ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 27ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαονές,
1. Τα πραγματικά περιστατικά
Στο πλαίσιο συμβάσεως ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος, η εταιρία Danhuber, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, αποθεματο-ποίησε 1827 χαρτοκιβώτια εμπρόσθιων τεταρτημορίων χωρίς οστά. Το κρέας που εναποθηκεύτηκε προερχόταν από ζώα τα οποία είχαν σφαγεί στο Βέλγιο λιγότερο από 10 ημέρες πριν από την αποθεματοποίηση. Κατά τη φόρτωση στο Βέλγιο, το κρέας δεν ήταν κατεψυγμένο, έφτασε όμως στις αποθήκες κατεψυγμένο. Ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν ήταν εν γνώσει του περιστατικού αυτού και, επομένως, χορήγησε την ενίσχυση ιδιωτικής αποθεματοποιήσεως. Το 1977, από φορολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι το κρέας είχε παραδοθεί κατεψυγμένο. Ο Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (στο εξής: BALM), καθού στην κύρια δίκη, ζήτησε επομένως την απόδοση της ενίσχυσης που είχε καταβάλει.
Η εταιρία Danhuber άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης αυτής.
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα
Το πρώτο τμήμα του Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν υπέβαλε, στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Εξακολουθεί να είναι “ νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη ”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), το κρέας το οποίο παραδίδεται κατεψυγμένο στον τόπο της αποθεματοποίησης και για το οποίο έχει τηρηθεί το χρονικό όριο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1071/68 της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1968, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 137), και στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2778/74 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1974, περί χορηγήσεως κατ' αποκοπήν ενισχύσεων που έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος ( ABl. L 294 της 1. 11. 1974, σ. 73);
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
2)
Συμβιβάζεται με το δίκαιο της ιδιωτικής αποθεματοποίησης, ιδιαίτερα δε με το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1071/68, η διενέργεια των προπαρασκευαστικών της αποθεματοποίησης πράξεων, ιδιαίτερα της κατάψυξης του κρέατος, σε τόπο άλλο από τον τόπο της καθαυτό αποθεματοποίησης;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
3)
Χάνει το δικαίωμα ενισχύσεως ο αποθε-ματοποιών που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού (ΕΟΚ) 1071/68;»
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, το Verwaltungsgericht διερωτάται αν, για να προσδιοριστεί αν πρόκειται για « νωπό » ή « κατεψυγμένο » κρέας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η θερμοκρασία του κρέατος ή η ημερομηνία σφαγής του ζώου. Κατά την τελευταία ερμηνεία πρέπει να θεωρηθεί ως « νωπό » το κρέας που προέρχεται από ζώα τα οποία έχουν σφαγεί πριν 10 το πολύ ημέρες. Σχετικά, το δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1071/68, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του κανονισμού 2778/74, κατά το οποίο μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση αποθεματοποιήσεως μόνο για προϊόντα προερχόμενα από ζώα που έχουν σφαγεί πριν από 10 το πολύ ημέρες. Εν συνεχεία το Verwaltungsgericht διερωτάται για ποιο λόγο δεν μπορεί να χορηγηθεί η ενίσχυση αποθεματοποιήσεως για κρέας που παραδίδεται στην αποθήκη κατεψυγμένο, αφού πρέπει εν πάση περιπτώσει να καταψυγεί για να αποθεματο-ποιηθεί.
Το εθνικό δικαστήριο δέχεται ότι είναι δυσκολότερο να διενεργηθούν οι έλεγχοι που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά την ποιότητα και την εξακρίβωση του αποθε-ματοποιημένου κρέατος όταν αυτό είναι κατεψυγμένο. Πάντως, πιστεύει ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι είναι πολύ σπάνιοι και ότι οι αρμόδιες γερμανικές αρχές περιορίζονται συνήθως σε έλεγχο βάσει εγγράφων. Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχτηκε ότι δεν παρευρισκόταν στην αποθήκη ελεγκτής κατά τη στιγμή εκφορτώσεως του κρέατος.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα, το Verwaltungsgericht παρατηρεί ότι ο ίδιος ο BALM δέχτηκε, μερικές φορές, ότι η κατάψυξη του κρέατος που προορίζεται για αποθεματοποίηση έπρεπε να γίνει σε τόπο διαφορετικό από την αποθήκη όπου έπρεπε να αποθεματοποιηθεί. Επομένως, θα ήταν παράλογο να μη γίνει δεκτή η κατάψυξη κατά τη μεταφορά.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, το Verwaltungsgericht υπενθυμίζει ότι είναι δεδομένο ότι η εταιρία Danhuber παρέβη την υποχρέωση να ειδοποιήσει τον οργανισμό παρεμβάσεως για την ημέρα και τον τόπο αποθεματοποιήσεως, όπως επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 1071/68. Πάντως, διατυπώνει τη γνώμη ότι η υποχρέωση αυτή έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα και δεν μπορεί να συνεπάγεται την έκπτωση από το δικαίωμα λήψεως της ενισχύσεως.
3. Το πρώτο ερώτημα
Εξετάζω καταρχάς την εφαρμοστέα νομοθεσία.
Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 ), ορίζει ότι:
1)
Δύνανται να ληφθούν τα ακόλουθα μέτρα παρεμβάσεως για να αποφευχθεί ή μετριασθεί σημαντική πτώση των τιμών:
α)
ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση·
...
2)
Τα μέτρα παρεμβάσεως που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι δυνατόν να ληφθούν για τα χονδρά βοοειδή καθώς και για τα νωπά ή τα διατηρημένα απλής ψύξεως κρέατα των ζώων αυτών υπό τη μορφή ολοκλήρων σφαγίων, ημισφαγίων, συμπληρωμένων τεταρτημορίων, εμπροσθιων ή οπισθίων τεταρτημορίων.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην περίπτωση του κατεψυγμένου κρέατος αποκλείεται το δικαίωμα ενισχύσεων για ιδιωτική αποθεματοποίηση. Αυτό προκύπτει επίσης από την εξέταση του κανονισμού 1071/68, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος, του οποίου το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
« 1)
Το ύψος της ενισχύσεως καθορίζεται κατά μονάδα βάρους και αναφέρεται στο βάρος που διαπιστώνεται προ της καταψύξεως ( 1 ) κατά τη θέση σε αποθέματα. »
Ο κανονισμός 2778/74 της Επιτροπής, περί χορηγήσεως κατ' αποκοπήν ενισχύσεων που έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση βοείου κρέατος, ορίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ότι:
«1)
Χορηγείται ενίσχυση για ιδιωτική αποθεματοποίηση για τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα. »
Το παράρτημα αυτό αναφέρεται στη διάκριση 02.01 Α II α) 1 ββ) 11 του ΚΔ, η οποία περιλαμβάνει μόνο τα νωπά κρέατα ή τα διατηρημένα με απλή ψύξη.
Ο λόγος για τον οποίο δεν παρέχεται ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση κατεψυγμένου κρέατος είναι να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος ως προς την ταυτότητα, την ποιότητα και τη νωπότητα του κρέατος, πράγμα που είναι αδύνατο όταν το κρέας είναι κατεψυγμένο. Εξάλλου, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος ώστε κατεψυγμένο κρέας να αποτελέσει αντικείμενο ανταλλαγής ή κρέας, για το οποίο χορηγήθηκε ήδη ενίσχυση, να αποθεματοποιηθεί εκ νέου.
Τέλος, προσθέτω ότι το γεγονός ότι δεν διενεργήθηκε έλεγχος εν προκειμένω δεν έχει σημασία. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση του της 5ης Δεκεμβρίου 1985, σκέψη 21 (υπόθεση 124/83, Corman, Συλλογή 1985, σ. 3777), οι έλεγχοι του τύπου αυτού συνιστούν υποχρέωση των κρατών μελών έναντι της Κοινότητας και μόνο οι κοινοτικές αρχές μπορούν να συναγάγουν τις συνέπειες ενδεχόμενης παραλείψεως. Η απουσία τέτοιων ελέγχων δεν απαλλάσσει το δικαιούχο της ενίσχυσης από τις υποχρεώσεις του έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως.
4. Το δεύτερο ερώτημα
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα καθορίζει επίσης την απάντηση στο δεύτερο. Αν το κρέας φθάνει κατεψυγμένο στην αποθήκη που έχει επιλεγεί για αποθεματοποίηση, οι προαναφερόμενοι έλεγχοι δεν μπορούν πλέον να διενεργηθούν. Επιπλέον, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, το άρθρο 2 του κανονισμού 989/68, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων για τη χορήγηση ενισχύσεων στην ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του βοείου κρέατος, ορίζει ότι:
« εκτός ειδικής εξουσιοδοτήσεως, είναι δυνατό να υποβάλλεται αίτηση ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση μόνον εντός της χώρας όπου πρέπει να αποθεματοποιηθεί το προϊόν ».
Συνεπώς, αν η σύμβαση αποθεματοποιήσεως συνάφθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η έναρξη αποθεματοποιήσεως με κατάψυξη του κρέατος δεν μπορεί να διενεργηθεί στο Βέλγιο χωρίς άδεια του οργανισμού παρεμβάσεως.
5. Το τρίτο ερώτημα
Δεδομένου ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι αρνητική, το τρίτο ερώτημα είναι χωρίς αντικείμενο.
Πάντως, μου φαίνεται ενδεδειγμένο να προσθέσω κάτι ακόμη σχετικά με το επιχείρημα που προέβαλε κατά την προφορική διαδικασία η επιχείρηση Danhuber. Επικαλέστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 1979 (Atalanta Amsterdam BV κατά Produktschap voor Vee en Vlees, Ree. 1979, σ. 2137), για να υποστηρίξει ότι η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 1071/68, δηλαδή η υποχρέωση « να προειδοποιεί τον οργανισμό παρεμβάσεως με τον οποίο έχει συμβληθεί, για τον τόπο και την ημέρα εναποθηκεύσεως, όπως επίσης για τη φύση και την ποσότητα των προς αποθεματοποίηση προϊόντων », συνιστά δευτερεύουσα υποχρέωση, η μη τήρηση της οποίας δεν είναι ικανή να στερήσει από τον αιτούντα το πλεονέκτημα της ενίσχυσης.
Σχετικά, φαίνεται ότι ο κανονισμός 1071/68 και ο κανονισμός 1889/76 ( 2 ), για τον οποίο επρόκειτο στην υπόθεση Atalanta, δεν έχουν την ίδια διατύπωση.
Ενώ ο κανονισμός 1889/76 ορίζει στο άρθρο 6, παράγραφος 2, ότι « ο αποθηκεύων... δεν έχει δικαίωμα ενισχύσεως παρά μόνο αν εκπληρώθηκαν εξ ολοκλήρου οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2 υπό α )» (δηλαδή να θέσει προς αποθεματοποίηση εντός των προβλεπομένων προθεσμιών και να αποθεματοποιήσει, κατά τη διάρκεια της περιόδου που έχει συμφωνηθεί, τη συμφωνηθείσα ποσότητα χωρίς να μετατρέψει ούτε να υποκαταστήσει τα αποθεματοποιημένα προϊόντα κατά τη διάρκεια της συμφωνηθείσας περιόδου αποθεματοποιήσεως), ο κανονισμός 1071/68 δεν περιέχει ανάλογη διάταξη.
Επομένως, μου φαίνεται δύσκολο να γίνει διάκριση, σχετικά με τον τελευταίο αυτό κανονισμό, μεταξύ κυρίων και δευτερευουσών υποχρεώσεων.
Η παράγραφος 4 του άρθρου 3, που παραθέτει το παραπέμπον δικαστήριο, ορίζει μόνο τι πρέπει να θεωρείται ως « συμφωνηθείσα ποσότητα ».
Επιπλέον, η υπόθεση Atalanta αφορούσε αποκλειστικά τη μη έγκαιρη αποστολή των δικαιολογητικών εγγράφων και όχι υποχρέωση τόσο ουσιαστική για τον έλεγχο όσο η υποχρέωση να προειδοποιείται ο οργανισμός παρεμβάσεως για την ημέρα και τον τόπο αποθεματοποιήσεως καθώς και για τη φύση και την ποσότητα των προς αποθεματοποίηση προϊόντων.
Επομένως, έχω τη γνώμη ότι το δικαίωμα εισπράξεως ενισχύσεως εξαφανίζεται όταν ο αποθεματοποιών δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β του κανονισμού, εν πάση δε περιπτώσει όταν η κατάψυξη γίνεται σε τόπο διαφορετικό από εκείνον της κατά κυριολεξία αποθεματοποίησης, και αυτό υπό την επιφύλαξη της προσήκουσας άδειας που απαιτείται όταν η κατάψυξη γίνεται σε άλλη χώρα.
6. Συμπέρασμα
Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Verwaltungsgericht:
1)
Κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 805/68, το κατεψυγμένο κρέας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι « νωπό » ή διατηρημένο δι' « απλής ψύξεως », και αυτό ανεξάρτητα από την ημερομηνία σφαγής των ζώων.
2)
Η αποθεματοποίηση του προϊόντος πρέπει να γίνει στη χώρα στην οποία έχει υποβληθεί η αίτηση ενισχύσεως, εκτός αν υπάρχει ειδική άδεια του οργανισμού παρεμβάσεως.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Από τις επεξηγηματικές σημειώσεις που θέσπισε το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας προκύπτει ότι κατεψυγμένο κρέας είναι το κρέας που ψύχεται μέχρι πλήρους καταψύξεως.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1889/76 της Επιτροπής της 29ης Ιουλίου 1976, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της χορηγήσεως ενισχύσεως για ιδιωτική αποθεματοποίηση στον τομέα του χοιρείου κρέατος, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 53.
Full & Egal Universal Law Academy