ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 12ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Hamai εργάστηκε στην Επιτροπή ως διερμηνέας μεταξύ των ετών 1973 και 1977, σταδιοδρομία την οποία τερμάτισε ως μόνιμος υπάλληλος με βαθμό LA 7, κλιμάκιο 2. Από το 1977 μέχρι το 1980 εργάστηκε ως « free-lance » ( ανεξάρτητος ) διερμηνέας για την Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και αλλού. Το 1980 άρχισε να εργάζεται ως « free-lance διερμηνέας » στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά την εποχή εκείνη πρακτική του Δικαστηρίου ήταν να προσλαμβάνει διερμηνείς ως freelance ή ως έκτακτους υπαλλήλους. Το 1981, ή πριν από το έτος αυτό, αποφασίστηκε η σύσταση μιας υπηρεσίας που θα στελεχωνόταν από διερμηνείς οι οποίοι θα μονιμοποιούνταν. Έγινε εσωτερικός διαγωνισμός στον οποίο πέτυχαν μερικοί διερμηνείς υπηρετούντες ως έκτακτοι υπάλληλοι, οι οποίοι μονιμοποιήθηκαν. Ο Hamai, δεδομένου ότι ήταν freelance διερμηνέας και προφανώς δεν διέθετε τα προσόντα για να διοριστεί ως έκτακτος υπάλληλος διότι δεν ήταν υπήκοος κράτους μέλους, δεν μπόρεσε να μετάσχει στο διαγωνισμό αυτό, αλλά, στις 30 Ιανουαρίου 1982, αποδέχτηκε πρόταση να συνάψει εξάμηνη σύμβαση εργασίας ως έκτακτος υπάλληλος με βαθμό LA 7, κλιμάκιο 3 — βαθμός ο οποίος, κατα τη γνώμη του, δεν ήταν αρκετά υψηλός, τον οποίο όμως αποδέχτηκε διότι πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχαν κενές θέσεις βαθμού LA 6. Με υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο του ανακοινώθηκε ο διορισμός του, του γνωστοποιήθηκε ότι η σύμβαση του δεν έπρεπε να εκληφθεί ως υπόσχεση μελλοντικής του μονιμοποιήσεως, εφόσον κάτι τέτοιο εξαρτιόταν από την επιτυχία του σε γενικό διαγωνισμό και από την ύπαρξη κενής θέσεως στη γαλλική καμπίνα.
Στις 15 Οκτωβρίου 1983, ο Hamai απηύθυνε επιστολή στο γραμματέα του Δικαστηρίου, ζητώντας την ανακατάταξη του στο βαθμό LA 6, εφόσον ένας συνάδελφός του στην ολλανδική καμπίνα, έχων το βαθμό αυτό, επρόκειτο να αποχωρήσει. Στην επιστολή του αυτή δεν έλαβε απάντηση.
Στις 17 Νοεμβρίου 1983, δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση κενής θέσεως CJ 117/82 σχετικά με κενή θέση διερμηνέα γαλλικής γλώσσας της σταδιοδρομίας LA 7/LA 6. Στην ανακοίνωση αυτή αναφερόταν ρητώς ότι ο διορισμός, εκτός της περιπτώσεως μετατάξεως υπαλλήλου κατέχοντος ήδη το βαθμό LA 6, θα γινόταν στο βαθμό LA 7. Στις 29 Νοεμβρίου ο Hamai υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό για τη θέση αυτή LA 7.
Στις 9 Ιανουαρίου 1984, αυτή η ανακοίνωση κενής θέσεως αντικαταστάθηκε από την ανακοίνωση CJ 117/82α, στην οποία απλώς αναφερόταν ότι η σταδιοδρομία εκτεινόταν στους βαθμούς LA 7/LA 6. Ο περιλαμβανόμενος στην προηγούμενη ανακοίνωση περιορισμός σχετικά με κατάταξη στο βαθμό LA 7 των υποψηφίων που δεν είχαν ήδη το βαθμό LA 6 είχε απαλειφθεί.
Στις 19 Ιανουαρίου 1984, προκηρύχτηκε εσωτερικός διαγωνισμός, βάσει τίτλων και εξετάσεων, για θέση διερμηνέα γαλλικής γλώσσας. Πάλι αναφερόταν απλώς ότι η σχετική σταδιοδρομία θα εκτεινόταν στους βαθμούς LA 7/LA 6. Ο Hamai ήταν ο μόνος υποψήφιος. Αφού πέτυχε στο διαγωνισμό, διορίστηκε με απόφαση της 16ης Μαΐου 1986 δόκιμος υπάλληλος με βαθμό LA 7, κλιμάκιο 4, από 1ης Ιουνίου 1984. Για το διορισμό του ειδοποιήθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα της 24ης Μαΐου 1984.
Στις 21 Ιουνίου 1984, ο Hamai ζήτησε από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τους λόγους που ανέφερε, να τον ανακατατάξει στο βαθμό LA 6. Μη λαμβάνοντας απάντηση και προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του, υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διοικητική ένσταση. Οι λόγοι που ανέφερε στην ένσταση αυτή συμπληρώθηκαν με υπόμνημα της 21ης Νοεμβρίου 1984. Η ένσταση του απορρίφθηκε από την επιτροπή ενστάσεων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — συσταθείσα το 1983 προκειμένου να ενεργεί προς τούτο ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ ) — με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, που του κοινοποιήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1985.
Τώρα, ο Hamai ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση αυτή της επιτροπής ενστάσεων.
Το καθού ζητεί, για λόγους τάξεως, να κηρυχτεί η προσφυγή του ως απαράδεκτη. Ισχυρίζεται ότι η επιτροπή ενστάσεων απλώς επικύρωσε την αρχική απόφαση που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 24 Μαΐου 1984. Το καθού, στηριζόμενο επί σωρείας αποφάσεων (π. χ. υπόθεση 227/83, Μούση κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3133), ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να είχε προσβληθεί η αρχική και όχι η επιβεβαιωτική απόφαση. Νομίζω ότι, βάσει προηγουμένων αποφάσεων, αυτό είναι ορθό, καίτοι πρέπει να παρατηρηθεί ότι στην υπόθεση 25/83, Buick κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1773 ) και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 20 και 21/83, Βλάχος κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1984, σ. 4149), οι προσφεύγοντες προσέβαλαν απορριπτικές των ενστάσεων τους αποφάσεις χωρίς αυτό να προκαλέσει αντιρρήσεις του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έχει κάνει δεκτό ότι μια πλάνη μπορεί να θεωρηθεί συγγνωστή εφόσον αποδειχτεί ότι είναι εύλογη ( υπόθεση 117/78, Orlandi κατά Επιτροπής, ECR 1979, σ. 1613). Δεδομένου ότι η ακριβής λειτουργία της επιτροπής ενστάσεων δεν έχει εκτιμηθεί ή, όντως, κατά τα λεγόμενα του προσφεύγοντος, δεν ήταν, μέχρι την επίδοση του υπομνήματος αντικρούσεως, γνωστή, θεωρώ και κατανοητό και συγγνωστό το ότι ο προσφεύγων νόμιζε ότι έπρεπε να προσβάλει την απόφαση αυτή παρά την αρχική απόφαση. Αν δεν είχα καταλήξει στην άποψη αυτή, θα μπορούσα να θεωρήσω επικουρικώς, όπως έπραξε ο γενικός εισαγγελέας Capotarti στην υπόθεση 145/80, Mascetti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 1975, ειδικότερα σσ. 1989-1990 ), ότι στην περίπτωση που ένα κοινοτικό όργανο εκδίδει αναιτιολόγητη απόφαση και κατόπιν υποβάλλεται κατά της αποφάσεως αυτής διοικητική ένσταση από υπάλληλο, η δε απάντηση στην ένσταση αυτή περιέχει αιτιολογία που αναφέρει λόγους οι οποίοι δεν υπονοούνταν στην αρχική απόφαση, αυτή η απορριπτική της ενστάσεως απάντηση είναι δυνατό να συνιστά για τον προσφεύγοντα βλαπτική πράξη, την οποία αυτός μπορεί να προσβάλει ευθέως. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή.
Τον κύριο ισχυρισμό της ενστάσεως του Hamai αποτελεί το ότι αυτός δεν έτυχε ίσης μεταχειρίσεως σε σχέση με διορισθέντες υπαλλήλους ανάλογων προσόντων, αντίθετα προς το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο ορίζει ότι: « οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας». Ο προσφεύγων τονίζει το γεγονός ότι, το 1981, πέντε διερμηνείς διορίστηκαν με βαθμό LA 6, από τους οποίους οι τέσσερις κατετάγησαν δεύτεροι, ως ισοβαθμίσαντες στο διαγωνισμό. Τα προσόντα του δεν ήταν λιγότερα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η επαγγελματική του πείρα ήταν μεγαλύτερη από τη δική τους. Απόδειξη των ικανοτήτων του αποτελεί η έκθεση που συντάχτηκε κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας και στην οποία διατυπώνεται η άποψη ότι οι γνώσεις του, η επαγγελματική του πείρα και η ποιότητα της εργασίας του ήταν ανώτερες του βαθμού που κατείχε και ότι άξιζε προαγωγής. Εξάλλου, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η επιτροπή ενστάσεων φάνηκε να δέχεται ότι η επαγγελματική του πείρα και οι ικανότητες του ήταν ισοδύναμες προς αυτές ορισμένων συναδέλφων του. Προσθέτει ότι κανένας συνάδελφός του, με την πείρα του και τα προσόντα του, στο Δικαστήριο ή σε άλλα όργανα της Κοινότητας, δεν κατέχει βαθμό κατώτερο του LA 6: ειδικότερα, οι διορισμοί στη μεταφραστική υπηρεσία του Δικαστηρίου γίνονται στο βαθμό LÁ 6.
Η γνώμη μου είναι ότι τέτοιοι γενικοί ισχυρισμοί, όσον αφορά άλλα θεσμικά όργανα, δεν αρκούν για την απόδειξη δυσμενούς διακρίσεως: ούτε νομίζω ότι οι υπηρεσίες μεταφράσεως και διερμηνείας του Δικαστηρίου πρέπει, εν προκειμένω, να θεωρηθούν κατ' ανάγκη ως συγκρίσιμες, εφόσον οι υποψήφιοι της μεταφραστικής υπηρεσίας πρέπει να διαθέτουν προσόντα όσον αφορά τόσο τη νομική τους κατάρτιση όσο και τις γλωσσικές τους γνώσεις. Το αποφασιστικής σημασίας ζήτημα είναι αν ο προσφεύγων έτυχε, σε σύγκριση με τα στελέχη της υπηρεσίας διερμηνείας που διορίστηκαν το 1981, τέτοιας μεταχειρίσεως, ώστε να δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης.
Η επιτροπή ενστάσεων ανέφερε ότι οι διορισμοί στο βαθμό LA 6 γίνονταν κατά την εποχή της σύστασης της υπηρεσίας διερμηνείας του Δικαστηρίου αποφασίστηκε οι επιτυχόντες υποψήφιοι, με εξαίρεση έναν επιτυχόντα με λιγότερη πείρα, να διοριστούν με βαθμό LA 6. Όσον αφορά τις μετέπειτα προσλήψεις, αφού είχε ήδη συσταθεί η υπηρεσία, το Δικαστήριο αποφάσισε να διορίζει τους επιτυχόντες στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή της υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακήςκαταστάσεως, λαμβάνοντας υπόψη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 32, για την κατάταξη σε κλιμάκιο, την επαγγελματική πείρα.
Το άρθρο 31 θέτει το βασικό κανόνα ότι οι επιλεγέντες υποψήφιοι διορίζονται ως υπάλληλοι της κατηγορίας Α ή του γλωσσικού κλάδου στον εισαγωγικό βαθμό της κατηγορίας ή του κλάδου τους. Και συνεχίζει:
« 2.
Εντούτοις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να παρεκκλίνει από τις ανωτέρω διατάξεις μέσα στα ακόλουθα όρια:
β)
για τους άλλους βαθμούς (δηλαδή, εκτός των βαθμών Α 1, Α 2 και LA 3 )
—
κατά το ένα τρίτο, αν πρόκειται για κενωθείσες θέσεις,
—
κατά το ήμισυ, αν πρόκειται για θέσεις που έχουν πρόσφατα δημιουργηθεί. »
Εφόσον παρίσταται ανάγκη, « η διάταξη αυτή ισχύει για κάθε σύνολο έξι θέσεων προς πλήρωση σε κάθε βαθμό ».
Προς τούτο, νομίζω ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των προσώπων που υπηρετούν σε κάθε βαθμό και όχι ο αριθμός των προσώπων κάθε βαθμού σε συγκεκριμένη καμπίνα.
Σύμφωνα με το άρθρο 32, ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού του. « Εντούτοις η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την ειδική επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, να του χορηγήσει βελτίωση αρχαιότητας κατά κλιμάκιο στο βαθμό αυτό », εν προκειμένω 48 μήνες.
Όταν συστάθηκε η υπηρεσία διερμηνείας, είχε διαθέσιμες 13 θέσεις. Η μία θέση προοριζόταν για τον προϊστάμενο της υπηρεσίας με βαθμό LA 3 μία θέση σταδιοδρομίας LA 5/LA 4 και μία σταδιοδρομίας LA 7/LA 6 πληρώθηκαν με μετάταξη. Κατόπιν αυτού έμειναν αδιάθετες 10 θέσεις, 3 από τις οποίες ήταν αρχικά της σταδιοδρομίας LA 5/LA 4 και 7 της σταδιοδρομίας LA 7/LA 6: δύο από τις πρώτες υποβαθμίστηκαν σε LA 7/LA 6, οπότε στη σταδιοδρομία αυτή ήταν διαθέσιμες 9 θέσεις. Αν προσθέσουμε σ' αυτές τη μία θέση που πληρώθηκε με μετάταξη, έχουμε σύνολο 10 θέσεων. Ύστερα από το διαγωνισμό του 1981, τέσσερις από τις θέσεις αυτές πληρώθηκαν με διορισμούς στο βαθμό LA 6 και μία με διορισμό στο βαθμό LA 7. Επίσης, πληρώθηκε και η δεύτερη θέση LA 5/LA 4. Οι λοιπές θέσεις δεν καλύφθηκαν κατά το στάδιο αυτό.
Από ό,τι ελέχθη ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, κρίθηκε, προφανώς, ότι μέχρι το ήμισυ του συνόλου των διαθέσιμων θέσεων ήταν δυνατή η πλήρωση με βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, οπότε πέντε από τις δέκα (ή ίσως πέντε από τις εννέα) θέσεις μπορούσαν να καλυφθούν κατά τον τρόπο αυτό και, στην περίπτωση αυτή, έτσι έγινε. Δεν αντιλαμβάνομαι την τελευταία φράση του άρθρου 31, παράγραφος 2, κατ' αυτό τον τρόπο. Η θεσπίζουσα την εξαίρεση διάταξη « ισχύει για κάθε σύνολο έξι θέσεων προς πλήρωση σε κάθε βαθμό ». Έτσι, αν πρόκειται να πληρωθούν έξι θέσεις, τρεις μόνο υπάλληλοι μπορούν να διοριστούν σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού. Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να αυξάνεται ανάλογα με το συνολικό αριθμό των διαθέσιμων θέσεων, οι οποίες όμως δεν πρόκειται να πληρωθούν κατά το εν λόγω στάδιο. Όσον αφορά μεταγενέστερους διορισμούς σε νεοσυσταθείσες θέσεις που δεν έχουν ακόμη πληρωθεί, είναι δυνατός ο διορισμός υπαλλήλων με βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού μέχρι το ήμισυ, για θέσεις δε που κενώθηκαν αφού είχαν προηγουμένως πληρωθεί, μέχρι το ένα τρίτο. Όσον αφορά τέτοιους μεταγενέστερους διορισμούς, ένα κοινοτικό όργανο δεν είναι υποχρεωμένο να αναμένει να καταστούν διαθέσιμες έξι θέσεις προκειμένου να μπορέσει να κάνει διορισμό σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού. Μπορεί να διορίσει τον πρώτο υπάλληλο σε ανώτερο βαθμό, εφόσον, όσον αφορά το δεύτερο σύνολο των έξι ( ή μέχρι έξι ) διορισμών, δεν γίνονται σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού διορισμοί άνω του ημίσεος ή του ενός τρίτου (ανάλογα με την περίπτωση). Εντούτοις, δεν νομίζω ότι.μπορεί βάσιμα να υποστηριχτεί ότι, στην περίπτωση που ένα κοινοτικό όργανο προβαίνει σε διορισμούς με βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού οι οποίοι υπερβαίνουν το ήμισυ (ή το ένα τρίτο) των θέσεων του πρώτου συνόλου των έξι θέσεων, οι πέραν του ημίσεος ( ή του ενός τρίτου, ανάλογα με την περίπτωση ) θέσεις πρέπει να θεωρηθούν ότι ελήφθησαν από το δεύτερο σύνολο των έξι θέσεων, ώστε να μειωθεί ο πραγματικός αριθμός των διαθέσιμων στο σύνολο αυτό θέσεων για διορισμούς σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού.
Στην υπό κρίση υπόθεση, υποστηρίχτηκε από το καθού, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο Hamai διορίστηκε σε νεοσυσταθείσα θέση. Βάσει των στοιχείων που έχω στη διάθεση μου, δεν νομίζω ότι το καθού εξάντλησε το ποσοστό του που αντιστοιχούσε στο ήμισυ των θέσεων του δεύτερου συνόλου των έξι θέσεων, έστω και αν, για ευνόητους λόγους (εφόσον τέσσερις από τους υποψηφίους ισοβάθμισαν στο διαγωνισμό ) άνω του ημίσεος των θέσεων του πρώτου συνόλου των έξι θέσεων είχε καλυφθεί με διορισμούς σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού. Επομένως, δεν νομίζω ότι αποκλείεται απαρχής, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, να διοριστεί ο Hamai στο βαθμό LA 6.
Εξάλλου, το ίδιο το άρθρο 31 σαφώς δεν υποχρεώνει ένα όργανο να διορίσει κάποιον υποψήφιο σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού. Το εν λόγω άρθρο, όπως υποστήριξε το καθού κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, παρέχει στα όργανα της Κοινότητας διακριτική ευχέρεια να ενεργήσουν ή να μην ενεργήσουν κατ' αυτό τον τρόπο.
Εντούτοις, εξακολουθεί να υφίσταται το πρόβλημα αν το άρθρο 5, παράγραφος 3, το οποίο ενσαρκώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης κατά την πρόσληψη, απαιτεί, στο πλαίσιο ασκήσεως της διακριτικής αυτής ευχέρειας, να τύχει ο Hamai, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, της ίδιας, σε γενικές γραμμές, μεταχείρισης με αυτή που επιφυλάχτηκε σε όσους υπαλλήλους διορίστηκαν σε θέσεις LA 6 βάσει του διαγωνισμού του 1981.
Το ερώτημα δεν είναι εύκολο.
Αφενός, νομίζω ότι ένα κοινοτικό όργανο δικαιούται να θεωρήσει ότι, κατά γενικό κανόνα, εφόσον ορισμένος αριθμός θέσεων πληρώθηκε με βαθμούς ανώτερους του εισαγωγικού, οι επόμενοι διορισμοί θα γίνουν στον εισαγωγικό βαθμό. Η απόφαση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους σχετικούς με τον προϋπολογισμό, τη διοίκηση και την υπαλληλική ιεραρχία. Έτσι, αν, όπως συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση, δημιουργηθεί νέα υπηρεσία με μόνιμες θέσεις και η διοίκηση επιθυμεί να διορίσει τους έκτακτους εκείνους υπαλλήλους που έχουν παράσχει ουσιώδεις υπηρεσίες σε βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, μπορεί να δικαιολογηθεί όταν κάνει τους μεταγενέστερους, γενικά, διορισμούς στον εισαγωγικό βαθμό.
Αφετέρου, δεν νομίζω ότι υφίσταται απόλυτη ή άκαμπτη διάκριση μεταξύ της κατάστασης που διαμορφώνεται κατά τη σύσταση μιας νέας υπηρεσίας και της κατάστασης που προκύπτει από μεταγενέστερους διορισμούς. Επιπλέον, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, των οποίων το Δικαστήριο επανειλημμένα έχει τονίσει « την κεφαλαιώδη σημασία όσον αφορά το δίκαιο που διέπει τους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (υπόθεση 9/81, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1982, σ. 3301, σκέψη 21· υποθέσεις 129 και 274/82, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 412, σκέψη 20· υπόθεση 119/83, Appelbaum κατά Επιτροπής, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Rec. σ. 2423, σκέψη 25).
Ο προσφεύγων επικαλέστηκε την απόφαση στην υπόθεση Lux, όπου το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της πιο πάνω αρχής, αποφάνθηκε ότι « στην περίπτωση που η παρέκκλιση από το γενικό κανόνα διορισμών καθιερώνεται υπό μορφή γενικής εσωτερικής αποφάσεως του θεσμικού οργάνου, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας κατά την πρόσληψη τους, η οποία θεσπίζεται με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, θα στερούνταν κάθε νομικής σημασίας, αν η ΑΔΑ διέθετε ακόμη στην περίπτωση αυτή την ίδια εξουσία εκτιμήσεως με εκείνη που της παρέχει το άρθρο 31 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ».
Νομίζω ότι η απόφαση αυτή δεν έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον το καθού, μετά τη σύσταση της υπηρεσίας διερμηνείας, ούτε υιοθέτησε μια σταθερή πολιτική ούτε έλαβε κάποια γενική απόφαση βάσει των οποίων οι διορισμοί πρέπει να γίνονται στο βαθμό LA 6. Εξάλλου, οι πρόσφατες ανακοινώσεις κενής θέσεως αφορούν θέσεις είτε, γενικά, της σταδιοδρομίας LA 7/LA 6 είτε της σταδιοδρομίας αυτής, αλλά περιοριζόμενες στο βαθμό LA 7. Εντούτοις, η απόφαση του Δικαστηρίου τονίζει τη σημασία της εν γένει ίσης μεταχείρισης παρά τη διακριτική ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 31, παράγραφος 2.
Ούτε δέχομαι τα επιχειρήματα του Hamai ότι η υπηρεσία διερμηνείας τελούσε το 1984 ακόμα υπό σύσταση με αποτέλεσμα να δικαιούται, για το λόγο αυτό, της μεταχείρισης που έτυχαν οι άλλοι συνάδελφοι του ή ότι, κατά κάποιο τρόπο, βρέθηκε σε μειονεκτική θέση, διότι υποχρεώθηκε να υποβληθεί σε διαγωνισμό βάσει τίτλων και εξετάσεων και όχι βάσει μόνο τίτλων.
To καθού δεν υπαινίχτηκε — πράγμα που ούτε εγώ κάνω — ότι το γεγονός ότι ο Hamai δεν μπορούσε να μετάσχει το 1981 στο διαγωνισμό, κυρίως διότι η ιθαγένεια που είχε τότε τον εμπόδιζε να διοριστεί έκτακτος υπάλληλος, δικαιολογεί από μόνο του το ότι έτυχε διαφορετικής μεταχειρίσεως απ' ό,τι άλλοι, σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν ήταν έκτακτος υπάλληλος.
Στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, νομίζω ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη τρεις σημαντικοί παράγοντες. Πρώτον, ο προσφεύγων είχε το 1984 τόση πείρα όση και καθένας από τους διορισθέντες στο βαθμό LA 6 και σχεδόν τη διπλάσια αυτής που διέθεταν δύο από τους πιο πάνω διορισθέντες, πλάι στους οποίους εργαζόταν και είχε εργαστεί για ορισμένο διάστημα. Οι τίτλοι του δεν ήταν κατώτεροι των δικών τους, η δε ποιότητα της εργασίας του είχε εκτιμηθεί από τον προϊστάμενο του ως πολύ υψηλού επιπέδου. Δεύτερον, η θέση που είχε αποτελέσει το αντικείμενο της ανακοίνωσης δεν ήταν, τελικά, ακριβώς του βαθμού LA 7, αλλά της σταδιοδρομίας LA 7/LA 6, οπότε το καθού είχε ρητώς επιφυλαχτεί όσον αφορά τη διακριτική του ευχέρεια να κάνει το διορισμό είτε στον έναν είτε στον άλλο βαθμό, ενώ ήταν διαθέσιμη μία θέση LA 6. Τρίτον, και για λόγους που θεωρώ ότι ευσταθούν, το καθού δεν προσκολλήθηκε, το 1981, στο γράμμα του άρθρου 31, παράγραφος 2, αλλά διόρισε σε θέσεις LA 6 τέσσερις υποψηφίους που είχαν ισοβαθμίσει στο διαγωνισμό βάσει τίτλων, συμπεριλαμβανομένων δύο με μικρότερη του Hamai επαγγελματική πείρα.
Φυσικά, δέχομαι ότι διοικητικές αποφάσεις αυτού του είδους ενέχουν κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας ασκούμενης από την αρμόδια διοικητική αρχή. Η προκειμένη όμως περίπτωση, όπως υποστήριξε ο συνήγορος του Hamai, αποτελεί εξαιρετική περίπτωση.Έχοντας υπόψη το βαθμό ευκαμψίας που υιοθετήθηκε το'1981 σε σχέση με το άρθρο 31, παράγραφος 2, και τη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά το διορισμό σε θέση LA 6 που ρητώς αναφερόταν στην προκήρυξη κενής θέσεως και το διαγωνισμό του 1984, νομίζω ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, και η ανάγκη να τυγχάνουν οι υπάλληλοι, κατά την πρόσληψη, μεταχειρίσεως ανάλογης προς τα προσόντα τους απαιτούσαν όπως ο Hamai τύχει ουσιαστικά της ίδιας μεταχείρισης με αυτή που επιφυλάχτηκε σ' εκείνους πλάι στους οποίους εργάστηκε το 1981 και των οποίων οι τίτλοι και η επαγγελματική πείρα δεν ήταν ανώτεροι. Έγινε δεκτό ότι ο Hamai δεν έτυχε τέτοιας μεταχείρισης. Εν προκειμένω δεν νομίζω ότι η διάκριση στην οποία στηρίχτηκε το καθού, μεταξύ της σύστασης της υπηρεσίας και του μεταγενέστερου διορισμού, δικαιολογούν τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. Έχω τη γνώμη ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο.
Επομένως, υπό το φως πληρέστερων επιχειρημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά του ως δικαιοδοτικού οργάνου, προτείνω να ακυρωθεί η απόφαση αυτή κατά το μέτρο που αφορά το διορισμό του Hamai στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 4. Η άποψη μου είναι ότι ο προσήκων βαθμός θα ήταν ο LA 6 σε κλιμάκιο που θα καθοριστεί από την ΑΔΑ, από την 1η Ιουνίου 1984, και το οποίο, βάσει των προγενέστερων διορισμών, νομίζω ότι πρέπει να είναι το κλιμάκιο 2.
Ένας δεύτερος λόγος που προβάλλεται είναι ότι το καθού παραβίασε τους όρους της προκήρυξης του διαγωνισμού. Εν προκειμένω, ο προσφεύγων στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ της πρώτης ανακοίνωσης κενής θέσεως (LA 7 εκτός περιπτώσεως μετατάξεως ) και των μεταγενέστερων ανακοινώσεων κενής θέσεως και εσωτερικού διαγωνισμού (σταδιοδρομία LA 7/LA 6 ). Δεν νομίζω ότι η ίδια η αναθεωρηθείσα διατύπωση υποχρέωσε το καθού να διορίσει τον Hamai στο βαθμό LA 6. Το σημείο αυτό εξακολουθούσε να αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας ασκούμενης στο πλαίσιο των προαναφερθέντων κριτηρίων.
Περαιτέρω, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι εθίγη η δικαιολογημένη του εμπιστοσύνη όσον αφορά το διορισμό του στο βαθμό LA 6, επικαλούμενος σχετικά την προφορική διαβεβαίωση του προϊσταμένου του. Ούτε η διαβεβαίωση αυτή ούτε η παράλειψη του γραμματέα του Δικαστηρίου να απαντήσει στην αίτηση του περί διορισμού σε θέση LA 6 μπορεί να δεσμεύσει την ΑΔΑ ούτε, κατά τη γνώμη μου, να του δημιουργήσουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά την κατάταξη του στο βαθμό αυτό. Ούτε, ενόψει των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφος 2, μπορεί να υποστηριχτεί ότι αυτός καθαυτός ο διορισμός άλλων διερμηνέων το 1981 στο βαθμό LÁ 6 δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι πρέπει και ο προσφεύγων να διοριστεί σε τέτοια θέση. Η προσφυγή μπορεί να γίνει δεκτή μόνο αν καταστεί δυνατή η απόδειξη ότι υπήρξε άνιση μεταχείριση.
Νομίζω ότι το τελικό επιχείρημα, κατά το οποίο, με τις ενέργειες του καθού, παραβιάστηκε η αρχή της χρηστής διοίκησης δεν προσθέτει τίποτα στην προκειμένη περίπτωση. Αν το καθού είχε, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 3, ή της αρχής της ανάλογης προς τα προσόντα μεταχείρισης, το δικαίωμα να ενεργήσει όπως ενήργησε, τότε θα είχε κινηθεί μέσα στο πλαίσιο των ορίων της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει.
Εντούτοις, για τους λόγους που ανέφερα, προτείνω να ακυρωθεί η απόφαση της 16ης Μαΐου 1984, κατά το μέτρο που είχε ως αποτέλεσμα το διορισμό του Hamai στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 4, και να καταδικαστεί το καθού στα δικαστικά έξοδα του Hamai.
( *1 ) Μετάφραση από πα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy