιας αυτής ( 72 ). Με εναρμονισμένες πρακτικές ασχολήθηκε το Δικαστήριο επανειλημμένα ( 73 ) και παρέσχε έτσι, επ' ευκαιρία ορισμένων σημαντικών υποθέσεων, ορισμένες σπουδαιότατες διευκρινίσεις. Δεν σας κρύβω όμως ότι, κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν ακόμη ορισμένες αβεβαιότητες ως προς τον ορισμό της εναρμονισμένης πρακτικής. Η αναγκαία σύνεση επιβάλλει βέβαια την αποφυγή των γενικών εκφράσεων που θα ήσαν υπερβολικά δεσμευτικές σε τομείς στους οποίους το δίκαιο αντιμετωπίζει μεταβλητές και περίπλοκες οικονομικές καταστάσεις. Ο δικαστής δεν πρέπει να επιδίδεται σε θεωρητικές ακροβασίες. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι, όταν διακυβεύεται η ασφάλεια δικαίου, όποιος καταβάλλει προσπάθεια διασαφηνίσεως, μέχρι ορισμένο βαθμό, των εννοιών υποκύπτει σε θεωρητι-κολόγο πειρασμό. Στους επιχειρηματίες πρέπει να παρέχονται σαφείς ενδείξεις για το ποιες συμπεριφορές απαγορεύονται από τους κανόνες ανταγωνισμού. Κατά τα λοιπά, ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι η ακρίβεια του δικαίου αποτελεί προϋπόθεση της αποτελεσματικής εφαρμογής του; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν εδώ να εξατομικεύσουμε τα στοιχεία που καλύπτει η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής.
167.
Ως δεδομένο μπορεί να θεωρηθεί σήμερα το εξής: η εναρμονισμένη πρακτική διαφέρει από την τυπική συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων. Με τις αποφάσεις «χρωστικές ουσίες» το Δικαστήριο κατέστησε σαφή τα εξής:
«Ναι με το άρθρο 85 διακρίνει την έννοια της ‘εναρμονισμένης πρακτικής’ από την έννοια των ‘συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων’ (...), αυτό όμως γίνεται με την πρόθεση να υπαχθεί στις απαγορεύσεις αυτού του άρθρου μια μορφή συντονισμού μεταξύ επιχειρήσεων η οποία, χωρίς να έχει φθάσει μέχρι του σημείου συνάψεως μιας κατά κυριολεξία συμβάσεως, αντικαθιστά (...) τους κινδύνους του ανταγωνισμού με πρακτική συνεργασία μεταξύ τους» ( 74 ).
«Από την ίδια της τη φύση η εναρμονισμένη πρακτική δεν συγκεντρώνει επομένως όλα τα στοιχεία μιας συμφωνίας» ( 75 ), αλλά αποτελεί μια ιδιάζουσα νομική κατηγορία, η οποία είναι αυτοτελής έναντι της συμφωνίας. Όπως έχει ήδη γραφεί, τούτο αποτελεί «το πρώτο όριο της έννοιας της εναρμονισμένης πρακτικής: πρέπει να υπάρχει σύμπτωση βουλήσεων που να μη φθάνει μέχρι τη συμφωνία» ( 76 ).
168.
Πολύ λεπτότερο είναι το ζήτημα που τίθεται στη συνέχεια: ποιο είναι το περιεχόμενο της αναγκαίας εναρμονίσεως μεταξύ των επιχειρήσεων; Με τις αποφάσεις «Ζάχαρη», το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«Τα κριτήρια του συντονισμού και της συνεργασίας (...), τα οποία δεν απαιτούν την επεξεργασία ενός πραγματικού ‘σχεδίου’, πρέπει να νοηθούν υπό το φως της αντιλήψεως που εμπεριέχεται στις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού, σύμφωνα με την οποία κάθε επιχειρηματίας πρέπει να καθορίζει κατά τρόπο αυτοτελή την πολιτική που σκέπτεται να ακολουθήσει στην κοινή αγορά (...)» ( 77 ).
Το Δικαστήριο δε πρόσθεσε τα εξής:
«(...) η απαίτηση αυτή της αυτοτέλειας (...) εμποδίζει όμως αυστηρά κάθε άμεση ή έμμεση επαφή μεταξύ των επιχειρηματιών, που έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα είτε να επηρεάσει τη συμπεριφορά στην αγορά ενός τωρινού ή δυνητικού ανταγωνιστή είτε να αποκαλύψει σ' έναν τέτοιο ανταγωνιστή τη συμπεριφορά που ένας επιχειρηματίας έχει αποφασίσει ή προτίθεται να τηρήσει ο ίδιος στην αγορά» ( 78 ).
169.
Οι σκέψεις αυτές του Δικαστηρίου είναι πολύ συνεκτικές. Καλύπτουν όλες τις μορφές, όλους τους τρόπους επαφών μεταξύ των επιχειρήσεων. Από την άποψη αυτή, το Δικαστήριο συνήγαγε όλες τις αναγκαίες συνέπειες του άτυπου χαρακτήρα της εναρμονισμένης πρακτικής, ο οποίος είναι σύμφυτος προς την έννοια αυτή. Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι αναγκαία η πραγματοποίηση επαφών για τον από κοινού προσδιορισμό και καθορισμό της μελλοντικής συμπεριφοράς, λόγω ακριβώς της ιδιάζουσας φύσεως την έννοιας αυτής έναντι της έννοιας της συμφωνίας. Αντίθετα, ορισμένοι νομικοί σχολιαστές θεώρησαν ότι το Δικαστήριο διεύρυνε την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής, στην οποία υπήγαγε ορισμένες μονομερείς πράξεις επιχειρήσεων που δεν θα μπορούσαν να συνιστούν εναρμόνιση, προϋπόθεση της οποίας είναι η ύπαρξη συναποφάσεως ή ανταλλαγής απόψεων ( 79 ).
170.
Δεν νομίζω ότι στις απαγορευόμενες εναρμονίσεις εμπίπτουν μόνο οι δύο αυτές συγκεκριμένες καταστάσεις. Πράγματι, η μορφή των επαφών μεταξύ των επιχειρήσεων δεν έχει καμία σημασία. Αντίθετα όμως, είναι βέβαιο ότι προϋπόθεση της υπάρξεως εναρμονίσεως είναι εξ ορισμού η αμοιβαιότητα των ανακοινώσεων μεταξύ των ανταγωνιστών ( 80 ). Το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν μπορεί να καλύπτει τις μονομερείς πράξεις των επιχειρήσεων. Τούτο όμως θα συνέβαινε, αν δεν ετίθετο η προϋπόθεση υπάρξεως καθ' οιονδήποτε τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των μερών ( 81 ). Νομίζω ότι η προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου δεν έχει τονίσει επαρκώς την προϋπόθεση αυτή. Αντίθετα, ορισμένες μεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου φαίνεται να επιβάλλουν την αναγκαία αυτή προϋπόθεση.
171.
Για παράδειγμα, με την απόφαση Züch-ner, το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«(...) πρέπει να εξεταστεί αν, μεταξύ των τραπεζών που εμφανίζουν παράλληλη συμπεριφορά, υφίστανται επαφές ή, τουλάχιστον, ανταλλαγή πληροφοριών» ( 82 ).
Είναι προφανές ότι αυτή η αμοιβαιότητα ανακοινώσεων μεταξύ ανταγωνιστών πρέπει να κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Επί του παρόντος έχει συνεπώς συναχθεί το συμπέρασμα ότι προϋπόθεση της υπάρξεως εναρμονίσεως είναι η αμοιβαία ενημέρωση μεταξύ επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή της ενημερώσεως αυτής. Ποιο όμως πρέπει να είναι το αντικείμενο της ενημερώσεως αυτής;
172.
Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν είναι αναγκαίο να αποτελεί αντικείμενο της ενημερώσεως αυτής ο εκ μέρους των ανταγωνιστών από κοινού καθορισμός της μελλοντικής συμπεριφοράς τους. Από ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει, αλλά και αρκεί, οι ανταγωνιστές να έχουν εξαλείψει, χάρη στη μεταξύ τους επικοινωνία, την αβεβαιότητα που υπήρχε σχετικά με τις μελλοντικές ενέργειες τους εντός της αγοράς. Με την απόφαση «χρωστικές ουσίες» το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
«(...) αντίκειται όμως στους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης να συνεργάζεται ένας παραγωγός με τους ανταγωνιστές του, με οποιονδήποτε τρόπο και αν γίνεται αυτή η συνεργασία, για τον καθορισμό συντονισμένης γραμμής δράσεως σχετικά με αυξήσεις τιμών και για την εξασφάλιση της επιτυχίας με την εκ των προτέρων εξάλειψη κάθε αβεβαιότητας όσον αφορά την αμοιβαία συμπεριφορά σχετικά με ουσιώδη στοιχεία αυτής της ενέργειας, όπως είναι το ποσό, το αντικείμενο, η ημερομηνία και ο τόπος των ανατιμήσεων» ( 83 ).
Με την απόφαση Züchner τέθηκε η ίδια προϋπόθεση, όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά
«(...) με το ποσοστό των προμηθειών που πράγματι εισπράττονται για όμοιες πράξεις μεταφοράς, οι οποίες έχουν διενεργηθεί ή πρόκειται να διενεργηθούν στο μέλον» ( 84 ).
173.
Με άλλα λόγια, η εναρμονισμένη πρακτική πρέπει τουλάχιστον να δίδει στους μετέχοντες τη βεβαιότητα ως προς τη συμπεριφορά που πρέπει να αναμένεται από τους ανταγωνιστές τους: καθένας απ' αυτούς πρέπει να μπορεί να προβλέπει τις μελλοντικές ενέργειες των άλλων.
174.
Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής καλύπτει την αμοιβαία ενημέρωση μεταξύ ανταγωνιστών, η οποία αποβλέπει στην εξασφάλιση βεβαιότητας ως προς τη συμπεριφορά τους εντός της αγοράς. Όπως έχει τονιστεί ( 85 ), τα στοιχεία αυτά αποτυπώνονται συνοπτικά στον εξαίρετο ορισμό που πρότεινε η Επιτροπή στην υπόθεση «χρωστικές ουσίες»:
«Αρκεί ότι οι ανταγωνιστές ενημερώνονται αμοιβαία για τη συμπεριφορά που προτίθενται να επιδείξουν, ώστε καθένας να μπορεί να ρυθμίζει τις ενέργειες του προσδοκώντας ότι οι ανταγωνιστές του θα επιδείξουν παράλληλη συμπεριφορά» ( 86 ).
175.
Επιπλέον, η εκ μέρους κάθε επιχειρήσεως γνώση της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών της πρέπει να οφείλεται σε αμοιβαία ενημέρωση μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και όχι απλώς στην παρατήρηση της καταστάσεως που επικρατεί στην αγορά.
176.
Πράγματι, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει υπενθυμίσει ότι
«επιτρέπεται σε κάθε παραγωγό να αλλάζει ελεύθερα τις τιμές του και να λαμβάνει προς τούτο υπόψη την τωρινή ή προβλεπτή συμπεριφορά των ανταγωνιστών του» ( 87 ).
Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί τα εξής:
«αυτή η απαίτηση αυτονομίας οεν αποκλείει το δικαίωμα των επιχειρηματιών να προσαρμόζονται επιτηδείως στη διαπιστουμένη ή αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους» ( 88 ).
Το Δικαστήριο συνεπώς αναγνωρίζει ότι κάθε επιχείρηση έχει το δικαίωμα να ευθυγραμμίζεται αυτοτελώς προς τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών της, εφόσον λαμβάνει γνώση της συμπεριφοράς αυτής παρατηρώντας απλώς την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά.
177.
Τούτο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο σε σχέση με τα διδάγματα των οικονομολόγων ( 89 ). Πράγματι, οι παράλληλες συμπεριφορές δεν οφείλονται κατ' ανάγκη σε προηγούμενη εναρμόνιση. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να εξηγείται, ή μάλιστα να επιβάλλεται, από την ίδια τη διάρθρωση της συγκεκριμένης αγοράς. Θα ήθελα εδώ να υπενθυμίσω συνοπτικά τα δύο συνηθέστερα σχετικά παραδείγματα. Πρώτον, πρόκειται για καταστάσεις συγκεντρωμένου ολιγοπωλίου, όπου οι εταιρίες αλληλεξαρτώνται: καθεμία απ' αυτές πρέπει, πριν αποφασίζει, να λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών της. Η ευθυγράμμιση κάθε εταιρίας προς τη συμπεριφορά των άλλων αποτελεί εύλογη απάντηση, που δεν έχει καμία σχέση με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ( 90 ). Η δεύτερη περίπτωση συνίσταται στην ύπαρξη επιχειρήσεως που να μπορεί να επιβάλει τις τιμές της: οι άλλες επιχειρήσεις ευθυγραμμίζονται προς τις τιμές της πρώτης, λόγω της ισχύος της εντός της αγοράς. Ως παράδειγμα αναφέρεται επίσης η οικειοθελής ευθυγράμμιση προς τις τιμές μιας τέτοιας κυρίαρχης επιχειρήσεως, της οποίας οι αποφάσεις εξαρτώνται από την εξέλιξη των συνθηκών της αγοράς για λόγους που ανάγονται π.χ. στη γνώση που έχει εκ παραδόσεως η επιχείρηση αυτή σχετικά με την οικεία αγορά («βαρομετρικες αντιδράσεις» της επιχειρήσεως) ( 91 ).
178.
Αν ληφθούν υπόψη οι διαπιστώσεις που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, επιβάλλεται η διατύπωση δύο επιπλέον παρατηρήσεων.
179.
Πρώτον, τίθεται το ερώτημα αν οι κανόνες ανταγωνισμού δεν ισχύουν σε καμία περίπτωση για την εκ μέρους μιας επιχειρήσεως παρατήρηση της συμπεριφοράς που επιδεικνύουν οι ανταγωνιστές της εντός της αγοράς. Τί συμβαίνει, όταν οι αποφάσεις κάθε επιχειρήσεως που δρα στην αγορά περιέρχονται αμέσως ή ταχύτατα σε γνώση των ανταγωνιστών της; Κατά τη δεκαετία του '70 οι αρμόδιες για την εφαρμογή του δικαίου περί απαγορεύσεως των μολοπωλίων αμερικανικές αρχές προσέφυγαν στη δικαιοσύνη κατά ορισμένων ενεργειών των επιχειρήσεων που συνιστούσαν το λεγόμενο «price signaling» ( 92 ), με σκοπό να απαγορευθούν σε ορισμένες περιπτώσεις οι έμμεσες δημόσιες «συζητήσεις» μεταξύ ανταγωνιστών, κατά μείζονα δε λόγο οι δημόσιες ανακοινώσεις τιμών.
180.
Κατά τη γνώμη μου, όταν επικρίνεται μια συμπεριφορά ως συνιστώσα «price signaling», επιβάλλεται η μεγίστη δυνατή σύνεση. Καταρχάς, νομίζω ότι πρέπει να διατυπωθούν πολλές επιφυλάξεις για το αν είναι μεμπτές οι δημόσιες ανακοινώσεις τιμών, έστω και αν πραγματοποιούνται εκ των προτέρων ( 93 ). Δεν πρέπει να λησμονείται δηλαδή ότι οι ανακοινώσεις αυτές ενδέχεται να εξυπηρετούν θεμιτότατες και κανονικότατες εμπορικές ανάγκες. Ποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει π.χ. ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται οι αγοραστές να πρέπει να γνωρίζουν πολύ νωρίτερα τις τιμές, προκειμένου να καθορίσουν τις δαπάνες τους και τις τιμές τους, τις οποίες πρέπει να ανακοινώσουν και αυτοί στους δικούς τους πελάτες; Στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, τα πληροφοριακά στοιχεία που ανακοινώνει ο παραγωγός στους πραγματικούς ή δυνητικούς πελάτες του έχουν θεμελιώδη σημασία. Παραπάνω τονίστηκε ότι θα ήταν «παράλογο» ( 94 ) να μη λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι εξ ορισμού οι τιμές αυτές πρέπει να ανακοινώνονται.
181.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το θεμελιώδες στοιχείο που δεν επιτρέπεται να λησμονείται, όταν γίνεται λόγος για «price signaling». Θα ήταν εντούτοις παράλογο να θεωρηθεί καταρχήν ότι η εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ ανταγωνιστών δεν μπορεί να λαμβάνει τη μορφή ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων, η οποία, εκτός του ότι είναι δημόσια, είναι επιπλέον αμοιβαία και είναι ικανή να εξαλείψει κάθε αβεβαιότητα ως προς τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών. Από την άποψη αυτή, είναι προφανές ότι η δυσχέρεια συνίσταται στη συναγωγή των κριτηρίων για τη χάραξη της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ αφενός των «θεμιτών» δημόσιων ανακοινώσεων τιμών και αφετέρου της δημόσιας ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων για την οποία πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις. Συναφώς έχει γίνει λόγος, μεταξύ άλλων, για «πολύπλοκες, ασυνήθεις και τεχνητές» συμπεριφορές ( 95 ), οι οποίες δεν δικαιολογούνται από εμπορική άποψη και στην πραγματικότητα καθιερώνουν ένα δημόσιο διάλογο μεταξύ των εταιριών, καθόσον παρέχονται αμοιβαίως διαβεβαιώσεις ως προς τη συμπεριφορά των εταιριών αυτών ( 96 ).
182.
Αν υποτεθεί ότι η εν λόγω ενημέρωση γίνεται σε βάση αμοιβαιότητας, δεν βλέπω για ποιο λόγο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως στοιχείο εναρμονισμένης πρακτικής, όταν πραγματοποιείται δημόσια, ενώ οι ίδιες ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων συνιστούν παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού, όταν έχουν καταχωριστεί σε πρακτικά που έχουν συνταχθεί μετά το πέρας μιας συναντήσεως σε στενό κύκλο. Θα ήθελα όμως να τονίσω ότι η κατάσταση αυτή δεν έχει καμία σχέση με τις «απλές» ανακοινώσεις τιμών, οι οποίες αποτελούν καταρχήν μονομερείς ενέργειες εντός της αγοράς και συνεπώς δεν συνιστούν καθαυτές εναρμονισμένη πρακτική.
183.
Δεύτερον, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι απομένει να εξεταστεί ποιο είναι το περιεχόμενο της διαπιστώσεως ότι έχουν πραγματοποιηθεί ίδιες ενέργειες εντός της αγοράς, δηλαδή ότι υπάρχουν παράλληλες συμπεριφορές, από την άποψη της έννοιας της εναρμονισμένης πρακτικής.
184.
Με άλλα λόγια, αποτελεί η όμοια συμπεριφορά των επιχειρήσεων «αντικειμενικό» στοιχείο που εμπεριέχεται στην ίδια την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής; Στο ερώτημα αυτό έχει δοθεί καταφατική απάντηση από ορισμένους από τους προκατόχους μου ( 97 ). Εντούτοις, υποστηρίζεται επίσης ( 98 ) ότι θα ήταν εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι η παράλληλη συμπεριφορά εμπεριέχεται στην ίδια την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής. Κατά την άποψη αυτή, η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς πρέπει να εξετάζεται ως εξής: η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς αποτελεί ένδειξη υπέρ της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής, αν η πρώτη δεν εξηγείται χωρίς τη δεύτερη.
185.
Υπέρ της πρώτης απόψεως συνηγορεί το ίδιο το γράμμα της Συνθήκης: δεν σημαίνει η χρήση του όρου «πρακτική» ότι πρέπει να υπάρχει ορισμένη συμπεριφορά εντός της αγοράς; Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη η όλη οικονομία του άρθρου 85, παράγραφος 1, το οποίο απαγορεύει όχι μόνο την εναρμονισμένη πρακτική που έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, αλλά και την εναρμονισμένη εκείνη πρακτική που έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό αυτό. Αν όμως η παράλληλη συμπεριφορά θεωρηθεί ότι εμπεριέχεται, ως «αντικειμενικό στοιχείο» ( 99 ), στην έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής, πώς θα μπορούσαν να εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, ορισμένες μορφές εναρμονίσεως οι οποίες, μολονότι δεν τέθηκαν σε εφαρμογή, είχαν εντούτοις ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού; Κατά συνέπεια, αν γίνει δεκτή η άποψη ότι η όμοια συμπεριφορά εν τοις πράγμασι καλύπτεται από την έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής, το αποτέλεσμα θα είναι μια ιδιαίτερα συσταλτική ερμηνεία της Συνθήκης, η οποία θα αντέβαινε προς την οικονομία του άρθρου 85, παράγραφος 1.
186.
Η κυριότερη αντίρρηση που θα μπορούσε να προβληθεί αναφέρθηκε από τον γενικό εισαγγελέα Mayras:
«Θα ήταν χωρίς αμφιβολία περίεργο να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 85 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εναρμονισμένης πρακτικής που δεν είχε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα επί των όρων ανταγωνισμού, παρά τη βούληση των μετεχόντων στην πρακτική αυτή και για λόγους που δεν εξηρτώντο από αυτούς» ( 100 ).
Αυτό όμως είναι το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει η άποψη που δεχόταν ο προκάτοχος μου, κατά την οποία η ύπαρξη στην πράξη κοινής συμπεριφοράς εμπεριέχεται στην έννοια της εναρμονισμένης πρακτικής. Για την υπερπήδηση του εμποδίου αυτού, ο προκάτοχος μου πρότεινε
«να θεωρείται στις περιπτώσεις αυτές ότι η απόπειρα ή η απλή έναρξη εκτελέσεως αρκούν για να εφαρμοστεί το άρθρο 85, παράγραφος 1» ( 101 ).
Η ανάγκη χρησιμοποιήσεως εννοιών του ποινικού δικαίου, οι οποίες είναι ξένες προς τις έννοιες του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, αποδεικνύει, κατά τη γνώμη μου, το αδιέξοδο στο οποίο καταλήγει η άποψη ότι ο ορισμός της εναρμονισμένης πρακτικής περιλαμβάνει ένα «αντικειμενικό στοιχείο», το οποίο στηρίζεται στην ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς των επιχειρήσεων.
187.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι την όλη συζήτηση προκάλεσε το διφορούμενο της έννοιας «πρακτική». Νομίζω όμως ότι, αν ληφθεί υπόψη η οικονομία του άρθρου 85, το περιεχόμενο της έννοιας της εναρμονισμένης πρακτικής είναι σαφές: εναρμονισμένη πρακτική δεν σημαίνει την επίδειξη όμοιας συμπεριφοράς από τις επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα η Συνθήκη, χρησιμοποιώντας την έννοια αυτή, διακρίνει και αντιπαραθέτει, κατά την άποψη μου, την εν τοις πράγμασι εναρμόνιση, την εναρμόνιση στην πράξη, προς τη ρητή εναρμόνιση, η οποία στηρίζεται σε συμφωνία ( 102 ). Σε τελική ανάλυση, η Συνθήκη διάκειται εχθρικά έναντι της συνεργασίας μεταξύ των επιχειρηματιών, ανεξαρτήτως της μορφής που μπορεί να έχει η συνεργασία αυτή: «το άρθρο 85 δεν απαγορεύει την ομοιόμορφη συμπεριφορά, αλλά μόνο ορισμένα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται η συμπεριφορά αυτή» ( 103 ).
188.
Συμφωνώ συνεπώς με την ανάλυση ότι «η ύπαρξη απλώς παράλληλης συμπεριφοράς δεν αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική, αλλά μπορεί το πολύ να αποτελεί ένδειξη για τη συναγωγή, χάρη σε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, της υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων» ( 104 ).
189.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από τη διατύπωση ορισμένων αποφάσεων του Δικαστηρίου θα μπορούσε να συναχθεί ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς αποτελεί καθαυτή αντικειμενικό στοιχείο της εναρμονισμένης πρακτικής ( 105 ).
190.
Με την απόφαση «χρωστικές ουσίες» όμως το Δικαστήριο φάνηκε να δέχεται, τουλάχιστον όσον αφορά μόνο τις γενικές αρχές που καθιέρωνε, ότι το περιεχόμενο της παράλληλης συμπεριφοράς πρέπει να εκτιμάται στο πλαίσιο της αποδεικτικής διαδικασίας:
«Ναι μεν ένας παραλληλισμός συμπεριφοράς δεν μπορεί από μόνος του να συνιστά εναρμονισμένη πρακτική, μπορεί όμως να αποτελεί σημαντική ένδειξη, όταν καταλήγει σε όρους ανταγωνισμού που δεν ανταποκρίνονται στις φυσιολογικές συνθήκες της αγοράς, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των προϊόντων, της σπουδαιότητας και του αριθμού των επιχειρήσεων και του μεγέθους της εν λόγω αγοράς» ( 106 ).
191.
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονιστεί το γεγονός ότι η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς δεν συνιστά καθαυτή ( 107 ) απόδειξη εναρμονισμένης πρακτικής. Από την ύπαρξη της παράλληλης αυτής συμπεριφοράς μπορούν να συναχθούν ενδείξεις για εναρμονισμένη πρακτική, αν η παράλληλη αυτή συμπεριφορά δεν θα μπορούσε, ενόψει των χαρακτηριστικών της οικείας αγοράς, να αποτελεί συνέπεια της λήψεως ατομικών και ευλόγων αποφάσεων από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ( 108 ).
192.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι αρχές αυτές δεν διαφέρουν, σε τελική ανάλυση, από τις λύσεις που απορρέουν από την εξέλιξη της αμερικανικής νομολογίας. Μολονότι ο τεράστιος πλούτος της νομολογίας αυτής καθιστά αδύνατη εδώ τη λεπτομερή παράθεση της ( 109 ), θα ήθελα πάντως να αναφερθώ σε έναν κρίσιμο σταθμό της εξελίξεως της. Το 1948η Federal Trade Commission, στηριζόμενη προφανώς σε ορισμένες σκέψεις του Supreme Court ( 110 ), διατύπωσε την άποψη ότι, όταν πολλές επιχειρήσεις επιδεικνύουν την ίδια συμπεριφορά, εν γνώσει του ότι ενεργούν όλες κατά τον ίδιο τρόπο, αποδεικνύεται ότι μεταξύ τους υπάρχει «agreement». Με άλλα λόγια, αποδεικνύεται η παράβαση του δικαίου περί απαγορεύσεως των μονοπωλίων για τον λόγο και μόνο ότι επιδεικνύεται «συνειδητά» παράλληλη συμπεριφορά.
193.
To supreme court απέρριψε εξ ολοκλήρου την ανάλυση αυτή, δεχόμενο τα εξής:
«Δεν αμφισβητείται ότι η συμπεριφορά της επιχειρήσεως μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ως τεκμήριο από το οποίο μπορεί να συναχθεί, αφού εξεταστούν τα πραγματικά περιστατικά, η ύπαρξη συμφωνίας. Το παρόν δικαστήριο όμως ουδέποτε δέχθηκε ότι, οσάκις αποδεικνύεται η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς των επιχειρήσεων, αποδεικνύεται αυτόματα η ύπαρξη συμφωνίας ή, με άλλα λόγια, ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά καθαυτή παράβαση του Sherman Act. Το τεκμήριο της συνειδητά παράλληλης συμπεριφοράς έχει μεν εισχωρήσει ευρέως στη δικαστική πρακτική σε σχέση με τη συμπαιγνία, αλλά η ‘συνειδητά παράλληλη συμπεριφορά’ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά καθαυτή συμπαιγνία, κατά την έννοια του Sherman Act» ( 111 ).
194.
Η ανωτέρω απόφαση, η οποία επιβεβαιώνει τη δυνατότητα αποδείξεως «της συμπαιγνίας» βάσει τεκμηρίου (circumstancial evidence) ( 112 ), είναι ιδαίτερα σαφής στο σημείο στο οποίο δέχεται ότι η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς δεν συνιστά καθαυτή παράβαση του δικαίου περί απα-γορεΰσως των μονοπωλίων. Μόνο κατόπιν συγκεκριμένης εκτιμήσεως είναι δυνατό να προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση ποια αποδεικτική αξία έχει η ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς.
«Η ‘συνειδητά παράλληλη συμπεριφορά’ δεν αποτελεί σε όλες τις περιπτώσεις ισοδύναμο όρο για την ‘συμπαιγνία’. Η αποδεικτική αξία της, προκειμένου να αποδειχθεί τελικά η ύπαρξη συμπαιγνίας, διαφέρει ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά το δίκαιο περί απαγορεύσεως των μονοπωλίων, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη συμπαιγνίας, πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας» ( 113 ).
Η παράλληλη συμπεριφορά δεν συμπίπτει με την εναρμονισμένη πρακτική ούτε κατά το άρθρο 85 της συνθήκης της Ρώμης. Η συμπεριφορά αυτή πάντως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη της υπάρξεως εναρμονίσεως.
195.
Από την άποψη αυτή, όταν πρόκειται να ισχύσει ένα σύστημα έμμεσης αποδείξεως ( 114 ), πρέπει να επιδεικνύεται μεγάλη σύνεση ( 115 ), πριν συναχθεί το συμπέρασμα ότι υφίσταται εναρμονισμένη πρακτική. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να είναι «αρκετά σαφή και συμπίπτοντα, ώστε να [δημιουργείται] η πεποίθηση ότι η παράλληλη συμπεριφορά των δύο ενδιαφερόμενων επιχειρήσων ήταν αποτέλεσμα εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τους» ( 116 ). Με άλλα λόγια, σκοπός είναι να δημιουργείται βεβαιότητα πέραν κάθε εΰλογης αμφιβολίας. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την απόδειξη, το βάρος αποδείξεως φέρει η Επιτροπή: το βάρος αποδείξεως αυτό δεν επιτρέπεται να αντιστραφεί για τον λόγο και μόνο ότι έχει διαπιστωθεί παράλληλη συμπεριφορά. Αν δεν μπορεί να δημιουργηθεί πεποίθηση, παρά την ύπαρξη μιας δέσμης ισχυρά θεμελιωμένων τεκμηρίων, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής, εφόσον παρέχεται εύλογη εξήγηση της διαπιστωθείσας συμπεριφοράς, η οποία να συνάδει προς τις αυτοτελείς επιλογές των επιχειρήσεων.
196.
Αυτά είναι τα συμπεράσματα που συνάγονται από την απόφαση CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής ( 117 ). Αντικείμενο της υποθέσεως εκείνης ήταν η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ δύο επιχειρήσεων που διέκοψαν, σε εγγύτατες χρονικά ημερομηνίες, τις παραδόσεις τους προς τον ίδιο παραγωγό, ο οποίος επανεξήγε το οικεία προϊόντα στη γερμανική αγορά, κατά παράβαση των ρητρών των συμβάσεων πωλήσεως που είχε συνάψει με τους εν λόγω προμηθευτές του. Αφού οι εταιρίες CRAM και Rheinzink εξέθεσαν τους λόγους για τους οποίους καθεμία είχε αποφασίσει να δια-κόΨει τις παραδόσεις της, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι
«αρκεί για τις προσφεύγουσες να αποδείξουν περιστατικά που φωτίζουν διαφορετικά τα αποδειχθέντα από την Επιτροπή γεγονότα και που επιτρέπουν έτσι να υποκατασταθεί στην εξήγηση που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση μια άλλη εξήγηση των περιστατικών» ( 118 ).
197.
Η ύπαρξη βέβαια άμεσων αποδείξεοον της εναρμονισμένης πρακτικής ενδέχεται να έχει καθαυτή αποφασιστική σημασία και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, όταν οι αποδείξεις αυτές είναι επαρκείς, να μη χρειάζεται να χρησιμοποιηθούν οι ενδείξεις που αντλούνται από την ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς ( 119 ). Εντούτοις, στην προκειμένη υπόθεση, η Επιτροπή χαρακτηρίζει ως κύριο αποδεικτικό στοιχείο τα συμπεράσματα που συνήγαγε από την ανάλυση της παράλληλης εξελίξεως των τιμών, ενώ ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα που μνημονεύονται στην απόφαση έχουν, κατά την ίδια τη διατύπωση της καθής, δευτερεύοντα ρόλο και αποτελούν «αυτοτελή ερείσματα».
198.
Θεώρησα αναγκαίο να διατυπώσω τις ανωτέρω παρατηρήσεις, καθόσον επ' αυτών θα στηριχτεί η εξέταση των πραγματικών περιστατικών των υπό κρίση υποθέσεων.
Β — Η απόδειξη της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές χαρτοπολτού
199.
Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, όπως αναφέρεται στο τμήμα «Νομική εκτίμηση» της αποφάσεως της Επιτροπής, στην εναρμονισμένη πρακτική μετέσχον είτε όλοι οι αποδέκτες της αποφάσεως είτε ορισμένοι αποδέκτες εγκατεστημένοι στην ίδια χώρα ή στην (δια ήπειρο είτε ορισμένες μεμονωμένες επιχειρήσεις ( 120 ). Ανέφερα ήδη ότι, επειδή στο διατακτικό δεν υπάρχει συναφώς καμία ρητή αναφορά, το Δικαστήριο ζήτησε από την καθής να εκθέσει επακριβώς τις διαπιστώσεις της ως προς την εναρμονισμένη πρακτική. Βάσει των πινάκων που διαβίβασε η Επιτροπή στο Δικαστήριο, ο τρόπος ενέργειας της καθής μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η Επιτροπή κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο παραγωγός μετείχε στην εναρμονισμένη πρακτική, εφόσον η τιμή που ανακοίνωνε (ή τιμολογούσε) συνέπιπτε με την τιμή ορισμένων από τους ανταγωνιστές του για συγκεκριμένο προϊόν εντός συγκεκριμένης περιφέρειας και για ένα συγκεκριμένο τρίμηνο. Για τον λόγο αυτό η εναρμονισμένη πρακτική την οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει αποδείξει έχει τη μορφή εναρμονισμένης πρακτικής «με διακυμάνσεις». Εξάλλου, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η καθής αναφέρει ότι το ζήτημα δεν είναι αν η κατά διαστήματα διακοπτόμενη συμμετοχή σε ορισμένη εναρμονισμένη πρακτική εμπίπτει στο άρθρο 85, παράγραφος 1, πράγμα που οπωσδήποτε συμβαίνει, αλλά αν η κατά διαστήματα διακοπτόμενη παράλληλη συμπεριφορά των επιχειρήσεων αρκεί ως απόδειξη της υπάρξεως εναρμονίσεως. Κατά συνέπεια, τα μέλη του Δικαστηρίου πρέπει να μη λησμονήσουν, καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ότι το γεγονός ότι ορισμένη επιχείρηση ανακοίνωσε τιμή που συνέπιπτε με την τιμή των ανταγωνιστών της αποτελεί το κύριο αποδεικτικό στοιχείο στο οποίο στηρίχθηκε το συμπέρασμα περί συμμετοχής της στην εναρμονισμένη πρακτική, το οποίο εκτίθεται στην απόφαση.
200.
Στη συνέχεια, θα ήθελα να τονίσω ότι γεννώνται ορισμένα ερωτήματα ως προς τη σχέση μεταξύ των διαπιστώσεων περί «γενικής» εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές (άρθρο 1, παράγραφος 1) ( 121 ) και των διαπιστώσεων που εκτίθενται στο άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4. Στο σημείο 109 της αποφάσεως η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ ορισμένων Αμερικανών παραγωγών στο πλαίσιο της ΚΕΑ και μεταξύ των παραγωγών πολτού από σκληρή ξυλεία στο πλαίσιο της Fides δεν αποτελούσαν απλώς τμήμα της εναρμονίσεως των τιμών, αλλά συνιστούσαν επίσης αυτοτελείς παραβάσεις του άρθρου 85, παράγραφος 1. Επί της αναλύσεως αυτής θα ήθελα να διατυπώσω τις εξής παρατηρήσεις.
201.
Πρώτον, είναι προφανές ότι δεν εφαρμόστηκε η αρχή non bis in idem, όσον αφορά την εναρμόνιση μεταξύ των παραγωγών που ήσαν μέλη της ΚΕΑ. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως τις κατηγορεί ότι, στο πλαίσιο της ανωτέρω ενώσεως, εναρμόνισαν τις ανακοινωθείσες τιμές τους και τις τιμές συναλλαγών για τον λευκασμένο θειικό πολτό, χωρίς όμως να αναφέρεται η περίοδος κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εναρμόνιση αυτή. Στο σημείο 35 της αποφάσεως όμως η Επιτροπή τονίζει ότι οι ανακοινωθείσες τιμές των παραγωγών που ήσαν μέλη της ΚΕΑ συνέπιπταν κατά το μεγαλύτερο διάστημα της περιόδου 1975-1981, ενώ επί ορισμένο μόνο διάστημα εντός της περιόδου αυτής συνέπιπταν οι ανακοινωθείσες αυτές τιμές με τις τιμές συναλλαγών των ίδιων αυτών παραγωγών. Αν όμως το Δικαστήριο μελετήσει τους πίνακες που προσκόμισε η καθής για να διασαφηνίσει τις διαπιστώσεις της σχετικά με τη «γενική εναρμονισμένη πρακτική» κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1, θα διαπιστώσει ότι τίθεται επίσης ζήτημα για την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ παραγωγών που ήσαν μέλη της ΚΕΑ. Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι ελήφθη δύο φορές υπόψη η εναρμόνιση τιμών μεταξύ των παραγωγών της ΚΕΑ.
202.
Δεν χρειάζεται βέβαια να τονιστεί ότι τα ίδια περιστατικά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε διπλή διαπίστωση της ίδιας παραβάσεως.
203.
Όσον αφορά έπειτα το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως, στο αγγλικό κείμενο, το οποίο είναι το μόνο αυθεντικό, αναφέρονται τα εξής: «addressees 4, 29, 34, 36 and 40 to 43 by concerting on announced and actual transaction prices and exchanging within the framework of Fides individualized data concerning prices for deliveries of bleached sulphate hardwood pulp to the European Economic Community from 1973 to 1977». Θα ήθελα ευθύς εξ αρχής να τονίσω ότι υπάρχει μια ασάφεια (επί της οποίας θα επανέλθω) σχετικά με το αν το τμήμα αυτό του διατακτικού καλύπτει μόνο την εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της Fides. Ακόμη όμως και αν συμβαίνει αυτό, η εναρμονισμένη αυτή πρακτική δεν συμπίπτει, όσον αφορά τους «κατηγορούμενους» παραγωγούς, εν μέρει τουλάχιστον, με ορισμένες από τις διαπιστώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του διατακτικού;
204.
Κατόπιν των παρατηρήσεων αυτών, πρέπει πλέον να προχωρήσω στην εξέταση της επιχειρηματολογίας των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα ενθυμείται βέβαια ότι η άποψη της Επιτροπής, όπως προκύπτει από την απόφαση της και τις διευκρινίσεις που παρέσχε απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, είναι η εξής: 1) η ύπαρξη γενικής εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές αποδεικνύεται καταρχάς από την ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς των παραγωγών, της οποίας η εξήγηση δεν μπορεί να έγκειται παρά μόνο στην ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ τους και 2) η απόδειξη αυτή ενισχύεται από τις διάφορες μορφές ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων οι οποίες εκτίθενται στην απόφαση.
1) Η παράλληλη συμπεριφορά των παραγωγών
205.
Στο σημείο 83 της αποφάσεως επικρίνονται αφενός οι ανακοινώσεις παρόμοιων τιμών για παρόμοια χρονικά διαστήματα, οι οποίες πραγματοποιούνταν σε σύντομα χρονικά διαστήματα ή ακόμα και ταυτόχρονα, και αφετέρου το γεγονός ότι συνέπιπταν οι τιμές συναλλαγών· από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι η παράλληλη αυτή συμπεριφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των αποδεκτών της αποφάσεως. Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι εδώ θα εξετάσω την απόφαση μόνο από πλευράς εναρμονίσεως των ανακοινωθεισών τιμών. Θα «απομονώσω» συνεπώς την παράλληλη συμπεριφορά σχετικά με τις τιμές αυτές.
206.
Προτίθεμαι να διαρθρώσω ως εξής τις προτάσεις μου: πρώτον, θα εκθέσω την άποψη μου σχετικά με την ίδια την παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών (1.1). Στη συνέχεια θα εξετάσω τα ζητήματα που αφορούν το σύστημα των ανακοινώσεων των τιμών (1.2). Κατόπιν θα προσπαθήσω να προσδιορίσω τα συμπεράσματα που θα μπορούσαν να συναχθούν, κατόπιν της πραγματογνωμοσύνης που διέταξε το Δικαστήριο, από την οικονομική ανάλυση της παράλληλης εξελίξεως των τιμών (1.3). Τέλος, θα εκθέσω τους λόγους για τους οποίους νομίζω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει οπωσδήποτε σοβαρότατες πλημμέλειες, που αφορούν την εξατομικευμένη αιτιολογία των διαπιστώσεων περί παραβάσεως κάθε επιχειρήσεως-αποδέκτη της αποφάσεως (1.4).
1.1. Η παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών
207.
Η Επιτροπή εκθέτει στο σημείο 22 της αποΓράσεώς της τις διαπιστώσεις της σχετικά με την παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών. Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις-αποδέκτες της αποφάσεως ανακοίνωσαν ίδιες τιμές για τη Βορειοδυτική Ευρώπη (ζώνη 1) και σχεδόν ίδιες τιμές για τη Νότια Ευρώπη (ζώνη 2) πατά τις εξής περιόδους:
—
από το πρώτο τρίμηνο του 1975 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1977 και από το πρώτο τρίμηνο του 1978 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1981, όσον αφορά τις ανακοινωθείσες τιμές των καναδικών και αμερικανικών επιχειρήσεων,
—
από το πρώτο τρίμηνο του 1975 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1977 και από το τρίτο τρίμηνο του 1978 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1981, όσον αφορά τις ανακοινωθείσες τιμές των σουηδικών και φινλανδικών εταιριών,
—
από το πρώτο τρίμηνο του 1976 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1977 και από το τρίτο τρίμηνο του 1977 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1981, όσον αφορά όλες τις ενεχόμενες επιχειρήσεις.
208.
Εντούτοις, οι ανωτέρω διαπιστώσεις σχετικοποιούνται αισθητά από τρεις υποσημειώσεις. 'Ετσι, σε μια πρώτη υποσημείωση αναφέρεται ότι «το δεύτερο τρίμηνο του 1979 και το δεύτερο τρίμηνο του 1980 οι ενιαίες τιμές που ανακοίνωσαν οι καναδικές εταιρίες ήταν κατά 5 δολάρια ΗΠΑ υψηλότερες από τις ενιαίες τιμές που ανακοίνωσαν οι εταιρίες των ΗΠΑ. Το τρίτο τρίμηνο του 1979, η διαφορά ήταν 10 δολάρια ΗΠΑ». Η υποσημείωση όμως αυτή αντιφάσκει προς τον πίνακα 6: κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1979 οι τιμές που ανακοίνωσαν οι καναδικές επιχειρήσεις δεν υπερέβαιναν κατά 5 δολάρια τις τιμές των αμερικανικών επιχειρήσεων, αλλά υπελείπεντο των τιμών αυτών (μαλακή ξυλεία, ζώνη 1). Είναι λυπηρό ότι έχουν γίνει τέτοια σφάλματα, έστω και αν δεν θίγουν ουσιωδώς τις διαπιστώσεις της Επιτροπής.
209.
Στη δεύτερη υποσημείωση αναφέρονται τα εξής: «το πρώτο τρίμηνο του 1975, οι τιμές που ανακοίνωσε η Finncell ήταν οι ίδιες με εκείνες που ανακοίνωσαν οι αμερικανικές εταιρίες. Από το δεύτερο μέχρι το τέταρτο τρίμηνο του 1975, η Finncell ανακοίνωσε μία εναλλακτική τιμή 450 δολαρίων ΗΠΑ» ( 122 ). Η υποσημείωση αυτή ενδείκνυται πάντως να συμπληρωθεί από ένα χωρίο του σημείου 112 της αποφάσεως, κατά το οποίο η Finncell «κατά τα τρία τελευταία τρίμηνα του 1975 ανακοίνωσε μια τιμή σε δολάρια ΗΠΑ και σε σουηδικές κορόνες, ενώ η τιμή του δολαρίου υπήρξε κατά καιρούς υψηλότερη και κατά καιρούς χαμηλότερη από την τιμή που ανακοίνωσαν οι Σουηδοί προμηθευτές σε σουηδικές κορόνες (...)» ( 123 ). Η υποσημείωση αυτή σχετικοποιεί συνεπώς αισθητά τον γενικό ισχυρισμό της Επιτροπής (ο οποίος παρατίθεται στο σημείο 22, δεύτερη περίπτωση) ότι οι ανακοινωθείσες τιμές των σουηδικών και φινλανδικών επιχειρήσεων συνέπιπταν από το πρώτο τρίμηνο του 1975 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1977.
210.
Σε μια τρίτη — και τελευταία — υποσημείωση αναφέρονται τα εξής: «Το τρίτο τρίμηνο του 1979 και το δεύτερο τρίμηνο του 1980, μόνο οι τιμές που ανακοίνωσαν οι καναδικές και ευρωπαϊκές εταιρίες ήταν οι ίδιες. Οι εταιρίες των ΗΠΑ καθόρισαν ομοιόμορφες τιμές, οι οποίες ήταν 10 και 5 δολάρια ΗΠΑ αντίστοιχα (δηλ. 1 έως 2 %) χαμηλότερες», πράγμα που επιβεβαιώνεται εξάλλου από τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχει ο πίνακας 6.
211.
Από την εμπεριστατωμένη μελέτη του πίνακα αυτού προκύπτει πάντως ότι θα ήσαν αναγκαίες και πολλές άλλες υποσημειώσεις για την πιστή απόδοση των στοιχείων του πίνακα αυτού. Για παράδειγμα, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1979 οι ανακοινωθείσες τιμές των καναδικών επιχειρήσεων ήσαν επίσης κατώτερες κατά 10 δολάρια από τις τιμές των σουηδικών ν.αι φινλανδικών επιχειρήσεων (μαλακή ξυλεία, ζώνη 1). Το ίδιο ισχύει και για το πρώτο τρίμηνο του 1980. Εξάλλου, από το δεύτερο τρίμηνο του 1980 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1981 οι τιμές που ανακοίνωσαν οι αμερικάνικες επιχειρήσεις υπολείπονταν κατά 5 δολάρια από τις ανακοινίυθείσες τιμές των άλλων επιχειρήσεων, όσον αφορά τη βόρεια μαλακή ξυλεία (ζώνη 1). Κατά το τρίτο τρίμηνο του 1981η διαφορά μεταξύ των καναδικών αφενός και των σουηδικών και φινλανδικών τιμών αφετέρου ήταν, όπως προκύπτει από τον πίνακα 6, 45 δολάρια ΗΠΑ (μαλακή ξυλεία, ζώνη 1). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της Επιτροπής (που εκτίθεται στο σημείο 22 της αποφάσεως της, τρίτη περίπτωση) περί πλήρους συμπτώσεως των τιμών κατά την περίοδο από το τρίτο τρίμηνο του 1979 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1981 απέχει πόρρω του να ανταποκρίνεται επακριβώς στις ίδιες της τις διαπιστώσεις.
212.
Κατά συνέπεια, τόσο από την ύπαρξη των υποσημειώσεων, οι οποίες είναι εξάλλου ελλιπείς ή ανακριβείς, όσο και από την ανάλυση του συνημμένου στην απόφαση πίνακα 6 προκύπτει ότι, αν και για ορισμένες περιόδους (ιδίως από το πρώτο τρίμηνο του 1976 μέχρι το τρίτο τρίμηνο του 1977 για τη μαλακή ξυλεία στη ζώνη 1) υπήρξε «ενιαία» παράλληλη συμπεριφορά όλων των εταιριών, κατά τη διάρκεια άλλων περιόδων υπήρξαν περιπτώσεις παράλληλης εξελίξεως τιμών, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πολυσύνθετη».
213.
Η Επιτροπή σάς εξήγησε ότι η κυριότερη απόδειξη της συμμετοχής ενός παραγωγού στην εναρμονισμένη πρακτική συνίσταται στη διαπίστωση ότι ανακοίνωσε για δεδομένο τρίμηνο τιμή που συνέπιπτε με την τιμή ενός ή περισσότερων ανταγωνιστών του. Αυτός είναι συνεπώς ο λόγος για τον οποίο αναφέρονται στο σημείο 81 της αποφάσεως τα εξής: «This concertation took place either between all addressees of this Decision, or between addressees located in the same country or the same continent (or) between individual addressees». Θα ήθελα όμως εδώ να τονίσω ότι το διατακτικό της αποφάσεως δεν παρέχει καμία ένδειξη ως προς τους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιήθηκε ακριβώς η εναρμόνιση αυτή.
214.
Στη συνέχεια θα εξετάσω τα επιχειρήματα των ολίγων εκείνων προσφευγουσών που αμφισβητούν τις διαπιστώσεις που περιέχονται σχετικά με αυτές στον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 6. Θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι τόσο η πρώτη έκθεση πραγματογνωμοσύνης όσο και οι εξηγήσεις που έδωσαν οι πραγματογνώμονες κατά την εξέταση τους από το Δικαστήριο στις 5 Ιουνίου 1990 επιβεβαιώνουν, πλην μιας εξαιρέσεως, την ύπαρξη της παράλληλης εξελίξεως των τιμών, όπως περιγράφεται από την Επιτροπή στον πίνακα αυτό ( 124 )· η εξαίρεση οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στη σελίδα 21 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, λείπουν τα στοιχεία σχετικά με τις τιμές που ανακοινώθηκαν στην αρχή του πρώτου και του δεύτερου εξαμήνου του 1978. Σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου οι πραγματογνώμονες απάντησαν ότι τα στοιχεία σχετικά με τις τιμές που ανακοινώθηκαν στην αρχή του 1978 και κατά το θέρος του ίδιου έτους δεν περιέχονταν στον φάκελο της Επιτροπής.
215.
Πέραν της διευκρινίσεως αυτής, οι πραγματογνώμονες επιβεβαίωσαν, κατά την προαναφερθείσα εξέταση τους, ότι συμφωνούσαν με το συμπέρασμα που συνάγει η Επιτροπή (βλ. σημείο 22 της αποφάσεως) από τα στοιχεία του πίνακα 6 ως προς την ύπαρξη «παράλληλης εξελίξεως», για την οποία γνωρίζουμε πλέον ότι δεν ήταν πάντοτε γραμμική.
216.
Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη της «παράλληλης εξελίξεως» αυτής δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ουσιαστικά, λόγω των κενών και των ανακριβειών του πίνακα 6, που διαπιστώθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία κατόπιν των αντιρρήσεων που διατύπωσαν ορισμένες προσφεύγουσες. Εν πάση περιπτώσει όμως, δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά σχετικά με την απόδειξη των τιμών που ανακοίνωσαν ορισμένες επιμέρους επιχειρήσεις για ορισμένες περιόδους.
217.
Για παράδειγμα, τα μέλη της Finncell υποστηρίζουν ότι η έρευνα της Επιτροπής σχετικά με τις τιμές που είχε ανακοινώσει κάλυψε μόνο την περίοδο 1974-1977. Οι τιμές που εμφαίνονται στον πίνακα 6 της αποφάσεως για τον μετά το 1977 χρόνο είναι οι τιμές που διαπιστώθηκαν για τις σουηδικές επιχειρήσεις και οι οποίες θεωρήθηκαν άνευ ετέρου ότι ίσχυαν και για τα μέλη της Finncell.
218.
Η απάντηση των πρώτων πραγματογνωμόνων σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι σαφέστατη: στους φακέλους της Επιτροπής δεν περιεχόταν κανένα τιμολογώ ή τηλετύπημα σχετικά με τις τιμές που ανακοίνωσαν τα μέλη της Finncell μετά το 1977.
219.
Κατά συνέπεια, η εξακρίβωση των στοιχείων βάσει των οποίων η Επιτροπή προσδιόρισε τις τιμές που ανακοίνωσαν τα μέλη της Finncell μετά το 1977 δεν μπορεί να βασιστεί παρά μόνο σε εικασίες. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή αναφέρεται, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις, σε ορισμένα λογιστικά έγγραφα που της διαβίβασαν τα μέλη της Finncell κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 17, καθώς και στα τηλετυπήματα που απαριθμούνται στα σημεία 61 επ. της αποφάσεως.
220.
Η ανάγνωση των προαναφερθέντων σημείων της αποφάσεως καταδεικνύει ότι όλα τα τηλετυπήματα αυτά αφορούν τον πριν από το 1978 χρόνο. Η δε αίτηση παροχής πληροφοριακών στοιχείων που διατύπωσε η Επιτροπή την 1η Σεπτεμβρίου 1982 αφορά κυρίως τις τιμές συναλλαγής, έστω και αν ζητούνται ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με τις ενδεχομένως υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των τιμών αυτών και των ανακοινωθεισών τιμών.
221.
Θα ήθελα πάντως να παρατηρήσω ότι, ενώ για τα τρία τελευταία τρίμηνα του 1977 τα μέλη της Finncell στηρίχτηκαν στον πίνακα 6 της αποφάσεως, στον οποίο παρατίθενται διαφορετικές τιμές για τις άλλες επιχειρήσεις, η Επιτροπή επισυνήψε στο υπόμνημα αντικρούσεως ορισμένα τηλετυπήματα της Finncell, από τα οποία προκύπτει ότι τα στοιχεία του πίνακα αυτού οφείλονταν σε «παρεξήγηση» και ότι για την περίοδο αυτή τα μέλη της Finncell είχαν πράγματι ανακοινώσει ίδιες τιμές όπως και οι ανταγωνιστές τους.
222.
Θα ήταν ευχής έργο αν η Επιτροπή είχε και αυτή προσκομίσει, σχετικά με τον μετά το 1977 χρόνο, τα έγγραφα επί των οποίων στηρίχθηκε για να προσδιορίσει τις ανακοινωθείσες τιμές της Finncell. Τα αριθμητικά στοιχεία του πίνακα 6 δεν είναι ιερά και απαραβίαστα: αποτελούν απλώς ενδείξεις. Εφόσον οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ορθότητα τους, η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα έγγραφα επί των οποίων στηρίζονται, προκειμένου να αποδείξει την ορθότητα των προηγούμενων διαπιστώσεων της.
223.
Στο τμήμα του υπομνήματος αντικρούσεως που αφορά όλες τις προσφυγές ( 125 ) και με το οποίο καταβάλλεται προσπάθεια συνολικής αντικρούσεως των επιχειρημάτων όλων των προσφευγουσών, η Επιτροπή εξηγεί ότι, για να συλλέξει τα στοιχεία που εμφαίνονται στον πίνακα 6, στηρίχτηκε εν μέρει στα τηλετυπήματα και τα άλλα έγγραφα που της υποβλήθηκαν κατά τους ελέγχους που διεξήγαγε δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού 17, εν μέρει στα στοιχεία που παρέσχον οι αποδέκτες της αποφάσεως με τις απαντήσεις τους στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και, τέλος, στα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στο Pulp and Paper International (PPI) και στο PPI Newswire, και ότι, όσον αφορά τις δύο πρώτες πηγές στοιχείων, στις προσφεύγουσες δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψη τους. Κατά την Επιτροπή, τα στοιχεία που συνέλεξε από τον ειδικευμένο Τύπο χρησιμοποιήθηκαν μόνο προς αντίκρουση του επιχειρήματος των προσφευγουσών ότι δεν είχαν ανακοινώσει καμία τιμή για δεδομένη περίοδο. Επομένως, η Επιτροπή ομολογεί έμμεσα ότι τα τελευταία αυτά στοιχεία δεν ανακοινώθηκαν στις προσφεύγουσες κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας.
224.
Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι, μολονότι τα στοιχεία του ειδικευμένου Τύπου χρησιμοποιήθηκαν απλώς προς αντίκρουση του επιχειρήματος ότι δεν είχε υπάρξει καμία ανακοίνωση τιμών, η χρησιμοποίηση αυτή συνιστά εντούτοις ένα από τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή για να σχηματίσει την πεποίθηση της. Εξάλλου, φαίνεται ότι τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν επίσης για την εξεύρεση των ανακοινωθεισών τιμών, όπως προκύπτει από τη φράση «with effect from 3rd quarter 1978, the prices given have been taken from PPI» στη σελίδα 20 του παραρτήματος VI της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων ( 126 ), καθώς και από το γεγονός ότι οι πραγματογνώμονες απάντησαν σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή δεν διέθετε κανένα τηλετύπημα για τις τιμές που ανακοίνωσε η Finncell μετά το 1977.
225.
Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, ενώ το υπόμνημα αντικρούσεως που αφορά την προσφυγή των μελών της Finncell σιωπά επ' αυτού, στο υπόμνημα αντικρούσεως που αφορά την προσφυγή των μελών της ΚΕΑ υπάρχουν, αντίθετα, έξι αποσπάσματα από επαγγελματικά περιοδικά, στα οποία μνημονεύεται ενίοτε η εξέλιξη των τιμών που ανακοίνωνε η Finncell. Η ανάλυση των αποσπασμάτων αυτών καθιστά δυνατό, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο της ακρίβειας του πίνακα 6, όσον αφορά τις τιμές που ανακοίνωσε η Finncell, για το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 1980 και για το τρίτο τρίμηνο του 1981. Τί θα γίνει όμως για τις άλλες περιόδους; Το Δικαστήριο θα ήθελε οπωσδήποτε να μπορεί να πραγματοποιήσει τον ίδιο έλεγχο. Εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία στα οποία στηρίχτηκε η Επιτροπή για να εξεύρει τις τιμές που ανακοίνωσε η Finncell μετά το 1977 και τα οποία φαίνεται να είναι τα στοιχεία που παρέχονταν από τον ειδικευμένο Τύπο δεν ανακοινώθηκαν στο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, υφίστανται σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ορθότητα των σχετικών στοιχείων του πίνακα 6.
226.
Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η απόφαση εμφανίζει και άλλες πλημμέλειες ως προς την απόδειξη της τιμής που ανακοίνωσαν άλλες προσφεύγουσες. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη Bowater, η καθής αναγνώρισε ότι, κατόπιν νέας εξετάσεως του φακέλου, δεν μπορούσε να βρει έγγραφη απόδειξη προς στήριξη της διαπιστώσεως που περιέχεται στον πίνακα 6, οτι δηλαδή η Bowater ανακοίνωσε το 1977 τιμή 415 δολαρίων ( 127 ). Εξάλλου (και θα επανέλθω επ' αυτού), η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να αντικρούσει τη-δήλωση της Bowater σχετικά με τις ημερομηνίες ανακοινώσεως των τιμών της για διάφορα τρίμηνα των ετών 1979 έως 1981, οι οποίες δεν συνέπιπταν με τις ημερομηνίες που παρατίθενται στον πίνακα 6. Βέβαια είναι πιθανό ότι η Επιτροπή, η οποία συνέλεξε τις πληροφορίες της χάρη στον ειδικευμένο Τύπο, βρέθηκε ενώπιον ανακριβών στοιχείων σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία ο τάδε παραγωγός ή ο δείνα όμιλος παραγωγών επρόκειτο να ανακοινώσει ορισμένη τιμή, η παράθεση της οποίας είναι πάντως ορθή ( 128 ). Εν πάση περιπτώσει, αφού δεν προσκομίσθηκε κανένα έγγραφο, ούτε καν απλά αποσπάσματα επαγγελματικών περιοδικών, εξακολουθεί να υφίσταται — και επ' αυτού — αμφιβολία ως προς τα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή για να εξεύρει τις τιμές που ανακοίνωσε η επιχείρηση αυτή κατά τα έτη 1979-1981.
227.
Εξάλλου, νομίζω ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να απαντήσει στον — κατά την άποψη μου θεμελιωμένο — ισχυρισμό της Weidwood ότι η τιμή των 415 δολαρίων που εμφαίνεται για το πρώτο τρίμηνο του 1975 στον πίνακα 6 είναι εσφαλμένη. Με το δικόγραφο της προσφυγής η Weidwood δηλώνει ότι είχε αποδείξει κατά τη διοικητική διαδικασία, προσκομίζοντας, μεταξύ άλλων, ορισμένα έγγραφα και τηλετυπήματα, ότι η τιμή των 425 δολαρίων εξακολούθησε να ισχύει καθ' όλη τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου του 1975. Εξάλλου, στη γνωστοποίηση αιτιάσεων αναφέρεται, για το πρώτο τρίμηνο του 1975, τιμή 425 δολαρίων για τη Weidwood. Αναμφίβολα πρόκειται για τυπογραφικό λάθος που παρεισέφρησε στην απόφαση.
228.
Τα μέλη της ΚΕΑ, μολονότι δεν αμφισβητούν ρητά την ορθότητα των στοιχείων που περιέχει ο πίνακας 6 της αποφάσεως, αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη παράλληλης εξελίξεως των τιμών τους κατά την περίοδο 1978-1981.
229.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η επίμαχη εν προκειμένω εναρμονισμένη πρακτική θα έπρεπε να είναι η εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των μελών της ΚΕΑ και των άλλων (καναδικών ή ευρωπαϊκών κυρίως) επιχειρήσεων που δεν ήσαν μέλη της ενώσεως αυτής, αφού η εναρμόνιση των ανακοινωθεισών τιμών στο πλαίσιο της ΚΕΑ αποτελεί το αντικείμενο αυτοτελούς παραβάσεως, την οποία αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως. Εντούτοις, από την ανάγνωση του πίνακα 6 της αποφάσεως προκύπτει ότι στην πράξη δεν υπήρξε κανένα τρίμηνο για το οποίο οι ανακοινωθείσες τιμές των μελών της ΚΕΑ να διαφέρουν από τις τιμές που είχαν ανακοινώσει όλοι οι άλλοι παραγωγοί. 'Ετσι, μολονότι από το 1979 και εντεύθεν οι ανακοινωθείσες τιμές των μελών της ΚΕΑ διαφέρουν συχνά κατά 5 ή 10 δολάρια HILA από τις ανακοινωθείσες τιμές των άλλων ευρωπαϊκών και καναδικών επιχειρήσεων (για παράδειγμα: για τη μαλακή ξυλεία, ζώνη 1, δεύτερο τρίμηνο του 1979: 425 δολάρια για τα μέλη της ΚΕΑ, 420 δολάρια για τις καναδικές επιχειρήσεις και 435 δολάρια για τις σκανδιναβικές· για το τρίτο τρίμηνο του 1979: 425 δολάρια για τα μέλη της ΚΕΑ, 435 δολάρια για τις καναδικές και τις σκανδιναβικές επιχειρήσεις· για το τέταρτο τρίμηνο του 1979, για το οποίο αναφέρεται η τιμή μιας μόνο επιχειρήσεως της ΚΕΑ, η τιμή αυτή είναι κατά 5 δολάρια κατώτερη της καναδικής τιμής και κατά 15 δολάρια κατώτερη της τιμής των σκανδιναβικών επιχειρήσεων βλ. επίσης το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 1980), κατά τις ίδιες περιόδους τα μέλη της ΚΕΑ τιμολογούν γενικά τις ίδιες τιμές που ο πίνακας 6 αποδίδει στη Bowater ( 129 ), αμερικανική επιχείρηση που δεν ανήκει στην ένωση αυτή (για παράδειγμα, για το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 1979, 410 δολάρια ΗΠΑ για τη νότια μαλακή ξυλεία, ζώνη 1, και 425 δολάρια για τη ζώνη 2· το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 1980: 530 δολάρια ΗΠΑ για τη νότια μαλακή ξυλεία, ζώνη 1).
230.
Η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών ως προς τη διαφορά μεταξύ των ανακοινωθεισών τιμών τους και των τιμών που ανακοίνωσαν οι σκανδιναβικές ή καναδικές επιχειρήσεις συμπίπτει με την προηγούμενη διαπίστωση μου ότι για ορισμένες περιόδους η παράλληλη εξέλιξη που περιγράφει η Επιτροπή στον πίνακα 6 της αποφάσεως επικαλύπτει διάφορους παραλληλισμούς με μεταβλητά μεγέθη, ανάλογα με το υπό εξέταση τρίμηνο.
231.
Επιπλέον, τα μέλη της ΚΕΑ παρατηρούν, πρώτον, ότι αγνοούν πλήρως την πηγή των πληροφοριών της Επιτροπής και, δεύτερον, ότι, εν πάση περιπτώσει, τα στοιχεία αυτά δεν τους ανακοινώθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.
232.
Επί των δύο αυτών σημείων η Επιτροπή εξήγησε, στο γενικό τμήμα του υπομνήματος αντικρούσεως ( 130 ), ότι για την κατάρτιση του πίνακα 6 στηρίχτηκε, όπως ανέφερα ήδη παραπάνω, στα τηλετυπήματα και τα άλλα έγγραφα που της διαβιβάστηκαν κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων της, στα στοιχεία που παρέσχον οι επιχειρήσεις με τις απαντήσεις τους στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και, τέλος, στα στοιχεία που περιέχονταν στον ειδικευμένο Τύπο, τα οποία, ας υπενθυμιστεί, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε μόνο προς αντίκρουση του επιχειρήματος ότι δεν υπήρξαν ανακοινώσεις τιμών.
233.
Τα μέλη της ΚΕΑ, με το υπόμνημα απαντήσεως, δεν εμμένουν επί των επικρίσεων τους σχετικά με τη μη ανακοίνωση των πληροφοριακών στοιχείων επί των οποίων βασίστηκε ο προσδιορισμός του ύτ[ιους των ανακοινωθεισών τιμών τους. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον στην πραγματικότητα δεν αμφισβητούν την ορθότητα των ανακοινωθεισών τιμών που εμφαίνονται στον πίνακα 6, τα προβαλλόμενα εδώ επιχειρήματα δεν φαίνεται να επηρεάζουν την απόδειξη της υπάρξεως παράλληλης εξελίξεως των τιμών.
234.
Η St Anne, χωρίς να θέτει ζήτημα ορθότητας των στοιχείων του πίνακα 6, τονίζει ότι από τις τιμές ακριβώς που εμφαίνονται στον πίνακα αυτό καταδεικνύεται ότι η ίδια ανακοίνωσε, για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1976, σημαντικά χαμηλότερη τιμή απ' ό,τι οι ανταγωνιστές της (395 δολάρια ΗΠΑ για τη σκληρή ξυλεία, ζώνη 1, ενώ τα μέλη της ΚΕΑ ανακοίνωσαν 405 δολάρια ΗΠΑ και οι Φινλανδοί και οι Σουηδοί 410 δολάρια ΗΠΑ). Η Επιτροπή απαντά ότι, αντίθετα, για τη ζώνη 2 (τους λιμένες της Μεσογείου) η St Anne ανακοίνωσε ίδιες τιμές με τις αμερικανικές επιχειρήσεις, μολονότι δέχεται ότι οι πωλήσεις της St Anne στην Ιταλία δεν αντιπροσώπευαν το 1976 ποσοστό μεγαλύτερο από το 5,5 % των εισαγωγών στην Κοινότητα. Η μείωση αυτή των πωλήσεων της St Anne στη ζώνη της Νότιας Ευρώπης έπρεπε άλλωστε να την οδηγήσει, κατά την Επιτροπή, σε μείωση των τιμών της για τη ζώνη αυτή.
235.
Η Επιτροπή, με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του διατακτικού της αποφάσεως, κατηγορεί τη St Anne ότι εναρμόνισε τις ανακοινωθείσες τιμές της για το 1975 και το 1976. Ενόψει των στοιχείων που εμφαίνονται στον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 6, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η κατηγορία περί εναρμονίσεως για τα δύο τελευταία τρίμηνα του 1976 αφορά μόνο τη νότια ζώνη, καθόσον δεν υπήρξαν πραγματικά όμοιες τιμές στη βόρεια ζώνη.
236.
Είναι αυτονόητο ότι, προκειμένου να συναχθεί ορισμένο συμπέρασμα επ' αυτού, αν τα στοιχεία του πίνακα 6 που αφορούν ορισμένη επιχείρηση δεν μπορούν να αποδειχθούν, πρέπει αυτόματα να ακυρωθεί η απόφαση έναντι της επιχειρήσεως αυτής για την οικεία περίοδο, αφού η Επιτροπή θεωρεί ότι η σύμπτωση των ανακοινωθεισών τιμών αποτελεί την κυριότερη απόδειξη της συμμετοχής μιας επιχειρήσεως στη γενική εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινώσεις τιμών.
237.
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να προσδιορίσει τις συνέπειες που έχουν οι παραλείψεις ως προς την απόδειξη ή οι σχετικές παρατυπίες της αποφάσεως, εφόσον δεχθεί την άποψη μου, την οποία θα αναπτύξω κατωτέρω, σχετικά με τις ανεπαρκείς αιτιολογίες της αποφάσεως ως προς τη συμμετοχή κάθε συγκεκριμένης επιχειρήσεως σε εναρμονισμένη πρακτική.
1.2. Το σύστημα ανακοινώσεων των τιμών
238.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω συνοπτικά τον μηχανισμό των τριμηνιαίων ανακοινώσεων τιμών. Κατά τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την έναρξη κάθε τριμήνου οι παραγωγοί ανακοινώνουν τις τιμές στις οποίες προτίθενται να πωλούν τα προϊόντα τους κατά το επόμενο τρίμηνο. Οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας που συνάπτουν με τους πελάτες τους προβλέπουν γενικά τον τριμηνιαίο καθορισμό των τιμών. Οι τιμές αυτές ανακοινώνονται στους πελάτες ή τους πράκτορες των παραγωγών. Δεν αμφισβητείται ότι ο ειδικευμένος Τύπος δημοσιεύει ταχύτατα τις τιμές που ανακοινώνουν οι παραγωγοί. Οι επιχειρήσεις αναγνωρίζουν ότι λαμβάνουν ταχύτατα γνώση, μέσω των πελατών τους ή μέσω του Τύπου, των τιμών που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές τους.
239.
Το πρώτο ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω αφορά τη λειτουργία που επιτελούν οι ανακοινωθείσες τιμές. Από την αρχή ήδη των προτάσεων μου θεώρησα, ακολουθώντας την έκθεση ακροατηρίου, η οποία δεν υπήρξε αντικείμενο αντιρρήσεων της Επιτροπής επί του σημείου αυτού, ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούν ανώτατη τιμή για την περίοδο της ισχύος τους. Πολλές από τις προσφεύγουσες τονίζουν ότι σκοπός των ανακοινώσεων τιμών είναι να δίδεται στους αγοραστές η εγγύηση ότι οι τιμές δεν θα υπερβούν, κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου τριμήνου, τις ανακοινωθείσες τιμές, ενώ οι επί μέρους τιμές αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεων βάσει των ανακοινωθεισών τιμών. Με το υπόμνημα αντικρούσεως όμως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το επιχείρημα ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούν απλώς ανώτατο όριο για τις πραγματικές τιμές καθώς και μια πρώτη προσφορά κατά τις διαπραγματεύσεις με κάθε πελάτη είναι προφανώς τελείως αβάσιμο, αφού για το τρίτο τρίμηνο του 1979 ορισμένοι από τους Αμερικανούς παραγωγούς είχαν ανακοινώσει τιμή 425 δολαρίων για τη βόρεια μαλακή ξυλεία, ενώ το προϊόν πωλήθηκε στα 435 δολάρια, δηλαδή στην τιμή που είχαν ανακοινώσει οι Καναδοί και Ευρωπαίοι ανταγωνιστές τους.
240.
Θα ήθελα επ' αυτού να διατυπώσω δυο παρατηρήσεις. Πρώτον, νομίζω ότι, κατόπιν αναλύσεως των τιμών των παραγωγών επί μια περίπου επταετία, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά, λόγω ορισμένων διαοπι-στώσεων που αφορούσαν συγκεκριμένο τρίμηνο και συγκεκριμένους παραγωγούς, ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούν ανώτατες τιμές. Δεύτερον, έχω ήδη τονίσει ότι από τις δηλώσεις ορισμένων αγοραστών χαρτοπολτού, οι οποίες περιέχονται στο φάκελο της υποθέσεως, προκύπτει ότι οι αγοραστές αυτοί θεωρούν ότι οι ανακοινώσεις συνιστούν ανώτατα όρια και ότι έτσι παρέχεται εγγύηση για το κόστος επί συγκεκριμένη περίοδο ( 131 ). Επί των εγγράφων αυτών η Επιτροπή δεν ανέπτυξε επιχειρήματα με τα υπομνήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο.
241.
Η απόφαση είναι διφορούμενη ως προς την εκτίμηση του συστήματος ανακοινώσεως των τιμών. Σε ορισμένα σημεία η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί ότι ο μηχανισμός των τριμηνιαίων ανακοινώσεων αποτελεί στοιχείο της εναρμονίσεως των τιμών. Για παράδειγμα, στο σημείο 108 αναφέρεται ότι το σύστημα αυτό αποτελούσε «τουλάχιστον» έμμεση ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά στην αγορά ( 132 ). Σε ορισμένα σημεία η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί ότι ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος, και ιδίως οι ταυτόχρονες ανακοινώσεις, συνιστούν την απόδειξη της υπάρξεως προηγουμένης εναρμονίσεως μεταξύ των επιχειρήσεων ( 133 ). Εξάλλου, το Δικαστήριο κάλεσε δύο φορές την Επιτροπή να λάβει θέση επί του ζητήματος αν το σύστημα των τριμηνιαίων ανακοινώσεων αποτελούσε στοιχείο της εναρμονίσεως των ανακοινωθεισών τιμών ή την απόδειξη της υπάρξεως προηγουμένης εναρμονίσεως. Τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή δεν βοήθησαν καθόλου στην άρση της αβεβαιότητας. Με την πρώτη απάντηση της, η Επιτροπή ανέφερε κατ' ουσία ότι το σύστημα ανακοινώσεων αποτελούσε συγχρόνως σημαντικό στοιχείο της εναρμονίσεως «που επέτεινε την εναρμόνιση των κοινών ανακοινωθεισών τιμών» και την απόδειξη της υπάρξεως εναρμονίσεως μεταξύ παραγωγών σε προηγούμενο στάδιο, αν ληφθούν υπόψη η φύση και η μορφή του συστήματος αυτούς και το χρονοδιάγραμμα των ανακοινώσεων. Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να διασαφηνίσει το περιεχόμενο της αναλύσεως της αυτής. Με τη δεύτερη απάντηση της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το σύστημα ανακοινώσεων τιμών αποτελούσε απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως για δύο λόγους. Πρώτον, ορισμένα στοιχεία του (κυρίως η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων) δεν ήσαν επιβεβλημένα, ενόψει της καταστάσεως της αγοράς. Δεύτερον, το σύστημα αυτό αποτελεί στοιχείο του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων ως προς τις τιμές, το οποίο παρείχε την εγγύηση ότι οι τιμές που ανακοίνωνε κάθε παραγωγός — «και συνεπώς οποιαδήποτε απόκλιση από τις κοινές ανακοινωθείσες τιμές» — θα περιέρχονταν σε γνώση όλων των άλλων παραγωγών πριν αρχίσουν να ισχύουν. Συνεπώς αποτελεί «σημαντικό στοιχείο» της εναρμονίσεως των ανακοινωθεισών τιμών, καθόσον εξασφαλίζει μια τεχνητή διαφάνεια, χάρη στην οποία κάθε ενδιαφερόμενος παραγωγός έχει την εγγύηση ότι οι άλλοι παραγωγοί δεσμεύονται από την «κοινή» τιμή.
242.
Όλη η ασάφεια της απόψεως της καθής εμπερικλείεται στον όρο ακριβώς των «κοινών» τιμών. Είναι αυτή η «κοινή τιμή» το αποτέλεσμα εναρμονίσεως μεταξύ των επιχειρήσεων πριν από τις ίδιες τις ανακοινώσεις, ενώ το σύστημα ανακοινώσεων αποτελεί τον μηχανισμό ελέγχου της τηρήσεως της εναρμονίσεως αυτής; 'Η αποτελεί το σύστημα ανακοινώσεως των τιμών τον μηχανισμό εναρμονίσεως που έχει ως σκοπό τον καθορισμό της κοινής αυτής τιμής;
243.
ECvai πράγματι λυπηρό ότι η άποψη της Επιτροπής δεν είναι σαφής. Η διασαφήνιση της απόψεως αυτής δεν κατέστη δυνατή ούτε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αφού η καθής αναφέρθηκε ταυτόχρονα σε εναρμόνιση πριν από τις ανακοινώσεις, υποστηρίζοντας ότι η προηγούμενη συμφωνία επί της τιμής καθιστούσε περιττή οποιαδήποτε συμφωνία ως προς την επιχείρηση που θα προέβαινε πρώτη σε ανακοίνωση, καθώς και σε μια σιωπηρή συμφωνία («unspoken understanding») ( 134 ).
244.
Εν πάση περιπτώσει, μετά από πολλές ώρες μελέτης του ογκώδους φακέλου της υποθέσεως, δεν έχω μπορέσει να καταλάβω σαφώς ποια ακριβώς λειτουργία θεωρεί η Επιτροπή ότι επιτελούσε το σύστημα ανακοινώσεως των τιμών στο πλαίσιο της εναρμονισμένης πρακτικής. Η άποψη της καθής έχει εν προκειμένω τη συνεκτικότητα του υδραργύρου. Τη στιγμή ακριβώς που νομίζει κανείς ότι τη συλλαμβάνει, εκφεύγει για να λάβει μια άλλη και απροσδόκητη μορφή.
245.
Δεν θα εμβαθύνω περισσότερο τα σχόλια μου επί της απόψεως της Επιτροπής ως προς τους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιήθηκε εν προκειμένω η εναρμόνιση. Θα ήθελα απλώς να τονίσω ότι το γεγονός αυτό καθιστά αρκετά δυσχερή την εκ μέρους του Δικαστηρίου εκτίμηση των διαπιστώσεων της αποφάσεως της Επιτροπής. Εν πάση περιπτώσει, θεώρησα ότι ενδείκνυται, προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη σαφήνεια στη συζήτηση της υποθέσεως, να εξετάσω υπό τις ακόλουθες δύο οπτικές γωνίες το σημείο αυτό της απόψεως της Επιτροπής, όπως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση:
—
πρώτον, οι ανακοινώσεις τιμών απέβλεπαν στη δημιουργία τεχνητής διαφάνειας στην αγορά και αποτελούσαν ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των επιχειρήσεων,
—
δεύτερον, ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος αυτού, ο οποίος δεν ήταν επιβεβλημένος ενόψει της αντικειμενικής καταστάσεως της αγοράς, αποτελεί την απόδειξη της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής.
1.2.1. Το σύστημα ανακοινώσεων τιμών δημιούργησε τεχνητή διαφάνεια στην αγορά χαρτοπολτού και αποτελούσε σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των παραγωγών
246.
Καταρχάς ενδείκνυται να υπενθυμιστεί εδώ ολόκληρη η ανάλυση της Επιτροπής, την ορθότητα της οποίας αμφισβητούν οι προσφεύγουσες. Κατά την απόφαση της Επιτροπής, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού ανταγωνιστών έπρεπε θεωρητικά να εμποδίσει την εναρμόνιση μεταξύ παραγωγών, η δυσχέρεια όμως αυτή εξουδετερώθηκε από τη διαφάνεια των τιμών εντός της αγοράς. Η διαφάνεια όμως αυτή δεν είναι αναπόφευκτη. Η διαφάνεια αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας συμπεριφοράς που έχουν επιλέξει εσκεμμένα οι παραγωγοί, οι οποίοι βρίσκονται συνεχώς σε άμεσες ή έμμεσες επαφές μεταξύ τους. Η διαφάνεια της αγοράς εξασφαλίζεται τεχνητά χάρη στο γεγονός και μόνο ότι οι τιμές των επιχειρήσεων κοινοποιούνται, δημοσιεύονται στον ειδικευμένο Τύπο ή ανακοινώνονται στους πράκτορες, που εκπροσωπούν πλείονες του ενός παραγωγούς, εντός τόσο συντόμου χρονιπού διαστήματος, ώστε οι λοιποί παραγωγοί μπορούν να αντιδράσουν πριν αρχίσουν να ισχύουν οι τιμές αυτές. Κατά την απόφαση της Επιτροπής, αν οι επιχειρήσεις ανακοίνωναν τις τιμές τους μόνο στους άμεσα ενδιαφερομένους δυνητικούς πελάτες, δεν θα ήσαν σε θέση, ενόψει του μεγάλου αριθμού πελατών και του ευρέος φάσματος των προϊόντων που πωλούνται στην αγορά, να λαμβάνουν ταχέως και ορθώς γνώση των τιμών των ανταγωνιστών τους. Το σύστημα αυτό αποτελεί καθαυτό τουλάχιστον έμμεση ανταλλαγή πληροφοριών ως προς τη μελλοντική συμπεριφορά εντός της αγοράς. Τούτο συμβαίνει ιδιαίτερα στην περίπτωση πατά την οποία οι επιχειρήσεις γνωστοποιούν οι ίδιες τις τιμές τους, διαβιβάζοντας τες στον ειδικευμένο Τύπο προς άμεση δημοσίευση ή αναποινώνοντάς τες σε πραπτορεία που ενεργούν για λογαριασμό και άλλων παραγωγών. Στις περιπτώσεις αυτές ο παραγωγός είναι πατά κανόνα βέβαιος ότι οι τιμές του θα περιέλθουν στους ανταγωνιστές του, αλλά ταυτόχρονα προσδοκά ότι θα ενημερωθεί με τον ίδιο τρόπο για τις τιμές των ανταγωνιστών του. Οι παραγωγοί χρησιμοποιούν συναφώς ορισμένους τρίτους για τη διαβίβαση των πληροφοριακών στοιχείων (πρακτορεία, Τύπο κ.ά.). Η δημοσίευση των τιμών πολύ πριν από την έναρξη της ισχύος τους στην αρχή του νέου τριμήνου παρέχει στους παραγωγούς ένα αρκετά μακρό χρονικό διάστημα για να ανακοινώσουν και αυτοί νέες — και ανάλογες — τιμές πριν από την έναρξη του τριμήνου και να αρχίσουν να τις εφαρμόζουν από την αρχή του τριμήνου αυτού. Εν πάση περιπτώσει, οι παραγωγοί λαμβάνουν εγκαίρως τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία.
247.
Οι επιχειρήσεις αμφισβητούν την ορθότητα της αναλύσεως αυτής. Οι επιχειρήσεις ισχυρίζονται, πρώτον, ότι η διαφάνεια της αγοράς χαρτοπολτού οφείλεται σε χαρακτηριστικά της αγοράς που δεν έλαβε υπόψη η Επιτροπή, η οποία υποτίμησε π.χ. τον ρόλο που διαδραματίζουν οι πελάτες κατά τη διάδοση των πληροφοριακών στοιιχείων. Στη συνέχεια οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι κακώς η καθής χαρακτήρισε ως ανταλλαγή πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ ανταγωνιστών την ανακοίνωση των τιμών στα κοινά πρακτορεία ή τη δημοσίευση τους στον ειδικευμένο Τύπο.
248.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση της επιχειρηματολογίας αυτής, θα ήθελα να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
249.
Πρώτον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι σε καμία περίπτωση η συμπεριφορά των επιχειρήσεων εντός της αγοράς, η οποία περιέρχεται σε γνώση των ανταγωνιστών τους, δεν αποτελεί καθαυτή ανταλλαγή πληροφοριών που στοιχειοθετεί εναρμονισμένη πρακτική. Τούτο θα ισοδυναμούσε με το να τεθεί, μέσω της εφαρμογής του άρθρου 85, ζήτημα νομιμότητας της διαφάνειας ορισμένων αγορών. Δεν μπορεί όμως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προβαίνουν ορισμένες επιχειρήσεις σε δημόσιες και αμοιβαίες ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων σχετικά με τη μελλοντική συμπεριφορά τους. Οι αρχές της ασφάλειας δικαίου επιβάλλουν εν προκειμένω να συναχθεί ορισμένο κριτήριο για την εξαπρίβωση των περιπτώσεων αυτών.
250.
Η έννοια της τεχνητής διαφάνειας της αγοράς, όπως χρησιμοποιείται στην προσβαλλόμενη απόφαση, νομίζω ότι δεν είναι από την άπο\1ιη αυτή πολύ «ασφαλής». Κατά τη γνώμη μου, η έμφαση πρέπει να δοθεί όχι τόσο στον τεχνητό χαρακτήρα της διαφάνειας όσο στον τεχνητό χαρακτήρα της συμπεριφοράς των ίδιων των επιχειρήσεων. Με άλλα λόγια, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αν οι επιχειρήσεις αυτές επιδεικνύουν ορισμένη συμπεριφορά που εξυπηρετεί τις εμπορικές ανάγκες, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα νομιμότητας της συμπεριφοράς αυτής.
251.
Αντίστροφα, αν η διαφάνεια οφείλεται σε συμπεριφορές που δεν εξυπηρετούν, ενόψει των χαρακτηριστικών της δεδομένης αγοράς, εύλογες ανάγκες, υπάρχει το ενδεχόμενο η συμπεριφορά των επιχειρήσεων να μην αποτελεί πλέον ενέργεια προς τους πελάτες εντός της αγοράς, αλλ' ανταλλαγή πληροφοριών. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η παρούσα υπόθεση αφορά «άπλες» ανακοινώσεις τιμών.
252.
Δεύτερον, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το γεγονός ότι οι τιμές είναι γνωστές εκ των προτέρων αποτελεί, κατά την Επιτροπή, ένα από τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την ανταλλαγή πληροφοριών. Όπως όμως τόνισα, οι εκ των προτέρων ανακοινώσεις τιμών ενδέχεται να εξυπηρετούν συγκεκριμένες ανάγκες του εμπορίου. Για παράδειγμα, ενδέχεται, όπως αναφέρθηκε ήδη, οι αγοραστές να επιθυμούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων το κόστος του συγκεκριμένου προϊόντος, προκειμένου να προβλέψουν το κόστος τους, να καθορίσουν τις μελλοντικές τιμές τους, να τις γνωστοποιήσουν στους δικούς τους πελάτες. Είναι προφανέστατο ότι οι ανάγκες αυτές είναι ιδιαίτερα έκδηλες, όταν το οικείο προϊόν αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του κόστους του αγοραστή.
253.
Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση της αγοράς χαρτοπολτού. Πρώτον, το προϊόν αυτό αντιπροσωπεύει το 50 έως 70 % του κόστους παραγωγής του χαρτιού. Το δε γεγονός ότι οι αγοραστές πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων τις τιμές επιβεβαιώνεται σαφώς από ορισμένα έγγραφα που περιέχει η δικογραφία. Για παράδειγμα, ένας αγοραστής, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται ως ο σημαντικότερος αγοραστής εντός της ΕΟΚ, αναφέρει τα εξής: «Η ανακοίνωση των αυξήσεων της τιμής χαρτοπολτού αρκετά νωρίτερα είναι οπωσδήποτε αναγκαία για τις χαρτοβιομηχανίες, οι οποίες πρέπει να διαθέτουν αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της αποφάσεως αυξήσεως των τιμών τους και της εφαρμογής της αποφάσεως τους αυτής εντός της αγοράς που τους ενδιαφέρει» ( 135 ). Άλλοι αγοραστές αναφέρουν τα εξής: «Επιθυμούμε επίσης να επιτυγχάνεται η συμφωνία για την τιμή χαρτοπολτού πολύ πριν από την έναρξη της ισχύος της, ώστε να μπορούμε να εκπονούμε τη στρατηγική πωλήσεων χαρτιού των επιχειρήσεων μας» ( 136 )· ή: «Οποιαδήποτε αλλαγή στις τιμές χαρτοπολτού πρέπει να ανακοινώνεται από τον προμηθευτή αρκετά νωρίτερα» ( 137 ). Τα στοιχεία αυτά είναι σαφέστατα και νομίζω ότι έχουν θεμελιώδη σημασία: από το γεγονός ότι οι τιμές ανακοινώνονται εκ των προτέρων δεν σημαίνει καταρχήν ότι υπάρχει κάποια ανωμαλία στην αγορά χαρτοπολτού. Κατά συνέπεια, έχω μεγάλες επιφυλάξεις σχετικά με την εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι ανακοινώσεις τιμών αποτελούν καθαυτές σύστημα ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων.
254.
Ας έλθουμε τώρα στην εξέταση των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν σχετικά με τη διαφάνεια της αγοράς, την οποία η Επιτροπή θεωρεί ως «τεχνητή» συνέπεια του συστήματος ανακοινώσεως τιμών.
α) Ο ρόλος των πελατών στη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές
255.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η γνωστοποίηση των ανακοινωθεισών τιμών μόνο στους δυνητικούς πελάτες δεν θα έδινε στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να σχηματίσουν ταχέως ακριβή εικόνα των ανακοινωθεισών τιμών, ενόψει του ευρέος φάσματος των προϊόντων και του μεγάλου αριθμού των πελατών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι πελάτες δεν έχουν κανένα συμφέρον, ιδίως σε περιόδους αυξήσεως των τιμών ( 138 ), να γνωστοποιούν στους παραγωγούς τις τιμές των ανταγωνιστών τους ( 139 ).
256.
H εξέταση των παρατηρήσεων των προσφευγουσών με πείθει ότι η Επιτροπή υποτίμησε ορισμένα χαρακτηριστικά της αγοράς χαρτοπολτού. Ας αναλύσουμε λοιπόν τα χαρακτηριστικά αυτά.
1) Ol επιχειρήσεις με κάθετη οργάνωση παραγωγής
257.
Οι επιχειρήσεις τόνισαν τη σημασία της κάθετης οργανώσεως των βιομηχανικών επιχειρήσεων πολτού και χαρτιού. Πολλές από τις επιχειρήσεις παραγωγής που εμπλέκονται στην παρούσα υπόθεση ανήκουν σε ομίλους που παράγουν χαρτί και αγοράζουν για τις ανάγκες τους χαρτοπολτό από ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Το χαρακτηριστικό αυτό τονίζεται εξάλλου στην απόφαση της Επιτροπής.
2) Ο ρόλος των σημαντικών πελατών
258.
Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ότι, αν και ο αριθμός των δυνητικών αγοραστών είναι πολύ υψηλός, εντούτοις ο αριθμός των πολύ σημαντικών αγοραστών είναι σχετικά περιορισμένος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισαν οι καναδικές προσφεύγουσες επιχειρήσεις και των οποίων την ορθότητα δεν αφμισβήτησε η καθής, κατά τα μέσα της δεκαετίας του '70 δεκαεπτά αγοραστές πραγματοποιούσαν το 50 % των αγορών και σαρανταένας το 80 % των συναλλαγών. Ούτε άλλωστε αμφισβητείται ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί εκ πρώτης όψεως ότι η πελατεία αυτή έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τους παράγωγους, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να διατηρούν σταθερές σχέσεις με τις ενδιαφερόμενες χαρτοποιίες ( 140 ).
3) Οι κοινοί πελάτες
259.
Η ίδια η Επιτροπή ανέφερε ότι οι χαρτοποιίες αγοράζουν πολτό από διάφορους παραγωγούς. Κατά συνέπεια, ο ίδιος αγοραστής μπορεί να γνωρίζει τις τιμές πολλών παραγωγών. Επί του σημείου αυτού, τα στοιχεία που εμφαίνονται στο κοινό τμήμα της προσφυγής των παραγωγών της Βρετανικής Κολομβίας είναι ιδιαίτερα εύγλωττα ( 141 ).
4) Η οριζόντια επικοινωνία μεταξύ αγοραστών
260.
Επί του σημείου αυτού αρκεί να παρατεθεί η ιδιαίτερα γλαφυρή περιγραφή στην οποία προέβη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο πραγματογνώμονας Cockram. Ο πραγματογνώμονας αυτός ανέφερε, όπως θα ενθυμείται το Δικαστήριο, ότι οι άμεσες αυτές επαφές για παρεμφερή προϊόντα χαρτοπολτού ήταν δυνατόν να πραγματοποιούνται μεταξύ επιχειρήσεων που δεν ήσαν κατ' ανάγκη εγκατεστημένες στην ίδια χώρα. Ο πραγματογνώμονας εξάλλου τόνισε ότι τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις αλλαγές τιμών διαδίδονται ταχύτατα μεταξύ των βιομηχανικών επιχειρήσεων και οι επιπτώσεις τους εμφανίζονται εντός ωρών μάλλον παρά εντός ημερών. Ο Cockram διευκρίνισε ότι οι αγοραστές πληροφορούν επίσης τα πρακτορεία που αντιπροσωπεύουν τους παραγωγούς.
261.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τα στοιχεία σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές εμφανίζονται ταχύτατα και διαδίδονται ευρύτατα μεταξύ των αγοραστών. Είναι αξιοσημείωτο συναφώς ότι η διαφάνεια των ανακοινωθεισών τιμών χαρτοπολτού επιδιώκεται από τους ίδιους τους αγοραστές, αν ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που περιέχονται στη δικογραφία ( 142 ). Μολονότι η Επιτροπή προφανώς δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη των διαφόρων αυτών χαρακτηριστικών, εντούτοις υποστήριξε κατά τη διάρκεια της δίκης ότι οι πελάτες δεν έχουν κανένα συμφέρον, ιδίως σε περιόδους αυξήσεως των τιμών, να γνωστοποιούν στους παραγωγούς τις τιμές που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές τους. Οι προσφεύγουσες αντέκρουσαν τον ισχυρισμό αυτό και υποστήριξαν ότι, ακόμη και κατά τις περιόδους αυτές, οι πελάτες θα ενεργήσουν κατά τον ίδιο τρόπο, με σκοπό είτε να πείσουν τον παραγωγό να ανακοινώσει χαμηλότερη τιμή είτε να διατηρήσουν καλές εμπορικές σχέσεις.
262.
Επιβάλλεται καταρχάς η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, σε περιόδους μειώσεως, αν όχι σταθερότητας, των ανακοινωθεισών τιμών (η κατάσταση αυτή επικράτησε εν προκειμένω στην αγορά από το 1975 μέχρι τα τέλη του 1978), οι αγοραστές μπορούν να πληροφορούν τους παραγωγούς για τις τιμές που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές τους.
263.
Δεύτερον, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι χαρτοποιίες που εξαρτώνται από παραγωγούς θα γνωστοποιούν τις τιμές που ανακοινώνουν άλλοι παραγωγοί πολτού, ανεξάρτητα από την τάση των τιμών.
264.
Τέλος και πράγμα ακόμη σπουδαιότερο, στο Δικαστήριο προσκομίστηκαν έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι οι παραγωγοί, ακόμη και σε περιόδους αυξήσεως των τιμών, μπορούν να λαμβάνουν γνώση, μέσω των πελατών τους, των ανακοινώσεων στις οποίες προβαίνουν οι ανταγωνιστές τους. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται πράγματι έγγραφα που αντικρούουν πλήρως τους ισχυρισμούς της Επιτροπής. Για παράδειγμα, η IPS, η οποία ισχυρίζεται, όπως και οι άλλες προσφεύγουσες, ότι οι πελάτες της τής παρέχουν στοιχεία για τις τιμές που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές της, επισυνήψε στο δικόγραφο της προσφυγής της ( 143 ) ένα παράρτημα το οποίο περιλαμβάνει, υπό τον τίτλο: «A representative pricing decision» ( 144 ), διάφορα τηλετυπήματα των γραφείων πωλήσεων της ( 145 ) στην Ευρώπη ( 146 ), τα οποία αφορούν ακριβώς μια περίοδο αυξήσεως των τιμών, και συγκεκριμένα τα τέλη του 1979. Τα έγγραφα αυτά είναι σαφέστατα: κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αυξήσεως των τιμών η IPS ενημερωνόταν ταχύτατα για τις τιμές που ανακοίνωναν ορισμένοι από τους ανταγωνιστές της, χάρη στα στοιχεία που παρείχαν ορισμένοι πελάτες στα γραφεία πωλήσεων της. Αν το Δικαστήριο μελετήσει τα έγγραφα αυτά, θα διαπιστώσει ότι η IPS ελάμβανε γνώση των τιμών αυτών τη μεθεπομένη, την επομένη ή ακόμη και την ίδια την ημέρα της ανακοινώσεως στην οποία προέβαιναν οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις οι πελάτες ανέφεραν ότι επέκειτο η εκ μέρους ενός ανταγωνιστή ανακοίνωση, ότι επρόκειτο π.χ. να πραγματοποιηθεί την επαύριο.
265.
Δεν θα μπορούσε κανείς να κατηγορηθεί ότι αποδίδει υπερβολικά μεγάλη σημασία στα έγγραφα αυτά. Η Επιτροπή, η οποία, κατά την IPS, είχε εντούτος γνώση των εγγράφων αυτών κατά τον χρόνο της γνωστοποιήσεως των αιτιάσεων, δεν εξέτασε ούτε το περιεχόμενο ούτε τη γνησιότητα τους: τα έγγραφα αυτά δεν αναφέρονται καν στο υπόμνημα αντικρούσεως και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της. Η καθής όφειλε να εξηγήσει πώς συμβιβάζονταν τα στοιχεία που προέκυπταν από τα εν λόγω έγγραφα με τις κατηγορηματικές δηλώσεις της ότι «δεν υπάρχει έγκυρη εξήγηση για το πώς είναι δυνατόν να διαδίδονται τόσο γρήγορα οι πληροφορίες, δηλαδή μέσα σε λίγες ημέρες, ορισμένες φορές μάλιστα την ίδια ήμερα, μεταξύ τόσο πολλών εταιριών» (σημείο 89 της αποφάσεως). Κατά συνέπεια, η ορθότητα του συμπεράσματος της Επιτροπής (όπως εκτίθεται στην απόφααί]) ότι, αν τα πληροφοριακά στοιχεία παρέχονταν μόνο στους πελάτες, οι παραγωγοί δεν θα είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν ταχέως γνώση των τιμών των ανταγωνιστών τους δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμία περίπτωση ότι έχει αποδειχθεί.
266.
Απομένει τώρα η εξέταση των επιχειρημάτων των διαδίκων σχετικά με τον ρόλο των κοινών πρακτορείων και του ειδικευμένου Τύπου.
β) Τα κοινά πρακτορεία
267.
Υπενθυμίζω ότι, κατά την απόφαση της Επιτροπής, η εκ μέρους του παραγωγού γνωστοποίηση των ανακοινωθεισών τιμών του στα κοινά πρακτορεία συνέβαλλε στην «τεχνητή» διαφάνεια της αγοράς και αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα έμμεσης ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ παραγωγών. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι η άποψη της Επιτροπής είναι αντιφατική. Η Επιτροπή δηλαδή θεώρησε αρχικά, με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, ότι οι δραστηριότητες των ποινών πρακτορείων αποτελούσαν περιορισμούς του ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1. Στη συνέχεια όμως γνωστοποίησε την πρόθεση της να θέσει τέρμα στη διαδικασία αυτή.
268.
Η καθής αντικρούει το επιχείρημα αυτό, υποστηρίζοντας ότι το γεγονός ότι «δεν διατύπωσε τελικά ορισμένες αιτιάσεις σχετικά με τα κοινά πρακτορεία δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή ομολογεί ότι τα κοινά πρακτορεία δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται από τους παραγωγούς, προκειμένου να ανταλλάσσουν πληροφορίες ως προς τις τιμές τους. Εν προκειμένω όμως αρκούσε να τεθεί τέρμα στην εναρμονισμένη πρακτική των παραγωγών, χωρίς να θιγούν οι νόμιμες δραστηριότητες των κοινών πρακτορείων» ( 147 ).
269.
Η άποψη αυτή δεν είναι πειστική. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δραστηριότητες των κοινών πρακτορείων μπορούν να είναι νόμιμες, δεν εξηγεί όμως τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό ( 148 ). Εντούτοις, είναι αναγκαίο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, εφόσον ορισμένα πρακτορεία μπορούν, χωρίς να παραβαίνουν τους κανόνες ανταγωνισμού, να εκπροσωπούν περισσότερους από έναν παραγωγούς, είναι προφανές ότι οι παραγωγοί αυτοί πρέπει οπωσδήποτε να γνωστοποιούν τις τιμές τους στα πρακτορεία αυτά, προκειμένου οι τιμές αυτές να γίνουν γνωστές στους δυνητικούς αγοραστές.
270.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι η γνωστοποίηση των τιμών στα κοινά πρακτορεία, η οποία δικαιολογείται από λόγους πωλήσεων του χαρτοπολτού, αποτελεί ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ παραγωγών και να μην αποδεικνύει ότι υπήρξαν πράγματι τέτοιες ανταλλαγές. Από την άποψη αυτή το μόνο τηλετύπημα που μνη-νονεύεται στην απόφαση ως προερχόμενο από κοινό πρακτορείο (σημείο 18) και που αφορά ορισμένες από τις προσφεύγουσες δείχνει ότι η Continental Cellulose, βελγικό πρακτορείο χαρτοπολτού, γνωστοποίησε στη Norrlands τις τιμές που είχε ανακοινώσει η ΚΕΑ ( 149 ). Εν προκειμένω αρκεί η διαπίστωση ότι, κατά το σημείο 36 της αποφάσεως, το εν λόγω πρακτορείο δεν εκπροσωπούσε την ΚΕΑ ούτε τους παραγωγούς που ανήκαν στην ένωση αυτή.
γ) Ο ειδικευμένος Τύπος
271.
Στην απόφαση της η Επιτροπή αναφέρει ότι οι ανακοινώσεις πραγματοποιούνται μέσω του ειδικευμένου Τύπου ( 150 ). Οι περισσότεροι από τους παραγωγούς ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ανακοίνωσαν τις τιμές τους στον Τύπο. Τον ισχυρισμό αυτό προβάλλουν, μεταξύ άλλων, η Bowater, η IPS, οι φινλανδικές και οι καναδικές προσφεύγουσες εταιρίες. Η St Anne, η οποία αμφισβητεί ότι ανακοίνωνε κατά σύστημα τις τιμές της στον Τύπο, αναφέρει ότι ορισμένες φορές απαντούσε στα ερωτήματα που της έθετε ο ειδικευμένος Τύπος. Τα δε μέλη της ΚΕΑ υποστηρίζουν ότι ουδέποτε ανακοίνωσαν δημόσια στον Τύπο τις τιμές τους ούτε ανέλαβαν καμία πρωτοβουλία σχετικά.
272.
Απαντώντας στα επιχειρήματα αυτά, η Επιτροπή υποστηρίζει, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι «ο όρος ‘ανακοίνωση’, όπως χρησιμοποιείται στην απόφαση, καλύπτει κάθε μορφή διαδόσεως ή αναφοράς των μελλοντικών τιμών ενός παραγωγού που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να καταστούν δημόσια γνωστές οι τιμές του. Κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία αν ο παραγωγός έρχεται σε επαφή με τον ειδικευμένο Τύπο ή αντίστροφα. Αντίθετα, έχει σημασία να εξακριβωθεί αν οι τιμές δημοσιεύθηκαν ή γνωστοποιήθηκαν με άλλο τρόπο σε άλλους παραγωγούς πριν αρχίσουν να ισχύουν και αν ο παραγωγός, γνωστοποιώντας τες σε τρίτο πρόσωπο, ήταν εύλογο να προσδοκά το ανωτέρω αποτέλεσμα» ( 151 ).
273.
Επί των επιχειρημάτων αυτών θα ήθελα να διατυπώσω δύο παρατηρήσεις.
274.
Πρώτον, μολονότι οι παραγωγοί αμφισβητούν ότι προβαίνουν οι ίδιοι στις ανακοινώσεις προς τον Τύπο, όπως εκτίθεται στην απόφαση της Επιτροπής, η Επιτροπή δεν προτείνει κανένα αποδεικτικό στοιχείο της αλήθειας του ισχυρισμού της αυτού. Επί του σημείου αυτού τα επιχειρήματα αυτά φαίνεται να αφορούν μόνο τις επιχειρήσεις που αναγνώρισαν ότι ορισμένες φορές απάντησαν σε ερωτήματα που τους έθεσε ο ειδικευμένος Τύπος. Θα ήθελα συνεπώς να τονίσω ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω ότι οι παραγωγοί ανακοίνωναν κατά σύστημα τις τιμές τους στον Τύπο. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται καν να εξεταστεί εδώ το ζήτημα αν υπήρχαν εντός της αγοράς χαρτοπολτού εμπορικοί λόγοι που να δικαιολογούν τη συμπεριφορά αυτή.
275.
Δεύτερον, η άποψη της Επιτροπής νομίζω ότι πρέπει να απορριφθεί πλήρως, καθόσον είναι αόριστη. Το γεγονός ότι ένας παραγωγός γνωρίζει, όταν πληροφορεί «τρίτους» για τις τιμές του, ότι οι τιμές του θα περιέλθουν σε γνώση των ανταγωνιστών του δεν αρκεί βέβαια για να υπάρχει ανταλλαγή πληροφοριών. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος «τρίτοι» είναι πολύ αόριστος. Πρόκειται για πελάτες; Φρονεί δηλαδή η Επιτροπή ότι πρέπει να επιβληθεί στους πελάτες ρήτρα περί απορρήτου; Πρόκειται για τα πρακτορεία; Φρονεί τότε η Επιτροπή ότι τα πρακτορεία δεν μπορούν να γνωστοποιούν τις τιμές στους πελάτες τους, αν τούτο δημιουργεί διαφάνεια στην αγορά; Πρόκειται για τον Τύπο; Όπως όμως διαπιστώσαμε μόλις παραπάνω, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι παραγωγοί πληροφορούσαν κατά σύστημα τον ειδικευμένο Τύπο για τις τιμές τους.
276.
Με άλλα λόγια, η Επιτροπή δεν προσπαθεί καν να αποδείξει ποιες πλευρές της συμπεριφοράς των παραγωγών ήσαν τεχνητές: κατά την Επιτροπή, το γεγονός και μόνο της ανακοινώσεως των τιμών εν επιγνώσει του όχι οι τιμές αυτές θα καταστούν γνωστές πρέπει να εξομοιωθεί προς συμμετοχή σε ανταλλαγή πληροφοριών.
277.
Κατά τα λοιπά, ορισμένες από τις προσφεύγουσες ανέφεραν ότι το μέγεθος και η σημασία των βιομηχανικών επιχειρήσεων χαρτοπολτού και χαρτιού για την οικονομία πολλών χωρών είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ιδιαίτερα αξιόλογου ειδικευμένου επαγγελματικού Τύπου και την εμφάνιση οικονομικών αναλυτών με ειδίκευση στη βιομηχανία και στις επενδύσεις (δεδομένου ότι οι μετοχές πολλών από τις εν λόγω εταιρίες έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο). Οι προσφεύγουσες αυτές τόνισαν ότι πολλοί ειδικευμένοι επαγγελματίες «ανιχνεύουν» πληροφορίες, τις οποίες στη συνέχεια διαδίδουν ή δημοσιεύουν. Η αξία των παρατηρήσεων αυτών έγκειται στο ότι τονίζεται ότι ο ρόλος του Τύπου δεν είναι παθητικός και μόνο. Τα εν λόγω έντυπα μπορούν αναμφίβολα να λαμβάνουν τις πληροφορίες τους από τους παραγωγούς, αλλά συμβαίνει αυτό και με τα πρακτορεία και με τους πελάτες;
278.
Κατόπιν της ανωτέρω εξετάσεως καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η εκτίμηση της Επιτροπής ότι το σύστημα ανακοινώσεως των τιμών αποτελούσε έμμεση ανταλλαγή πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των ανταγωνιστών και δημιούργησε τεχνητή διαφάνεια στην αγορά χαρτοπολτού στηρίζεται σε τελείως ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία και βασίζεται σε μια ανάλυση για την οποία δεν ελήφθησαν υπό;ψ η ορισμένα χαρακτηριστικά της αγοράς χαρτοπολτού.
1.2.2. Το σύστημα των τριμηνιαίων ανακοινώσεων
279.
Κατά την Επιτροπή, το σύστημα των ανακοινώσεων τιμών που εφαρμόζουν οι παραγωγοί δεν είναι επιβεβλημένο, svói1)el των αντικειμενικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά, και αποδεικνύει ότι η παράλληλη συμπεριφορά που επιδεικνύουν οι επιχειρήσεις δεν εντάσσεται «στη λογική μιας ανεξάρτητης και ανταγωνιστικής συμπεριφοράς των παραγωγών» (α). Ειδικότερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι οι ανακοινώσεις διαδέχονταν ταχύτατα η μία την άλλη ή συνέπιπταν χρονικά αποδεικνύει την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής (β).
α) Ο μηχανισμός των τριμηνιαίων ανακοινώσεων δεν είναι επιβεβλημένος, ενόψει των αντικειμενικών συνθηκών της αγοράς
280.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι η πρακτική της ανακοινώσεως των τιμών για ένα τουλάχιστον τρίμηνο και της γνωστοποιήσεως τους πριν από την έναρξη του τριμήνου αυτού αποτελεί πάγια πλέον πρακτική στην αγορά χαρτοπολτού. Εντούτοις, η πρακτική αυτή δεν είναι επιβεβλημένη, ενόψει των αντικειμενικών συνθηκών της αγοράς. Για παράδειγμα, η πρακτική αυτή εγκαταλείφθηκε το 1982 και το 1983. Εξάλλου, οι αποδέκτες της αποφάσεως δήλωσαν ότι ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν το σύστημα αυτό, όταν προσυπέγραψαν την ανάληψη της μονομερούς δεσμεύσεως που επισυνάπτεται στην απόφαση.
281.
Μια πρώτη παρατήρηση: όπως τόνισαν ορισμένες από τις προσφεύγουσες, το ζήτημα αν η πρακτική του συστήματος των ανακοινώσεων τιμών είναι επιβεβλημένη, ενόιμει των συνθηκών της αγοράς, δεν έχει κατά τη γνώμη μου καμία σημασία, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Πράγματι, είναι αδιάφορο αν οι παραγωγοί μπορούσαν να καθιερώσουν άλλο σύστημα ή αν μάλιστα μετέβαλαν ριζικά την πολιτική τιμών τους, κατόπιν της αναλήψεως της δεσμεύσεως. Το κρίσιμο ζήτημα είναι, αντίθετα, αν ο μηχανισμός του συστήματος των ανακοινώσεων είναι τεχνητός. Από την άποψη αυτή τίθεται ζήτημα νομιμότητας δύο στοιχείων του συστήματος: του τριμηνιαίου χαρακτήρα των ανακοινώσεων και της χρησιμοποιήσεως του δολαρίου από τις μη αμερικανικές επιχειρήσεις. Ας σημειωθεί ότι η ανάληψη της δεσμεύσεως σημαίνει την εξάλειψη των δυο αυτών στοιχείων του μηχανισμού των ανακοινώσεων, τα οποία προτίθεμαι να εξετάσω κατωτέρω.
1) Ο τριμηνιαίος χαρακτήρας των ανακοινώσεων των τιμών
282.
Καταρχάς δεν αμφισβητείται ότι κατά την υπό κρίση περίοδο όλοι σχεδόν οι παραγωγοί ανακοίνωναν, κατά κανόνα, τις τιμές τους με διάρκεια ισχύος ένα τρίμηνο ( 152 ).
283.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η πρακτική του καθορισμού των τιμών ανά τρίμηνο ακολουθείται από πολλού ήδη χρόνου στην αγορά χαρτοπολτού. Οι αγοραστές επιθυμούν να υπάρχει σταθερότητα τιμών επί μακρό χρονικό διάστημα, ενώ οι πωλητές έχουν την τάση να προτιμούν τον καθορισμό των τιμών για βραχύτερα χρονικά διαστήματα.
284.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι περισσότεροι από τους αγοραστές προτιμούν ένα σύστημα καθορισμού τιμών που να ισχύουν επί μακρό χρονικό διάστημα και θεωρούν συναφώς ότι το τρίμηνο αποτελεί την ελάχιστη διάρκεια ισχύος των τιμών αυτών. Ορισμένες χαρτοποιίες αναφέρουν ότι οι αυξήσεις τιμών πρέπει να πραγματοποιούνται ανά εξάμηνο ή μάλιστα ανά έτος ( 153 ).
285.
Από τα ανωτέρω η Επιτροπή συνάγει ότι, ιδιαίτερα όταν οι τιμές εμφανίζουν τάση αυξήσεως, «δεν είναι αδύνατον» για τους παραγωγούς να καθορίζουν τις τιμές τους για μακρότερα χρονικά διαστήματα, προκειμένου να αποκτήσουν νέους πελάτες.
286.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι, κατά τη γνώμη μου, ανεπαρκής, εφόσον γίνει δεκτό ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούσαν ανώτατες τιμές. Ο παραγωγός, όταν προτείνει μακρότερη περίοδο ισχύος, μπορεί να αποκτήσει νέους πελάτες, τους οποίους θα προσελκύσει η προοπτική σταθερότητας των τιμών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα όμως κινδυνεύει να μην επωφεληθεί, καθ' όλη την εν λόγω περίοδο, από την τάση αυξήσεως των τιμών. Με άλλα λόγια, καλείται να επιλέξει αν προτιμά, προκειμένου να αποκτήσει νέους πελάτες, να μην επωφεληθεί από τις προοπτικές που διανοίγονται λόγω της προβλεπομένης αυξήσεως των τιμών κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.
287.
Δεν θα μπορούσε όμως εκ πρώτης όψεως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εκτιμά ο παραγωγός αυτός ότι το κέρδος του από τις νέες πωλήσεις δεν θα υπερβαίνει κατ' ανάγκη το κέρδος που θα αποκομίσει από την προβλεπομένη αύξηση των τιμών κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Δεν μπορεί η εύλογη και εξατομικευμένη επιλογή του να τον οδηγήσει να προτιμήσει να αποκομίσει όσο το δυνατό μεγαλύτερα κέρδη από την προβλεπομένη αύξηση των τιμών;
288.
Η Επιτροπή, όταν αναφέρει στην απόφαση της ότι ήταν δυνατό να επιδειχθεί άλλη συμπεριφορά, δεν αποδεικνύει ότι η πρακτική των τριμηνιαίων ανακοινώσεων, η οποία είχε παγιωθεί, καθ' ομολογία της ίδιας της Επιτροπής, εντός της αγοράς χαρτοπολτού, αποτελούσε κατ' ανάγκη παράλογη συμπεριφορά για κάθε επί μέρους παραγωγό.
2) Η χρήση του δολαρίου ΗΠΑ από τις μη αμερικανικές επιχειρήσεις
289.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή παρατηρεί ότι η απόφαση των μη αμερικανικών επιχειρήσεων παραγωγής να καθορίζουν την τιμή χαρτοπολτού σε δολάρια ΗΠΑ δεν οφειλόταν σε κάποιο αναλλοίωτο χαρακτηριστικό της αγοράς, πράγμα που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, τουλάχιστον μέχρι το 1976, οι σουηδικές και φινλανδικές επιχειρήσεις παραγωγής καθόριζαν τις τιμές τους σε σουηδικές κορόνες, ενώ ορισμένες από τις καναδικές επιχειρήσεις παραγωγής (π.χ. η BCFP και η St Anne) καθόριζαν προηγουμένως τις τιμές τους σε δολάρια Καναδά. Η καθής θεώρησε με την απόφαση της ότι το γεγονός ότι οι Σουηδοί και Φινλανδοί παραγωγοί άρχισαν εκ νέου στις αρχές του 1976 να τιμολογούν τα προϊόντα τους αποκλειστικά σε δολάρια ΗΠΑ (και όχι πλέον σε σουηδικές κορόνες), προκειμένου να αποκαταστήσουν την ομοιομορφία των τιμών, που είχε πληγεί από την υποτίμηση του δολαρίου το 1975, αποτελεί απόδειξη του ότι οι αποδέκτες της αποφάσεως «σκόπευαν να καθιερώσουν ενιαίο επίπεδο τιμών για τα προϊόντα τους, ανεξάρτητα από τις δυνάμεις της αγοράς».
290.
Το γεγονός ότι η σύμπτωση των τιμών των ανωτέρω παραγωγών με τις τιμές των ανταγωνιστών τους εξελήφθη ως ένδειξη εναρμονισμένης πρακτικής δεν σημαίνει ότι η χρήση του δολαρίου από τις μη αμερικανικές επιχειρήσεις αποτελεί, καθαυτή, τεχνητή πρακτική εντός της αγοράς χαρτοπολτού.
291.
Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να τονίσω ότι τουλάχιστον από το 1975η Finncell χρησιμοποιούσε, εν μέρει τουλάχιστον, το νόμισμα αυτό. Στον πίνακα 6 της αποφάσεως αναγράφεται τιμή 415 δολαρίων ΗΠΑ, η οποία ανακοινώθηκε από την Finncell για το πρώτο τρίμηνο του 1975, όσον αφορά τους πολτούς από μαλακή ξυλεία, για τη ζώνη 1. Επιπλέον, σύμφωνα με το σημείο 112 της αποφάσεως, η Finncell ανακοίνωσε, κατά τα τρία τελευταία τρίμηνα του 1975, τιμή εκφρασμένη τόσο σε δολάρια ΗΠΑ όσο και σε σουηδικές κορόνες, η δε πρώτη ήταν άλλοτε υψηλότερη και άλλοτε χαμηλότερη από την τιμή που ανακοίνωναν σε σουηδικές κορόνες οι σουηδικές επιχειρήσεις.
292.
Εξάλλου, τόσο κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και κατά τη διοικητική διαδικασία ( 154 ), οι φινλανδικές προσφεύγουσες εταιρίες εξέθεσαν τους λόγους για τους οποίους το δολάριο ΗΠΑ θεωρούνταν ως «νόμισμα αναφοράς» στην αγορά χαρτοπολτού και τόνισαν, μεταξύ άλλων, την προτίμηση της ευρωπαϊκής πελατείας για τη χρήση του δολαρίου. Οι διαπραγματεύσεις όμως μεταξύ Επιτροπής και επιχειρήσεων σχετικά με την ανάληψη της δεσμεύσεως έδωσαν στους αγοραστές, ή τουλάχιστον σε ορισμένους από αυτούς, την ευκαιρία να διατυπώσουν σαφώς την άποψη τους επ' αυτού. Η άποψη τους, η οποία εκφράζεται συχνά ιδιαίτερα έντονα, δεν ενέχει καμία ασάφεια: ανάγκη υπάρξεως ενός μόνο νομίσματος για το εμπόριο χαρτοπολτού, έστω και αν το νόμισμα αυτό δεν είναι το δολάριο ΗΠΑ.
293.
Δεν θα προχωρήσω εδώ σε εμπεριστατωμένη μελέτη των διαφόρων εγγράφων που απέστειλαν οι χαρτοβιομηχανίες στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια των συζητήσεων μεταξύ Επιτροπής και παραγωγών ( 155 ).
294.
Θα ήθελα απλώς να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Ενώσεως Γερμανικών Χαρτοποιιών: «Ανεξάρτητα από τη γενική αυτή παρατήρηση, θεωρούμε ότι είναι σημαντικό να διεξάγεται σε ένα μόνο νόμισμα το εμπόριο μιας πρώτης ύλης παγκόσμιας σημασίας. Για τη γερμανική χαρτοβιομηχανία δεν έχει συναφώς σημασία αν το νόμισμα αυτό θα είναι π.χ. το δολάριο ΗΠΑ ή κάποιο άλλο από τα μεγάλα νομίσματα. Αυτό στο οποίο αποδίδουμε σημασία είναι μόνο να πρόκειται για ένα και μόνο νόμισμα, αφού αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι ανταγωνιστές που αγοράζουν αυτή την πρώτη ύλη θα καταβάλλουν την ίδια τιμή» ( 156 ).
295.
Θα ήθελα επίσης να παραθέσω το ακόλουθο χωρίο από ένα άλλο έγγραφο: «Θεωρούμε παλαιόθεν ότι μας εξυπηρετεί η χρήση της τιμής σε δολάρια ως σημείου αναφοράς. Η κατάργηση του σημείου αναφοράς αυτού δεν θα εξυπηρετούσε, κατά τη γνώμη μας, τους αγοραστές ούτε θα απέβαινε τελικά προς όφελος του καταναλωτή. Αν αρχίσει να χρησιμοποιείται πληθώρα νομισμάτων, ο υπολογισμός της πραγματικής τρέχουσας αξίας θα καταστεί δυσχερέστερος, λόγω των αυξομειώσεων των τιμών συναλλάγματος. Αυτό θα απέβαινε σε βάρος κυρίως του αγοραστή παρά του πωλητή και θα μπορούσε να περιαγάγει τους αγοραστές ορισμένων χωρών σε πλεονεκτικότερη θέση, από άποψη ανταγωνισμού, έναντι άλλων. Κατά συνέπεια θα μειωνόταν κατά πολύ η δυνατότητα μας να εξασφαλίσουμε δίκαιους όρους ανταγωνισμού έναντι των ανταγωνιστών μας που είναι εγκατεστημένοι σε άλλες χώρες» ( 157 ).
296.
Από τα έγγραφα αυτά προκύπτει αναμφισβήτητα ότι οι εν λόγω αγοραστές, Γερμανοί ή Βρετανοί, υποστηρίζουν το σύστημα του ενός και μόνο νομίσματος. Μήπως οι απόψεις αυτές όμως δεν είναι αντιπροσωπευτικές; Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν ευχής έργο, αν η Επιτροπή είχε εκφράσει ρητά την άποψη της ( 158 ) επί των εγγράφων αυτών, η προσκόμιση των οποίων ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιτρέπει, κατά την άποψη μου, να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένο με βεβαιότητα ότι η χρήση του δολαρίου ΗΠΑ αποτελεί, καθαυτή, τεχνητό μηχανισμό.
β) Η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων των τιμών
297.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πραγματοποίηση των ανακοινώσεων εντός τόσο σύντομων διαδοχικών διαστημάτων ή ακόμα και ταυτόχρονα θα ήταν αδύνατη, αν δεν υπήρχε συνεχής ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων (σημείο 107 της αποφάσεως). Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμία βάσιμη εξήγηση για το γεγονός ότι οι πληροφορίες διαδίδονταν τόσο ταχέως, δηλαδή σε διάστημα ολίγων ημερών ή ακόμη και την ίδια ημέρα μεταξύ τόσων πολλών επιχειρήσεων. Τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχουν οι πελάτες φθάνουν από τον ένα παραγωγό στον άλλο μετά από διάφορα στάδια (παραγωγός — πρακτορείο ή θυγατρική εταιρία — πελάτης — πρακτορείο ή θυγατρική εταιρία άλλου παραγωγού — παραγωγός), πριν περιέλθουν σε γνώση άλλου παραγωγού, ο οποίος θα προβεί στην ανακοίνωση των δικών του τιμών.
298.
Κατά την απόφαση, η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων είναι ιδιαίτερα πρόδηλη όσον αφορά ορισμένα τρίμηνα: πρόκειται κυρίως για το πρώτο τρίμηνο του 1978 και τα τρία πρώτα τρίμηνα του 1979. Γενικά οι παραγωγοί της ίδιας χώρας ανακοίνωναν τις τιμές τους σε διάστημα ολίγων ημερών ο ένας από τον άλλο.
299.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τις ημερομηνίες των ανακοινώσεων δείχνουν την ύπαρξη μιας σχετικής χρονικής εγγύτητας και εμφανίζουν κενά, καθόσον δεν ελήφθησαν υπόψη τα χαρακτηριστικά που δίνουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να λαμβάνουν γνώση των τιμών που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές τους, και συγκεκριμένα τον ρόλο των πελατών.
300.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω συναφώς ότι η Επιτροπή φαίνεται να υποτίμησε σημαντικά την ταχύτητα με την οποία κυκλοφορούν τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχουν οι ίδιοι οι πελάτες σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές. Από την άποψη αυτή θα ήθελα να τονίσω ακόμη ότι από ορισμένα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και των οποίαιν τη γνησιότητα δεν αμφισβήτησε η καθής προκύπτει ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί κατηγορηματικά, πράγμα όμως που έγινε με την απόφαση, το ενδεχόμενο να πληροφορούν οι πελάτες τους παράγωγους για τις τιμές που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές τους εντός συντομότατου χρονικού διαστήματος από την «έκδοση» των τιμών αυτών, ακόμα και σε περίοδο αυξήσεως των τιμών. Από τα (δια αυτά έγγραφα προκύπτει επίσης ότι οι πελάτες γνωρίζουν σε ορισμένες περιπτώσεις τις προθέσεις των παραγωγών που δεν έχουν ακόμη ανακοινώσει τις τιμές τους και ότι και στην περίπτωση αυτή οι ίδιοι αυτοί πελάτες μπορούν να παράσχουν τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία σε ανταγωνιστές των ανωτέρω παραγωγών.
301.
Κατά συνέπεια, η βαρύτητα του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει καμία «έγκυρη εξήγηση» (σημείο 89 της αποφάσεως) για το πώς οι παραγωγοί μπορούν να λαμβάνουν τόσο ταχέως γνώση των τιμών των ανταγωνιστών τους πρέπει να σταθμιστεί βάσει των στοιχείων που προκύπτουν από τα προαναφερθέντα έγγραφα.
302.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η χρονική εγγύτητα των ανακοινώσεων ( 159 ) δεν αποτελεί καθαυτή ένδειξη για την ύπαρξη προηγουμένης συνεννοήσεως μεταξύ παραγωγών.
303.
Αντίθετα, θα έπρεπε να επισύρει την προσοχή μας η εκ μέρους πολλών παραγωγών πραγματοποίηση ανακοινώσεων την ίδια ημέρα, ιδίως αν οι ανακοινώσεις αυτές είναι οι πρώτες ενός δεδομένου τριμήνου. Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι πρώτοι πραγματογνώμονες εξέθεσαν ότι οι ανακοινώσεις δεν πραγματοποιούνταν την ίδια ημέρα.
304.
Όμως εξέτασα και εγώ ο ίδιος τα τρίμηνα για τα οποία αναφέρεται στην απόφαση ότι είναι ιδιαίτερα πρόδηλη η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων. Θα ήθελα όμως να διατυπώσω την εξής προκαταρκτική παρατήρηση.
305.
Με την απόφαση διαπιστώθηκε η τέλεση αυτοτελούς παραβάσεως από τους παραγωγούς-μέλη της ΚΕΑ και εξέθεσα ήδη ότι η Επιτροπή δεν επιτρεπόταν να τους καταλογίσει, για τα ίδια περιστατικά, παράβαση σχετικά με τη γενική εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές. Εν πάση περιπτώσει, η ενδεχόμενη σύμπτωση των ημερομηνιών των ανακοινώσεων μεταξύ μόνο των παραγωγών που ήσαν μέλη της αμερικανικής ενώσεως ( 160 ) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ παραγωγών που δεν ανήκουν στον όμιλο αυτό. Αντίθετα, η σύμπτωση των ημερομηνιών αυτών με τις ημερομηνίες ανακοινώσεων άλλων Βορειοα-μερικανών παραγωγών, που δεν ανήκουν στην ΚΕΑ, θα μπορούσε, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αποτελεί «ενοχλητική» ένδειξη.
306.
Ας προχωρήσουμε πλέον στην εξέταση των εν λόγω τριμήνων βάσει του συνημμένου στην απόφαση πίνακα 6.
307.
Καταρχάς το πρώτο τρίμηνο 1978
Τρίμηνο
Επιχείρηση
Ημερομηνία ανακοινώσεως
Μαλακή ξυλεία
Σκληρή ξυλεία
Ζώνη 1
Ζώνη 2
Ζώνη 1
Ζώνη 2
1978/1
BC Timber
330
Canfor
330
MacMillan
9.12.1977
330
295
St. Anne
22.12.1977
Weidwood
13.12.1977
330
320
Bowater
12.12.1977
310
310(S)
280(S)
Crown Zellerbach
16.12.1977
320
295(S)
Federal Paper
330
295(S)
Georgia-Pacific
15.12.1977
295(S)
330
295(S)
IPS
12.12.1977
330
320
295(S)
ITT Rayonier
15.12.1977
330
330
310(S)
305
Weyerhaeuser
13.12.1977
330
330
325
305
ΚΕΑ
330
310(S)
330
325
325
lggesunds
Τηλεφωνικώς
330
305
305
Korsnäs
330
325
305
MoDoCell
30.09.1977
330
330
315
325
Norrlands
350
350
310
Södra
15.12.1977
330
Stora
350
SCA
29.12.1977
330
Borregaard
308.
Για τις ημερονηνίες ανακοινώσεων των Σουηδών παραγωγών τα στοιχεία είναι προφανώς ανεπαρκή· επιπλέον, στον ανωτέρω πίνακα δεν εμφαίνονται ούτε οι ημερομηνίες ανακοινώσεων ούτε οι τιμές της Finncell.
309.
Αντίθετα, οι ημερομηνίες ανακοινώσεων ορισμένων Βορειοαμερικανών παραγωγών είναι χρονικά εγγύτατες. Η MacMillan φαίνεται να είναι η πρώτη που προέβη σε ανακοίνωση των τιμών της στις 9 Δεκεμβρίου, την ακολούθησαν δε στις 12 Δεκεμβρίου η Bowater και η ITT Rayonier, η οποία ήταν τότε μέλος της ΚΕΑ, στις 13 Δεκεμβρίου η ίδια η ΚΕΑ και η Weidwood, καναδική επιχείρηση παραγωγής, ενώ δύο άλλοι παραγωγοί-μέλη της ΚΕΑ ανήγγειλαν τις τιμές τους στις 15 και η Crown Zellerbach, επίσης μέλος της ΚΕΑ, στις 16 Δεκεμβρίου.
310.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η ανακοίνωση της Weidwood πραγματοποιήθηκε τέσσερις ημέρες μετά την πρώτη ανακοίνωση της μόνης άλλης καναδικής εταιρίας που περιλαμβάνεται στον πίνακα, της MacMillan.
311.
Αντίθετα, την προσοχή μας θα μπορούσε να επισύρει η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων της Bowater και της ITT Rayonier στις 12 Δεκεμβρίου, οι οποίες ήσαν προφανώς οι πρώτες αμερικανικές εταιρίες ( 161 ) που ανακοίνωσαν ταυτόχρονα τις τιμές τους. Από το στοιχείο αυτό πάντως δεν μπορεί να συναχθεί γ,ανίνα συμπέρασμα. Πράγματι, η Bowater αμφισβήτησε ρητά την ορθότητα της ημερομηνίας ανακοινώσεως που αναγράφεται σχετικά με την ίδια στον πίνακα. Η Bowater ανέφερε ότι γνωστοποίησε τις τιμές της στις 5 Ιανουαρίου 1978 και η Επιτροπή αναγνώρισε ότι «τα στοιχεία του φακέλου που διαθέτει δεν αντικρούουν» τον ισχυρισμό αυτό. Επιπλέον, η τιμή που ανακοίνωσε η Bowater υπολείπεται κατά 10 ή 20 δολάρια της τιμής των άλλων Αμερικανών παραγωγών και η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τη συμμετοχή της εταιρίας αυτής στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές για το 1978.
312.
Στη συνέχεια, το πρώτο τρίμηνο του 1979
Τρίμηνο
Επιχείρηση
Ημερομηνία ανακοινώσεως
Μαλακή ξυλεία
Σκληρή ξυλεία
Ζώνη 1
Ζώνη 2
Ζώνη 1
Ζώνη 2
1979/1
BCFP
15.12.1978
400
BC Timber
400
Canfor
400
MacMillan
14.12.1978
400
410
Weidwood
20.11.1978
400
400(S)
Bowater
20.11.1978
385(S)
405
Crown Zellerbach
20.11.1978
400
400(S)
Federal Paper
20.11.1978
385(S)
400(S)
Georgia-Pacific
20.11.1978
385(S)
405
390
400
IPS
20.11.1978
400
405
Weyerhaeuser
24.11.1978
400
420
390
400
Ieeesunds
20.11.1978
410
420
390
400
Kopparfors
24.11.1978
410
390
400
27.11.1978
420
390
400
Korsnäs
21.11.1978
410
420
390
400
MoDoCcll
22.11.1978
410
420
390
Norrlands
17.11.1978
410
420
390
395
Södra
22.11.1978
410
420
Slora
28.11.1978
410
SCA
410
415
Finncell
410
313.
Όπως προκύπτει από τον ανωτέρω πίνακα, η πρώτη επιχείρηση που ανακοίνωσε την τιμή της ήταν η σουηδωή επιχείρηση Södra, στις 17 Νοεμβρίου. Από τον πίνακα προκύπτει ότι τρεις μέρες αργότερα, στις 20 Νοεμβρίου, έξι αμερικανικές εταιρίες ανακοίνωσαν ταυτόχρονα τις τιμές τους. Ποιος δεν θα έμενε έκπληκτος εκ πρώτης όψεως από τη σύμπτωση αυτή της ημερομηνίας των ανακοινώσεων πέντε «παραγωγών ΚΕΑ» και της ημερομηνίας ανακοινώσεως της Bowater, επιχειρήσεως που δεν ανήκε στον όμιλο αυτό; Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να αναφερθεί ότι ούτε αυτή η ημερομηνία ανακοινώσεως που αποδίδεται κατά τον πίνακα 6 στη Bowater μπορεί να αποδειχθεί από την Επιτροπή. Η εταιρία αυτή διευκρίνισε ότι γνωστοποίησε τις τιμές της στις 15 Δεκεμβρίου 1978, υπενθυμίζω δε ότι η Επιτροπή φρονεί ότι τα στοιχεία του φακέλου που διαθέτει δεν αντικρούουν τους σχετικούς ισχυρισμούς της Bowater. Τέλος, κατά τη γνώμη μου, από τις ανακοινώσεις των μόνων δύο Καναδών παραγωγών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με χρονική απόσταση μιας ημέρας, δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα και θα ήθελα να τονίσω ότι δεν αναγράφεται η ημερομηνία ανακοινώσεως της Finncell.
314.
Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο τρίμηνο του 1979
Τρίμηνο
Επιχείρηση
Ημερομηνία ανακοινώσεως
Μαλακή ξυλεία
Σκληρή ξυλεία
Ζώνη 1
Ζώνη 2
Ζώνη 1
Ζώνη 2
1979/II
BC Timber
420
Canfor
420
MacMillan
20.3.1979
420
Weidwood
Αρχές Μαρτίου
420
415(S)
Bowater
Αρχές Μαρτίου
410(S)
Chesapeake
430
Crown Zellerbach
425
415(S)
Federal Paper
410(S)
415(S)
Georgia-Pacific
Αρχές Μαρτίου
410(S)
430
IPS
Αρχές Μαρτίου
425
430
ITT Rayonier
16.3.1979
425
430
410
425
Weyerhaeuser
16.3.1979
425
450
410
425
Kopparfors
16.3.1979
435
415
430
13.3.1979
420
410
425
Korsnäs
8.3.1979
435
450
410
425
MoDoCell
20.3.1979
435
450
410
405/410
Norrlands
14.3.1979
435
450
410/415
Södra
Μάρτιος
7.3.1979
330
Stora
435
SCA
435
440
Finncell
435
Από τον πίνακα αυτό προκύπτει επίσης ορισμένη χρονική εγγύτητα των ανακοινώσεων των Σουηδών παραγωγών. Η ημερομηνία ανακοινώσεων της Finncell δεν αναγράφεται, αλλ' αναφέρεται απλώς ότι πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο. Στον πίνακα περιλαμβάνεται η ημερομηνία ανακοινώσεως μιας μόνο βορειοαμερικανικής επιχειρήσεως, η οποία είναι κατά δεκατρείς τουλάχιστον ήμερες μεταγενέστερη της πρώτης σουηδικής ανακοινώσεως που αναγράφεται στον πίνακα αυτό. Ως ημερομηνία ανακοινώσεως για τη Bowater και την Chesapeake, αμερικανική επιχείρηση που ανήκε στην ΚΕΑ, αναγράφεται απλώς: «αρχές Μαρτίου». Τί συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί από τη διαδοχική αυτή πραγματοποίηση ανακοινώσεων εκτός του ότι οι σουηδικές ανακοινώσεις ήσαν χρονικά εγγύτατες;
315.
Τέλος, το τρίτο τρίμηνο του 1979
Τρίμηνο
Επιχείρηση
Ημερομηνία ανακοινώσεως
Μαλακή ξυλεία
Μαλακή ξυλεία
Ζώνη 1
Ζώνη 2
Ζώνη 1
Ζώνη 2
1979/ΙΠ
BCFP
435
BC Timber
435
Canfor
435
MacMillan
15. 6.1979
435
450
Weidwood
Τέλ.Μαίου
435
425(S)
Bowater
410(S)
435
Crown Zellerbach
Τέλ.Μαΐου
425
425(S)
Federal Paper
410(S)
425(S)
Georgia-Pacific
410(S)
435
410
410
IPS
425
435
410
425
ITT Rayonier
19. 6.1979
425
435
410
Weyerhaeuser
15. 6.1979
425
450
410
425
Korsnäs
19. 6.1979
435
450
410
425
MoDoCell
16. 6.1979
435
410
Norrlands
18. 6.1979
435
450
410
410
Södra
435
450
Stora
435
SCA
435
445
Finnccll
435
O ανωτέρω πίνακας έχει τόσα τουλάχιστον κενά, όσα και ο πίνακας που αφορά το προηγούμενο τρίμηνο: ακριβής ημερομηνία ανακοινώσεως υπάρχει για ένα μόνο Βορειοαμερικανό παραγωγό, ενώ δεν υπάρχει καμία ένδειξη για τη Finncell. Αφού ο πίνακας αυτός πόρρω απέχει από του να είναι πλήρης, όσον αφορά τις ημερομηνίες ανακοινώσεως, δεν είναι δυνατόν ούτε στην περίπτωση αυτή να εξακριβωθεί η χρονολογία των ανακοινώσεων για το συγκεκριμένο τρίμηνο, ιδίως δε όσον αφορά τις καναδικές και αμερικανικές επιχειρήσεις.
316.
Η εμπεριστατωμένη εξέταση των εν λόγω πινάκων είναι αρκετά ανιαρή, αλλά κατέστη αναγκαία λόγω των ισχυρισμών της Επιτροπής ότι οι ανακοινώσεις τιμών για τις συγκεκριμένες αυτές περιόδους ήταν προδήλως ταυτόχρονες. Πέραν μιας πρόδηλης χρονικής εγγύτητας των ημερομηνιών ανακοινώσεων, δεν συνάγεται καμία προφανής ένδειξη ανεξήγητης ομοιότητας ( 162 ). Διέλαθε ίσως της προσοχής μου κάποια ιδιαίτερα «εύγλωττη» ομοιότητα ημερομηνιών; Δεν θα μπορούσα να αποκλείσω το ενδεχόμενο αυτό, παρά την προσοχή που κατέβαλα κατά την ανάλυση των εν λόγω περιόδων. Αν τούτο πράγματι συνέβη, η Επιτροπή είναι αυτή ακριβώς που πρέπει να το αποδείξει. Κατά τα λοιπά, οι πίνακες αυτοί εμφανίζουν προφανή κενά και η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ποια από τις ημερομηνίες ανακοινώσεων — εννοώ της Bowater — είναι αυτή από την οποία μπορούν να συναχθούν οι σαφέστερες ομοιότητες. Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να τονίσω ότι δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να γίνει αντιληπτό γιατί η Επιτροπή ενέμεινε στον ισχυρισμό της ότι οι ανακοινωθείσες τιμές δεν είναι δυνατόν να περιέρχονται ταχέως και με ακρίβεια σε γνώση των ανταγωνιστών, χωρίς να προσπαθήσει να εξηγήσει πού στήριζε την άποψη της αυτή, αφού υπήρχαν ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία περί αντιθέτου, τα οποία προφανώς, χωρίς καν να τα εξετάσει, αποφάσισε να μη λάβει υπόψη της.
317.
Συνεπώς, αν ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που περιέχονται στη δικογραφία, νομίζω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ορθότητα της εκτιμήσεως της Επιτροπής σχετικά με το σύστημα ανακοινώσεων και τον μηχανισμό λειτουργίας του έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Εν πάση περιπτώσει, η καθής δεν αντέκρουσε επαρκώς τα επιχειρήματα των προσφευγουσών με τα οποία τονίστηκε ότι υποτίμησε τη σπουδαιότητα ορισμένων χαρακτηριστικών της αγοράς χαρτοπολτού.
1.3. Η παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών: απόδειξη της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής εντός της αγοράς χαρτοπολτού;
1.3.1. Η ανάλυση της Επιτροπής
318.
Το αιτιολογικό της αποφάσεως της Επιτροπής φαίνεται να ισχύει αδιακρίτως τόσο για την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών (παράγραφος 2 του άρθρου 1) όσο και για την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές (παράγραφος 1 του άρθρου 1), την οποία και μόνο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξετάσω εδώ. Το Δικαστήριο ζήτησε από την καθής να αναφέρει, μεταξύ άλλων, αν η ανάλυση που εκτίθεται στα σημεία 90 έως 105 της αποφάσεως της ισχύει και για την παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών. Η Επιτροπή απάντησε ότι η ανάλυση αυτή αφορούσε επίσης τα συμπεράσματα της σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές.
319.
Θα ήθελα συνεπώς να υπενθυμίσω τις βασικές γραμμές της όλης αναλύσεως της Επιτροπής, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παράλληλη εξέλιξη δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Κατά την απόφαση, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στην αγορά χαρτοπολτού και κατόπιν ορθής αναλύσεως των οικονομικών δεδομένων, η συμπεριφορά των παραγωγών από το 1975 μέχρι το 1981 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε παράλληλη συμπεριφορά την οποία οι παραγωγοί υιοθέτησαν, στο πλαίσιο μιας στενά ολιγοπωλιακής καταστάσεως, με πλήρη ανεξαρτησία ο ένας από τον άλλο.
320.
H Επιτροπή, αφού αναφέρει ότι η ευρωπαϊκή αγορά εφοδιάζεται από πενήντα περίπου παραγωγούς, ενώ οι πελάτες είναι αρκετές εκατοντάδες, τονίζει ότι υπάρχουν, τόσο μεταξύ των προμηθευτών όσο και μεταξύ των αγοραστών, πολλές σημαντικές επιχειρήσεις, των οποίων η ισχύς και η θέση στην αγορά τους δίνουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν ανεξάρτητη και δραστήρια πολιτική ανταγωνισμού. Κατά την Επιτροπή, ο μεγάλος αριθμός ανταγωνιστών και πελατών και το ευρύ φάσμα των προϊόντων δίνουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να βελτιώσουν τη θέση τους σε βάρος των ανταγωνιστών τους. Οι επιχειρήσεις όμως απέφυγαν πάντοτε να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες αυτές, οι οποίες αποτελούν την κινητήρια δύναμη του ανταγωνισμού, και πρόσφεραν κατά σύστημα τους ίδιους όρους πωλήσεως για τα προϊόντα τους. Στη συνέχεια η Επιτροπή εξέθεσε πώς το σύστημα ανακοινώσεων τιμών δημιούργησε τεχνητή διαφάνεια στην αγορά, η οποία εξουδετέρωσε το εμπόδιο στην εναρμόνιση που αντιπροσώπευε ο μεγάλος αριθμός ανταγωνιστών ( 163 ).
321.
Με την απόφαση τονίζεται στη συνέχεια ότι η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων τιμών και η συπτωση των ανακοινωθεισών τιμών δεν μπορούν να οφείλονται στην ύπαρξη μιας «κυρίαρχης επιχείρησης», της οποίας οι τιμές υιοθετούνται από τους ανταγωνιστές της. Κατά την υπό εξέταση περίοδο, η σειρά των εταιριών που ανακοίνωναν νέες τιμές άλλαζε από τρίμηνο σε τρίμηνο και καμία επιχείρηση δεν κατείχε αρκετά ισχυρή θέση, ώστε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο της αγοράς.
322.
Εξάλλου, η ομοιότητα των ανακοινωθεισών τιμών και των τιμών συναλλαγών δεν μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι επρόκειτο για «τιμή ισορροπίας». Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, υπό οποιαδήποτε μορφή οικονομίας αγοράς, η ύπαρξη πραγ ματικού ανταγωνισμού τείνει προς τη διαμόρφωση μιας τιμής ισορροπίας. Η τιμή όμως αυτή, η οποία μεταβάλλεται ανάλογα με την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά, προκύπτει από εμπειρικό έλεγχο της αγοράς, που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες ή χαμηλότερες τιμές και να αναγκάσει την επιχείρηση που ανακοίνωσε πρώτη μια αύξηση τιμών να την ανακαλέσει. Συνεπώς, υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού είναι ανεξήγητο, κατά την Επιτροπή, ότι σε περίπτωση σταδιακής αυξήσεως των τιμών — όπως συνέβη με την τιμή της βόρειας μαλακής ξυλείας, η οποία αυξήθηκε τέσσερις φορές από το τρίτο τρίμηνο του 1979 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1980, και με την τιμή της νότιας μαλακής ξυλείας, η οποία αυξήθηκε πέντε φορές από το δεύτερο τρίμηνο του 1979 μέχρι το δεύτερο τρίμηνο του 1980 — η τιμή που προέκυπτε από την πρώτη αύξηση ήταν πάντοτε η «νέα τιμή ισορροπίας», αφού καμία επιχείρηση δεν προέβαινε σε έρευνα της αγοράς προσφέροντας άλλη τιμή. Είναι εξίσου ανεξήγητο ότι, υπό συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού σε μια ταχέως μεταβαλλόμενη αγορά, καμία επιχείρηση, πλην της Finncell, δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια, επί μια ολόκληρη διετία (από το πρώτο τρίμηνο του 1975 μέχρι το τέταρτο τρίμηνο του 1976), να εξακριβώσει, τιμολογώντας διαφορετική τιμή, αν η μέχρι τότε εφαρμοζόμενη τιμή εξακολουθούσε να αντιστοιχεί στην τιμή ισορροπίας.
323.
Επιπλέον, η Επιτροπή εκφράζει στην απόφαση της την άποψη ότι, ενόψει του μεγάλου αριθμού παραγωγών και των διαφορετικών οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες κάθε επιχείρηση καθορίζει τις τιμές της, η ομοιομορφία των τιμών δεν μπορεί να εξηγηθεί από απλή σύμπτωση αποφάσεων που είχαν ληφθεί ανεξάρτητα. Ενόψει της διαφορετικής καταστάσεως κάθε παραγωγού, δεν υπάρχει καμία βάσιμη από οικονομική άποψη εξήγηση για το ότι οι αποδέκτες της αποφάσεως επέδειξαν ομοιόμορφη συμπεριφορά όσον αφορά την πολιτική τιμών τους. Η ανάλυση των εν λόγω διαφορών περιέχεται στα σημεία 90 επ. της αποφάσεως. Θα ήθελα εδώ να αναφέρω συνοπτικά ότι η Επιτροπή επισήμανε τα εξής:
—
Η κοινοτική αγορά έχει μεγαλύτερη σημασία για τους Φινλανδούς και Σουηδούς παραγωγούς απ' ό,τι για τους Αμερικανούς και Καναδούς.
—
Το ποσοστό χρησιμοποιήσεως της παραγωγικής ικανότητας κάθε επιχειρήσεως ήταν διαφορετικό: το ποσοστό αυτό ήταν εν γένει υψηλότερο στις αμερικανικές και καναδικές επιχειρήσεις απ' ό,τι στις φινλανδικές και σουηδικές, ενώ διέφερε ακόμη και μεταξύ επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην ίδια χώρα.
—
Το κόστος παραγωγής, εναποθηκεύσεως και μεταφοράς διέφερε ανάλογα με την επιχείρηση.
—
Η σχέση μεταξύ κόστους και τιμών πωλήσεως δεν σταμάτησε να μεταβάλλεται, όσον αφορά τις καναδικές, σουηδικές και φινλανδικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατέβαλλαν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους παραγωγής τους σε εθνικό νόμισμα, ενώ οι παραδόσεις τιμολογούνταν σε δολάρια ΗΠΑ: η ισοτιμία μεταξύ του δολαρίου ΗΠΑ αφενός και του καναδικού δολαρίου, της σουηδικής κορόνας και του φινλανδικού μάρκου αφετέρου αυξομειωνόταν συνεχώς κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου.
—
Η εξέλιξη της ζητήσεως χαρτοπολτού ήταν πολύ διαφορετική σε κάθε κοινοτική χώρα εισαγωγής.
—
Το κόστος ανά τόνο που βαρύνει τους παραγωγούς εξαρτάται από την ποσότητα που πωλείται σε κάθε πελάτη, ενώ οι διαφορές τιμών κατά τις υπό εξέταση περιόδους μεταξύ μιας και μοναδικής αγοράς μικρής ποσότητας και της αγοράς μιας μεγάλης ποσότητας σπάνια υπερέβησαν το 3 %· οι εκπτώσεις δε αυτές συμφωνούνταν με τους ίδιους σχεδόν όρους ( 164 ).
324.
Στην απόφαση της Επιτροπής αναφέρεται ότι η διαφοροποίηση των τιμών του λευκασμένου θειικού χαρτοπολτού ήταν καθ' όλα δυνατή. Για παράδειγμα, στην απόφαση παρατίθενται οι διαφορές μεταξύ του δευτέρου τριμήνου του 1977 και του δευτέρου τριμήνου του 1979, κατά τα οποία οι επιχειρήσεις έπρεπε να μην τιμολογήσουν τις εναρμονισμένες τιμές τους, οι οποίες είχαν αποδειχθεί ότι δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα ( 165 ). Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στην πρακτική δύο εταιριών, της Domtar και της Bowater, για να αποδείξει ότι οι τιμές συναλλαγών τους απέκλιναν, σε ορισμένες περιόδους, από τις τιμές των ανταγωνιστών τους.
325.
Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην απόφαση της Επιτροπής, από τις αυξομειώσεις των μεριδίων αγοράς που ήλεγχαν οι επιχειρήσεις κατά την περίοδο 1975-1981 δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική. Οι αυξομειώσεις αυτές ήσαν πολύ λιγότερο έντονες όταν οι επιχειρήσεις τιμολογούσαν ομοιόμορφες τιμές απ' ό,τι σε άλλες περιόδους.
326.
Τέλος, τονίζεται με την απόφαση ότι το επίπεδο των ανακοινωθεισών τιμών το 1976, το 1977 και το 1981 ήταν τεχνητό και διέφερε πολύ από το επίπεδο που θα μπορούσε να προσδοκάται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, αν δεν υπήρχαν περιορισμοί του ανταγωνισμού, θα ήταν αδιανόητο να παραμείνει αμετάβλητη μεταξύ του πρώτου τριμήνου του 1975 και του τρίτου τριμήνου του 1977η ενιαία τιμή των 415 δολαρίων ΗΠΑ που είχε ανακοινωθεί για τη βόρεια μαλακή ξυλεία. Οι ανακοινωθείσες τιμές για το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του 1977 υπερέβαιναν ενίοτε κατά 100 δολάρια την τιμή πωλήσεως που μπορούσε να επιτευχθεί εντός της αγοράς. Ομοίως, η ταχεία πτώση το)ν πραγματικών τιμών πωλήσεως το 1977 (κατά 25 %) και το 1982 (κατά 20 %) αποδεικνύει ότι οι τιμές πωλήσεως υπερέβαιναν, επί ένα αρκετά σημαντικό χρονικό διάστημα, τις τιμές που θα μπορούσαν να επιτευχθούν υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού. Οι εν λόγω μειώσεις τιμών ήσαν, κατά την απόφαση, το αποτέλεσμα της δράσεως των δυνάμεων της αγοράς, οι οποίες υποχρέωσαν τις επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν την εναρμόνιση. Είναι βέβαιο ότι η στασιμότητα ή η ελαφρά μείωση της καταναλώσεως το 1977 και το 1982 δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν τέτοια πτώση τιμών, αν οι τιμές του 1976 και του 1981 ανταποκρίνονταν στην τιμή ισορροπίας της αγοράς υπό συνθήκες ανταγωνισμού. Επιπλέον, το 1975 οι επιχειρήσεις αντιμετώπισαν πτώση της καταναλώσεως μεγαλύτερη από 15 % και μείωση των εισαγωγών κατά 30 % περίπου, χωρίς να προκληθεί μείωση των τιμών. Η μακράς διάρκειας απεργία στον Καναδά το 1975 και το σουηδικό πρόγραμμα κινήτρων για αποθεματοποίηση δεν αποτέλεσαν παράγοντες ικανούς να αντισταθμίσουν τη γενική μείωση της ζητήσεως. Πράγματι, παρά το πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων στη Σουηδία, το ποσοστό χρησιμοποιήσεως της παραγωγικής ικανότητας των σουηδικών επιχειρήσεων είχε μειωθεί κατά 10-15 %, ενώ η μείωση του ποσοστού αυτού ήταν 15 % περίπου για τις φινλανδικές επιχειρήσεις και μέχρι 20 % για τις αμερικανικές.
327.
Αυτή είναι η άποψη της Επιτροπή, η οποία την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η παράλληλη συμπεριφορά είναι ανεξήγητη, αν δεν υπήρξε εναρμονισμένη πρακτική.
328.
Κατά της αναλύσεως αυτής οι προσφεύγουσες ανέπτυξαν πληθώρα επιχειρημάτων, τα οποία εκτίθενται σαφέστατα στην έκθεση ακροατηρίου. Κατά την εξέταση της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν συναφώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι διάδικοι θα παραπέμπω συνεπώς στην έκθεση ακροατηρίου. Θα ήθελα απλώς να αναφέρω ότι οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την ορθότητα των συμπερασμάτων της Επιτροπής καθ υποστηρίζουν ότι η συμπεριφορά τους σε σχέση με τις ανακοινωθείσες τιμές αποτελούσε την απόρροια των αποφάσεων που ελάμβαναν ανεξάρτητα σχετικά με την ευθυγράμμιση τους προς τις τιμές που ανακοίνωναν οι ανταγωνιστές τους, τις οποίες γνώριζαν λόγω της φυσιολογικής διαφάνειας της αγοράς, και ότι κάθε επιχείρηση καθόριζε αυτοτελώς την πολιτική τιμών της με βάση ορθολογικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της, η οποία περιγράφεται συχνά από τις προσφεύγουσες λεπτομερέστατα.
329.
Θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι οι περισσότερες από τις προσφεύγουσες υποστηρίζουν, τουλάχιστον για τις περιόδους για τις οποίες ομολογούν ότι οι ανακοινωθείσες τιμές ήσαν ίδιες, ότι το φαινόμενο αυτό εξηγείται κυρίως από την ομοιογένεια του προϊόντος και τη διαφάνεια της αγοράς. Ο παραγωγός δεν έχει κανένα συμφέρον να ανακοινώνει μεγαλύτερες τιμές απ' ό,τι οι ανταγωνιστές του, αφού κινδυνεύει να χάσει πελατεία, πράγμα που συνέβη π.χ. με τις σουηδικές και φινλανδικές επιχειρήσεις το 1975. Ορισμένες από τις προσφεύγουσες αναφέρουν ότι οι παραγωγοί δεν έχουν συμφέρον να ανακοινώνουν ούτε χαμηλότερες τιμές, αφού οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούν απλώς ανώτατο όριο κατά τη διαπραγμάτευση των πραγματικών τιμών συναλλαγής με κάθε πελάτη χωριστά. Οι προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις τονίζουν επίσης ότι τη μείωση τιμών της Finncell θα ακολουθούσαν οι ανταγωνιστές τους, ενώ θα υφίσταντο οι ίδιες μείωση πωλήσεων, αν οι τιμές τους ήσαν υψηλότερες απ' ό,τι των ανταγωνιστών τους αυτών.
330.
Εξάλλου πρέπει να αναφερθεί ότι οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι ορισμένοι όμιλοι ανταγωνιστών τους κατείχαν κυρίαρχη θέση στην αγορά, αλλά καμία από αυτές δεν δέχεται ότι ανήκε σε όμιλο επιχειρήσεων αρκετά ισχυρό για να διαδραματίσει τον ρόλο αυτό. Επ' αυτού οι προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι, κατόπιν των απωλειών που υπέστησαν το 1975, όταν ανακοίνωσαν υψηλότερες τιμές απ' ό,τι οι ανταγωνιστές τους, αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν το επόμενο έτος και μέχρι τις αρχές του 1977 ( 166 ) προς τις τιμές που ζητούσαν εν γένει οι ανταγωνιστές τους, τονίζουν δε την ισχύ των βορειοαμερικανικών επιχειρήσεων, των οποίων τη συμπεριφορά ως προς τις τιμές δεν μπορούσαν να αγνοήσουν, αν ήθελαν να αποφύγουν να υποστούν νέες απώλειες πελατείας. Τα μέλη της ΚΕΑ ισχυρίζονται ότι η «συνιστώμενη τιμή ΚΕΑ» καθοριζόταν εν γένει μετά την ανακοίνωση των τιμών των σουηδικών, φινλανδικών και καναδικών επιχειρήσεων. Η IPS παρατηρεί ότι κατά τα περισσότερα τρίμηνα οι Σκανδιναβοί παραγωγοί ήσαν οι πρώτοι που ανακοίνωναν τις τιμές τους. Η Bowater και η St Anne υποστηρίζουν ότι πάντοτε ακολουθούσαν τους άλλους παραγωγούς και ότι ήσαν εν γένει οι τελευταίες που ανακοίνωναν τις τιμές τους. Η St Anne αναφέρει ότι, όταν ανακοίνωνε τις ίδιες τιμές με τους ανταγωνιστές της, επρόκειτο για εκούσια ευθυγράμμιση των τιμών της προς τις τιμές της ΚΕΑ και της Finncell, οι οποίες αποτελούσαν τις κυρίαρχες επιχειρήσεις. Τέλος, οι πέντε παραγωγοί της Βρετανικής Κολομβίας ισχυρίζονται επίσης ότι ευθυγράμμιζαν απλώς τις τιμές τους προς τις τιμές άλλων παραγωγών και ότι πάντοτε ανέμεναν τις ανακοινώσεις των σκανδιναβικών επιχειρήσεων, των μελών της ΚΕΑ ή των άλλων αμερικανικών επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις αυτές τονίζουν ότι οι σκανδιναβικές επιχειρήσεις αποτελούν τις φυσιολογικά κυρίαρχες επιχειρήσεις εντός της αγοράς και ότι η απόφαση της Επιτροπής περιέχει συγκεκριμένη απόδειξη της υπάρξεως μιας εξαγωγικής ενώσεως (της ΚΕΑ), ενός κοινού πρακτορείου πωλήσεων (της Finncell) και συζητήσεων επί των τιμών που διεξήχθησαν υπό την αιγίδα του Bristol Club. Οι ομαδοποιήσεις αυτές, στις οποίες οι ίδιες ουδέποτε μετέσχον, ελέγχουν ένα σημαντικό τμήμα της κοινοτικής αγοράς.
331.
Προς στήριξη της απόψεως τους, ορισμένες προσφεύγουσες προσκόμισαν, είτε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας είτε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, τις γνωμοδοτήσεις ορισμένων φημισμένων οικονομολόγων, των καθηγητών Budd, Hart, Jacquemin, Phlips και Von Weiszäcker.
332.
Θα ήθελα εδώ να αναφέρω απλώς ότι ορισμένες από τις γνωμοδοτήσεις αυτές επικέντρωσαν την ανάλυση τους στη συμπεριφορά ορισμένων κυρίως από τους αποδέκτες — η έκθεση π.χ. του καθηγητή Budd ασχολήθηκε κυρίως με τη Bowater και οι εκθέσεις των καθηγητών Hart και Von Weiszäcker με τα μέλη της ΚΕΑ — για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι από τη συμπεριφορά αυτή δεν συναγόταν η συμμετοχή των αποδεκτών αυτών σε εναρμονισμένη πρακτική με άλλους παραγωγούς. Η ανάλυση των καθηγητών Jacquemin και Phlips καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διάρθρωση των τιμών χαρτοπολτού μπορεί να εξηγηθεί, ενόψει των χαρακτηριστικών της εν λόγω αγοράς, χωρίς να χρειάζεται να γίνει δεκτή η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής.
333.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή εξετάζει και κρίνει τις διάφορες αυτές γνωμοδοτήσεις, των οποίων τα πορίσματα απορρίπτει κατηγορηματικά. Κατόπιν αυτού, κατά το τέλος της έγγραφης διαδικασίας, το Δικαστήριο βρέθηκε ενώπιον μιας εκτενούς επιχειρηματολογίας οικονομικής φύσεως, η οποία αναφέρεται ενίοτε σε θεωρητικές κατασκευές που, μολονότι οι οικονομολόγοι είναι αναμφίβολα εξοικειωμένοι με αυτές, εντούτοις είναι, για μένα τουλάχιστον, προδήλως περίπλοκες (θα ήθελα π.χ. να αναφέρω εδώ την ισορροπία «Cournot-Nash», η οποία χαρακτήριζε, κατά τον καθηγητή Phlips, την αγορά χαρτοπολτού). Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο αποφάσισε να διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, η οποία ανατέθηκε, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων, στους Cockram και Fishwick.
1.3.2. Η πραγματογνωμοσύνη που διατάχθηκε από το Δικαστήριο
334.
Το βασικό πόρισμα των πραγματογνωμόνων ήταν το εξής: η ομοιομορφία των τιμών εξηγείται από τη φυσιολογική λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς χαρτοπολτού. Οι πραγματογνώμονες ανέφεραν ότι από ορισμένες απόψεις αυτή η ομοιομορφία τιμών θα ήταν μάλιστα ασυμβίβαστη με τη λειτουργία μιας συμπράξεως. Οι πραγματογνώμονες διευκρίνισαν πάντως ότι τούτο δεν αποδείκνυε αυτόματα τη μη ύπαρξη εναρμονίσεως.
335.
Η Επιτροπή αμφισβήτησε τα πορίσματα της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, τόσο με τις παρατηρήσεις που ανέπτυξε επί της εκθέσεως αυτής — στις οποίες επισυ-νήψε μια γνωμοδότηση του καθηγητή Neumann, επί της οποίας στηρίζεται — όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, και ζήτησε από το Δικαστήριο να μη δεχθεί τα πορίσματα αυτά.
336.
Στο σημείο αυτό πρέπει να εξετάσουμε την αντιπαράθεση αυτή, θα προσπαθήσω δε να επικεντρώσω την ανάλυση μου στα στοιχεία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης που επέκρινε με μεγαλύτερη δριμύτητα η Επιτροπή.
α) Η συλλογιστική της Επιτροπής παρουσιάζεται υπεραπλουστευμένη στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
337.
Η Επιτροπή επικρίνει καταρχάς την έκθεση πραγματογνωμοσύνης για το ότι στηρίζεται σε υπεραπλούστευση της συλλογιστικής που ακολουθείται με την απόφαση, υπεραπλούστευση που οδηγεί σε πλάνη. Οι πραγματογνώμονες, οι οποίοι υποστήριξαν ότι το συμπέρασμα της Επιτροπής «στηρίχθηκε κυρίως, αλλ' όχι πλήρως, στην έμμεση απόδειξη, την οποία αποτελούν οι κατά τα φαινόμενα παρεμφερείς τιμές», δεν έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται σε «δυναμική» προσέγγιση της εξελίξεως των τιμών. Ο τρόπος ανακοινώσεως των τιμών που συνέπιπταν και κυρίως η ταυτόχρονη ή σχεδόν ταυτόχρονη πραγματοποίηση των ανακοινώσεων, η πλήρης ανυπαρξία άλλης ανακοινωθείσας τιμής και το γεγονός ότι οι ανακοινωθείσες τιμές εξακολούθησαν να εφαρμόζονται από τις προσφεύγουσες στις συναλλαγές που πραγματοποιούνταν κατά τη διάρκεια των τριών επομένων μηνών, παρά την ύπαρξη διαφορών μεταξύ των οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες έπρεπε να διαμορφώνονται οι πολιτικές τιμών των διαφόρων παραγωγών, ήσαν στοιχεία τα οποία, σε συνδυασμό με την ομοιομορφία των ίδιων των τιμών, θεωρήθηκαν ως απόδειξη της εναρμονισμένης πρακτικής. Αντίθετα, τα κριτήρια που χρησιμοποίησαν οι πραγματογνώμονες ήσαν κατ' ουσία στατικά, καθόσον δεν έλαβαν υπόψη τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονταν οι «τιμές ισορροπίας» εντός της αγοράς χαρτοπολτού.
338.
Επ' αυτού θα ήθελα να διατυπώσω τρεις παρατηρήσεις.
339.
Όσον αφορά το έργο που ανατέθηκε στους πραγματογνώμονες, η δεύτερη ερώτηση που τους έθεσε το Δικαστήριο ήταν η εξής: «(...) ενόψει των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της αγοράς χαρτοπολτού, οδηγεί κατ' ανάγκη ή μπορεί να οδηγήσει η φυσιολογική λειτουργία της αγοράς αυτής (και για ποιους λόγους) στη διαμόρφωση ομοιόμορφων τιμών;». Είναι προφανές ότι η ερώτηση αυτή δεν αφορούσε ειδικά τις περιστάσεις της εξελίξεως των τιμών, τις οποίες τονίζει η Επιτροπή. Όταν όμως το Δικαστήριο ανακοίνωσε στην καθής το σχέδιο της ερωτήσεως αυτής, η οποία είχε ακριβώς την lòia διατύπωση ( 167 ), η καθής απάντησε, με έγγραφο της 31ης Αυγούστου 1990, ότι ήταν σύμφωνη με το σχέδιο αυτό.
340.
Δεύτερον, το Δικαστήριο θα διαπιστώσει ότι ορισμένα από τα ζητήματα που δεν εξέτασαν οι πραγματογνώμονες — κακώς πατά την Επιτροπή — αφορούν στην πραγματικότητα τις περιστάσεις υπό τις οποίες ανακοινώνονταν οι τιμές, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι οι ανακοινώσεις πραγματοποιούνταν ταυτόχρονα. Ανωτέρω εξετάστηκε ήδη λεπτομερώς η άποψη της καθής επ' αυτού.
341.
Τέλος, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ζήτησα από τους πραγματογνώμονες να διευκρινίσουν αν η έννοια «τιμή ισορροπίας» αφορά τις ανακοινωθείσες τιμές ή μόνο τις τιμές συναλλαγών. Πράγματι, η άποψη πολλών προσφευγουσών είναι ότι οι τιμές συναλλαγών και μόνο αντανακλούν την ισορροπία μεταξύ αγοράς και ζητήσεως, καθόσον οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούν απλώς ανώτατες τιμές. Ο Fishwick ανέφερε ότι η ανακοινωθείσα τιμή αποτελούσε ανώτατη τιμή, ενώ οι τιμές συναλλαγών αποτελούσαν μάλλον την «τιμή ισορροπίας». Ανέφερα ήδη ότι η Επιτροπή, για να αποδείξει ότι το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούσαν ανώτατη τιμή «στερείται προφανώς ερείσματος», ανέφερε ότι για ένα τρίμηνο (από τα 28 που αφορά η απόφαση) ορισμένες αμερικανικές επιχειρήσεις είχαν τιμολογήσει υψηλότερη τιμή από την τιμή που είχαν ανακοινώσει. Συναφώς κατέστησα σαφές ότι η καθής συνήγε από μια περίπτωση που αποτελούσε — όπως διαπίστωσε η ίδια — εξαίρεση πολύ συζητήσιμες κατά τη γνώμη μου συνέπειες, ενώ οι ίδιοι οι αγοραστές πολτού ανέφεραν ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούσαν ανώτατα όρια
β) Η οικονομική μορφή λειτουργίας της αγοράς κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης
342.
Η Επιτροπή υποστηρίζει στη συνέχεια ότι οι πραγματογνώμονες θεώρησαν άλλοτε μεν ότι η αγορά λειτουργούσε υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, άλλοτε δε υπό καθαρά μονοπωλιακές συνθήκες. Καμία όμως από τις οικονομικές αυτές μορφές δεν απαντά στην αγορά χαρτοπολτού και, εν πάση περιπτώσει, η ταυτόχρονη επίκληση τους είναι παράλογη.
343.
Όσον αφορά καταρχάς την ύπαρξη πλήρους ανταγωνισμού, πρέπει να τονιστεί ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ρητά στην ύπαρξη αυτής της οικονομικής μορφής, ενώ η καθής έχει τονίσει τα χαρακτηριστικά της αγοράς χαρτοπολτού που αποκλίνουν από την οικονομική αυτή μορφή λειτουργίας της αγοράς, υπογραμμίζοντας εξάλλου ότι η σχέση μεταξύ του μέσου κόστους των επιχειρήσεων και των τιμών που επικρατούν στην αγορά χαρτοπολτού αποδεικνύουν επίσης ότι εν προκειμένω δεν απαντά η κλασσική αυτή οικονομική μορφή ( 168 ).
344.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο Fishwick ανέφερε ότι χρησιμοποίησε την έννοια «τέλεια αγορά» και ότι ουδέποτε υποστήριξε, με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι η δομή της αγοράς χαρτοπολτού είναι παραπλήσια των συνθηκών «πλήρους ανταγωνισμού», αναγκαία προϋπόθεση του οποίου είναι η εξατομικευμένη διάρθρωση της προσφοράς. Ο ορισμός της «τέλειας αγοράς» παρατίθεται στη σελίδα 5 της εκθέσεως: πρόκειται για την αγορά στην οποία οι πελάτες είναι πλήρως ενημερωμένοι για τις τιμές και τις ποιότητες των διαθέσιμων αγαθών και είναι διατεθειμένοι και ελεύθεροι να υποκαθιστούν ένα προϊόν σε ένα άλλο. Εντός της αγοράς που εμφανίζει τα χαρακτηριστικά αυτά τα ομοειδή προϊόντα πωλούνται στην ίδια τιμή. Η ζήτηση των προϊόντων οποιασδήποτε επιχειρήσεως είναι πάρα πολύ ελαστική και δεν επηρεάζεται από τη διάρθρωση της προσφοράς. Από την άποψη αυτή, οι αγοραστές εντός της αγοράς χαρτοπολτού εξαρτώνται βραχυπρόθεσμα από λίγους παραγωγούς συγκεκριμένου είδους χαρτοπολτού και καταβάλλουν για τον χαρτοπολτό αυτό παρεμφερείς τιμές. Οι αναφορές στον πλήρη ανταγωνισμό, οι οποίες περιέχονται στις σελίδες 7 και 8 της εκθέσεως, αποτελούν τη θεωρητική απάντηση στις παρατηρήσεις που διατυπώνει η Επιτροπή στα σημεία 84, 90 και 93 της αποφάσεως, όπου υποστηρίζει ότι οι διαφορές κόστους μεταξύ πολλών επιχειρήσεων έπρεπε να οδηγήσουν στη διαμόρφωση διαφορετικών τιμών ( 169 ) Οι πραγματογνώμονες δηλαδή ήθελαν να αποδείξουν ότι, ακόμη και υπό συνθήκες «ατομικιστικής» προσφοράς, δηλαδή υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, οι τιμές θα ήσαν ομοιόμορφες, ανεξάρτητα από τις διαφορές κόστους.
345.
Δεν μπορώ παρά να λάβω υπόιμη μου τις διευκρινίσεις αυτές, καθόσον διαπιστώνω ότι στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι «εντός μιας τέλειας αγοράς επικρατούν ομοιόμορφες τιμές, ανεξάρτητα από τη διάρθρωση της προσφοράς εντός της αγοράς αυτής. Εφόσον οι αγοραστές έχουν επίγνωση της ομοιογένειας του προϊόντος και εφόσον είναι ελεύθεροι να αλλάζουν προμηθευτή, δεν έχει καμία σημασία αν ο αριθμός των προμηθευτών είναι πολύ χαμηλός ή πολύ υψηλός. Τα όμοια προϊόντα πρέπει να πωλούνται στην (δια τιμή» ( 170 ). θα ήθελα πάντως να τονίσο) ότι σε ένα τουλάχιστον άλλο χωρίο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι εντός της αγοράς χαρτοπολτού υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ πολλών ανταγωνιστών ( 171 ).
346.
Η δεύτερη επίκριση που διατυπώνει η Επιτροπή σε σχέση με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης αφορά, κατά τη γνώμη μου, ένα κεντρικό ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης, το πόρισμα της οποίας ήταν ότι εντός της αγοράς χαρτοπολτού εμφανίζονταν βραχυπρόθεσμα ολιγοπωλιακές καταστάσεις.
347.
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπομνηστεί η ανάλυση στην οποία προέβησαν οι πραγματογνώμονες. Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι, αν η ελαστικότητα της συνολικής ζητήσεως σε συνάρτηση προς την τιμή είναι χαμηλή, η ελαστικότητα σε συνάρτηση με την τιμή είναι, όταν μεταβάλλονται οι τιμές ενός συγκεκριμένου προμη θευτή, μεγάλη, εφόσον οι άλλοι παραγωγοί υποκατάστατων προϊόντων δεν μεταβάλλουν τις τιμές τους. Κάθε χαρτοβιομήχανος παρακολουθεί πολύ προσεκτικά το κόστος του χαρτοπολτού του σε σχέση με το κόστος του χαρτοπολτού που χρησιμοποιούν οι ανταγωνιστές του, αφού ο χαρτοπολτός αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο του κόστους του. Υπάρχουν όμως δύο παράγοντες που μειώνουν την ελαστικότητα αυτή: τα προϊόντα δεν είναι αμοιβαίως πλήρως υποκατάστατα και οι σχέσεις που έχουν συναφθεί μεταξύ παραγωγών και αγοραστών είναι σταθερές.
348.
Κατά τους πραγματογνώμονες, οι χαρτοπολτοί από σκληρή ξυλεία είναι γενικά αμοιβαίως υποκατάστατοι, ενώ οι χαρτοπολτοί από βόρεια μαλακή ξυλεία είναι αμοιβαίως υποκαταστατοί κατά 75 % και οι πολτοί από νότια μαλακή ξυλεία είναι αμοιβαίως υποκαταστατοί σε ποσοστό 95 %. Για ορισμένα είδη χαρτιού οι πολτοί από νότια μαλακή ξυλεία μπορούν να υποκατασταθούν στους πολτούς από βόρεια μαλακή ξυλεία, αλλά η δυνατότητα αυτή υποκαταστάσεως χρησιμοποιείται μόνο σε περιόδους υφέσεως της αγοράς, καθόσον η νότια ξυλεία είναι χαμηλότερης ποιότητας και έχει ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της διαδικασίας παραγωγής χαρτιού. Για να υπάρχει μόνιμα δυνατότητα υποκαταστάσεως, πρέπει να υπάρχουν ειδικές εγκαταστάσεις, προϋπόθεση για τις οποίες είναι η πώληση της νότιας μαλακής ξυλείας σε χαμηλότερη τιμή.
349.
Το χαρτί παράγεται από μίγμα διαφόρων ειδών χαρτοπολτών. Κάθε παραγωγός χαρτιού χρειάζεται ένα ειδικό μίγμα πολτών και αναζητεί προμηθευτές που να είναι αξιόπιστοι όσον αφορά τις παραδόσεις και την ποιότητα. Κατά συνέπεια, μολονότι ο αριθμός προμηθευτών και αγοραστών είναι σημαντικός, για κάθε κατηγορία χαρτοπολτού εντός της οποίας τα προϊόντα είναι αμοιβαίως υποκατάστατα είναι πιθανό να υπάρχουν λίγοι μόνο προμηθευτές, ενώ λίγοι μόνο αγοραστές να αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό των συνολικών πωλήσεων. Οι πραγματογνώμονες χαρακτήρισαν την κατάσταση αυτή ως «ολιγοπώλιοολιγοψώνιο»: λίγοι πωλητές για λίγους αγοραστές.
350.
Λόγω της αλληλεξαρτήσεως παραγωγών πολτού και παραγωγών χαρτιού, έχουν παγιωθεί μακροπρόθεσμες σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές παρέχουν αμοιβαίως πλεονεκτήματα στους παραγωγούς πολτού και στους πελάτες τους, καθόσον παρέχουν βεβαιότητα τόσο για τη ζήτηση όσο και για την προσφορά. Ο κυκλικός χαρακτήρας της αγοράς επέτεινε το φαινόμενο αυτό: η ύπαρξη πιστής πελατείας, όταν η αγορά εμφανίζει ύφεση, αντισταθμίζει την υπερβολική προσφορά, όταν η αγορά εμφανίζει ιδιαίτερη δραστηριότητα. Η τριμηνιαία κοινοποίηση των τιμών στους αγοραστές για κάθε τρίμηνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος αυτού.
351.
Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι από την ανάλυση αυτή συνάγονται κατ' ανάγκη ορισμένα συμπεράσματα σχετικά με την ελαστικότητα των τιμών, την οποία χαρακτηρίζουν ως την πιο περίπλοκη πλευρά της υποθέσεως. Βραχυπρόθεσμα, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ αγοραστών και προμηθευτών επιτείνουν πιθανώς την ύπαρξη ολιγο-πωλίου-ολιγοψωνίου για συγκεκριμένη ποιότητα χαρτοπολτού. Για τον λόγο ακριβώς αυτό, οι στρατηγικές τιμών πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αλληλεξάρτηση των παραγωγών. Συνεπώς, κάθε επιχείρηση που μειώνει τις τιμές της πρέπει να προσδοκά τη μείωση των τιμών των ανταγωνιστών της. Η πελατεία τους απαιτεί πιθανώς την παράλληλη μείωση της τιμής, καθόσον η άλλη εναλλακτική λύση συνίσταται στην αλλαγή προμηθευτή. Καμία συνεπώς επιχείρηση δεν επιθυμεί βραχυπρόθεσμα να εμπλακεί σε πόλεμο τιμών, εφόσον το αποτέλεσμα του πολέμου αυτού θα ήταν η μείωση των τιμών εντός της αγοράς, εντός της οποίας η συνολική ζήτηση θεωρείται ανελαστική. Αντίστροφα, καμία επιχείρηση δεν αυξάνει τις τιμές της, αν δεν είναι βέβαιη ότι θα την ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές της, πράγμα που οι ανταγωνιστές της θα πράξουν, μόνο εφόσον δεν έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών τους σε βάρος της επιχειρήσεως που προέβη πρώτη σε αύξηση τιμών.
352.
Κατά συνέπεια, οι τιμές τείνουν βραχυπρόθεσμα να παραμείνουν στατικές εντός μιας υποτονικής αγοράς, καθόσον κάθε προμηθευτής συγκεκριμένου είδους χαρτοπολτού γνωρίζει ότι οποιαδήποτε μείωση τιμής θα υιοθετηθεί από άλλους παραγωγούς του ίδιου προϊόντος. Υπό συνθήκες συγκυριακού ολιγοπωλίου, οι τιμές υφίστανται βραδεία μείωση, όταν η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση, και η ακαμψία αυτή επιτείνεται από τη διαφάνεια της αγοράς, καθόσον κάθε προμηθευτής έχει επίγνωση του γεγονότος ότι οι ανταγωνιστές του ευθυγραμμίζονται ταχέως προς κάθε μεταβολή τιμής. Όταν η αγορά εμφανίζει ιδιαίτερη δραστηριότητα και η προσφορά είναι χαμηλή, η διαφάνεια διευκολύνει την αύξηση τιμών, αφού οι αντιδράσεις των ανταγωνιστών γίνονται ταχέως γνωστές. Προς τούτο είναι άχρηστη η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές.
353.
Κατά τους πραγματογνώμονες πάντως, τα βραχυπρόθεσμα ολιγοπωλιακά φαινόμενα περιορίστηκαν από τη μακροπρόθεσμη δυνατότητα υποκαταστάσεως των προϊόντων.
354.
Πρώτον, οι μακροπρόθεσμες εμπορικές σχέσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ομοιομορφία των τιμών. Η δυνατότητα αυξήσεως των τιμών δεν εξαρτάται απλώς από τον βαθμό στον οποίο οι άλλοι προμηθευτές της ίδιας ποιότητας χαρτοπολτού είναι διατεθειμένοι να ακολουθήσουν την αύξηση των τιμών, αλλά και από τις παράλληλες αυξήσεις τιμών άλλων πολτών, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση μεταβολής του μίγματος ή της διαδικασίας παραγωγής. Ο αριθμός όμως των δυνητικών προμηθευτών υπερβαίνει κατά πολύ (όχι όμως βραχυπρόθεσμα) τον αριθμό των προμηθευτών που παραδίδουν κατά κανόνα συγκεκριμένα ποσότητα χαρτοπολτού σε κάθε χαρτοβιομηχανία. Δεύτερον, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70 και τις αρχές της δεκαετίας του '80 υπήρχε δυνατότητα ανταγωνισμού από παραγωγούς ξυλείας του Νότου των Ηνωμένων Πολιτειών και των τροπικών χωρών, και συγκεκριμένα ευκαλύπτου Βραζιλίας. Η χρήση ανακυκλωμένου χαρτιού αποτελούσε έναν άλλο παράγοντα περιορισμού των αυξήσεων τιμών. Τα μακροπρόθεσμα αυτά στοιχεία περιόρισαν την αύξηση των τιμών, την οποία θα είχε κανονικά ως αποτέλεσμα η ύπαρξη μεγάλης ζητήσεως υπό συνθήκες ολιγοπωλίου.
355.
Η Επιτροπή αμφισβήτησε καταρχήν την ορθότητα της αναλύσεως των πραγματογνωμόνων. Η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν επιτρέπεται να απομονωθούν οι σχέσεις μεταξύ ορισμένων από όσους δρουν στην αγορά, προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι σχέσεις αυτές αποτελούν ολιγοπώλιο, αλλ' ότι επιβάλλεται η συνολική εξέταση ολόκληρης της αγοράς. Επ' αυτού ο Fishwick ανέφερε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι, λόγω των σχέσεων μεταξύ πωλητών και αγοραστών, στη θεωρία αυτή έπρεπε να επέλθουν ορισμένες προσαρμογές, ενόψει μιας καταστάσεως την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει ως ανώμαλη, αλλ' ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν τίθεται ζήτημα κύρους των θεωρητικών αυτών αρχών.
356.
Δεν νομίζω ότι θα αρνησιδικήσω, αν κρίνω ότι δεν είμαι σε θέση να αποφανθώ επί της θεωρητικής κρισιμότητας μιας αναλύσεως η οποία προβαίνει σε διάκριση μεταξύ διαφόρων βραχυπροθέσμων «μικρών ολιγοπωλίων» εντός μιας αγοράς. Μπορεί τουλάχιστον να εξακριβωθεί αν οι σχέσεις μεταξύ αγοραστών και πωλητών είχαν τη μορφή που περιέγραψαν οι πραγματογνώμονες; Επ' αυτού η Επιτροπή τονίζει ότι ορισμένες από τις προσφεύγουσες — καθώς και ορισμένοι οικονομολόγοι, των οποίων τις γνωμοδοτήσεις προσκόμισαν — υπογράμμισαν οι ίδιες ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός ανταγωνιστών και ότι οι πωλήσεις ήσαν διεσπαρμένες εντός της αγοράς.
357.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο Fishwick θεώρησε ότι κάθε αγοραστής απευθυνόταν σε δύο ή τρεις πωλητές για κάθε συγκεκριμένη ποιότητα χαρτοπολτού. Επιπλέον, ο Fishwick διευκρίνισε, αναφέροντας ως παράδειγμα την περίπτωση των Καναδών παραγωγών κατά το πρώτο τρίμηνο του 1977, ότι, ενώ κάθε επιχείρηση πωλούσε σε πολλούς πελάτες, τη συντριπτική πλειονότητα των πωλήσεων αντιπροσώπευαν λίγοι μόνο πελάτες.
358.
Έχω ήδη τονίσει ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να αμφισβητεί ότι ο αριθμός των σημαντικών πελατών ήταν σχετικά μικρός. Θα ήθελα πάντως να αναφέρω ότι, αν η μορφή των σχέσεων μεταξύ αγοραστών και πωλητών την οποία περιέγραψαν οι πραγματογνώμονες ήταν η μορφή σχέσεων που είχε διαμορφωθεί εντός της αγοράς χαρτοπολτού, νομίζω ότι δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί σταθερή, ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν τόνισαν την ύπαρξη των φαινομένων που διαπίστωσαν οι πραγματογνώμονες. Όπως τονίζει η Επιτροπή, ορισμένες από τις προσφεύγουσες ενέμειναν, αντίθετα, επί του μεγάλου αριθμού αγοραστών και πωλητών. Μολονότι η ανάλυση των πραγματογνωμόνων αφορά τις βραχυπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ πωλητών και αγοραστών σχετικά με συγκεκριμένη κατηγορία πολτού, εντούτοις στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τονίζεται ότι «η αντίληψη που έχει ο προμηθευτής για την ελαστικότητα σε συνάρτηση με την τιμή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από οποιοδήποτε αντικειμενικό μέτρο, αφού η αντίληψη ακριβώς αυτή διαμόρφωσε την πολιτική καθορισμού των τιμών». Με άλλα λόγια, εφόσον υποτεθεί ότι για συγκεκριμένη κατηγορία πολτού υπήρχαν λίγοι αγοραστές και λίγοι πωλητές, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, και ότι η κατάσταση αυτή δημιούργησε αλληλεξάρτηση μεταξύ των εν λόγω παραγωγών, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το φαινόμενο αυτό δεν τονίστηκε από όλους τους παραγωγούς, μολονότι, κατά τους πραγματογνώμονες, διαμόρφωσε την πολιτική καθορισμού των τιμών. Όσον αφορά την αλληλεξάρτηση, πρέπει πάντως να παρατεθεί η επιχειρηματολογία της Finncell, η οποία τόνισε ρητά ότι «οποιαδήποτε μεγάλη απόκλιση σημαντικού παραγωγού από τις εν γένει κρατούσες τιμές έχει ως αποτέλεσμα είτε να υποχρεώσει τους ανταγωνιστές του να ευθυγραμμιστούν προς την τιμή τον είτε να μη γίνει δεκτή η νέα τιμή του από την πελατεία» ( 172 ). Η Επιτροπή φαίνεται να αναγνωρίζει ότι, αν ληφθεί υπόψη το μερίδιο αγοράς της Finncell, ήταν φυσικό να αντιδρούν οι ανταγωνιστές της στη μείωση των τιμών της. Αντίθετα, κατά την καθής, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις ανεξάρτητες αμερικανικές και καναδικές επιχειρήσεις, η μείωση των τιμών των οποίων θα είχε μικρότερες πιθανότητες να προκαλέσει τη μείωση των τιμών των ανταγωνιστών τους, ενόψει του ότι το μερίδιο αγοράς των ανωτέρω επιχειρήσεων ήταν πολύ μικρότερο.
359.
Εξάλλου, θα ήθελα να τονίσω ότι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ζητήθηκε από τους πραγματογνώμονες να διευκρινίσουν πώς συμβιβάζεται ο ισχυρισμός τους ότι η διαφάνεια της αγοράς εξηγεί, σε περίοδο ανακάμψεως, την ύπαρξη μη εναρμονισμένης παράλληλης εξελίξεως των τιμών αφενός με την υπενθύμιση της αρχής αφετέρου ότι, όπως αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι τιμές που επικρατούν εντός ολιγοπωλιακής αγοράς χαρακτηρίζονται από αδράνεια προς τα άνω.
360.
Επ' αυτού ο Fishwick ανέφερε ότι οι αυξήσεις του 1979 και του 1980 βρήκαν μιμητές, επειδή το επίπεδο αποθεμάτων ήταν χαμηλό και ο βαθμός χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής υψηλός. Οι επιχειρήσεις μπορούσαν συνεπώς να αυξήσουν τις τιμές τους, γνωρίζοντας ότι δεν θα έχαναν μερίδια αγοράς, αφού οι ανταγωνιστές τους δεν διέθεταν ανεκμετάλλευτες ικανότητες παραγωγής και επομένως θα ακολουθούσαν την επιχείρηση που θα προέβαινε πρώτη σε αύξηση των τιμών. Ο Fishwick ανέφερε επιπλέον ότι από τον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 6 δεν προκύπτει η ύπαρξη κυρίαρχης επιχειρήσεως ως προς τις τιμές κατά την περίοδο 1978-1980. Σε κάθε τρίμηνο η πρώτη ανακοίνωση τιμών προερχόταν από διαφορετική επιχείρηση, πράγμα που αποδεικνύει την έλλειψη συμπαιγνίας.
361.
Η Επιτροπή έκρινε ότι η ανάλυση αυτή προϋποθέτει ότι οι παραγωγοί γνωρίζουν τον βαθμό στον οποίο οι ανταγωνιστές τους εκμεταλλεύονται την ικανότητα παραγωγής των εγκαταστάσεων τους. Ο Fishwick διευκρίνισε από την άποψη αυτή ότι δεν πιστεύει ότι κάθε επιχείρηση γνωρίζει τον βαθμό χρησιμοποιήσΕως των παραγωγικών ικανοτήτων καθεμιάς από τις ανταγωνίστριες της, αλλ' ότι πάντως η αγορά εμφάνιζε πολύ μεγάλη διαφάνεια και υπήρχε πληθώρα στοιχείων σχετικά με τον βαθμό χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής και το επίπεδο των αποθεμάτων σε όλη τη βιομηχανία.
362.
Όσον αφορά τη μη εμφανή ύπαρξη κυρίαρχης ως προς τις τιμές επιχειρήσεως κατά την περίοδο αυξήσεως των τιμών, η Επιτροπή έθεσε το ερώτημα κατά πόσον είχε σημασία ποια επιχείρηση ανακοίνωνε πρώτη μια τιμή, αν υπήρχε προηγούμενη συμφωνία (prior agreement) επί του ύψους της ανακοινωθείσας τιμής.
363.
Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, θα ήθελα να διατυπώσω δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ίδια η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι σχετικά λακωνική, όσον αφορά την παράλληλη αύξηση τιμών. Η εξήγηση που έδωσε ο Fishwick είναι οπωσδήποτε αρκετά εύλογη, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι θα ήθελα οπωσδήποτε να έχει εξεταστεί ενδελεχέ-στερα το ζήτημα αυτό στην ίδια την έγγραφη έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Αντίθετα πάντως από ό,τι φάνηκε να υποστηρίζει πατά την προφορική διαδικασία η Επιτροπή, οι πραγματογνώμονες αναφέρθηκαν ρητά, με την έκθεση τους, στη δημοσίευση αριθμητικών στοιχείων για τα αποθέματα και για τον βαθμό χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής, προκειμένου να αποδείξουν ότι η διαφάνεια αυτή διαδραμάτισε ενδεχομένως σημαντικό ρόλο εν προκειμένω, καθόσον διευκόλυνε τις αυξήσεις τιμών κατά τις περιόδους έντονης δραστηριότητας της αγοράς.
364.
Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι ο Fishwick ανέφερε, απαντώντας σε ερώτηση της Επιτροπής, ότι οι διαβουλεύσεις μεταξύ επιχειρήσεων πριν από τις ανακοινώσεις τιμών αποτελούσαν αποτελεσματικό μέσο εκμεταλλεύσεως της αυξήσεως της ζητήσεως και μεγιστοποιήσεως της τιμής που ήταν δυνατό να επιτευχθεί εντός της αγοράς. Ο Fishwick διευκρίνισε ότι η ύπαρξη αυτού του κινήτρου για την πραγματοποίηση δια-βουλεύσων δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο της αγοράς χαρτοπολτού, αλλά υπάρχει σε όλες τις αγορές στις οποίες η συνολική ζήτηση είναι ανελαστική.
γ) Η μη εξέταση του ύψους των τιμών
365.
Οι πραγματογνώμονες τόνισαν ότι, όσο λιγότεροι είναι οι ανταγωνιστές εντός μιας ολιγοπωλιακής αγοράς, τόσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός αλληλεξαρτήσεως και τόσο περισσότερο υπερβαίνει η τιμή το περιθωριακό κόστος. Κατά την καθής όμως, οι πραγματογνώμονες παρέλειψαν να αναφέρουν ότι το ποσό κατά το οποίο η τιμή υπερβαίνει το κόστος αυτό μπορεί να εξεταστεί σε σχέση με τον βαθμό εναρμονίσεως εντός μιας ολιγοπωλιαπής αγοράς, με μόνο σκοπό την εξακρίβωση του αν το ποσό αυτό φθάνει το επίπεδο της συμπαιγνίας. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό αυτό υπερβαίνει το επίπεδο αυτό, υφίσταται αμάχητη απόδειξη της υπάρξεως συμπαιγνίας.
366.
Επ' αυτού η Επιτροπή στηρίχτηκε στη γνωμοδότηση του καθηγητή Neumann, ο οποίος θεώρησε ότι, αν οι 39 παραγωγοί που απαριθμούνται στον πίνακα 5 της αποφάσεως είχαν ενεργήσει ανεξάρτητα οι μεν από τους δε, θα είχε διαμορφωθεί μια ισορροπία «Coiirnot-Nash», κατά την οποία η σχέση «τιμή μείον περιθωριακό κόστος επί της τιμής» θα ισούνταν με τον «δείκτη συγκεντρώσεως Herfindahl», διαιρούμενο δια της ελαστικότητας της ζητήσεως σε συνάρτηση με την τιμή. Αυτό είναι το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει κατά κανόνα η θεωρία του ολιγοπωλίου. Αν η λύση αυτή εφαρμοστεί στα στοιχεία που περιέχει η απόφαση, ο καθηγητής Neumann θεωρεί ότι, αν δεν υπήρχε συμπαιγνία, η τιμή θα υπερέβαινε το περιθωριακό κόστος κατά 5-10 %, ενώ η υπέρβαση αυτή ανερχόταν σε 40-60 % περίπου κατά την περίοδο 1974-1976 και σε 36 % περίπου το 1981. Ο καθηγητής Neumann, μολονότι αναγνωρίζει ότι οι πιθανότητες λάθους σε σχέση με τις εκτιμήσεις αυτές είναι μεγάλες, εντούτοις φρονεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, αν ληφθούν υπόψη τα σχετικά μεγέθη εν προκειμενω, ορισμένες συμφωνίες που αποτελούσαν προϊόν συμπαιγνίας αύξησαν σημαντικά τα περιθώρια κόστους προς τιμή σε σχέση με τα περιθώρια που θα υπήρχαν, αν επικρατούσε πραγματικός ανταγωνισμός και οι παραγωγοί είχαν ενεργήσει ανεξάρτητα.
367.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο Fishwick αμφισβήτησε την ορθότητα της αναλύσεως αυτής και υποστήριξε ότι προϋπόθεση της είναι να ανήκουν όλες οι επιχειρήσεις στο ολιγοπώλιο. Βραχυπρόθεσμα όμως υπήρξε μεγαλύτερος περιορισμός της διαθέσιμης προσφοράς, οπότε ο δείκτης Herfindahl έπρεπε να υπολογισθεί διαφορετικά. Η διάσταση «χρόνος» έπρεπε να περιληφθεί στον ορισμό της αγοράς και βραχυπρόθεσμα τα περιθώρια κέρδους ήσαν πολύ μεγαλύτερα από ό,τι αν θεωρούνταν ότι όλες οι επιχειρήσεις εντάσσονταν στο ολιγοπώλιο.
368.
Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η οικονομική θεωρία παρέχει ένα αλάνθαστο μέσο εξακριβώσεως του αν το επίπεδο των τιμών οφείλεται σε συμπαιγνία, είναι λυπηρό το γεγονός ότι ούτε στην απόφαση ούτε στη γνωστοποίηση αιτιάσεων αναφέρεται τίποτα σχετικά παι ότι το αποδεικτικό αυτό στοιχείο προβλήθηκε κατά τη διατύπωση των παρατηρήσεων επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης. Στην απόφαση όμως της Επιτροπής δεν αναφέρεται η μέθοδος υπολογισμού επί της οποίας στηρίζεται η καθής με τη διατύπωση των παρατηρήσεων της επί των πορισμάτων των Fishwick και Cockram. Όπως όμως τόνισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στα σημεία 112 και 113 της αποφάσεως αναφέρεται ότι σε ορισμένες περιόδους το επίπεδο των τιμών ήταν τεχνητό.
369.
Συναφώς οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ότι η πτώση των τιμών το 1977 οφειλόταν στην υπερβαίνουσα τη ζήτηση μαζική προσφορά, η οποία προκλήθηκε από την παύση της ισχύος του σουηδικού συστήματος επιδοτήσεως των αποθεμάτων τον Ιούνιο του 1977, δηλαδή σε περίοδο στασιμότητας της ζητήσεως. Θα πρέπει εδώ να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή, στο σημείο 113 της αποφάσεως, έκρινε ότι η σημαντικότατη μείωση των τιμών συναλλαγών το 1977 (κατά 25 %) αποδεικνύει ότι το προηγούμενο επίπεδο τιμών ήταν τεχνητό, αφού η στασιμότητα της καταναλώσεως ή η ελαφρά μείωση των εισαγωγών κατά το έτος αυτό δεν μπορούσε να προκαλέσει τέτοια πτώση. Δεν μπορώ όμως να μην παρατηρήσω ότι, όσον αφορά τη μείωση των τιμών το 1977, η απόφαση σιωπά πλήρως επί των επιπτώσεων που είχε ενδεχομένως η λήξη της ισχύος του συστήματος ενισχύσεων για τον σχηματισμό αποθεμάτων στη Σουηδία, μολονότι στην ίδια αυτή απόφαση επισημαίνεται η κολοσσιαία αύξηση των αποθεμάτων στη Σουηδία, την οποία είχε ως αποτέλεσμα το εν λόγω σύστημα ( 173 ). Δεν είναι όμως ανάγκη να είναι κανείς οικονομολόγος περιωπής για να φανταστεί ποιες συνέπειες μπορεί να έχει επί του ύψους των τιμών η διάθεση στην αγορά των αποθεμάτων που είχαν συσσωρευθεί υπό το σουηδικό κρατικό σύστημα ενισχύσεων. Θα ήθελα απλώς να αναφέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μη αναφερόμενη ρητά στην παύση ισχύος του συστήματος αυτού σε σχέση με τη μείωση των τιμών το 1977, περιέχει μια, κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον ελλιπή ανάλυση του ζητήματος αυτού. Εξάλλου, η κατά 100 δολάρια διαφορά μεταξύ ανακοινωθεισών τιμών και τιμών συναλλαγών, την οποία διαπίστωσε η απόφαση για το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 1977, είναι αναμφίβολα σημαντική. Αν όμως γίνει δεκτό ότι οι ανακοινωθείσες τιμές αποτελούν ανώτατες τιμές, έχει κρίσιμη σημασία το γεγονός ότι δεν είχαν πλέον καμία αξιοπιστία κατά το χρόνο κατά τον οποίο το σουηδικό σύστημα επρόκειτο να παύσει να ισχύει ή είχε μόλις παύσει να ισχύει;
370.
Οι πραγματογνώμονες ανάφεραν, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι η πτώση των τιμών το 1977 είχε ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι τιμές, με τάση να φθάσουν το ανά μονάδα μεταβλητό κόστος των παραγωγών που είχαν τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Η Επιτροπή τόνισε ότι η διαπίστωση αυτή αποδεικνύει ότι προηγουμένως οι τιμές υπερέβαιναν το περιθωριακό κόστος των επιχειρήσεων. Συναφώς η Επιτροπή υπογράμμισε ότι από τον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 1 προκύπτει ότι οι τιμές υπερέβαιναν κατά πολύ τον μέσο όρο του συνολικού μεταβλητού κόστους των επιχειρήσεων, ενώ ο βαθμός χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής ήταν πολύ χαμηλός για πολλούς παραγωγούς.
371.
Ο Fishwick ανέφερε ότι, από την άποψη αυτή, τα κέρδη ήσαν αναμφίβολα υψηλότερα από ό,τι θα ήσαν υπό καθεστώς πλήρους ανταγωνισμού, αλλά θεώρησε ότι η διαφορά αυτή οφείλεται στην ολιγοπωλιακή διαμόρφωση της αγοράς. Όσον αφορά τις τιμές του 1975 και του 1976, ο Fishwick διευκρίνισε ότι η τιμή είχε παραμείνει αμετάβλητη κατά τη διάρκεια των ετών αυτών και ήταν η τιμή που είχε διαμορφωθεί το 1974, όταν η ζήτηση υπερέβαινε την προσφορά. Η θεωρία του ολιγοπωλίου όμως δεν μπορεί να εξηγήσει σε τί οφείλεται το ύψος των τιμών, αλλά εξηγεί απλώς την τάση ακαμψίας τους. Κατά τους πραγματογνώμονες, ορισμένοι ειδικοί παράγοντες, τους οποίους θα εξετάσω αμέσως κατωτέρω, συνέβαλαν στη διατήρηση του φαινομένου αυτού, το οποίο εμφανίστηκε με ιδιαίτερη ένταση πριν από την πτώση τιμών του 1977.
δ) Η περίοδος 1975-1977
372.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι η εν λόγω περίοδος χαρακτηρίστηκε, όσον αφορά τους χαρτοπολτούς από βόρεια μαλακή ξυλεία στη ζώνη 1, από τη διατήρηση σε ισχύ μιας ανακοινωθείσας τιμής 415 δολαρίων για όλους τους παραγωγούς κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου μέρους της περιόδου αυτής και για ορισμένες επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια ολόκληρης της περιόδου αυτής. Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι υπήρχαν ορισμένοι ειδικοί λόγοι που εξηγούν το γιατί η αύξηση των αποθεμάτων και η μείωση του βαθμού χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής δεν προκάλεσε πτώση των τιμών.
373.
Οι πραγματογνώμονες μελέτησαν ειδικότερα το έτος 1976, για το οποίο τονίζουν ότι χαρακτηριζόταν από την ανάκαμψη της παγκόσμιας παραγωγής χαρτιού, ενώ παράλληλα οι προβλέψεις για την οικονομική συγκυρία ήσαν καλές. Οι πραγματογνώμονες τόνισαν επίσης ότι, ενόψει του πληθωρισμού, οι τιμολογούμενες τιμές ουσιαστικά μειώνονταν, έστω και αν το ονομαστικό ποσό παρέμενε αμετάβλητο.
374.
Όσον αφορά δε την κατάσταση των παραγωγών, οι πραγματογνώμονες ανέλυσαν την κατάσταση αυτή κατά χώρες.
375.
Οι πραγματογνώμονες τόνισαν ότι για τους Σουηδούς παραγωγούς ίσχυε ένα κυβερνητικό σύστημα ενισχύσεων για τον σχηματισμό αποθεμάτων. Η χρηματοδότηση αυτή βασιζόταν στην αξία των αποθεμάτων, οπότε οποιαδήποτε μείωση των τιμών θα είχε ως συνέπεια τη μείωση της ενισχύσεως.
376.
Όσον αφορά στη συνέχεια τους Αμερικανούς παραγωγούς, ορισμένοι από τους οποίους συσσώρευαν εν τω μεταξύ αποθέματα, οι πραγματογνώμονες τόνισαν τη μεγάλη ζήτηση που παρατηρήθηκε στην αμερικανική αγορά το 1976 και τον υψηλό βαθμό χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής των επιχειρήσεων. Η εμφανής κατανάλωση χαρτιού στην αμερικανική αγορά κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής έφθασε σε υψη ρεκόρ και σημείωσε αύξηση κατά 32,8 % σε σχέση με το 1975.
377.
Αυτή η ιδιαίτερα μεγάλη δραστηριοποίηση της αμερικανικής αγοράς απέβη επίσης σε όφελος των Καναδών παραγωγών, των οποίων ο βαθμός εκμεταλλεύσεως των παραγωγικών ικανοτήτων ήταν ευλόγως υψηλός. Σε σχέση πάλι με τους Καναδούς παραγωγούς ο Fishwick τόνισε επίσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το πραγματικό επιτόκιο που ίσχυε τότε γι' αυτούς ήταν αρνητικό. Συνεπώς το κόστος σχηματισμού αποθεμάτων στην περίπτωση αυτή ήταν ιδιαίτερα χαμηλό. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι πραγματογνώμονες θεωρούν ότι οι Καναδοί παραγωγοί δεν είχαν κανένα συμφέρον να μειώσουν τις τιμές, αφού οι Σουηδοί και οι Φινλανδοί παραγωγοί, οι οποίοι διέθεταν αχρησιμοποίητες ικανότητες παραγωγής, ήταν βέβαιο ότι θα τους ακολουθούσαν. Επ' αυτού η Επιτροπή τόνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι στον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 3 εμφαίνεται, για κάθε επιχείρηση, ο μέσος όρος χρησιμοποιήσεως της ικανότητας παραγωγής, πράγμα που ο Fishwick, όπως αναγνωρίζει, δεν έλαβε υπόψη του. Κατά την Επιτροπή, από τον εν λόγω πίνακα προκύπτει ότι το ποσοστό χρησιμοποιήσεως της ικανότητας παραγωγής για το 1976 έφθανε, για μια τουλάχιστον καναδική επιχείρηση, το 63 %, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με το γεγονός ότι δεν υπήρξε μείωση τιμών. Ο Fishwick ανέφερε ότι, εφόσον από τον πίνακα προκύπτει το στοιχείο αυτό, τίθεται οπωσδήποτε το ζήτημα γιατί ο παραγωγός που αξιοποιούσε μόνο κατά 63 % τις ικανότητες παραγωγής του δεν είχε μειώσει τις τιμές του. Ο Fishwick πάντως τόνισε ότι θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο, ακόμη και για μια τέτοια επιχείρηση, να αρχίσει πόλεμο τιμών, αφού υπήρχε ο κίνδυνος να την ακολουθήσουν οι σουηδικές και οι φινλανδικές επιχειρήσεις, των οποίων το ποσοστό χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής ήταν επίσης χαμηλό.
378.
Κατά τους πραγματογνώμονες πάντα, η κατάσταση των φινλανδικών επιχειρήσεων χαρακτηριζόταν από χαμηλό βαθμό εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής, ενώ η διόγκωση των αποθεμάτων τους δεν συνοδευόταν από αντισταθμιστική επιδότηση, όπως συνέβαινε στη Σουηδία. Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν στις εν λόγω τέσσερις χώρες, η εφαρμογή της παραδοσιακής θεωρίας περί ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρά τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους, οι φινλανδικές επιχειρήσεις θα ήσαν οι πρώτες που θα μείωναν τις τιμές τους. Οι πραγματογνώμονες τόνισαν ότι έχει επιβεβαιωθεί η ορθότητα της θεωρίας αυτής, αφού από τον πίνακα 6 της αποφάσεως αποδεικνύεται ότι η Finncell άρχισε να μειώνει τις ανακοινωθείσες τιμές για τη σκληρή ξυλεία κατά το πρώτο τρίμηνο του 1977 και στη συνέχεια προέβη, κατά το δεύτερο τρίμηνο, σε παρόμοια μείωση των τιμών της μαλακής ξυλείας.
379.
Η Επιτροπή διαφωνεί πλήρως με αυτή την ανάλυση της συμπεριφοράς των φινλανδικών επιχειρήσεων και ισχυρίζεται συναφώς ότι κατά την ίδια περίοδο η Finncell διεξήγαγε, στο πλαίσιο του Bristol Club, συζητήσεις επί των τιμών με άλλους Ευρωπαίους παραγωγούς, πράγμα που δεν εμπίπτει στη λογική της παραδοσιακής θεωρία περί ανταγωνισμού. Επιπλέον, η Επιτροπή τόνισε ότι όλοι οι παραγωγοί άρχισαν να μειώνουν τις τιμές συναλλαγών τους κατά τα τέλη του 1976 και κατά τις αρχές του 1977, παραθέτει δε αποσπάσματα εγγράφων στα οποία η Finncell αναφέρει ότι είχε αποφασίσει να εφαρμόσει πολιτική που θα αποτελούσε συνάρτηση της πολιτικής των ανταγωνιστών της.
380.
Οι επικρίσεις που διατυπώνει η Επιτροπή επί του σημείου αυτού αντιφάσκουν εκ πρώτης όψεως προς τα στοιχεία του πίνακα 6, από τον οποίο προκύπτει ότι κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1977 μειώθηκαν μονομερώς οι ανακοινωθείσες τιμές της Finncell. Εξάλλου, ο καθηγητής Neumann, του οποίου τη γνωμοδότηση προσκόμισε η Επιτροπή, υπογράμμισε αυτή την κατά τα φαινόμενα μείωση των τιμών της Finncell, την οποία ακολούθησε η μείωση των τιμών δύο σουηδικών επιχειρήσεων. Ο καθηγητής Neumann θεώρησε ότι τούτο αποτελούσε συνέπεια του ότι η Φινλανδία και η Σουηδία είχαν εισέλθει σε περίοδο υφέσεως, πράγμα που, κατά την άποψη του, επιβεβαιώνει ότι η ειρηνική συνεργασία καταρρέει κατά τις περιόδους οικονομικής υφέσεως.
381.
Αφού μελέτησα όμως προσεκτικά τη δικογραφία επί του σημείου αυτού, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία του πίνακα 6 είναι ανακριβή, όσον αφορά τη συμπεριφορά της Finirceli κατά τις αρχές του 1977. Όπως αναφέρθηκε ήδη, η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως, απέδειξε, στηριζόμενη σε ορισμένα τηλετυπήματα, ότι οι ανακοινωθείσες τιμές της Finncell παρέμειναν αμετάβλητες κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 1977, αντίθετα από ό,τι εμφαίνεται στον πίνακα 6.
382.
Επ' αυτού θα ήθελα συνεπώς να διατυπώσω τις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις.
383.
Πρώτον, μολονότι έχω επίγνωση του σημαντικού φόρτου που συνεπάγεται η διοικητική επεξεργασία της παρούσας υποθέσεως, εντούτοις θα ήθελα να εκφράσω τη λύπη μου για το γεγονός ότι η απόφαση ενέχει ανακρίβειες, οι οποίες απέχουν πόρρω από του να είναι ασήμαντες. Ομοίως, είναι λυπηρό ότι η καθής παρέλειψε να επισημάνει στο Δικαστήριο, με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε επί της εκθέσεως των πραγματογνωμόνων, ότι τα στοιχεία του πίνακα 6 για το 1977 ήσαν, όσον αφορά τη Finncell, εσφαλμένα.
384.
Δεύτερον, το γεγονός ότι προβλήθηκαν δύο διαμετρικά αντίθετες εξηγήσεις για ένα ανακριβές γεγονός σημαίνει ότι θα ήταν θεμιτό να επιδειχθεί σύνεση ως προς τα συμπεράσματα που συνάγονται από την οικονομικής φύσεως επιχειρηματολογία. Θα ήθελα απλώς να υπογραμμίσω ότι οι πραγματογνώμονες που διορίστηκαν από το Δικαστήριο επέδειξαν, κατά τη γνώμη μου, σχετική σύνεση ως προς την εξήγηση που έδωσαν για τη συμπεριφορά της Finncell κατά τα τέλη του 1977.
385.
Μολονότι δηλαδή ol πραγματογνώμονες τόνισαν ότι από τα στοιχεία του πίνακα 6 φαίνεται να επιβεβαιώνεται η ορθότητα της θεωρίας περί ανταγωνισμού, εντούτοις επισήμαναν συγχρόνως ότι η Finncell ήταν «υπερβολικά αδύναμη, προκειμένου να αντιμετωπίσει έναν μακροπρόθεσμο πόλεμο ως προς τις τιμές», και ότι η απόφαση περί μειώσεως των τιμών ελήφθη «παρά την ύπαρξη λόγων μακροπρόθεσμης στρατηγικής». Εξάλλου, οι πραγματογνώμονες αναγνώρισαν ότι η ανάλυση των λόγων για τους οποίους οι τιμές υφίστανται αιφνίδια πτώση μετά από περιόδους σταθερότητας αποτελεί μια από τις δυσχερέστερες πλευρές που εμφανίζει, σε σχέση με τις τιμές, η οικονομική μορφή λειτουργίας της αγοράς υπό καθεστώς ολιγοπωλίου. Συναφώς οι πραγματογνώμονες έθεσαν το εξής ερώτημα: γιατί η Finncell αποφάσισε να μειώσει τις τιμές, ενόψει του βραχυπρόθεσμα ολιγοπωλιακού χαρακτήρα της αγοράς; Στη συνέχεια οι πραγματογνώμονες απαρίθμησαν τους λόγους που οδήγησαν πιθανώς τους Φινλανδούς παραγωγούς να λάβουν την απόφαση αυτή.
386.
Εφόσον διαπιστώνουμε ότι οι πραγματογνώμονες δεν ισχυρίστηκαν ότι η μονομερής μείωση των τιμών εκ μέρους της Finncell ήταν αναπόφευκτη στις αρχές του 1977, πρέπει κατ' ανάγκη να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα συμπεράσματα τους είναι, εν πάση περιπτώσει, «άχρηστα» επί του συγκεκριμένου αυτού σημείου, αφού, παρά τα αναφερόμενα στην απόφαση, η μείωση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε.
ε) Οι διάφορες πλευρές του ζητήματος της ομοιομορφίας των τιμών
387.
Στο τμήμα αυτό των προτάσεων μου θα περιοριστώ να εξετάσω τις τέσσερις από τις πέντε πλευρές του ζητήματος της ομοιομορφίας των τιμών τις οποίες εξέτασαν οι πραγματογνώμονες ( 174 ).
1) Ομοιόμορφες τιμές για την ίδια ποιότητα χαρτοπολτού
388.
Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι, για όλες τις κατηγορίες πολτών εντός των οποίων υπάρχει πλήρης ελαστικότητα, πρέπει να θεωρείται ότι η αγορά είναι σχεδόν τέλεια, για τους εξής λόγους.
—
Οι καταναλωτές έχουν από τεχνική άποψη τις ικανότητες και τις δυνατότητες να αναλύουν και να δοκιμάζουν την ποιότητα του προϊόντος.
—
Μεταξύ αγοραστών και πωλητών υφίστανται μακροπρόθεσμες σχέσεις, στο πλαίσιο των οποίων κάθε πωλητής πωλεί το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοπολτού του σε λίγους αγοραστές και κάθε αγοραστής αγοράζει ορισμένη κατηγορία πολτού από λίγους προμηθευτές, αυτή δε η διάρθρωση της αγοράς δημιουργεί ένα ολιγοπώλιο-ολιγοψώνιο.
—
Οι πελάτες φροντίζουν να καταβάλλουν για τον χαρτοπολτό την κατά το δυνατό χαμηλότερη τιμή, αφού ο χαρτοπολτός αντιπροσωπεύει το 60-75 % του κόστους του χαρτιού.
—
Η αγορά χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, πράγμα που οφείλεται στις επαφές κάθε αγοραστή με πολλούς προμηθευτές, στην ύπαρξη επιχειρήσεων που περιλαμβάνουν όλα τα στάδια της παραγωγής, ενός «ιδιαίτερα ανεπτυγμένου ανεπίσημου δικτύου ενημερώσεως της βιομηχανίας» και του ειδικευμένου Τύπου.
389.
Κατά τους πραγματογνώμονες, η αρχή ότι εντός μιας τέλειας αγοράς τα ίδια προϊόντα πωλούνται στις ίδιες τιμές δεν αναιρείται από την ύπαρξη διαφορών στο κόστος των επιχειρήσεων. Η ομοιότητα των τιμών οφείλεται στη δυνατότητα αλλαγής προμηθευτή και συνεπώς μεταφοράς της ζητήσεως, ανεξάρτητα από το κόστος της προσφοράς. Όταν υπάρχει πλήρης ανταγωνισμός, οι επιχειρήσεις παρέχουν πρόσθετες μονάδες μέχρις ότου το κόστος σκοπιμότητας να εξισωθεί με τις τιμές της αγοράς. Εντός μιας ολιγοπωλιακής αγοράς στην οποία επικρατούν συνθήκες ανταγωνισμού, όπως συνέβαινε σε ορισμένες βραχυπρόθεσμες συγκυριακές καταστάσεις της αγοράς χαρτοπολτού, οι τιμές υπερέβησαν «το κόστος σκοπιμότητας», αλλά ήσαν οι ίδιες για όλους τους προμηθευτές.
390.
Θα ήθελα καταρχάς να διευκρινίσω ότι, κατόπιν συγκεκριμένου ερωτήματος που τέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο Cockram ανέφερε ότι η έκφραση «ιδιαίτερα ανεπτυγμένο δίκτυο ενημερώσεως της βιομηχανίας» κάλυπτε τις συναλλαγές μεταξύ αγοραστών χαρτοπολτού και όχι τις συναλλαγές μεταξύ των πωλητών.
391.
Οι επικρίσεις της Επιτροπής για το τμήμα αυτό της εκθέσεως επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τις εξετασθείσες ήδη αιτιάσεις (μη εξέταση του τρόπου ανακοινώσεως των τιμών, ζήτημα της ομοιομορφίας και της ταυτόχρονης πραγματοποιήσως των ανακοινώσεων, αναφορά στη μορφή πλήρους ανταγωνισμού, θεωρία του βραχυπρόθεσμου ολιγοπωλίου, ανεπαρκής ανάλυση του επιπέδου των τιμών). Επί των σημείων αυτών μπορώ συνεπώς να παραπέμψω στις προηγούμενες παρατηρήσεις μου.
392.
Εξάλλου, η καθής θεωρεί ότι στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν εξετάζεται αν τα αίτια για τον υψηλό βαθμό διαφάνειας της αγοράς ήσαν φυσιολογικά ή τεχνητά. Η καθής τονίζει ότι οι πραγματογνώμονες επισήμαναν ότι η διαφάνεια είχε αποβεί σε όλες τις περιπτώσεις υπέρ των πωλητών — καθόσον αποθάρρυνε τις μειώσεις τιμών και διευκόλυνε τις αυξήσεις σε περιόδους ανοδικών τάσεων της αγοράς — και θεωρεί αφενός ότι οι παραγωγοί είχαν συμφέρον να καταφεύγουν σε τεχνάσματα και αφετέρου ότι υφίστανται πολλές και άμεσες αποδείξεις για αθέμιτες ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των παραγωγών.
393.
Έχω ήδη εξετάσει την ανάλυση της Επιτροπής, όσον αφορά τον τεχνητό χαρακτήρα της διαφάνειας που οφειλόταν στο σύστημα ανακοινώσεων των τιμών. Όσον αφορά την εκ μέρους της προσβαλλομένης αποφάσεως χρήση των άμεσων αποδείξεων για τις ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων, θα επανέλθω στο σημείο αυτό αργότερα.
2) Ομοιόμορφες τιμές για διαφορετικές ποιότητες χαρτοπολτών
394.
Συναφώς οι πραγματογνώμονες ανέφεραν ότι, αφού οι κατηγορίες πολτού δεν είναι ομοιογενείς, οι τιμές εντός μιας πλήρους αγοράς πρέπει να ποικίλλουν ανάλογα με την ποιότητα. Οι πραγματογνώμονες τόνισαν ότι το 1975 και το 1976 οι πολτοί από νότια σκληρή ξυλεία πωλούνταν σε χαμηλότερη τιμή από ό,τι οι πολτοί από βόρεια σκληρή ξυλεία.
395.
Αντίθετα, όσον αφορά τους πολτούς από μαλακή ξυλεία, οι ανακοινωθείσες τιμές για τη βόρεια μαλακή ξυλεία και τη (χαμηλότερης ποιότητας) νότια μαλακή ξυλεία ήσαν ακριβώς ίδιες το 1975 και το 1976. Οι τιμές αυτές διαφοροποιήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 1977.
396.
Κατά τους πραγματογνώμονες, η υποκατάσταση της βόρειας μαλακής ξυλείας από νότια μαλακή ξυλεία απαιτεί την επιβράδυνση της παραγωγής ή την πραγματοποίηση επενδύσεων σε νέες εγκαταστάσεις, πράγμα που οδηγεί κατ' ανάγκη σε διαφοροποίηση τιμών. Η μη ύπαρξη διαφοροποιήσεως το 1975 και το 1976 ενδέχεται να οφείλεται στη σχετικά πρόσφατη είσοδο στην κοινοτική αγορά του χαρτοπολτού από νότια μαλακή ξυλεία, οπότε δεν είχε ακόμη αναφανεί η ανάγκη διαφοροποιήσεως των τιμών. Στη μη διαφοροποίηση αυτή ενδέχεται επίσης να συνέβαλαν η υψηλή ζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες και η σχεδόν πλήρης χρησιμοποίηση των ικανοτήτων παραγωγής των επιχειρήσεων των νότιων Ηνωμένων Πολιτειών.
397.
Επ' αυτού η Επιτροπή τόνισε ότι, αν η χρήση νότιου χαρτοπολτού είχε, για τη διαδικασία παραγωγής του χαρτιού, τις συνέπειες που επισήμαναν οι πραγματογνώμονες, το πρόσθετο αυτό κόστος έπρεπε να αποτυπώνεται και στις τιμές. Αυτή η αντίρρηση της καθής δεν στερείται σπουδαιότητας. Θα ήμουν ευτυχής, αν οι πραγματογνώμονες είχαν αναφέρει επακριβώς, κατά την προφορική διαδικασία, τους λόγους για τους οποίους προτείνουν την εξήγηση αυτή, η οποία εντούτοις έχει, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, συγκυριακό χαρακτήρα.
3) Ομοιόμορφες τιμές για διαφορετικούς πελάτες διαφορετικού μεγέθους
398.
Οι πραγματογνώμονες επισήμαναν, στηριζόμενοι στα τιμολόγια των παραγωγών της Βρετανικής Κολομβίας, ότι για τις μικρές παραγγελίες χορηγούνταν μεγαλύτερες εκπτώσεις απ' ό,τι για τις μεγάλες. Οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ότι η εξήγηση του φαινομένου αυτού έγκειται στο ότι οι τακτικοί πελάτες σπεύδουν να καταβάλουν τις ανακοινωθείσες τιμές ή τιμές εγγίζουσες τις μέσες τιμές, προκειμένου να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό τους, και στο ότι οι εκπτώσεις που γίνονται στους πιστούς πελάτες δεν αναγράφονται στα επί μέρους τιμολόγια και επομένως ενδέχεται να μην καταχωρίζονται. Η Επιτροπή τόνισε ότι οι δύο αυτές εξηγήσεις αλληλοαναιρούνται.
399.
Επειδή θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει οπωσδήποτε να ακυρώσει τις διαπιστώσεις της αποφάσεως σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών, δεν θα ήθελα καν να εξετάσω το σημείο αυτό, αν η Επιτροπή δεν είχε επιπλέον υποστηρίξει ότι η ύπαρξη μυστικών εκπτώσεων αποτελεί ένδειξη εναρμονίσεως των ανακοινωθεισών τιμών. Οι πραγματογνώμονες, κατά την επισκόπηση των γεγονότων πριν από το 1975, ανέφεραν, κατόπιν των συνομιλιών που είχαν με αγοραστές χαρτοπολτού, ότι οι χαρτοποιίες ήσαν ικανοποιημένες τότε με την ύπαρξη ενιαίων τιμοκαταλόγων, καθόσον η κύρια μέριμνα τους ήταν να μη καταβάλλουν για τον χαρτοπολτό μεγαλύτερη τιμή από ό,τι οι ανταγωνιστές τους. Ιδιαίτερα διαδεδομένη ήταν η πεποίθηση ( 175 ) ότι οι σταθερές τιμές χαρτοπολτού συνέβαλλαν στη διατήρηση σταθερών τιμών για το χαρτί, ενώ οι μειώσεις των τιμών χαρτοπολτού θα είχαν ως αποτέλεσμα να ζητήσουν οι αγοραστές χαρτιού τη μείωση των τιμών χαρτιού. Κατά συνέπεια, οι αγοραστές ήσαν υπέρ της ανακοινώσεως υψηλών τιμών, των οποίων ελάμβαναν γνώση οι πελάτες τους, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι έσπευδαν να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες της αγοράς, με σκοπό να διαπραγματευθούν την παραχώρηση απόρρητων εκπτώσεων, οι οποίες δεν αναγράφονται κατ' ανάγκη στα τιμολόγια. Ορισμένες από τις εκπτώσεις αυτές ήσαν ανάλογες προς τις ετησίως αγοραζόμενες ποσότητες και συνεπώς δεν μπορούσαν να υπολογιστούν πριν από το τέλος του οικονομικού έτους. Υπήρξαν μάλιστα περιπτώσεις στις οποίες στάλθηκαν σε χαρτοποιίες επιταγές, οι οποίες δεν αφήνουν διοικητικά ίχνη, αλλά αντιπροσωπεύουν το αντάλλαγμα για τη μακρόχρονη εμπορική συνεργασία και την εμπιστοσύνη του πελάτη. Τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν ακόμη και σήμερα.
400.
Ο καθηγητής Neumann έκρινε ότι οι μυστικές εκπτώσεις αποδεικνύουν την ύπαρξη συμπαιγνίας, πράγμα που άλλωστε διαπίστωσαν οι πραγματογνώμονες για ορισμένα διαστήματα πριν από το 1975 ( 176 ), αφού η μυστικότητα αυτή δεν θα ήταν αναγκαία, αν δεν υπήρχε συμπαιγνία.
401.
Από την άποψη αυτή η Επιτροπή ισχυρίστηκε κατά την έγγραφη διαδικασία ότι το γεγονός ότι οι εκπτώσεις τιμολογούνται με χωριστό πιστωτικό σημείωμα, όπως συνέβη πράγματι, δεν θα είχε νόημα παρά μόνο αν οι παραγωγοί ήθελαν να δημιουργήσουν στους ανταγωνιστές τους την εντύπωση ότι οι τιμές συναλλαγών συνέπιπταν με τις ανακοινωθείσες τιμές και επιθυμούσαν να συγκαλύψουν οποιαδήποτε απόκλιση της πολιτικής τους επί των τιμών από την πολιτική τιμών των ανταγωνιστών τους αυτών. Εφόσον κάθε αγοραστής συγκρίνει τις καθαρές τιμές που θα πρέπει να καταβάλει στους ενδεχόμενους προμηθευτές του, οι πραγματικές εκπτώσεις δεν μπορούν να αποκρύβουν από τους πελάτες, ακόμη και αν η ονομασία τους είναι πλαστή. Αντίθετα, των εκπτώσεων αυτών είναι δυνατό να μη λάβουν γνώση οι ανταγωνιστές παραγωγοί, οι οποίοι δεν μπορούν να εξακριβώσουν αν η έκπτωση δικαιολογείται από τη χαμηλότερη ποιότητα ή το κόστος μεταφοράς ή αν πρόκειται για έκπτωση που χορηγείται για λόγους ανταγωνισμού.
402.
Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η απόκρυψη των εκπτώσεων μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να συνιστά «εξαπάτηση» σε βάρος όλων των άλλων που μετέχουν στην εναρμονισμένη πρακτική. Αυτή όμως είναι η μόνη δυνατή εξήγηση; Οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν την ορθότητα του συμπεράσματος αυτού, έστω και αν τα επιχειρήματα τους δεν είναι πάντοτε πειστικά. Για παράδειγμα, δεν είναι πειστικό το επιχείρημα ότι οι παραγωγοί φροντίζουν να μη λαμβάνουν γνώση των εκπτώσεων οι ανταγωνιστές τους, οι οποίοι θα μπορούσαν να τους αποσπάσουν τον πελάτη. Ο πελάτης όμως μπορεί οποτεδήποτε να αποκαλύψει στους ανταγωνιστές του προμηθευτή την τιμή που πράγματι κατέβαλε, ανεξάρτητα από το αν η έκπτωση αναγράφεται επί του τιμολογίου ή όχι. Βασιμότερη, αντίθετα, είναι η εξήγηση ότι η απόκρυψη των εκπτώσεων ενδέχεται να εκφράζει τη βούληση του πωλητή ή του πελάτη — ενίοτε δε και των δύο — να αποκρύψουν την έκπτωση από τους ανταγωνιστές του πελάτη, όταν ο πωλητής επιθυμεί να αποφύγει την παραχώρηση της εκπτώσεως αυτής και σε άλλες περιπτώσεις και ο αγοραστής επιθυμεί να διατηρήσει το ανταγωνιστικό του πλεονέκτημα. Προϋπόθεση όμως για την εξήγηση αυτή είναι ότι οι αγοραστές επιδεικνύουν αμοιβαίως τα τιμολόγια, πράγμα που αναμφίβολα σημαίνει ότι τίθενται και ορισμένα άλλα ερωτηματικά ως προς τους λόγους της πρακτικής αυτής... Θα ήθελα απλώς να αναφέρω ότι σε ένα έγγραφο που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο περιέχεται η ισχνή έστω ένδειξη ότι η πρακτική των χωριστών πιστωτικών σημειωμάτων δεν εκφράζει κατ' ανάγκη τη βούληση των ίδιων των πωλητών ( 177 ).
403.
Θα ήθελα επιπλέον να αναφέρω ότι η Επιτροπή, προς στήριξη της απόψεως της ότι οι εν λόγω πρακτικές αποτελούν ένδειξη εναρμονίσεως, φρονεί ότι δεν είναι περίεργο ότι οι περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες προσφεύγουσες αρνούνται να επιτρέψουν στις άλλες επιχειρήσεις να εξετάσουν τα τιμολόγια τους και τα συναφή έγγραφα. Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία αυτή είναι «παρατραβηγμένη», οι δε παραγωγοί της Βρετανικής Κολομβίας τόνισαν, εν είδει αστεϊσμοΰ, ότι, αν οι παραγωγοί έδιδαν την άδεια αυτή, η Επιτροπή θα είχε αναμφίβολα θεωρήσει ότι τούτο αποδείκνυε ότι οι παραγωγοί συνήθιζαν να ανταλλάσσουν πληροφοριακά στοιχεία.
4) Ομοιόμορφες τιμές σε δολάρια ΗΠΑ για πελάτες εγκατεστημένους σε διάφορες χώρες
404.
Κατά τους πραγματογνώμονες, η Επιτροπή θεώρησε, με τα σημεία 136-140 της αποφάσεως της, ότι οι παραγωγοί παρέλειψαν να εκμεταλλευθούν τις διαφορές των συνθηκών που επικρατούσαν στις αγορές των διαφόρων κρατών μελών. Οι πραγματογνώμονες θεωρούν ότι η ανάλυση αυτή είναι εσφαλμένη. Πρώτον, αν δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στις μεταπωλήσεις, οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές (συμψηφιστικές αγοραπωλησίες) θα είχαν ως αποτέλεσμα την εξάλειψη κάθε διαφοράς στις τιμές μεταξύ των διαφόρων κρατών. Δεύτερον, η μη ύπαρξη διαφορών στις τιμές μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί ακριβώς την απόδειξη της μη υπάρξεως συμπαιγνίας. Η ύπαρξη δηλαδή ενός διεθνούς συστήματος διαφοροποιημένων τιμών δεν θα ήταν δυνατή, παρά μόνο αν το σύστημα αυτό εφαρμοζόταν από κοινού από όλες τις επιχειρήσεις. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία σύμπραξη στην οποία να μετέχουν όλοι οι υφιστάμενοι και δυνητικοί προμηθευτές και δεν υπάρχουν εμπόδια στις μεταπωλήσεις, δεν θα ήταν δυνατόν να δημιουργούνται διεθνώς διακρίσεις σε σχέση με τις τιμές. Όταν δεν υπάρχει συνεπώς συμπαγνία, οι τιμές είναι ίδιες, ακόμα και στα τμήματα της αγοράς στα οποία επικρατούν διαφορετικές συνθήκες ζητήσεως.
405.
Με τις έγγραφες παρατηρήσεις της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι πραγματογνώμονες εξέτασαν κυρίως το ζήτημα του επηρεασμού του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών και ότι αμέλησαν το ζήτημα αν η εκ μέρους των παραγωγών χρησιμοποίηση του δολαρίου ΗΠΑ αποτελούσε απόρροια της φυσιολογικής λειτουργίας της αγοράς. Έχω ήδη εξετάσει ανωτέρω την άποψη σχετικά με την εκ μέρους όλων των παραγωγών χρησιμοποίηση του δολαρίου. Θα ήθελα επιπλέον να παρατηρήσω ότι το σημείο 99 της αποφάσεως, το οποίο αφορά την οικονομική ανάλυση της παράλληλης εξελίξεως των τιμών, κάνει λόγο για διαφορετικές συνθήκες ως προς τη ζήτηση σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος, με σκοπό να αποδειχθεί η ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής ότι η ομοιομορφία των τιμών δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Η έννοια του χωρίου αυτού φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι ότι, αν δεν υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική, οι τιμές θα έπρεπε να είναι διαφορετικές σε κάθε κράτος μέλος.
406.
Δεν νομίζω όμως ότι από τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων επί του σημείου αυτού συνάγεται κατ' ανάγκη ότι δεν υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική. Μπορεί δηλαδή να γίνει δεκτό ότι ο καθορισμός διαφοροποιημένων τιμών, ανάλογα με το κράτος, αποτελεί ένδειξη μιας πολύ καλά οργανωμένης μορφής συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων, με σκοπό τη μεγιστοποίηση των κερδών σε κάθε χωριστή εθνική αγορά. Από την άποψη αυτή, η έλλειψη διαφορών στις τιμές μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη του ότι δεν υφίστατο εντός της αγοράς χαρτοπολτού μια τέτοια σύμπραξη με συγκεκριμένη στρατηγική που να αποβλέπει στη μεγιστοποίηση των κερδών. Η έλλειψη όμως αυτή διαφορών στις τιμές δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική. Οποιοσδήποτε με κοινή λογική αντιλαμβάνεται ότι είναι πολύ πιο εύκολο για τους μετέχοντες σε μια εναρμονισμένη πρακτική να καθορίζουν ή να «διαχειρίζονται» μια ενιαία τιμή. Κατά τη γνώμη μου, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί συνεπώς να συναχθεί από το τμήμα αυτό της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης είναι ότι η έλλειψη διαφορών στις τιμές μεταξύ των διαφόρων χωρών μπορεί θεωρητικά να εξηγείται από την έλλειψη οποιουδήποτε εμποδίου στις μεταπωλήσεις και επομένως δεν αποδεικνύει κατ' ανάγκη την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Ο Fishwick ανέφερε ότι, όσον αφορά τις ρήτρες απαγορεύσεως των εξαγωγών και των μεταπωλήσεων, «θεώρησε» ότι ήσαν ανενεργοί. Επιπλέον, ορισμένες προσφεύγουσες υποστήριξαν κατά την έγγραφη διαδικασία ότι οι συμψηφιστικές αγοραπωλησίες θα ήταν ελάχιστα ελκυστικές, κυρίως λόγω των δαπανών μεταφοράς και εναποθηκεύσεως. Ο Fishwick διαφώνησε με τον ισχυρισμό αυτό, αναφέροντας ότι οποιαδήποτε διαφορά τιμών θα είχε εξαλειφθεί από τις συμψηφιστικές αγοραπωλησίες των παραγωγών χαρτιού, οι οποίοι αγοράζουν τον χαρτοπολτό για να τον χρησιμοποιήσουν σε διάφορες ζώνες της Κοινότητας, και ότι, εν πάση περιπτώσει, ο κίνδυνος και μόνο των συμψηφιστικών αυτών αγοραπωλησιών αρκούσε για να απαγορεύσει οποιαδήποτε διαφοροποίηση των τιμών.
στ) Εναρμονισμένη πρακτική ή συνθήκες της αγοράς;
407.
Επ' αυτού οι πραγματογνώμονες ανέφεραν ότι, αν και η ομοιομορφία των τιμών μπορεί να θεωρηθεί ως φυσική συνέπεια της δομής και των εμπορικών συνθηκών της αγοράς χαρτοπολτού, εντούτοις η ομοιομορφία αυτή δεν αποτελεί αυτόματα την απόδειξη της μη υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής. Σε ένα χωρίο, το οποίο νομίζω ότι πρέπει να παραθέσω όπως έχει στο πρωτότυπο, οι Cockram και Fishwick αναφέρουν τα εξής:
«Transparency and interdependence provide conditions likely to induce some collusion, but there are several indications from our analysis of the wood pulp market between 1975 and 1981, that any collusion which occurred was limited in its effects».
408.
Κατά τους πραγματογνώμονες, οι εν λόγω παράγοντες ήσαν οι εξής:
—
Η ύπαρξη ανταγωνιστών ή δυνητικών ανταγωνιστών που δεν ανήκαν στον όμιλο των εταιριών που μετέσχον, κατά την Επιτροπή, στην εναρμονισμένη πρακτική αρκούσε για να εξασφαλίσει την εντιμότητα των συναλλαγών.
—
Οι αυξομειώσεις των μεριδίων αγοράς που ήλεγχαν οι εταιρίες αποτελεί ένδειξη για τη μη ύπαρξη ποσοστώσεων και για την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ των εταιριών αυτών.
—
Δεν υπήρχε διαφοροποίηση των τιμών μεταξύ των διαφόρων χωρών, ενώ οποιαδήποτε σύμπραξη θα είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τις διαφορές στην ελαστικότητα της ζητήσεως, οι οποίες αποτελούν συνάρτηση των διαφορετικών καταστάσεων που επικρατούν στην αγορά.
409.
Θα ήθελα να αναφέρω ότι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση τέθηκε στους πραγματογνώμονες το ερώτημα ακριβώς αν θεωρούσαν ότι η ομοιομορφία των τιμών εξηγείται από την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ή από τη φυσιολογική λειτουργία της αγοράς. Ο Fishwick υπενθύμισε — ορθώς εξάλλου — ότι το Δικαστήριο δεν του είχε ζητήσει να αποφανθεί αν υπήρξε εναρμόνιση, αλλά αν η ομοιομορφία των τιμών μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελεί την απόρροια της φυσιολογικής λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς, διευκρίνισε δε ότι η τελευταία αυτή εξήγηση είναι και η πιθανότερη. Κατά τον Fishwick, οι ανωτέρω παράγοντες θα ματαίωναν πάθε προσπάθεια καθιερώσεως εναρμονισμένης πρακτικής. Ταυτόχρονα όμως ανέφερε ότι οι ίδιοι αυτοί παράγοντες θα μπορούσαν να αποτελούν ένδειξη για την ύπαρξη συμπαιγνίας, η οποία όμως δεν λειτούργησε.
410.
Ενόψει της υπάρξεως ανταγωνιστών που δεν ανήκαν στην κατηγορία των αποδεκτών της αποφάσεως και ενόψει των αυξο-μειώσεο^ν των μεριδίων αγοράς, θα ήθελα να διατυπώσω εδώ δύο παρατηρήσεις, καθόσον φρονώ ότι η απόφαση της Επιτροπής ενέχει συναφώς προφανείς ασάφειες.
1) Οι επιχειρήσεις που δεν ενεπλάκησαν στη διαδικασία
411.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση, οι επιχειρήσεις-αποδέκτες της αποφάσεως αυτής αντιπροσώπευαν το 60 % περίπου της συνολικής καταναλώσεως λευκασμένου θειικού πολτού εντός της Κοινότητας. Ορισμένες προσφεύγουσες, και κυρίως τα μέλη της ΚΕΑ υποστήριξαν ότι δεν ήταν βάσιμη η άποψη της Επιτροπής ότι οι παραγωγοί τους οποίους αφορά η παρούσα διαδικασία εφάρμοσαν εναρμονισμένη πρακτική. Κατά τις προσφεύγουσες αυτές, η καθής δεν μπορεί να εξηγήσει πώς μπόρεσε να λειτουργήσει μια τέτοια εναρμονισμένη πρακτική, αφού, αν είχε εφαρμοστεί εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ των επιχειρήσεων που αφορά η απόφαση, θα υπήρχε για τις χαρτοβιομηχανίες η εναλλακτική λύση των παραγωγών που αντιπροσώπευαν το 40 % της παραγωγής.
412.
Επ' αυτού η Επιτροπή παρέσχε ορισμένες διευκρινίσεις, που όμως δεν είναι καθόλου σαφείς. Με το υπόμνημα αντικρούσεως ανέφερε ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις ήσαν «ήσσονος σημασίας», καθόσον πωλούσαν γενικά χαμηλές ποσότητες χαρτοπολτού και δεν θεωρούνταν από τους χαρ-τοβιομηχάνους ως πηγή εφοδιασμού που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τους αποδέκτες της αποφάσεως. Η αγορά χαρτοπολτού της ΕΟΚ επηρεάζεται, για ιστορικούς λόγους, από τους αποδέκτες της αποφάσεως και όχι από τις ήσσονος σημασίας επιχειρήσεις, οι οποίες περιορίζονται πατά κανόνα στον ρόλο ουραγού.
413.
Μια πρώτη παρατήρηση. Μου προκαλεί ευθύς εξαρχής έκπληξη το γεγονός ότι οι παραγωγοί που αντιπροσωπεύουν το 40 % της καταναλώσεως χαρακτηρίζονται συνολικά ως επιχειρήσεις «ήσσονος σημασίας», χωρίς να παρέχονται άλλες διευκρινίσεις πέρα από το ότι πωλούσαν μικρές ποσότητες πολτού.
414.
Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο θα διαπιστώσει κατ' ανάγκη ότι, ενόψει των στοιχείων που προβάλλει η Επιτροπή, είναι αδύνατο να προσδιοριστούν οι επιχειρήσεις που καλύπτουν το 40 % της κοινοτικής καταναλώσεως το οποίο δεν καλύπτεται από τους αποδέκτες της αποφάσεως. Απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διευκρίνισε, πρώτον, ότι οι περισσότεροι από τους παραγωγούς που αφορούσε η γνωστοποίηση αιτιάσεων, αλλά για τους οποίους δεν διαπιστώθηκε με την απόφαση καμία παράβαση, πωλούσαν μικρές μόνο ποσότητες ή δεν παρήγαν λευκασμένο θειικό χαρτοπολτό και, δεύτερον, ότι η δραστηριότητα των παραγωγών που δεν ενεπλάκησαν ποτέ στην παρούσα διαδικασία και των οποίων είχε ελέγξει η ίδια τα τιμολόγια αφορούσε εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου άλλα προϊόντα και όχι τον λευκασμένο θειικό πολτό. Για τους τελευταίους αυτούς παραγωγούς έκρινε συνπώς ότι δεν ήταν αναγκαία η συνέχιση της εξετάσεως της πολιτικής τους επί των τιμών. Κατόπιν των διευκρινίσεων αυτών, θα ήθελα απλώς να τονίσω ότι η ανάλυση της αγοράς εκ μέρους της Επιτροπής είναι ανεπαρκέστατη, όσον αφορά τα στοιχεία που συνέθεταν την προσφορά εντός της αγοράς χαρτοπολτού.
415.
Μια δεύτερη παρατήρηση. Η καθής ανέφερε ότι οι ήσσονος σημασίας επιχειρήσεις περιορίζονται κατά κανόνα στον ρόλο ουραγών. Δικαιολογημένα συνεπώς θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα για ποιο λόγο οι επιχειρήσεις αυτές δεν ενεπλάκησαν στην παρούσα διαδικασία, αφού, κατά την Επιτροπή, η ανακοίνωση εκ μέρους επιχειρήσεως τιμής που συμπίπτει με την τιμή των ανταγωνιστών της αποτελεί το κύριο αποδεικτικό στοιχείο για τη συμμετοχή της επιχειρήσεως αυτής στην εναρμονισμένη πρακτική. Απαντώντας σε έγγραφη ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ανέφερε ότι, «ενόψει των τιμολογίων και των άλλων διαθέσιμων τότε στοιχείων (...), οι παραγωγοί αυτοί δεν φαίνεται να έχουν μετάσχει στη δημόσια ανακοίνωση των τιμών κάθε τριμήνου ή να έχουν συνεργαστεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο στην εφαρμογή εναρμονισμένης πρακτικής». Θα ήθελα επιπλέον να τονίσω ότι η Επιτροπή, με το δικόγραφο ανταπαντήσεως, διαβεβαιώνει ότι δεν έχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για τους άλλους παραγωγούς, πλην των αποδεκτών της αποφάσεως, καλεί δε τους αποδέκτες αυτούς — χρησιμοποιώντας μάλιστα κάπως ρητορικό ύφος — να προσκομίσουν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία.
416.
Θα ήθελα πάντως να τονίσω ότι προφανώς είναι κάπως δύσκολο να συμβιβαστούν οι ταυτόχρονα προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ότι αφενός οι ήσσονος σημασίας επιχειρήσεις περιορίζονται κατά κανόνα «σε ρόλο ουραγών» — η δε προβολή του ισχυρισμού αυτού προϋποθέτει τουλάχιστον ότι η συμπεριφορά των επιχειρήσεων αυτών είναι γνωστή — και αφετέρου ότι η Επιτροπή δεν διέθετε επαρκή στοιχεία σχετικά με την εμπορική πολιτική των επιχειρήσεων αυτών.
417.
Με άλλα λόγια: Η Επιτροπή δεν με έπεισε πλήρως για τον λογικό ειρμό της αναλύσεως της.
2) Οι αυξομειώσεις των μεριδίων αγοράς
418.
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι μεταβολές των μεριδίων αγοράς ( 178 ) μεταξύ 1975 και 1981 δεν αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο για τη μη ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Θα ήθελα να τονίσω ότι η επιχειρηματολογία που εκτίθεται στην απόφαση επί του σημείου αυτού αποδεικνύει εντούτοις το αντίθετο ακριβώς από αυτό που επιδιώκει να αποδείξει. Στο σημείο 105 της αποφάσεως αναφέρεται ότι η μεταβολή των μεριδίων αγοράς ήταν λιγότερο έντονη κατά τις περιόδους κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις τιμολογούσαν ομοιόμορφες τιμές απ' ό,τι σε άλλες περιόδους. Για παράδειγμα, ο μέσος όρος των μεταβολών των μεριδίων αγοράς των φινλανδικών, των σουηδικών, των καναδικών και των αμερικανικών επιχειρήσεων ανήλθε σε 0,97 % από το 1975 μέχρι το 1976 και σε 0,86 % από το 1980 μέχρι το 1981. Αντίθετα, από το 1978 μέχρι το 1979 οι μεταβολές αυτές ανήλθαν σε 2,06 % και από το 1979 μέχρι το 1980 σε 2,17 %. Το Δικαστήριο θα διαπιστώσει απλώς ότι το τελευταίο αυτό ποσοστό, το οποίο αντιπροσωπεύει συνεπώς, κατά την Επιτροπή, τη σημαντικότερη μεταβολή των μεριδίων αγοράς, αφορά μια περίοδο κατά την οποία η καθής θεωρεί ακριβώς ότι υπήρχε εναρμόνιση των τιμών συναλλαγών. Στο σημείο αυτό η απόφαση ενέχει αντίφαση.
419.
Είναι αναμφίβολο ότι κανένα πρόβλημα δεν γεννάται από το γεγονός ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εναρμονισμένη πρακτική, την οποία επικρίνει, δεν εξάλειψε κάθε ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων. Είναι πιθανό ότι οι μεταβολές των μεριδίων αγοράς τις οποίες τονίζουν οι προσφεύγουσες δεν είναι ασυμβίβαστες με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής, τουλάχιστον όσον αφορά τις ανακοινωθείσες τιμές. Επ' αυτού συμφωνώ με την άποψη που εξέφρασε η καθής με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, δηλαδή ότι οι ανακοινωθείσες τιμές πρέπει να θεωρούνται καθαυτές ως στοιχείο του ανταγωνισμού εντός της αγοράς χαρτοπολτού. Εντούτοις, η διαπίστωση εναρμονίσεως των ανακοινωθεισών τιμών επί μακρό χρονικό διάστημα (1977-1978), κατά το οποίο οι επιχειρήσεις επέδειξαν, κατά την Επιτροπή, συμπεριφορά σύμφωνη προς τους κανόνες ανταγωνισμού, όσον αφορά τις τιμές συναλλαγών των χαρτοπολτών από μαλακή ξυλεία, δημιουργεί οπωσδήποτε σοβαρά ερωτηματικά ως προς τη λειτουργία που θεωρεί η καθής ότι επιτέλεσε το σύστημα ανακοινιοσεως των τιμών. Στο υπόμνημα αντικρούσεως της καθής αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής ( 179 ):
«Υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά του χαρτοπολτού, η ανά τρίμηνο ανακοίνωση ‘τρεχουσών τιμών’ στους πελάτες και στα πρακτορεία και η παροχή στοιχείων στον ειδικευμένο Τύπο σχετικά με αυτές τις ‘τρέχουσες τιμές’μπορούσαν να εμποδίσουν τη δημιουργία αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών ως προς τις τιμές. Τα στοιχεία σχετικά με αυτές τις ‘τρέχουσες τιμές’ αποτελούν νευραλγικά στοιχεία, όταν οι πραγματικές τιμές συναλλαγών ισούνται συνήθως με τις ‘τρέχουσες τιμές’. Η εκ των προτέρων ανακοίνωση των στοιχείων αυτών στους ανταγωνιστές — είτε άμεσα είτε έμμεσα, μέσω τρίτων — μπορεί να επηρεάσει την πολιτική καθορισμού των τιμών των ανταγωνιστών αυτών, αν οι ανταγωνιστές αυτοί μπορούν δικαιολογημένα να υποθέτουν ότι οι ‘τρέχουσες τιμές’ είναι οι τιμές που θα τιμολογηθούν όντως μεταγενέστερα».
420.
Η ορθότητα της αναλύσεως αυτής για τις περιόδους κατά τις οποίες οι τιμές συναλλαγών διέφεραν σημαντικά από τις ανακοινωθείσες τιμές είναι συνεπώς εκ πρώτης όψεως αμφίβολη.
421.
Οι αυξομειώσεις των μεριδίων της αγοράς οδήγησαν εξάλλου τους πραγματογνώμονες στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ένδειξη μη υπάρξεως ποσοστώσεων μεταξύ των εταιριών. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή διευκρίνισε ότι επρόκειτο για μια μορφή «υποτονικής ή ήσσονος» συμπαιγνίας, η οποία δεν καταργούσε όλες τις δυνατότητες ανταγωνισμού. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υποστήριξε ότι υπήρχε τυπική συμφωνία με ποσοστώσεις παραγωγής, ένα σύστημα σύνθετης επιτηρήσεως ή κυρώσεων. Επί της απόψεως αυτής θα ήθελα να διατυπώσω την εξής παρατήρηση.
422.
Η άποψη της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη συστήματος ποσοστώσεων, όπως εκτίθεται στα δικόγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο, παρουσιάζει εκπλητικές «διακυμάνσεις» ( 180 ). Μολονότι από ορισμένα χωρία των δικογράφων της συνάγεται ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι το σύστημα αυτό δεν ήταν αναγκαίο, σε άλλα σημεία αναφέρθηκε σαφώς στην ύπαρξη αυτής της μορφής κατανομής των αγορών. Για παράδειγμα, απαντώντας στο επιχείρημα των Βορειοαμε-ρικανών παραγωγών, και συγκεκριμένα των μελών της ΚΕΑ, ότι το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις αυτές εκμεταλλεύονταν τις παραγωγικές ικανότητες των εγκαταστάσεων τους σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι οι άλλοι παραγωγοί και — όσον αφορά τους Αμερικανούς παραγωγούς — αύξαναν το μερίδιο αγοράς τους δεν συμβιβάζεται με την ύπαρξη συμπαιγνίας, η καθής τονίζει τα εξής:
«Καταρχήν καμία σύμπραξη δεν είναι ποτέ πλήρης και δεν υπάρχει λόγος να μην αλλάζουν οι ποσοστώσεις, όταν μεταβάλλονται οι περιστάσεις. Στην πράξη, οι παραγωγοί με χαμηλό κόστος (όπως ήσαν οι παραγωγοί των ΗΠΑ μέχρι το 1981, εν μέρει λόγω της αδυναμίας του δολαρίου) θα βρίσκονται πάντοτε σε καλύτερη διαπραγματευτική θέση έναντι των άλλων μελών της συμπράξεως, όταν πρόκειται για αύξηση των ποσοστώσεων.»
423.
Δεν νομίζω ότι θα επρόκειτο για διασταλτική ερμηνεία του κειμένου της Επιτροπής, αν γινόταν δεκτό ότι η αναφορά της σε σύστημα ποσοστώσεων είναι προφανής.
ζ) Η αγορά χαρτοπολτού πριν από το 1975 και μετά το 1981
1) Η αγορά πριν από το 1975
424.
Οι πραγματογνώμονες, στηριζόμενοι, μεταξύ άλλων, σε συνομιλίες που διεξήγαγαν με τους αγοραστές χαρτοπολτού, ανέφεραν ότι κατά τη δεκαετία του '50 και κατά τη δεκαετία του '60η αγορά, στην οποία υπήρχαν μικρός αριθμός προμηθευτών και σχετικά μεγάλος αριθμός πελατών, τελούσε υπό «ασφυκτικό έλεγχο», στη διατήρηση δε της καταστάσεως αυτής συνέβαλλαν οι αγοραστές μεγάλων ποσοτήτων. Το 1975η «ελεγχόμενη» αυτή αγορά είχε ήδη παραχωρήσει τη θέση της σε μια αγορά στην οποία επικρατούσε ανταγωνισμός, βάσει των νόμων της προσφοράς και της ζητήσεως, πράγμα που συμβαίνει και σήμερα. Οι πραγματογνώμονες έκριναν πολύ πιθανό να υπάρχουν ακόμη στην αντίληψη των παραδοσιακότερων πωλητών και αγοραστών ορισμένα «ίχνη» της αντιλήψεως περί ελεγχόμενης αγοράς, αλλά η ικανότητα τους να ασκούν έλεγχο είχε πληγεί σοβαρά ήδη το 1975.
425.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο Cockram, από τον οποίο ζητήθηκε να διευκρινίσει το κάπως γριφώδες χωρίο αυτό, εξήγησε ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του '50 οι τότε πωλητές — δηλαδή οι Σουηδοί παραγωγοί, η Finncell και ορισμένοι άλλοι Ευρωπαίοι παραγωγοί δεν θα μπορούσαν πιθανότατα «να αντιμετωπίσουν τις ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν αργότερα σχετικά με τον ανταγωνισμό». Ο πραγματογνώμονας διευκρίνισε ότι οι πωλητές αυτοί εξακολούθησαν να δρουν κατά τη δεκαετία του '60 και κατά τη δεκαετία του '70. Ο πραγματογνώμονας τόνισε ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αγορά έπαυσε να τελεί υπό ασφυκτικό έλεγχο και παραχώρησε τη θέση της σε μια ανοικτή αγορά, όπως εξακολουθεί να είναι και σήμερα: υπήρξε μια «μεγάλη μεταβατική cpaiá ζώνη» και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το συγκεκριμένο έτος κατά το οποίο η αγορά κατέστη ανοικτή.
2) Η αγορά μετά το 1981
426.
Οι πραγματογνώμονες, αφού ανέφεραν τις σταδιακές μεταβολές των χαρακτηριστικών της αγοράς χαρτοπολτού ( 181 ), εξέτασαν τις συνέπειες της αναλήψεως δεσμεύσεως, η οποία θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις καθορίζουν τις τιμές τους «μέχρι νεοτέρας ανακοινώσεως» και, όσον αφορά το 50 % τουλάχιστον των πωλήσεων τους, στο νόμισμα του αγοραστή.
427.
Από το 1985, όταν άρχισε να ισχύει η δέσμευση, η αγορά γνώρισε μια περίοδο έντονης δραστηριότητας (1986-1989) και μια περίοδο υφέσεως (από το 1990). Κατά τους πραγματογνώμονες, η ανάληψη της δεσμεύσεως επέφερε μια σημαντική μεταβολή: υπάρχει πλέον, ενώ δεν υπήρχε προηγουμένως, ένας ελάχιστος βαθμός βραχυπρόθεσμης προσαρμογής των τιμών. Ενόψει πλέον της χρησιμοποιήσεως διαφόρων νομισμάτων και όχι μόνο του δολαρίου, η μείωση των τιμών για τους αγοραστές και η αύξηση τοων τιμών για τους πωλητές διέρχεται από ορισμένα συγκεκριμένα πλέον στάδια. Έχει καθιερωθεί ένας νέος συνολικός μηχανισμός. Όταν η αγορά είναι στάσιμη, οι τιμές που εκφράζονται σε ασθενή νομίσματα τείνουν, στην καλύτερη των περιπτιοσεων, να παραμένουν στάσιμες, ενώ, όταν η αγορά είναι δραστήρια, τείνουν να παραμένουν τουλάχιστον στάσιμες οι τιμές που εκφράζονται σε ισχυρά νομίσματα.
428.
Με τις παρατηρήσεις της η Επιτροπή υποστήριξε ότι η κατάσταση έχει βελτιωθεί για τους πελάτες έναντι της καταστάσεως που επικρατούσε κατά την περίοδο που καλύπτει η απόφαση.
429.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ζητήθηκε από τον Cockram να διασαφηνίσει την περιγραφή αυτή. Ο Cockram ανέφερε ότι οι τιμές του χαρτοπολτού μεταβάλλονται λόγω της χρησιμοποιήσεως διαφόρων νομισμάτων. Όταν η αγορά είναι δραστήρια, οι τιμές τείνουν να σταθεροποιηθούν στο υψηλότερο επίπεδο τους και, όταν η αγορά εμφανίζει ύφεση, τείνουν να σταθεροποιηθούν στα χαμηλότερα επίπεδα τους. Για παράδειγμα, μεταξύ 1985 και 1989, όταν η αγορά ήταν δραστήρια και το δολάριο ασθενές, οι τιμές χαρτοπολτού αυξήθηκαν επί 13 συνεχή τρίμηνα. Από το 1989, όταν η αγορά άρχισε να εμφανίζει ύφεση, οι τιμές υφίστανται συνεχώς μείωση. Εξάλλου, ο Cockram επιβεβαίωσε την ύπαρξη ενός φαινομένου που χαρακτηρίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από ορισμένες προσφεύγουσες ως «αποτέλεσμα zigzag» και το οποίο είναι το εξής: όταν ένα νόμισμα που χρησιμοποιείται στο εμπόριο εξασθενεί έναντι ενός άλλου, οι πωλητές που χρησιμοποιούν το πρώτο νόμισμα επικαλούνται την υποτίμηση αυτή ως δικαιολογία για την αύξηση των τιμών τους που εκφράζονται στο νόμισμα αυτό, καθόσον οι αγοραστές είναι οπωσδήποτε διατεθειμένοι να καταβάλουν την υψηλότερη τιμή, η οποία εκφράζεται στο δεύτερο νόμισμα.
430.
Όσον αφορά την εξέλιξη μετά το 1981, οι πραγματογνώμονες θεώρησαν ότι δεν έχουν μεταβληθεί τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της αγοράς:
—
Όταν η αγορά είναι δραστήρια, οι ανακοινωθείσες τιμές μεταβάλλονται σχεδόν κάθε τρίμηνο και αποτελούν ανώτατες τιμές για τις τιμές συναλλαγών.
—
Οι τιμές που ανακοινώνονται είναι γνωστές σε όλους τους αγοραστές και σε όλους τους πωλητές, καθώς και σε άλλους ενδιαφερομένους, χάρη σε άμεσες πηγές και στα δημοσιεύματα του ειδικευμένου Τύπου.
—
Όταν η αγορά φθάσει στο ζενίθ, υπάρχει μια περίοδος σταθερότητας, η οποία ακολουθείται από την ύπαρξη τιμών συναλλαγών χαμηλότερων από τις ανακοινωθείσες τιμές.
—
Όταν η ανακοινωθείσα τιμή «ρεκόρ» («peak list price») χάνει τέλος την αξιοπιστία της στην αγορά, μειώνεται, αλλά ποτέ αρκετά, ώστε να αποτελεί αξιόπιστη ένδειξη των τιμών συναλλαγών, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις στις οποίες παρατηρείται μεγάλη δραστηριότητα στην αγορά.
—
Πάντοτε οι αγοραστές και οι πωλητές αντιδρούν αμοιβαία ταχύτατα σε κάθε βραχυχρόνια απόκλιση τιμών που δημιουργείται μεταξύ των διαφόρων χωρών με διάφορα νομίσματα: προκειμένου να αντισταθμίσουν τη μείωση της διαφάνειας της αγοράς, και οι αγοραστές και οι πωλητές έχουν τελειοποιήσει το σύστημα παρακολουθήσεως της αγοράς που εφάρμοζαν.
Επ' αυτού η Επιτροπή επικρίνει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης για το ότι δεν εξέτασε παρά μόνο την εξέλιξη των ανακοινωθεισών τιμών.
Συμπέρασμα
431.
Κατόπιν αυτής της μακροσκελούς εξετάσεως το συμπέρασμα πρέπει να είναι σύντομο.
432.
Οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι η ομοιομορφία των τιμών στην αγορά χαρτοπολτού μπορούσε να εξηγηθεί από τη φυσιολογική λειτουργία της αγοράς. Τα πορίσματα τους θέτουν πάντως ορισμένα ερωτηματικά, επειδή ορισμένα από τα βασικά σημεία τους στηρίζονται, όπως είδαμε, σε μια ανάλυση των χαρακτηριστικών της αγοράς χαρτοπολτού τα οποία, ενόψει των στοιχείων που διαθέτουμε, δεν είναι καθόλου αναμφισβήτητα.
433.
Κατά συνέπεια, ενδέχεται το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι δεν μπορεί να στηρίξει την απόφαση του επί της εκθέσεως των Fishwick και Cockram.
434.
Από την όλη συζήτηση συνάγεται παράλληλα ότι η άποψη της Επιτροπής εμφανίζει και αυτή ασθενή σημεία. Ένα από τα ασθενή αυτά σημεία, και μάλιστα όχι ήσσονος σημασίας, είναι η μερική ανάλυση των στοιχείων που συνθέτουν την προσφορά. Θα ήθελα εξάλλου να υπενθυμίσω ότι η εκτίμηση της διαφάνειας της αγοράς υποτίμησε οπωσδήποτε τη σημασία ορισμένων χαρακτηριστικών της αγοράς χαρτοπολτού. Η άποψη της καθής, και ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία που επιτέλεσε από την άποψη της εναρμονισμένης πρακτικής το σύστημα ανακοινώσεων, δεν εμφανίζει προφανώς πάντοτε ειρμό. Ο αποδεικτικός συλλογισμός της Επιτροπής περιέχει συνεπώς «σκοτεινές ζώνες» και αντιφάσεις. Μπορεί επομένως να αποδείξει ο συλλογισμός αυτός την ορθότητα των διαπιστώσεων της αποφάσεως ως προς τη συμμετοχή καθενός από τους αποδέκτες σε εναρμονισμένη πρακτική; Εν πάση περιπτώσει, το συμπέρασμα αυτό προϋποθέτει εν προκειμένω ότι το τεκμήριο που βασίζεται στην παράλληλη συμπεριφορά των επιχειρήσεων δεν μπoρεC να ανατραπεί από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει κάθε επιμέρους προσφεύγουσα. Αν όμως το Δικαστήριο προβεί στην εξέταση αυτή, θα διαπιστώσει αμέσως τα κενά που εμφανίζει η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία θα εξετάσω αμέσως κατωτέρω.
1.4. Η αιτιολογία της αποφάσεως
435.
Η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει σοβαρή πλημμέλεια, όσον αφορά τη μέθοδο που εφαρμόστηκε για να αποδειχθεί η ατομική συμμετοχή κάθε αποδέκτη της αποφάσεως στη γενική εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές ( 182 ).
436.
Θα ήθελα καταρχάς να αναφέρω ότι η Επιτροπή, στο γενικό μέρος του υπομνήματος ανταπαντήσεως, το οποίο αφορά τον ορισμό της έννοιας «εναρμονισμένη πρακτική» ( 183 ), φρονεί ότι «η συμμετοχή κάθε ενδιαφερομένου σε εναρμονισμένη πρακτική μπορεί να αποδεικνύεται, όταν παρατηρείται ομοιότητα της συμπεριφοράς του προς τη συμπεριφορά των άλλων επιχειρήσεων και όταν η ομοιότητα αυτή ή ‘η παράλληλη συμπεριφορά’ δεν μπορούν να θεωρηθούν απλώς ως ευφυής προσαρμογή προς την υφισταμένη ή την αναμενόμενη συμπεριφορά των ανταγωνιστών» ( 184 ).
437.
Θα ήθελα πράγματι να υπενθυμίσω ότι, αν και η παράλληλη συμπεριφορά ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη εναρμονίσεως, η Συνθήκη δεν απαγορεύει στις επιχειρήσεις να προσαρμόζονται ευφυώς στη συμπεριφορά που επιδεικνύουν ή αναμένεται να επιδείξουν οι ανταγωνιστές τους ( 185 ).
438.
Ενώ επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση θεωρεί ότι δεν υφίσταται καμία αξιόπιστη εξήγηση οικονομικής φύσεως για την παράλληλη συμπεριφορά των επιχειρήσεων, η αιτιολογία της επ' αυτού δεν είναι συστηματική και εξατομικευμένη, για κάθε επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, ώστε να μπορεί να συναχθεί σαφώς το συμπέρασμα ότι ο οικείος αποδέκτης δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η ομοιότητα της συμπεριφοράς του με τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια προσαρμογή. Η έλλειψη εξατομικεύσεως στο σημείο αυτό της αποφάσεως έχει εν προκειμένω απαράδεκτες συνέπειες, όσον αφορά την αιτιολογία της αποφάσεως σχετικά με την ατομική συμμετοχή κάθε επιχειρήσεως σε εναρμονισμένη πρακτική. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να αποδεικνύουν ότι η συμπεριφορά τους δεν αποτελεί απλή προσαρμογή προς τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους, αλλά δεν πρέπει να λησμονείται ότι η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί την κατάληξη μιας διοικητικής διαδικασίας, σκοπός της οποίας είναι να δοθεί στις επιχειρήσεις η δυνατότητα να αναπτύξουν την άποψη τους επί των αιτιάσεων που τους έχουν γνωστοποιηθεί. Η αιτιολογία όμως που θα ήταν αναγκαία εν προκειμένω θα συνίστατο τουλάχιστον στην, συνοπτική έστω, ρητή και ατομική, εξέταση της επιχειρηματολογίας κάθε επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων. Συναφώς, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι πολλές προσφεύγουσες είχαν παράσχει εξηγήσεις, είτε με τις απαντήσεις τους στη γνωστοποίηση αιτιάσεων είτε κατά την ακρόαση τους, με τις οποίες επιδίωκαν να αποδείξουν ότι η συμπεριφορά τους ήταν εύλογη και ανεξάρτητη ή ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες προσκομίστηκαν επίσης οικονομικού περιεχομένου γνωμοδοτήσεις, η παράλληλη εξέλιξη των τιμών οφειλόταν σε άλλους λόγους και όχι στην ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι οι αποδέκτες είχαν παράσχει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά τους και, αν υποτεθεί ότι η σχετική επιχειρηματολογία τους ήταν ιδιαίτερα λακωνική, η Επιτροπή όφειλε να προβεί ακριβώς στη διαπίστωση αυτή.
439.
Για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η Επιτροπή δεν εξέτασε πριν από τη φάση της ανταπαντήσεως τις γνωμοδοτήσεις των οικονομολόγων που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες και τις οποίες η ίδια απέρριψε, οι γνωμοδοτήσεις των καθηγητών Hart, Jacquemin και Phlips της είχαν υποβληθεί ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία ( 186 )..
440.
Η λύση που επέλεξε η προσβαλλόμενη απόφαση καταλήγει στην επιβολή προστίμου στον επιχειρηματία που ανακοίνωσε την ίδια τιμή όπως και ορισμένοι από τους ανταγωνιστές του για συγκεκριμένο ή πλείονα συγκεκριμένα τρίμηνα, χωρίς να αντικρούονται ρητά και ατομικά τα επιχειρήματα με τα οποία ο επιχειρηματίας αυτός επιδιώκει να αποδείξει ότι η συμπεριφορά του ανταποκρινόταν, ενόψει της συγκεκριμένης καταστάσεως του, στην ευφυή προσαρμογή του προς την κατάσταση της αγοράς.
441.
Το γεγονός ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξετάζονται εξατομικευμένα τα επιχειρήματα των αποδεκτών της δεν μπορεί βέβαια να δικαιολογηθεί βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά την οποία η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να εξετάζει με την απόφαση της όλα τα νομικά και πραγματικά επιχειρήματα που έχουν προβάλει οι επιχειρήσεις κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ( 187 ). Η καθής ισχυρίζεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε τα σημαντικότερα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες. Εν πάση περιπτώσει, συνάγεται κατ' ανάγκη το συμπέρασμα ότι στην προσβαλλόμενη πράξη περιέχεται μόνο μια συνολική ανάλυση, για την οποία η Επιτροπή δεν εξέτασε εξατομικευμένα και ρητά τα επιχειρήματα κάθε αποδέκτη της αποφάσεως.
442.
Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρεί εν προκειμένω ότι απέδειξε επαρκώς την ατομική συμμετοχή κάθε αποδέκτη της αποφάσεως σε εναρμονισμένη πρακτική.
443.
Με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην προαναφερθείσα υπόθεση Hasselblad κατά Επιτροπής ( 188 ), ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn ανέφερε τα εξής:
«Το σημαντικό είναι ότι η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η απόφαση, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν. Η Επιτροπή οφείλει να προβεί σε πραγματικές διαπιστώσεις μάλλον παρά να αναφέρει κατ' ανάγκη τους αντιμαχόμενους ισχυρισμούς προς απόδειξη των πραγματικών περιστατικών. Είναι δυνατό να υπάρχουν περιπτώσεις όπου η αμεροληψία απαιτεί να αναφερθούν και να αναλυθούν και οι δύο απόψεις: εν πάση περιπτώσει είναι κάπως απερίσκεπτο να μην αναφέρονται οι κυριότεροι, ισχυρισμοί της εταιρίας εις βάρος της οποίας διεξάγεται έλεγχος, ακόμη και αν οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν απορριφθεί. Είναι κατ' εμέ προτιμότερο να αναφέρονται συνοπτικά οι λόγοι για τους οποίους έχουν απορριφθεί οι κύριοι ισχυρισμοί, ακόμη και αν δεν πρέπει να εξετάζονται όλα τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί.»
444.
Μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρεται ο γενικός εισαγγελέας καταλέγεται προφανώς η περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή στηρίζεται σε ορισμένο τεκμήριο. Αυτή η μέθοδος αποδείξεως των παραβάσεων της Συνθήκης πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη, προκειμένου να μην θίγονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, τον σεβασμό των οποίων εξασφαλίζει το Δικαστήριο στο πλαίσιο των διαδικασιών ανταγωνισμού ( 189 ). Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να αποσιωπηθούν ορισμένες έντονες επικρίσεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο τόυ ανταγωνισμού. Για παράδειγμα, έχουν γραφεί προσφάτως τα εξής: «Οι χρηματικές αυτές κυρώσεις μπορούν να επιβάλονται στις επιχειρήσεις, χωρίς να έχει πράγματι αποδειχθεί η παράβαση, χάρη στην εφαρμογή της θεωρίας της ‘δέσμης ενδείξεων’. Μια πράξη ή ακόμη και μια παράλειψη που έχουν αποτέλεσμα αντίθετο προς τον ανταγωνισμό αρκούν, από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού, για την επιβολή κυρώσεως στους ενδιαφερομένους. Τούτο είναι αντίθετο προς τις στοιχειώδεις αρχές που διέπουν τα δικαιώματα ακροάσεως ή άμυνας, αφού η διοικητική κύρωση εν προκειμένω πρέπει να επιβάλλεται, όπως ακριβώς και η ποινική κύρωση, βάσει αποδειγμένων αιτιάσεων και όχι μόνο βάσει πιθανολογήσεως. Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι το Συμβούλιο Ανταγωνισμού και η Επιτροπή των Βρυξελλών επιβάλλουν ορισμένες φορές πρόστιμα στους ενδιαφερομένους που δεν πέτυχαν να αποδείξουν την αθωότητα τους. Επομένως, αντιστρέφεται το βάρος αποδείξεως, αφού αρκεί να υπάρχει παράλληλη συμπεριφορά για να αποδεικνύεται η συμφωνία και επιβάλλεται συνεπώς στις επιχειρήσεις η υποχρέωση να αποδείξουν το αντίθετο» ( 190 ).
445.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου του ανταγωνισμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παράλληλη συμπεριφορά μπορεί να συνιστά τεκμήριο προς απόδειξη της παραβάσεως. Στην περίπτωση όμως αυτή το Δικαστήριο πρέπει να μεριμνά για την αυστηρή τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κάθε αποφάσεως που στηρίζεται στο τεκμήριο αυτό.
446.
Από την άποψη δε αυτή, η μη πραγματοποίηση ρητής και εξατομικευμένης εξετάσεως της επιχειρηματολογίας των αποδεκτών της αποφάσεως ενέχει κινδύνους για την τήρηση της κοινοτικής νομιμότητας.
447.
Το επιχείρημα ότι η εξέταση αυτή, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται με την απόφαση, επιβάλλει στο καθού όργανο επαχθές διοικητικό έργο είναι αβάσιμο. Εν πάση περιπτώσει, το καθού όργανο πρέπει, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, να απαντήσει στα επιχειρήματα όλων των αποδεκτών της αποφάσεως του, ενώ το Δικαστήριο έχει αναπόφευκτα την υποχρέωση να προβεί στην περίπτωση αυτή σε εξατομικευμένη εξέταση της επιχειρηματολογίας των προσφευγουσών. Μια τέτοια σύγχυση καθηκόντων θα ήταν ανεπίτρεπτη. Το καθού όργανο οφείλει να αιτιολογεί τις διαπιστώσεις του σχετικά με τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού, ενώ στο Δικαστήριο εναπόκειται να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή έφερε σε πέρας την αποστολή της αυτή. Αν γινόταν δεκτή η αντίθετη άποψη, τούτο θα κατέληγε σε προσβολή των στοιχειωδέστερων δικαιωμάτων άμυνας και θα αντέβαινε στην ίδια τη λειτουργία του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει άμεσα αν η εξήγηση που παρέσχε κάθε προσφεύγουσα για τη συμπεριφορά της αποτελεί ικανοποιητική εναλλακτική εξήγηση έναντι της απόψεως περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής, όταν με την απόφαση δεν εξετάζεται ρητά και εξατομικευμένα η επιχειρηματολογία τους. Η προοπτική αυτή και μόνο αρκεί για να αποδειχθεί η ανεπάρκεια της αποφάσεως. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή διαθέτει περισσότερα μέσα από ό,τι το Δικαστήριο για να απαντήσει στις περίπλοκες, οικονομικής φύσεως, δικαιολογίες που προβάλλουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, βασιζόμενη κυρίως στις στατιστικές που διαθέτει για τον οικείο τομέα, στις οικονομικές μελέτες και στα αποτελέσματα των ελέγχων που διεξήγαγε η ίδια.
448.
Ο Α. Pliakos, στο έργο του: «Les droits de la défense et le droit communautaire de la concurrence» ( 191 ), τονίζει τα εξής:
«Αν σε μια απόφαση της Επιτροπής δεν εκτίθενται οι ισχυρισμοί των ενδιαφερομένων, η Επιτροπή μπορεί να καταλήξει να αρκεστεί σε αόριστες και γενικές διαπιστώσεις ή, πράγμα ακόμη σοβαρότερο, να μεταθέσει τη διεξαγωγή της συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, πράγμα που όχι μόνο σημαίνει την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως, αλλά καθιστά επίσης κενό περιεχομένου τον θεσμό της διαδικασίας κατ' αντιδικία» ( 192 ).
Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τα βασικά σημεία της κριτικής αυτής ευσταθούν και στην προκειμένη υπόθεση, δεδομένου ότι η επιχειρηματολογία κάθε ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως δεν εξετάστηκε ρητά και εξατομικευμένα.
449.
Ορισμένοι άλλοι τονίζουν ότι τα δικαιώματα άμυνας
«θα προσβάλλονταν κατάφωρα, αν η επιχείρηση έπρεπε, προκειμένου να λάβει γνώση της απαντήσεως της Επιτροπής στους ισχυρισμούς της, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού δεν θα μπορούσε να αντικρούσει, με το δικόγραφο της προσφυγής της, την απάντηση που δεν θα της είχε δοθεί και δεν θα μπορούσε να λάβει γνώση της απαντήσεως αυτής πριν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, από τη λήψη του υπομνήματος αντικρούσεως. Αν αντίθετα η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει, τούτο θα αποτελούσε οπωσδήποτε κέρδος για την ποιότητα και την πειστικότητα της αποφάσεως της. Αν οι ισχυρισμοί των επιχειρήσεων δεν είναι βάσιμοι, η Επιτροπή θα τους αντικρούσει εύκολα. Αν είναι βάσιμοι, η απόφαση της θα είναι διαφορετική. Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα θα είναι πολύ πιο ικανοποιητικό. Καταρχάς για το Δικαστήριο, το οποίο θα διαθέτει περισσότερα στοιχεία και του οποίου ο έλεγχος θα διευκολυνθεί- για την Επιτροπή, η οποία θα προσδιορίσει καλύτερα, λόγω των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται, τα πραγματικά και νομικά περιστατικά, και, τέλος, για την επιχείρηση, της οποίας θα προστατεύονται τα δικαιώματα» ( 193 ).
450.
Στην προκειμένη περίπτωση η, συνοπτική έστω, ειδική αναφορά των λόγων που οδήγησαν το κοινοτικό όργανο να απορρίψει τις εξηγήσεις που είχε παράσχει κάθε αποδέκτης της αποφάσεως για τη συμπεριφορά του ήταν απαραίτητη από δύο απόψεις. Ο αποδέκτης για τον οποίο διαπιστώθηκε παράβαση πρέπει να ανευρίσκει εντός της αποφάσεως μια, σύντομη έστω, αλλά ρητή και εξατομικευμένη εξέταση της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξε κατά τη διοικητική διαδικασία, εξέταση που να δικαιολογεί τη διαπίστωση ότι η συμπεριφορά του στοιχειοθετεί συμμετοχή σε εναρμονισμένη πρακτική. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή δεν δίνει στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να ασκήσει ικανοποιητικά τον έλεγχο του επί της εκτιμήσεως βάσει της οποίας κατέληξε να απορρίψει τις εξηγήσεις που παρέσχε ατομικά κάθε αποδέκτης της αποφάσεως της. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη τους δυο σκοπούς στους οποίους αποβλέπει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση αιτιολογήσεως ( 194 ).
451.
Στη νομολογία του Δικαστηρίου έχει βέβαια διαμορφωθεί, όσον αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως, μια αντίληι[)η που δεν είναι άκαμπτη. Το Δικαστήριο αποφαίνεται κατά παράδοση ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξης ( 195 ). Δεν μπορεί π.χ. να απαιτείται να παρατίθενται στους κανονισμούς γενικής ισχύος οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση τους. Τα πράγματα όμως είναι τελείως διαφορετικά, όταν πρόκειται για αποφάσεις της Επιτροπής σε θέματα ανταγωνισμού, κυρίως δε όταν οι αποφάσεις αυτές επιβάλλουν σε επιχειρηματίες την καταβολή προστίμων και συνεπώς έχουν προφανώς χαρακτήρα κυρώσεως.
452.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι, εφόσον δεν υπάρχει ειδική και εξατομικευμένη εξέταση της επιχειρηματολογίας κάθε επιχειρήσεως ή ενώσεως επιχειρήσεων, η οποία, ακόμη και αν περιορίζεται από τις επιτακτικές ανάγκες που υπαγορεύουν τη διοικητική δράση, να ανταποκρίνεται εντούτοις στις ανάγκες αιτιολογήσεως κάθε διαπιστώσεως παραβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πληροί τις προϋποθέσεις αιτιολογήσεως που θέτει η Συνθήκη όσον αφορά την απόδειξη της συμμετοχής κάθε αποδέκτη της στη γενική εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές, την οποία αφορά η παράγραφος 1 του άρθρου 1.
453.
Εφόσον συνεπώς δεν ισχύει το τεκμήριο που βασίζεται στην παράλληλη συμπεριφορά, τί συμβαίνει με τις «άμεσες ή έμμεσες ανταλλαγές πληροφοριών» στις οποίες αναφέρεται η απόφαση;
2) Οι άμεσες και έμμεσες ανταλλαγές πληροφοριών
454.
Στα σημεία 106 επ. της αποφάσεως γίνεται λόγος για διάφορες μορφές άμεσων ή έμμεσων ανταλλαγών πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των επιχειρήσεων. Όσον αφορά καταρχάς τις διαπιστώσεις που εκτίθενται στα σημεία 107, 108 και 109, επιβάλλονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις. Είχα ήδη την ευκαιρία να εξετάσω την άποψη της Επιτροπής ότι το σύστημα ανακοινώσεων των τιμών αποτελούσε εμμέσως σύστημα ανταλλαγών πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των επιχειρήσεων (σημείο 108) και την ανάλυση της ότι η διαδοχική ή ακόμη και ταυτόχρονη ανακοίνωση των τιμών δεν θα ήταν δυνατή «χωρίς τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερόμενων εταιριών» (σημείο 107). Και έχω ήδη αναφέρει ότι δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος για την ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής.
455.
Όπως έχω ήδη τονίσει, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός ότι οι ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων ως προς τις τιμές στο πλαίσιο της ΚΕΑ μεταξύ των Αμερικανών παραγωγών και στο πλαίσιο της Fides μεταξύ των παραγωγών πολτού από σκληρή ξυλεία όχι μόνο εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικής εναρμονίσεως των τιμών, αλλά συνιστούν επίσης άμεση παράβαση του άρθρου 85 (σημείο 109), συνιστά παραβίαση της αρχής non bis in idem.
456.
Τέλος, η Επιτροπή αναφέρεται στα τηλετυπήματα που εκτίθενται στις παραγράφους 61 έως 70 της αποφάσεως και αναφέρει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύετοα, κατά τη γνώμη της, ότι πραγματοποιήθηκαν οι συναντήσεις αυτές. Κατά την Επιτροπή, μολονότι πρόκειται για έμμεσες αποδείξεις, οι οποίες βασίζονται σε στοιχεία που έχουν παράσχει οι πελάτες, τα στοιχεία αυτά είναι αξιόπιστα, καθόσον προέρχονται από αγοραστές, οι οποίοι είναι εν γένει πολύ καλά πληροφορημένοι. Επιπλέον, κατά την απόφαση της Επιτροπής, η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων αυτών ενισχύεται επίσης από στοιχεία που προέρχονται από διάφορες πηγές και αφορούν διάφορες περιόδους.
457.
Το Δικαστήριο ζήτησε από την Επιτροπή να αναφέρει ποια ακριβώς συμπεράσματα συνήγαγε από τα τηλετυπήματα στα οποία αναφέρονται τα σημεία 61-70 της αποφάσεως και να προσδιορίσει τους παραγωγούς για τους οποίους και τις περιόδους για τις οποίες ισχύουν τα συμπεράσματα αυτά. Η πρώτη απάντηση την οποία έδωσε η Επιτροπή ήταν η εξής:
«Τα συμπεράσματα που συνήγαγε η Επιτροπή από τα τηλετυπήματα και από τα άλλα έγγραφα και τις δηλώσεις των οποίων γίνεται μνεία στα σημεία 61 έως 70 της αποφάσεως παρατίθενται στα σημεία 108 και 110.
Τα εν λόγω τηλετυπήματα (σημεία 62, 63, 66 και 68-70) ήσαν είτε εσωτερικά έγγραφα ενός παραγωγού, από τα οποία αποδεικνύεται ότι υπήρξε εκτεταμένη ανταλλαγή πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των παραγωγών σε σχέση με τις εμπορικές εκτιμήσεις τους και τις προθέσεις τους για τις αγορές χαρτοπολτού εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, είτε συνιστούσαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, έγγραφα με τα οποία πραγματοποιούνταν ανταλλαγή πληροφοριακών στοιχείων μεταξύ των παραγωγών. Όπως προκύπτει σαφώς από σύγκριση των ημερομηνιών των τηλετυπημάτων και των άλλων εγγράφων που αφορούν τις ανακοινώσεις τιμών και των ημερομηνιών των σχετικών ανακοινώσεων (δηλαδή από τον πίνακα 6 της αποφάσεως), η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των ενδιαφερομένων παραγωγών συνέπιπτε σχεδόν χρονικά με την ανακοίνωση των τιμών και σε μια τουλάχιστον περίπτωση πραγματοποιήθηκε την παραμονή της ανακοινώσεως (σημείο 69 της αποφάσεως, σχετικά με την τιμή της Westar, η οποία τότε έφερε την επωνυμία BC Timber, για το πρώτο τρίμηνο του 1976). Πρέπει εξάλλου να υπομνηστεί ότι τόσο η Weyerhaeuser όσο και η ITT Rayonier ήσαν μέλη της ΚΕΑ και ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που τους γνωστοποιήθηκαν σχετικά με την αγορά γνωστοποιούνταν, κατά πάσα πιθανότητα, και σε όλα τα άλλα μέλη της ΚΕΑ, καθόσον τούτο αποτελεί έναν από τους σκοπούς της ΚΕΑ.
Η Επιτροπή θεώρησε ότι αυτές οι επαφές μεταξύ παραγωγών, οι οποίες αποδεικνύονται από όλα τα έγγραφα στα οποία αναφέρονται τα σημεία 61 έως 70, αποτελούσαν αντικειμενικά στοιχεία, στα οποία μπορούσε να στηριχθεί η οικονομικής φύσεως εκτίμηση της Επιτροπής ότι η ομοιομορφία της συμπεριφοράς ως προς τις ανακοινώσεις τιμών και τις τιμές συναλλαγών οφειλόταν σε εναρμόνιση και όχι σε αυτοτελή ανταγωνιστική συμπεριφορά. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό καταρχάς σε σχέση με τις επιχειρήσεις των οποίων γίνεται ρητή μνεία στα έγγραφα, το συμπέρασμα δε αυτό δεν ίσχυε μόνο για την ειδική περίοδο που κάλυπτε κάθε έγγραφο, αλλά για ολόκληρη την περίοδο για την οποία η Επιτροπή διέθετε άλλα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί η ύπαρξη εναρμονίσεως μεταξύ των παραγωγών αυτών ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές ή τις τιμές συναλλαγών.
Η Επιτροπή εξάλλου έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό ήταν κρίσιμο, έστω και έμμεσα, προκειμένου να αποδειχθεί η ορθότητα των παρόμοιων συμπερασμάτων που είχε συναγάγει σε σχέση με άλλους παραγωγούς, των οποίων δεν γινόταν ρητή μνεία στα έγγραφα αυτά.»
458.
Το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή παρέπεμψε σε ορισμένα σημεία της αποφάσεως στα οποία δεν αναφέρονται οι παραγωγοί! μεταξύ των οποίων και η περίοδος πατά την οποία η Επιτροπή θεώρησε, βάσει των τηλετυπημάτων που παρατίθενται στα σημεία 61-70 της αποφάσεως, óu υπήρχε εναρμονισμένη πρακτική, έθεσε στην Επιτροπή νέα ερώτηση, με την οποία την κάλεσε να του παράσχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις. Η καθής απάντησε ως εξής:
«Όπως εξήγησε παραπάνω, η Επιτροπή βάσισε τα συμπεράσματα της σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές σε δύο αυτοτελείς κατηγορίες αποδεικτικών στοιχείων: πρώτον, στην παράλληλη εξέλιξη της συμπεριφοράς των παραγωγών ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές και τις τιμές συναλλαγών και, δεύτερον, στις διάφορες μορφές ανταλλαγής πληροφοριακών στοιχείων ως προς τις ατομικές τιμές (που εκτίθενται στα σημεία 106-110). Η σημασία της δεύτερης αυτής κατηγορίας αποδεικτικών στοιχείων — στην οποία ανήκουν τα τηλετυπήματα (και τα άλλα έγγραφα και σημειώματα) που παρατίθενται στα σημεία 61 έως 70 της αποφάσεως — έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι επιβεβαιώνει (αποτελεί δηλαδή αυτοτελές έρεισμα για) την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της πρώτης κατηγορίας, δηλαδή ότι η παράλληλη εξέλιξη της συμπεριφοράς των παραγωγών δεν οφειλόταν σε αυτοτελή και σύμφωνη με τους όρους ανταγωνισμού συμπεριφορά των παραγωγών αυτών, αλλ' ήταν αντίθετα εκδήλωση εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές.
Όπως εξέθεσε η Επιτροπή με την αρχική απάντηση της στην ερώτηση του Δικαστηρίου (βλ. τρίτη και τέταρτη παράγραφο), τα τηλετυπήματα και τα άλλα έγγραφα κρίθηκαν ουσιαστικά ως ‘αυτοτελές έρεισμα’ των συμπερασμάτων της Επιτροπής όχι μόνο για την ‘ειδική περίοδο που κάλυπτε κάθε έγγραφο, αλλά για ολόκληρη την περίοδο για την οποία η Επιτροπή διέθετε άλλα αποδεικτικά στοιχεία [δηλαδή τα στοιχεία που στηρίζονταν στις ανακοινωθείσες τιμές (απόφ. 22 και 23 και πίνακας 6) και στις τιμές συναλλαγών (απόφ. 24 και 25 και πίνακες 7 και 8)], από τα οποία μπορούσε να συναχθεί η ύπαρξη εναρμονίσεως μεταξύ των παραγωγών αυτών ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές ή τις τιμές συναλλαγών’, τόσο για τις επιχειρήσεις που αναφέρονταν συγκεκριμένα στα έγγραφα αυτά όσο (έμμεσα έστω) και για τους παραγωγούς που δεν αναφέρονταν ρητά. Όπως συνάγεται από τη χρήση του όρου ‘έρεισμα’, τα αποδεικτικά στοιχεία που εκτίθενται στα σημεία αυτά της αποφάσεως είχαν δευτερεύουσα μόνο σημασία. Η διαπίστωση της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές ή τις τιμές συναλλαγών βασίστηκε σε όλες τις περιπτώσεις κυρίως στην τιμή που είχε πράγματι ανακοινώσει ή τηρήσει στις συναλλαγές του κάθε παραγωγός για δεδομένο τρίμηνο. Σε καμία περίπτωση δεν βασίστηκε η διαπίστωση της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές ή τις τιμές συναλλαγής μόνο στα τηλετυπήματα ή τα άλλα έγγραφα που εκτίθενται στα σημεία 61 έως 70.
Κατά συνέπεια, τα τηλετυπήματα και τα άλλα έγγραφα θεωρήθηκαν κρίσιμα (υπό την έννοια ότι παρείχαν έρεισμα για τα συμπεράσματα της Επιτροπής) για όλες τις διαπιστώσεις περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής που απαριθμούνται στο άρθρο 1, παράγραφος 1 (ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές) και παράγραφος 2 (ως προς τις τιμές συναλλαγών), της αποφάσεως (για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τα συμπεράσματα αυτά βλ. την απάντηση στην επόμενη ερώτηση)» ( 196 ).
459.
Θεώρησα αναγκαία την παράθεση ολόκληρων των χωρίων αυτών, προκειμένου να καταστεί πλήρως σαφές ότι:
—
η καθής δεν εξέθεσε επακριβώς τα συμπεράσματα που συνήγαγε από τα έγγραφα αυτά σχετικά με τους αποδέκτες και τις περιόδους που αφορούσε η διαπίστωση της για την εναρμονισμένη πρακτική,
—
η Επιτροπή θεωρεί, εν πάση περιπτώσει, ότι τα εν λόγω έγγραφα αποτελούσαν αυτοτελές έρεισμα, προς επίρρωση του κύριου αποδεικτικού στοιχείου, το οποίο συνίστατο στην παράλληλη συμπεριφορά όλων των επιχειρήσεων καθ' όλη την περίοδο που καλύπτει η απόφαση.
460.
Η άποψη μου θα είναι απλή, σαφής και κατηγορηματική. Όπως έχω ήδη αναφέρει, φρονώ ότι, όσον αφορά το κύριο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο στηρίζεται στην επίδειξη παράλληλης συμπεριφοράς, η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής είναι πλημμελώς αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει τα στοιχεία που αποτελούν, κατά την καθής, δευτερεύοντα αποδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον τα στοιχεία αυτά αποτελούν επαρκές έρεισμα για τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η απόφαση. Εφόσον η Επιτροπή αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση το συμπέρασμα της περί υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές (ή τις τιμές συναλλαγών) δεν βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στα τηλετυπήματα ή τα άλλα έγγραφα που αναφέρονται στα σημεία 61 έως 70, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να λάβει υπόψη τα έγγραφα αυτά, εφόσον συμφωνήσει με την εκτίμηση μου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής σε σχέση με την «κύρια απόδειξη».
461.
Θα μπορούσε πάντως να τεθεί το ερώτημα αν πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν το κατάλληλο έρεισμα για όλες ή ορισμένες από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο διατακτικό σε σχέση μόνο με τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά. Προϋπόθεση όμως προς τούτο είναι να προσδιορίσει το ίδιο το Δικαστήριο το περιεχόμενο των εγγράφων για τα οποία η Επιτροπή δεν προσδιόρισε επακριβώς τα συμπεράσματα που συνήγαγε ως προς την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν επιβεβλημένη η εξέταση της όλης λειτουργίας που επιτελεί το Δικαστήριο.
462.
Μπορεί το Δικαστήριο, ενόψει των λίγων αυτών εγγράφων που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να συναγάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα ως προς τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν τα έγγραφα αυτά, συμπεράσματα στα οποία δεν κατέληξε η Επιτροπή, η οποία προτίμησε να χρησιμοποιήσει τα στοιχεία αυτά ως αποδεικτικά στοιχεία μιας γενικότερης παραβάσεως; Κατά την άποψη μου, όπως προκύπτει από το άρθρο 172 της Συνθήκης ΕΟΚ, η πλήρης δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ασκείται «σχετικά με τις κυρώσεις» που προβλέπουν οι κοινοτικές αποφάσεις περί ανταγωνισμού και όχι σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται ενδεχομένως στο φάκελο της υποθέσεως. Η δικαιοδοσία αυτή συνεπάγεται πλήρη ελευθερία ως προς την ίδια την κύρωση· κατά τα λοιπά, οι προσφυγές που ασκούνται σε θέματα ανταγωνισμού αποτελούν προσφυγές ακυρώσεως, οι οποίες στηρίζονται στο άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, και συγκεκριμένα τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της, και όχι να συνάγει, στη θέση της Επιτροπής, συγκεκριμένα συμπεράσματα σχετικά με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, τα οποία η ίδια η Επιτροπή δεν έχει προσδιορίσει.
463.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προτείνω στο Δικαστήριο να μην εξετάσει ειδικά τα έγγραφα που παρατίθενται στην απόφαση, να αναγνωρίσει ότι η αιτιολογία που στηρίζεται στην επίδειξη παράλληλης συμπεριφοράς είναι ελλιπής και συνεπώς να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως σε σχέση με τις προσφεύγουσες.
464.
Για την περίπτωση όμως κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει να αναλύσει τα εν λόγω έγγραφα, προκειμένου να προσδιορίσει επακριβώς τα συμπεράσματα που συνάγονται από τα έγγραφα αυτά, θα εξετάσω κατωτέρω το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.
465.
Καταρχάς, σε ορισμένα από τα έγγραφα αυτά γίνεται λόγος για επαφές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των παραγωγών πριν από την περίοδο που καλύπτει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η εναρμόνιση των αναποινωθεισών τιμών άρχισε το 1975. Το σημείωμα όμως, για το οποίο γίνεται λόγος στο σημείο 61 της αποφάσεως και το οποίο απέστειλε η Canfor του Λονδίνου στην Canfor του Βανκούβερ σχετικά με την πραγματοποίηση μιας γενικής συσκέψεως στη Σκανδιναβία, φέρει χρονολογία 29 Ιανουαρίου 1974 και αφορά τις τιμές των δυο πρώτων τριμήνων του 1974. Επιπλέον, η Canfor ισχυρίζεται ότι οι πληροφορίες αυτές της δόθηκαν από πελάτες της και από τη διατύπωση του τηλετυπήματος αυτού δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εταιρία αυτή μετέσχε στην ανωτέρω σύσκεψη ( 197 ). Το τηλετύπημα που στάλθηκε από τα κεντρικά γραφεία της MacMillan στη θυγατρική της εταιρία στο Λονδίνο (σημείο 65) χρονολογείται από 15 Οκτωβρίου 1973 και αφορά τις τιμές του πρώτου εξαμήνου του 1974 ( 198 ). Μολονότι από τα εν λόγω έγγραφα δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής, πατά πολλούς μήνες μεταγενέστερης των επαφών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των παραγωγών που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, προκύπτει εντούτοις ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών για τον καθορισμό των τιμών.
466.
Από τα τηλετυπήματα για τα οποία γίνεται λόγος στα σημεία 63 και 64 και τα οποία αφορούν την καλυπτόμενη από την προσβαλλόμενη απόφαση περίοδο αποδεικνύεται επίσης ότι πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών με το ίδιο αντικείμενο. Αυτό ισχύει για την «έκθεση σχετικά με την αγορά χαρτοπολτού του Ηνωμένου Βασιλείου» (σημείο 64), η οποία καταρτίστηκε για τη σύσκεψη πωλήσεων της Svenska ( 199 ) που πραγματοποιήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1977. Στο κείμενο αυτό αναφέρονται τα εξής: «Είναι γνωστό ότι πρόκειται να πραγματοποιηθούν συσκέψεις στη Σκανδιναβία για να ληφθούν αποφάσεις στο τέλος του μήνα — οι οποίες αναμένεται ότι θα καταλήξουν σε περαιτέρω μειώσεις τιμών. Ελπίζεται ότι η μείωση αυτή μπορεί να περιοριστεί σε 15 US $, αλλά εκφράζεται επίμονα η άποψη ότι μπορεί να είναι από 20 έως 25 US $» (το πρωτότυπο του εγγράφου είναι συνταγμένο στα αγγλικά).
467.
Το έγγραφο αυτό έχει άμεση σχέση με το κατά επτά μόνο ημέρες προγενέστερο έγγραφο που αναφέρεται στο σημείο 63 της αποφάσεως και με το οποίο η MacMillan του Λονδίνου πληροφορεί τη MacMillan του Καναδά τα εξής: «Μαθαίνουμε ότι θα πραγματοποιηθούν συναντήσεις στη Στοκχόλμη στις δύο επόμενες εβδομάδες για να καθοριστεί η στάση των Σουηδών/Φινλανδών σχετικά με τις τιμές χαρτοπολτού και αναμένεται ότι οι Φινλανδοί θα επιμείνουν ότι η υποτίμηση τους κατά 3 % δεν αφήνει περιθώρια για σημαντική μείωση» (το πρωτότυπο του εγγράφου είναι συνταγμένο στα αγγλικά). Η MacMillan εκθέτει ότι οι πληροφορίες αυτές της δόθηκαν από πελάτη της· η εξήγηση της αυτή είναι πειστική, αφού από το τηλετύπημα δεν αποδεικνύεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η καναδική αυτή επιχείρηση μετέσχε σε συναντήσεις που, αντίθετα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον μεταξύ φινλανδικών και σουηδικών επιχειρήσεων.
468.
Η Finncell, η οποία επισυνήψε το τηλετύπημα του σημείου 63 στο δικόγραφο της προσφυγής της, παρατηρεί ότι στο τηλετύπημα αυτό αναφέρονται επίσης τα εξής: «γνωρίζουμε ότι άλλες σουηδικές επιχειρήσεις τιμομολογούν ήδη πολύ χαμηλές τιμές» και: «ορισμένες σουηδικές επιχειρήσεις προ τίθενται να εκμεταλλευτούν την υποτίμηση για να αυξήσουν το μερίδιο αγοράς χαρτοπολτού που ελέγχουν» (το πρωτότυπο στα αγγλικά)· τα χωρία αυτά του τηλετυπήματος δεν παρατίθενται στην απόφαση της Επιτροπής.
469.
Μολονότι από τις τελευταίες αυτές ενδείξεις μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ ορισμένων σκανδιναβικών επιχειρήσεων, εντούτοις πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως αποδεικνύεται από το τμήμα του τηλετυπήματος που παρέθεσε η Επιτροπή στην απόφαση της, είναι πιθανότατο ότι υπήρξαν επαφές μεταξύ των Σκανδιναβών παραγωγών, με σκοπό τον καθορισμό κοινής συμπεριφοράς ως προς τις τιμές.
470.
Στα σημεία 68 έως 70 της αποφάσεως γίνεται λόγος για επαφές μεταξύ ανωτέρων στελεχών της Finncell και ενός υπαλλήλου της Cancel (πρώην Westar). Καταρχάς, ένας υπάλληλος της Cancel, ονόματι Huff, απέστειλε στις 9 Σεπτεμβρίου 1975 τηλετύπημα προς ένα ανώτατο στέλεχος της Finncell, ονόματι Londen, σχετικά με τις τιμές που μόλις είχαν ανακοινωθεί για το τέταρτο τρίμηνο του 1975. Την επόμενη ημέρα αποστάληκε σε άλλο ανώτατο στέλεχος της Finncell τηλετύπημα με το ίδιο περιεχόμενο. Στη συνέχεια ο Huff απέστειλε στον Londen στις 27 Νοεμβρίου 1975 τηλετύπημα σχετικά με τις ανακοινώσεις τιμών της εταιρίας αυτής, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 28 Νοεμβρίου. Το τελευταίο αυτό έγγραφο αποτελεί αντίγραφο τηλετυπήματος της Finncell προς τους πράκτορες της, το οποίο απέστειλε ο Londen στον Huff και στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Ο μόνος λογικός τρόπος ενέργειας σε όφελος της βιομηχανίας και του εμπορίου γενικά είναι βαθμιαίες αυξήσεις τιμών (...). Λόγω της καταστάσεως της αγοράς, έχουμε εντούτοις αντιληφθεί ότι ένα αμετάβλητο επίπεδο τιμών που συνοδεύεται από ισχυρές περικοπές είναι η μόνη εναλλακτική λύση επί του παρόντος» (πρωτότυπο στα αγγλικά).
471.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Westar δηλώνει ότι ο υπάλληλος της ήταν προσωπικός φίλος του ανώτατου στελέχους της Finncell, στον οποίο στάλθηκαν οι πληροφορίες, και ότι το πρόσωπο αυτό, πράκτορας πωλήσεων του γραφείου Βρυξελλών, δεν είχε καμία αρμοδιότητα να καθορίζει τις τιμές που ανακοίνωνε η Westar. Κατά τη Westar, η Επιτροπή παρέλειψε εξάλλου να αναφέρει ένα τέταρτο τηλετύπημα της Cancel του Καναδά προς την Cancel των Βρυξελλών ( 200 ), της 16ης Μαΐου 1975, το οποίο περιλαμβάνεται στη γνωστοποίηση αιτιάσεων και στο οποίο αναφέρεται ότι ένας διευθυντής της Finncell πληροφόρησε την Cancel των Βρυξελλών ότι η Finncell είχε μόλις ανακοινώσει αμετάβλητες τιμές για το τρίτο τρίμηνο. Στο τηλετύπημα αυτό αναφέρονται στη συνέχεια τα εξής: «Αν οι σημαντικότεροι Σκανδιναβοί παραγωγοί Scan υιοθετήσουν την ανακοινωθείσα αυτή τιμή πριν από τις 30 Μαΐου, πρέπει ευλόγως να αναμένεται ότι την ίδια τιμή θα ανακοινώσουν και οι φίλοι μας της British Columbia. Συνιστώ τη συνέχιση της σημερινής πολιτικής μας ως προς τον καθορισμό των τιμών για το τρίτο τρίμηνο και την ανακοίνωση των τιμών μας στην Ευρώπη στις 30 Μαΐου». Κατά τη Westar, από το τηλετύπημα αυτό αποδεικνύεται η έλλειψη εναρμονισμένης πρακτικής, αφού ο υπάλληλος της στις Βρυξέλλες δεν ήταν βέβαιος για τις τιμές που θα ανακοίνωναν οι άλλες σκανδιναβικές επιχειρήσεις, πέραν της Finncell, ούτε για τη στάση της British Columbia και επομένως υποστήριζε ότι έπρεπε να διατηρηθεί η τιμή των 415 US $ (μαλακή ξυλεία, ζώνη 1), η οποία ίσχυε προηγουμένως για το δεύτερο τρίμηνο του 1975, ενώ η Finncell είχε διατηρήσει για το τρίτο τρίμηνο την προηγούμενη τιμή της, ίση με 450 US $. Τέλος, την ίδια ημέρα το PPI Newswire Service πληροφορούσε τους αναγνώστες του ότι οι Φινλανδοί παραγωγοί είχαν ανακοινώσει αμετάβλητη τιμή 450 US $, πράγμα που σήμαινε ότι οι πληροφορίες που περιείχε το τρίτο αυτό τηλετύπημα δεν είχαν πλέον κανένα ενδιαφέρον.
472.
Η Westar επικαλείται επίσης το γεγονός ότι τα τηλετυπήματα του 1975 ήταν μεταγενέστερα της ανακοινώσεως των τιμών της Finncell για τα εν λόγω τρίμηνα. Όσον αφορά το τρίτο τηλετύπημα που απέστειλε ένα στέλεχος της Finirceli στη Westar, η Westar ήταν σε θέση να γνωρίζει τις τιμές της Finirceli για το τέταρτο τρίμηνο του 1976, αφού οι τιμές αυτές είχαν ανακοινωθεί στις 9 Αυγούστου 1976.
473.
Θα ήθελα απλώς να τονίσω ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ Westar και Finirceli είναι οπωσδήποτε προφανώς ασυμβίβαστες με την ύπαρξη αυτοτελούς εμπορικής συμπεριφοράς μεταξύ ανταγωνιστών. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί υπάρξεως φιλίας μεταξύ των υπαλλήλων των δύο αυτών εταιριών, δηλαδή του αποστολέα και του αποδέκτη του τηλετυπήματος, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι καθόλου πειστικός, αφού το αντίγραφο του τηλετυπήματος του Σεπτεμβρίου 1975 αποστάληκε σε άλλο ανώτατο στέλεχος της Finncell και όχι στο στέλεχος με το οποίο διατηρούσε, κατά την Westar, φιλικές σχέσεις ο υπάλληλος της. Κατά τα λοιπά, το τηλετύπημα της Finncell προς τη Westar αποτελεί σαφή ένδειξη της πολιτικής που έπρεπε, κατά τη φινλανδική ένωση επιχειρήσεων, να εφαρμοστεί ως προς τις τιμές στο μέλλον.
474.
Θα ήθελα στη συνέχεια να τονίσω ότι στα σημεία 26 και 27 της αποφάσεως παρατίθενται δύο τηλετυπήματα από τα οποία αποδεικνύεται, κατά το σημείο 111 της αποφάσεως, ότι ορισμένοι αποδέκτες της αποφάσεως «σκόπευαν να καθιερώσουν ενιαίο επίπεδο τιμών για τα προϊόντα τους, ανεξάρτητα από τις δυνάμεις της αγοράς». Πρόκειται, πρώτον, για το τηλετύπημα που απέστειλε στις 19 Νοεμβρίου 1975 η Finncell στη θυγατρική της στο Βέλγιο και στο οποίο αναφέρεται ότι «κύριος σκοπός μας είναι η σταθερότητα και ένα διεθνώς ενιαίο επίπεδο τιμών για τον χαρτοπολτό από όλες τις πηγές εφοδιασμού (...)» (σημείο 26). Δεν νομίζω ότι είναι παρακινδυνευμένο να γίνει δεκτό ότι αυτή η πρόθεση «σταθεροποιήσεως» των τιμών προϋποθέτει ενίοτε ορισμένη εναρμόνιση με άλλους παραγωγούς. Δεύτερον, όσο μεγάλη φαντασία και αν είχα, δεν θα μπορούσα να βρω καμία «αθώα» εξήγηση για το τηλετύπημα που απέστειλε η SCA στις 16 Δεκεμβρίου 1977 προς τη θυγατρική της εταιρία στην Ιταλία και στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «η Kraft Export Association (ΚΕΑ), σε μια προσπάθεια της να υποστηρίξει τους Σκανδιναβούς, ανακοίνωσε την εβδομάδα αυτή τις τιμές της για το πρώτο τρίμηνο του 1978 στη Δυτική Ευρώπη» (πρωτότυπο στα αγγλικά). Επ' αυτού επιβάλλεται επιπλέον η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τον πίνακα 6, η τιμή που ανακοίνωσε η ΚΕΑ για το τρίμηνο αυτό συνέπιπτε με την τιμή των πέντε από τις επτά αναφερόμενες σουηδικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων καταλεγόταν και η ίδια η SCA.
475.
Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω ότι η Borregaard, δανική επιχείρηση που δεν έχει ασκήσει προσφυγή ( 201 ) και της οποίας διαπιστώθηκε η συμμετοχή στη γενική εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές το 1977 και στις εναρμονισμένες πρακτικές στο πλαίσιο της Fides, γνωστοποίησε στην Επιτροπή τον Ιανουάριο 1978 τα εξής: «Δεχόμαστε και παρέχουμε πληροφορίες σχετικά με την αγορά που αφορούν τις τιμές των διαφόρων ειδών χαρτοπολτού στη διεθνή αγορά. Οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν από εξυπηρετικούς πελάτες, καθώς και από ανταγωνιστές» (πρωτότυπο στα αγγλικά). Θα ήθελα εν πάση περιπτώσει να τονίσω ότι, αν εξαιρεθούν οι τιμές του πρώτου τριμήνου του 1978, οι τιμές που ανακοίνωνε η Borregaard συνέπιπταν γενικά, όπως προκύπτει από τον πίνακα 6 (σκληρή ξυλεία στη ζώνη 1 για το τρίτο τρίμηνο του 1976 και για τρία τρίμηνα του 1977), με τις τιμές, αν όχι όλων, πολλών πάντως Σκανδιναβών παραγωγών.
476.
Ενόψει του περιεχόμενου των διαφόρων αυτών εγγράφων, εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει κατά πόσον είναι σε θέση να συναγάγει συγκεκριμένα συμπεράσματα σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, μολονότι πιστεύω ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να προβεί στη συναγωγή των συμπερασμάτων αυτών. Μολονότι οι πλημμέλειες της αποφάσεως από άποψη αιτιολογίας και συνεπώς από άποψη σεβασμού της νομιμότητας με υποχρεώνουν να προτείνω στο Δικαστήριο την ακύρωση της έναντι των προσφευγουσών, όσον αφορά τη γενική εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές, εντούτοις δεν μπορώ, ενόψει ορισμένων ενδείξεων εν προκειμένω, να αισθανθώ πλήρως ικανοποιημένος. Αυτή η αίσθηση ανικανοποίητου ελάχιστα μετριάζεται από το γεγονός ότι σε άλλα σημεία της αποφάσεως διαπιστώνονται ειδικές παραβάσεις σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής στο πλαίσιο της Fides και της ΚΕΑ, τις οποίες θα εξετάσω αμέσως κατωτέρω.
ΙΠ — Εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της ΚΕΑ
477.
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως αφορά την ύπαρξη, εντός της ΚΕΑ ( 202 ), εναρμονισμένης πρακτικής τόσο ως προς τις ανακοινωθείσες τιμές όσο και ως προς τις τιμές συναλλαγών, καθώς και την ανταλλαγή εξατομικευμένων στοιχείων ως προς τις τιμές πωλήσεων, στην οποία προέβαιναν οι αποδέκτες 8 έως 16 της αποφάσεως ( 203 ).
478.
Όσον αφορά την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, η Επιτροπή, κατά τους ελέγχους που διεξήγαγε πριν από τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, είχε συλλέξει, όπως είδαμε, από ορισμένες επιχειρήσεις μέλη της ΚΕΑ ορισμένα «αντιπροσωπευτικά» τιμολόγια. Με το υπόμνημα απαντήσεως οι προσφεύγουσες που είναι μέλη της ΚΕΑ εκθέτουν ότι τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν μόνο την περίοδο 1974-1978, ότι ορισμένες επιχειρήσεις (η Chesapeake, η Mead και η Scott) δεν προσκόμισαν τέτοια τιμολόγια και, τέλος, ότι οι άλλες επιχειρήσεις δεν προσκόμισαν αρκετά τιμολόγια, ώστε να μπορούν να χαρακτηριστούν αντιπροσωπευτικά ( 204 ).
479.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, όπως προκύπτει από την πρώτη πραγματογνωμοσύνη, μεταξύ των επιχειρήσεων στις οποίες απευθύνεται η απόφαση τα μέλη της ΚΕΑ ήσαν ακριβώς οι επιχειρήσεις εκείνες για τις οποίες η Επιτροπή είχε στη διάθεση της τον μεγαλύτερο αριθμό τιμολογίων κατά τον χρόνο εκδόσεως της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων. Είναι όμως αληθές ότι η καθής δεν είχε στη διάθεση της τιμολόγια της Chesapeake, της Scott και της Mead, ενώ είχε τρία μόνο τιμολόγια της Crown Zellerbach και τέσσερα της IPS ( 205 ). Εξάλλου, η πραγματογνωμοσύνη επιβεβαίωσε ότι κανένα από τα επίμαχα τιμολόγια δεν είχε εκδοθεί μετά το τέλος του 1978. Το δε διατακτικό της αποφάσεως της Επιτροπής δεν αναφέρει την περίοδο κατά την οποία υπήρξε εναρμόνιση στο πλαίσιο της ΚΕΑ. Όσον αφορά ειδικότερα την εναρμόνιση των τιμών συναλλαγών στο πλαίσιο της ΚΕΑ, στο σημείο 120 της αποφάσεως της Επιτροπής αναφέρεται ότι οι συνιστώμενες τιμές τηρήθηκαν γενικά από την ΚΕΑ, τουλάχιστον το 1975 και το 1976. Στη συνέχεια, στο σημείο 121 αναφέρεται ότι το 1977 και το 1978 εμφανίστηκε διαφορά μεταξύ των συνιστώμενων τιμών και των τιμολογούμενων. Με το δικόγραφο της προσφυγής τους οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι συνεπώς η Επιτροπή αναγνώριζε σιωπηρά ότι κατά τα άλλα έτη, και συγκεκριμένα κατά την περίοδο 1979-1981, τα μέλη της ΚΕΑ δεν εναρμόνισαν την πρακτική τους ούτε μεταξύ τους ούτε με τους ανταγωνιστές τους. Η καθής αντέκρουσε κατηγορηματικά το συμπέρασμα αυτό και παρατήρησε ότι δεν διέθετε τα αναγκαία στοιχεία για τις τιμές που συνιστούσε η ΚΕΑ κατά τα έτη 1979, 1980 και 1981, για τα οποία μπορεί να θεωρηθεί, ενόψει της τηρήσεως ίδιων τιμών από τα μέλη της ΚΕΑ, ότι υπήρχαν και τηρούνταν τέτοιες συνιστώμενες τιμές. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι υπήρξε εναρμόνιση των τιμών συναλλαγών μεταξύ των μελών της ΚΕΑ για τα εν λόγω έτη. Εξάλλου, στο τμήμα «Πραγματικά περιστατικά» της αποφάσεως που αφορά την ΚΕΑ (σημείο 35) αναφέρεται ότι οι ομοιόμορφες τιμές που ανακοίνωσαν τα μέλη της ΚΕΑ συνέπιπταν με τις τιμές συναλλαγών που τηρήθηκαν πράγματι κατά τις περιόδους 1975-1976 και 1979-1981.
480.
Είναι συνεπώς σαφές ότι τα συμπεράσματα της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών μεταξύ των μελών της ΚΕΑ στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό, όσον αφορά τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και τις χρονικές περιόδους, στα τιμολόγια που προσκομίστηκαν μετά την ακρόαση των επιχειρήσεων και ότι η καθής έπρεπε να γνωστοποιήσει πριν από την έκδοση της αποφάσεως της τα συμπεράσματα που συνήγε από τα τιμολόγια αυτά. Για τον λόγο αυτό νομίζω ότι η διαπίστωση περί υπάρξεως σχετικής παραβάσεως είναι επίσης πλημμελής.
481.
Απομένουν συνεπώς δύο εκφάνσεις της εναρμονισμένης αυτής πρακτικής: η εναρμόνιση των ανακοινωθεισών τιμών και οι ανταλλαγές εξατομικευμένων στοιχείων σχετικά με τις τιμές συναλλαγών.
482.
Το πρώτο σημείο εμφανίζει ελάχιστες δυσχέρειες. Όπως αναφέρουν οι ίδιες οι προσφεύγουσες με τα δικόγραφα των προσφυγών τους, ο Webb Pomerené Act, o οποίος διέπει τη λειτουργία της ΚΕΑ, επιτρέπει στα μέλη μιας ενώσεως σαν την ΚΕΑ να συνέρχονται και να συμφωνούν επί των τιμών που θα τηρούν κατά τις εξαγωγές των προϊόντων τους. Στα σημεία 32 και 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως παρατίθεται το άρθρο II Α της Policy Statement of the Pulp Group, το οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Τα μέλη που αντιπροσωπεύονται στη συνέλευση αποφασίζουν ομόφωνα σχετικά με τις τιμές και τους όρους πληρωμής για τις πωλήσεις στις περισσότερες αγορές εξαγωγών επιλεγμένων ποιοτήτων χαρτοπολτού που παράγεται στις Ηνωμένες Πολιτείες» και «τα μέλη συμφωνούν ως προς τον καθορισμό των νέων τιμών σαν ελάχιστων τιμών σε κάθε αγορά εξαγωγής (...)». Η ίδια διάταξη προβλέπει στη συνέχεια τα εξής: «Κάθε συμμετέχουσα εταιρία συμφωνεί, εντούτοις, να αναφέρει στον διευθυντή, πριν προβεί στη σχετική ενέργεια, οποιαδήποτε παρέκκλιση προς τα κάτω από την τιμή που αναφέρεται στον προτεινόμενο τιμοκατάλογο ή οποιαδήποτε παρέκκλιση στους όρους πληρωμής. Αν από τη γνωστοποίηση αυτή προκύψει παραγγελία, το γεγονός αυτό αναφέρεται επίσης αμέσως στον διευθυντή. Η κοινοποίηση αυτή πρέπει να γίνει τηλεφωνικά μέσα σε 48 ώρες. Αν, κατά την κρίση του διευθυντή, η παρέκκλιση ή οι παρεκκλίσεις αυτές επηρεάζουν δυσμενώς την ισχύ του προτεινόμενου τιμοκατάλογου σε οποιαδήποτε εξαγωγική αγορά, είναι υπεύθυνος για τη σύγκληση συνέλευσης του ομίλου χαρτοπολτού προκειμένου να συζητηθεί ο κατάλληλος τρόπος ενέργειας».
483.
Με την προσφυγή τους οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι περιορίστηκε πραγματικά ο ανταγωνισμός, αφού, όπως ισχυρίζονται, οι τιμές συναλλαγών δεν συνέπιπταν με τις συνιστώμενες τιμές της ΚΕΑ. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω. Στο πλαίσιο της ΚΕΑ, οι επιχειρήσεις εναρμονίζουν οπωσδήποτε τις τιμές που ανακοινώνουν για τις πωλήσεις τους στις εξαγωγικές αγορές και οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να αμφισβητούν γενικά ότι συνέπιπταν πράγματι οι ανακοινωθείσες τιμές τους. Η εναρμόνιση όμως των τιμών αυτών περιορίζει τον ανταγωνισμό, καθόσον η ανυπαρξία διαφοράς μεταξύ των τιμών τιμοκαταλόγου μειώνει, αν ληφθούν υπόψη οι μακροπρόθεσμες σχέσεις μεταξύ παραγωγών και πελατών, τη δυνατότητα των αγοραστών να εξετάσουν τις προσφορές άλλων προμηθευτών πλην των παραδοσιακών προμηθευτών τους.
484.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, το τελευταίο από τα ανωτέρω παρατιθέμενα αποσπάσματα από το άρθρο II Α της Policy Statement of the Pulp Group προϋποθέτει ανταλλαγές εξατομικευμένων στοιχείων σχετικά με τις τιμές συναλλαγών. Οι εταιρίες που είναι μέλη της ΚΕΑ αναλαμβάνουν την υποχρέωση να γνωστοποιούν στον διευθυντή της ενώσεως, πριν από κάθε τιμολόγηση, οποιαδήποτε απόκλιση προς τα κάτω έναντι της συνιστώμενης τιμής. Αν κατόπιν της τιμολογήσεως αυτής δοθεί κάποια παραγγελία, ο διευθυντής ενημερώνεται αμέσως. Αν ο διευθυντής θεωρεί ότι αυτή η τιμή συναλλαγής επηρεάζει δυσμενώς την ισχύ του προτεινόμενου τιμοκαταλόγου, μπορεί να συγκαλεί τη συνέλευση του ομίλου χαρτοπολτοί, προκειμένου να εξεταστεί ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν.
485.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται, με τις προσφυγές τους, ότι κατά κανόνα οι αποκλίσεις τιμών δεν κοινοποιούνταν στην ΚΕΑ ή στα μέλη της. Επ' αυτού αρκεί η παρατήρηση ότι το αντεπιχείρημα αυτό των προσφευγουσών είναι σαθρό, αφού οι ίδιες ομολογούν έμμεσα ότι υπήρξαν, έστω και σποραδικά, περιπτώσεις κοινοποιήσεως των αποκλίσεων μεταξύ της συνιστώμενης τιμής και της πραγματικής τιμής. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τα επιχειρήματα των μελών της ΚΕΑ.
IV — Εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της Fides
486.
Θα ήθελα καταρχάς να αναφέρω ότι προσφυγή επί του σημείου αυτού άσκησαν μόνο δύο από τους αποδέκτες της αποφάσεως.
487.
Στη συνέχεια θα ήθελα να τονίσω ότι η Finncell ερμηνεύει, με το δικόγραφο της προσφυγής της, το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως ως αναφερόμενο στην ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής τόσο στο πλαίσιο της Fides όσο και εκτός της Fides. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να προβάλλει αντιρρήσεις κατά αυτής της ερμηνείας του διατακτικού της αποφάσεως. Εξάλλου, η διατύπωση του αγγλικού κειμένου της αποφάσεως — το οποίο είναι και το μόνο αυθεντικό — αποτελεί ένδειξη ότι γίνεται διάκριση μεταξύ εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Fides και εναρμονίσεως εκτός του πλαισίου αυτού ( 206 ). Εντούτοις, παρά τη διφορούμενη διατύπωση του διατακτικού, νομίζω ότι από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το άρθρο 1, παράγραφος 4, αφορά μόνο την εναρμόνιση στο πλαίσιο της Fides.
488.
Θα ήθελα εξάλλου να αναφέρω ότι, αν και η St Anne, την οποία αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως, έχει πράγματι ασκήσει προσφυγή σχετικά με το σημείο αυτό, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει την περίπτωση της εταιρίας αυτής, αφού, όπως ανέφερα ήδη στο τμήμα Ι των προτάσεων μου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω επιχείρηση κατηγορήθηκε, με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων, για τέλεση αυτής της παραβάσεως.
489.
Όσον αφορά την εναρμόνιση στο πλαίσιο της Fides, η νομική εκτίμηση της Επιτροπής εκτίθεται στα σημεία 125 επ. της αποφάσεως, η εκτίμηση δε αυτή στηρίζεται στα έγγραφα που παρατίθενται στα σημεία 44-60. Στα σημεία αυτά η απόφαση αναφέρεται σε ορισμένα εσωτερικά σημειώματα του GEC ( 207 ) και σε διάφορα τηλετυπήματα, ενώ στα σημεία 57 έως 60 εκτίθενται οι απαντήσεις της Portucel, της Borregaard και τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή μετά τη γνωστοποίηση αιτιάσεων. 'Οπως όμως επίσης είδαμε, τα τελευταία αυτά στοιχεία δεν επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη, αφού δεν κοινοποιήθηκαν στη Finncell πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
490.
Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η Fides είναι ελβετική εταιρία χαρτοφυλακίου, η οποία διαχειρίζεται το Κέντρο 'Ερευνας και Ενημερώσεως για την Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Χαρτοπολτού και Χαρτιού. Η Fides περιλαμβάνει ένα τμήμα «χαρτοπολτού από σκληρή ξυλεία», στο πλαίσιο του οποίου οι παραγωγοί εξέταζαν κατά τακτά διαστήματα τις τιμές και τις ποσότητες και καθόριζαν την πολιτική τους επί των τιμών. Συναντήσεις πραγματοποιούνταν σχετικώς πολλές φορές ανά έτος, και συγκεκριμένα στο πλαίσιο μιας μικρότερης ομάδας, η οποία αρχικά αποκαλούνταν Mini-Fides Club και τώρα ονομάζεται Bristol Club, ή, ορισμένες φορές, πραγματοποιούνταν συναντήσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων παραγωγών. Κατά την απόφαση της Επιτροπής, τις συναντήσεις αυτές συγκαλούσε κατά κανόνα η Swedish Pulp and Paper Association και o' αυτές μετείχαν, εκτός από την ανωτέρω ένωση εταιριών, η MoDoCell, η Södra, η Finncell, η Borregaard, η ENCE, η Portucel, η St Anne και το GEC.
491.
Η Finncell ισχυρίζεται καταρχάς, χωρίς πάντως να επικαλείται ρητά την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, ότι με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων κατηγορήθηκε ότι αντήλλαξε, στο πλαίσιο της Fides, πληροφοριακά στοιχεία μόνο με το GEC. Το Δικαστήριο θα διαπιστώσει ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι βάσιμο, αφού στο σημείο 31 της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων αναφέρεται ρητά ότι στο Mini-Fides Club ανήκαν οι Σκανδιναβοί, Πορτογάλοι και Ισπανοί παραγωγοί και, μέχρι το 1981, το GEC και ότι στο πλαίσιο του ομίλου αυτού εξετάζονταν οι τιμές του χαρτοπολτού από σκληρή ξυλεία και οι πωλούμενες ποσότητες. Ο όρος όμως «Σκανδιναβοί παραγωγοί» κάλυπτε, όπως θα δούμε αμέσως κατωτέρω, και την Finncell.
492.
Με το δικόγραφο της προσφυγής της η Finncell αμφισβητεί ότι είναι κρίσιμα τα στοιχεία που περιέχονται στα εσωτερικά σημειώματα του GEC (βλ. κυρίως σημεία 45, 48 51, 53, 54 και 56 της αποφάσεως), στο έγγραφο που απέστειλε η Borregaard στη θυγατρική της εταιρία στο Λονδίνο (σημείο 49) και στο τηλετύπημα που απέστειλε η ENCE στις 28 Μαρτίου 1977 στον πράκτορα της Becelco (σημείο 52). Θεωρώ ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν είναι πειστικά.
493.
Καταρχάς πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Finncell ότι ο όρος «Σκανδιναβοί», ο οποίος χρησιμοποιείται σε πλείστα όσα έγγραφα (βλ. σημεία 48, 49, 51, 52 και 53 της αποφάσεως) δεν καλύπτει τους Φιν-λανδοΰς παραγωγούς. Δεν μπορεί πράγματι να αμφισβητηθεί ότι η έκφραση αυτή, όταν χρησιμοποιείται στην αγορά χαρτοπολτού, καλύπτει τόσο τους Σουηδούς όσο και τους Φινλανδούς παραγωγούς. Απόδειξη τούτου αποτελεί η χρήση της συντομογραφίας NORSCAN, η οποία καλύπτει, υπό τη σύντμηση NOR, τους Βορειοαμερικανούς παραγωγούς (τους Καναδούς και τους παραγωγούς των Ηνωμένων Πολιτειών) και, υπό τη σύντμηση SCAN, τους Σουηδούς και Φινλανδούς παραγωγούς.
494.
Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο θα διαπιστώσει ότι ορισμένα από τα έγγραφα που παρατίθενται στα σημεία 44 έως 56 αφορούν αναμφισβήτητα τη Finncell. Για παράδειγμα, το σημείωμα της Borregaard που παρατίθεται στο σημείο 45 αναφέρεται ακριβώς στη συμμετοχή της Φινλανδίας σε μια συνάντηση της 27ης Σεπτεμβρίου 1973 και διευκρινίζει ότι η Φινλανδία θα ακολουθούσε, όπως και ορισμένες άλλες χώρες παραγωγής χαρτοπολτού, τις σουηδικές τιμές. Το ίδιο ισχύει και για τα πρακτικά της συναντήσεως του GEC της 26ης Μαΐου 1977, στα οποία αναφέρεται ρητά η παρουσία των Φινλανδών (σημείο 54 της αποφάσεως).
495.
Σαφέστατο είναι επίσης το απόσπασμα από τα πρακτικά του GEC της 14ης Απριλίου 1977 (σημείο 53 της αποφάσεως) στο οποίο αναφέρεται ότι ο κύριος Jooris, διευθυντής πωλήσεων του GEC, θα μετέβαινε στο Ελσίνκι στις 11 Μαΐου 1977, «για να εξετάσει τη δυνατότητα αυξήσεως των τιμών από το δεύτερο εξάμηνο» του 1977.
496.
Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Finncell, η μετάβαση του υπεύθυνου του GEC δεν αποτελούσε σε καμία περίπτωση μονομερή πρωτοβουλία, αφού από όλα τα έγγραφα προκύπτει σαφέστατα ότι το GEC ήταν αναγκασμένο, εν όι|ιει των επικρίσεων που αντιμετώπιζε, να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του ως προς τις τιμές, η οποία το εξέθετε σαφέστατα στον κίνδυνο αντιποίνων (βλ. π.χ. τα έγγραφα που παρατίθενται στα σημεία 51, 53 και 54).
497.
Επιπλέον, η Finncell υποστηρίζει ότι οι τιμές της καθορίζονταν πριν από τις συναντήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στα διάφορα έγγραφα. Νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό δεν έχει καμία αξία. Οι ανταλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της Fides αποδεικνύουν ότι όχι μόνο πραγματοποιήθηκαν διάφορες γνωστοποιήσεις μεταξύ ανταγωνιστών, καθώς και συζητήσεις σχετικά με τον καθορισμό των τιμών, αλλ' επίσης ότι οι Σκανδιναβοί παραγωγοί ασκούσαν πιέσεις επί της πολιτικής τιμών των άλλων Ευρωπαίων παραγωγών.
498.
Κατά τα λοιπά, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, δεν έχει σημασία αν οι επιχειρήσεις που μετέσχον στις συζητήσεις στο πλαίσιο της Fides ανακοίνωσαν στη συνέχεια ή τιμολόγησαν τις ίδιες τιμές. Ακόμη δηλαδή και αν μια επιχείρηση είχε ήδη ανακοινώσει τις τιμές της πριν από μια τέτοια συνάντηση, οι ανταλλαγές πληροφοριακών στοιχείων μπορούσαν να ωθήσουν τις άλλες επιχειρήσεις να διαμορφώσουν τις τιμές τους βάσει των ήδη ανακοινωθεισών. Εξάλλου, η πρώτη επιχείρηση που ανακοίνωνε τις τιμές της μπορούσε, σε περίπτωση σθεναρής αντιστάσεως των ανταγωνιστών της κατά τις συναντήσεις αυτές, να μεταβάλει την πολιτική της, π.χ. παραχωρώντας εκπτώσεις.
499.
Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει τα επιχειρήματα που προβάλλει η Finncell κατά του άρθρου 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως.
V — Οι ρήτρες απαγορεύσεως των εξαγωγών και των μεταπωλήσεων
500.
Η Westar, η Canfor, η MacMillan και η St Anne ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει, καθόσον τις αφορά, το άρθρο 1, παράγραφος 5, της αποφάσεως, με το οποίο διαπιστώθηκε η τέλεση αυτοτελούς παραβάσεως ( 208 ) του άρθρου 85, παράγραφος 1, λόγω της προσθήκης στις συμβάσεις πωλήσεως με αγοραστές εγκατεστημένους εντός της Κοινότητας ορισμένων ρητρών, με τις οποίες απαγορευόταν στον αγοραστή η μεταπώληση του χαρτοπολτού (Westar, Canfor ( 209 ), MacMillan) ή η εξαγωγή του (MacMillan, St Anne), αν δεν υπήρχε συμφωνία του πωλητή (η προϋπόθεση αυτή ήταν ενσωματωμένη σε όλες τις ρήτρες, πλην των ρητρών της Westar) ( 210 ).
501.
Οι προσφεύγουσες αυτές ισχυρίζονται τα εξής:
—
Οι ρήτρες αυτές προστέθηκαν εξ αμελείας και εξάλλου διαγράφηκαν αμέσως μόλις παρελήφθη η γνωστοποίηση αιτιάσεων.
—
Οι ρήτρες αυτές δεν είχαν ούτε ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού.
—
Οι ρήτρες αυτές δεν επηρέασαν τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών.
502.
Καταρχάς πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι οι ρήτρες αυτές προστέθηκαν εξ αμελείας: είναι οφθαλμοφανές ότι η εφαρμογή του άρθρου 85 δεν απαιτεί την ύπαρξη δόλου ( 211 ).
503.
Όσον αφορά δε τον περιορισμό του ανταγωνισμού που προξένησαν ενδεχομένως οι επίμαχες ρήτρες, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, «δεν χρειάζεται να εξεταστούν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας συμφωνίας, εφόσον σκοπός της συμφωνίας είναι ο περιορισμός, η παρακώλυση ή η νόθευση του ανταγωνισμού» ( 212 ). Με μια πρόσφατη απόφαση το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι στην περίπτωση αυτή το γεγονός ότι στην απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχεται καμία ανάλυση των αποτελεσμάτων της συμφωνίας από άποψη ανταγωνισμού δεν συνιστά ελάττωμα της αποφάσεως που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της ( 213 ).
504.
Ορισμένες από τις προσφεύγουσες υποστήριξαν επίσης ότι ουδέποτε αξίωσαν την εφαρμογή των ρητρών και ότι οι αγοραστές δεν αισθάνονταν να δεσμεύονται από τις ρήτρες αυτές. Το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει αυτού του είδους την επιχειρηματολογία.
505.
Για παράδειγμα, με την απόφαση Hasselblad κατά Επιτροπής ( 214 ), η οποία αφορούσε την απαγόρευση πωλήσεων που επιβαλλόταν σε μεταπωλητές εγκατεστημένους σε ένα κράτος μέλος «ή αλλού» («or elsewhere»), το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μολονότι η προσφεύγουσα υποστήριζε ότι η ρήτρα «or elsewhere» είχε προστεθεί από τον δικηγόρο της και ότι ουδέποτε την ερμήνευσε ως απα-γορευουσα τις εισαγωγές, ως εξής:
«Η απαγόρευση πώλησης μεταξύ εγκεκριμένων μεταπωλητών συνιστά περιορισμό της οικονομικής τους ελευθερίας και, κατά συνέπεια, περιορισμό του ανταγωνισμού. Επιπλέον, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ουδέποτε παρεμπόδισε τις εξαγωγές των μεταπωλητών της δεν αρκεί για να παραμεριστεί η σαφής απαγόρευση εξαγωγής» ( 215 ).
506.
Με την προαναφερθείσα απόφαση Sandoz ( 216 ) υπενθυμίστηκε ότι το γεγονός ότι ένας προμηθευτής δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες προκειμένου να εξασφαλίσει την εκ μέρους των πελατών του τήρηση ρήτρας συμβάσεως που είχε ως σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού δεν αρκεί για να εξαιρεθεί η ρήτρα αυτή από την εφαρμογή της απαγορεύσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
507.
Το ζήτημα του αισθητού επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών είναι ίσως λεπτότερο. Για παράδειγμα, η St Anne αναφέρει ότι ο ετήσιος όγκος χαρτοπολτού που πωλούσε κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου εντός της Κοινότητας αντιπροσώπευε, κατά μέσο όρο, το 3 % των συνολικών ποσοτήτων που εισάγονταν ή καταναλώνονταν εντός της ΕΟΚ. Η Westar παρατηρεί συγκεκριμένα ότι ο μικρός αριθμός των επίμαχων ρητρών που περιλαμβάνονταν στις συμβάσεις που συνήπταν ορισμένοι παραγωγοί δεν μπορεί να επηρέασε αισθητά τις τιμές της κοινοτικής αγοράς χαρτοπολτού. Όσον αφορά την τελευταία αυτή εταιρία, η Επιτροπή παρέθεσε μία μόνο σύμβαση που περιείχε τέτοια ρήτρα.
508.
Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι μια επιχείρηση που καλύπτει το 5 % περίπου της οικείας αγοράς αποτελεί αρκετά.σημαντική επιχείρηση, ώστε η συμπεριφορά της να μπορεί καταρχήν να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 217 ). Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου λαμβάνει υπόψη τόσο το μέγεθος της επιχειρήσεως όσο και το ποσοστό αγοράς που ελέγχει. Έτσι, με την απόφαση Musique Diffusion française κατά Επιτροπής ( 218 ), στην οποία οι προσφεύγουσες υποστήριζαν ότι τα ποσοστά αγοράς που ήλεγχαν ανέρχονταν σε 3,38 % στη Γαλλία και σε 3,18 % στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι
«τα ποσοστά που αναφέρουν οι προσφεύγουσες υπερβαίνουν τα περισσότερα από τα ποσοστά των ανταγωνιστών τους»
και ότι,
«υπ' αυτές τις συνθήκες και λαμβανομένων υπόψη των κύκλων εργασιών τους σε απόλυτους αριθμούς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η συμπεριφορά των επιχειρήσεων αυτών (...) μπορούσε να ασκήσει επιρροή επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών (...)» ( 219 ).
509.
Επιπλέον, νομίζω ότι το κριτήριο του ποσοστού αγοράς είναι πολύ σημαντικότερο όταν η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε ένα από τα κράτη μέλη της Κοινότητας, όπου πραγματοποιεί και τον κύριο κύκλο εργασιών της, απ' ό,τι όταν είναι εγκατεστημένη σε τρίτο κράτος και συνεπώς πραγματοποιεί, εξ ορισμού, μέρος μόνο του κύκλου εργασιών της εντός της κοινοτικής αγοράς. Στην περίπτωση αυτή το μέγεθος της επιχειρήσεως, και συγκεκριμένα ο κύκλος εργασιών της και οι ικανότητες παραγωγής που διαθέτει, αποτελούν κρισιμότατο κριτήριο, λόγω της επιρροής που θα μπορούσε να ασκήσει η συμπεριφορά της εντός της κοινοτικής αγοράς.
510.
Κατά συνέπεια, στο σημείο αυτό αρκεί η διαπίστωση ότι η MacMillan Bloedel Ltd πραγματοποίησε το 1981 συνολικό κύκλο εργασιών ύψους 1800 εκατομμυρίων US $ και η Westar 280 εκατομμυρίων US $ και ότι οι παραγωγικές ικανότητες των Canadian Forest Products Ltd, MacMillan, St Anne και Westar Timber Ltd αντιπροσωπεύουν 180, 385, 290 και 580 χιλιάδες τόνους ετησίως, όπως προκύπτει από τον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 5.
511.
Τέλος, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το επιχείρημα της St Anne ότι οι κοινοτικοί αγοραστές είναι χαρτοβιομήχανοι, οι οποίοι μεταπωλούν μικρές μόνο ποσότητες χαρτοπολτού. Κατά την επιχείρηση αυτή, οποιοσδήποτε περιορισμός επιβάλλεται σε χαρτοβιομήχανο εντός της Κοινότητας σχετικά με τις μεταπωλήσεις χαρτοπολτού σε άλλους κοινοτικούς χαρτο-βιομηχάνους έχει συνεπώς πολύ μικρές επιπτώσεις.
512.
Αρκεί συνεπώς η διαπίστωση ότι από το γεγονός ότι οι ρήτρες έχουν περιοριστικά αποτελέσματα συνάγεται με βεβαιότητα η δυνατότητα επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Αν υπήρχε ενδοκοινοτικό εμπόριο χαρτοπολτού, είναι βέβαιο ότι η ανάπτυξη του εμπορίου αυτού θα παρακωλυόταν από την ύπαρξη των ρητρών αυτών. Επιπλέον, οι ρήτρες αυτές είναι οπωσδήποτε ικανές να εμποδίσουν την εμφάνιση τέτοιων ενδοκοινοτικών συναλλαγών.
VI — Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών
513.
Πολλές από τις προσφεύγουσες επικρίνουν τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, οι οποίες εκτίθενται στα σημεία 136 έως 140 της αποφάσεως.
514.
Οι παρατηρήσεις μου επ' αυτού θα περιοριστούν κυρίως στις παραβάσεις τις οποίες αφορούν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 1 της αποφάσεως, αφού, όπως θα ενθυμείται το Δικαστήριο, του πρότεινα να ακυρώσει τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού και αφού έχω ήδη εξετάσει, στο κεφάλαιο V των προτάσεων μου, ειδικά το ζήτημα του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών από την άποψη των ρητρών απαγορεύσεως των μεταπωλήσεων και των εξαγωγών ( 220 ).
515.
Η Finncell και τα μέλη της ΚΕΑ παρατηρούν ότι δεν υφίσταται εμπόριο χαρτοπολτού μεταξύ των κρατών μελών. Οι κοινοτικοί αγοραστές του προϊόντος αυτού το χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο για την παραγωγή χαρτιού. Κατά τα μέλη της ΚΕΑ, ολόκληρη η παραγωγή των πέντε εργοστασίων χαρτοπολτού που βρίσκονται εντός της Κοινότητας (του ενός βελγικού εργοστασίου και των τεσσάρων γαλλικών) χρησιμοποιείται από τους παραγωγούς για τη δική τους παραγωγή χαρτιού ή χαρτονιού και συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών. Ελάχιστες μόνο ποσότητες χαρτοπολτού αποστέλλονται από κοινοτικούς παραγωγούς σε ορισμένους πελάτες τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη.
516.
Τα μέλη της ΚΕΑ τονίζουν επίσης ότι εξάγουν προς την Κοινότητα μικρές ποσότητες, πράγμα που αφορά την προϋπόθεση υπάρξεως αισθητού επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
517.
Θα εξετάσω διαδοχικά τα δύο ανωτέρω σημεία.
518.
Επί του πρώτου σημείου θα αρκεστώ στη διαπίστωση ότι οι εναρμονισμένες πρακτικές τις οποίες αφορούν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 1 της αποφάσεως ήταν οπωσδήποτε ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Στη νομολογία του Δικαστηρίου έχουν γίνει δεκτά τα εξής:
«Όλες οι συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού (...) ενός ημιτελικού προϊόντος είναι ικανές να επηρεάσουν το διακοινοτικό εμπόριο, έστω και αν το ημιτελικό αυτό προϊόν δεν αποτελεί, το ίδιο, αντικείμενο εμπορίας μεταξύ των κρατών μελών, όταν το προϊόν αυτό αποτελεί την πρώτη ύλη άλλου προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο σε άλλο μέρος της Κοινότητας» ( 221 ).
519.
Εν πάση περιπτώσει, οι πρακτικές τις οποίες αφορούν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 1 της αποφάσεως μπορούσαν να επηρεάσουν αισθητά το κόστος και συνεπώς τις τιμές του χαρτιού που παράγεται από τον χαρτοπολτό. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι ο χαρτοπολτός αντιπροσωπεύει περισσότερο από το μισό κόστος του χαρτιού, το οποίο βέβαια αποτελεί αντικείμενο ενδοκοινοτικού εμπορίου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω εξάλλου ότι η Επιτροπή ανέφερε με το δικόγραφο ανταπαντήσεως ότι το ενδοκοινοτικό εμπόριο χαρτιού και χαρτονιού είναι της τάξεως των 3,4 τρισεκατομμυρίων ECU. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι επηρεάστηκε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
520.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, δηλαδή το αν ο επηρεασμός αυτός ήταν αισθητός, αρκεί η διαπίστωση ότι όλα τα μέλη της ΚΕΑ αποτελούν επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους, των οποίων ο συνολικός κύκλος εργασιών το 1981 και οι ικανότητες παραγωγής εμφαίνονται στον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 5. Συναφώς θα ήθελα να παραθέσω τα ακόλουθα στοιχεία:
—
Chesapeake Corporation: 280 εκατ. US $ και 91000 τόνοι ετησίως.
—
Crown Zellerbach Corporation: 3150 εκατ. US $ και 286000 τόνοι ετησίως.
—
Federal Paper Board Corporation: 520 εκατ. US $ και 260000 τόνοι ετησίως.
—
Georgia Pacific Corporation: 5410 εκατ. US $ και 225000 τόνοι ετησίως.
—
Mead Corporation: 2900 εκατ. US $ και 370000 τόνοι ετησίως.
—
Scott Paper Company: 2310 εκατ. US $ και 1500000 τόνοι ετησίως.
—
Weyerhaeuser: 4500 εκατ. US $ και 295000 τόνοι ετησίως.
—
International Pulp Sales Company: 4980 εκατ. US (για ολόκληρο τον όμιλο) $ και 80000 τόνοι ετησίως.
521.
Κατά την εξέταση του ζητήματος του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, όσον αφορά την παράβαση που διαπιστώνεται με το άρθρο 1, παράγραφος 5, της αποφάσεως και αφορά τις ρήτρες απαγορεύσεως των μεταπωλήσεων ή των εξαγωγών, υποστήριξα ήδη την άποψη ότι, όταν πρόκειται για επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο του μεγέθους της επιχειρήσεως και όχι μόνο το κριτήριο του ποσοστού της αγοράς που ελέγχει πράγματι η επιχείρηση αυτή εντός της Κοινότητας.
VII — Η αιτίαση περί διακρίσεων
522.
Πολλές από τις προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι υπέστησαν δυσμενή διάκριση, όσον αφορά το ποσό των προστίμων που τους επιβλήθηκαν. Τις αιτιάσεις αυτές θα εξετάσω στο μέρος των προτάσεων μου που θα αφορά τα πρόστιμα.
523.
Επιπλέον, τα μέλη της ΚΕΑ υποστηρίζουν ότι υπέστησαν δυσμενή διάκριση λόγω της ίδας της αποφάσεως, επειδή με την απόφαση αυτή διαπιστώθηκε η εκ μέρους τους τέλεση παραβάσεων. Τα μέλη της ΚΕΑ προβάλλουν καταρχάς τα ακόλουθα δύο επιχειρήματα:
—
Η Επιτροπή περιόρισε αυθαίρετα την απόφαση της στην αγορά λευκασμένου χαρτοπολτού, μολονότι η ανάλυση της αγοράς ημιλευκασμένου χαρτοπολτού θα ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη, όσον αφορά την παράλληλη εξέλιξη των τιμών και τη δήθεν τεχνητή διαφάνεια της αγοράς.
—
Η Επιτροπή δεν ενέπλεξε στη διαδικασία τους Γάλλους και Γερμανούς παραγωγούς, μολονότι στο παράρτημα 7 της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων αναφέρονταν μεταξύ των κυριοτέρων μελών του τμήματος «χαρτοπολτός από σκληρή ξυλεία» της Fides ( 222 ).
524.
Είναι βέβαιο, όπως εξάλλου θα διαπιστώσει και το Δικαστήριο, ότι το πρώτο επιχείρημα των μελών της ΚΕΑ δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί ως αιτίαση περί διακρίσεων. Πρόκειται για επιχείρημα που αφορά τον ορισμό που προσέδωσε στην αγορά η Επιτροπή και ο οποίος επηρέασε, κατά τις προσφεύγουσες, τη σημασία της οικονομικής αναλύσεως στην οποία προέβη το κοινοτικό όργανο.
525.
Όσον αφορά στη συνέχεια τη διάκριση που οφείλεται στο ότι ορισμένοι Ευρωπαίοι παραγωγοί δεν ενεπλάκησαν στη διαδικασία, νομίζω ότι το GEC είναι ο μόνος παραγωγός για τον οποίο αποδείχθηκε η συμμετοχή σε εναρμονισμένες πρακτικές, και μάλιστα στο πλαίσιο της Fides. Το γεγονός ότι αυτή η σύμπραξη οικονομικών συμφερόντων τέθηκε υπό δικαστική εκκαθάριση το 1980 και έπαυσε να υφίσταται τον Φεβρουάριο 1981 ήταν προφανώς ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή αποφάσισε να μην τον περιλάβει στη γνωστοποίηση αιτιάσεων. Μπορούσε όμως το γεγονός αυτό να εμποδίσει την κίνηση της διαδικασίας, αν όχι κατά της ίδιας της συμπράξεως, τουλάχιστον κατά των μελών του; Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι η πλάνη στην οποία ενδεχομένως υπέπεσε η Επιτροπή στο σημείο αυτό μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Στο σημείο αυτό πρέπει να ληφθούν υπότ1ιη τα διδάγματα που συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το δίκαιο αντιντάμπινγκ. Το Δικαστήριο ποτέ δεν έχει ακυρώσει κανονισμό με τον οποίο επιβλήθηκαν δασμοί αντιντάμπινγκ για ορισμένες εισαγωγές στην Κοινότητα, ακόμα και όταν είχε αποδειχθεί ότι ορισμένη εταιρία την οποία αφορούσε άλλη απόφαση είχε αντιμετωπιστεί ευνοϊκότερα, και συγκεκριμένα στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή είχε αποφασίσει να περατώσει τη διαδικασία που είχε κινήσει κατά της εταιρίας αυτής ( 223 ).
526.
Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση Sharp Corporation,
«όταν ένας εξαγωγέας εφαρμόζει τιμές ντάμπινγκ, υπάρχει όντως ντάμπινγκ εκ μέρους του και δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του επικαλούμενος άλλον εξαγωγέα, ο οποίος ενδεχομένως εφαρμόζει ή δεν εφαρμόζει τιμές ντάμπινγκ» ( 224 ).
527.
Θα ήταν βέβαια λυπηρό αν η Επιτροπή, το έργο της οποίας συνίσταται στην εξασφάλιση της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, συνέβαλλε ώστε να επιτείνονται οι νοθεύσεις του ανταγωνισμού, με την απόφαση της να κινηθεί κατά ορισμένων επιχειρήσεων και όχι κατά ορισμένων άλλων, μολονότι θεωρητικά όλες τελούν σε ανταγωνισμό εντός της ίδιας αγοράς. Το Δικαστήριο όμως δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια των αρμοδιοτήτων που έχει σε κάθε υπόθεση που υποβάλλεται στην κρίση του: δεν μπορεί να διαπιστώνει την τέλεση παραβάσεων από επιχειρήσεις τις οποίες δεν αφορά η απόφαση της Επιτροπής. Εφόσον μια επιχείρηση που έχει ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως της Επιτροπής έχει παραβεί τους κανόνες που θέτει το δίκαιο του ανταγωνισμού, δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, να αποφύγει τις συνέπειες της παραβάσεως αυτής, ισχυριζόμενη ότι η συμπεριφορά ενός άλλου επιχειρηματία ήταν επίσης παράνομη. Οι ενδεχόμενες ζημίες που θα προκαλούσε η μελλοντική παράλειψη της Επιτροπής θα καθιστούσαν ενδεχομένως αναγκαία την παροχή άλλης μορφής έννομης προστασίας και όχι την ακύρωση της επίμαχης πράξης.
528.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τα σχετικά επιχειρήματα των προσφευγουσών.
529.
Στη συνέχεια τα μέλη της ΚΕΑ ισχυρίζονται ότι υπέστησαν διάκριση έναντι της Finncell και ότι οι κανόνες που διέπουν την εναρμόνιση στο πλαίσιο της ΚΕΑ είναι λιγότερο αυστηροί από ό,τι οι κανόνες που διέπουν την Finncell. Εντούτοις, με την απόφαση διαπιστώθηκε η εκ μέρους των μελών της ΚΕΑ τέλεση παραβάσεως λόγω της εναρμονίσεως εντός της ενώσεως αυτής (άρθρο 1, παράγραφος 3), ενώ η Επιτροπή δεν αποφαίνεται επί του ζητήματος του συμβατού της ίδιας της Finncell με το άρθρο 85 της Συνθήκης και παραπέμπει συναφώς σε αυτοτελή απόφαση.
530.
Το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, αφού κατά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής η κατάσταση της ΚΕΑ δεν συνέπιπτε με την κατάσταση της Finncell από όλες τις απόψεις. Πρώτον, η Επιτροπή τόνισε ότι, αντίθετα από ό,τι συνέβαινε με την αμερικανική ένωση επιχειρήσεων, η πραγματική κατάσταση και το νομικό καθεστώς της φινλανδικής οργανώσεως δεν ήσαν καθόλου σαφή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της. Δεύτερον, αντίθετα επίσης από ό,τι είχε συμβεί με την ΚΕΑ, η Finncell είχε κοινοποιήσει ένα μέρος τουλάχιστον της συμφωνίας με την οποία ιδρύθηκε η ένωση αυτή.
VIII — Η δέσμευση
531.
Όλες οι επιχειρήσεις που προσυπέγραψαν την ανάληψη δεσμεύσεως, πλην των φινλανδικών προσφευγουσών επιχειρήσεων ( 225 ), και η Bowater, η οποία δεν προσυπέγραψε την ανάληψη της δεσμεύσεως αυτής, ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την ίδια την ανάληψη της δεσμεύσεως ή να τις απαλλάξει από την υποχρέωση τηρήσεως της. Η Επιτροπή φρονεί — ορθώς κατά τη γνώμη μου — ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες ως προς το αίτημα αυτό.
532.
Πράγματι, πρέπει να μη σταματήσουμε μόνο στα φαινόμενα. Στο σημείο 149 της αποφάσεως αναφέρεται βέβαια ότι η Επιτροπή, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των προστίμων, έλαβε υπόψη την ανάληψη της δεσμεύσεως, το κείμενο της οποίας επισυνάπτεται στην απόφαση. Η δέσμευση όμως αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μονομερής πράξη της Επιτροπής, κατά της οποίας και μόνο μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ.
533.
To γεγονός ότι η Επιτροπή προσδιόρισε το ύψος των προστίμων σε συνάρτηση με την ανάληψη της δεσμεύσεως δεν προσδίδει στην πράξη αυτή τον χαρακτήρα πράξεως κοινοτικού οργάνου.
534.
Οι προσφυγές είναι συνεπώς απαράδεκτες κατά το μέρος κατά το οποίο βάλλουν κατά της αναλήψεως δεσμεύσεως. Το απαράδεκτο αυτό αφορά και τις αιτιάσεις σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες η Επιτροπή πρότεινε στις επιχειρήσεις να αναλάβουν τη δέσμευση και τις αιτιάσεις που αφορούν την έλλειψη νομιμότητας της ίδιας της δεσμεύσεως.
535.
Ομοίως, δεν πιστεύω ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει εν προκειμένω τα επιχειρήματα των προσφευγουσών με τα οποία αμφισβητείται ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να εξαρτήσει τη μείωση των προστίμων από την εκ μέρους των επιχειρήσεων ανάληψη της δεσμεύσεως να υιοθετήσουν ορισμένη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Οι αιτιάσεις αυτές είναι ομοίως απαράδεκτες, καθόσον βάλλουν κατά της ίδιας της δεσμεύσεως. Επιπλέον, όπως τονίζει η Επιτροπή, ενόψει της πλήρους δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με τα πρόστιμα, το Δικαστήριο μπορεί αναμφίβολα να εξακριβώσει αν τα επιχειρήματα αυτά είναι βάσιμα, εξετάζοντας κατά πόσον η καθής μπορούσε, κατά τον καθορισμό του ποσού των προστίμων, να λάβει υπόι|)η την ανάληψη της δεσμεύσεως.
536.
Εντούτοις, εφόσον όλες οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του άρθρου 1 της αποφάσεως, πλην της Finncell, κατηγορούνταν παράλληλα και για τις παραβάσεις που μνημονεύονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, τις οποίες προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει, οι διαπιστώσεις στις οποίες βασίστηκε η Επιτροπή έχουν, εν πάση περιπτώσει, μεταβληθεί αισθητά. Το Δικαστήριο θα πρέπει συνεπώς να προβεί σε νέο προσδιορισμό του ύψους των προστίμων, στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα των παραβάσεων μόνο για τις οποίες δεν θα ακυρώσει την απόφαση.
537.
Όσον αφορά την Finncell, πρέπει να τονιστεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα αυτή, η οποία δεν ζητεί την ακύρωση της αναλήψεως της δεσμεύσεως, δεν αμφισβητεί την εξουσία της Επιτροπής να συναρτά τη μείωση των προστίμων προς την ανάληψη της δεσμεύσεως. Η Finncell ισχυρίζεται απλώς ότι της είχε δοθεί η υπόσχεση να της επιβληθεί «συμβολικό πρόστιμο», ο ισχυρισμός δε αυτός ισοδυναμεί προς αίτημα μειώσεως του προστίμου. Το σημείο αυτό θα εξεταστεί αργότερα και εδώ περιορίζομαι να αναφέρω ότι, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, η υπόσχεση αυτή θα μπορούσε να δοθεί μόνο από ειδικά εξουσιοδοτημένο προς τούτο υπάλληλο ( 226 )· αντίθετα, τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται οι προσφεύγουσες δεν ήταν εξουσιοδοτημένα προς τούτο.
IX — Τα πρόστιμα
538.
Όσον αφορά τα πρόστιμα, πρέπει να εξεταστούν εδώ δύο ζητήματα. Το πρώτο ζήτημα αφορά την αιτίαση περί δημιουργίας διακρίσεων, την οποία προβάλλουν πολλές προσφεύγουσες. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί το ύψος των προστίμων που επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις των οποίων τις προσφυγές προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει εν όλω ή εν μέρει.
1) Δημιουργία διακρίσεων
539.
Κατόπιν της προτάσεως μου να ακυρωθούν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 του διατακτικού της αποφάσεως, τα μόνα επιχειρήματα σχετικά με τη λόγω των προστίμων δημιουργία διακρίσεων που νομίζω ότι πρέπει να εξεταστούν είναι τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι επιχειρήσεις των οποίων προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή κατά των παραγράφων 4 και 5 του ίδιου αυτού άρθρου ( 227 ).
540.
Η Westar, η Canfor και η St Anne, των οποίων τις προσφυγές προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει, καθόσον βάλλουν κατά της διαπιστώσεως παραβάσεως λόγω των ρητρών απαγορεύσεως των μεταπωλήσεων και εξαγωγών, ισχυρίστηκαν συγκεκριμένα ότι δεν επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο στην ITT Rayonier, η οποία δεν έχει ασκήσει προσφυγή και η οποία αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του άρθρου 1 της αποφάσεως. Είναι σαφές ότι, αν το Δικαστήριο καθορίσει για τις εν λόγω εταιρίες ορισμένο πρόστιμο για τις απαγορεύσεις μόνο εξαγωγών και μεταπωλήσεων, δεν θα επιβληθεί καμία χρηματική κύρωση στην ITT Rayonier, για την οποία διαπιστώθηκε η ίδια παράβαση. Μολονότι το αποτέλεσμα αυτό πόρρω απέχει του να είναι ικανοποιητικό, νομίζω ότι είναι αναπόφευκτο, αν ληφθούν υπόψη τα όρια των εξουσιών του Δικαστηρίου: το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει πρόστιμο στην εν λόγω εταιρία. Κατά τη γνώμη μου ( 228 ), όταν μια επιχείρηση έχει παραβεί, με τη συμπεριφορά της, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν μπορεί, προσφεύγοντας στο Δικαστήριο, να αποφύγει την επιβολή κάθε κυρώσεως για τον λόγο ότι δεν επιβλήθηκε πρόστιμο σε άλλο επιχειρηματία, εφόσον η περίπτωση του επιχειρηματία αυτού δεν έχει υποβληθεί στην κρίση του Δικαστηρίου.
541.
Στη συνέχεια έγινε επίκληση του γεγονότος ότι η Επιτροπή δεν επέβαλε κανένα πρόστιμο στην Borregaard, στην ENCE και στην Portucel, για τις οποίες διαπίστωσε ότι μετέσχον στην εναρμόνιση στο πλαίσιο της Fides. Το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά. Με την απόφαση τονίστηκε πράγματι ότι οι επιχειρήσεις αυτές διεδραμάτισαν διαφορετικό ρόλο από ό,τι οι φινλανδικές και οι σουηδικές επιχειρήσεις κατά τις συναντήσεις τους και ότι ακολούθησαν μια πολιτική διαφοροποιημένων τιμών. Εξάλλου, η Επιτροπή ανέφερε ότι δύσκολα μια επιχείρηση που βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση και δεν αποτελεί παραδοσιακό προμηθευτή θα μπορούσε να αντισταθεί στις πιέσεις των ισχυρότερων επιχειρήσεων και να παραμείνει εκτός εναρμονίσεως ( 229 ). Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή προέβη στον χαρακτηρισμό αυτό των διαφορών που παρουσίαζε, από άποψη εναρμονισμένης πρακτικής, η θέση των επιχειρήσεων αυτών έναντι των σκανδιναβικών επιχειρήσεων και τόνισε ότι οι διαφορές αυτές θα λαμβάνονταν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου ( 230 ).
542.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τις αιτιάσεις που προβάλλουν συναφώς οι προσφεύγουσες.
2) Το ύφος των προστίμων
543.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι η Επιτροπή δεν επέβαλε, όπως προκύπτει από το υπόμνημα αντικρούσεως, κανένα πρόστιμο για συμμετοχή στην εναρμόνιση στο πλαίσιο της ΚΕΑ, την οποία αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως. Στην απόφαση της Επιτροπής αναφέρεται συναφώς ότι, όσον αφορά την εναρμόνιση στο πλαίσιο της ΚΕΑ, ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι ήταν η πρώτη φορά που η Κοινότητα κινούσε διαδικασία κατά οργανώσεως εξαγωγικών επιχειρήσεων που διέπεται από τον νόμο Webb Pomerené.
544.
Στη συνέχεια, όσον αφορά την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ύψος του προστίμου της Finncelł. Ας υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή ανέφερε, με την απόφαση της, ότι βασίστηκε στον όγκο των παραδόσεων του τελευταίου έτους της περιόδου που καλύπτει η διαδικασία, δηλαδή τις παραδόσεις του 1981. Η Finncelł υποστηρίζει, πρώτον, ότι τα στοιχεία αυτά είναι εσφαλμένα και, δεύτερον, ότι έπρεπε να της επιβληθεί συμβολικό και μόνο πρόστιμο.
545.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η Finncell αμφισβητεί τη διαπίστωση της Επιτροπής (σημείο 128 της αποφάσεως) ότι οι σουηδικές και οι φινλανδικές επιχειρήσεις ελέγχουν σχετικά μεγάλο τμήμα της κοινοτικής αγοράς. Η Finncelł εκθέτει ότι η επισκόπηση που περιέχεται στον πίνακα 2 είναι ορθότερη, χωρίς όμως να είναι ορθή. Ο πίνακας αυτός στηρίζεται στις στατιστικές του Cepac, στις οποίες περιλαμβάνονται οι παραδόσεις που πραγματοποιούνται εντός κάθε ομάδας επιχειρήσεων. Συνεπώς η Finncell πώλησε το 1981 και το 1982 εντός της Κοινότητας ποσότητες χαρτοπολτού που αντιπροσώπευαν μικρότερο ποσοστό των κοινοτικών εισαγωγών και μικρότερα μερίδια αγοράς από ό,τι προκύπτει από τον πίνακα 2.
546.
Το καθού όργανο αρνείται κατηγορηματικά ότι βασίστηκε στα συνολικά αριθμητικά στοιχεία των στατιστικών Cepac και ισχυρίζεται ότι βασίστηκε στα στοιχεία που παρέσχον οι ίδιες οι προσφεύγουσες σχετικά με τις πωλήσεις τους εντός της Κοινότητας.
547.
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Επιτροπή, κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, βασίστηκε στα στοιχεία που παρέσχον οι ίδιες οι προσφεύγουσες.
548.
Όσον αφορά τη μείωση του προστίμου σε «συμβολικό» ποσό, όπως αξιώνει η Finncell, το Δικαστήριο θα πρέπει απλώς να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι η τέλεση της παραβάσεως για την οποία κατηγορείται διήρκεσε από το 1973 έως το 1977 και ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που είναι μέλη της Finncelł ανήλθε το 1981 ( 231 ) σε τρία δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Κατά συνέπεια, αν ληφθούν υπόψη τα κριτήρια του κανονισμού 17 σχετικά με τη διάρκεια, τη βαρύτητα των παραβάσεων και το ανώτατο όριο του 10 % του κύκλου εργασιών, τα 100000 ECU που επιβλήθηκαν ως πρόστιμο στη Finncelł αποτελούν οπωσδήποτε πολύ χαμηλό ποσό. Συνεπώς δεν υφίσταται κανείς λόγος για τη μείωση του.
549.
Όσον αφορά τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν για την παράβαση που συνίσταται στην ύπαρξη ρητρών απαγορεύσεως των μεταπωλήσεων και των εξαγωγών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ρήτρες αυτές αποτελούν, εξ ορισμού, πολύ σοβαρά εμπόδια στην επίτευξη της εσωτερικής αγοράς και ότι ευνοούν αναμφισβήτητα τη στεγανοποίηση των αγορών. Η προσθήκη της ρήτρας αυτής εγκαταλείφθηκε κατά τον Δεκέμβριο 1978 από τη Westar και λίγο μετά τη γνωστοποίηση των αιτιάσεων από την Canfor και την St Anne. Η MacMillan απάλειψε τη ρήτρα αυτή από τις τυποποιημένες συμβάσεις της το 1979 ( 232 ), αν και φαίνεται ότι η ρήτρα αυτή εξακολούθησε να υπάρχει σε ορισμένες παλαιές μακροπρόθεσμες συμβάσεις. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να καθορίσει το πρόστιμο καθεμιάς από τις τέσσερις αυτές επιχειρήσεις σε 20000 ECU.
Χ — Επί των δικαστικών εξόδων
550.
Ας μου επιτραπεί συναφώς να παραπέμψω, αφού διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις, στο τελευταίο τμήμα των προτάσεων μου, στο οποίο οα διατυπώσω τη συγκεκριμένη πρόταση μου προς το Δικαστήριο.
551.
Καταρχάς, δεδομένου ότι οι πραγματογνωμοσύνες που διατάχθηκαν από το Δικαστήριο αφορούσαν κυρίως τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1, των οποίων την ακύρωση προτείνω, φρονώ ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στη σχετική δαπάνη.
552.
Όσον αφορά τα λοιπά δικαστικά έξοδα, για τις προσφυγές για τις οποίες προτείνω το Δικαστήριο είτε να τις απορρίψει εν μέρει είτε να τις κηρύξει απαράδεκτες ( 233 ) — καθόσον με τις προσφυγές αυτές ζητείται η ακύρωση της αναλήψεως δεσμεύσεως ή η απαλλαγή των προσφευγουσών από τη δέσμευση — πρέπει, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες, κάθε διάδικος να φέρει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε.
553.
Επιπλέον, η πλήρης απόρριψη της προσφυγής της ίδιας της Finncell πρέπει να έχει ως συνέπεια να καταδικαστεί η προσφεύγουσα αυτή στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή για την άμυνα της κατά του τμήματος της προσφυγής που έβαλλε κατά του άρθρου 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως, ενώ το καθού όργανο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των φινλανδικών επιχειρήσεων τις οποίες δεν αφορά η διάταξη αυτή, αφού προτείνω στο Δικαστήριο να γίνουν δεκτές οι προσφυγές τους κατά το τμήμα κατά το οποίο αφορούν τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 της αποφάσεως.
554.
Επιπλέον, η Mead, η οποία παραιτήθηκε από τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή λόγω της προσφυγής της. Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, παρεμβαίνουσα, θα φέρει τα δικά της έξοδα.
555.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να κηρύξει απαράδεκτα τα αιτήματα των προσφευγουσών για πλήρη ή μερική ακύρωση της αναλήψεως της δεσμεύσεως ή για απαλλαγή τους από τη δέσμευση αυτή,
—
να ακυρώσει την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αφορά τη St Anne,
—
να ακυρώσει την παράγραφο 2 του άρθρου 1 της αποφάσεως, καθόσον αφορά τις Chesapeake και Scott,
—
να ακυρώσει τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 της αποφάσεως, καθόσον αφορούν τις:
—
British Columbia Forest Products Ltd,
—
Canadian Forest Products Ltd,
—
MacMillan Bloedel Ltd,
—
Weidwood of Canada Ltd,
—
Westar Timber Ltd,
—
Bowater Incorporated,
—
Federal Paper Board Company,
—
Crown Zellerbach,
—
Georgia-Pacific Corporation
—
International Pulp Sales Company,
—
Weyerhaeuser Company,
—
Ahlström Oy,
—
Enso-Gutzeit Oy,
—
Joutseno-Pulp Co.,
—
Kaukas AB Oy,
—
Kemi Oy,
—
Metsä-Botnia AB Oy,
—
Metsäliiton Teollisuus Oy,
—
Oulu Oy,
—
Wilh. Schaumann AB Oy,
—
Sunila Oy,
—
Veitsiluoto Oy,
—
να ακυρώσει την παράγραφο 3 του άρθρου 1 της αποφάσεως, με την οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ των προσφευγουσών επιχειρήσεων ως προς τις τιμές συναλλαγών στο πλαίσιο της ΚΕΑ,
—
να ακυρώσει την παράγραφο 4 του άρθρου 1 της αποφάσεως, καθόσον αφορά τη St Anne,
—
να ακυρώσει το άρθρο 3 της αποφάσεως, καθόσον επιβάλλει πρόστιμο στις προσφεύγουσες, με την εξαίρεση των Canadian Forest, MacMillan, St Anne, Westar και Finncell,
—
να επιβάλει πρόστιμο ύψους 20000 ECU στις Canadian Forest, MacMillan, St Anne και Westar,
—
να απορρίψει κατά τα λοιπά τις προσφυγές,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από τις πραγματογνωμοσύνες που διατάχθηκαν στην προκειμένη υπόθεση,
—
να αποφανθεί ότι κατά τα λοιπά κάθε διάδικος θα φέρει τα έξοδα του, περιλαμβανομένης και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, παρεμβαίνουσας, εκτός από τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή λόγω της προσφυγής της Mead και της προσφυγής της Finncell, τα οποία θα βαρύνουν τις προσφεύγουσες αυτές, και από τα έξοδα των φινλανδικών επιχειρήσεων (υποθ. C-89/85), τα οποία θα βαρύνουν την Επιτροπή.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Βλ. τον πίνακα 5 της αποφάσεως.
( 2 ) Όσον αφορά το κόστος, κατά την προφορική διαδικασία ετέθη ζήτημα κύρους των στοιχείων του πίνακα 1, κυρίως επειδή τα στοιχεία αυτά δεν είχαν κοινοποιηθεί στους παραγωγούς και δεν περιέχονταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων: ο πίνακας μεν αυτός δεν περιλαμβανόταν στη γνωστοποίηση αιτιάσεων, αλλά στη γνωστοποίηση αυτή περιλαμβάνονταν άλλα στοιχεία (παράρτημα III) σχετικά με το κόστος παραγωγής.
( 3 ) Στον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 1.
( 4 ) Η Enso-Gutzeit αποχώρησε από τη Finncell στις 31 Δεκεμβρίου 1979 και η Ahlström στις 31 Μαΐου 1986.
( 5 ) Η International Pulp Sales αποχώρησε από την ΚΕΑ το 1979, η Chesapeake, η ITT Rayonier και η Mead αποχώρησαν μετά tij γνωστοποίηση αιτιάσεων και η Crown Zellcrbach το 1982, δηλαδή μετά τη λήξη της περιόδου που καλύπτει η απόφαση.
( 6 ) Βλ. το κοινό τμήμα των προσφυγών στις υποθέσεις C-125/8S έως C-129/85, σ. 25 του πρωτοτύπου.
( 7 ) O πίνακας αυτός συμπίπτει με τον ουνημμμένο στην απόφαση πίνακα 2· πρέπει να σημειωθεί ότι οι προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις υποστήριξαν ότι στα στοιχεία του πίνακα αυτού περιλαμβάνονται οι εντός των ομίλων παραδόσεις, μολονότι οι παραδόσεις αυτές δεν αφορούν τον «πολτό αγοράς»: ειδικά το 19S1 και το 1982 το ποσοστό εισαγωγών από τη Φινλανδία ανερχόταν, κατά τις προσφεύγουσες αυτές, οε 10,11 % και 8,74 Co αντίστοιχα.
( 8 ) Το 1975 αποτελεί το πρώτο έτος της περιόδου πατά την οποία υπήρξε, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, «γενική» εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές (παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 της αποφάσεως)· κατά την απόφαση, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 40 % μεταξύ του πρώτου τριμήνου του 1974 και του πρώτου τριμήνου του 1975. Ας σημειωθεί ότι οτην απόφαση εξετάζεται επίσης η εξέλιξη των τιμών το 1982, ενώ η περίοδος την οποία καλύπτει η απόφαση φθάνει μέχρι το 1981.
( 9 ) Συναφώς παραπέμπω στα στοιχεία που αναφέρονται στο σημείο 15 της αποφάσεως- από τον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 6 προκύπτει ότι η Finncell μείωσε τις τιμές της κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1977 (επ' αυτού θα επανέλθω αργότερα).
( 10 ) Βλ. σχετική ανακοίνωση (JO 1978, C 89, σ. 2).
( 11 ) Βλ. την ανακοίνωση περί περατώσεως της διαδικασίας (JO 1978, C 303, σ. 10), στην οποία αναφέρονται τα εξής: «ενόψει της εξελίξεως της καταστάσεως, η θέσπιση μέτρων άμυνας δεν θεωρείται αναγκαία επί του παρόντος».
( 12 ) Του πρώτου κανονισμού εφαρμογή; των (¡(¡Ορων 85 και 86 τη; Συνθήκη; EOK, τη; 6η; Φεβρουαρίου 1962 (ΕΕ ειδ. εχδ. 08/001, σ. 25).
( 13 ) -Το πρωτότυπο κείμενο είναι το εξή;: «în your written reply to lhe Statement of Objections and in the Hearing you have raised certain points, in the light of which it seems necessary to update and complement the information on the facts on which are above proceedings based» (βλ. παράρτημα S, Εγγρ. 4, του τόμου III των παραρτημάτων στο κοινό τμήμα των προοφυγών των επιχειρήσεων τη; Βρετανική; Κολομβία;).
( 14 ) Βλ. π.χ. το έγγραφο τη; 30ή; Νοεμβρίου 1984 του Γενικού Διευθυντή Ανταγωνισμού* βλ. επίση; το σημείο 149 τι]; αποφάσεω;.
( 15 ) Agence Europe της 15ης Δεκεμβρίου 1984, αριθ. 3991, σ. 10.
( 16 ) 'Εγγραφο του Γενικού Δΐ£υθυντή Ανταγωνισμού (βλ. παράρτημα U, έγγρ. 24, του τόμου ΠΙ των παραρτημάτων του κοινού τμήματος των προσφυγών των παραγωγών της Βρετανικής Κολομβίας).
( 17 ) Αρθρο 4 της αποφάσεως.
( 18 ) Αρθρο 3 της αποφάσεως.
( 19 ) Άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως.
( 20 ) äqOqo 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως.
( 21 ) Αρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως.
( 22 ) Η Fides eívat ελβετική εταιρία χαρτοφυλακίου, η οποία, μεταξύ άλλων, διαχειρίζεται το Κέντρο Έρευνας χαι Ενημερώσεως για την Ευρωπαϊκή Βιομηχανία Χαρτοπολτού και Χαρτιού.
( 23 ) Αρθρο 1, παράγραφος 4, της αποφάσεως· στο σημείο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη το κείμενο του διατακτικού στην αγγλική γλώσσα, που είναι άλλωστε το μόνο αυθεντικό, επειδή το γαλλικό κείμενο εμφανίζει ορισμένες διαφορές από το αγγλικό.
( 24 ) Αρθρο 1, παράγραφος 5, της αποφάσεως.
( 25 ) Απάντηση που έδωσε η Επιτροπή στις 22 Μαΐου 1990 στις συμπληρωματικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
( 26 ) Υπόθεση C-89/85 (προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις):
Α. Ahlström, Joutseno-Pulp, Kymmene Oy (Oy Kaukas), Kemmy Oy, Metsae-Botnia, Teollilsuus (δεν της επιβλήθηκε πρόστιμο), Vetisuluoto Oy (Oulu), Schaumann, Sunila (δεν της επιβλήθηκε πρόστιμο), Veitsiluoto, Finncell (εμπορικός όμιλος στον οποίο ανήκουν όλοι ol Φινλανδοί παραγωγοί, εκτός από την Enso-Gutzeit, η οποία αποχώρησε στις 31 Δεκεμβρίου 1979, και την Ahlström, που αποχώρησε στις 31 Μαΐου 1986), Enso-Gutzeit.
Υπόθεση C-104/85, Bowater (ΗΠΑ).
Υπόθεση C-114/85 (μέλη της ΚΕΑ):
ΚΕΑ Chesapeake, Crown Zčllerbach, Federal Paper, Georgia-Pacific, The Mead Corporation Scott Paper, Weyerhaeuser.
Υπόθεση C-116/85, St Anne-Nackawic (Καναδάς).
Υπόθεση C-117/85, International Pulp Sales (ΗΠΑ).
Υπόθεση C-125/85, Westar Timber (Καναδάς).
Υπόθεση C-126/85 Weidwood (Καναδάς).
Υπόθεση C-127/85, MacMillan Bloedel (Καναδάς).
Υπόθεση C-128/85, Canadian Porest Products (Καναδάς).
Υπόθεση C-129/85, British Columbia Forest Products (Καναδάς).
( 27 ) Νομίζω ότι ο λόγος ακυρώαείος που στηρίζεται οε ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και τον οποίο πρόβαλαν ορισμένες από τις προσφεύγουσες πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω στο πλαίσιο της εξετάσεως της υποθέσεως επί της ουοίας.
( 28 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69, Geigy (Rec. 1972, σ. 787, σκέψη 18).
( 29 ) Όπ.π.
( 30 ) Όπ.π.
( 31 ) Η μόνη επιχείρηση που δεν πρόβαλε αυτόν τον ισχυριομό είναι η Bowater· όσον αφορά τις προσφεύγουσες αμερυιαν^ κές επιχειρήσεις που είναι μέλη της ΚΕΑ ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται ρητά στην αίτηση που υπέβαλαν βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
( 32 ) Στην παράγραφο 20 π.χ. αναφέρονται τα Εξής: «Πλην του 1977 και όλου σχεδόν του έτους 1978, οι παραγωγοί εφάρμοζαν δύο διαφορετικές τιμές ατην Ευρώπη». Κατά την παράγραφο 21, «οι ανακοινωθείσες τιμές και/ή οι τιμές πωλήσεως των διαφόρων παραγωγών εντός της κοινής αγοράς (Norscan και λοιπών) συμπίπτουν οε μεγάλο βαθμό». Στη συνέχεια, στην παράγραφο 25, στην οποία αναφέρεται ότι «επισήμως οι τιμές παρέμειναν οι ίδιες καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 1977», περιγράφεται η πραγματοποίηση μυστικών εκπτώσεων από τις επιχειρήσεις και αναφέρονται επιπλέον οι πραγματικές τιμές τους. Τέλος, στην παράγραφο 26, η Επιτροπή αναφέρει τα εξής: «1978. Τον Δεκέμβριο 1977 ot παραγωγοί μείωσαν τις τιμές τους για το 1978. Οι ανακοινωθείσες τιμές ήσαν αυτή τη φορά οι πραγματικές τιμές».
( 33 ) Στο πρωτότυπο αγγλικό κείμενο γίνεται λόγος για «concerted price-fixing practices pursued inter alia through the system of price announcements» (σ. 40 του πρωτοτύπου).
( 34 ) Σε σχέση με την εναρμονισμένη πρακτική στο πλαίσιο της Fides μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών και λοιπών Ευρωπαίων παραγωγών η παράγραφος 61 κάνει μνεία περιορισμών του ανταγωνισμού σε σχέση με την πολιτική τιμών και διευκρινίζει ότι οι περιορισμοί αυτοί αφορούν επίσης τις εκπτώσεις· η εναρμόνιση στο πλαίσιο της Fides αποτελεί όμως αυτοτελή παράβαση έναντι της «γενικής» εναρμονίσεως των ανακοινωΟεισών τιμών και των τιμών συναλλαγών, η οποία διαπιστώθηκε με την απόφαση- η άποψη της Επιτροπής δεν μπορεί επομένως να στηριχθεί στο εν λόγω χωρίο. Το ίδιο ισχύει, και για τους ίδιους λόγους, για τα χωρία της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων που αφορούν την εναρμόνιση των πραγματικών τιμών στο πλαίσιο της ΚΕΑ (βλ. π.χ. σημείο 41).
( 35 ) Βλ. ο. 28 του υπομνήματα; αντικρούσεως: «(...) η Επιτροπή, συνοψίζοντας με τη γνωστοποίηση αιτιάσεων τα αποτελέσματα των ελέγχων της, παρέθεσε τις ανακοινωθείσες τιμές ως ένδειξη του ύψους των εναρμονισμένων τιμών, ενώ παράλληλα διευκρίνισε ότι οι ανακοινωθείσες τιμές συνέπιπταν συνήθως με τις τιμές συναλλαγών».
( 36 ) Βλ. π.χ. παραγράφους 20 και 25.
( 37 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, Gcigy (Rec. 1972, σ. 787, σκέψη 11· η υπογράμμιση δική μου).
( 38 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76, Unilcd Brands Company και Uniled Brands Conlincnlol κατά Επιτροπής (Rec. 1978, α 207, σκέψη 275· η υπογράμμιση δική μου).
( 39 ) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1970, 45/69, Boehringer Mannheim κατά Επιτροπής (Rec. 1970, σ. 769, σκέψη 9), και απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, ο. 1825, σκέψη 14).
( 40 ) Βλ. συναφώς απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Rec. 1975, σ. 1663), στην οποία η απόρριψη ενός λόγου ακυρώσεως που συνίστατο οε πλημμέλεια της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων αιτιολογείται ως εξής: «(...) η αιτίαση αυτή διατυπώνεται ααφώς και αυτοτελώς στις σελίδες 91-93, 107-108 και 121-123 της γνωστοποιήσεως και στηρίζεται σε έγγραφα που προέρχονται από την SZV ή τη μνημονεύουν ρητά» (σκέψη 427· η υπογράμμιση δική μου).
( 41 ) Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1823, σκέψη 15).
( 42 ) Όπ.π., η υπογράμμιση δική μου.
( 43 ) Το στηριζόμενο στη γραμματική αυτή ερμηνεία επιχείρημα είναι, εν πάση περιπτώσει, ευπρόσβλητο, καθόσν έρχεται σε αντίθεση με ένα άλλο χωρίο του ίδιου εγγράφου, στο οποίο χρησιμοποιείται ιστορικός χρόνος («The Commission... has found that the firms... have participated in price fixing») (η υπογράμμιση δική μου).»
( 44 ) Απόφαση τη; 10 iļs Ιουλίου 1980, 30/78 (Rec. 1980, σ. 2229).
( 45 ) Σκέψη 26.
( 46 ) Προσπάθησα να παρουσιάσω συνοπτικά την άποψη των προσφευγουσών περί των διαδικαστικών παρατυπιών που συνέβησαν σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η αιτίαση περί εναρμονίσεως των τιμών συναλλαγών: οι προσφεύγουσες καναδικές επιχειρήσεις (υποθέσεις C-125/85 έως C-129/85) και ol προσφεύγουσες επιχειρήσεις που είναι μέλη της ΚΕΑ (C-124/85), οι οποίες επιπλέον υπέβαλαν αίτηση βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ανέπτυξαν επ' αυτού εκτεταμένη επιχειρηματολογία- η IPS (C-117/85) προέβαλε επίσης τον λόγο αυτό με το υπόμνημα της προσφυγής της (βλ. σ. 36 επ. του γαλλικού κειμένου)- οι προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις τόνισαν κυρίως το γεγονός ότι η γνωστοποίηση αιτιάσεων δεν αφορούσε την εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών, αλλά ισχυρίστηκαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν τους είχε ανακοινώσει το αποτέλεσμα των ερευνών της ως προς τις τιμές αυτές- η Bowater (C-104/85) τόνισε, με τις έγγραφες παρατηρήσεις της, ότι η Επιτροπή δεν της ανακοίνωσε πριν από την έκδοση της αποφάσεως τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει σε σχέση με τα τιμολόγια της- κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και μόνο επικαλέστηκε η εταιρία αυτή το γεγονός ότι δεν της είχαν αποσταλεί τα τιμολόγια των ανταγωνιστών της- θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι δεν διαπιστώθηκε συμμετοχή της St Anne (C-124/84) στην εναρμονισμένη πρακτική ως προς τις τιμές συναλλαγών.
( 47 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76 (Rec. 1979, σ. 461).
( 48 ) Από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι οι τέσσερις επιχειρήσεις-αποδέκτες της αποφάσεως για τις οποίες η Επιτροπή διέθετε το μεγαλύτερο αριθμό τιμολογίων κατά τον χρόνο της γνωστοποιήσεως αιτιάσεων ήσαν μέλη της ΚΕΑ (βλ. παράρτημα 15-1 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης). Επί του σημείου αυτού θα επανέλθω κατά την επί της ουσίας εξέταση του ισχυρισμού περί εναρμονισμένης πρακτικής εντός της αμερικανικής αυτής ενώσεως επιχειρήσεων, προκειμένου να εξετάσω αν η διαπίστωση περί εναρμονισμένης πρακτικής εντός της ενώσεως αυτής ως προς τις τιμές συναλλαγών είναι, από διαδικαστική άποψη, νομότυπη.
( 49 ) «Δεδομένου ótl ol απαντήσεις στην έκθεση αιτιάσεων περιλάμβαναν τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι οι τιμές συναλλαγής διαφέρουν σημαντικά από τις ανακοινωθείσες τιμές, η Επιτροπή ζήτησε γραπτές αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 17. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις υπέβαλαν περισσότερα από 100000 δελτία τιμολογίων και πιστώσεων. Αυτά αποδεικνύουν ότι πραγματικές εκπτώσεις ή παραχωρήσεις, με τη μορφή καλύτερων όρων πληρωμής, έγιναν (με σπάνιες εξαιρέσεις)μόνο σε ένα μικρό κύκλο μεγάλων εταιριών. Οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις παραχώρησαν τις εκπτώσεις αυτές με ανάλογους όρους. Συνήθως, δεν υπερέβησαν το 3 % και ποτέ δεν έφτασαν συνολικά σε περισσότερο από 7 %. Οι εκπτώσεις που χρησιμεύουν απλώς σαν αντιστάθμισμα στην αδυναμία του προμηθευτή να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή σαν πρόσθετη εξυπηρέτηση που προσφέρει ο πελάτης ή τρίτος δεν αποτελούν πραγματικές εκπτώσεις επί των τιμών και, κατά συνέπεια, δεν έχουν ληφθεί υπόψη (...). Κατά τον ίδιο τρόπο, η τιμολόγηση των ποσοτήτων που στάλθηκαν το επόμενο τρίμηνο με τιμές που ίσχυαν όταν συνάφθηκε η συμφωνία (carry over) δεν αποτελεί πραγματική έκπτωση επί της τιμής. Οι λεπτομερείς τιμές συναλλαγής αναφέρονται στους πίνακες 7 και 8.»
( 50 ) Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, van Landcwyck κ.λπ. κατά Επιτροπή; (Rec. 1980, σ. 3125, σκέψη 68).
( 51 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69, Geigy (Rec. 1972, σ.787, σκέψη 14).
( 52 ) Όπ.π., η υπογράμμιση δική μου.
( 53 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 51/69, Farbenfabriken Bayer κατά Επιτροπής (Rec. 1972, ο. 745, οκέψη 5).
( 54 ) Έγγραφο της 12ης Νοεμβρίου 1984, βλ. παράρτημα S, ίγγρ. 6, του τόμου ΠΙ των παραρτημάτων του κοινού τμήματος της προσφυγής των παραγωγών της Βρετανικής Κολομβίας.
( 55 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82 (Συλλογή 1983, σ. 3151, σκΕψη 27).
( 56 ) Σημείο 25 της αποφάσεως, η υπογράμμιση δική μου.
( 57 ) Σημείο 103 της αποφάσεως, η υπογράμμιση δική μου.
( 58 ) Σημείο 104, η υπογράμμιση δική μου.
( 59 ) Έγγραφο της 12ης Απριλίου 1985 (βλ. παράρτημα της αιτήσεως που υπέβαλε βάσει του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας η Westar, προσφεύγουσα στην υπόθεση C-125/85).
( 60 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Rodie & Co. AG xeno Επιτροπή; (όπ.π., ο. 512, σκέψη 14): βλ. επίαη; την απόφαση Musique Diffusion française, (όπ.π.), την απόφαση ΑΠΟ (οπ.π.), και την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandschc Danilen-Induslric-Michelin κατά Επιτροπή; (Συλλογή 1983, ο. 3461, οχέψη 8).
( 61 ) Προτάσεις της 7η; Φεβρουαρίου 1991, στην υπόθεση C-49/88, Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, α I-3205, σημεία 111 και 112).
( 62 ) Απόφαση της 27ης Ιουνίου 1991, C-49/S8, Al-Iubail Fertilizer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I-3187, σκέψη 17).
( 63 ) Η εφαρμογή των αρχών που καθιέρωσε η απόφαση Al-Jubail Fertilizer κατά Συμβουλίου δεν μπορεί να περίορι-στεί μόνο στα ζητήματα αντιντάμπινγκ: πράγματι, το Δικαστήριο συνήγαγε τις αρχές αυτές από ορισμένες επιτακτικές προϋποθέσεις που αφορούν την τήρηση των δικαιωμάτων άμυνας και έχουν διαμορφωθεί νομολογιακά με αποφάσεις που εκδόθηκαν οτον τομέα του ανταγωνισμού, ιδίως δε με την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1989, 85/87, Dow Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3137).
( 64 ) Απόφαση Hoffmann-La Roche, όπ.π., σκέψη 11 (η υπογράμμιση δική μου).
( 65 ) Σημεία 57 και 58.
( 66 ) Στο σημείο 58 γίνεται μνεία των όσων ανέφερε η Borregnard κατά την αχοόαοή της.
( 67 ) Σημεία 59 και 60.
( 68 ) Η μόνη πάντως εξαίρεση είναι η μνεία που περιέχεται στο σημείο 58 της αποφάσεως στην ακρόαση της Borregaard, σχετικά με την ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής μεταξύ παραγωγών στο πλαίσιο της Fides: έχω ήδη αναφέρει ότι τα στοιχεία αυτά, καθώς και όλα τα στοιχεία που περιέχονται στα σημεία 57 έως 60, πρέπει να μη ληφθούν υπόψη, προκειμένου να κριθεί αν αποδεικνύεται η συμμετοχή της Finncell στην εναρμονισμένη αυτή πρακτική.
( 69 ) Για τους ίδιους λόγους δεν εξέτασα τον ιοχυρισμό περί μη εκδόσεως αποφάσεως βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 17, τον οποίο προέβαλαν ορισμένες από τις προσφεύγουσες σε σχέση με τα «τεκμήρια αποδείξεως» στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να προσδιορίσει τις τιμές συναλλαγών ορισμένων επιχειρήσεων επί ορισμένες περιόδους.
( 70 ) Υπόμνημα αντικρούσεως 2.1., σ. 20.
( 71 ) Όπως γίνεται ομόφωνα δεκτό, η έννοια αυτή προέρχεται από τις έννοιες «concerted actions» ή «concerted practices», οι οποίες διαμορφώθηκαν σχετικά με την «conspiracy», την οποία απαγορεύει το άρθρο 1 του Sherman Act: ας υπενθυμιστεί ότι η διάταξη αυτή απαγορεύει κάθε «contract, coordination» ή «conspiracy», των οποίων αναγκαία προϋπόθεση είναι η ύπαρξη μιας «agreement», δηλαδή συμπτώσεως βουλήσεων, η οποία δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκη την ύπαρξη νομικά δεσμευτικής συμφωνίας: βλ. π.χ. Blaise: «Le statut juridique des ententes économiques dans de droit français et le droit des Communautés européennes», Παρίσι, 1964, σ. 114, Bortolotti: «‘Pratiques concertées’ et notion d'ententes dans le traité CEE», Droit et Affaires CEE, 1970, no 176, doc. no 17, σ. 1 και 3, Henrichs: Die «‘conscious parallelism’ — Doktrin des US — Antilrustrechts und der Begriff ‘Aufeinander Abgestimmte Verhaltensweisen’ in Art. 85 EWG-Vertrag», Wirtschaß und Wettbewerb, 1965, no 2, σ. 95, Joliet: «La notion de pratique concertée et l'arrêt ICI dans une perspective comparative» CDE, 1974, σ. 251, και συγκεκριμένα σ. 258 επ.
( 72 ) Επί της έννοιας της εναρμονισμένης πρακτικής βλ., μεταξύ άλλων, Gleiss: «Der Begriff der ‘Aufeinander Abgestimmten Verhaltenweisen’ in Art. 85 EWG-Vertrag», Wirtschaft und Wettbeiverb, 1964/6, σ. 485, Henrichs, όπ.π., Trimarchi: «Die Rechtliche Beurteilung Abgestimmter Verhaltensweisen auf Oligopolistischen Maerkten, Gewerblicher Rechtsschutz und Urheberrecht, Internationaler Teil», 1970/10, σ. 311, Kersten: «Bewusstes Parallelverhalten —Aufeinander Abgestimmte Verhaltenweise, Kartellvertrag», Wirtschaft und Wettbeiverb, 1972/2, a. 69, Bortolotti, όπ.π. Koran: «Concerted Practices» (σημ. στην υποθ. «Χρωστά κές ουσίες»), The Modem Law Review, Μάρτιος 1973, vol. 36, σ. 220, Goldman, Clune!, 1973, σ. 936, Moehring: «Abgestimmtes Verhalten im Kartellrecht», Neue Juristische Wochenschrift, 1973/18, o. 777, Pfeiffer: «Uniform pricing in concentrated markets: is conscious parallelism prohibited by article 85 (1) of the treaty of Rome?» (σημ. στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, 49/69, 51/69 έως 57/69), Cornell International Law, 1974/2, vol. VII, σ. 113, Daig: «Zum Begriff der Aufeinander Abgestimmten Verhaltensweisen' nach Art. 85 EWG-Vertrag, unter besonderer Berücksichtigung des ‘Zuckerurteils’ des EUGH vom 16.12.1975», Europarecht, 1976/3, σ. 213, Kovar, Clunet, 1977, σ. 217, Hint: «Comportements parallèles conscients et pratiques concertées, Comparaison du droit antritrust aux États-Unis, dans la Communauté économique européenne et en Australie», Revue internationale de droit comparé, 1981/1, σ. 33, lohet, όπ.π., Πετρόπουλος: «L'affaire Binon —parallelismes de comportement, pratiques concertées et ententes ‘verticales-horizontales’», Cahiers de droit européen, 1986/3/4, α 332, Schapira, Le Tallec, Blaize: «Droit européen des affaires», 3η έκδοση, PUF, 1992, σ. 303.
( 73 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1972, 48/69, ICI κατά Επιτροπής (Rec. 1972, ο. 619), 49/69, BASF κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ.713), 51/69, Farbenfabriken Bayer κατά Επιτροπής (Rec. 1972, α. 745), 52/69, Gcigy κατά Επιτροπής (Rec. 1972, 0.787), 53/69, Sandoz κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ. 845), 54/69, Francolor κατά Επιτροπής (Rec. 1972, ο. 851), 55/69, Cassella Farbwerke Mainkur κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ. 887), 56/69, Farbwerke Hoeschsl κατά Επιτροπής (Rec. 1972, σ.927), 57/69, ACNA κατά Επιτροπής (Rec. 1972, ο. 933), απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Rec. 1975, s. 1663), απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion française (Συλλογή 1983, o. 1825), απόφασι) της 28ης Μαρτίου 1984, 29/83 και 30/83, GRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, ο. 1679), αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1981, 172/80, Züchner κατά Bayerische Vercinsbank (Συλλογή 1981, σ.2021), και της 10ης Σεπτεμβρίου 1985, 240/82, 241/82, 242/82, 261/82, 262/82 26S/82 και 269/82, Stichting Sigarellenindusiric κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3831).
( 74 ) 48/69, οπ.π., σκέψη 64.
( 75 ) Όπ.π., σκέψη 45.
( 76 ) Pinou, CDE 1973, σ. 50, και συγκεκριμένα σ. 52.
( 77 ) Απόφαση Suiker Unie κ.λπ., οπ.π., σκέψη 173 (η υπογράμμιση δική μου).
( 78 ) Όπ.π., σκέψη 174 της αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου).
( 79 ) Βλ. L. Focsaneanu: «Gigantisme juridique: l'arrêt-fleuve du 16 décembre 1975 de la Cour de justice des Communautés européennes concernant ies affaires ‘industrie européenne du sucre’», JCP, 1976, Π 12168, σ.417, και συγκεκριμένα σ.424- βλ. επίσης Flint, όπ.π., σ. 48, ο οποίος τονίζει ότι ο επηρεασμός της συμπεριφοράς ενός ανταγωνιστή ή η αποκάλυψη στον ανταγωνιστή αυτό της μελλοντικής συμπεριφοράς της επιχειρήσεως αποτελεί απλώς μονομερή πράξη.
( 80 ) Βλ. συναφώς τον ορισμό που έδωσε ο δικαστής Cross στην «arrangement» του βρετανικού δικαίου στην υπόθεση British Basic Slag Ltd's Application: «Τα στοιχεία που συνθέτουν κατ' ανάγκη την ‘arrangement’, της οποίας η εκπλήρωση δεν μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς, είναι τα εξής: τα μέρη πρέπει να έχουν έλθει σε μεταξύ τους επικοινωνία, με οποιοδήποτε τρόπο, και το αποτέλεσμα της επικοινωνίας αυτής να είναι ότι εκάτερο των μερών έχει εσκεμμένα δημιουργήσει στο άλλο την προσδοκία ότι θα ενεργήσει με ένα συγκεκριμένο τρόπο», (1962) L. R. 3 R. Ρ. 178, σ. 195.
( 81 ) Για την περίπτωση της άτυπης και αμοιβαίας ανταλλαγής ανακοινώσεων βλ. την απόφαση «Containers» του Supreme Court των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου ο δικαστής Douglas εκθέτει την άποψη της πλειοψηφίας ως εξής: «Το μόνο διαθέσιμο στοιχείο ήταν ότι καθένας από τους καθών ζητούσε από τον ανταγωνιστή του πληροφορίες για τις πλέον πρόσφατες τιμές του, όποτε χρειαζόταν τις πληροφορίες αυτές και όποτε οι πληροφορίες αυτές δεν ήσαν διαθέσιμες από άλλη πηγή. O αποδέκτης της αιτήσεως αυτής παρείχε συνήθως τα στοιχεία που του ζητούνταν, με την προσδοκία ότι ο ανταγωνιστής του θα του παρείχε τις αντίστοιχες πληροφορίες, εφόσον τις χρειαζόταν. Οι εναρμονισμένες αυτές ενέργειες αρκούν βέβαια για να στοιχειοθετείται συντονισμός ή συμπαιγνία, το πρώτο δηλαδή από τα στοιχεία που συνθέτουν την παράβαση του άρθρου 1 του Sherman Act», 393 US 333, 21 Led 3d 526, 895 Ct 510 (το παρατιθέμενο χωρίο περιέχεται στο σημείο 335).
( 82 ) Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 21 (η υπογράμμιση δική μου).
( 83 ) Απόφαση ICI, όπ.π., σκέψη 118 (Rec. 1972, ο. 664) (η υπογράμμιση δική μου)· επ' αυτού βλ. Jolid, όπ.π., ο. 266, και συγκεκριμένα σ. 267.
( 84 ) 172/80, οπ.π. σκέψη 21 (Συλλογή 1981, α 2033) (η υπογράμμιση δική μου).
( 85 ) Jolid, οπ.π., σ. 270.
( 86 ) Προαναφερθείσα απόφαση, Rec. 1972, σ. 640 (η υπογράμμιση δική μου).
( 87 ) Όπ.π., σκέψη 118 (η υπογράμμιση δική μου).
( 88 ) Προαναφερθείσα απόφαση Züchner, σκέψη 14 (η υπογράμμιση δική μου).
( 89 ) Βλ. Wathelet: «Pratiques concertées et comportements parallèles en Oligopole», RIDE, 1975/4, σ. 663/699.
( 90 ) Βλ. Turner: «The Definition of Agreement Under the Sherman Act: Parallelism and Refusals to Deal», 75 Harv. L. Rev. 655, 1962, κατά τον οποίο η «εσκεμμένα παράλληλη συμπεριφορά» είναι το αποτέλεσμα της αλληλεξαρτήσεως που υφίσταται στις αγορές που χαρακτηρίζονται από ολιγοπωλιακή συγκέντρωση και συνιστά εύλογη και ατομική απάντηση των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων (βλ. σ. 665 και 666). Η ορθότητα της αναλύσεως αυτής αμφισβητήθηκε από τον Posner {βλ., μεταξύ άλλων, «Oligopoly and the Antitrust Laws: A Suggested Approach», 21 Stan L. Ref. 1562 (1969), κατά τον οποίο η εσκεμμένη παράλληλη συμπεριφορά ενδέχεται, αντίθετα, να αποτελεί «σιωπηρή συμπαιγνία», για την απόδειξη της οποίας είναι αναγκαία η διεξαγωγή οικονομικής αναλύσεως. Γενικότερα, το ζήτημα της εσκεμμένα παράλληλης συμπεριφοράς έχει οδηγήσει στη διατύπωση πολλών και αντικρουόμενων επιχειρημάτων, τα οποία εκτίθενται συνοπτικά στο: Oppenheim, Weston και Mac Carthy: «Federal Antitrust Law», τέταρτη έκδοση, St Paul, Minn West Publishing, 1981, σ. 205 επ.- μεταξύ των διαφόρων δημοσιευμάτων θα ήθελα να αναφέρω κυρίως τα εξής: Markham: «The Nature and Significance of Price Leadership», 41 Am. Econom. Rev. 891, 1951, Rahl: «Conspiracy and the Antitrust Laws», 44 Nw. V. L. Rev. 743, 1950, Schermer: «Industrial Market Structure and Economic Performance», δεύτερη έκδοση, 1980, κεφάλαια 5 και 6, σ. 151-199, Bork: «The Antitrust Paradox: A Policy at War with itself»Basic Book, 1978, New York, Markovits: «Oligopolistic Pricing Suits, the Sherman Act and Economic Welfare», 26 Sta L. Rev. 493 et 717,1974. Βλ. επίσης όλα τα κείμενα που έχουν δημοσιευθεί στην «Journal of Reprints for Antitrust Law and Economics», «Conscious Parallelism —The New Wave», 1982, vol ΧΠΙ, De Jong: «The Economics of Concerted Practices (Collusion) in European Competition Policy», 1973, Sijthoff-Leiden, σ. 92, «Aspects économiques du comportement parallèle sur le marché, CDE, 1971, σ. 550.
( 91 ) Επί της κυρίαρχης επιχειρήσεως με «βαρομετικές αντιδράσεις», βλ. De Jong, όπ.π., σ.201, καθώς επίσης Walhclcl, όπ-.π., σ. 685-87, ο οποίος τονίζει ότι η έννοια αυτή πρέπει να χρησιμοποιείται με μεγάλη σύνεση και να μη αναχθεί σε γενικότατη κατηγορία, την οποία θα μπορούσαν να επικαλούνται εύκολα οι επιχειρήσεις για να εξηγήσουν την παράλληλη συμπεριφορά τους.
( 92 ) Η θεωρία του «price signaling» υποστηρίχθηκε για πρώτη φορά από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ στο πλαίσιο της υποθέσεως US κατά GM Corp., η οποία παρατίθεται στην επόμενη υποσημείωση· εν προκειμένω πρέπει να αναφερθούν δυο κυρίως υποθέσεις: η υπόθεση GE Westinghouse (βλ. ανωτέρω) και η δράση της Federal Trade Commission στην υπόθεση Ethyl και Du Pont de Nemours. Στην τελευταία αυτή υπόθεση η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου θεώρησε ότι τέσσερις εταιρίες παραγωγή; πρόσθετων ουσιών που περιείχαν αντιεκρηκτικό μόλυβδο, οι οποίες αντιπροσώπευαν το SO % της αγοράς, είχαν εφαρμόσει «αθέμιτες μεθόδους» («unfair methods») ανταγωνισμού.Ή Ομοσπονδιακή Επιτροπή έβαλλε κατά των εξής ενεργειών: της πωλήσεως των επίμαχων προϊόντων σε τιμές στις οποίες περιλαμβάνονταν ta έξοδα μεταφοράς, της εκ μέρους της Ethyl και της Dupont ανακοινώσεως των αυξήσεων τιμών πολύ πριν από τις 30 μέρες που προβλέπονταν στις συμβάσεις που συνήπταν με τους πελάτες και της χρήσεως της «ρήτρας του πλέον ευνοουμένου έθνους», με την οποία ο πωλητής αναλαμβάνει την υπσχρέωση να μη χρεώνει σε κανένα πελάτη μεγαλύτερη τιμή από ό,τι σε άλλον. Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου έκρινε ότι, μολονότι η εφαρμογή των πρακτικών αυτών από τις επιχειρήσεις δεν συνιστούσε συμπαιγνία, είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη ορισμένων αβεβαιοτήτων ως προς τον καθορισμό των τιμών και τη συνακόλουθη αισθητή μείωση του ανταγωνισμού, αφού διευκόλυνε την παράλληλη εξέλιξη των τιμών σε υψηλότερα επίπεδα από τα επίπεδα στα οποία θα κινούνταν ειδάλλως οι τιμές αυτές. Η Federal Trade Commission ανέφερε ότι καμία από τις επίμαχες πρακτικές δεν συνιστούσε, αυτοτελώς, αθέμιτη μέθοδο ανταγωνισμού ούτε είχε εφαρμοστεί κατόπιν συμφωνίας με τους άλλους παραγωγούς. Το σωρευτικό όμως αποτέλεσμα τους ήταν η μείωση του ανταγωνισμού, πράγμα που συνιστούσε παράβαση του Federal Trade Commission Aci. Κατόπιν αυτο'ιν, απαγορεύθηκε στην Ethyl και την Du Pont να ανακοινώνουν τις μεταβολές των τιμών τους πριν από τις προβλεπόμενες συμβατικώς 30ημέρες και να χρησιμοποιούν τη ρήτρα του «πλέον ευνοουμένου έθνους». Πρέπει να τονιστεί ότι η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου δεν κατηγορούσε τις επιχειρήσεις για «agreement». Η εν λόγω απόφαση της επιτροπής αυτής είχε εκδοθεί βάσει του όρθρου 5α, παράγραφος 1, του Federal Trade Commission Act, το οποίο απαγορεύει τις αθέμιτες μεθόδους ανταγωνισμού. Το Εφετείο όμως του Second Circuit έκρινε ότι, ακόμη και βάσει της διατάξεως αυτής (η οποία διαφέρει από την conspiracy του Sherman Act), έπρεπε να τεθούν ορισμένα σαφή κριτήρια, προκειμένου να γίνεται διάκριση μεταξύ της κανονικώς αποδεκτής συμπεριφοράς και της παράλογης ή απαράδεκτης συμπεριφοράς. Ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, θα υπήρχε πάντοτε η δυνατότητα αυθαίρετης εφαρμογής του άρθρου 5 του FTC Act. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι, προκειμένου να χαρακτηριστεί μια συμπεριφορά αθέμιτη εντός μιας ολιγοπωλιακής βιομηχανίας, ένα ελάχιστο κριτήριο συνίσταται, σε περίπτωση που δεν υπάρχει σιωπηρή συμφωνία, στην ύπαρξη τουλάχιστον ορισμένων ενδείξεων «καταπιεστικής συμπεριφοράς» («oppressiveness»), π.χ. στην απόδειξη προθέσεως ή σκοπού που να θίγει τον ανταγωνισμό ή την έλλειψη ατομικής και θεμιτής εμπορικής αιτίας που να εξηγεί την επικρινόμενη συμπεριφορά. Αν π.χ. η συμπεριφορά ενός παραγωγού, ακόμη και αν οι ανταγωνιστές του δεν επιδεικνύουν την ίδια συμπεριφορά, αποδεικνυόταν αντίθετη προς το δικό του συμφέρον, τούτο θα αποτελούσε ένδειξη για το ότι η εν λόγω πρακτική είναι «αθέμιτη». Στην ανωτέρω υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν προφανές ότι οι λόγοι για τους οποίους κάθε επιχείρηση είχε υιοθετήσει ορισμένη συμπεριφορά ήσαν, από εμπορική άποψη, θεμιτοί. Επιπλέον, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η απόδειξη ότι είχε περιοριστεί ο ανταγωνισμός λόγω των επίμαχων συμπεριφορών δεν αρκούσε για την εκ μέρους της FTC επιβολή απαγορεύσεως. Κατόπιν αυτού η απόφαση της FľC ακυρώθηκε (βλ. Ε. L. Du Pont de Nemours and Co/FTC, 729, F. 2d/28, 2d Circ. 1984 in E. M. Fox et L A. Sullivan οτο «Cases and Materials on Antitrust», West Publishing, St Paul, Minn. 1989, σ. 490 επ.). Επί του «price signaling» βλ. επίσης US Dept of Justice, Λ Saction 1 Approach to Shared Monopoly Prosecution: Facilitating Devices (May 26, 1978), Trade Red. Ref. ((H) Supp. to No 345 (Aug. 8 1978), όπως έχει αναδιατυπωθεί οτο Journal of Reprints for Antitrust Law ami Economics, 1982, α 863 επ.).
( 93 ) «Η δημόσια ανακοίνωση μιας αποφάσεως περί τιμών δεν επιτρέπεται να στρεβλωθεί, προκειμένου να χαρακτηριστεί ως πρόσκληση ή ενθάρρυνση προς συμπαιγνία- αντίθετα, πρόκειται για οικονομικό πραγματικό στοιχείο, ένανη του οποίου πρέπει να αντιδράσουν όλοι οι ανταγωνιστές», United Slates κατά GM Corp., 2 Trade Cas. ((H) 97, 656 (E. D. Meh. 1974), 97, 661. Βλ. επίσης Kestenbaum: «What is ‘Price Signaling’ and does it Violate the Law?» Antitrust Journal, 91 (1980), και ειδικότερα σ. 914, όπως έχει ανατυπωθεί στο Journal of Reprints for Antitrust Law and Economics, όπ.π., o. 686· Joliét, όπ.π., a 268, και Korah, όπ.π., σ. 221.
( 94 ) Kestenbaum, όπ.π., σ. 914· ο ίδιος συγγραφέας θεωρεί εξάλλου αμφίβολο αν η πρώτη τροποποίηση (ελευθερία εκφράσεως) επιτρέπει εντούτοις την προστασία των ανακοινώσεων αυτών: βλ. επ' αυτού, μεταξύ άλλων, Sullivan, Ε. T.: «First Amendment Defences in Antitrust Litigation», 46 Miss. Law Review 517 (1981), όπως ανατυπώθηκε στο Journal of Reprints for Antitrust Law and Economics, 1982, σ. 909, και συγκεκριμένα σ. 951 επ.
( 95 ) Βλ. Kestenbaum, όπ.π., σ. 921: «Τα σήματα κινδύνου είναι η φύση των πρακτικών και η φύση της ενημερώσεως. Αναφέρθηκα ήδη σε πρακτικές που είναι πολύπλοκες, ασυνήθεις και τεχνητές, καθώς και σε μορφές ενημερώσεως που βαίνουν πέραν των εμπορικών αναγκών ή προσδοκιών και που είναι επίσης ιδιάζουσες, λόγω του περιεχομένου τους ή του αμοιβαίου χαρακτήρα τους. Μπορεί να συναχθεί δε η ύπαρξη συμφωνίας, επειδή τα μέρη εμφανίζονται ως εκφράζοντα δημοσίως την πρόθεση τους να αναλάβουν δεσμεύσεις και να παράσχουν αμοιβαίως εγγυήσεις ή επειδή υπάρχει η βασιμότατη υποψία ότι έχει υπάρξει άμεση επικοινωνία, η οποία δεν έχει αποκαλυφθεί».
( 96 ) Βλ. συναφώς την απόφαση GE-Westinghouse: κατά το Υπουργείο Δικαιοσύνης (βλ. Journal of Reports for Antitrust Law and Economics, 1982, σ. 739 επ., και United States κατά General Electric co. 1977 (E. D. Pa. 1977) στο: Fox, E.-M. και Sullivan L.-A., όπ.π., σ. 484 επ.), η General Electric είχε δημοσιεύσει ένα βιβλίο με απλοποιημένες μεθόδους υπολογισμού των τιμών των οτροβιλογεννητριών και με παραδείγματα υπολογισμού- το βφλίο αυτό εξυπηρετούσε μια πολιτική δημόσιου καθορισμού των τιμών, η οποία έδινε σε κάθε αγοραστή την εγγύηση ότι θα ίσχυε και στην περίπτωση του οποιαδήποτε έκπτωση γινόταν σε άλλο αγοραστή εντός εξαμήνου από την αγοραπωλησία- επιπλέον, κατά τις μεταβολές των τιμών γνωστοποιούνταν δημόσια οι παραγγελίες που είχαν ήδη δοθεί- λίγο αργότερα, η Westinghouse εφάρμοσε μια καθ' όλα ίδια πολιτική. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έκρινε óu συνεπώς η Westinghouse είχε καταβάλει κάθε προσπάθεια να εκδηλώσει την εκ μέρους της αποδοχή της στρατηγικής της General Electric, με σκοπό τη σταθεροποίηση των τιμών. Επί της υποθέσεως αυτής βλ., μεταξύ άλλων, Kestgenbaum, ο οποίος τονίζει τον ιδιαίτερα πολύπλοκο χαρακτήρα των εν λόγω πρακτικών (όπ.π., σ. 916-917).
( 97 ) Βλ. προτάσεις Mayras (Rec. 1972, σ. 675).
( 98 ) Βλ. Joliet, όπ.π., ο. 271, Fiini, όπ.π., ο. 37-38, Walhelet, όπ.π., σ. 668· θα ήθελα πάντως να τονίσω ότι οι Bellamy and Child, «Common Market Law on Competition», 3η έκδοση. Sweet and Maxwell, σ. 60, αριθ. 2-040, όταν αναφέρονται στα «αναγκαία στοιχεία» εναρμονισμένης πρακτικής, δεν εννοούν την ύπαρξη ίδιαç συμπεριφοράς.
( 99 ) Προτάσεις Mayras στην υπόθεση «χρωστικές ουσίες», Rec 1972, ο. 675.
( 100 ) Προτάσεις Mayras στην υπόθεση «χρωστικές ουσίες». Rec. 1972, ο. 675.
( 101 ) Όπ.π.
( 102 ) Βλ. Bellamy and Child, όπ.π., σ. 55, 2, 033: «Το γεγονός óu ol ‘εναρμονισμένες πρακτικές’ περιελήφθησαν στο άρθρο 85, παράγραφος 1, οφείλεται στη βούληση των συντακτών της Συνθήκης να ισχύει η Συνθήκη αυτή και για την άτυπη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων, η οποία δεν χαρακτηρίζεται από καμία ρητή συμφωνία ή απόφαση».
( 103 ) Wathelet, όπ.π., σ. 666- βλ. επ' αυτού γενικότερα Pfeiffer, Μ. R., όπ.π., σ. 119 επ., όπου ο συγγραφέας αντιπαραθέτει την «result-oriented approach» προς την «rule-oriented approach» και θεωρεί ότι η τελευταία αυτή λύση έγινε δεκτή από τους συντάκτες της Συνθήκης της Ρώμης.
( 104 ) Bortolotti, όπ.π., αριθ. 176, σ. 10.
( 105 ) Βλ. π.χ. την προαναφερθείσα απόφαση Züchner: «Η παράλληλη συμπεριφορά κατά την είσπραξη ενιαίας τραπεζικής προμηθείας για μεταφορές ποσών από ένα κράτος μέλος προς άλλο, που διενεργούν οι τράπεζες από τους πιστωτικούς λογαριασμούς των πελατών τους, αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική, που απαγορεύεται από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αν δεχθεί το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο óu η παράλληλη αυτή συμπεριφορά συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας πρακτικής στοιχεία συντονισμού και συνεργασίας και ότι η πρακτική αυτή είναι ικανή να επηρεάσει αισθητώς τους όρους του ανταγωνισμού στην αγορά των υπηρεσιών, που έχουν σχέση με τις ανωτέρω μεταφορές» (Συλλογή 1981, σ. 2034).
( 106 ) Προαναφερθείσα απόφαση ICI, σκέψη 66, η υπογράμμιση δική μου (Rec. 1972, σ. 658).
( 107 ) Βλ. Bellamy and Ciliid, οι οποίοι κατατάσσουν τΐ|ν παράλληλη συμπεριφορά οτα αποδεικτικά στοιχεία και διευκρινίζουν ότι δεν αρκεί ως απόδειξη της υπάρξεως εναρμονισμένης πρακτικής, μολονότι υφίσταται «ισχυρό τεκμήριο» για την ύπαρξη τέτοιας πρακτικής, αν είναι απίθανο να υπάρξει τέτοια συμπεριφορά υπό ομαλές συνθήκες αγοράς (όπ.π., α. 61, αριθ. 2-041). Βλ. επίσης Turner, όπ.π., σ. 658: «Η ύπαρξη ηθελημένης παράλληλης συμπεριφοράς ουδέποτε έχει καθαυτή ορισμένη σημασία, αλλά πάντοτε της προσδίδεται ορισμένη σημασία, όποια και αν είναι αυτή, από τα άλλα πραγματικά στοιχεία».
( 108 ) Βλ. Waihclel, όπ.π., σ. 665, και συγκεκριμένα 667.
( 109 ) Πέραν των παραπομπών που περιέχονται στην υποσημείωση 91, βλ., μεταξύ άλλων, Doriololli, όπ.π., ο. 3 επ., και Joliét, όπ.π., σ. 258 επ.
( 110 ) Βλ. ιδίως την υπόθεση Interslate Circuit κατά United States ((306 US. 208. (1939))): ο υπεύθυνος δυο εταιριών που διαχειρίζονταν τις περισσότερες από τις αίθουσες κινηματογράφων πρώτης προβολής σε διάφορα μέρη του Τέξας και του Νέου Μεξικού είχε αποστείλει σε οκτώ διανομείς κινηματογραφικών έργων το ίδιο έγγραφο, με το οποίο διατύπωνε τους εξής δύο όρους για τη σύναψη καλών εμπορικών σχέσεων: πρώτον, οι αίθουσες που προγραμμάτιζαν την προβολή επαναλήψεων έπρεπε να απαιτούν την καταβολή ορισμένου τουλάχιστον εισιτηρίου και, δεύτερον, οι αίθουσες πρώτης προβολής έπρεπε να αναλάβουν την υποχρέωση να μην προβάλλουν ποτέ, παράλληλα με το έργο πρώτης προβολής, άλλο κινηματογραφικό έργο- σε κάθε επιστολή αναγράφονταν τα ονόματα όλων των αποδεκτών, οι οποίοι τελικά δέχθηκαν τους όρους αυτούς. Το Supreme Court, αφού τόνισε ότι οι διανομείς τελούσαν οε κατάσταση έντονου ανταγωνισμού, έκρινε ότι υπήρχε ισχυρό συμφέρον για εναρμονισμένες ενέργειες, αλλά υπήρχε μεγάλος κίνδυνος ότι, αν δεν επιτυγχανόταν «agreement», το αποτέλεσμα θα ήταν να αναληφθούν διαφορετικές ενέργειες. Επιπλέον, το Supreme Court αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί τυχαία η ομοιότητα των αντιδράσεων των διανομέων, η οποία δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν δεν υπήρχε η προσδοκία ότι όλοι οι διανομείς θα προέβαιναν στις ενέργειες αυτές. Στην απόφαση όμως περιέχονται και ορισμένα πολύ γενικότερα στοιχεία: «.είναι απόλυτα βέβαιο ότι μπορεί να δημιουργηθεί και συχνά δημιουργείται παρανόμι) συμπαιγνία, χωρίς να υπάρχουν ταυτόχρονες ενέργειες ή συμφωνία εκ μέρους των'μετεχόντων στη συμπαιγνία αυτή (...). Το γεγονός ότι ot ανταγωνιστές αποδέχονται, χωρίς προηγούμενη συμφωνία, την πρόσκληση συμμετοχής σε ορισμένο σχέδιο αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη παράνομης συμπαιγνίας κατά την έννοια του Sherman Act». Βλ. επίσης United States κατά Paramount Pictures ((334 US 131 (1981))).
( 111 ) Theatre Enterprises Inc. κατά Paramount Film Distributing Corp., 346 US 537 (1954) § 540, 541· τα πραγματικά περιστατικά της ανωτέρω υποθέσεως ήσαν τα εξής: ο διαχειριστής ενός προαστιακού κινηματογράφου είχε ζητήσει από διάφορους διανομείς την άδεια να προβάλει σε πρώτη προβολή ορισμένα κινηματογραφικά έργα που προβάλλονταν σε αίθουσες του κέντρου της πόλης. Όλοι αυτοί οι διανομείς αρνήθηκαν να του δώσουν την άδεια αυτή, ισχυριζόμενοι ότι, συμφωνά με την πολιτική τους, τα κινηματογραφικά έργα έπρεπε να προβάλλονται σε πρώτη προβολή μόνο στους κινηματογράφους του κέντρου της πόλεως. Είναι προφανές ότι κάθε διανομέας γνώριζε ότι οι λοιποί, όταν έδιναν την απάντηση τους, γνώριζαν την άρνηση των ανταγωνιστών τους: επί της αποφάσεως αυτής βλ. μεταξύ άλλων, Turner, όπ.π., σ. 658, Bortolotti, όπ.π., σ. 5, kol Joliét, όπ.π., σ. 261.
( 112 ) Η αρχή αυτή καθιερώθηκε, καθόσον γνωρίζω, στην υπόθεση Eastern States Retail Lumber Dealer's Association κατά United States (234 US 600 (1914): «σπάνια είναι δυνατή η άμεση απόδειξη της υπάρξεως συμπαιγνίας^ η οποία μπορεί να συναχθεί από όσα πράγματι συνέβησαν».
( 113 ) Έκθεση του Attorney General, στο Oppenheim, όπ.π., σ. 201. Στο ίδιο αυτό έγγραφο αναφέρονται τα εξής: «η σημασία της υπάρξεως ομοιόμορφων ενεργειών ενδέχεται να εξαρτάται, σε κάθε περίπτωση, από πληθώρα παραγόντων. Ποια έκταση έχει η ομοιομορφία αυτή; Καλύπτει μόνο την τιμή ή και όλους τους άλλους όρους πωλήσεων; Ποιος είναι ο βαθμός της ομοιομορφίας αυτής; Ποια είναι η διάρκεια της; Ποιο χρονικό διάστημα παρέρχεται ενδεχομένως μεταξύ της μεταβολής στην οποία προβαίνει ένας ανταγωνιστής και στη μεταβολή στην οποία προβαίνει ο άλλος ή οι άλλοι; Εμφανίζει το οικείο προϊόν ομοιογένεια ή εμφανίζει διαφορές; Όταν υπάρχει ομοιομορφία ως προς τις τιμές, η παράλληλη συμπεριφορά των κατηγορουμένων επιχειρήσεων αφορά τόσο τις αυξήσεις όσο και τις μειώσεις των τιμών; Μπορεί η συμπεριφορά αυτή, ανεξάρτητα από το πόσο ομοιόμορφη είναι, να δικαιολογηθεί επαρκώς από αυτοτελείς για κάθε επιχείρηση λόγους; Από τις απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα εξαρτάται η αξία που πρέπει να αποδίδεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στην ύπαρξη παράλληλης συμπεριφοράς. Εν συνόψει, η αποδεικτική αξία της υπάρξεως ομοιόμορφης συμπεριφοράς εξαρτάται από το συγκεκριμένο οικονομικό επιχειρηματικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώνεται. Η απόδειξη του ότι η δήθεν εναρμονισμένη συμπεριφορά οφείλεται σε αυτοτελείς για κάθε επιχείρηση λόγους έχει βέβαια πάντοτε μεγάλη σημασία για την αντίκρουση του επιχειρήματος περί υπάρξεως συμφωνίας. Δεν μπορεί να διατυπωθεί κανείς αυστηρός και συνοπτικός κανόνας που να ισχύει για όλους τους δυνατούς συνδυασμούς των αποδεικτικών στοιχείων».
( 114 ) Θα ήθελα εδώ να αναφερθώ σε μια απόφαση του Εφετείου Στουτγάρδης, της 22ας Ιουλίου 1983 (WvW, OLG 3113), με την οποία έγινε δεκτό ότι η παράβαση του άρθρου 25 του Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen (γερμανικού νόμου κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού) δεν αποδεικνύεται βάσει μόνο ενδείξεων περί ελάχιστων διαφορών τιμής μεταξύ των υποβαλουσών προσφορές επιχειρήσεων, όταν ol διαφορές αυτές οφείλονται σε λόγους αναγόμενους σε κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση.
( 115 ) Βλ. π.χ. Schapira, Le Tallec, Blaise, όπ.π., σ. 305.
( 116 ) Απόφαση CRAM και Rheinzink κατή Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 20.
( 117 ) Όπ.π.
( 118 ) Όπ.π., οκέψη 16.
( 119 ) Βλ. συναφώς μια απόφαση του cour d'appel του Παρισιού, τη; 15η; Νοεμβρίου 1989 (επί της υποθέσεως της ζυΟοζΰ-μης), με την οποία έγινε δεκτό ότι, επειδή από τα κατασχεθέντα έγγραφα αποδεικνυόταν στην περίπτωση εκείνη ότι οι επιχειρήσεις είχαν καταρτίσει κοινή στρατηγική, δεν ήταν πλέον αναγκαίο να εξεταστεί αν, ενόψει των χαρακτηριστικών της αγοράς, η μόνη εξήγηση για την παράλληλη συμπεριφορά ήταν η ύπαρξη εναρμονισμέ; πρακτικής (Bulletin officiel de la concurrence, dc h concertation et de la répression des fraudes, 18 Νοεμβρίου 1989, a. 278). H αναίρεση που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής απο-ρίφΟηκε από το Cour de cassalion (Chambre commerciale, 14 Ιανουαρίου 1992, BOCCRF, 1η Φεβρουαρίου 1992, 0.56).
( 120 ) Θα ήταν χρήσιμο να παρατεθεί το κείμενο στην αγγλική γλώσσα, το οποίο είναι το μόνο αυθεντικό εν προκειμένω, όπου αναφέρονται (σημείο 81) τα εξής: «This concertation took place either between all addressees of this Decision, or between addressees located in the same country or the same continent between individual addressees» (δυστυχώς στο χωρίο αυτό της αποφάσεως παραλείφθηκε η λέξη «οπ» μεταξύ «continent» και «between», πράγμα που το καθιστά, σε πρώτη ανάγνωση, δυσνόητο). Το γαλλικό κείμενο δεν είναι ακριβώς ταυτόσημο: «Cette concertation a eu lieu entre tous les destinataires de la présente décision, et cela tant entre destinataires situés dans un même continent qu'entre destinataires individuels».
( 121 ) Οι ίδιες όμως παρατηρήσεις ιΰχυουν και για το άρθρο 1, παράγραφος 2.
( 122 ) Πρόκειται πάντοτε για τη ζώνη 1 και τον πολτό από μαλακή ξυλεία.
( 123 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 124 ) Βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ο. 15 του πρωτοτύπου): «Η ουνοπτική παράθεση των τιμών στον πίνακα 6 είναι ορθή και νομίζουμε ότι τα στοιχεία αυτά αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξε παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωΟειαών τηιών».
( 125 ) Σημείο 1.4.8
( 126 ) Ποάνμα nou ομολογεί και η (δια η Επιτοοπή με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, τμήμα Β, αημείο 1.8, στην υπόθεση C-117/85.
( 127 ) Υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 54 του γαλλικού κειμένου.
( 128 ) Τούτο προκύπτει από τα αποσπάσματα από το PPI, τα οποία επισυνήψε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως που αφορούσε την υπόθεση C-114/85.
( 129 ) Θα ήθελα πάντως εδώ να υπενθυμίσω τις αβεβαιότητες που υφίστανται σχετιχά με τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων ι] Επιτροπή στηρίχθηκε για να καθορίσει τις ανακοινωθείσες τιμίς της εταιρίας αυτής.
( 130 ) Σημείο 1.4.8.
( 131 ) Βλ. jraQÖQTiiiia στα δικόγραφα προσφυγής ίων καναδικών επιχειρήσεων, τόμος III, παράρτημα F, π.χ. έγγραφο 3: «Θεωρούμε τις ανακοινωθείσες τιμές ως ανώτατα και οχι ως κατώτατα ορια», και έγγραφο 6: «Υπήρχε εγγύηση για το κόστος της βασικής πρώτης ύλης μας για περίοδο τριών έως έξι μηνών, καθώς και εγγύηση εφοδιασμού για την (δια περίοδο».
( 132 ) Την άποψη αυτή απηχούν ορισμένα χωρία του υπομνήματος αντικρούσεως (βλ. ιδίως το σημείο 3.2: «προηγούμενη πληροφόρηση»),
( 133 ) Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι στη Δέκατη τέταρτη έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού, στην οποία εκτίθεται η επίμαχη εν προκειμένω απόφαση, αναφέρεται ότι από την οικονομική ανάλυση συνάγεται ότι «η ομοιότητα των τιμών δεν μπορεί να εξηγηθεί, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, παρά μόνο από την ύπαρξη προηγουμένης εναρμονίσεως» (σ. 64, η υπογράμμιση δική μου).
( 134 ) Ο καθηγητής Neumann, τη γνωμοδότηση του οποίου προσκόμισε η Επιτροπή προς στήριξη των παρατηρήσεων της επί της δεύτερης εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, τονίζει ότι, «όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο ισχυρισμός ότι μεταξύ των προμηθευτών χαρτοπολτού υπήρχε μια μορφή σιωπηρής συμπαιγνίας στηρίζεται σε πολλές έμμεσες αποδείξεις» (η υπογράμμιση δική μου). Στη συνέχεια αναφέρεται ότι «κατέστη δυνατή μόνο μια πολύ χαλαρή συνεργασία» και ότι «τα αποδεικτικά στοιχεία που συνέλεξε η Επιτροπή αποτελούν ισχυρό τεκμήριο ότι είχε δημιουργηθεί ένα πλαίσιο πραγματοποιήσεως ενημερώσεων». Κατά τον καθηγητή Neumann πάντοτε, κάθε επιχείρηση έχει συμφέρον να εμποδίζει τις αποστασίες, δημιουργώντας διαφάνεια, ένα δε «σύστημα ανοικτών τιμών», στο πλαίσιο του οποίου οι πωλητές κοινοποιούν αμοιβαία τις τιμές τους, αποτελεί βιώσιμη στρατηγική με σκοπό τον περιορισμό των αποστασιών. O καθηγητής Nuemann φρονεί συναφώς ότι η ύπαρξη μυστικών εκπτώσεων συνιοτά εν προκειμένω «οφθαλμοφανή απόδειξη συμπαιγνίας», αφού η μυστικότητα θα ήταν άχρηστη, αν δεν υπήρχε η συμπαιγνία αυτή.
( 135 ) Βλ. παράρτημα F στο δικόγραφο προσφυγής των καναδικών επιχειρήσεων, έγγραφα 5 και 9.
( 136 ) Όπ.π., έγγραφο 12.
( 137 ) Όπ.π., έγγραφο 16.
( 138 ) Στο σημείο αυτό λαμβάνω υπόψη μου το αγγλικό κείμενο, στο οποίο γίνεται λόγος για περίοδο «αυξήσεως των τιμών» («rising prices»)· αντίθετα, στο ίδιο χωρίο του γαλλικού κειμένου γίνεται λόγος για περίοδο «μειώσεως των τιμών» («baisse des prix»),
( 139 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι το επιχείρημα αυτό χρησιμοποιείται και σε άλλο σημείο από την Επιτροπή, προφανώς με σκοπό να αποδειχθεί η ύπαρξη «συγκαλυμμένων» άμεσων επαφών μεταξύ των επιχειρήσεων (βλ. κατωτέρω).
( 140 ) Βλ. π.χ. την εξής δήλωση ενο; αγοραστή, η οποία περιέχεται στο μέρος F (έγγρ. 9) του τόμου III των παραρτημάτων των δικογράφων των προσφυγιών των προσφευγουσών της Βρετανικής Κολομβίας: «(...) έχουμε εμπορικές σχέσεις με τους περισσότερους από τους ανά τον κόσμο παραγωγούς και συνεπώς μας γνωστοποιούνται οι ανακοινώσεις τιμών από όλους όσους δρουν συστηματικά εντός της ευρωπαϊκής αγοράς».
( 141 ) Βλ. παράγραφο 199 του κοινού τμήματος της προσφυγής και τμήμα Ε του παραρτήματος F του τόμου III των παραρτημάτων του κοινού τμήματος της προσφυγής των παραγωγών της Βρετανικής Κολομβίας.
( 142 ) Βλ., μεταξύ άλλων, το έγγραφο του Γενικού Γραμματέα της Ενώσεως Γερμανικών Χαρτοποιιών, τμήμα G, έγγρ. 10, του τόμου III του παραρτήματος του κοινού τμήματος της προσφυγής των προσφευγουσών από τη Βρετανική Κολομβία.
( 143 ) Η IPS ανέφερε εξάλλου ότι υπέβαλε το έγγραφο αυτό με την απάντηση της στη γνωστοποίηση αιτιάσεων.
( 144 ) Βλ. σ. 77 επ. του εν λόγω παραρτήματος.
( 145 ) Επ' αυτού επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η IPS ανέφερε ότι δεν χρησιμοποιεί ανεξάρτητα πρακτορεία και ότι έρχεται η ίδια σε επαφή με τους πελάτες της με σκοπό την εμπορία του πολτού της.
( 146 ) Θα πρέπει να τονιστεί ότι ένα από τα τηλετυπήματα που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν είναι σχετικό, αφού αφορά τις ανακοινωθείσες τιμές εντός της ιαπωνικής αγοράς.
( 147 ) Υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 3.3.
( 148 ) H Sl Anne αναφέρει επ' αυτού ón τα προϊόντα της δεν ήσαν ανταγωνιστικά των προϊόντων των άλλων παραγωγών που εκπροσωπούνταν από κοινά πρακτορεία.
( 149 ) Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το τηλετύπημα αυτό φέρει ημερομηνία 22 Μαΐου 1975 και αναφέρει ότι η ΚΕΛ ανακοινώνει αμετάβλητες τιμές για το τρίτο τρίμηνο του 1975. Από τον πίνακα 6 προκύπτει ότι η ΚΕΑ ανακοίνωσε την τιμή της την 1η Ιουνίου 1975, αλλ' επίσης ότι η IPS, η οποία αποτελούσε τότε μέλος της ΚΕΑ, είχε ανακοινώσει τις τιμές της στις 21 Μαΐου 1975. Όπως και σε άλλα σημεία, έτσι και στο σημείο αυτό δεν παρατίθεται στην απόφαση κανένα σαφές συμπέρασμα σχετικά με την αξία του τηλετυπήματος αυτού, το οποίο μνημονεύεται απλώς προς στήριξη της διαπιστώσεως ότι οι παραγωγοί λαμβάνουν ταχύτατα γνώση των τιμών που ανακοινώνουν οι ανταγωνιστές τους.
( 150 ) Βλ. σημείο 17: «Ol ανακοινώσεις γίνονται προφορικά, τηλεφωνικά, γραπτά ή με τέλεξ στους πελάτες, πρακτορεία ή ειδικά έντυπα (κυρίως τα Pulp and Paper International, Paper και Deutsche Papierwirtschaft) τα οποία δημοσιεύουν αμέσως τις πληροφορίες»· βλ. επίσης το σημείο 108: «(...) αυτό ίσχυε ιδίως στις περιπτώσεις που οι τιμές ανακοινώνονταν από τις ίδιες τις εταιρίες, δεδομένου ότι δίνονταν στον τύπο για άμεση δημοσίευση».
( 151 ) Υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 3.1.
( 152 ) Η σημαντικότερη εξαίρεση αφορά τις σουηδικές επιχειρήσεις, οι οποίες το 1975 ανακοίνωναν κατά κανόνα τις τιμές τους για ένα εξάμηνο.
( 153 ) Ακριβέστατα στοιχεία επ' αυτού απαντούν στο τμήμα F του τόμου ΠΙ των παραρτημάτων του κοινού τμήματος της προσφυγής των παραγωγών της Βρετανικής Κολομβίας.
( 154 ) Βλ. παράρτημα 9 του δικογράφου τη; προσφυγή;, έγγραφο τη; 23η; Δεκεμβρίου 1982 προ; την Επιτροπή.
( 155 ) Βλ. σχετικά τα έγγραφα υπ' αριθ. 1 ίω; 12 του τμήματα; G του τόμου III του παραρτήματο; του κοινού τμήματο; τη; προσφυγή; των παραγωγών τη; Βρετανική; Κολομβία;.
( 156 ) Έγγρ. υπ' αριθ. 10 του παραρτήματο; G.
( 157 ) Παράρτημα G, έγγρ. 9, της προσφυγής των καναδικών επιχειρήσεων.
( 158 ) Σε μια υποσημείωση στο σημείο 2.11.1 του υπομνήματος ανταπαντήσεως αναφέρονται τα εξής: «Το γεγονός ότι οι τιμές καθορίζονται σε δολάρια ΗΠΑ σημαίνει ότι για όλους τους καταναλωτές και για τους περισσότερους από τους παράγωγους (περιλαμβανομένων και των Καναδών) η τιμή δεν είναι σταθερή, λόγω των διακυμάνσεων των τιμών συναλλάγματος» οι αγοραστές όμως, των οποίων οι δηλώσεις περιέχονται στο φάκελο της υποθέσεως, φαίνεται να προτιμούν τη χρήση του νομίσματος αυτού, παρά το μειονέκτημα στο οποίο αναφέρεται η Επιτροπή...
( 159 ) Επ' αυτού δεν θα ήθελα έξαλλου να παραλείψω να παραθέσω την εξής δήλωση ενός αγοραστή: «Όταν ανακοινώνεται αύξηση των τιμών, η πραγματοποίηση ταυτόχρονη; ανακοινώσεως από τους περισσότερους παραγωγούς δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στη χαρτοποιία. Αν δηλαδή η αγορά εγκαταλείψει στο μέλλον την πρακτική που ακολουθείται από την αρχή του αιώνα μας, οι επιπτώσεις επί των δραστηριοτήτων των χαρτοποιιών, και συγκεκριμένα των ευρωπαϊκών χαρτοποιιών, θα είναι αρνητικές και μόνο» (παράρτημα F, έγγρ. 3, τόμος III των παραρτημάτων της προσφυγή; των παραγωγών τη; Βρετανικής Κολομβίας).
( 160 ) Ή μόνο των Σουηδών παραγωγών, οι οποίοι δεν άσκησαν προσφυγή.
( 161 ) Η ITT Rayonier, αντίθετα από τη Bowater, ήταν μέλος της ΚΕΑ.
( 162 ) Χάριν ακρίβειας θα ήθελα να διατυπώσω την εξής παρατήρηση. Εξετάζοντας προσεχτικά τις ανακοινώσεις της Bowater, διαπίστωσα, βάσει των αριθμητικών στοιχείων που παρέσχε η ίδια, δυο διαδοχικές συμπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών ανακοινώσεως της εταιρίας αυτής και των ημερομηνιών της Weidwood για το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 1979. Η Weidwood ανακοίνωσε τις τιμές της στις 20 Μαρτίου και στις 15 Ιουνίου αντίστοιχα για τα ανωτέρω τρίμηνα, ενώ η Επιτροπή αναφέρει ότι η Bowater είχε ανακοινώπσει τις τιμές της στις αρχές Μαρτίου και στο τέλος Μαΐου. Η εταιρία όμως αυτή ισχυρίζεται ότι ανακοίνωσε τις τιμές της στις 20 Μαρτίου και στις 15 Ιουνίου. Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι ol ανακοινώσεις της Bowater αφορούν, αντίθετα από ό,τι οι ανακοινώσεις της Weidwood, τη βόρεια και όχι τη νότια μαλακή ξυλεία και ότι οι τιμές της Bowater ήσαν χαμηλότερες, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, από τις τιμές της Weidwood. Θα ήθελα συναφώς να υπενθυμίσω ότι οι ακριβείς ημερομηνίες ανακοινώσεων των Αμερικανών παραγωγών πολτού από νότια μαλακή ξυλεία, που ήσαν ανταγωνιστές της Bowater και μέλη της ΚΕΑ, δεν εμφαίνονται στον εν λόγω πίνακα για τα προαναφερθέντα δύο τρίμηνα.
( 163 ) Στην ανάλυση της παράλληλης συμπεριφοράς περιλαμβάνεται, στη συνέχεια της αποφάσεως, η ανάλυση του συστήματος ανακοινώσεως τιμών, το οποΕο, κατά την Επιτροπή, δημιούργησε τεχνητή διαφάνεια: το κεφάλαιο αυτό της αποφάσεως έχει ήδη εξεταστεί ανωτέρω.
( 164 ) Αναφέρομαι εοώ στο επιχείρημα αυτό, αλλά θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το τμήμα της αποφάσεως με το οποίο διαπιστώνεται η ύπαρξη εναρμονισμένης πρακτικής ως προς τις τιμές συναλλαγών πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ακυρωθεί για τους διαδικαστικούς λόγους που εξέτασα προηγουμένως.
( 165 ) Υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι κατά την περίοδο 1977-1978 δεν υπήρξε εναρμόνιση των τιμών συναλλαγών, ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη εναρμονίσεως των ανακοινωθεισών τιμών.
( 166 ) Υπενθυμίζεται ότι οι προσφεύγουσες φινλανδικές επιχειρήσεις αμφισβητούν ότι η Επιτροπή διεξήγαγε έρευνες σχετικά με τις ανακοινωθείσες τιμές μετά το 1977.
( 167 ) Η μόνη διαφορά μεταξύ του σχεδίου που υποβλήθηκε στους διαδίκους και του κειμένου της δεύτερης ερωτήσεως, όπως τέθηκε τελικά στους πραγματογνώμονες, αφορά το ζήτημα αν έπρεπε να δοθούν διαφορετικές απαντήσεις ανάλογα με το είδος ή την ποσότητα του πωληθέντος χαρτοπολτού.
( 168 ) Βλ. επί του σημείου αυτού, μεταξύ άλλων, την ανάλυση του καθηγητή Neumann στις σελίδες 5 έως 8 της γνωμοδοτήσεως του (στο γαλλικό κείμενο).
( 169 ) Θα ήθελα συναφώς να τονίσω ότι ο καθηγητής Budd επέκρινε επίσης την απόφαση επί του σημείου αυτού, τονίζοντας ότι είναι εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι οι τιμές εξαρτώνται από το κόστος κάθε παραγωγοί: οι διαφορές κόστους μεταφράζονται σε διαφορές κέρδους. Εξάλλου, ο καθηγητής Von Weiszäckcr έκρινε ότι η ύπαρξη όμοιων τιμών εντός της αγοράς ενός προϊόντος που εμφανίζει ομοιογένεια, όπως ο χαρτοπολτός, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, όποια και αν είναι η διαφορά κόστους: οι προμηθευτές που εργάζονται με χαμηλό κόστος δεν έχουν συμφέρον να ανακοινώνουν χαμηλότερες τιμές απ' ό,τι οι παραγωγοί με υψηλό κόστος, καθόσον κερδίζουν μερίδια τη; αγοράς προσφέροντας χαμηλότερες τιμές συναλλαγών, αφοΰ οι παραγωγοί με υψηλό κόστος δεν μπορούν να παραχωρούν ίδιες εκπτώσεις και αναγκάζονται να αποσύρονται από την αγορά· η κατάσταση όμως περιπλέκεται από το γεγονός ότι βραχυπρόθεσμα το κρίσιμο κόστος είναι μάλλον το περιθωριακό κόστος και όχι το συνολικό κόστος παραγωγής. Το περιθωριακό αυτό κόστος, το οποίο εξαρτάται από τον βαθμό χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων παραγωγής μιας «κεφαλαιοβόρας» βιομηχανίας, θα είναι χαμηλά, ενόσω δεν υπάρχει πλήρης εκμετάλλευση των ικανοτήτων παραγωγής. Κατά ουνέπεια, ο παραγωγό; με υψηλό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσει βραχυπρόθεσμα τον ανταγωνισμό, ενόσω το περιθωριακό κόστος του δεν υπερβαίνει τις τιμές του. Η Επιτροπή, μολονότι αναγνωρίζει αφενός τη θεωρητική ορθότητα τη; οικονομικής μορφής κατά την οποία θα μπορούσαν να επιτευχθούν όμοιες τιμές για τελείως ομοιογενή προϊόντα εντός μιας αγοράς που εμφανίζει πλήρη διαφάνεια και αφετέρου ότι το περιθωριακό κόστος καθορίζει τη στρατηγική τιμών, εντούτοις αμφισβήτησε ότι εντός της αγοράς χαρτοπολτού απαντά η οικονομική αυτή μορφή. Η Επιτροπή φρονεί ότι το περιθωριακό κόστος ποικίλλει ανάλογα με τον παραγωγό, ότι ο βαθμό; των ανεκμετάλλευτων ικανοτήτων παραγωγή; είναι σημαντικός, ότι το κόστος της μη εκμεταλλεύσεως των μη χρησιμοποιουμένων εργοστασίων είναι υψηλό και ότι το προϊόν δεν είναι τελείως ομοιογενές. Κατά την καΟής, θα έπρεπε, υπό τις συνθήκες αυτές, να αναμένεται ότι οι στρατηγικές τιμών θα ήταν διαφορετικές.
( 170 ) Σελίδα 9 του πρωτότυπου καμένου.
( 171 ) Βλ. σ. 25 της εκθέσεως: «η παραδοσιακή θεωρία ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων (...)» (η υπογράμμιση δική μου). Εξάλλου, στη σ. 41 του πρωτότυπου κειμένου τη; εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης γίνεται αναφορά στον πλήρη ανταγωνισμό ((... under perfect (atomistic) competition...)): δεν είναι πάντως σαφές αν οι πραγματογνώμονες φρονούν, επ' ευκαιρία του χωρίου αυτού, ότι στην αγορά χαρτοπολτού απαντά η οικονομική αυτή μορφή ή αν η έκθεση στο οημείο αυτό είναι καθαρά «θεωρητική», καθόσον αμέσως μετά γίνεται λόγο; για «ανταγωνιστικό ολιγοπώλιο», για το οποίο αντίθετα αναφέρεται ρητά ότι κάλυπτε ορισμένες καταστάσεις που επικρατούσαν βραχυπρόΟεηια εντός της αγοράς του πολτού.
( 172 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 173 ) Το σημείο 113 πάντως αναφέρεται επίσης στο σύστημα αυτό, για το οποίο υπστηρίζεται ότι δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει τη μείωση της ζητήσεως το 1975, κατά τη διάρκεια του οποίου οι τιμές παρέμειναν σταθερές.
( 174 ) Τα πορίσματα των πραγματογνωμόνων ως προς την πέμπτη πλευρά του ζητήματος αυτού, δηλαδή την ομοιομορφία των τιμών σε περιόδους αυξομειώσεως της ζητήσεως, στηρίζονται κυρίως στις εξηγήσεις που είχαν δώσει προηγουμένως σχετικά με την ακαμψία των τιμών και τις παράλληλες αυξήσεις.
( 175 ) Θα ήθελα να επισημάνω ότι, ένας τουλάχιστον αγοραστής οεν συμμερίζεται την πεποίθηση αυτή και θεωρεί, αντίθετα, ότι πρόκειται για ένα ζήτημα επί του οποίου οι παραγωγοί χαρτοπολτοί και οι παραγωγοί χαρτιού έχουν αντίθετες απόψεις- ο αγοραστής αυτός τονίζει ότι οι αυξήσεις της τιμής του χαρτοπολτού δεν μπορούν να έχουν διάρκεια παρά μόνο όταν η αγορά χαρτιού είναι σε ανθηρή κατάσταση· ο ίδιος αυτός αγοραστής αναφέρει ότι ποτέ μια τεχνητή αύξηση των τιμών χαρτοπολτού δεν παρέσυρε τις τιμές στην αγορά χαρτιού και ότι είναι πεπεισμένος ότι η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να αναφέρεται ως επιχείρημα για την αύξηση των πωλήσεων και δεν έχει καμία σχέση με καμιά σοβαρή οικονομική ανάλυση (παράρτημα F, έγγραφο 3, της προσφυγής των καναδικών επιχειρήσεων).
( 176 ) Επί του σημείου αυτού βλ. κατωτέρω στοιχείο ζ', παράγραφος 1.
( 177 ) Πρόκειται για επιστολή που απέστειλε η BCFP οτον πράκτορα της οτην Ιταλία το 1978· η γνησιότητα του έγγραφου αυτού, το οποίο είναι προγενέστερο της γνωστό-ποιήσως αιτιάσεων, δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. Στο έγγραφο αυτό η εν λόγω εταιρία, αφού απαριθμεί και ανακεφαλαιώνει διάφορα πιστοηικά σημειώματα σχετικά με μεταφορές εντός της εθνικής επικράτειας, καταλήγει ως εξής: «θα προτιμούοαμε να αναγράφουμε τις εκπτώσεις αυτές επί του τιμολογίου, εκτός αν οι αγοραστές είναι πλήρως αντίθετοι προς την αναγραφή των ευκολιών αυτών επί του τιμολογίου· θα παρακαλούσαμε νε εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Είναι βέβαιο ότι η αναγραφή αυτή θα απλοποιούοε τη διαδικαοία πληρωμής» (παράρτημα C-1 οτο υπόμνημα απαντήσεως της BCFP).
( 178 ) Βλ. τον συνημμένο στην απόφαση πίνακα 2, ο οποίος παρατίθεται κατωτέρω και στον οποίο εμφαίνονται τα μερίδια αγοράς που ήλεγχαν συνολικά οι επιχειρήσεις παραγωγή; κάθε χώρας, ενώ ορισμένες προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι αυξομειώσεις των μεριδίων αγοράς κάθε επιμέρους επιχειρήσεως ήσαν πολύ μεγαλύτερες.
( 179 ) Σημείο 3.2, η υπογράμμιση δική μου.
( 180 ) Δεν είναι σαφές ποια σημασία έχει το ακόλουθο χωρίο του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Επιτροπής, στο οποίο η Επιτροπή αναφέρει, εξετάζοντας τη γνωμοδότηση του καθηγητή Hart, τα εξής: «Το γεγονός ότι στην απόφαση της Επιτροπής δεν γίνεται λόγος για ύπαρξη συστήματος ποσοστώσεων (...) δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε τέτοιο σύστημα ή ότι η Επιτροπή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη τέτοιου συστήματος- κατά μείζονα λόγο, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει εν προκειμένω το τεκμήριο ότι δεν υπήρχε κανένα τέτοιο σύστημα. Πράγματι, όταν ένας κλάδος βιομηχανίας χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη πιστής πελατείας και μακροπρόθεσμων συμφωνιών προμήθειας μεταξύ αγοραστή και πωλητή, ο καθορισμός ποσοστώσεων ή ο έλεγχος της παραγωγής με την εφαρμογή συμφωνιών είναι λιγότερο αναγκαίος, αφού κάθε παραγωγός συναλλάσσεται με τους παραδοσιακούς πελάτες του».
( 181 ) Όοον αφορά την προσφορά, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης τονίζεται η σημασία που απέκτησαν ol νέες ποιότητες χαρτοπολτού νοτιοαμερικανικής προελεύσεως και η καθιέρωση νέων μεΟοδων παραγωγής χαρτοπολτού εκ μέρους ορισμένων νέων εταιριών, κυρίως καναδικών, οι οποίες διείσδυσαν στην αγορά χαρτοπολτού. Τα μερίδια αγοράς για τον χαρτοπολτό Norscan είναι μικρότερα από ό,τι το 1981 και οι παραγωγοί Norscan ασκούν συνεπώς μικρότερη επιρροή επί της αγοράς. Οι χαρτοποιίες έχουν βελτιώσει τις εγκαταστάσεις τους, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερες ποικιλίες από τους χαρτοπολτούς που προσφέρονται στην αγορά, και έχουν αυξηθεί οι δυνατότητες υποκαταστάσεως. Τέλος, έχουν πολλαπλασιαστεί οι εξαγορές επιχειρήσεων καταναλώσεως χαρτοπολτού της Ευρώπης από σημαντικούς προμηθευτές των σκανδιναβικών χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών.
( 182 ) Η Bowalcr xm ΐ| SI Anne ισχυρίστηκαν ρητά ότι η απόφαση δεν εξετάζει την ιδιαίτερη κατάσταση τους, πράγμα που υποστήριξαν επίσης οι επιχειρήσεις της Βρετανικής Κολομβίας (προσφεύγουσες στις υποθέσεις C-123/85 έως C-129/85)- οι τελευταίες αυτές επιχειρήσεις τόνισαν επίσης ιδιαίτερα το γεγονός ότι η απόφαση δεν είχε εξετάσει την επιχειρηματολογία τους, την οποία ανέπτυξαν κατά τη διοικητική διαδικασία. Ως εκ περισσού θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 1954, 1/54 και 2/54, Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής και Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1954, σ. 7 και σ. 73 αντίστοιχα, απόφαοη της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Noid κατά Ανωτάτης Αρχή;, Rec. 1959, σ.89, και αποφάσεις της 7ης Μαίου 1991, C-304/S9 και C-291/89, Oliveira κατά Επιτροπής και Interno-leí κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, ο. I-2257 και I-2283, σκέψεις 18 και 14 αντίστοιχα), το Δικαστήριο ¡ιπορεί να εξετάζει αυτεπαγγέλτως την παράβαση ουσιωδών τύπων.
( 183 ) Σημείο 1.6.
( 184 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 185 ) Βλ. π.χ. την προαναφερθείσα απόφαοη Suiker, σκέψη 174.
( 186 ) Η γνωμοδότηση του καθηγητή Hart πάντως αφορούσε κυρίως τις τιμές συναλλαγών και διαπίστωνε ότι οι τιμές συναλλαγών των μελών της ΚΕΑ διέφεραν από τις ανακοινωθείσες τιμές τους- αντίθετα, τόσο ο καθηγητής Jacquemin όσο και ο καθηγητής Phlips υποστήριξαν ότι για την παράλληλη εξέλιξη των ανακοινωθειοών τιμών υπήρχαν και άλλες εξηγήσεις, εκτός από την ύπαρξη της εναρμονισμένης πρακτικής.
( 187 ) Βλ. π.χ. απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78, Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (Rec. 1980, σ. 3125, σκέψη 66), απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 14), απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1984, 43/82 και 63/82, VBVB και VBBB κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψη 22), απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 86/82, Hasselblad κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 883, σκέψη 17)· επ' αυτό βλ. Phakos, Α.: «Les droits de la défense et le droit communautaire de la concurrence», Bruylant, Βρυξέλλες 1987, o. 396.
( 188 ) Συλλογή 1984, σ. 915.
( 189 ) Απόφαση της 17ης ΟχτωβοΓου 1989, 85/87, Dow Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 3137).
( 190 ) Helali, Μ. S. Ε. στο: «La Convention européenne des droits de l'homme et les droits français et communautaire de la concurrence», RIDE, 1991, αριθ. 4, a 609, και συγκεκριμένα a. 627 και 628.
( 191 ) Bruylant, Βρυξέλλες 1987.
( 192 ) Όπ.π., σ. 398 (η υπογράμμιση δική μου).
( 193 ) Goffín, L, στο: «La jurisprudence de la Cour de justice sur les droits de la défense», Cahiers de droit européen, 1980, a. 127, παι συγκεκριμένα σ. 139.
( 194 ) Βλ. π.χ. απόφαοη της 30ής Σεπτεμβρίου 1982,108/81, Araylum κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107).
( 195 ) Βλ. π.χ. απόφαση της 3ης Ιουλίου 1985, 3/83, Abrias κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 1995).
( 196 ) Οι υπογραμμίσεις πεοιίχονται oto κείμενο τι\ζ Επιτροπή;.
( 197 ) Ούτε το τηλετύπημα που απέστειλε στις 12 Σεπτεμβρίου 1974 η Rayonier της Νέας Υόρκη; οτη Rayonier του Λονδίνου (σημείο 62) και στο οποίο γίνεται λόγος για την πραγματοποίηση συναντήσεων μεταξύ Σκανδιναβών παραγωγών αποδεικνύει, κατά την άποψη μου, τη συμμετοχή τη; cv λόγω εταιρίας (που δεν έχει αοκήσει προσφυγή) στις συναντήσεις αυτές.
( 198 ) Εξάλλου, η Weyerhaeuser εξήγησε με την προσφυγή τη; ότι το 1973 είχε συνάψει σημαντική σύμβαση με μια ολλανδική επιχείρηση, η οποία ελέγχεται εν μέρει από τη MacMillan. H σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι οι τιμές θα καθορίζονταν ανά τρίμηνο ή ανά εξάμηνο, βάσει των συνθηκών που θα επικρατούσαν στην αγορά στη Δυτική Ευρώπη. Έτσι εξηγείται πώς η MacMillan ήταν ενήμερη των προθέσεων τη; Weyerhaeuser. II Επιτροπή δεν απάντησε επ' αυτού.
( 199 ) Πρόκειται για σουηδική ένωση επιχειρήσεων χαρτοπολτού και χαρτιού, η οποία δεν έχει ασκήσει προσφυγή.
( 200 ) Υπενθυμίζω Ott Cancel είναι η παλαιότερη επωνυμία της Westar.
( 201 ) Στο σημείο 67 της αποφάσεως παρατίθεται ίνα σημείωμα προερχόμενο από την εταιρία αυτή, το οποίο αφορά μια ουνάντηοη με τη SCA, σουηδική εταιρία που επίσης δεν έχει ασκήσει προσφυγή, και περιγράφει τη συμπεριφορά που επιδεικνύει η τελευταία αυτή επιχείρηση ως προς τις τιμές και τις εκτιμήσεις της σχετικά με τη συμπεριφορά που θα έπρεπε να επιδεικνύουν οι προμηθευτές χαρτοπολτού, προκειμένου να σταθεροποιηθούν οι τιμές.
( 202 ) Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, όσον αφορά την ίοια την ΚΕΑ, και συγκεκριμένα το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως, το οποίο επέκρινε την ΚΕΑ για το ότι συνέστηνε ορισμένες τιμές βάσει του άρθρου Π (Α) της Policy Statement της ενώσεως αυτής.
( 203 ) Δηλαδή οι εταιρίες Chesapeake Corporation, Crown Zellerbach, Federal Paper Board Company, Georgia Pacific Corporation, International Pulp Sales Company, ITT Rayonier, Mead Corporation, Scott Paper Company και Weyerhaeuser.
( 204 ) Σελίδες 33 και 34.
( 205 ) Βλ. παράρτημα 15.1 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης.
( 206 ) «Addressees 4, 29, 34, 36 and 40 to 43 by conceiting on announced and actual transaction prices and exchanging within the framework of Fides individualized data concerning prices for deliveries of bleached sulphate hardwood pulp to the European Economic Community from 1973 to 1977.»
( 207 ) To GEC (Groupement d'intérêt économique) ήταν μια «σύμπραξη οικονομικών συμφερόντων», στην οποία ανήκαν διάφοροι Γάλλοι παραγωγοί χαρτοπολτού και χαρτιού, το γαλλικό Institut français pour le développement industriel και μέχρι το 1980η MacMillan Bloedel. To GEC τέθηκε σε εκκαθάριση τον Φεβρουάριο 1981.
( 208 ) Ανάλογη παράβαση διαπιστώθηκε και σχετικά με την ΓΓΤ Rayonier, στην οποία δεν επιβλήθηκε πρόστιμο και η οποία δεν έχει ασκήσει προσφυγή, καθώς και σε σχέση με διάφορους Σκανδιναβούς παραγωγούς που δεν έχουν ασκήσει προσφυγή.
( 209 ) Canadian Forest Products Ltd (αποδέκτης υπ' αριθ. 2 της αποφάσεως).
( 210 ) Βλ. σημεία 72-76 της αποφάσεως.
( 211 ) Βλ. π.χ. την απόφαση τη; 11η; Ιουλίου 1989, 246/86, Belasco, (Συλλογή 1989, ο. 2117, σκέψη 41): «δεν είναι απαραίτητο η επιχείρηση να είχε επίγνωση του ότι παρέβαινε την απαγόρευση του άρθρου 85· αρκεί το ότι δεν μπορούσε να αγνοεί ότι η επίμαχη συμπεριφορά είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού».
( 212 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, 56/64 και 58/64, Consten και Grundig (Rec. 1966, σ. 429, και συγκεκριμένα σ. 496)· βλ., σχετικά με μια ρήτρα «απαγορεύεται η εξαγωγή», την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1990, C-227/87, Sandoz prodotti farmaceutici κατά Επιτροπής (συνοπτική δημοσίευση στη Συλλογή 1990, σ. I-45, και συγκεκριμένα σημείο 3 της περιλήψεως της αποφάσεως στη σελίδα 46).
( 213 ) Προαναφερθείσα απόφαση Sandoz, σημείο 3 της περιλήψεως της αποφάσεως, σ. 46.
( 214 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 86/82 (Συλλογή 1984, σ. 883).
( 215 ) Σκέψη 46.
( 216 ) Όπ.π.
( 217 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1983, 107/82, AEG κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3151).
( 218 ) Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80 (Συλλογή 1983, σ. 1825).
( 219 ) Σκέψη 86, η υπογράμμιση δική μου.
( 220 ) Αν το Δικαστήριο δεν δεχθεί την πρόταση μου για ακύρωση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 της αποφάσεως, μπορεί εντούτοις να λάβει υπόψη αφενός τις κατωτέρω παρατηρήσεις σχετικά με τα επιχειρήματα περί μη υπάρξεως ενδοκοινοτικού εμπορίου χαρτοπολτού και αφετέρου το γεγονός ότι, όπως τονίζεται στο σημείο 140, η ορθότητα του οποίου δεν αμφισβητείται, οι επιχειρήσεις-αποδέκτες της αποφάσεως προμηθεύουν το 60 % περίπου του λευκασμένου θειικού χαρτοπολτού που χρησιμοποιείται εντός της Κοινότητας.
( 221 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, 123/83, BNIC κατά Clnir (Συλλογή 1985, σ. 391, σκέψη 29).
( 222 ) Το επιχείρημα autó προβλήθηκε από τον δικηγόρο των φινλανδικών προσφευγουσών εταιριών κατά την προφορική ανάπτυξη των κοινών παρατηρήσεων θα ήθελα πάντως να τονίσω ότι η αιτίαση περί διακρίσεων δεν περιέχεται στο δικόγραφο της προσφυγή; των εταιριών αυτών.
( 223 ) Για παράδειγμα, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, 301/85, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, ο. 5813, σκέψη 22), 260/85 και 106/86, TEC κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, ο. 5855, σκέψη 18), 273/85 και 197/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927, σκέψη 55).
( 224 ) Συλλογή 1988, σ. 5844.
( 225 ) Θα ήθελα οχετικά να υπενθυμίσω ότι οι επιχειρήσεις αυτές υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή είχε αρχικά υποσχεθεί ότι δεν θα εξέδιδε καμία απόφαση για αυτές, αν προσυπέγραψαν την ανάληψη δεσμεύσεως- εν πάση περιπτώσει, από την εξέταση των παραρτημάτων της προσφυγής της Finncell προκύπτει ότι στις 9 Δεκεμβρίου 1984 ο δικηγόρος των επιχειρήσεων αυτών απέστειλε στον Επίτροπο Andriessen έγγραφο στο οποίο αναφέρονταν τα εξής: «Βεβαιώνω ότι οι φινλανδικές επιχειρήσεις είναι διατεθειμένες να αναλάβουν την ίδια δέσμευση, αν η Επιτροπή αποφασίσει να εκδώσει απόφαση» και «οι φινλανδικές επιχειρήσεις σάς ζητούν να λάβετε υπόψη τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που κατέβαλαν για τη διευθέτηση του ζητήματος και την επιθυμία τους να αναλάβουν τη δέσμευση ακόμη και σε περίπτωση εκδόσεως αποφάσεως της Επιτροπής» (πρωτότυπο στα αγγλικά).
( 226 ) Βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1965, 21/64, Macchioilati ατά Ανωτάτης Αρχή; (Rec. 1965, σ. 227), με την οποία το Δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει το επιχείρημα ότι ορισμένοι υπάλληλοι είχαν διαβεβαιώσει προφορικά την προσφεύγουσα ότι η Επιτροπή θα προέβαινε σε άφεση χρέους πβοααυξήαεως, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «οι γενικοί κανόνες δικαίου που διέπουν αφενός την άσκηση της διοικητικής εξουσίας και αφετέρου την ισχύ ή την αποτελεσματικότητα των συμβάσεων θα απαιτούσαν η αιαβεβαίωση aun] να εγκριθεί τυπικά από τις υπεύθυνες αρχές της Ανωτάτης Αρχής» (η υπογράμμιση δική μου, ο. 246 της γαλλικής Συλλογή;).
( 227 ) Ms την απόφαση δεν επιβλήθηκε κανένα πρόστιμο για συμμετοχή στην ΚΕΑ.
( 228 ) Εντούτοις, κατά της απόψεως μου μπορεί να γίνει επίκληση της αποφάσεως της 30ής Ιανουαρίου 1985, 3S/83, ΒΑΤ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 363), η έκταση εφαρμογής της οποίας μου φαίνεται ασαφής.
( 229 ) Σημείο 131 της αποφάσεως.
( 230 ) Όπ,π.
( 231 ) Βλ. τον συνημμένο οτην απόφαση πίνακα 5.
( 232 ) Βλ. επ' αυτού τα σημεία 72 έως 76 τη; αποφάσεως.
( 233 ) Πρέπει να τονιστεί ότι στην περίπτωση αυτή βρίσκεται η ΚΕΑ, σε σχέση με την οποία το Δικαστήριο έχει ήδη ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy