Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 22 Ιανουαρίου 1981, 30 Ιουνίου 1981 και 17 Ιουλίου 1981 το Bundesanstalt foer landwirtschaftliche Marktordnung ( στο εξής : ΒΑLΜ ή καθού της κύριας δίκης ) χορήγησε τρία πιστοποιητικά εξαγωγής για προϊόντα υπαγόμενα στην κοινή οργάνωση της αγοράς σιτηρών ( γλυκόζη και άμυλο αραβοσίτου σε σκόνη ), στις προσφεύγουσες της κύριας δίκης μετά τη σύσταση εκ μέρους τους εγγυήσεων για τη εξασφάλιση της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως εξαγωγής κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος των πιστοποιητικών . Κατόπιν, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης έθεσαν τα εν λόγω βασικά προϊόντα υπό τελωνειακό έλεγχο, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα ( 1 ).
Ο κανονισμός αυτός αφορά τα βασικά προϊόντα που προορίζονται για μεταποίηση πριν την εξαγωγή τους . Προβλέπει τη δυνατότητα καταβολής στις επιχειρήσεις ποσού ίσου με την επιστροφή λόγω εξαγωγής "αμέσως από της υπαγωγής των προϊόντων βάσεως υπό τελωνειακό έλεγχο που εξασφαλίζει την εξαγωγή των μεταποιημένων προϊόντων ή εμπορευμάτων εντός καθορισμένης προθεσμίας" ( άρθρο 4 ).
Η υπαγωγή στο ευεργετικό αυτό σύστημα εξαρτάται από τη σύσταση εγγυήσεως, υπέρ των τελωνειακών αρχών, εξασφαλίζουσας την απόδοση ενός ποσού ίσου προς εκείνο που έχει καταβληθεί, αυξημένο κατά 20% ( άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού ). Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης συνέστησαν τέτοιες εγγυήσεις .
Μόλις τα προϊόντα τέθηκαν υπό τελωνειακό έλεγχο, το καθού της κύριας δίκης ελευθέρωσε τις εγγυήσεις που αφορούσαν τα πιστοποιητικά εξαγωγής, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 21, στοιχείο β ), 30, παράγραφος 1, στοιχείο β ), και παράγραφος 2, και 22, παράγραφος 1, στοιχείο β ), τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, περί κοινών τρόπων εφαρμογής του καθεστώτος πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα ( 2 ).
Αργότερα αποδείχτηκε ότι για ένα μέρος των εν λόγω προϊόντων οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν τήρησαν τις προθεσμίες του άρθρου 11 του κανονισμού 798/80 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1980, περί των λεπτομερειών εφαρμογής όσον αφορά την προκαταβολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή και των θετικών νομισματικών εξισωτικών ποσών για τα γεωργικά προϊόντα ( 3 ).
Λόγω του γεγονότος αυτού το καθού της κύριας δίκης θεώρησε ότι συνέτρεχε η περίπτωση του άρθρου 42, παράγραφος 1, του κανονισμού 3183/80 της Επιτροπής, ότι δηλαδή οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν είχαν εκπληρώσει την υποχρέωση εξαγωγής για τις σχετικές ποσότητες προϊόντων . Κατά συνέπεια, το καθού θεώρησε ότι δικαιούται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 42, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού να εφαρμόσει "mutatis mutandis" τις διατάξεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), τρίτη περίπτωση, του κανονισμού και να ζητήσει ανασύσταση, κατ' αναλογία των μη εξαχθεισών ποσοτήτων, των εγγυήσεων που εξασφάλιζαν την πραγματοποίηση της εξαγωγής .
Οι εγγυήσεις που είχαν συσταθεί υπό το καθεστώς του τελωνειακού ελέγχου σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, δεσμεύτηκαν επίσης, εν μέρει, από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές . Η παρούσα υπόθεση ωστόσο δεν αφορά αμέσως την εν λόγω υπόθεση .
Το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, στο οποίο προσέφυγαν οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης κατά της αποφάσεως που απαιτούσε την ανασύσταση των εγγυήσεων εξαγωγής, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
"Αντίκειται το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980, προς ιεραρχικώς υπέρτερους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, καθόσον πρέπει να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή ενέχει χαρακτήρα κυρώσεως;"
Από το σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3183/80 επιβάλλει κύρωση ποινικού χαρακτήρα . Η κύρωση αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις γενικές αρχές του δικαίου "in dubio pro reo", "nulla poena sine culpa" ούτε προς την "αρχή της αναλογικότητας ". Οι αρχές αυτές, που εφαρμόζονται στο ποινικό δίκαιο των κρατών μελών, ισχύουν επίσης στο κοινοτικό δίκαιο, δυνάμει της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 14ης Μαΐου 1974 ( 4 ).
Α - Επί της ανάγκης υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος
Στις παρατηρήσεις τους οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επικαλούνται, κατά της ανάγκης υποβολής του προδικαστικού ερωτήματος, τα επιχειρήματα που εκτίθενται στο σημείο ΙΙ-1 της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
Σύμφωνα, όμως, με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, την ανάγκη απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του ( 5 ).
Β - Επί της νομικής φύσεως της εγγυήσεως
Η άποψη του εθνικού δικαστηρίου ( ανασύσταση εγγυήσεως ίσον ποινικού χαρακτήρα πρόστιμο ) είναι αντίθετη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου .
Πράγματι, με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970 ( 6 ), σκέψεις 17 και 19, το Δικαστήριο αποφάνθηκε :
"η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αναφέρει ακόμα ότι η κατάπτωση της εγγυήσεως, ως συνέπεια της μη εκτελέσεως της υποχρεώσεως εισαγωγής ή εξαγωγής, συνιστά, στην πράξη, πρόστιμο ή ποινή που η Συνθήκη δεν έχει εξουσιοδοτήσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επιβάλουν
το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ανάλυση του συστήματος συστάσεως εγγυήσεως, το οποίο δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ποινική κύρωση, καθόσον συνιστά απλώς εγγύηση εκτελέσεως υποχρεώσεως που έχει αναληφθεί εκουσίως ".
Αν λοιπόν η κατάπτωση της ευρισκόμενης ακόμα στα χέρια του οργανισμού παρεμβάσεως εγγυήσεως δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ποινική κύρωση, μήπως η κατάσταση διαφέρει όταν η εγγύηση έχει ήδη ελευθερωθεί και πρέπει, προηγουμένως, να ανασυσταθεί; Δεν το νομίζω .
Με την απόφασή του της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, στην υπόθεση Koenecke ( 7 ), το Δικαστήριο τόνισε ότι "μία κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνο αν θεμελιώνεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση ". 'Οπως θα αναφέρω πιο κάτω, αντιθέτως προς την υπόθεση Koenecke, τέτοια νομική βάση υφίσταται . Εκείνο που πρέπει να υπογραμμιστεί στο σημείο αυτό είναι ότι το προαναφερθέν χωρίο, όπως και τα άλλα χωρία της αποφάσεως Koenecke και ιδίως η σκέψη 13, αποδεικνύουν σαφώς ότι το Δικαστήριο θεώρησε ότι το γεγονός της δεσμεύσεως της εγγυήσεως που έχει προηγουμένως ανασυσταθεί αποτελεί, βεβαίως, κύρωση, αλλά όχι κύρωση ποινική .
Αυτό το θεωρώ εντελώς λογικό .
Πράγματι, από τη στιγμή που η υποχρέωση δεν εκπληρώθηκε και δεν μπορεί πλέον να εκπληρωθεί, η δε εγγύηση που εξασφάλιζε την εκπλήρωσή της έχει δεσμευτεί από την αρμόδια αρχή, παύει πλέον να έχει το χαρακτήρα ασφάλειας και μεταβάλλεται σε κύρωση . Κατά μείζονα λόγο αυτό συμβαίνει όταν η εγγύηση έχει ήδη ελευθερωθεί . Και στις δύο περιπτώσεις η εξαγωγή εντός της προβλεφθείσας προθεσμίας δεν είναι πλέον δυνατή . Εφόσον, όμως, στην πρώτη περίπτωση η κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα αυτό στη δεύτερη περίπτωση . Πράγματι, η νομική φύση των δύο καταστάσεων δεν διαφέρει .
Ορθώς λοιπόν η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι από τις αποφάσεις Internationale Handelsgesellschaft και Koenecke μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι
"καίτοι η κατάπτωση εγγυήσεως μπορεί, πράγματι, να θεωρηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις ως κύρωση, δεν μπορεί ωστόσο να θεωρηθεί από νομικής απόψεως ως κύρωση ποινικού χαρακτήρα ".
Ο επιχειρηματίας που ανέλαβε την υποχρέωση να περατώσει μια κατασκευή εντός ορισμένης προθεσμίας, επί ποινή καταβολής ορισμένου ποσού ανά ημέρα καθυστερήσεως, και ο οποίος δεν τηρεί την προθεσμία αυτή, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι, επειδή η κατασκευή δεν περατώθηκε εντός της προθεσμίας αυτής, το συμφωνηθέν ποσό συνιστά πρόστιμο ποινικής φύσεως που υποχρεούται να καταβάλει μόνο υπό την προϋπόθεση καταδίκης του από ποινικό δικαστήριο και εφόσον αποδειχτεί ότι επέδειξε βαριά αμέλεια ή ενήργησε εκ προθέσεως .
Παρόμοια επιχειρήματα δεν μπορούν επίσης να γίνουν δεκτά σχετικά με τις εγγυήσεις . Βεβαίως, ένας κοινοτικός κανονισμός δεν είναι το ίδιο με μια αστική σύμβαση . Πρέπει να αναγνωριστεί ότι η υποχρέωση εξαγωγής που ανέλαβε η Maizena δεν είναι της ίδιας ακριβώς φύσης, ως προς τον εκούσιο χαρακτήρα της, με την υποχρέωση ενός εργολάβου κατασκευών ( 8 ). Η εταιρία Maizena δεν είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί τη σύσταση εγγυήσεως αν ήθελε να εξαγάγει, ενώ ο εργολάβος έχει τη δυνατότητα, τουλάχιστον θεωρητικώς, να μην αποδεχτεί ποινική ρήτρα .
Συντάσσομαι, κατά συνέπεια, με την άποψη των P . Tiedemann και R . Barents ( 9 ), οι οποίοι τονίζουν ότι η εγγύηση που πρέπει να εξασφαλίζει την εισαγωγή ή την εξαγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εντελώς όμοια με ποινική ρήτρα ( Vertragsstrafe ) του αστικού δικαίου .
Από την άλλη πλευρά, όμως, η ομοιότητα με ποινική καταδίκη είναι ακόμα μικρότερη . Ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή ότι "η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως έχει ως μόνη συνέπεια την κατάπτωση της εγγυήσεως και δεν συνεπάγεται καμία υποτιμητική ( ηθική ) κρίση . Για το λόγο αυτό η κατάπτωση της εγγυήσεως δεν εγγράφεται σε κανένα είδος ποινικού μητρώου, η δε προσωπική κατάσταση του οφειλέτη δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την έκδοση της σχετικής με την κατάπτωση της εγγυήσεως αποφάσεως . Δεν έχει, ιδίως, σημασία το αν η αθέτηση της υποχρεώσεως συνιστά υποτροπή ή το αν συντρέχουν επιβαρυντικές ή ελαφρυντικές περιστάσεις" ( σημείο ΙΙΙ-2, τελευταίο εδάφιο, των παρατηρήσεων της Επιτροπής ).
Θεωρώ, συνεπώς, ότι ορθώς ο R . Barents προτείνει να θεωρηθεί η τεχνική της εγγυοδοσίας "ως χωριστό φαινόμενο του διοικητικού δικαίου και να επιλυθεί το πρόβλημα της παροχής εννόμου προστασίας στο πλαίσιο αυτό . Αυτό έκρινε το Δικαστήριο με τη βασική του απόφαση τη σχετική με τις εγγυήσεις, στην υπόθεση 11/70" ( σελίδα 242 του προαναφερθέντος άρθρου ).
Εξάλλου, ορθώς αναφέρει η Επιτροπή ότι οι εθνικές νομοθεσίες περιέχουν, επίσης, ρυθμίσεις, ιδίως στον τελωνειακό και φορολογικό τομέα, όπου "ορισμένες ενέργειες οι οποίες δεν είναι οπωσδήποτε παράνομες ( ούτε καν αξιόποινες ) συνεπάγονται, σε πολλές περιπτώσεις και χάριν του δημοσίου συμφέροντος, αρνητικές οικονομικές συνέπειες" ( υπό μορφή υποχρεώσεων πληρωμής ) (( σημείο ΙΙΙ-3, στοιχείο α ), των παρατηρήσεων της Επιτροπής )).
Εξάλλου, το σύγχρονο δίκαιο χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο την έννοια της "αντικειμενικής ευθύνης" ή της "ευθύνης χωρίς πταίσμα ". Σχετικά μπορεί να αναφερθεί η σύμβαση της Χάγης, της 2ας Οκτωβρίου 1973, περί της νομοθεσίας που εφαρμόζεται σε περίπτωση ευθύνης εκ προϊόντων, η σύμβαση που συνήφθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 27 Ιανουαρίου 1977, περί της ευθύνης εκ προϊόντων σε περίπτωση σωματικής βλάβης ή θανάτου και η οδηγία του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων ( 10 ). Η οδηγία αυτή προβλέπει ότι "ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του" ( άρθρο 1 ), διότι "μόνο η καθιέρωση της ευθύνης άνευ πταίσματος του παραγωγού επιτρέπει τη σωστή επίλυση του προβλήματος του δικαίου καταλογισμού των εγγενών στη σύγχρονη τεχνική παραγωγή κινδύνων, που χαρακτηρίζει μία εποχή αυξανομένου πολιτισμού, όπως η δική μας" ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη ). Σύμφωνα με την ίδια αυτή οδηγία, στον παραγωγό εναπόκειται να απαλλαγεί από την ευθύνη του αποδεικνύοντας την ύπαρξη ορισμένων περιστατικών που τον απαλλάσσουν από την ευθύνη ( άρθρο 7 ).
Συνεπώς, τα παρόμοια χαρακτηριστικά της ρυθμίσεως περί εγγυήσεων στο γεωργικό τομέα, χωρίς να αποτελούν έκφραση απαρχαιωμένου πνεύματος ( 11 ), ανταποκρίνονται σε μία τάση του συγχρόνου δικαίου .
'Ολοι οι θεσμοί του κοινοτικού δικαίου δεν μπορούν να εξομοιωθούν πανομοιοτύπως με προϋφιστάμενες έννοιες των εθνικών δικαίων, καθόσον και εντός των τελευταίων η οικονομική εξέλιξη οδήγησε στη δημιουργία ειδικών ρυθμίσεων που δεν εμπίπτουν ούτε στις προκαθορισμένες κατηγορίες του αστικού δικαίου ούτε στις κατηγορίες του ποινικού δικαίου .
Εκείνο που έχει σημασία είναι να μη θίγονται με τις νέες αυτές νομικές τεχνικές τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, έχοντας βεβαίως υπόψη ότι "στην κοινοτική έννομη τάξη είναι εύλογο να τίθενται ορισμένα όρια στα δικαιώματα αυτά, που δικαιολογούνται από τους στόχους γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα, εφόσον δεν θίγεται το περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων" ( 12 ).
Με την απόφασή του Internationale Handelsgesellschaft, το Δικαστήριο προέβη ήδη σε έναν πρώτο έλεγχο του συστήματος των εγγυήσεων, αυτού καθαυτού, σε σχέση με τις αρχές που είχε διατυπώσει τότε το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι "δεν θίγει κανένα θεμελιώδες δικαίωμα" ( σκέψη 20 της αποφάσεως ).
Το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης διερωτάται τώρα αν, με τη ρύθμιση αυτή, θίγονται ορισμένες άλλες αρχές, τις οποίες χαρακτηρίζει ως αρχές του ποινικού δικαίου .
Θα μπορούσε να δοθεί ως απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι, εφόσον η σύσταση εγγυήσεως δεν έχει το χαρακτήρα ποινικής κυρώσεως, οι αρχές του ποινικού δικαίου δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην περίπτωση αυτή . Στον τομέα, όμως, των θεμελιωδών δικαιωμάτων επιβάλλεται η μεγαλύτερη δυνατή αυστηρότητα, αυτό δε που ορισμένοι θεωρούν ως αρχές του ποινικού δικαίου άλλοι θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να το θεωρήσουν ως θεμελιώδη δικαιώματα ή ως αρχές του διοικητικού δικαίου που αποβλέπουν στη διασφάλιση της κατάλληλης έννομης προστασίας των επιχειρηματιών . Θα εξετάσω, λοιπόν, αν μία από τις αρχές που αναφέρει το Verwaltungsgericht ή οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και αν, ενδεχομένως, την παραβιάζει το άρθρο 38 του κανονισμού 3183/80 .
Γ - Κύρος του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), του κανονισμού 3183/80
Το κύρος της διατάξεως αυτής πρέπει, προφανώς, να κριθεί σε σχέση με ιεραρχικώς υπέρτερους κανόνες του κοινοτικού δικαίου και όχι σε σχέση με κανόνες ή νομικές έννοιες του εθνικού δικαίου ( 13 ).
Μεταξύ των ιεραρχικώς υπέρτερων κανόνων του κοινοτικού δικαίου, το εθνικό δικαστήριο αναφέρει τις ακόλουθες αρχές :
- in dubio pro reo,
- nulla poena sine culpa,
- την αρχή της αναλογικότητας .
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επικαλούνται, επιπλέον, με τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τις αρχές :
- nulla poena sine lege,
- ne bis in idem .
Για να έχουν μια λογική σειρά τα επιχειρήματά μου, θα ήθελα να αρχίσω από τις τελευταίες αυτές δύο αρχές .
1 . Η αρχή "nullum crimen, nulla poena sine lege" ( αρχή της νομιμότητας )
Η αρχή ότι δεν μπορεί να επιβληθεί και να εκτελεστεί μία ποινή παρά μόνο δυνάμει νόμου δεν είναι άγνωστη στο κοινοτικό δίκαιο . Το Δικαστήριο έχει εξετάσει κατά πόσο είναι σύμφωνη με την αρχή της νομιμότητας η επιβολή προστίμου εκ μέρους της Επιτροπής σε παραγωγό χάλυβα για υπέρβαση των ποσοστώσεων παραγωγής ( 14 ).
'Οπως ήδη ανέφερα, στην υπόθεση Koenecke το Δικαστήριο έκρινε ότι μία κύρωση, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, μπορεί να επιβληθεί μόνο αν θεμελιώνεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση .
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, οι οποίες επικαλούνται την απόφαση αυτή, υποστηρίζουν ότι και στην παρούσα υπόθεση ελλείπει μια τέτοια νομική βάση . Πράγματι, το άρθρο 38 αναφέρεται σε μια εντελώς ιδιάζουσα κατάσταση, δηλαδή στο τελωνεικό καθεστώς των προϊόντων που επανεισάγονται στην Κοινότητα, αφού είχαν προηγουμένως εξαχθεί ( καθεστώς επανεισαγωγής ). Μία ρύθμιση που δικαιολογείται στο πλαίσιο αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται οπωσδήποτε και υπό άλλες περιστάσεις .
Εξάλλου, δεν είναι σαφές το τι σημαίνει η mutatis mutandis εφαρμογή .
Θα ήθελα σχετικά να παρατηρήσω το εξής : είναι βέβαιο ότι το άρθρο 38, αν εξεταστεί μεμονωμένα, αφορά μόνο "το σύστημα των επανεισαγομένων προϊόντων ". Είναι, όμως, εντελώς σαφές ότι το άρθρο 42 επιβάλλει την υποχρέωση στην αρμόδια αρχή, η οποία εξέδωσε το πιστοποιητικό εξαγωγής, να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), στην περίπτωση που ένα προϊόν τίθεται υπό τελωνειακό έλεγχο ( άρθρο 4 του κανονισμού 565/80 ) και δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη προθεσμία εξαγωγής ( άρθρο 11 του κανονισμού 798/80 ).
Συνεπώς, η αίτηση του ΒΑLΜ για ανασύσταση της εγγυήσεως στηρίζεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση .
Η mutatis muntandis εφαρμογή μιας διατάξεως σε παρόμοια, αλλ' όχι ταυτόσημη, νομική κατάσταση αποτελεί μια πολύ γνωστή νομική τεχνική . Στην παρούσα περίπτωση κανείς από τους διαδίκους δεν παραπλανήθηκε ως προς τη σημασία της προδικαστικής παραπομπής, ούτε ως προς το περιεχόμενο του κανόνα που έπρεπε να εφαρμοστεί .
Τέλος, το γεγονός ότι το άρθρο 42, παράγραφος 3, απευθύνεται μόνο στην "αρχή που χορήγησε το πιστοποιητικό" και όχι στον κάτοχο του πιστοποιητικού δεν συνιστά έγκυρο αντεπιχείρημα . Ακόμα και αν θεωρηθεί ότι στο ποινικό δίκαιο κάθε διάταξη επιβάλλουσα κύρωση πρέπει οπωσδήποτε να έχει τη διατύπωση : "όποιος κρίνεται ένοχος ... τιμωρείται ...", από τη νομολογία τουλάχιστον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις των κανονισμών που προβλέπουν τη μη ελευθέρωση της εγγυήσεως ή επιβάλλουν την ανασύστασή της δεν συνιστούν ποινικές κυρώσεις .
Πρέπει απλώς να αναφερθεί, σχετικώς, ότι η χρησιμοποίηση της εκφράσεως "ανασύσταση της (( εγγυήσεως )) ασφάλειας" δεν είναι δόκιμη . Ο όρος "εγγύηση" περιέχει την έννοια της ασφάλειας . 'Οπως, όμως, αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Koenecke ( σκέψη 10 ), δεν είναι δυνατή η ανασύσταση μιας εγγυήσεως, όταν ο κίνδυνος για τον οποίο είχε συσταθεί έχει ήδη επέλθει . Θα ήταν, λοιπόν, ορθότερο να γίνεται λόγος για "ποσό ίσο προς την εγγύηση ".
2 . Η αρχή "ne bis in idem"
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, επίσης, ότι επιχειρείται η επιβολή διπλής κυρώσεως για την ίδια πράξη, καθόσον η εγγύηση για τη μεταποίηση, που προβλέπει το άρθρο 6 του προαναφερθέντος κανονισμού 565/80, έχει επίσης ως αντικείμενο την εξασφάλιση της εξαγωγής του εμπορεύματος .
Σύμφωνα, όμως, με το κείμενο του εν λόγω άρθρου, η εγγύηση για τη μεταποίηση εξασφαλίζει "την απόδοση ενός ποσού ίσου προς εκείνο που έχει καταβληθεί, αυξημένο κατά ένα συμπληρωματικό ποσό ". Εκείνο που έχει καταβληθεί ( ως προκαταβολή ) είναι η επιστροφή λόγω εξαγωγής . Η εγγύηση εξασφαλίζει την απόδοσή της στην περίπτωση που τελικώς δεν πραγματοποιηθεί η εξαγωγή .
Ως προς την προσαύξηση κατά 20%, αυτή έχει προβλεφθεί "προκειμένου να αποφευχθεί αδικαιολόγητο όφελος του ενδιαφερόμενου εξαγωγέα . Πράγματι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζεται σύστημα προπληρωμής, οι επιχειρηματίες επωφελούνται αδικαιολογήτως μιας πιστώσεως εκ χαριστικής αιτίας, εφόσον εκ των υστέρων αποδειχθεί ότι δεν έπρεπε να χορηγηθεί η επιστροφή" ( 15 ).
Συνεπώς, η ανασύσταση της εγγυήσεως εξαγωγής δεν αντίκειται στην αρχή "ne bis in idem ".
3 . H αρχή "in dubio pro reo"
Στην υπόθεση Internationale Handelsgesellschaft το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης είχε ρωτήσει αν το σύστημα εγγυοδοσίας ήταν νόμιμο, καθόσον δεν αποκλείει την κατάπτωση της εγγυήσεως παρά μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας .
Το Δικαστήριο απάντησε στο ερώτημα αυτό :
"κατά συνέπεια, προκύπτει ότι, περιορίζοντας στην περίπτωση της ανωτέρας βίας την άρση της υποχρεώσεως εξαγωγής και ελευθερώσεως της εγγυήσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης θέσπισε διάταξη η οποία, χωρίς να επιβάλλει αδικαιολόγητη επιβάρυνση στους εισαγωγείς ή εξαγωγείς, είναι κατάλληλη να διασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία της κοινής οργανώσεως σιτηρών, χάριν του γενικού συμφέροντος όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 39 της Συνθήκης
προκύπτει ότι δεν ευσταθεί κανένα επιχείρημα κατά του κύρους του συστήματος εγγυοδοσίας που προβλέπουν οι διατάξεις που περιορίζουν την ελευθέρωση της εγγυήσεως μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας" ( σημείο 25 ).
Ωστόσο, το Verwaltungsgericht θεωρεί ότι η αρχή "in dubio pro reo" δεν τηρήθηκε, καθόσον το βάρος αποδείξεως της ανωτέρας βίας το φέρει ο ενδιαφερόμενος και όχι η αρμόδια αρχή .
Δεν μπορεί, όμως, να γίνει δεκτό ότι η αρμόδια διοικητική αρχή είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει κάθε φορά ότι δεν υπήρξε λόγος ανωτέρας βίας που να έχει εμποδίσει την επιχείρηση να εξαγάγει το εμπόρευμα εμπροθέσμως . Πράγματι, οι περιπτώσεις ανωτέρας βίας είναι θεωρητικώς πάρα πολλές . Δεν μπορεί να υποχρεωθεί η διοίκηση να υποθέτει ποια θα μπορούσε να είναι η δυνάμενη να προκύψει περίπτωση ανωτέρας βίας .
Ακόμα και στο ποινικό δίκαιο ο κατηγορούμενος οφείλει να αναφέρει το δικαιολογητικό λόγο που επικαλείται, να περιγράψει λεπτομερώς τα περιστατικά και να προσκομίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει . Προκαλεί με τον τρόπο αυτό μια ανταλλαγή επιχειρημάτων με την εισαγγελική αρχή η οποία επιχειρεί, ενδεχομένως, να αποδείξει ότι τα προβαλλόμενα περιστατικά δεν μπορούν να απαλλάξουν τον κατηγορούμενο . Τελικώς, επικρατεί εκείνος από τους δύο πρωταγωνιστές που προβάλλει τα πιο βάσιμα επιχειρήματα .
Κατά τη γνώμη μου είναι, κατά μείζονα λόγο, εντελώς σύμφωνο προς τα θεμελιώδη δικαιώματα το να εφαρμοστούν οι ίδιες αρχές στο πλαίσιο του συστήματος εγγυοδοσίας, με μόνη εξαίρεση ότι στην περίπτωση αυτή η συζήτηση διεξάγεται σε πρώτο στάδιο μεταξύ του εισαγωγέα/εξαγωγέα και του οργανισμού παερμβάσεως για να συνεχιστεί κατόπιν, αν παραστεί ανάγκη, όχι ενώπιον ποινικού δικαστηρίου, αλλά ενώπιον διοικητικού ή πολιτικού δικαστηρίου . Θεωρώ, εξάλλου, ότι με την απόφασή του της 11ης Ιουλίου 1968, ( Schwarzwaldmilch ( 16 )) το Δικαστήριο αναγνώρισε σιωπηρώς το έγκυρο αυτού του συστήματος αποδείξεων, κρίνοντας ότι "όπως, τέλος, προκύπτει από το σύστημα του άρθρου 6 του κανονισμού, στον εισαγωγέα εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ύπαρξη ανωτέρας βίας ".
4 . "Nulla poena sine culpa"
'Οπως ήδη ανέφερα στην παρούσα περίπτωση, συντρέχει μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν αφήνει περιθώριο εκτιμήσεως των λόγων στους οποίους οφείλεται η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως εξαγωγής, εκτός από την περίπτωση ανωτέρας βίας . Η προβλεπόμενη κύρωση δεν έχει τον χαρακτήρα μιας "poena", δηλαδή ποινικής κυρώσεως . Απομένει, συνεπώς, να εξεταστεί το επιχείρημα του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να επιβληθεί κύρωση σε νομικό πρόσωπο .
Το κοινοτικό δίκαιο όμως προβλέπει σε ορισμένες περιπτώσεις τη δυνατότητα επιβολής πραγματικών προστίμων σε νομικά πρόσωπα . Ανέφερα ήδη περιπτώσεις 14 όπου το Δικαστήριο επικύρωσε πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή εις βάρος επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα . Μπορεί, επίσης, να αναφερθεί το άρθρο 15 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου ( 17 ), σύμφωνα με το οποίο η Επιτροπή δύναται ... να επιβάλει στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα ...".
Κατά μείζονα λόγο, αυτό μπορεί να συμβεί όταν πρόκειται για κύρωση που δεν συνιστά πρόστιμο ποινικού χαρακτήρα .
5 . Η αρχή της αναλογικότητας
Σύμφωνα με το Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάστηκε διότι "το ύψος του προστίμου δεν εξαρτάται από το βαθμό του πταίσματος και διότι μεταξύ των διαφόρων μορφών της υπαιτιότητας δεν γίνεται διάκριση μεταξύ αμέλειας, βαριάς αμέλειας και δόλου ".
Το μόνο που έχω να επαναλάβω σχετικώς είναι ότι στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για σύστημα αντικειμενικής ευθύνης, στο πλαίσιο του οποίου αποκλείεται κάθε προσφυγή στην έννοια της υπαιτιότητας .
Κατά συνέπεια, το άρθρο 38 δεν μπορεί να θεωρηθεί άκυρο λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας .
Πριν διατυπώσω την πρότασή μου, θα ήθελα απλώς να επαναλάβω ότι, υπό την επιρροή της νομολογίας του Δικαστηρίου, οι κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις διαμορφώθηκαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί, κάθε φορά, να λαμβάνεται υπόψη η φύση της υποχρεώσεως που αθετήθηκε και η έκταση της αθετήσεώς της .
Πρέπει σχετικώς να αναφερθεί ο κανονισμός 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα ( ΕΕ L 205 της 3.8.1985, σ . 5 ). Ο κανονισμός, ο οποίος εφαρμόζεται σε όλους τους γεωργικούς τομείς, προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των πρωτογενών, δευτερογενών και τριτογενών απαιτήσεων .
Συνεπώς, το σύστημα εγγυήσεων δεν χαρακτηρίζεται πλέον από την ίδια αυστηρότητα όπως άλλοτε .
Δ - Πρόταση
Για τους λόγους που προανέφερα, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο :
"Από την εξέταση του ερωτήματος που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Φραγκφούρτης επί του Μάιν δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ ), δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3183/80 της Επιτροπής, της 3ης Δεκεμβρίου 1980 ."
(*) Metaevqarg ape ta cakkijae .
( 1 ) EE eid . ajd . 03/028, r . 50 .
( 2 ) EE eid . ajd . 11/022, r . 66 .
( 3 ) EE eid . ajd . 03/028, r . 86 .
( 4 ) Apevarg tgs 14gs Maoou 1974, Nold, υπόθεση 4/73, Slg . 1974, σ . 491, σκέψη 13 .
( 5 ) Βλέπε αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, Foglia, υπόθεση 244/80, Συλλογή 1981, σ . 3045, σκέψη 15 της 14ης Φεβρουαρίου 1984, Rewe, 278/82, Συλλογή 1984, σ . 721, σκέψη 8 της 28ης Ιουνίου 1984, Moser, 180/83, Συλλογή 1984, σ . 2539, σκέψη 6 της 12ης Ιουνίουν 1986, Bertini, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 98, 162 και 258/85, Συλλογή 1986, σ . 1885, σημείο 8 .
( 6 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Internationale Handelsgesellschaft, 11/70, Slg . 1970, σ . 1125 .
( 7 ) Υπόθεση 117/83, Συλλογή 1984, σ . 3291, ιδίως σ . 3302 .
( 8 ) Βλέπε Tiedemann, P .: "Das Kautionsrecht der EWG - ein verdecktes Strafrecht?", Neue Juristische Wochenschrift, 1983, σσ . 2727 έως 2731 .
( 9 ) Barents, R .: "The System of Deposits in Community Agricultural Law", Efficiency v . Proportionality European Law Review, August 1985, σσ . 239 έως 249 .
( 10 ) ΕΕ L 210 της 7.8.1985, σ . 29 .
( 11 ) Βλέπε προαναφερθέν άρθρο του P . Tiedemann, σ . 2727 .
( 12 ) Απόφαση της 14ης Μαΐου 1974, υπόθεση 4/73, Nold κατά Επιτροπής, Slg . 1974, σ . 491, ιδίως σ . 508, σκέψη 14 .
( 13 ) Βλέπε σχετικώς αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Internationale Handelsgesellschaft, υπόθεση 11/70, σκέψη 3, που προαναφέρθηκε, και της 8ης Οκτωβρίου 1986, Keller, υπόθεση 234/85, Συλλογή 1986, σ . 2897, σκέψη 7 .
( 14 ) Απόφαση της 17ης Μαΐου 1984, Estel, υπόθεση 83/83, Συλλογή 1984, σ . 2195 το Δικαστήριο αναφέρει την αρχή στις αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 1984, Fratelli Bertoli, υπόθεση 8/83, Συλλογή 1984, σ . 1649, σκέψη 27, και της 3ης Μαρτίου 1982, Alpha Steel, υπόθεση 14/81, Συλλογή 1982, σ . 749, σκέψη 29 .
( 15 ) Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, υπόθεση 288/85, Hauptzollamt-Hamburg-Jonas κατά Plange Kraftfutterwerke GmbH & Co ., Συλλογή 1987, σ . 611, σκέψη 14 .
( 16 ) Υπόθεση 4/68, Firma Schwarzwaldmilch GmbH κατά Einfuhr - und Vorratsstelle foer Fette, Slg . 1968, σ . 550, ιδίως σ . 563 .
( 17 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 08/001, σ . 25 .
Full & Egal Universal Law Academy