ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 4ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οι δύο τελευταίες παράγραφοι του άρθρου L 412 του γαλλικού Κώδικα Δημόσιας Υγείας, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 10 του νόμου 76-1288 της 31ης Δεκεμβρίου 1976, ορίζουν τα εξής:
« Ένας ιατρός μπορεί να είναι εγγεγραμμένος σε ένα μόνο μητρώο, που είναι το μητρώο του διαμερίσματος όπου βρίσκεται η επαγγελματική του κατοικία, πλην αν προβλέπεται άλλως από τον κώδικα δεοντολογίας.
Ένας ιατρός που είναι εγγεγραμμένος ή καταχωρημένος ως ιατρός σε άλλο κράτος δεν μπορεί να εγγραφεί σε μητρώο του Ordre des médecins ( Εθνικού Ιατρικού Συλλόγου ) ».
Δυνάμει του άρθρου L 441 του ίδιου κώδικα, η διάταξη αυτή ισχύει και επί των οδοντιάτρων.
Το άρθρο 1, παράγραφος 6, του διατάγματος 77-456 της 28ης Απριλίου 1977, περί της λειτουργίας των διοικητικών συμβουλίων των συλλόγων των ιατρών, των οδοντιάτρων και των μαιών, ορίζει ότι η αίτηση ιατρού ή οδοντιάτρου περί εγγραφής του στα μητρώα πρέπει να συνοδεύεται, μεταξύ άλλων, από « πιστοποιητικό περί διαγραφής της εγγραφής ή της καταχώρησης, που εκδίδεται από την αρχή στην οποία ο αιτών ήταν προηγουμένως εγγεγραμμένος ή καταχωρημένος, ή, άλλως, υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος ότι ουδέποτε ενεγράφη ή καταχωρήθηκε ».
Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1983, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη γαλλική κυβέρνηση ότι θεωρούσε ότι οι διατάξεις αυτές, που ίσχυαν τόσο για επί παγία αντιμισθία όσο και για ανεξάρτητους επαγγελματίες, συνιστούσαν διάκριση, στοιχειοθετούσαν παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης και εμπόδιζαν την προσήκουσα εφαρμογή των οδηγιών του Συμβουλίου 75/362/ΕΟΚ της 16ης Ιουνίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 196) και 78/686/ΕΟΚ της 25ης Ιουλίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12 ), περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των τίτλων και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, για τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους αντιστοίχως. Αφού δεν έλαβε καμία απάντηση στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή έστειλε στη γαλλική κυβέρνηση αιτιολογημένη γνώμη, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά και πάλι δεν έλαβε απάντηση. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις προαναφερθείσες διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και ιδίως τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης.
Το έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1983 δεν περιέχει ρητή μνεία του άρθρου 48 της Συνθήκης, όπως έπρεπε, κατά την άποψη μου, αν η Επιτροπή ήθελε να το επικαλεστεί, εφόσον ο όλος σκοπός του εν λόγω εγγράφου είναι να γνωστοποιηθούν σαφώς στο κράτος μέλος οι αιτιάσεις και να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει σ' αυτές. Δεν αρκεί, ούτε είναι σύμφωνο προς τις προϋποθέσεις της Συνθήκης, να περιμένει η Επιτροπή μέχρι το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης, για να εκθέσει επακριβώς τους λόγους που προβάλλει. Μη αναφέροντας τα σχετικά άρθρα της Συνθήκης, στα οποία στηρίζεται, διατρέχει τον κίνδυνο να κριθεί η προσφυγή της απαράδεκτη. Από την άλλη πλευρά, στην υπό κρίση περίπτωση, είναι σαφές ότι το προκαταρκτικό έγγραφο διαλαμβάνει περί των επί παγία αντιμισθία ιατρών και οδοντιάτρων, η δε μνεία που περιέχεται στο έγγραφο περί διακρίσεως προέρχεται από το άρθρο 48 της Συνθήκης. Θεωρώ, επομένως, ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή κατά το σκέλος που αναφέρεται στο άρθρο 48.
Η γαλλική κυβέρνηση επιχειρεί να δικαιολογήσει τους περιορισμούς αυτούς, υποστηρίζοντας ότι ο ιατρός και ο οδοντίατρος ( « chirurgien-dentiste » ) πρέπει να είναι προσιτοί στον ασθενή — η ιατρική περίθαλψη πρέπει να είναι συνεχής, ιδίως όταν πρόκειται για ορισμένες ασθένειες, όπου μπορεί να ανακύψουν επιπλοκές. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδέχεται να χρειάζεται τακτική και συχνή φροντίδα. Επισημαίνει τις διατάξεις του κώδικα δεοντολογίας, που υποχρεώνουν τους ιατρούς και οδοντιάτρους να εξασφαλίζουν τη συνέχεια της ιατρικής θεραπείας (άρθρο 39 του κώδικα δεοντολογίας του ιατρικού επαγγέλματος, διάταγμα 79-506, και άρθρο 28 του κώδικα δεοντολογίας του οδοντιατρικού επαγγέλματος, διάταγμα 67-671 ). Κατά συνέπεια, ισχυρίζεται ότι οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας υγείας κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 3, της Συνθήκης, προκειμένου για επί παγία αντιμισθία, και του άρθρου 56, παράγραφος 1, προκειμένου για την εγκατάσταση και την παροχή υπηρεσιών.
Αρχικά είχα κάποιες αμφιβολίες για το αν οι εξαιρέσεις για λόγους δημόσιας υγείας καλύπτουν πράγματι μια περίπτωση σαν την υπό κρίση. Το άρθρο 48 αναφέρεται σε περιορισμούς που δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας υγείας, το δε άρθρο 56 αναφέρεται σε διατάξεις « που προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους που δικαιολογούνται από λόγους ... δημόσιας υγείας ». Οι εξαιρέσεις αυτές φαίνεται να αναφέρονται κυρίως σε πρόσωπα που μπορεί να αποκλειστούν διότι πάσχουν από μεταδοτική νόσο ή ενδέχεται να ασκήσουν δραστηριότητες ή να συστήσουν επιχειρήσεις που μπορούν να προκαλέσουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, εκπέμποντας, παραδείγματος χάρη, επιβλαβείς ουσίες. Τελικά, δεν νομίζω ότι οι εν λόγω διατυπώσεις πρέπει να ερμηνευθούν έτσι στενά. Μπορεί να υπαχθεί στον περιορισμό ένας ιατρός που ασκεί το επάγγελμά του κατά τρόπο που δημιουργεί κίνδυνο για τον ασθενή του, όπως και κάποιος που θέλει να ασκήσει μια δραστηριότητα που προκαλεί κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη. 'Εχει, επομένως, σημασία να εξεταστεί αν οι θεσπισθέντες κανόνες δικαιολογούνται προς το συμφέρον της προστασίας των ασθενών.
Ωστόσο, παρά την εμμονή της γαλλικής κυβέρνησης στην ανάγκη να υπάρχει συνέχεια στην παροχή των ιατρικών υπηρεσιών, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κώδικας δεοντολογίας για τους γάλλους ιατρούς δεν απαιτεί απολύτως ο κάθε ιατρός να έχει ένα μόνο ιατρείο ή να αφιερώνει όλο του το χρόνο σ' αυτό το ιατρείο. Ισχύει μεν ο γενικός κανόνας του ενός ιατρείου, αλλά κατά το άρθρο 63 του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας ο ιατρός μπορεί να επιτύχει την εξαίρεση του από το γενικό κανόνα και να λάβει προσωπικά άδεια να κατέχει και δεύτερο ιατρείο. Η άδεια ισχύει για τρία χρόνια αλλά είναι ανανεώσιμη, πρέπει όμως να ανακληθεί αν άλλος ιατρός του ίδιου τομέα εγκαταστήσει ιατρείο για να παρέχει υπηρεσίες στους ασθενείς της περιοχής, όπου βρίσκεται το δεύτερο ιατρείο του πρώτου ιατρού. Ο οδοντίατρος, υπό παρόμοιες προϋποθέσεις, μπορεί να έχει δύο οδοντιατρεία, όταν αυτό δικαιολογείται προς το συμφέρον των ασθενών, ενόψει των ειδικών γεωγραφικών και δημογραφικών συνθηκών που ισχύουν (άρθρα 63 έως 65 του κώδικα δεοντολογίας οδοντιάτρων ).
Εξάλλου, δεν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει ότι ο ιατρός οφείλει να κατοικεί κοντά στο ιατρείο του, μπορεί δε, ανάλογα με την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του ή την ειδικότητα του, να απαλλαγεί από την υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 41 του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας περί συμμετοχής στις εφημερίες και διανυκτερεύσεις. Μπορεί να έχει δεύτερη εργασία ή επάγγελμα, αρκεί μόνο αυτό να μην του δίνει τη δυνατότητα να αυξάνει τις αποδοχές του ως ιατρός και να μην απάδει προς την αξιοπρέπεια του ιατρικού επαγγέλματος ( άρθρα 27 και 33 του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας' τα άρθρα 3 και 23 του κώδικα δεοντολογίας οδοντιάτρων είναι γενικά παρόμοια, μόνο που ο οδοντίατρος δεν υποχρεούται καθόλου να συμμετέχει σε εφημερίες). Ο ιατρός μπορεί να κατέχει αιρετό αξίωμα ή διοικητική θέση, αρκεί να μην τα χρησιμοποιεί για να κερδίζει πελατεία ( άρθρο 29 του κώδικα' το ίδιο ισχύει για τους οδοντιάτρους κατά το άρθρο 24 του κώδικα δεοντολογίας οδοντιάτρων ).
Αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν στη Γαλλία 86000 κύρια ιατρεία και 756 δευτερεύοντα, εκ των οποίων τα 69 γενικού παθολόγου και τα 687 ειδικευμένων ιατρών υπάρχουν ακόμη 28560 κύρια και 1000 δευτερεύοντα οδοντιατρεία. Δεν έχουν δοθεί στοιχεία για τον αριθμό των αιτήσεων που υποβλήθηκαν και απορρίφθηκαν.
Και αν ακόμη γίνει δεκτό α ) ότι οι εξαιρέσεις μπορεί να χορηγηθούν για ορισμένα ιατρεία μόνο αν τα δύο ιατρεία βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο και ότι για τη χορήγηση τέτοιων εξαιρέσεων ασκείται ενδελεχής έλεγχος από τις επαγγελματικές οργανώσεις και β) ότι ο ιατρός ή οδοντίατρος που αναλαμβάνει άλλη εργασία ή κατέχει αιρετό αξίωμα οφείλει εν πάση περιπτώσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τους ασθενείς, είναι σαφές ότι οι κανόνες αυτοί είναι, ως εκ της φύσεως τους, λιγότερο απόλυτοι από τις διατάξεις του άρθρου 412 του Κώδικα Δημόσιας Υγείας, το οποίο σαφώς επιβάλλει περιορισμούς στην ανάληψη εργασίας επί παγία αντιμισθία ή στην εγκατάσταση ιατρείου στη Γαλλία από κάποιον που είναι εγγεγραμμένος ως ιατρός ή οδοντίατρος σε άλλο κράτος μέλος.
Όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 107/83, Ordre des avocats de Paris κατά Klopp (Συλλογή 1984, σ. 2971), με την οποία έγινε δεκτό ότι « τα άρθρα 52 και επόμενα της Συνθήκης δεν επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να αρνηθούν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία και τους εκεί ισχύοντες κανόνες δεοντολογίας, σε υπήκοο άλλου κράτους μέλους το δικαίωμα εισόδου στο δικηγορικό επάγγελμα και ασκήσεως του για μόνο το λόγο ότι διατηρεί συγχρόνως επαγγελματική κατοικία δικηγόρου σε άλλο κράτος μέλος ». Η Γαλλία απαντά ότι η λύση που δόθηκε με την απόφαση αυτή δεν ισχύει και εν προκειμένω, εφόσον στηρίχτηκε στη σκέψη ότι « τα σημερινά μέσα μεταφορών και τηλεπικοινωνίας προσφέρουν τη δυνατότητα να εξασφαλίζεται κατάλληλα η επαφή με τις δικαστικές αρχές και τους πελάτες ».
Νομίζω ότι ο ιατρός και ο οδοντίατρος δεν πρέπει να θεωρηθούν ότι βρίσκονται στην ίδια ακριβώς μοίρα με το δικηγόρο από την άποψη αυτή. Ο ασθενής ενδέχεται να χρειάζεται τον ιατρό του πιο γρήγορα και με περισσότερη συνέχεια από ό,τι ο πελάτης χρειάζεται το δικηγόρο του, ενώ μια τηλεφωνική συνδιάλεξη μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι σαφώς ανεπαρκής.
Πρέπει όμως επίσης να αναγνωριστεί ότι όλο και περισσότερο οι ιατροί συμμετέχουν σε κοινό ιατρείο και ότι ο ασθενής μπορεί να μην εξετάζεται πάντοτε από τον ίδιο γενικό παθολόγο. Μπορεί έτσι κάλλιστα να συμβιβάζεται με τις υπηρεσίες που παρέχει στους ασθενείς ένα κοινό ιατρείο το να διανύει ένας ιατρός ένα χρονικό διάστημα ως αναπληρωτής άλλου απασχολούμενος αλλού μέσα στην Κοινότητα.
Άλλωστε, και οι ιατροί δεν βρίσκονται όλοι στην ίδια μοίρα. Η διατήρηση σειράς ασθενών ή εργασιών σε νοσοκομεία σε διάφορες πόλεις μιας χώρας ενδέχεται να συμβιβάζεται με το καθήκον του ειδικευμένου χειρουργού προς παροχή ιατρικής περιθάλψεως. Αν ένας τέτοιος χειρουργός μπορεί πράγματι να παρέχει υπηρεσίες σε νοσοκομείο του Παρισιού και του Bordeaux, δεν υπάρχει λόγος να μην κάνει το ίδιο στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες ή τη Βόννη. Άλλες ειδικότητες μπορεί ακόμη λιγότερο να απαιτούν ο ιατρός να βρίσκεται διαρκώς κοντά σε έναν ασθενή, τον οποίο περιέθαλψε μία φορά. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα που δόθηκε επ' ακροατηρίου είναι η περίπτωση του ακτινολόγου. Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα, όπως του δερματολόγου, όπου μπορεί να μην είναι αναγκαία η διαρκής γεωγραφική εγγύτητα, ή του ειδικού στην προληπτική ιατρική, ο οποίος θέλει να παρέχει υπηρεσίες επί παγία αντιμισθία ή να ανοίγει κλινική μία μέρα τη βδομάδα σε άλλη πόλη.
Κατά συνέπεια, και μολονότι ενδέχεται να γίνονται δεκτοί ως αναγκαίοι κάποιοι κανόνες δεοντολογίας που επιβάλλουν στο γενικό παθολόγο και στον ειδικευμένο ιατρό να ασκούν το επάγγελμά τους έτσι ώστε να εξασφαλίζουν κατάλληλη ιατρική περίθαλψη στους ασθενείς τους (αρκεί να μην εισάγουν διάκριση κατά των ιατρών από άλλα κράτη μέλη λόγω ιθαγένειας), νομίζω ότι η γενική απαγόρευση που επιβάλλεται σε όλους τους ιατρούς και οδοντιάτρους να είναι εγγεγραμμένοι σε άλλο κράτος μέλος και να διατηρούν εκεί ιατρείο, ενόσω έχουν ιατρείο στη Γαλλία, είναι αδικαιολόγητα περιοριστική και δεν αποδείχτηκε ότι είναι αναγκαία προς το συμφέρον των ασθενών.
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι, βάσει συμβάσεων που συνή-φθησαν το 1879 και το 1910, οι λουξεμβούρ-γιοι και βέλγοι ιατροί ορισμένων κοινοτήτων του Λουξεμβούργου και του Βελγίου κοντά στα γαλλικά σύνορα δικαιούνται να ασκούν το επάγγελμα τους σε ορισμένες κοινότητες της Γαλλίας που είναι κοντά στα σύνορα με το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο αντιστοίχως. Αντιθέτως, το γεγονός αυτό υπογραμμίζει τη δυνατότητα των ιατρών που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών να ασκούν το επάγγελμα τους στη Γαλλία από τα δικά τους ιατρεία που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη. Καμιά απόδειξη δεν δόθηκε που να εξηγεί γιατί δεν θα μπορούσαν και οι γερμανοί ή ιταλοί ιατροί των γειτονικών κοινοτήτων να ασκούν το επάγγελμα τους σε όμορες κοινότητες της Γαλλίας.
Οι περιορισμοί είναι, ωστόσο, αδικαιολόγητοι για τους ευρύτερους λόγους που ανέφερα.
Ούτε ανατρέπεται το συμπέρασμα αυτό από το επιχείρημα της γαλλικής κυβέρνησης ότι, αν επιτρεπόταν στους ιατρούς και οδοντιάτρους να ασκούν το επάγγελμά τους στη Γαλλία και σε άλλο κράτος μέλος, ο ιατρός που είναι από άλλο κράτος μέλος θα μπορούσε να παραγνωρίζει τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας ή εν πάση περιπτώσει να μπορεί δυσχερέστερα να ελεγχθεί με βάση τους πειθαρχικούς κανόνες, από ό,τι ένας ιατρός που είναι εγγεγραμμένος αποκλειστικά στη Γαλλία. Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Klopp, «η ύπαρξη δεύτερης επαγγελματικής κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος δεν αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή των κανόνων δεοντολογίας στο κράτος μέλος υποδοχής ». Δεν βλέπω κανένα βάσιμο λόγο να μην ισχύει το ίδιο για τους ιατρούς και οδοντιάτρους.
Ο ισχυρισμός της γαλλικής κυβέρνησης, ότι η οδηγία 78/686 του Συμβουλίου σχετικά με τους οδοντιάτρους και η οδηγία 75/363 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209 ) αφορούν τη μερική μόνο εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων και ότι η ελευθέρωση πρέπει να πραγματοποιηθεί προοδευτικά, δεν αποτελεί απάντηση στο αίτημα της Επιτροπής. Αν γίνεται κάτι που αντιβαίνει σε διατάξεις της Συνθήκης, αυτό και μόνο αρκεί. Επιπλέον, είτε οι γάλλοι ιατροί μπορούν ( όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή ) είτε δεν μπορούν ( όπως απαντά η Γαλλία), με βάση τις γαλλικές διατάξεις, να έχουν δεύτερη απασχόληση ή να εγκαθιστούν δεύτερα ιατρεία σε άλλα κράτη μέλη, το ζήτημα δεν αλλάζει τελικά.
Κατά τη γνώμη μου, η απαγόρευση των άρθρων 412 και 441 του γαλλικού Κώδικα Δημόσιας Υγείας και του άρθρου 1, παράγραφος 6, του διατάγματος 77-456 συνιστά όντως περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, κατά την έννοια του άρθρου 48, και της ελεύθερης εγκατάστασης, κατά την έννοια του άρθρου 52 της Συνθήκης. Σαφώς εμποδίζει όλους τους ιατρούς και οδοντιάτρους να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μορφή απασχόλησης στη Γαλλία, εφόσον είναι εγγεγραμμένοι στη δική τους χώρα, αλλά και εμποδίζει εν γένει την εγκατάσταση ιατρείων στη Γαλλία από ιατρούς που είναι εγγεγραμμένοι ή καταχωρημένοι σε άλλα κράτη μέλη. Συνιστά επίσης διάκριση στην πράξη λόγω ιθαγένειας, εφόσον στην πραγματικότητα επιβάλλει στους ιατρούς άλλων κρατών μελών, που είναι υπήκοοι αυτών των κρατών, περιορισμούς ευρύτερους από εκείνους που επιβάλλονται στους ιατρούς που είναι εγγεγραμμένοι στη Γαλλία. Με την ευρεία μορφή, υπό την οποία θεσπίστηκαν οι κανόνες αυτοί, δεν αποδεικνύεται ότι δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας υγείας.
Μέχρι την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είχε δοθεί η εντύπωση ότι οι ιατροί και οδοντίατροι που παρέχουν υπηρεσίες στη Γαλλία κατά την έννοια του άρθρου 59 υποχρεούνταν να είναι εγγεγραμμένοι εκεί. Μόλις κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προέκυψε ότι αυτό δεν ισχύει πράγματι πάντοτε. Ο εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης για πρώτη φορά έφερε εις γνώση του Δικαστηρίου το άρθρο L 356-1 του Κώδικα Δημόσιας Υγείας, το οποίο εισήχθη στον κώδικα αυτό με το νόμο 76-1288 της 31ης Δεκεμβρίου 1976. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ένας ιατρός που παρέχει υπηρεσίες στη Γαλλία κατά την έννοια του άρθρου 59 δεν υποχρεούται να είναι εγγεγραμμένος. Αντ' αυτού, οφείλει να υποβάλει μια δήλωση, το περιεχόμενο και οι όροι της οποίας θα ορίζονταν με διάταγμα. Το άρθρο L 356-1 ορίζει επίσης ότι η δήλωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφο της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους του ιατρού, που να πιστοποιεί ότι κατέχει τα απαιτούμενα διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλους τίτλους και ότι νομίμως ασκεί το ιατρικό επάγγελμα στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένος. Επιπλέον, υποχρεούται να δηλώσει υπευθύνως ότι δεν εκκρεμεί εις βάρος του δίκη, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της εκ μέρους του άσκησης του επαγγέλματος.
Με το διάταγμα 77-637 της 21ης Ιουνίου 1977, το άρθρο L 356-1 εφαρμόστηκε στενά, διότι, κατά το άρθρο 4 του διατάγματος αυτού, η δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο L 356-1 μπορεί να καλύπτει μόνο την περίθαλψη ενός ασθενούς κατά τη διάρκεια διήμερης παραμονής του ενδιαφερόμενου ιατρού στη Γαλλία.
Μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην παρούσα δίκη, η γαλλική κυβέρνηση έστειλε στο Δικαστήριο αντίγραφο του διατάγματος 86-112, το οποίο καταργεί και αντικαθιστά το διάταγμα 77-637. Το νέο διάταγμα, άλλωστε, επίσης εκδόθηκε μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στις 23 Ιανουαρίου 1986. Κατά το μέτρο τουλάχιστον που αφορά την παρούσα υπόθεση, το διάταγμα αυτό αποτελεί επανάληψη του προηγούμενου διατάγματος, το οποίο επεκτείνει ταυτόχρονα και για τους οδοντιάτρους. 'Ετσι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νέου διατάγματος, η δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο L 356-1 μπορεί να καλύπτει μόνο την περίθαλψη ενός ασθενούς κατά τη διάρκεια διήμερης παραμονής του ενδιαφερόμενου ιατρού ή οδοντιάτρου στη Γαλλία.
Είναι κρίμα που οι πληροφορίες αυτές περιήλθαν στο Δικαστήριο αποσπασματικά και καθυστερημένα.
Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν αναιρούν, κατά την άποψη μου, την ύπαρξη παράβασης του άρθρου 59 της Συνθήκης. Το δικαίωμα που παρέχουν είναι πολύ περιορισμένο. Η παροχή οποιασδήποτε άλλης ιατρικής υπηρεσίας προϋποθέτει την αποκλειστική εγγραφή στη Γαλλία των υπηκόων άλλων κρατών μελών. Αυτό σαφώς συνιστά περιορισμό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενοι κανόνες δεν δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας υγείας, ούτε κατά το άρθρο 48, ούτε κατά το άρθρο 52 ή το άρθρο 59 της Συνθήκης. Υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο όριο που είναι αναγκαίο για την προστασία των ασθενών.
Η Επιτροπή αναφέρθηκε στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/362 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 196 ) και στο άρθρο 15 της οδηγίας 78/686 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 12), περί των μέτρων προς διευκόλυνση της ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως για τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους αντιστοίχως. Η τελευταία τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 της οδηγίας 82/76 του Συμβουλίου (ΕΕ 1982, L 43, σ. 21). Εφόσον η Επιτροπή δεν έχει ζητήσει αναγνώριση παραβάσεως ως προς αυτές τις οδηγίες, δεν θα ασχοληθώ με αυτές ειδικά.
Υπό το φως των σκέψεων που προηγήθηκαν, η άποψη μου είναι ότι η Γαλλία, επιβάλλοντας στους ιατρούς και τους οδοντιάτρους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος τη διαγραφή της εγγραφής ή της καταχώρησης τους στο κράτος αυτό ως προϋπόθεση για να μπορέσουν να ασκήσουν το επάγγελμα τους στο έδαφός της, επί παγία αντιμισθία ή ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες, παρέβη τα άρθρα 48 και 52 της Συνθήκης. Με την εξαίρεση των περιορισμένων περιστάσεων που προβλέπονται στο διάταγμα 86-112, η Γαλλία, με την επιβολή των ίδιων περιορισμών, παρέβη επίσης το άρθρο 59 της Συνθήκης.
Τα έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να βαρύνουν τη Γαλλική Δημοκρατία.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy