ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 10ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
Η Anne-Marie Christ (το γένος Clemen), η Olga Priplata ( το γένος Schneider ) και η Elizabeth Mc Donneil διετέλεσαν καθόλα τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα έκτακτες υπάλληλοι της Επιτροπής της κατηγορίας C Με προσφυγή της 4ης Μαρτίου 1985, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Απριλίου 1985, οι προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
α)
να ακυρώσει τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών που απέστειλε η καθής στις Priplata και Mc Donnell για το μήνα Μάιο 1984 και στην Christ για το μήνα Ιούλιο 1984, καθώς και όλα όσα ακολούθησαν, εφόσον συνιστούν εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2615/76 του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 1976 [ΕΕ ειδ. έκδ. 01/004(Σ), σ. 21 ], με τον οποίο προστέθηκε στο άρθρο 20 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων η παράγραφος 4, καθώς και ένας μισθολογικός πίνακας
β )
να καταδικάσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, καθώς και στα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγουσες λόγω της δίκης και ιδίως στα έξοδα μετακινήσεως, διαμονής και τα έξοδα αμοιβής δικηγόρου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 73, στοιχείο β ), του ίδιου κανονισμού.
Το άρθρο 2 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων (εφεξής: ΚΛΠ) προβλέπει ότι θεωρείται « έκτακτος υπάλληλος » α) ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινή θέση, β) ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση, γ) ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να υπηρετήσει παρά προσωπο το οποίο εκτελεί καθήκοντα που προβλέπονται από τις Συνθήκες και δ ) « ο υπάλληλος ο οποίος προσλαμβάνεται για να καταλάβει προσωρινά μόνιμη θέση, η οποία αμείβεται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων και η οποία περιλαμβάνεται στον προσαρτημένο στον προϋπολογισμό κάθε οργάνου πίνακα προσωπικού ». Η τελευταία αυτή κατηγορία προστέθηκε στο καθεστώς με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2615/76.
Το άρθρο 20 του ΚΛΠ προβλέπει μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 66 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στους έκτακτους υπαλλήλους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να λαμβάνουν τον ίδιο βασικό μισθό με εκείνον των μονίμων υπαλλήλων. Πλην όμως, με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 2615/76 προστέθηκε (χωρίς αύξοντα αριθμό) μια πέμπτη παράγραφος στο άρθρο 20, η οποία έχει ως εξής:
« Πάντως, όσον αφορά τους υπαλλήλους, που αναφέρει το άρθρο 2, στοιχείο δ ), οι βασικοί μηνιαίοι μισθοί κατά βαθμό και κλιμάκιο καθορίζονται σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. »
Οι βασικοί μισθοί που παρατίθενται στον εν λόγω πίνακα είναι οι ίδιοι με εκείνους του μισθολογικού πίνακα των μονίμων υπαλλήλων των κατηγοριών A, LA και Β, αλλά κατά 5 % περίπου κατώτεροι για όλα τα κλιμάκια των κατηγοριών C και D.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή στρέφεται κατά του πέμπτου μάλλον και όχι του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 20.
Οι εν λόγω τροποποιήσεις άρχισαν να ισχύουν στις 30 Οκτωβρίου 1976 (σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 2615/76 ). Ενώ όμως η τέταρτη κατηγορία έκτακτων υπαλλήλων εξακολουθεί να υφίσταται, τον Ιούνιο του 1985 το Συμβούλιο κατήργησε τον πίνακα των βασικών μηνιαίων μισθών των τελευταίων. Το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1578/85 του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 ( ΕΕ 1985, L 154, σ. 1 ), προβλέπει ότι:
« Στο άρθρο 20 ( του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ), το πέμπτο εδάφιο καθώς και ο σχετικός πίνακας των βασικών' μηνιαίων μισθών καταργούνται. »
Κατά το άρθρο 13 του κανονισμού 1578/85, το σχετικό μέτρο άρχισε να παράγει αποτελέσματα από την 1η Ιανουαρίου 1985, όσον αφορά τους έκτακτους υπαλλήλους οι οποίοι ήταν εν ενεργεία κατά την έναρξη ισχύος του κανονισμού, δηλαδή στις 14 Ιουνίου 1985, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των προσφευγουσών.
