ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 25ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην υπό κρίση υπόθεση καλείστε να ερμηνεύσετε μια διάταξη του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1978, περί πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου παρεμβάσεως που προορίζεται για άμεση κατανάλωση υπό μορφή συμπυκνωμένου βουτύρου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/020, σ. 177).
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι:
« 1.
Το συμπυκνωμένο βούτυρο πρέπει:
—
...
—
...
—
να διατίθεται στο εμπόριο εντός κυτίων των 250 το πολύ γραμμαρίων, η εμφάνιση των οποίων να διασφαλίζει τη διαφοροποίηση μεταξύ (της συσκευασίας) του συμπυκνωμένου βουτύρου και (της συσκευασίας) του συνήθους βουτύρου, και τα οποία να φέρουν στην άνω επιφάνεια με γράμματα ύψους τουλάχιστον 5 χιλιοστομέτρων μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενδείξεις:
—
“ Beurre concentré pour la cuisine ” ( συμπυκνωμένο βούτυρο μαγειρικό ),
—
...»
Κατ' εφαρμογή του κανονισμού αυτού η ανώνυμη εταιρία Nicolas Corman et fils ( στο εξής: η Corman ) συνήψε μεταξύ της 25ης Μαρτίου 1978 και της 12ης Φεβρουαρίου 1979 με το Office belge de l'économie et de l'agriculture (Βελγική Υπηρεσία Οικονομίας και Γεωργίας) (στο εξής: το ΟΒΕΑ) πέντε συμβάσεις αγοράς, με μειωμένη τιμή, 210 τόνων βουτύρου παρεμβάσεως. Για να εγγυηθεί ότι θα μεταποιήσει το βούτυρο σε συμπυκνωμένο βούτυρο και ότι θα τοδιαθέσει στο εμπόριο σύμφωνα με τον κανονισμό 649/79, η εταιρία Corman συνέστησε τις ασφάλειες που προβλέπονται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού.
Στη συνέχεια μεταπώλησε το συμπυκνωμένο βούτυρο σε κυτία φέροντα διαφανές πλαστικό επικάλυμμα ( καπάκι ).
Πάνω στο συμπυκνωμένο βούτυρο ήταν εφαρμοσμένο ένα φύλλο χαρτιού. Επί του φύλλου αυτού εφέρετο γραμμένη η μνεία που επιβάλλει ο κανονισμός. Η μνεία αυτή μπορούσε να αναγνωστεί διά μέσου του διαφανούς επικαλύμματος.
Μετά από έρευνα που διεξήγαγε, η Επιτροπή γνωστοποίησε στο ΟΒΕΑ ότι η συσκευασία αυτή δεν ήταν σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου που παρατέθηκε πιο πάνω και ότι ήταν τέτοια που μπορούσε να διευκολύνει τις απάτες σε μεταγενέστερο στάδιο χρήσεως του βουτύρου.
Κατά το χρόνο αυτής της γνωστοποίησης είχαν ήδη ελευθερωθεί οι ασφάλειες οι σχετικές με τις δύο από τις πέντε προαναφερθείσες συμβάσεις. Το ΟΒΕΑ αρνήθηκε να ελευθερώσει τις υπολειπόμενες τρεις ασφάλειες.
Για να επιτύχει την ελευθέρωση αυτή, η Corman ενήγαγε το ΟΒΕΑ ενώπιον του Tribunal civil de première instance των Βρυξελλών.
Το ΟΒΕΑ άσκησε, με τη σειρά του, ανταγωγή ζητώντας την απόδοση των άλλων δύο εγγυήσεων.
Για να προσδιορίσει το ακριβές περιεχόμενο του προαναφερθέντος άρθρου 5, το Tribunal υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο. ερώτημα:
« Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 1978 έχει την έννοια ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου σε κυτία των 250 γραμμαρίων, που περιλαμβάνουν επικάλυμμα από διαφανές πλαστικό, διά μέσου του άνω μέρους του οποίου φαίνονται οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός, οι οποίες αποτυπώνονται επί φύλλου που είναι εφαρμοσμένο εσωτερικά πάνω στο ίδιο το βούτυρο, είναι απολύτως νόμιμη, αν ληφθεί υπόψη ο σκοπός της κανονιστικής ρύθμισης; »
Για να αποδείξει ότι η συσκευασία που χρησιμοποίησε για το συμπυκνωμένο βούτυρο ήταν σύμφωνη προς τον κανονισμό, η Corman επικαλείται τα ακόλουθα επιχειρήματα:
—
το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, αναφέρεται στην άνω επιφάνεια της συσκευασίας και όχι σε ενδεχόμενο επικάλυμμα, εφόσον ο ορισμός της λέξης « κυτίο » δεν υποδηλώνει και την ύπαρξη επικαλύμματος. Τα συμφέροντα των καταναλωτών διαφυλάσσονται εφόσον είναι ευανάγνωστες οι ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός·
—
η χρησιμοποιούμενη συσκευασία καθιστά κάθε ενδεχόμενη απάτη δυσχερέστερη, διότι είναι ευκολότερο να αντικατασταθεί ένα τυπωμένο επικάλυμμα με άλλο παρά να επιχειρηθεί η αφαίρεση του φύλλου χαρτιού, με κίνδυνο να ρυπανθεί το συμπυκνωμένο βούτυρο, πάνω στο οποίο είναι εφαρμοσμένο αυτό το φύλλο·
—
η ουσιώδης υποχρέωση που επιβάλλεται είναι η συσκευασία σε μικρά κυτία. Δεν έχει σημασία αν οι γραπτές ενδείξεις είναι πάνω σε χαρτί που μπορεί να αναγνωστεί διά μέσου διαφανούς επικαλύμματος ή αν είναι πάνω στο ίδιο το επικάλυμμα.
Ας εξετάσουμε τα επιχειρήματα αυτά ένα προς ένα.
1)
Η έννοια του κυτίου υποδηλώνει ή όχι την ύπαρξη επικαλύμματος;
Η προσφεύγουσα έχει δίκιο όταν ισχυρίζεται ότι ο ορισμός της λέξης « godet » ( κυτίο ) που δίνει το λεξικό « Petit Robert » δεν υποδηλώνει ότι είναι αναγκαίο το επικάλυμμα, εφόσον ο ορισμός αυτός αναφέρεται κυρίως σε « μικρά δοχεία προς πόση χωρίς πόδια ή λαβή ».
Αντιθέτως, το « Nouveau Larousse Universel » περιλαμβάνει στην έννοιά της και « τα μικρά δοχεία ποικίλων χρήσεων ».
Τα κείμενα στη γερμανική, δανική και ολλανδική γλώσσα του κανονισμού 649/78 χρησιμοποιούν τις εκφράσεις « Becher — baegere — bakjes», οι οποίες δεν υποδηλώνουν από μόνες τους την ύπαρξη επικαλύμματος.
Το αγγλικό και το ιταλικό κείμενο, απεναντίας, χρησιμοποιούν εκφράσεις που υποδηλώνουν συσκευασία που περιβάλλει ολόκληρο το τεμάχιο του εμπορεύματος, ήτοι «plastic packs » ή « contenitori di plastica ».
Στο γαλλικό κείμενο, η χρησιμοποιούμενη διατύπωση, ήτοι «godets... portant sur la face supérieure » ( « κυτία... τα οποία να φέρουν στην άνω επιφάνεια... ) εννοεί ότι τα κυτία που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό διαθέτουν αυτά τα ίδια μια άνω επιφάνεια, δηλαδή επικάλυμμα. Πράγματι, η έκφραση « άνω επιφάνεια» αναφέρεται αναμφισβήτητα στη λέξη « κυτίο » και όχι στη « συσκευασία ».
Ο ίδιος συλλογισμός μπορεί να γίνει και στο πλαίσιο του κειμένου της δανικής («i baegere... og som pa oversiden » ), της ολλανδικής («bakjes... waarop op de bovenkant») και κατά μείζονα λόγο της αγγλικής («plastic packs... bearing on the upper surface » ) και της ιταλικής γλώσσας ( « contenitori di plastica... recanti sulla parte superiore » ).
Μόνο το γερμανικό κείμενο δεν μπορεί σαφώς να ερμηνευτεί με την ίδια έννοια («in Bechern... vermarktet werden und auf der Oberseite der Verpackung eine oder mehrere Aufschriften tragen») ( 1 ). Η χρήση όμως του όρου « Verpackung », δηλαδή συσκευασία, συνεπάγεται ωστόσο την ιδέα ότι το προϊόν πρέπει να είναι απομονωμένο από τον περιβάλλοντα χώρο από όλες του τις πλευρές και σε ολόκληρη την επιφάνειά τους. Πρέπει επομένως το κυτίο να καλύπτεται είτε από ένα στέρεο καπάκι με την κυριολεκτική έννοια, είτε ενδεχομένως με ένα εύκαμπτο φύλλο που να είναι όμως συνδεδεμένο με τα χείλη του κυτίου, έτσι ώστε το σύνολο να αποτελεί μια πραγματικά πλήρη συσκευασία (πράγμα που δεν συνέβαινε στην περίπτωση του φύλλου που είχε τοποθετήσει επάνω στο βούτυρο η επιχείρηση Corman).
Μπορεί επομένως να συναχθεί ότι η συσκευασία του συμπυκνωμένου βουτύρου μέσα σε ένα κυτίο που δεν φέρει επικάλυμμα, μαζί με την απλή τοποθέτηση πάνω σ' αυτό ενός φύλλου που δεν εφάπτεται στα χείλη του κυτίου, δεν ήταν σύμφωνη προς το άρθρο 5 του κανονισμού 649/78.
2)
Η έκφραση « κυτία τα οποία να φέρουν στην άνω επιφάνεια... μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενδείξεις » υποχρέωνε να εγγράφεται το εν λόγω κείμενο πάνω στο επικάλυμμα του κυτίου ή μπορούσε να πληρωθεί η προϋπόθεση αυτή και με την τοποθέτηση τυπωμένου φύλλου κάτω από διαφανές επικάλυμμα και πάνω στο ίδιο το προϊόν;
Υπενθυμίζω ότι, κατά τα κείμενα στις διάφορες γλώσσες, η εγγραφή πρέπει να φέρεται πάνω:
—
στην άνω επιφάνεια του κυτίου ( σύμφωνα με το δανικό, το γαλλικό και το ολλανδικό κείμενο ),
—
στην « upper surface » των « packs »,
—
στην « Oberseite » της « Verpackung »,
—
στην « parte superiore... » των « contenitori ».
Δικαιολογημένα λοιπόν μπορεί να συναχθεί ότι όλα αυτά τα κείμενα αφορούν την εξωτερική πλευρά της συσκευασίας, δηλαδή το επικάλυμμα του κυτίου ή, το πολύ πολύ, ένα φύλλο που να συνδέεται με τα χείλη του κυτίου επέχοντας θέση επικαλύμματος.
3)
Η επίμαχη εμφάνιση των κυτίων διευκόλυνε την απάτη;
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να συγκριθεί, αφενός, το κόστος του υλικού και, αφετέρου, το κόστος της εργασίας (αριθμός των υλικών ενεργειών), το οποίο προκύπτει σε περίπτωση που γίνεται απόπειρα απάτης, ανάλογα με τη μορφή συσκευασίας.
Στην περίπτωση μεν που η μνεία « συμπυκνωμένο βούτυρο » αποτυπώνεται πάνω στο επικάλυμμα του κυτίου, ο δράστης της απάτης θα αρκούσε:
—
να αγοράσει επικαλύμματα ανεπίγραφα ( διαφανή ή μη )
—
να αντικαταστήσει τα παλιά επικαλύμματα με τα νέα.
Στην περίπτωση δε που το κυτίο φέρει διαφανές επικάλυμμα, ο απατεών:
—
δεν θα χρειαζόταν να αγοράσει νέα επικαλύμματα, εφόσον μπορεί να χρησιμοποιήσει πάλι τα υπάρχοντα διαφανή επικαλύμματα
—
θα αρκούσε να ανοίξει τα επικαλύμματα, να αφαιρέσει το αποσπάσιμο φύλλο και να ξανατοποθετήσει το διαφανές επικάλυμμα.
Από την άποψη κόστους του υλικού, το εγχείρημα θα ήταν σαφώς πιο οικονομικό στη δεύτερη περίπτωση, εφόσον δεν θα ήταν αναγκαία η αγορά νέων επικαλυμμάτων.
Η αγορά, από την αρχή, κυτίων που δεν φέρουν καμία έντυπη μνεία έπρεπε, άλλωστε, να είναι οικονομικότερη από την αγορά κυτίων που φέρουν επικάλυμμα με τυπωμένο κείμενο, εφόσον έτσι θα μπορούσε κάποιος να αγοράσει κυτία κατασκευαζόμενα σε μεγάλους αριθμούς και κατάλληλα να χρησιμεύσουν για τη συσκευασία κάθε είδους προϊόντος.
Από άποψη δαπανών των υλικών εργασιών, στη δεύτερη περίπτωση θα απαιτούνταν μια πρόσθετη κίνηση, που συνίσταται δηλαδή στην αφαίρεση του φύλλου που είναι τοποθετημένο πάνω στο βούτυρο, αυτή όμως είναι σχετικά εύκολη.
Μια τέτοια πρόσθετη κίνηση δεν φαίνεται άλλωστε να είναι τέτοια που να αυξάνει υπέρμετρα τις δαπάνες της εργασίας, εφόσον και η εταιρία Corman αναγνωρίζει ότι πώλησε σε γερμανό χονδρέμπορο ορισμένη ποσότητα συμπυκνωμένου βουτύρου, αφού αντικατέστησε το αρχικό παρένθετο φύλλο με ένα άλλο φύλλο χαρτιού με μεταλλικό επίστρωμα που έφερε τις μνείες που επιβάλλουν οι γερμανικές αρχές.
Η συναλλαγή αυτή φαίνεται, λοιπόν, ότι υπήρξε κερδοφόρα, παρά το γεγονός ότι απαίτησε μια πρόσθετη εργασία, δηλαδή την τοποθέτηση ενός νέου παρένθετου φύλλου ( και τις δαπάνες εκτυπώσεως αυτού του φύλλου ).
Η πώληση αυτή συνιστά αντίλογο του επιχειρήματος της εταιρίας Corman, ότι η αφαίρεση του παλιού παρένθετου φύλλου θα ρύπαινε το βούτυρο καθιστώντας έτσι την ενέργεια αυτή ασύμφορη.
Για να περάνω επί του σημείου αυτού, λέω επομένως ότι μια ενδεχόμενη απάτη που θα γινόταν σε κυτία με διαφανές επικάλυμμα θα συνεπαγόταν κατώτερες υλικές δαπάνες από εκείνες που προκύπτουν στην άλλη περίπτωση.
Το πλεονέκτημα αυτό θα αντισταθμιζόταν ώς ένα βαθμό,που είναι δύσκολο να αποτιμηθεί, από τις πρόσθετες δαπάνες εργασίας, τις οποίες συνεπάγεται η αφαίρεση του φύλλου.
Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι η μέθοδος συσκευασίας που χρησιμοποίησε η εταιρία Corman δεν προσέφερε δυνατότητες απάτης περισσότερες από ό,τι προσέφερε η μέθοδος που επέβαλλε η Επιτροπή.
Για να καταστήσει την απάτη πραγματικά δυσχερή, η Επιτροπή όφειλε να επιβάλει να αναγράφεται η μνεία « συμπυκνωμένο βούτυρο » στις πλάγιες όψεις του κυτίου.
Χάριν πληρότητας, θα ήθελα ωστόσο να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο, με τη νομολογία του τη σχετική με τους κοινοτικούς κανονισμούς που προβλέπουν τη χορήγηση επιδομάτων, επέβαλε με ιδιαίτερη εμμονή την αυστηρή τήρηση των διατάξεων των ρυθμίσεων αυτών που αποσκοπούσαν στην αποφυγή της απάτης.
Με την απόφαση της 29ης Απριλίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 66 και 99/81 (Α. Pommerehnke, Firma W. Franzen και H. Α. Witt κατά BALM, Συλλογή σ. 1363 ), η οποία αφορούσε επίσης τη διαδικασία μεταπωλήσεως συμπυκνωμένου βουτύρου, το Δικαστήριο έδωσε στον κανονισμό 349/73 της Επιτροπής, που προΐσχυσε του κανονισμού 649/78, εκείνη την ερμηνεία που παρείχε την καλύτερη δυνατότητα αποφυγής της εκτροπής του συμπυκνωμένου βουτύρου από τον προβλεπόμενο προορισμό του.
Με την απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 272/81 (RU-ΜΙ κατά Forma, Συλλογή σ. 4167 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι η μετουσίωση ενός προϊόντος που παρεξέκλινε ελαφρώς από τη συνταγή που όριζε ο κανονισμός ήταν ήδη αρκετό για να στερήσει πλήρως τον επιχειρηματία από το ευεργέτημα της ειδικής ενίσχυσης που θεσπιζόταν από τον κανονισμό αυτό.
Στην περίπτωση εκείνη όμως η μετουσίωση του αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη συνιστούσε σαφώς την κύρια υποχρέωση, ο δε κανονισμός προέβλεπε ρητά ότι η ενίσχυση μπορούσε να καταβληθεί μόνο εφόσον είχε χορηγηθεί βεβαίωση περί της μετουσιώσεως από το ελεγκτικό όργανο.
Η απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 273/81 (Société laitière de Gacé κατά Forma, Συλλογή σ. 4193) δείχνει την αυστηρότητα του Δικαστηρίου σε θέματα ενισχύσεων για τη μεταποίηση ορισμένων προϊόντων. Το μη σύμφωνο του προϊόντος προς τα επιβαλλόμενα κριτήρια οφειλόταν, στην περίπτωση εκείνη, σε απορρύθμιση μιας συσκευής, την οποία δεν είχε παρατηρήσει ο παραγωγός. Αποτέλεσμα όμως της απορρύθμισης αυτής ήταν ότι το εξαγόμενο προϊόν δεν ήταν σύμφωνο προς τα ποιοτικά κριτήρια που επιβάλλονται από την κοινοτική ρύθμιση.
Επίσης το Δικαστήριο δεν δέχτηκε να εξετάσει αν ένα σύστημα ελέγχου που εφάρμοζε ένα κράτος μέλος, προκρίνοντάς το από εκείνο που επέβαλλαν οι κοινοτικοί κανόνες, ήταν ή όχι αποτελεσματικότερο από το τελευταίο. Αρκέστηκε να διακηρύξει ότι οι κοινοτικοί κανονισμοί πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981, υπόθεση 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 21 ).
4)
Η λύση που επέλεξε η επιχείρηση Corman της προσπόριζε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση προς τους ανταγωνιστές της στα άλλα κράτη μέλη;
Με τις δύο αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979 (υπόθεση 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Rec. σ. 245, σκέψη 9, και υπόθεση 18/76, Γερμανία κατά Επιτροπής, Rec. σ. 343, σκέψη 8 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
« ... η διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής υπό όρους ισότητας μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών εμποδίζει τις εθνικές αρχές κράτους μέλους να ευνοούν, μέσω μιας ευρείας ερμηνείας ορισμένης διατάξεως, τους επιχειρηματίες του κράτους αυτού προς βλάβη των επιχειρηματιών των άλλων κρατών μελών όπου γίνεται δεκτή μια στενότερη ερμηνεία. Μια τέτοια στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών ... »
Όσον αφορά δε την υπό κρίση υπόθεση, είδαμε ότι η χρήση κυτίων που φέρουν διαφανές επικάλυμμα και όπου προστίθεται ένα απλό φύλλο που φέρει τυπωμένη μια ένδειξη ήταν πιθανότατα κάπως λιγότερο δαπανηρή από τη χρήση κυτίων που φέρουν τυπωμένο κείμενο πάνω στο επικάλυμμα. 'Ενδειξη περί αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η επιχείρηση Corman μπόρεσε να παραδώσει συμπυκνωμένο βούτυρο στη Γερμανία αφού αφαίρεσε το φύλλο και το αντικατέστησε με νέο φύλλο που έφερε τις ενδείξεις που επιβάλλει ο κανονισμός στη γερμανική γλώσσα. Ενδέχεται, λοιπόν, να υπήρξε κάποια στρέβλωση του ανταγωνισμού.
Οδηγούμαι, επομένως, στο συμπέρασμα ότι η εμφάνιση των κυτίων, την οποία επέλεξε η επιχείρηση Corman:
—
δεν ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις του κανονισμού 649/78 ·
—
μπορούσε να προσπορίσει στην επιχείρηση αυτή κάποιο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εξετάσει τι σημασία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στο γεγονός ότι το ΟΒΕΑ, σιωπηρώς τουλάχιστον, δέχτηκε τη λύση που είχε επιλέξει η Corman, δεδομένου ότι διενήργησε, από κοινού με το Office national du lait (Εθνική Υπηρεσία Γάλακτος), τον επιτόπιο έλεγχο κατά τη διεξαγωγή των εργασιών μεταποιήσεως και συσκευασίας, χωρίς να εγείρει αντίρρηση. Προκύπτει μάλιστα ότι για την κάθε συσκευασία εκδόθηκε πιστοποιητικό πιστότητας υπογραφόμενο από τους δύο αυτούς οργανισμούς.
Είναι βέβαιο ότι ήταν εύκολο για το ΟΒΕΑ να ζητήσει από την Επιτροπή εγκαίρως πληροφορίες σχετικά με την ερμηνεία που έπρεπε να δοθεί στο άρθρο 5. Είναι όμως εξίσου αληθές ότι την ίδια δυνατότητα είχε και η Corman.
Θα ήθελα να σημειώσω επίσης, εν παρόδω, ότι δεν κατάφερα να βρω διάταξη του κοινοτικού δικαίου, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι θα έπρεπε να απορριφθεί η απόδοση της ασφάλειας λόγω του ότι η συσκευασία δεν ήταν σύμφωνη προς τις προδιαγραφές του προαναφερθέντος άρθρου 5.
Διάταξη σχετική με την κατάπτωση της ασφαλείας εισήχθη πράγματι στον κανονισμό 649/78 διά του κανονισμού 131/79 της Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 5 ).
Πρόκειται για το νέο άρθρο 10α. Το άρθρο αυτό, αφενός, προβλέπει ορισμένη διαβάθμιση, σχετικά με την κατάπτωση της εγγυήσεως, όταν υπήρξε υπέρβαση της προθεσμίας συσκευασίας του γάλακτος κατά λιγότερο από είκοσι ημέρες, και, αφετέρου, περιέχει την παράγραφο 4, που έχει ως εξής:
« 4.
Εκτός της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η ασφάλεια μεταποιήσεως που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, δεύτερη περίπτωση, καταπίπτει για τις ποσότητες, για τις οποίες οι αποδείξεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1687/76 δεν προσκομίζονται εντός ανωτάτης προθεσμίας 12 μηνών υπολογιζομένης από την ημέρα της αναλήψεως της υποχρεώσεως. »
Ο κανονισμός 1687/76 της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1976 ορίζει τις κοινές εκτελεστικές διατάξεις ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 6). Ο κανονισμός αυτός έχει υποβληθεί σε επανειλημμένες τροποποιήσεις.
Το άρθρο 13, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1723/77 της 28ης Ιουλίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 12), ορίζει ότι:
« Η αποδέσμευση της εγγυήσεως προϋποθέτει την προσκόμιση της αποδείξεως, κατά περίπτωση, που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, ή στο άρθρο 12 ... »
Το άρθρο 12, που φαίνεται να έχει εφαρμογή εν προκειμένω, έχει ως εξής:
« Η απόδειξη ότι ετηρήθησαν οι προϋποθέσεις σχετικά με τον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, παρέχεται ως εξής:
α)
όσον αφορά τα προϊόντα, για τα οποία η απόσυρση από τα αποθέματα παρεμβάσεως, η χρησιμοποίηση και/ή ο προορισμός έχουν ελεγχθεί από τις αρχές ενός κράτους μέλους, με έγγραφα που έχει καθορίσει το κράτος μέλος αυτό ».
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού 1687/76 ορίζει ότι:
« Τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 υπόκεινται σε τελωνειακό έλεγχο ή σε διοικητικό έλεγχο, ο οποίος προσφέρει ανάλογη εγγύηση από τη στιγμή κατά την οποία απε-σύρθησαν από τα αποθέματα παρεμβάσεως μέχρι να διαπιστωθεί ότι έτυχαν της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού που προβλέπεται. »
Τέλος, στο άρθρο 3 του κανονισμού 1687/76, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3135/76 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 199), διαβάζουμε ότι:
«Τα προϊόντα θεωρούνται ότι πληρούν τις προδιαγραφές σχετικά με τη μεταποίηση και/ή τον προορισμό όταν διαπιστούται ότι:
...
δ)
για τα προϊόντα τα προοριζόμενα προς πώληση με σκοπό την άμεση κατανάλωση σαν συμπυκνωμένα προϊόντα, ότι πραγματικά έχουν συμπυκνωθεί, σνσκενασθεί σε πλακίδια και κυκλοφορήσει στο λιανικό εμπόριο ».
Φαίνεται, λοιπόν, ότι η Επιτροπή ξέχασε να προσαρμόσει τον κανονισμό 1687/76 στην υποχρέωση συσκευασίας σε κυτία.
Άλλωστε, μου φαίνεται ότι δύσκολα μπορεί να συναχθεί από την παρατιθέμενη πιο πάνω διάταξη ότι ένας τρόπος συσκευασίας, σαν αυτόν που επέλεξε η επιχείρηση Corman, ο οποίος μερικώς μόνο διαφέρει από τον επιβαλλόμενο τρόπο, πρέπει να οδηγήσει στην ολική δήμευση της ασφάλειας.
Οι παρατηρήσεις αυτές υπερβαίνουν, ωστόσο, το πλαίσιο του ερωτήματος που υπέβαλε το Tribunal civil των Βρυξελλών, στο οποίο προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση:
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 649/78 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι οι ενδείξεις που φέρει το κυτίο που περιέχει το συμπυκνωμένο βούτυρο πρέπει να αποτυπώνονται στην άνω επιφάνεια του εν λόγω κυτίου και όχι σε φύλλο τοποθετημένο κάτω από το επικάλυμμα του κυτίου.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) « Das Butterreinfett muß:
— in Bechern von höchstens 250 g, die so aufgemacht sind, daß Butterreinfett nicht mit Butter verwechselt werden kann, vermarktet werden und auf der Oberseite der Verpackung in mindestens 5 mm großen Buchstaben eine oder mehrere der folgenden Aufschriften tragen.»
Full & Egal Universal Law Academy