ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 4ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — 1.
Κατά το άρθρο 1 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970« περί αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων» (ABl. 1970, L 94, σ. 19 και επ. ) τίθενται στη διάθεση των Κοινοτήτων ίδιοι πόροι για την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού τους, κατά το άρθρο δε 4 της ίδιας απόφασης ο προϋπολογισμός των Κοινοτήτων χρηματοδοτείται από την 1η Ιανουαρίου 1975 εξ ολοκλήρου από ίδιους πόρους των Κοινοτήτων. Ίδιους πόρους — κατά το άρθρο 2 αυτής της αποφάσεως — συνιστούν οι εισφορές και οι δασμοί, κατά δε το άρθρο 4 της αποφάσεως του Συμβουλίου ( κάτι που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση ), σε ορισμένη έκταση και οι πόροι που προέρχονται από το φόρο προστιθέμενης αξίας.
2.
Όπως αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 5, οι Κοινότητες αναγνωρίζουν σαν έξοδα εισπράξεως κάθε κράτους μέλους 10 ο/ο επί του ποσού το οποίο αυτά εισπράττουν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1. Το άρθρο 6 της αποφάσεως του Συμβουλίου ορίζει ακόμα, ότι οι κοινοτικοί πόροι εισπράττονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις δικές του νομοθετικές και διοικητικές διατάξεις και ότι τα κράτη μέλη θέτουν αυτούς τους πόρους στη διάθεση της Επιτροπής. Εξάλλου, στην παράγραφο 2 αναφέρεται ότι το Συμβούλιο θεσπίζει διατάξεις για το πώς τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής αυτά τα έσοδα και πώς καταβάλλονται.
3.
Βάσει αυτής της διάταξης και σύμφωνα με το άρθρο 209 της Συνθήκης ΕΟΚ ( όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη περί τροποποιήσεως ορισμένων δημοσιονομικών διατάξεων) — σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο καθορίζει τις λεπτομέρειες και τη διαδικασία, με την οποία τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής τα έσοδα του προϋπολογισμού, που προβλέπονται στη ρύθμιση περί ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, καθώς και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν, για να υπάρχει το ενδεχομένως αναγκαίο ταμειακό ρευστό — εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1977 ο κανονισμός του Συμβουλίου 2891/77 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 64 και επ. ).
4.
Στο άρθρο 9 αυτού του κανονισμού προβλέπεται, ότι το ποσό των βεβαιωθέντων ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στην υπηρεσία δημοσίου θησαυροφυλακείου ή στον οργανισμό που έχει ορίσει το κράτος μέλος.
5.
Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, η εγγραφή διενεργείται το αργότερο στις 20 του δευτέρου μήνα που ακολουθεί το μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε το έσοδο ( επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά το άρθρο 2 του κανονισμού, ένα έσοδο θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί, μόλις η αντίστοιχη απαίτηση καθοριστεί δεόντως από την αρμόδια υπηρεσία ή τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους). Στη συνέχεια, η παράγραφος 2 του άρθρου 10 αναφέρει (την παραθέτω κατά λέξη, γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση):
«Αν παραστεί ανάγκη, τα κράτη μέλη δύνανται να κληθούν από την Επιτροπή να επισπεύσουν κατά ένα μήνα την εγγραφή των πόρων, εκτός των πόρων ΦΠΑ, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουν στις 15 του ιδίου μηνός. »
6.
Πρέπει ακόμη να αναφερθεί το άρθρο 11, κατά το οποίο κάθε καθυστέρηση των εγγραφών στο λογαριασμό που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, συνεπάγεται την πληρωμή από το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται τόκου, του οποίου το επιτόκιο ισούται προς το υψηλότερο προεξοφλητικό επιτόκιο το οποίο ίσχυε στα κράτη μέλη κατά την ημέρα της λήξεως της προθεσμίας. Περαιτέρω, πρέπει να αναφερθούν — επειδή έχουν ιδιαίτερη σημασία για την επιχειρηματολογία της βρετανικής κυβερνήσεως — οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 12, όπου αναφέρεται:
« Όταν οι ταμειακές ανάγκες υπερβαίνουν τα διαθέσιμα των λογαριασμών, η Επιτροπή δύναται να προβαίνει σε απολήψεις πέραν του συνόλου των διαθεσίμων. Στην περίπτωση αυτή πληροφορεί προηγουμένως τα κράτη μέλη για τις προβλεπόμενες υπερβάσεις.
Η διαφορά μεταξύ του συνολικού ενεργητικού και των ταμειακών αναγκών κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών αυτό δε γίνεται, κατά το δυνατό, ανάλογα με την πρόβλεψη εσόδων του προϋπολογισμού από καθένα από αυτά. »
7.
Χρήση του προαναφερόμενου άρθρου 10, παράγραφος 2, έγινε — προφανώς για πρώτη φορά — τον Απρίλιο 1983. Λόγω της εξελίξεως των εξόδων ζητήθηκε από τα κράτη μέλη με τηλετύπημα της 28ης Απριλίου 1983, να προβούν στην εγγραφή στο λογαριασμό της Επιτροπής των εσόδων, που βεβαιώθηκαν κατά το μήνα Απρίλιο, στις 20 Μαΐου αντί στις 20 Ιουνίου. Με αυτό συμμορφώθηκαν, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, όλα τα κράτη μέλη με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο προέβη στην εγγραφή των αντίστοιχων ποσών μόλις ένα μήνα αργότερα (δηλαδή κατά το κανονικό χρονικό σημείο).
8.
Όταν η Επιτροπή διαπίστωσε, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν συμμορφώθηκε με το αίτημά της, το κάλεσε για άλλη μια φορά με έγγραφό της της 31ης Μαΐου 1983 να εγγράψει το γρηγορότερο δυνατό το ποσό που αναφερόταν στο τηλετύπημα και υπογράμμισε ότι θα έκανε χρήση των ισχυουσών σε περίπτωση καθυστερήσεως διατάξεων — εννοώντας το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77. Η συναγωγή των σχετικών συνεπειών έγινε με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1983: επειδή η εγγραφή του ποσού των 115089307,99 UKL (αυτό είναι το ποσό, το οποίο βεβαιώθηκε κανονικά στις 20 Ιουνίου 1983 ) έγινε με καθυστέρηση 31ημερών, η Επιτροπή υπολόγισε επ' αυτού (λαμβάνοντας υπόψη τον προεξοφλητικό τόκο της Τράπεζας της Ελλάδος ύψους 20,5%) τόκους ύψους 2003815,21 UKL και κάλεσε τη βρετανική κυβέρνηση να εγγράψει το ποσό αυτό το ταχύτερο δυνατό στο λογαριασμό της Επιτροπής.
9.
Σε απάντηση του πρώτου από τα έγγραφα αυτά η μόνιμη αντιπροσωπεία του Ηνωμένου Βασιλείου με έγγραφό της της 30ής Ιουνίου 1983 επέστησε την προσοχή ότι η αιτηθείσα εσπευσμένη εγγραφή δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, επειδή στις 9 Μαΐου είχε αναγγελθεί η διάλυση της Βουλής. ( Επ' αυτού πρέπει να υπομνηστεί — αυτό κατέστη σαφές κατά τη διαδικασία —, ότι η βρετανική κυβέρνηση δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει εσπευσμένη εγγραφή. Η βρετανική κυβέρνηση ωστόσο θεώρησε — και θεωρεί — ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 δεν περιέχει καμία σαφή υποχρέωση των κρατών μελών και φρονεί ως εκ τούτου ότι κατά το European Communities Act του 1972 δεν μπορεί να προβαίνει άνευ ετέρου σε τέτοιες οικειοθελείς συμπληρωματικές καταβολές, αλλ' αντιθέτως χρειάζεται γι' αυτό τη συναίνεση του Κοινοβουλίου, χωρίς να έχει όμως καταστεί δυνατό — συνεπεία της προαναφερθείσας διαλύσεως της Βουλής που επήλθε στις 13 Μαΐου 1983 — να προετοιμαστεί εγκαίρως νομοσχέδιο σχετικά με το θέμα αυτό. )
10.
Επί του δεύτερου των αναφερόμενων εγγράφων υπογράμμισε στις 16 Σεπτεμβρίου 1983 ότι το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77 δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε εσπευσμένες καταβολές χωρίς να υπάρχει νομική υποχρέωση και ως εκ τούτου αρνήθηκε να καταβάλει τους τόκους.
11.
Αυτό ώθησε τότε την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σε έγγραφό της της 6ης Ιουνίου 1984 τόνισε ότι ο κανονισμός 2891/77 έχει απευθείας εφαρμογή στα κράτη μέλη και συνεπώς η διάλυση της Βουλής στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι άσχετη με την εφαρμογή των διατάξεων του κανονισμού. Στο έγγραφο αυτό υπογραμμίστηκε ακόμη, ότι σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 2, καθίσταται επίσης δυνατή και η εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού και κατά συνέπεια ζητήθηκε να εγγραφεί το ποσό των τόκων που υπολόγισε η Επιτροπή στο λογαριασμό της μέσα σε διάστημα δύο μηνών.
12.
Επειδή η βρετανική κυβέρνηση — όπως προκύπτει από έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1984 — ενέμεινε στην άποψη της, η Επιτροπή εξέδωσε στις 20 Σεπτεμβρίου 1984 αιτιολογημένη γνώμη. Σ' αυτήν περιέχεται, μεταξύ άλλων, η διαπίστωση ότι η βρετανική κυβέρνηση προέβη με καθυστέρηση ενός μηνός στην εγγραφή του ποσού των 115089307,99 UKL στο λογαριασμό της Επιτροπής, με συνέπεια να καθίστανται απαιτητοί τόκοι ύψους 2003815,21 UKL, της ζητήθηκε δε να λάβει μέσα σε δύο μήνες τα αναγκαία μέτρα.
13.
Επειδή η βρετανική κυβέρνηση ενέμεινε στην άποψη της ότι η Επιτροπή δεν ερμηνεύει ορθά τον κανονισμό 2891/77 (βλέπε επ' αυτού το έγγραφό της της 26ης Νοεμβρίου 1984), η Επιτροπή προσέφυγε τελικά στο Δικαστήριο ζητώντας, να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε με το αίτημα που διατυπώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, εδάφιο 1, του κανονισμού 2891/77 και ότι αρνήθηκε να καταβάλει τόκους κατά το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού.
Β — 14.
Θα εκθέσω στη συνέχεια ποια, κατά τη γνώμη μου, κρίση πρέπει να διατυπωθεί επ' αυτού.
1)
Εκ προοιμίου χρειάζεται να γίνει μια διευκρίνιση σχετικά με την υποχρέωση για καταβολή τόκων.
Το καθού παρατηρεί επ' αυτού ότι κατά τους υπολογισμούς βάσει των αριθμητικών στοιχείων που ήταν διαθέσιμα στις 5 Μαΐου 1983 έπρεπε να προβεί σε εσπευσμένη εγγραφή κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 μόνο του ποσού των 111476741,48 UKL τόκοι μπορούσαν επομένως να καταστούν απαιτητοί πάνω σ' αυτό το ποσό και σε καμιά περίπτωση πάνω στο ποσό που έπρεπε να εγγραφεί οριστικά στις 20 Ιουνίου 1983 (ύψους 115089307,99 UKL), πράγμα από το οποίο θα προέκυπταν μόνο 1940910,39 UKL.
15.
Η προσφεύγουσα δεν έφερε αντίρρηση σ' αυτό,παραδέχτηκε δε ρητά ότι, αν της είχε γνωστοποιηθεί το ποσό που προέκυψε στις 15 Μαΐου 1983, τότε θα είχε υπολογίσει τους τόκους πάνω σ' αυτό. Κατά συνέπεια πρέπει να διορθωθούν τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στην αιτιολογημένη γνώμη της προσφεύγουσας και στη προσφυγή.
16.
Από αυτό δεν προκύπτει ασφαλώς καμία περαιτέρω συνέπεια για την υπόθεση. Αυτό μπορεί να λεχθεί, επειδή στο ίδιο το αίτημα της προσφυγής, που διατύπωσε η προσφεύγουσα, δεν αναφέρονται αριθμητικά στοιχεία. Εκτός αυτού, γνωρίζουμε, πράγματι ότι εν πάση περιπτώσει το καθού έχει οπωσδήποτε τη γνώμη, ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να ζητηθούν από αυτό τόκοι, επειδή από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 δεν θεμελιώνεται καμιά υποχρέωση, μάλιστα δε η αξίωση για καταβολή τόκων είναι αβάσιμη, αν θεωρηθεί σωστή η ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, που προτείνεται από την προσφεύγουσα, γιατί αυτό θα αποσαφηνιστεί μόλις με την έκδοση της αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση.
17. 2)
Το κύριο σημείο της διαφοράς — αυτό κατέστη ήδη σαφές — στην παρούσα υπόθεση είναι αν το αίτημα της προσφεύγουσας κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 συνεπάγεται πράγματι υποχρέωση των κρατών μελών με τη συνέπεια η μη τήρηση της, να συνιστά παράβαση της Συνθήκης κατά την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
18. α)
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται ήδη, κατά την άποιρη της προσφεύγονσας, από τη διαπίστωση, ότι η επίμαχη διάταξη αποτελεί συστατικό μέρος της νέας ρυθμίσεως των ιδίων πόρων, που τίθενται στη διάθεση της Κοινότητας άνευ ετέρου, η μόνη δε αρμοδιότητα των κρατών μελών ως προς αυτούς έγκειται στην εξουσία προς είσπραξη. Εκτός αυτού η προσφεύγουσα βασίζεται πιο συγκεκριμένα ( θα επανέλθω πιο κάτω ως προς τις λεπτομέρειες της επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας ) στη διατύπωση « αν παραστεί ανάγκη » που χρησιμοποιείται στην αρχή της παραγράφου 2 του άρθρου 10, η οποία έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για την ερμηνεία από ό,τι το ρήμα που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την ενέργεια της προσφεύγουσας' επικαλείται το πνεύμα και το στόχο της ρυθμίσεως που έγκειται στο να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκτέλεση του προϋπολογισμού και η κανονική ταμειακή διαχείριση' αναφέρεται στην όλη οικονομία της ρυθμίσεως, κατά την οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία το άρθρο 10, παράγραφος 1, και το άρθρο 12, παράγραφος 2' έχει ιδίως τη γνώμη ότι η ερμηνεία που προτείνει ως ορθή ενισχύεται από σκέψεις αναφορικά με την « πρακτική αποτελεσματικότητα » ( effet utile ).
19.
Το καθού αντίθετα αντιτάσσεται έντονα στο ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, θεμελιώνει απόλυτη υποχρέωση των κρατών μελών. Κατά τη γνώμη του, τα κράτη μέλη στα οποία αναφέρεται το άρθρο 10, παράγραφος 2, καλούνται απλώς και μόνο — βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ - να συνεργαστούν με την προσφεύγουσα, υποχρεούνται δηλαδή, εφόσον είναι πεπεισμένα για την ορθότητα της ενέργειας της προσφεύγουσας, να κάνουν ό,τι τους είναι δυνατό προκειμένου να ανταποκριθούν θετικά ( « use their best endeavours to respond affirmatively » ). Προς στήριξη αυτής της απόψεως (η οποία επομένως δεν σημαίνει απόλυτη ελευθερία των κρατών μελών να συμμορφωθούν ή όχι προς το αίτημα της προσφεύγουσας ) το καθού αναφέρεται τώρα ιδίως στο ρήμα που χρησιμοποιείται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, για την ενέργεια της προσφεύγουσας, το οποίο σε καμιά από τις γλωσσικές διατυπώσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν επαρκώς δεσμευτικό σε συνάρτηση ακριβώς με οικονομικές υποχρεώσεις. Το καθού θεωρεί ότι η εκδοχή του επιβεβαιώνεται, αφενός, από τη σύγκριση με τη διατύπωση του άρθρου 175, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου, από τη διαπίστωση ότι η αντίστοιχη διάταξη που ρυθμίζει την εσπευσμένη εγγραφή μελλοντικών πόρων του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2/71 «περί εφαρμογής της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων » είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφώς δεσμευτικό, όπως δεσμευτικά είναι διατυπωμένες και οι άλλες παράγραφοι του άρθρου 10 του κανονισμού 2891/77 που καθορίζουν σαφείς υποχρεώσεις.
20.
Εκτός αυτού, πιστεύει ότι σε καμιά περίπτωση δεν διακυβεύεται η αποτελεσματικότητα της εκτελέσεως του προϋπολογισμού με την ερμηνευτική εκδοχή του άρθρου 10, παράγραφος 2, που υποστηρίζει. Πράγματι, σε κάθε περίπτωση έχει η προσφεύγουσα την απεριόριστη δυνατότητα κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, — τελείως ανεξάρτητα από το ότι μπορεί φυσικά να βασίζεται στην καλή θέληση των κρατών μελών, η οποία δεν έλειπε κατά το Μάιο του 1983 ούτε από το Ηνωμένο Βασίλειο — να υπερβαίνει τους λογαριασμούς της και μάλιστα — όσον αφορά ποσά και χρονικά περιθώρια — κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται ακριβώς στις ανάγκες ( ενώ κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρόκειται απλώς για την επίσπευση κατά ένα μήνα της εγγραφής πολύ σημαντικών κατά κανόνα ποσών, τα οποία ενδεχομένως δεν είναι απολύτως αναγκαία σ' αυτή την έκταση ).
21. β)
Όσον αφορά αυτή την αντιπαράθεση απόψεων, πρέπει κατά πρώτο λόγο να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα ορθώς προτάσσει το γεγονός ότι σύμφωνα με το καθεστώς που ισχύει σήμερα δεν μπορεί πια να γίνεται λόγος για χρηματικές εισφορές, δηλαδή καταβολές από τα κράτη μέλη, αλλά για έσοδα, τα οποία ανήκουν άμεσα στην Κοινότητα και ως προς τα οποία τα κράτη μέλη έχουν απλώς και μόνο εξουσία προς είσπραξη ( για τη διενέργεια της οποίας τους αναγνωρίζονται από το άρθρο 3 της απόφασης της 21ης Απριλίου 1970 ορισμένα ποσά σαν δαπάνες εισπράξεως). Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κατά την ερμηνεία οιασδήποτε των διατάξεων του κανονισμού που μας ενδιαφέρει εδώ. Ασφαλώς αυτό αυξάνει καταρχήν τις δυνατότητες μιας ευρείας ερμηνείας — όσον αφορά την εξέταση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας σχετικά με τον τρόπο διαθέσεως των ίδιων πόρων από τα κράτη μέλη.
22.
Στο καθού πρέπει αντίθετα να αντιταχθεί ότι είναι αμφισβητήσιμη η βασική άποψη με την οποία αντιμετωπίζει το πρόβλημα στην παρούσα υπόθεση. Αναμφίβολα δεν είναι ορθό να γίνεται λόγος σε συνάρτηση με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 για «πρόσθετες πληρωμές» (αντίκρουση στην προσφυγή σ. 5 ) και σε σχέση με τέτοιου είδους « οικονομικές υποχρεώσεις » των κρατών μελών να προβάλλεται η συνταγματική αρχή της συμπράξεως του Κοινοβουλίου σχετικά με τη διάθεση δημοσίων εσόδων. Τέτοια αντιμετώπιση προφανώς δεν εναρμονίζεται με τα σημερινά δεδομένα και έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία που μας απασχολεί εδώ.
23. γ)
Επειδή στην επιχειρηματολογία του καθού προτάσσονται συλλογισμοί γλωσσικής φύσεως (όπως είναι γνωστό υποστηρίζει ότι το ρήμα που χρησιμοποιείται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, και η διατύπωση αυτής της διάταξης στο σύνολό της συνηγορούν υπέρ του να μη γίνει δεκτή απόλυτη υποχρέωση των κρατών μελών), θα ασχοληθώ πρωτίστως με αυτούς.
24.
αα) Επ' αυτού, πρέπει άνευ ετέρου να γίνει δεκτό ότι χωρίς αμφιβολία είναι νοητές σαφέστερες διατυπώσεις — ως προς την ύπαρξη υποχρεώσεως των κρατών μελών — από εκείνη που χρησιμοποιείται πράγματι στο άρθρο 10, παράγραφος 2, ο απλός ιδίως λεκτικός τύπος, όπως χρησιμοποιείται στο γαλλικό, ιταλικό και ολλανδικό κείμενο της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2/71 (στο οποίο εξάλλου κατά το ιταλικό και γαλλικό κείμενο χρησιμοποιούνται οι δεσμευτικές λέξεις « demande » και « richiesta » ) ή στις διατάξεις των άρθρων 10, παράγραφος 1, 3 και 5 του κανονισμού 2891/77 που απευθύνονται άμεσα στα κράτη μέλη.
25. ββ)
Πρέπει πάντως να παρατηρηθεί σε σχέση με αυτά ότι — αντίθετα με την άποψη του καθού — δεν φαίνεται από τη διατύπωση του άρθρου 10, παράγρφος 2, σ' όλες τις γλώσσες ότι μάλλον δεν υπάρχει υποχρέωση των κρατών μελών. Με βεβαιότητα αυτό δεν ισχύει ως προς τη διατύπωση του γερμανικού κειμένου, διότι ο όρος « Ersuchen » προϋποθέτει δίχως άλλο υποχρέωση του αποδέκτη [ όπως προκύπτει από το άρθρο 156 και επ. του Gerichtsverfassungsgesetz (νόμος περί συστάσεως των δικαστηρίων), όσον αφορά την αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας]. Κάτι αντίστοιχο ισχύει προφανώς — όπως με διαβεβαίωσαν — και για την ελληνική διατύπωση, όπου το χρησιμοποιούμενο ρήμα υποδηλώνει δεσμευτική υποχρέωση.
26.
Όσον αφορά περαιτέρω το γαλλικό και το δανικό κείμενο, μια σύγκριση με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται στο άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι διαφωτιστική (φυσικά με άλλη έννοια από ό,τι εννοεί το καθοό, το οποίο χρησιμοποίησε αυτή τη σύγκριση για τους σκοπούς της δικής του επιχειρηματολογίας). Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το ότι στο άρθρο 175, παράγραφος 2, στο οποίο ρυθμίζονται οι ενέργειες που πρέπει απαραιτήτως να προηγηθούν της προσφυγής κατά παραλείψεως, χρησιμοποιείται στις δύο προαναφερόμενες γλώσσες το ίδιο ρήμα, όπως και στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 ( 1 ). Αυτό είναι αξιοσημείωτο, ακόμα κι αν φυσικά — όπως ορθώς τόνισε το καθού — δεν θεμελιώνεται καμία υποχρέωση για ένα όργανο που καλείται να ενεργήσει κατά το άρθρο 175, παράγραφος 2, επειδή η διάταξη αυτή στηρίζεται στη σκέψη ότι κατά την άποψη του προσώπου που ζητεί την ενέργεια πρέπει να υφίσταται υποχρέωση προς ενέργεια του οργάνου προς το οποίο απευθύνεται. Αν αυτό καθίσταται σαφές με συγκεκριμένους όρους που περιέχονται και στο άρθρο 10, παράγραφος 2, τότε δικαιολογημένα συνάγεται το συμπέρασμα, ότι και σ' αυτό το τελευταίο κείμενο εκφράζεται η σκέψη μιας νομικής υποχρεώσεως.
27. γγ )
Καθόσον όμως από τη διατύπωση σε άλλες γλώσσες επιβάλλεται μάλλον η ερμηνεία που δεν δέχεται την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως των κρατών μελών, πρέπει καταρχήν να υπομνηστεί ότι έχουν εκ προοιμίου περιορισμένη μόνο βαρύτητα φιλολογικά επιχειρήματα, όπως τα εν προκειμένω, κατά την ανεύρεση της έννοιας των κοινοτικών κειμένων, τα οποία λόγω του αυξανόμενου αριθμού των χρησιμοποιούμενων γλωσσών (1951: μία γλώσσα, 1957: τέσσερις, 1972: έξι, 1979: επτά, 1985: εννιά ) — κατά την κατάρτιση του κανονισμού που ερμηνεύεται εδώ έπρεπε να ληφθούν υπόψη έξι επίσημες γλώσσες — δεν είναι δυνατό να καταρτίζονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως εθνικές κωδικοποιήσεις. Εδώ, αντιθέτως, πρέπει κατά την ερμηνεία να πρυτανεύουν εκτιμήσεις αναφορικά με το πνεύμα και το στόχο μιας διατάξεως και να λαμβάνεται υπόψη η όλη οικονομία της ρυθμίσεως.
28.
Αν αυτό καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο ερμηνευτικό αποτέλεσμα (θα επανέλθουμε αμέσως σ' αυτό σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ), τότε το μόνο ζήτημα που μπορεί να τεθεί σχετικώς από γλωσσικής απόψεως είναι αν το ερμηνευτικό αποτέλεσμα είναι σύμφωνο και με τη γλωσσική διατύπωση, αν δηλαδή καλύπτεται από αυτή ή αν έτσι την παραβιάζει. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει — όπως με πληροφόρησαν — με καμία από τις γλωσσικές διατυπώσεις, αν γίνει δεκτό ότι υφίσταται υποχρέωση των κρατών μελών πράγματι, το ενδεχόμενο νομικής υποχρεώσεως των κρατών μελών δεν αποκλείεται από καμία από τις διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στις διάφορες γλώσσες.
29. δ)
Αν ερευνηθεί λεπτομερώς ποια συμπεράσματα προκύπτουν από το πνεύμα και το σκοπό της ρυθμίσεως βάσει της όλης της οικονομίας, τότε πρέπει να γίνει δεκτό, κατά την άποψη μου ότι τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας είναι τα πιο επιτυχή.
30. αα)
Έχει σημασία ότι της έχει ανατεθεί από το κοινοτικό δίκαιο η ευθύνη της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και η διαχείριση των ταμειακών εσόδων της Κοινότητας. Αν σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση διαπιστώσει ότι είναι αναγκαίο να τεθούν στη διάθεση της Κοινότητας εσπευσμένα ίδιοι πόροι προκειμένου να καλυφθεί μια επείγουσα ανάγκη (αυτό σημαίνουν οι λέξεις στην αρχή του άρθρου 10, παράγραφος 2, « αν παραστεί ανάγκη » ) κι αν αυτό το γνωστοποιήσει στα κράτη μέλη, τότε δεν μου φαίνεται λογικό να παρέχεται στα κράτη μέλη, τα οποία έχουν λιγότερο έγκυρη γνώμη επί του θέματος, η δυνατότητα να διατυπώσουν αντιρρήσεις και το αντίστοιχο δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαχείριση των χρημάτων, τα οποία δεν ανήκουν σ' αυτά, αλλά στην Κοινότητα.
31.
Επ' αυτού δικαιολογείται κυρίως το ερώτημα, τι πρέπει εν προκειμένω να ελέγξει ένα εθνικό κοινοβούλιο, το οποίο προφανώς δεν έχει πλέον καμία αρμοδιότητα, όσον αφορά τους ίδιους πόρους της Κοινότητας. Δεν νομίζω ότι διαφωτίζεται το ζήτημα ούτε με την εκδοχή ότι τα κράτη μέλη πρέπει τουλάχιστον να έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν ότι δεν είναι αναγκαία τόσο μεγάλα ποσά, όπως αυτά τα οποία αφορά το άρθρο 10, παράγραφος 2, αντιθέτως δε μια συγκεκριμένη κατάσταση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2 (για το οποίο θα γίνει πιο κάτω λόγος). Πράγματι μπορεί να ληφθεί άνευ ετέρου σαν δεδομένο ότι η προσφεύγουσα το λαμβάνει αυτό υπόψη της κατά την έρευνα για το αν υφίσταται ανάγκη και ότι σε περίπτωση περιορισμένου οικονομικού αδιεξόδου δεν καταφεύγει στο άρθρο 10, παράγραφος 2.
32. ββ)
Περαιτέρω έχει σημασία η στενή αλληλεξάρτηση των διατάξεων, από την οποία συνάγεται η σκέψη ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 (κατά την οποία η εγγραφή των βεβαιωθέντων ιδίων πόρων διενεργείται αυτόματα το αργότερο την 20ή ημέρα του δεύτερου μήνα που ακολουθεί το μήνα, κατά τη διάρκεια του οποίου βεβαιώθηκε το έσοδο). Είναι επομένως δυνατό — όπως πιστεύει η προσφεύγουσα — η παράγραφος 2 του άρθρου 10 να θεωρηθεί σαν συμπλήρωση της παραγράφου 1 και αντιστοίχως να γίνει δεκτό (εφόσον δεν έχουν τα κράτη μέλη δικαίωμα συμπράξεως ούτε και κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 10), ότι οι εξουσίες της προσφεύγουσας και στο πλαίσιο επίσης της παραγράφου 2 πρέπει να θεωρούνται δεσμευτικές και όχι σχετικής και ασθενούς ισχύος, όπως υποστηρίζει το καθού.
33. γγ)
Σαν ιδιαίτερα σημαντικό — για την ορθή κατανόηση της ρύθμισης που μας ενδιαφέρει εδώ — πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77, το οποίο αναφέρθηκε προ ολίγου και παρατέθηκε στην αρχή. Αναμφισβήτητα — πράγμα που παραδέχεται και το καθού — παρέχει στην προσφεύγουσα την άνευ όρων απεριόριστη δυνατότητα σε περίπτωση ανάγκης να υπερβαίνει τους λογαριασμούς της στις εθνικές τράπεζες που έχουν εκδοτικό προνόμιο. Ενόψει αυτής της ευρείας εξουσίας — η οποία, επιπλέον, δεν αφορά ίδιους πόρους των Κοινοτήτων, αλλά, μπορούμε να πούμε, συνιστά απόληψη από εθνικά κεφάλαια — είναι παράλογο και ανακόλουθο να θεωρηθεί ότι βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, η Επιτροπή έχει περιορισμένες μόνο εξουσίες, εφόσον στο άρθρο αυτό γίνεται λόγος μόνο για εσπευσμένη εγγραφή ίδιων πόρων που ανήκουν άνευ ετέρου στην Κοινότητα και τα αποτελέσματα του οποίου επομένως είναι μικρότερης εκτάσεως.
34.
Πρέπει να αντιταχθεί στο καθού, το οποίο χρησιμοποιεί στην επιχειρηματολογία του και το άρθρο 12, παράγραφος 2 (υποστηρίζει, όπως είναι γνωστό, ότι με το άρθρο αυτό λαμβάνεται μέριμνα, ώστε η προσφεύγουσα να μη βρεθεί σε καμιά περίπτωση σε στενόχωρη κατάσταση, αν αντιδράσουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, οπότε το άρθρο 10, παράγραφος 2, αποτελεί από αυτή την άποψη απλώς μια δευτερεύουσα δυνατότητα ) ότι, η άποψη του σχετικά με αυτή την αλληλεξάρτηση των διατάξεων δεν φαίνεται πειστική. Η χρήση της φράσης « αν παραστεί ανάγκη » στο άρθρο 10, παράγραφος 2, παρεμποδίζει πράγματι τη συσχέτιση των δύο προαναφερόμενων διατάξεων που υποστηρίζει το καθού, ενώ συνηγορεί υπέρ της αυτονομίας των δύο ρυθμίσεων, γιατί δύσκολα μπορεί να νοηθεί τέτοια περίπτωση ανάγκης, αν δοθεί το προβάδισμα στην εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, όταν η οικονομική κατάσταση της Κοινότητας, είναι τεταμένη. Δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί, εξάλλου, ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ανήγαγε, μπορούμε να πούμε, μία ρύθμιση περί ελλειμμάτων, η εφαρμογή της οποίας είναι λεπτή για την Κοινότητα, σε κανόνα δίνοντάς της προτεραιότητα έναντι εσπευσμένων καταβολών ιδίων πόρων. Πολύ πιθανότερη φαίνεται επομένως η εκδοχή — και υπέρ αυτού συνηγορεί ακόμη το ότι οι δύο διατάξεις ανήκουν σε διαφορετικούς τίτλους του κανονισμού —, ότι κάθε μία έχει αυτοτελή σημασία (το άρθρο 10, παράγραφος 2, εφαρμόζεται κατά βάση σε περίπτωση παροδικού ελλείμματος και το άρθρο 12, παράγραφος 2, αποβλέπει μάλλον στην επίλυση μακροπρόθεσμων διαρθρωτικών προβλημάτων, γιατί επιβάλλει προηγούμενη ειδοποίηση των κρατών μελών και δεν προβλέπει κανένα διακανονισμό μεταγενεστέρως όπως το άρθρο 10, παράγραφος 2, εδάφιο 2 ). Αυτό παρεμποδίζει η μία διάταξη ( άρθρο 10, παράγραφος 2 ) να ερμηνευθεί συσταλτικά με παραπομπή στην άλλη διάταξη (άρθρο 12, παράγραφος 2), αλλά μάλλον καθιστά λογικότερη την παράλληλη ερμηνεία των δύο διατάξεων — όσον αφορά την ευρύτητα των εξουσιών της προσφεύγουσας.
35. δδ)
Τέλος η ορθότητα της απόψεως της προσφεύγουσας μπορεί να ενισχυθεί από σκέψεις, οι οποίες αφορούν το « effet utile » ( την πρακτική αποτελεσματικότητα) της ερμηνευ-τέας διατάξεως, ή — με διαφορετική διατύπωση — σκέψεις που καθιστούν σαφές, ότι η εκδοχή που προτείνεται από το καθού θα οδηγούσε σε προβλήματα και δυσχέρειες, τα οποία, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι τα θέλησε ή τα αποδέχτηκε ο κοινοτικός νομοθέτης.
36.
Έτσι μπορεί να αντιταχθεί στην άποψη του καθού — ότι η προσφεύγουσα πρέπει να πείθει τα κράτη μέλη για την αναγκαιότητα της εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 2, και ότι αυτά είναι στη συνέχεια υποχρεωμένα να κάνουν ό,τι τους είναι δυνατό για να ανταποκριθούν θετικώς — ότι όταν παρουσιάζεται περίπτωση ανάγκης κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεν υπάρχει από πολλές απόψεις πολύς χρόνος για μακρόχρονες διαπραγματεύσεις με τα κράτη μέλη προκειμένου αυτά να πεισθούν (τελείως ανεξάρτητα από το ότι, μεταξύ άλλων, θα έπρεπε να συμπράξουν και τα εθνικά κοινοβούλια, πράγμα που θα είχε σαν συνέπεια επιπρόσθετα εμπόδια σε περίπτωση παροδικής αδυναμίας λειτουργίας τους ).
37.
Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι δεν προβλέπεται καμιά διαδικασία για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών που θα εξασφάλιζε ενιαία στάση. Συνεπώς, η προσπάθεια της προσφεύγουσας να πείσει θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα διαφορετικές αντιδράσεις. Ασφαλώς, όμως, δεν θα ήταν επιθυμητό η εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, να συνεπάγεται στα διάφορα κράτη μέλη διαφορετικά αποτελέσματα (κατά τρόπο, παραδείγματος χάριν, μερικά κράτη μέλη να ανταποκρίνονται στην πρόσκληση της προσφεύγουσας και να καλύπτεται με αυτό τον τρόπο η ανάγκη πόρων, ενώ στη συνέχεια — επειδή δεν θα είναι αναγκαία η συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2 — τα κράτη μέλη που τήρησαν αρνητική στάση να απολαμβάνουν ενός προνομίου που δεν δικαιούνται ).
38.
Διαπιστώνεται ακόμη ότι σε περίπτωση διαφορετικών αντιδράσεων των κρατών μελών, που θα καθιστούσε αναγκαία τη συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 2, θα μπορούσαν να προκύψουν σημαντικά προβλήματα. Αυτό δε, αφενός, επειδή το άρθρο 12, παράγραφος 2, επιβάλλει προηγούμενη ειδοποίηση των κρατών μελών, για την οποία ενδεχομένως δεν απομένει πλέον πολύς χρόνος μετά τις ατελέσφορες προσπάθειες της προσφεύγουσας κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, αφετέρου, επειδή το άρθρο 12 δεν αναφέρει τίποτε για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων με αναγκαίες προσαρμογές, η δε παράγραφός του 3 — η εφαρμογή της οποίας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, είναι οπωσδήποτε πολύ δυσχερής στην πράξη — αφορά προφανώς περιπτώσεις ισότιμης εφαρμογής έναντι όλων των κρατών μελών, έτσι ώστε δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς είναι δυνατό στο πλαίσιό του να γίνει κατάλληλος υπολογισμός των ιδίων πόρων που εγγράφησαν εσπευσμένα.
39. ε )
Όλα αυτά με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μόνη εύστοχη ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 δεν μπορεί παρά να είναι ότι το αίτημα που διατυπώνεται από την προσφεύγουσα βάσει αυτού του άρθρου συνεπάγεται άνευ όρων υποχρέωση των κρατών μελών. Έτσι, γίνεται σαφές επίσης ότι το Ηνωμένο Βασίλειο — επειδή δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα της προσφεύγουσας του Απριλίου 1983 — κατέστη υπαίτιο παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή δεν τήρησε κοινοτικό κανονισμό που ισχύει απευθείας.
40. 3 )
Σύμφωνα με το αίτημα της προσφεύγουσας πρέπει ακόμα να γίνει δεκτό ότι παρανόμως το Ηνωμένο Βασίλειο αρνήθηκε να πληρώσειτόκους κατά το άρθρο 11 του κανονισμού 2891/77.
41. α)
Η ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως εν προκειμένω φαίνεται να μην εμφανίζει καμία δυσκολία. Μοναδική προϋπόθεση είναι να έχει διενεργηθεί εγγραφή με καθυστέρηση, όπως τονίστηκε και στην απόφαση επί της υποθέσεως 303/84 ( 2 ). Εφόσον όμως το αίτημα της προσφεύγουσας για εσπευσμένη εγγραφή κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, συνιστά άνευ όρων υποχρέωση των κρατών μελών, η μη εκπλήρωση της αποτελεί ασφαλώς πραγματικό περιστατικό, το οποίο εμπίπτει στο άρθρο 11.
42.
Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του καθού ότι μπορεί να προκύψουν προβλήματα, επειδή στο άρθρο 11 δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό και επειδή η προσφεύγουσα υπολόγισε στην προκειμένη περίπτωση τους τόκους καταρχάς πάνω στο ποσό το οποίο έπρεπε να εγγραφεί οριστικά από το καθού. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρόκειται αποκλειστικώς για ποσά που καθορίστηκαν εσπευσμένα. Αυτά μπορούν να εξακριβωθούν ανά πάσα στιγμή (στην προκειμένη περίπτωση γνωστοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αναγνωρίστηκαν δε αμέσως), ο δε υπολογισμός των τόκων δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού πάνω σ' αυτά ασφαλώς δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα.
43.
Πέραν αυτού, όμως, δεν μπορούν να διατυπωθούν ενδοιασμοί ως προς την εφαρμογή του άρθρου 11 στο ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, καθόσον θεμελιώνονται στο ότι το ποσό που υπολογίζεται κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, μπορεί υπό ορισμένες περιστάσεις να είναι μεγαλύτερο από εκείνο που προκύπτει τελικά και ότι για τέτοιες περιπτώσεις δεν προβλέπεται εγγραφή τόκων ή καθόσον ανάγονται στο ότι σε περίπτωση που το προσωρινά υπολογισθέν ποσό είναι κατώτερο από εκείνο που προκύπτει τελικά, δεν προβλέπονται κανενός είδους τόκοι επί της διαφοράς των δύο ποσών. Βέβαια οι περιστάσεις αυτές μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχουν αποτελέσματα που δεν φαίνονται ιδιαίτερα επιεική. Ασφαλώς, όμως, αυτό δεν μπορεί να έχει σαν συνέπεια να μη γίνεται δεκτή η ύπαρξη υποχρεώσεως πληρωμής τόκων επί των ποσών στα οποία αναφέρεται το άρθρο 10, παράγραφος 2, και να αποδεχόμαστε έτσι την έλλειψη μέσων πιέσεως εν προκειμένω. Αντιθέτως, μπορούμε να δεχτούμε ότι μακροπρόθεσμα με την επανειλημμένη εφαρμογή της ρυθμίσεως επιτυγχάνεται, υπό διάφορες περιστάσεις, ορισμένος διακανονισμός.
44.
Ένα ακόμη επιχείρημα του καθού αναφέρεται στο ότι δεν υπάρχει αξίωση τόκων, αν έχουν πιστωθεί προσωρινώς εξαιρετικά μεγάλα ποσά. Η ανισομέρεια όμως που απορρέει από αυτό σε θέματα τόκου αποτελεί προφανώς συνηθισμένο φαινόμενο στον τομέα των δημοσίων οικονομικών.
45. β )
Εφόσον, λοιπόν, δεν μπορεί να αντιταχθεί τίποτα ως προς την εφαρμογή καταρχήν του άρθρου 11 στα ποσά που εγγράφονται κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν υπάρχει λόγος στην προκειμένη περίπτωση (πρόκειται, πράγματι, για την εφαρμογή για πρώτη φορά του άρθρου 10, παράγραφος 2) μη εφαρμογής του. Κατά την άποψη του καθού, ο λόγος είναι ότι υπήρξε καλόπιστο και η νομική κατάσταση δεν ήταν τελείως σαφής, αναφέρεται δε στην απόφαση επί της υποθέσεως 2/84 ( 3 ), κατά την οποία παρά την ήττα του καθού κράτους μέλους σε διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ κάθε διάδικος έφερε τα δικά του δικαστικά έξοδα λόγω ασάφειας της ερμηνευτέας διατάξεως.
46.
Αν και το άρθρο 11 δεν αναφέρει υποκειμενικά στοιχεία (πρόθεση, υπαιτιότητα) σαν προϋποθέσεις εφαρμογής, δεν μπορεί να αποκρουσθεί a priori σαν εσφαλμένος ο ισχυρισμός του καθού ( κάτι ανάλογο με την πλάνη περί το αξιόποινο στο ποινικό δίκαιο ), πιθανότατα όμως το άρθρο 11 δεν αφορά μόνο τη μεταφορά του οφέλους που προέκυψε για το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος συνεπεία της καθυστερημένης εγγραφής, αλλά αντιθέτως για κάτι επιπλέον, επειδή ο τόκος καθορίζεται βάσει του υψηλότερου προεξοφλητικού επιτοκίου που ισχύει στα κράτη μέλη. Έχω όμως τη γνώμη, ότι αυτή η σκέψη σε τελική ανάλυση δεν ευσταθεί. Ενόψει του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2891/77 δεν προκύπτουν σοβαροί λόγοι για να υποστηριχθεί πραγματική ασάφεια, η οποία μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με δικαστική απόφαση. Αν ληφθούν ως βάση — και αυτή είναι η ενδεικνυόμενη μέθοδος ερμηνείας των κοινοτικών διατάξεων — το πνεύμα και ο σκοπός καθώς και η οικονομία της ρυθμίσεως, όπως απορρέουν από όλες τις γλωσσικές διατυπώσεις, δεν μπορεί να υπάρξουν σοβαρές αμφιβολίες και δεν υφίσταται κανένας λόγος να θεωρηθεί ως ορθή η άποψη του καθού ( η οποία κυρίως βασίζεται στη φράση « to invite » ). Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι κανένα άλλο κράτος μέλος δεν αγνόησε το αίτημα της προσφεύγουσας και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόνον η σκέψη της σύμπραξης του εθνικού κοινοβουλίου που είναι άσχετη με την παρούσα περίπτωση — εσπευσμένη εγγραφή ιδίων πόρων της Κοινότητας — ώθησε το Ηνωμένο Βασίλειο στο να μην ανταποκριθεί στο αίτημα της προσφεύγουσας.
47. γ )
Ακόμα όμως κι αν ταχθεί κανείς με την άποψη του καθού και θεωρήσει — αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζεται εδώ — σαν όχι τελείως σαφή τη νομική κατάσταση, και πάλι αυτό δεν θα είχε το αποτέλεσμα που θεωρεί το καθού. Παρόλο που τη γνώριζε πλήρως, αγνόησε τη νομική άποψη της προσφεύγουσας και αποδέχτηκε την πιθανότητα του κέρδους, αλλά και τον κίνδυνο της ήττας. Αφού δεν πέτυχε τίποτα με τις αντιρρήσεις του, πρέπει να υποστεί τις έννομες συνέπειες αυτής της προσφυγής. Μέρος αυτών των συνεπειών αποτελούν οι τόκοι του χρέους που κατέστη ληξιπρόθεσμο. Δεν είναι τελείως παράδοξο, πάντως όμως όχι και δικαιολογημένο, το ότι το καθοριζόμενο επιτόκιο θεωρείται ως κύρωση. Οπωσδήποτε πρέπει με αυτό να διασφαλίζεται η άνευ όρων τήρηση των κοινοτικών υποχρεώσεων και αυτό πράγματι επιτυγχάνεται, εκτός από την παρούσα υπόθεση. Το καθού γνώριζε αυτό το επιτόκιο. Παρ' όλα αυτά διακινδύνευσε τη δίκη. Δεν είναι ούτε ανεπιεικές ούτε ανέντιμο να υποστεί τώρα τις συνέπειες αυτού του κινδύνου.
48. δ )
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα ορθώς ζητεί να αναγνωριστεί ότι το καθού αρνήθηκε παρανόμως την πληρωμή τόκων επί του ποσού που εγγράφηκε εσπευσμένα στις 15 Μαΐου 1983 (τόκων οι οποίοι άλλωστε ζητήθηκαν ήδη στις 31 Μαΐου 1983 ).
Γ — 49.
Προτείνω, συνεπώς, να γίνει δεκτή η προσφυγή και να αναγνωριστεί, σύμφωνα με τα αιτήματά της, ότι το καθού παρέβη τις υποχρεώσεις του από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν συμμορφώθηκε με το αίτημα δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 2, εδάφιο 1, του κανονισμού 2891/77 του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970 περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων και αρνήθηκε να πληρώσει τόκους δυνάμει του άρθρου 11 του ιδίου κανονισμού. Σε περίπτωση εκδόσεως τέτοιας αποφάσεως το καθού πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Γαλλικό κείμενο: « invitée », δανικό κείμενο: « opfordret ».
( 2 ) Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 303/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1986, σ. 1171.
( 3 ) Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 2/84, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1985, σ. 1127.
Full & Egal Universal Law Academy