Οι τρεις προσφεύγουσες προσλήφθηκαν την 1η Ιουλίου 1979, στις 4 Ιουλίου 1979 και την Ιηίουνίου 1979 αντίστοιχα ως έκτακτες υπάλληλοι δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α ), του ΚΛΠ. Το 1983 κατέλαβαν προσωρινές θέσεις στα πλαίσια ενός ερευνητικού προγράμματος γνωστού ως « FAST ». Από την 1η Ιανουαρίου 1984 οι εν λόγω θέσεις θεωρούνταν λογιστικά ως μόνιμες. Η Επιτροπή πρότεινε στις προσφεύγουσες τροποποιητική ρήτρα στη σύμβαση εργασίας τους, σύμφωνα με την οποία αποκτούσαν την ιδιότητα των έκτακτων υπαλλήλων κατά το άρθρο 2, στοιχείο δ ), του ΚΛΠ, και συγκεκριμένα την ιδιότητα των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται για να καταλάβουν προσωρινά μόνιμη θέση αμειβόμενη από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων. Οι προτάσεις φέρουν ημερομηνία 30 Μαρτίου 1984, ενώ οι προσφεύγουσες επιμένουν ότι τους εστάλησαν μόλις στις 17 Απριλίου 1984 και τις επέστρεψαν υπογεγραμμένες οι μεν Christ και Mc Donneil τέλη Απριλίου 1984, η δε Priplata αρχές Μαΐου 1984. Αυτό δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή.
Με την εν λόγω ρήτρα δεν διευκρινιζόταν ότι ο μισθός τους θα μειωνόταν κατά 5 ο/ο περίπου. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση εξετέθη στο Δικαστήριο ότι οι προσφεύγουσες δεν είχαν υπολογίσει τότε τις επιπτώσεις της σχετικής τροποποίησης, ούτε είχαν ερευνήσει σχετικά το θέμα. Τη μείωση του βασικού τους μισθού διαπίστωσαν μόνο όταν έλαβαν τα εκκαθαριστικά σημειώματα των αποδοχών τους, οι μεν Priplata και Mc Donnell το Μάιο 1984, η δε Christ τον Ιούλιο 1984.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επιδίωξε να θέσει σε εφαρμογή το μέτρο της μείωσης των αποδοχών αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1984, αλλ' υποχώρησε ύστερα από διαμαρτυρίες των προσφευγουσών, αποδεχόμενη να μην το πράξει για το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 30 Μαρτίου 1984.
Στις 25, 26 και 20 Ιουλίου 1984 οι τρεις προσφεύγουσες υπέβαλαν αντίστοιχα ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Διαμαρτύρονταν για το ότι η μετατροπή των συμβάσεων τους και η υπαγωγή τους όχι πλέον στο άρθρο 2, στοιχείο α), αλλά στο άρθρο 2, στοιχείο δ ), του ΚΛΠ συνεπαγόταν μείωση του μισθού τους. Με έγγραφα που ήταν πανομοιότυπα διατυπωμένα και έφεραν ημερομηνία 4 Ιανουαρίου 1985 όσον αφορά την Christ και 10 Ιανουαρίου 1985 όσον αφορά την Priplata και την Mc Donnell, η Επιτροπή απέρριψε τις εν λόγω ενστάσεις. Οι εν λόγω αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στην Mc Donnell στις 21 Ιανουαρίου 1985 και στις Christ και Priplata στις 25 Ιανουαρίου 1985, όπως εμφαίνεται από τις υπογεγραμμένες αποδείξεις παραλαβής που επισυνάπτονται στην προσφυγή. Η προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προθεσμίας.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει το παραδεκτό των προσφυγών. Τυπικά οι διοικητικές ενστάσεις στρέφονταν κατά των τροποποιητικών ρητρών, ενώ η προσφυγή κατά των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των αποδοχών. Όπως όμως προκύπτει σαφώς από τις παρατηρήσεις που διατυπώνονται με τη διοικητική ένσταση, οι σχετικές αιτιάσεις αφορούν τις επιπτώσεις που έχει ο κανονισμός 2615/76 επί των εκκαθαριστικών σημειωμάτων των αποδοχών των προσφευγουσών μέσω της τροποποιητικής ρήτρας της Συμβάσεως. Ουσιαστικά οι ενστάσεις και οι προσφυγές έχουν το ίδιο αντικείμενο. Κατ' εμέ, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες επειδή δεν έχουν το ίδιο αντικείμενο με τις ενστάσεις.
Πάντως, η προσφυγή περιορίζεται πλέον στο χρονικό διάστημα από την 1η Απριλίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1984, δεδομένου ότι από την 1η Ιανουαρίου 1985 ο μισθός των προσφευγουσών είναι ο ίδιος με εκείνο των μονίμων υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας και βαθμού, ως συνέπεια της κατάργησης της πέμπτης παραγράφου του άρθρου 20 του ΚΛΠ.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι στην περίπτωση τους συντρέχει παραβίαση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως, αρχή που το Δικαστήριο δέχτηκε στην υπόθεση 156/78 ( Newth κατά Επιτροπής, ECR 1979, σ. 1941 ), καθώς και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 198 μέχρι 202/81 (Micheli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4145). Οι προσφεύγουσες εισέπραξαν 5 ο/ο λιγότερο από άλλους υπαλλήλους που ασκούσαν τα Ιδια καθήκοντα και βρίσκονταν σε παρεμφερείς καταστάσεις ως συνέπεια της τροποποιητικής ρήτρας, εισέπραξαν 5% ολιγότερο απ' ό,τι εισέπρατταν προηγουμένως για την ίδια εργασία υπαγόμενες στην κατηγορία C, είχαν λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από τους υπαλλήλους που ενέπιπταν επίσης στο άρθρο 2, στοιχείο δ), αλλ' υπάγονταν σε κατηγορίες Α και Β, οι μισθοί των οποίων ήταν οι ίδιοι με εκείνους των μονίμων υπαλλήλων, χωρίς τη μείωση του 5 0/0.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως εισάγουσες διάκριση οι διαφορές μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών μόνιμων ή έκτακτων υπαλλήλων. Επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 118 μέχρι 123/82 (Celant κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3012, σκέψη 22), καθώς και στην υπόθεση 171/84 (Soma κατά Επιτροπής, απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 190, σκέψη 30), τέλος δε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην υπόθεση 326/82 (Aschermann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2253, ειδικότερα σ. 2268), σύμφωνα με τις οποίες οι έκτακτοι υπάλληλοι που αμείβονται από τις πιστώσεις ερευνών και επενδύσεων δεν προσλαμβάνονται βάσει των ίδιων κριτηρίων και δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, έστω και αν ανήκουν στις ίδιες κατηγορίες, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι ή οι έκτακτοι υπάλληλοι στους οποίους αναφέρονται τα στοιχεία α ), β ) και γ ) του άρθρου 2 του ΚΛΠ ( σ. 2268 ). Η Επιτροπή ισχυρίζεται ειδικότερα ότι με τον κανονισμό 2615/76 δημιουργήθηκε νέα κατηγορία, η κατηγορία του άρθρου 2, στοιχείο δ ), προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση των προσώπων που εργάζονταν προηγουμένως ως προσωπικό εγκαταστάσεων ή ως τοπικοί υπάλληλοι στα κοινά κέντρα ερευνών. Έλαβαν σημαντικά υψηλότερο μισθό. Για λόγους προϋπολογισμού έγινε διάκριση μεταξύ των κατηγοριών Α και Β, αφενός, και C και D, αφετέρου. Επειδή υπήρχαν πολλοί τοπικοί υπάλληλοι και υπάλληλοι εγκαταστάσεων υπαγόμενοι στις τελευταίες, ενώ αντίθετα λίγοι που ανήκαν στις κατηγορίες Α και Β, οι πρώτοι δεν έλαβαν τις ίδιες αποδοχές με τους άλλους υπαλλήλους των ίδιων κατηγοριών ώστε το συνολικό κόστος να παραμείνει χαμηλό. Μόλις το 1985, όταν διατέθηκαν πιστώσεις και εφαρμοζόταν το δεύτερο, μόνιμο, πλέον, ερευνητικό πρόγραμμα FAST, καταργήθηκε η σχετική « διαφορά » του 5 %.
Νομίζω ότι η γενική αρχή σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις είναι δυνατό να υφίστανται διαφορετική μεταχείριση είναι παγιωμένη. Το ζήτημα πάντως αν συντρέχει άνιση μεταχείριση υπό την έννοια της άδικης ή εισάγουσας διάκριση μεταχείρισης πρέπει να επιλύεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά κάθε περιπτώσεως. Κατ' εμέ, υφίσταται ουσιώδης διαφορά μεταξύ των υποθέσεων Celant και Soma, αφενός, και των υπό κρίση υποθέσεων, αφετέρου. Στις πρώτες, οι υπάλληλοι δεν ήταν « έκτακτοι » προτού ενταχθούν στην κατηγορία αυτή δυνάμει του κανονισμού 2615/76. Ως αποτέλεσμα της εντάξεώς τους στην κατηγορία των έκτακτων υπαλλήλων απέκτησαν σημαντικά πλεονεκτήματα. Το γεγονός ότι όλοι οι υπάλληλοι δεν απέκτησαν τα ίδια συνταξιοδοτικά δικαιώματα θεωρήθηκε ότι δικαιολογούνταν από τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση οι προσφεύγουσες ήταν ήδη έκτακτες υπάλληλοι [ δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο α ) ] προτού μεταπηδήσουν στην κατηγορία των υπαλλήλων που προβλέπεται από το άρθρο 2, στοιχείο δ). Δεν νομίζω ότι η περίπτωση τους εμπίπτει στις αποφάσεις Celant και Soma ούτε ότι οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon έχουν να κάνουν με τη συγκεκριμένη κατάσταση που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση.
Κατ' εμέ, οι προσφεύγουσες δικαιούνται να συγκρίνουν τη δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο δ ), υπηρεσιακή τους κατάσταση με εκείνη των υπαλλήλων που ασκούν παρεμφερή καθήκοντα, αλλά που υπάγονται ή εξακολουθούν να διέπονται από το άρθρο 2, στοιχείο α). Δικαιούνται επίσης να συγκρίνουν την κατάσταση τους μετά την τροποποιητική ρήτρα με την προηγούμενη κατάσταση που διεπόταν από το άρθρο 2, στοιχείο α ). Υπήρξε διαφορετική μεταχείριση και δεν έχει αποδειχθεί ότι δικαιολογούνταν αντικειμενικά. Κατά τη γνώμη μου, οι προσφεύγουσες μπορούν περαιτέρω να ισχυριστούν ότι η διάκριση μεταξύ των υπαλλήλων των κατηγοριών Α και Β και των ιδίων ήταν αδικαιολόγητη κατά το χρόνο της μετατάξεώς τους, έστω και αν ήταν δικαιολογημένη, για τους προεκτεθέντες λόγους, το 1976 όσον αφορά τους υπαλλήλους που από τοπικοί υπάλληλοι απέκτησαν την ιδιότητα των έκτακτων υπαλλήλων. Είναι σαφές ότι το 1983 οι αρχικοί λόγοι στους οποίους οφειλόταν η διάκριση είχαν εκλείψει, ακόμη και αν δικαιολογούνταν αρχικά: « δεν δικαιολογείται η διατήρηση της ανισότητας αυτής ως προς τις αποδοχές ενόψει της ισότητας εργασίας και καθηκόντων» [ εισηγητική έκθεση της πρότασης της Επιτροπής περί καταργήσεως της επίδικης διάταξης' η πρόταση δημοσιεύτηκε στην ΕΕ 1983, C 213, σ. 7 εισηγητική έκθεση' έγγραφο COM( 83 ) 455 τελικό ]. Αδυνατώ να δώσω εξήγηση για την καθιέρωση της διαφοράς μεταξύ κατηγορίας Ç και κατηγοριών Α και Β κατά το 1984, όταν οι προσφεύγουσες υπήχθησαν στο άρθρο 2, στοιχείο δ ), αντί του άρθρου 2, στοιχείο α ).
Θεωρώ συνεπώς ότι εκ πρώτης όψεως η μετάταξη τους συνεπαγόταν άνιση μεταχείριση όσον αφορά τις αποδοχές τους, γεγονός το οποίο δεν αποδείχθηκε ότι δικαιολογούνταν αντικειμενικά.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι προσφεύγουσες αποδέχθηκαν ελεύθερα τη ρήτρα που τροποποιούσε τις συμβάσεις εργασίας τους. Η πρώτη όμως φράση της παραγράφου 4 των αποφάσεων με τις οποίες απορρίπτονται οι ενστάσεις των προσφευγουσών έχει ως εξής: «... η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη είτε να θέσει τέρμα στη συμβατική σχέση είτε να σας προτείνει τροποποίηση της συμβάσεως σας ( στο σημείο αυτό η Επιτροπή αναφέρει την αντίστοιχη ημερομηνία των αρχικών συμβάσεων εργασίας κατά το 1979 ), όπως και έπραξε ». Θα έπρεπε με άλλα λόγια είτε να υπογράψουν την προτεινόμενη τροποποίηση είτε να χάσουν τη θέση τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρώ ότι είναι απαράδεκτο το επιχείρημα ότι οι προσφεύγουσες παραιτήθηκαν από το δικαίωμα τους να ασκήσουν προσφυγή στην παρούσα υπόθεση.
Στη συνέχεια η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η μετάταξη των προσφευγουσών σε θέσεις διεπόμενες από το άρθρο 2, στοιχείο δ), του ΚΛΠ εξασφάλισε στις τελευταίες συνταξιοδοτικά δικαιώματα που δεν είχαν βάσει του άρθρου 2, στοιχείο α). Αυτό συνέβη μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2799/85, της 27ης Σεπτεμβρίου 1985 ( ΕΕ L 265, σ. 1 ), παρέχει δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως στους υπαγόμενους στο άρθρο 2, στοιχείο α), του ΚΛΠ έκτακτους υπαλλήλους από τις 9 Οκτωβρίου 1985. Αλλά τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι διαθέτουν πλέον οι προσφεύγουσες είναι μόνο δικαιώματα προσδοκίας. Πράγματι, οι προσφεύγουσες θα λάβουν σύνταξη μόνον εφόσον, έχοντας συμπληρώσει το σχετικό όριο ηλικίας, πληρούν όλες τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτήσεώς τους, ειδικότερα δε προϋπηρεσία 10 ετών. Κατ' εμέ, η αναγνώριση δυνάμει απλώς δικαιωμάτων προσδοκίας για χρονικό διάστημα ορισμένων μηνών δεν συνιστά επαρκή διαφορά που να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση κατά της οποίας στρέφονται οι προσφεύγουσες. Όπως μάλιστα υπογραμμίστηκε κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, αν οι προσφεύγουσες παραιτούνταν κατά το 1984, η εφάπαξ αποζημίωση τους λόγω αποχωρήσεως από την υπηρεσία θα υπολογιζόταν σύμφωνα με τις μειωμένες αποδοχές τους.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η μετακίνηση τους σε θέσεις υπαγόμενες στο άρθρο 2, στοιχείο δ), του ΚΛΠ συνιστά βελτίωση όσον αφορά τη μονιμότητα της θέσης τους. Γεγονός είναι ότι από άποψη προϋπολογισμού οι προσφεύγουσες υπηρετούν πλέον σε μόνιμες θέσεις, ενώ όταν υπήγοντο στο άρθρο 2, στοιχείο α ), του ΚΛΠ υπηρετούσαν σε προσωρινές. Αντίθετα, εξακολουθούν να είναι έκτακτες υπάλληλοι που είναι δυνατό να απολυθούν μετά την παρέλευση τριμήνου από την καταγγελία της σύμβασης τους. Νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να υποστηρίζεται ότι η προβαλλόμενη από την Επιτροπή διαφορά ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση δικαιολογεί αντικειμενικά την ανισότητα των αποδοχών των προσφευγουσών για εργασία η οποία, καθόλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν πανομοιότυπη με εκείνη που εκτελούσαν προηγουμένως.
Τέλος, η Επιτροπή διατυπώνει την άποψη ότι τα αιτήματα είναι ήσσονος σημασίας. Ισχυρίζεται ότι η απόφαση περί μη εφαρμογής της μειώσεως των αποδοχών τους αναδρομικά και η θέσπιση του κανονισμού 1578/85 έχουν ήδη ικανοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τα αιτήματα των προσφευγουσών. Τους προσάπτει ότι ερίζουν για ασήμαντα ποσά, η διευθέτηση των οποίων εξακολουθεί να εκκρεμεί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι διττός. Θεωρώ ότι η παρούσα προσφυγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη ούτε ότι οι προσφεύγουσες, που υπάγονται στην κατηγορία C, ενήργησαν αδικαιολόγητα εμμένοντας στην προσφυγή τους.
Προτείνω κατά συνέπεια στο Δικαστήριο να ακυρώσει τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών για το μήνα Μάιο 1984 που εξέδωσε η Επιτροπή, όσον αφορά τις Priplata και Mc Donneil, και για το μήνα Ιούλιο 1984, όσον αφορά την Christ, καθώς και όλα τα μεταγενέστερα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που συνιστούν εφαρμογή του κανονισμού 2615/76, με τον οποίο προστέθηκε η παράγραφος 5 στο άρθρο 20 του ΚΛΠ και ένας μισθολογικός πίνακας. Η Επιτροπή πρέπει να καταβάλλει τα δικαστικά έξοδα των προσφευγουσών.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy