ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 25ης Φεβρουαρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Emir Gül και του Regierungspräsident του Düsseldorf, το Verwaltungsgericht του Gelsenkirchen ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει ορισμένες διατάξεις του κανονισμού 1612 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ĖĖ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33 ). Ο παραπέμπων δικαστής ερωτά ειδικότερα αν υπήκοος τρίτου κράτους έχει τη δυνατότητα να προβάλει την αξίωση να του χορηγηθεί άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος στο κράτος μέλος στο οποίο κατοικεί με τη σύζυγό του, η οποία με τη σειρά της είναι μισθωτή εργαζομένη και έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους.
2.
Ο Gül είναι κύπριος υπήκοος τουρκικής καταγωγής, έγγαμος από το 1971 με βρετανίδα υπήκοο, που, σύμφωνα με τον British Nationality Act του 1971, έχει το δικαίωμα διαμονής ( « right of abode » ) στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με το γάμο τους απέκτησαν τρία τέκνα, που έχουν επίσης τη βρετανική ιθαγένεια. Ο Gül είναι πτυχιούχος ιατρικής του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, από δε την 1η Οκτωβρίου 1977 έλαβε την άδεια να ασκεί προσωρινά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το ιατρικό επάγγελμα, ειδικευόμενος στην αναισθησιολογία. Προτού του χορηγηθεί η σχετική άδεια, ο Gül ανέλαβε τη ρητή υποχρέωση να επιστρέψει στην πατρίδα του — ή ενδεχομένως να μεταβεί σε αναπτυσσόμενη χώρα — μετά την απόκτηση της ειδικότητας ή σε περίπτωση διακοπής των σπουδών του.
Η άδεια του ανανεώθηκε τρεις φορές ( στις 20 Ιουνίου 1979, στις 8 Ιουλίου 1981 και στις 6 Ιουλίου 1982 ), ενώ κάθε φορά ειδοποιούνταν ο Gül ότι δεν έπρεπε να υπολογίζει σε περαιτέρω παρατάσεις. Στις 25 Οκτωβρίου 1982, ο ιατρικός σύλλογος της Βόρειας Ρηνανίας του απένειμε τον τίτλο του αναισθησιολόγου. Στη συνέχεια, ο Gül ζήτησε να του χορηγηθεί μόνιμη άδεια, δηλώνοντας ότι είχε την πρόθεση να παραμείνει στη Γερμανία με την οικογένεια του και να αποκτήσει τη γερμανική ιθαγένεια. Κατόπιν αυτού, ο Regierungspräsident του Düsseldorf παρέτεινε την προσωρινή άδεια παραμονής του μέχρι τις 31 Μαρτίου 1983. Οι διοικητικές αρχές απέρριψαν (την 1η Φεβρουαρίου ), αρχικά, μια νέα αίτηση ανανεώσεως που είχε υποβάλει ο Gül, με την οποία διαβεβαίωνε ότι δεν επρόκειτο να ζητήσει άλλη παράταση, για να την κάνουν τελικά δεκτή στις 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, επειδή το Manenhospital Altenessen εξακολουθούσε να έχει ανάγκη των υπηρεσιών του και επειδή η εγκυμοσύνη της κυρίας Gül, που πλησίαζε προς το τέλος της, περιέκλειε κινδύνους.
Με επιστολές της 5ης Ιουλίου και 3ης Σεπτεμβρίου 1983, ο Gül επανέλαβε το αίτημά του για χορήγηση μόνιμης άδειας, σημειώνοντας όμως πλέον ότι το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του παρείχε το δικαίωμα, λόγω της βρετανικής ιθαγένειας των μελών της οικογενείας του και της επαγγελματικής δραστηριότητας της συζύγου του, να ασκήσει εξαρτημένη εργασία στη Γερμανία. Με τα δύο αυτά έγγραφα, ο Gül τόνιζε περαιτέρω ότι η άδεια παραμονής του έληγε στις 30 Σεπτεμβρίου 1986, ότι ο μισθός της συζύγου του, η οποία εργαζόταν ως κομμώτρια, δεν επαρκούσε για να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση στην οικογένειά του και ότι, σε περίπτωση μη χορηγήσεως της άδειας, θα ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στην Τουρκία ή στην Κύπρο.
Με έγγραφο της 19ης Οκτωβρίου 1983, ο Regierungspräsident γνωστοποίησε στον Gül ότι το αίτημά του επείχε θέση αιτήσεως για τη χορήγηση εγκρίσεως προς άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, επειδή δε η ισχύουσα νομοθεσία δεν επέτρεπε να δοθεί συνέχεια συναφώς, του ζητούσε να επιβεβαιώσει αν ενέμενε σ' αυτό. Με απαντητική επιστολή της 19ης Οκτωβρίου 1983, ο Gül διευκρίνιζε ότι το αίτημά του απέβλεπε σε παράταση της αδείας για δύο έτη. Με πράξη της 2ας Νοεμβρίου 1983, η διοίκηση απέρριψε την αίτηση, επειδή έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφοι 2 και 3, του Bundesärzteordnung του 1977 ( ομοσπονδιακού διατάγματος περί ιατρών, στο εξής: BAO). Ο Regierungspräsident διευκρίνιζε ότι, σύμφωνα με τη διοικητική πρακτική, η άδεια χορηγείται δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 3, του BÄO στους αλλοδαπούς ιατρούς που είναι έγγαμοι με γερμανίδα υπήκοο και κάτοχοι θέσεως εργασίας, εφόσον τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα παραμονής. Σύμφωνα πάντως με την ίδια πρακτική, αποκλείεται η χορήγηση της εν λόγω άδειας στους αλλοδαπούς ιατρούς που είναι έγγαμοι με υπήκοο κράτους μέλους της ΕΟΚ, επειδή ενδέχεται να αναμένεται ότι προτίθενται να ασκήσουν το επάγγελμα στην πατρίδα του συζύγου, ο οποίος τελικά μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, πάρόλον ότι έχει το δικαίωμα να εγκατασταθεί στη Γερμανία.
Ύστερα από απόρριψη σχετικής ενστάσεως που άσκησε κατά της εν λόγω πράξης, ο Gül άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht του Gelsenkirchen, ζητώντας να ακυρωθεί η πράξη της 2ας Νοεμβρίου 1983 και να υποχρεωθεί η διοικητική αρχή να του χορηγήσει άδεια sine die για χρονικό διάστημα δύο ετών. Με Διάταξη της 6ης Μαρτίου 1984, το δικαστήριο που επελήφθη αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που ο Gül είχε υποβάλει παράλληλα με την άσκηση προσφυγής στην κύρια δίκη, έκανε δεκτή την αίτηση και, κρίνοντας ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η κοινοτική ρύθμιση, υποχρέωσε τον Regierungspräsident να χορηγήσει προσωρινή διετή άδεια υπό την προϋπόθεση πάντως ότι η σύζυγος του Gül θα εξακολουθούσε να ασκεί εξαρτημένη εργασία στο γερμανικό έδαφος.
Αποφαινόμενο επί εφέσεως που άσκησε η διοίκηση κατά των προσωρινών μέτρων και κρίνοντας ότι τα τελευταία στηρίχτηκαν σε εσφαλμένη εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων, το τρίτο τμήμα του Oberverwaltungsgericht του Münster εξαφάνισε την ανωτέρω Διάταξη με Διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 1984. Επιληφθέν πάντως εκ νέου της κύριας δίκης, το έβδομο τμήμα του Verwaltungsgericht Gelsenkirchen ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως ( 28 Μαρτίου 1985 ) και υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Μπορεί το δικαίωμα του υπαγόμενου στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33), υπηκόου τρίτου κράτους, να ασκεί οιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο του εδάφους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, να θεμελιώσει και δικαίωμα για τη χορήγηση ειδικής επαγγελματικής αδείας ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, όταν η εθνική νομοθεσία εξαρτά την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ( στην προκειμένη περίπτωση του ιατρού ) από διοικητική άδεια που χορηγείται σύμφωνα με συγκεκριμένες επαγγελματικές διατάξεις, εφόσον ο δικαιούχος πληροί τις λοιπές συναφείς προϋποθέσεις;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Ο κατά το άρθρο 11 του ανωτέρω κανονισμού δικαιούχος, υπήκοος τρίτης χώρας, μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του εν λόγω κανονισμού;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 1, πρώτη περίπτωση, του αναφερθέντος κανονισμού παρέχει στον κατά το άρθρο 11 του κανονισμού δικαιούχο, υπήκοο τρίτου κράτους, δικαίωμα να τυγχάνει ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ποια είναι η νομική σημασία της διάταξης αυτής;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 μέχρι 3 :
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα εάν οι ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, καθώς και η ακολουθούμενη διοικητική πρακτική ως προς την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος δημιουργούν δυσμενή διάκριση εις βάρος των αλλοδαπών, αρκεί να εξεταστούν μόνο οι επιμέρους διατάξεις που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση (εν προκειμένω η παράγραφος 10 του « Bundesärzteordnung », ομοσπονδιακό διάταγμα περί ιατρών, στο εξής: BÄO), όπως τροποποιήθηκε τελευταία στις 16 Αυγούστου 1977 (BGBl. Ι, σ. 1581 ), ή χρειάζεται σχετικά να γίνει συνολική εκτίμηση των συνδυασμένων αποτελεσμάτων όλων των εθνικών διατάξεων που ισχύουν για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού (εν προκειμένω, ιδίως οι συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 10 του BÄO, καθώς και του άρθρου 12 του θεμελιώδους νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας);
5)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 μέχρι 3 :
Το δικαίωμα για ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς περιλαμβάνει και την ανάληψη και άσκηση των δραστηριοτήτων του ιατρού ακόμη και όταν ο κατά το άρθρο 11 του προαναφερθέντος διατάγματος δικαιούχος, υπήκοος τρίτου κράτους, είναι μόνο κάτοχος « άλλων τίτλων » κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 1, παράγραφος 5, και 6 της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209), βάσει του οποίου δικαιώματος το κράτος μέλος επιτρέπει, σύμφωνα με την εθνική του νομοθεσία, στους ίδιους του τους υπηκόους και στους υπηκόους όλων των άλλων κρατών μελών την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας του ιατρού;
6)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα:
Μπορεί κράτος μέλος να αντιτάξει στον κατά το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 δικαιούχο, υπήκοο τρίτου κράτους, ο οποίος με βάση τα πτυχία ιατρικής που έλαβε σε τρίτο κράτος άσκησε επί εξαετία το επάγγελμα του ιατρού στο εν λόγω κράτος μέλος με την άδεια του τελευταίου και ο οποίος απέκτησε εκεί ειδικότητα ιατρού, ανταποκρινόμενη στις διατάξεις του άρθρου 2 της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ, ότι δεν συγκεντρώνει τις προβλεπόμενες από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προϋποθέσεις για την ανάληψη και άσκηση της δραστηριότητας του ιατρού; »
3.
Για την καλύτερη κατανόηση των προδικαστικών ερωτημάτων είναι σκόπιμο να συνοψίσω τη γερμανική νομοθεσία σχετικά με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος και την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση. Η πρώτη περιλαμβάνεται στον ήδη αναφερθέντα BÄO. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, ο προτιθέμενος να ασκήσει το ιατρικό επάγγελμα πρέπει να λάβει έγκριση για την άσκηση του επαγγέλματος. Μόνο τρεις κατηγορίες προσώπων δικαιούνται να λάβουν τη σχετική έγκριση, υπό τον όρο ότι συγκεντρώνουν ορισμένες προϋποθέσεις: οι γερμανοί υπήκοοι ( κατά την έννοια του άρθρου 116 του θεμελιώδους νόμου), οι λοιποί υπήκοοι των Κοινοτήτων και οι απάτριδες. Αντίθετα, οι υπήκοοι των τρίτων κρατών μπορούν να τη λάβουν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (επί παραδείγματι, όταν συντρέχει δημόσιο συμφέρον σε θέματα υγείας: παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του BÄO ).
Σε περίπτωση μη εγκρίσεως, είναι δυνατή η άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος προσωρινά με τη χορήγηση αδείας (παράγραφος 10 του BÄO). Η σχετική άδεια χορηγείται για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών κατ' ανώτατο όριο, μπορεί όμως να παραταθεί κατ' ελεύθερη εκτίμηση από τις διοικητικές αρχές που ελέγχουν αν η παράταση αποβαίνει επωφελής όσον αφορά τη βελτίωση της αναλογίας μεταξύ του αριθμού των ιατρών ανά κάτοικο ενδεχομένως σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Με νόμο του Μαρτίου 1985 που τροποποίησε την παράγραφο 10, τρίτο εδάφιο, μεταξύ των λόγων παρατάσεως συμπεριλήφθηκαν επίσης και η χορήγηση πολιτικού ασύλου στον αιτούντα, καθώς και ο γάμος του με γερμανό υπήκοο. Πάντως, ήδη πριν από τη θέσπιση του νόμου αυτού, σχετική εγκύκλιος του υπουργείου εργασίας, υγείας και κοινωνικών υποθέσεων του ομοσπονδιακού κρατιδίου της. Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας ( Ministerialblatt αριθ. 78 της 6.4.1980, σ. 1751 ) αναγνώρισε ότι ήταν δυνατή η χορήγηση παρατάσεως στην τελευταία περίπτωση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ εγκρίσεως και αδείας, ακόμη κι αν δεν ληφθεί υπόψη η αυθαίρετη νομική φύση της δεύτερης. Πράγματι, για τη χορήγηση της, αρκεί ο αιτών να έχει « πλήρη » ιατρική κατάρτιση· αντίθετα, η πρώτη προϋποθέτει ότι υφίσταται ισοτιμία μεταξύ της κατάρτισης του αιτούντος και εκείνης που παρέχεται στη Γερμανία.
Από απόψεως κοινοτικού δικαίου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1612/68 συνιστά το πρώτο μέτρο. Ως γνωστό, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του, το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας « απαιτεί... να εξασφαλισθεί πραγματικά και νομικά η ισότης μεταχειρίσεως ως προς την άσκηση μισθωτής δραστηριότητος... και επίσης να καταργηθούν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένεια του και τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογενείας αυτής στη χώρα υποδοχής ». Υπό το πνεύμα αυτό, το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, ορίζει ότι « ... δεν εφαρμόζονται οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή οι διοικητικές πρακτικές κράτους μέλους: — οι οποίες περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους, που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς, τη ζήτηση και την προσφορά εργασίας, την πρόσληψη σε απασχόληση και την άσκηση της από τους αλλοδαπούς ». Βασική όμως διάταξη για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι εκείνη του άρθρου 11, η οποία ορίζει: « ο σύζυγος και τα τέκνα, τα οποία είναι κάτω των 21 ετών ή αυτά που συντηρεί υπήκοος κράτους μέλους που ασκεί στην επικράτεια ενός κράτους μέλους μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα, έχουν το δικαίωμα να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο σύνολο της επικράτειας του κράτους αυτού, ακόμη και αν δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους ».
4.
Ας έλθουμε στα ερωτήματα. Με το πρώτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαιοδοτικό όργανο ερωτά αν οι εγγυήσεις που παρέχει η προ ολίγου αναφερθείσα διάταξη στους υπηκόους τρίτης χώρας, συνεπάγονται το δικαίωμα ελεύθερης ασκήσεως επαγγέλματος, όταν η επαγγελματική νομοθεσία κράτους μέλους περιορίζει το εν λόγω δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος μόνον σε όσους είναι εφοδιασμένοι με άδεια που χορηγεί η αρμόδια διοικητική αρχή. Η απάντηση εξαρτάται από την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έκφραση « έχουν το δικαίωμα να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα » με την οποία το άρθρο 11 εξαγγέλλει το διασφαλιζόμενο αυτό δικαίωμα. Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί αν συντρέχει λόγος υπάρξεως της διαφοράς μεταξύ προσβάσεως στη γενική αγορά εργασίας και προσβάσεως σε θέσεις για τις οποίες προβλέπονται ειδικές επαγγελματικές άδειες, όπως υποστηρίζει ο Regierungspräsident.
Συμφωνώντας με την άποψη του Gül και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είμαι πεπεισμένος ότι ακλόνητα επιχειρήματα φιλολογικής και τελολογικής φύσεως δεν συνηγορούν υπέρ της άποψης των διοικητικών αρχών ότι το άρθρο 11 αφορά αποκλειστικά την πρόσβαση στη γενική αγορά εργασίας. Ενδέχεται ο Regierungspräsident να στηρίζεται στη γερμανική διατύπωση της διάταξης, η οποία πράγματι διαφοροποιεί μεταξύ « eine Tätigkeit im Lohn- oder Gehaltsverhältnis ». Αντίθετα, οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις (γαλλική: toule activité, αγγλική: any activity, ιταλική: qualsiasi attività ) αποκλείουν πασιφανώς το ενδεχόμενο της διάκρισης μεταξύ των δύο διαφορετικών αυτών κατηγοριών προσβάσεως. Προς την κατεύθυνση άλλωστε αυτή είναι προσανατολισμένη και η απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 267/83, Diatta, Συλλογή 1985, σ. 567, με τη σκέψη 19.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνουν κατά τρόπο έντονο οι στόχοι της πηγής από την οποία απορρέει το άρθρο 11. Στηριζόμενος στο άρθρο 49 της Συνθήκης, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1612/68 αποβλέπει στην πλήρη πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μισθωτών εργαζομένων, διασφαλίζοντας στους διακινούμενους εργαζομένους την αυτή μεταχείριση με εκείνη που απολαμβάνουν οι ημεδαποί. Πάντως, η ισότητα αυτή επεκτείνεται Kat πέρα από τα όρια της εργασιακής σχέσης. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi, αναπτύσσοντας τις προτάσεις του στην υπόθεση 7/75, σύζυγοι F. κατά Βελγίου, Race. 1975, σ. 692, 696: «ακριβώς όπως ot εσωτερικές έννομες τάξεις, έτσι και το κοινοτικό δίκαιο... δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει το διακινούμενο εργαζόμενο ως απλό προμηθευτή εργασίας, αλλ' όφειλε να τον αντιμετωπίσει στο σύνολό του, ως ανθρώπινο ον. Υπό το πρίσμα αυτό, ο κοινοτικός νομοθέτης... όχι μόνο έσπευσε να του διασφαλίσει το δικαίωμα για ίση αμοιβή και συναφείς προς την εργασιακή του σχέση κοινωνικές παροχές, αλλά φρόντισε να αναγνωρίσει την ανάγκη περιορισμού των εμποδίων στα οποία προσκόπτει η κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα ενσωματώσεως της οικογένειάς τους στο περιβάλλον υποδοχής » (βλέπε την προαναφερθείσα πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού ).
Με τα δεδομένα αυτά, η αποστολή του άρθρου 11 θα ετίθετο σε κίνδυνο αν ο υπήκοος τρίτης χώρας, σύζυγος υπηκόου των Κοινοτήτων, δεν επιτρεπόταν να αναλάβει μισθωτή εργασία που επιλέγει σε συνάρτηση με την επαγγελματική του κατάρτιση. Πράγματι, απαγορεύοντάς του να καλύψει τη θέση αυτή: το εμπόδιο που τίθεται κατ' αυτό τον τρόπο καθιστά ακόμη δυσκολότερη την ενσωμάτωση της οικογένειας στο κράτος στο οποίο έχει μεταναστεύσει ο σύζυγος και για το λόγο ακριβώς αυτό έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία που του διασφαλίζει το άρθρο 48 της Συνθήκης. Με άλλους λόγους, συνιστά ένα από τα χαρακτηριστικά εμπόδια που ο νομοθέτης του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 θέλησε να εξαφανίσει.
Όσον αφορά το σημείο αυτό λοιπόν, συμπεραίνω ότι η έκφραση « οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα » είναι αδύνατο να μην αφορά όλες τις επαγγελματικές δραστηριότητες που ασκούνται στο πλαίσιο μισθωτής σχέσεως εργασίας, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων για τις οποίες η σχετική νομοθεσία που διέπει το συγκεκριμένο επάγγελμα προβλέπει τη χορήγηση διοικητικής άδειας. Πράγματι, είναι προφανές ότι, αν ot δραστηριότητες αυτές εξαιρούνταν, αν η ρύθμιση τους ξέφευγε από τις αρχές του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη θα είχαν τη δυνατότητα να αποστερήσουν το προβλεπόμενο με το άρθρο 48 δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας, σε ευρύτατους τομείς απασχολήσεως, από την πρακτική του αποτελεσματικότητα.
Ας μην προβληθεί το αντεπιχείρημα ότι στην περίπτωση ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού υπόκειται σε εξαιρέσεις που δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας υγείας. Ο Regierungspräsident, ο οποίος προέβαλε την άποψη αυτή, δεν φρόντισε να τη στηρίξει σε επαρκείς λογικές βάσεις. Ειδικότερα, δεν εξήγησε το λόγο για τον οποίο, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται στο ομοσπονδιακό κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, η εξαίρεση ισχύει για τους υπηκόους τρίτων χωρών που είναι έγγαμοι με υπήκοο κράτους μέλους εκτός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ενώ δεν εφαρμόζεται στους συναδέλφους τους που είχαν την τύχη να συνάψουν γάμο με γερμανό υπήκοο.
5.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά τη σχέση μεταξύ των άρθρων 11 και 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1612/68. Ειδικότερα, το παραπέμπον εθνικό δικαιοδοτικό όργανο ζητεί να πληροφορηθεί αν ο υπήκοος τρίτου κράτους, ο οποίος εμπίπτει στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11, μπορεί να υπαχθεί και σε εκείνες του άρθρου 3: κατά το τελευταίο, όπως έχω ήδη υπενθυμίσει, « δεν εφαρμόζονται οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή οι διοικητικές πρακτικές κράτους μέλους οι οποίες περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς (την ανάληψη εργασίας ) ». Νομίζω ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση, όπως άλλωστε προτείνουν τόσο ο προσφεύγων στην κύρια δίκη όσο και η Επιτροπή. Εντούτοις, μολονότι συμπίπτουν ως προς το αποτέλεσμα, οι απόψεις τους διίστανται όσον αφορά το επιχείρημα στο οποίο το στηρίζουν.
Κατά την Επιτροπή, ο τίτλος Ι ( άρθρα 1 ώς 6 ) του κανονισμού, που ρυθμίζει την πρόσβαση σε απασχόληση (ανάληψη εργασίας), αφορά μόνο τους υπηκόους των Κοινοτήτων: το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, δεν εφαρμόζεται λοιπόν στους υπηκόους τρίτων κρατών. Αντίθετα, οι τελευταίοι υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 11, που εμπίπτει στον τίτλο III, ο οποίος αφορά την οικογένεια του εργαζομένου. Πάντως, σύμφωνα με το καθεστώς που θεσπίζει ο κανονισμός, ο σύζυγος κοινοτικού εργαζομένου έχει, ανεξάρτητα από την εθνικότητά του, παράγωγα δικαιώματα, η έκταση των οποίων αντιστοιχεί σε εκείνη των πρωτογενών δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται. Υπό το φως της γενικής αυτής διάταξης και λαμβανομένης υπόψη της σχέσης του με το άρθρο 48 της Συνθήκης, το άρθρο 11 ορίζει κατά συνέπεια — παρόλον ότι δεν το αναφέρει ρητά — ότι και οι υπήκοοι των τρίτων κρατών, σύζυγοι κοινοτικών εργαζομένων, έχουν το δικαίωμα για ίση μεταχείριση όσον αφορά την ανάληψη εργασίας.
Η υπεράσπιση του Gül ακολουθεί μια άλλη οδό, που νομίζω ότι είναι λιγότερο περίπλοκη και περισσότερο πειστική. Πράγματι, αν και είναι γεγονός ότι το άρθρο 3 περιλαμβάνεται στον τίτλο που αφορά την ανάληψη της εργασίας, ενώ το άρθρο 11 ανευρίσκεται στον τίτλο περί της οικογενείας των εργαζομένων, είναι εξίσου αναντίρρητο ότι η τελευταία αυτή διάταξη μνημονεύει ρητά το δικαίωμα « αναλήψεως» οιασδήποτε δραστηριότητας. Πρέπει περαιτέρω να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 3 θεσπίζει την ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ ημεδαπών και « αλλοδαπών »: σύμφωνα με το καθεστώς του κανονισμού, η τελευταία αυτή κατηγορία περιλαμβάνει τους υπηκόους των Κοινοτήτων καθώς και τους υπηκόους τρίτων κρατών που αναφέρονται στο άρθρο 11. Από τα ανωτέρω έπεται ότι το άρθρο 3 είναι αδύνατο να μην αναφέρεται και στον υπήκοο τρίτου κράτους, σύζυγο υπηκόου των Κοινοτήτων, αν η πηγή μας πρέπει να θεωρηθεί ως σύνολο διατάξεων με συνοχή και ορθολογισμό.
6.
Με το τρίτο ερώτημα ζητείται να αναγνωριστεί αν στον υπήκοο τρίτου κράτους, ο οποίος υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11, το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, αναγνωρίζει μεταχείριση ημεδαπού όσον αφορά την ανάληψη και άσκηση εργασίας.
Διευκρίνισα προ ολίγου ότι το άρθρο 3 εφαρμόζεται εξ ολοκλήρου στους υπαγόμενους στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11. Επομένως, οι τελευταίοι δεν θίγονται από τις διατάξεις και την πρακτική που περιορίζουν ή εξαρτούν από όρους που δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς την ανάληψη και άσκηση της εργασίας. Στην προφανή αυτή διαπίστωση πρέπει να προστεθεί ότι:
α)
η απαρίθμηση των εν λόγω διατάξεων ή πρακτικής της παραγράφου 2 του άρθρου 3 δεν πρέπει να θεωρηθεί ως εξαντλητική, αλλ' ως ενδεικτική, όπως αποδεικνύει το επίρρημα « ιδίως » που ανευρίσκεται στην εισαγωγική πρόταση της διάταξης'
β)
ο μόνος περιορισμός που είναι επιτρεπτός δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, είναι η κατοχή των απαιτούμενων γλωσσικών γνώσεων λόγω της φύσεως της προσφερόμενης θέσεως εργασίας.
7.
Με το τέταρτο ερώτημα, το Verwaltungsgericht ερωτά μέχρι ποιο σημείο πρέπει να επεκταθεί η εξέταση του εσωτερικού δικαίου, προκειμένου να κριθεί αν οι διατάξεις σε θέματα προσβάσεως σε ένα επάγγελμα εισάγουν διάκριση έναντι των αλλοδαπών. Πράγματι, με τη Διάταξη παραπομπής, το παρα-πέμπον δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά τη φαινομενική ουδετερότητά της, η παράγραφος 10 του BÄO συνιστά μέσο ελέγχου της απασχόλησης που θεσπίστηκε ειδικά προς όφελος των ημεδαπών ιατρών.
Είναι προφανές ότι, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει διατάξεις της εσωτερικής έννομης τάξης ή να αποφαίνεται ως προς το συμβιβαστό τους προς το κοινοτικό δίκαιο. Συνεπώς, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ελέγξει αν οι εσωτερικές διατάξεις που αφορούν την ανάληψη του ιατρικού επαγγέλματος συνιστούν δυσμενή διάκριση, προφανή ή συγκεκαλυμμένη, έναντι των προσώπων που αφορά το άρθρο 11 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1612/68. Προβαίνοντας στην εξέταση αυτή, ο δικαστής οφείλει, όπως τόνισε η Επιτροπή, να συγκρίνει τη νομική κατάσταση των ημεδαπών και εκείνη των υπαγομένων στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11, καθώς και τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εσωτερικής ρύθμισης που αφορούν τους υπηκόους τρίτων χωρών, έγγαμους με ημεδαπούς ή με υπηκόους άλλων κρατών μελών. Κατ' αυτό τον τρόπο, αποβαίνει χρήσιμο να εξετάσει αν οι εθνικές διοικητικές αρχές επικαλούνται, προκειμένου να δικαιολογήσουν την άρνηση χορηγήσεως άδειας σε όσους δικαιούνται να ασκήσουν το ιατρικό επάγγελμα, λόγους που αφορούν, επί παραδείγματι, την ανάγκη υπάρξεως αναλογίας ιατρών ανά κάτοικο.
Πάντοτε προς το σκοπό καθοδηγήσεως του παραπέμποντος δικαστή, είναι ενδεδειγμένο να τονιστεί ότι τα δικαιώματα που διασφαλίζει η Συνθήκη και οι διατάξεις εφαρμογής της δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο παραιτήσεως εκ μέρους των δικαιούχων.
8.
Με το πέμπτο ερώτημα ζητείται να αναγνωριστεί αν το δικαίωμα για μεταχείριση ημεδαπού υφίσταται ακόμη και όταν ο υπήκοος τρίτου κράτους, ο οποίος υπάγεται στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11, είναι κάτοχος μόνο « άλλων τίτλων » κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 5, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975.
Επ' αυτού περιορίζομαι να υπογραμμίσω ότι: α) η διάταξη που επικαλείται ο παραπέμπων δικαστής αποτελεί μέρος ενός συστήματος που αποσκοπεί καταρχήν στην αναγνώριση των διπλωμάτων των κρατών μελών ενόψει του συντονισμού των διατάξεεων που αφορούν τις δραστηριότητες του ιατρού, β) δεν εφαρμόζεται απευθείας στα διπλώματα που χορηγούν τρίτα κράτη' πάντως, το άρθρο 1, παράγραφος 5, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να χορηγήσουν άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος ακόμη και σε πτυχιούχους που έλαβαν το πτυχίο τους σε τρίτο κράτος ( άρθρο 1, παράγραφος 5), γ) η σχετική πράξη σε καμιά περίπτωση δεν είναι συστατική δικαιωμάτων αναφορικά με την ελεύθερη κυκλοφορία. Άρα, η διάταξη περί μεταχειρίσεως ημεδαπού και κατά συνέπεια το μη αντιτάξιμο εμποδίων όσον αφορά την αναγνώριση τίτλων σπουδών απορρέουν απευθείας από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (ανωτέρω υπ' αριθ. 4), κυρίως όταν το κράτος κάνει χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται υπό β ).
Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που προηγήθηκαν, το έκτο ερώτημα φαίνεται ότι στερείται αντικειμένου.
9.
Κατόπιν των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που έθεσε με Διάταξη της 28ης Μαίου 1985 το έβδομο τμήμα του Verwaltungsgericht του Gelsenkirchen στο πλαίσιο της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ Emir Gül και Regierungspräsident Düsseldorf:
1)
Το άρθρο 11 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1612/68 έχει την έννοια ότι παρέχει στους συζύγους των υπηκόων κράτους μέλους, που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος όπου και ασκούν μισθωτή ή μη δραστηριότητα, το δικαίωμα ασκήσεως οιασδήποτε μισθωτής δραστηριότητας στο κράτος αυτό. Το εν λόγω δικαίωμα περιλαμβάνει και τις δραστηριότητες, για την άσκηση των οποίων η εσωτερική έννομη τάξη προβλέπει τη χορήγηση διοικητικής άδειας, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που διέπουν το επάγγελμα και υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις.
2)
Ο υπαγόμενος στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 υπήκοος τρίτου κράτους μπορεί να υπαχθεί και στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού.
3)
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 παρέχει στο δικαιούχο του άρθρου 11 το δικαίωμα για μεταχείριση ημεδαπού.
4)
Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει το σύνολο των διατάξεων που αφορούν την ανάληψη του ιατρικού επαγγέλματος, προκειμένου να κρίνει αν συνεπάγονται δυσμενείς επιπτώσεις έναντι των αλλοδαπών.
5)
Το δικαίωμα για μεταχείριση ημεδαπού συνεπάγεται ότι στον υπαγόμενο στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 δεν μπορεί να αντιταχθούν εμπόδια ως προς την αναγνώριση των τίτλων σπουδών ιατρικής, κυρίως όταν κράτος μέλος έχει κάνει χρήση της προβλεπόμενης από το άρθρο 1, παράγραφος 5, της οδηγίας 75/363/ΕΟΚ ευχέρειας.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy