ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 8ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Κνριε ποόεόρε,
Κύριοι όικχοτές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
Τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι αρκετά απλά:
Με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 1984, ο Strack, υπάλληλος των Ηνωμένων Εθνών, έγινε δεκτός να συμμετάσχει στη γραπτή δοκιμασία του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α που διοργάνωνε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Δεν μπόρεσε εντούτοις να συμμετάσχει, διότι η πρόσκληση συμμετοχής έφθασε στην κατοικία του στις 5 Ιουλίου 1984, ενώ αυτός βρισκόταν σε διακοπές, και έτσι έλαβε γνώση μετά την ημερομηνία διεξαγωγής της γραπτής δοκιμασίας, που πραγματοποιήθηκε στις 19 και 20 Ιουλίου 1984.
Ο Strack ζήτησε τότε από την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού να του παραχωρήσει νέα προθεσμία για να υποβληθεί στη γραπτή δοκιμασία, αίτημα το οποίο απέρριψε ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1985. Μετά την απόρριψη μιας πρώτης προσφυγής ( υποθέσεις 259/84 και 259/84 R ) ως απαράδεκτης με Διάταξη του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 1984 και μετά τη σιωπηρά απόρριψη της ενστάσεως που υποβλήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1984 στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, ο Strack προσέφυγε εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου για
1)
να επιτύχει την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α,
2)
να υποχρεωθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να του επιτρέψει εκ των υστέρων, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου ( 1 ), να υποβληθεί στη γραπτή δοκιμασία του εν λόγω διαγωνισμού,
3)
επικουρικά, να του επιδικαστεί ως αποζημίωση ποσό που θα καθορίσει το Δικαστήριο, που να καλύπτει όμως τουλάχιστον τα δικαστικά του έξοδα.
Β — Προκαταρκτικές σκέψεις επί του παραδεκτού
Πριν περάσω στην εξέταση των λόγων και επιχειρημάτων που προέβαλε ο προσφεύγων προς υποστήριξη της προσφυγής του, θα λάβω θέση έναντι των τριών σκέψεων επί του παραδεκτού που διατύπωσε παρεμπιπτόντως το καθού.
1.
Το καθού παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1965 στις συνεκ-δικασθείσες υποθέσεις 19 και 65/63 ( 2 ), για να αμφισβητήσει το παραδεκτό της διανεργού-μενης στο εισαγωγικό δικόγραφο απλής αναφοράς στην έκθεση των πραγματικών περιστατικών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ανωτέρω υποθέσεως 259/84. Το Δικαστήριο έκρινε εν προκειμένω ότι « μόνο οι λόγοι και τα επιχειρήματα που δεν αποτελούν το αντικείμενο τέτοιας προσφυγής μπορούν να ληφθούν υπόψη ».
Φρονώ εντούτοις ότι η νομολογία αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Καταρχάς, η παραπομπή που διενεργήθηκε στα πλαίσια των συνεκδικασθεισών υποΟέσεων 19 και 65/63 αφορούσε άλλη υπόθεση, στην οποία οι διάδικοι δεν ήταν οι ίδιοι. Έπειτα, η διενεργούμενη από τον προσφεύγοντα παραπομπή δεν αφορά παρά τα πραγματικά περιστατικά, και ακόμη μόνο τις λεπτομέρειες τους. Τέλος και προ πάντων, παρά την παραπομπή αυτή, το δικόγραφο της προσφυγής είναι αρκετά πλήρες και ακριβές ώστε ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 38 του κανονισμού διαδικασίας, είναι δε βέβαιο ότι το Δικαστήριο είναι σε θέση να τάμει την παρούσα διαφορά χωρίς να πρέπει να στηριχθεί στα διαδικαστικά έγγραφα της προηγουμένης υποθέσεως.
2.
Το καθού υποστηρίζει ότι το δεύτερο κεφάλαιο της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να υποκατασταθεί στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού και να διατάξει να γίνει εκ των υστέρων δεκτός ο Strack να υποβληθεί στην γραπτή δοκιμασία του διαγωνισμού.
Είναι αληθές ότι " η εκτίμηση της σκοπιμότητας ή της ανάγκης διοργανώσεως ενός διαγωνισμού εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής » και ότι « υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει τη διεξαγωγή ή την επανάληψη ενός διαγωνισμού χωρίς να υποκαθίσταται στις αρμοδιότητες της διοικητικής αρχής » ( 3 ). Συνεπώς, κατά την άποψη του καθού, τα αιτήματα που προβάλλει ο προσφεύγων προς τον σκοπό αυτό δεν είναι παραδεκτά υπό τη μορφή κατά την οποία διατυπώνονται.
Φρονώ εντούτοις ότι δεν είναι αναγκαίο να αποφανθεί ρητά το Δικαστήριο επί του παραδεκτού του δευτέρου αυτού αιτήματος.
Πράγματι, ή το Δικαστήριο θα αποφασίσει να μην προβεί στην ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, οπότε το δεύτερο αίτημα καθίσταται αυτόματα άνευ αντικειμένου, ή το Δικαστήριο θα ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, λογική συνέπεια του οποίου θα είναι ότι η εξεταστική επιτροπή θα πρέπει να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να υποβληθεί εκ των υστέρων στη δοκιμασία στην οποία δεν μπόρεσε να συμμετάσχει όταν αυτή διενεργήθηκε.
Η άποψη αυτή μου φαίνεται ότι συμφωνεί απόλυτα με τη θέση που έλαβε το Δικαστήριο ιδίως με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978 ( 4 ), με την οποία δεν απέρριψε ρητά ως απαράδεκτα τα αιτήματα βάσει των οποίων του εζητείτο « να κρίνει, στο μέτρο που ήταν αναγκαίο, ότι ο διαγωνισμός θα έπρεπε να επαναληφθεί για τους προφεύγοντες » (Rec. 1978, σ. 2407). Το Δικαστήριο έκρινε απλώς ότι « προκειμένου για γενικό διαγωνισμό που διοργανώνεται για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων για μελλοντικές προσλήψεις, τα δικαιώματα των υποψηφίων προστατεύονται δεόντως αν η εξεταστική επιτροπή προβεί σε επανεξέταση της αποφάσεως της, χωρίς να συντρέχει λόγος να τεθεί υπό αμφισβήτηση το σύνολο των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού ή να ακυρωθούν οι διορισμοί που εν τω μεταξύ πραγματοποιήθηκαν βάσει του διαγωνισμού αυτού » ( σκέψη 35 ). Επομένως, αν και δεν περιελάμβανε καμία συγκεκριμένη επιταγή προς την εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού ή προς την Επιτροπή, η απόφαση αυτή, κατά το πρότυπο των όσων συνέβησαν σε παρόμοια υπόθεση ( 5 ), « συνεπαγόταν κατά συνέπεια την ανάγκη της διεξαγωγής νέου διαγωνισμού ad hoc », όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti (Rec. 1978, σ. 2427).
3.
Το καθού υποστηρίζει ότι το επικουρικό αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι επίσης απαράδεκτο, δεδομένου ότι κάθε άλλο αίτημα αποκλείεται αν προσφυγή ακυρώσεως στηριζόμενη στο άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων απορριφθεί ως αβάσιμη ( 6 ).
Επί της απόψεως αυτής, που προβάλλεται κατά τρόπο πολύ γενικό, θα έπρεπε να διατυπωθούν ορισμένες διευκρινίσεις. Πράγματι, το Δικαστήριο, βάσει της διαπιστώσεως ότι τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν προβαίνουν σε καμία διάκριση όσον αφορά τη διαδικασία, τόσο διοικητική όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, της προσφυγής ακυρώσεως και της αγωγής αποζημιώσεως, οι οποίες εντούτοις αποτελούν χωριστά και αυτόνομα ένδικα βοηθήματα, αναγνώρισε με την απόφαση Meyer-Burckhardt στους ενδιαφερόμενους το δικαίωμα να επιλέγουν είτε το ένα ένδικο βοήθημα είτε το άλλο είτε και τα δύο μαζί για να προβάλλουν τα αντίστοιχα αιτήματα τους ( 7 ).
Πρόσφατα, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην ανωτέρω απόφαση σε μια σειρά μη οριστικών αποφάσεων ( 8 ), κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι « οι προσφεύγοντες εγκύρως προβάλλουν συγχρόνως αιτήματα ακυρώσεως και παροχής αποζημιώσεως, οφείλουν όμως να τηρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, οι οποίες είναι οι ίδιες και για τα δύο ένδικα βοηθήματα ».
Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο έκρινε επίσης επανειλημμένα ότι ένας διάδικος δεν μπορεί να παρακάμψει, μέσω αιτήματος αποζημιώσεως, το απαράδεκτο του αιτήματος ακυρώσεως το οποίο αναφέρεται στην ίδια έλλειψη νομιμότητας και έχει τους ίδιους οικονομικούς στόχους ( 9 ). Στο πλαίσιο της συλλογιστικής αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι « όταν ένας υπάλληλος ασκεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 179 της Συνθήκης, προσφυγή περί ακυρώσεως πράξεως οργάνου και περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για τη ζημία που του προκάλεσε η εν λόγω πράξη, τα αιτήματα συνδέονται μεταξύ τους τόσο στενά, ώστε το απαράδεκτο του αιτήματος περί ακυρώσεως συνεπάγεται και το απαράδεκτο του αιτήματος περί αποζημιώσεως » ( 10 ). Στην αντίθετη όμως περίπτωση κατά την οποία η αγωγή αποζημιώσεως δεν έχει ως αφετηρία την προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, όταν δηλαδή στηρίζεται σε πραγματικές συνθήκες που δεν έχουν καμία σχέση με την έλλειψη νομιμότητας ή σε αιτιάσεις που δεν συμπίπτουν κατ' ανάγκη με τις αιτιάσεις περί ελλείψεως νομιμότητας, το Δικαστήριο, εύλογα επίσης, έκρινε χωριστά ( 11 ) την αγωγή αποζημιώσεως λόγω του αυτόνομου χαρακτήρα της ακόμη και στην περίπτωση που τα δύο ένδικα βοηθήματα μπορούσαν να καταλήξουν στο ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα για τον προσφεύγοντα ( 12 ).
Από τα ανωτέρω συνάγω το συμπέρασμα ότι το γεγονός ότι αίτημα περί ακυρώσεως απορρίπτεται ως αβάσιμο δεν αρκεί για να κηρυχθεί απαράδεκτο το επικουρικό αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως. Είτε η αγωγή αποζημιώσεως είναι αυτόνομη εν σχέσει προς την προσφυγή ακυρώσεως, οπότε πρέπει να κριθεί χωριστά, είτε τα δύο ένδικα βοηθήματα συνδέονται στενά υπό την έννοια ότι η αγωγή αποζημιώσεως στηρίζεται μόνο στην έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως που προσβάλλεται με την προσφυγή ακυρώσεως, οπότε η τύχη της εξαρτάται από την έκβαση της προσφυγής ακυρώσεως, της οποίας η απόρριψη συνεπάγεται και την απόρριψη του αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως ( 13 ). (Το αντίθετο δεν ισχύει κατ' ανάγκη: η ακύρωση αποφάσεως που κρίνεται παράνομη δεν συνεπάγεται αυτόνομα την επιδίκαση αποζημιώσεως — βλέπε απόφαση 263/81, Συλλογή 1983, σ. 103, 116, σκέψη 20).
Εφόσον εν προκειμένω δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το παραδεκτό του αιτήματος περί ακυρώσεως, θα είναι κατά συνέπεια δυνατό να ληφθεί θέση σχετικά με το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως όταν θα έχει εξεταστεί η ουσία της υποθέσεως.
Γ — Επί της ουσίας της διαφοράς
1. Επί των αιτημάτων του προσφεύγοντος να ακυρωθεί η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής και να του επιτραπεί να υποβληθεί στη γραπτή δοκιμασία μετά την ημερομηνία που είχε καθοριστεί για τη διεξαγωγή της
Προς υποστήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει ότι η προθεσμία των δύο εβδομάδων για να προσέλθει στις εξετάσεις, αφενός, είναι εντελώς ανεπαρκής, προ πάντων σε περίοδο θερινών διακοπών, και, αφετέρου, είναι αντίθετη προς την πρακτική που ακολουθείται στα κοινοτικά όργανα. Ο προσφεύγων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού να του καθορίσει νέα ημερομηνία για τη γραπτή δοκιμασία είναι παράνομη, κατά μείζονα λόγο διότι είχε δηλώσει επικαλούμενος την τιμή του, και ήταν πρόθυμος να διαβεβαιώσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν είχε λάβει γνώση και εξακολουθούσε να μην έχει λάβει γνώση των θεμάτων του διαγωνισμού.
Το καθού αντιτείνει κατ' ουσία ότι υπεύθυνος για την κατάσταση αυτή ήταν ο ίδιος ο Strack, δεδομένου ότι επέδειξε αμέλεια μην ανακοινώνοντας τη διεύθυνση των διακοπών του ή μη παρακολουθώντας την αλληλογραφία του, και ότι θα αντέκειτο αντίστοιχα προς την αρχή της ισότητας και προς την αρχή της ασφάλειας του δικαίου αν εξεταζόταν εκ των υστέρων είτε σε νέα θέματα είτε στα ίδια θέματα τα οποία τέθηκαν στους λοιπούς υποψηφίους.
Τι πρέπει να σκεφθούμε σχετικά με τα ανωτέρω επιχειρήματα;
Ο ίδιος ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν προβλέπει καμία προθεσμία για την πρόσκληση συμμετοχής στις δοκιμασίες του διαγωνισμού. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του παραρτήματος III του εν λόγω κανονισμού περιορίζεται στον καθορισμό προθεσμίας για τη δημοσίευση της προκηρύξεως του διαγωνισμού η οποία πρέπει να πραγματοποιείται « τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων υποψηφιότητας και, κατά περίπτωση, δύο μήνες τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία των εξετάσεων » ( 14 ).
Αν υποτεθεί ότι οι αρμόδιες αρχές θέλουν να τηρήσουν αυστηρά τις ελάχιστες προθεσμίες που προβλέπονται στην ανωτέρω διάταξη, δεν διαθέτουν τότε παρά ένα μήνα για
—
να καταρτίσουν τον πίνακα των υποψηφίων που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες προβλέπονται στις περιπτώσεις α), β ), και γ ) του άρθρου 28 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως,
—
να καταρτίσουν τον πίνακα υποψηφίων που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στην προκήρυξη του διαγωνισμού,
—
να καλέσουν τους υποψηφίους που γίνονται δεκτοί να συμμετάσχουν στις εξετάσεις.
Δεδομένου ότι για τις δύο πρώτες ενέργειες απαιτείται εκ των πραγμάτων σημαντικό χρονικό διάστημα, προ πάντων όταν πρόκειται για γενικό διαγωνισμό, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν αποκλείει τη δυνατότητα να είναι σημαντικά μικρότερα από ένα μήνα τα χρονικά διαστήματα μεταξύ της προσκλήσεως συμμετοχής και της διενέργειας των εξετάσεων.
Είναι όμως προφανές ότι, προς το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως, η ημερομηνία διενέργειας των εξετάσεων καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να επιτραπεί στις αρμόδιες αρχές να διεκπεραιώσουν ευσυνείδητα και κατά τον προσήκοντα τρόπο τις εργασίες εξετάσεως των υποψηφιοτήτων, των οποίων η διάρκεια μπορεί να ποικίλλει και είναι δύσκολο να υπολογιστεί εκ των προτέρων, και να δοθεί συγχρόνως στους υποψηφίους ο αναγκαίος χρόνος για να αποδεσμευθούν από τις λοιπές υποχρεώσεις τους και να μεταβούν στον τόπο όπου θα πραγματοποιηθεί ο διαγωνισμός.
Στην πράξη επίσης, η ημερομηνία των εξετάσεων δεν καθορίζεται παρά μετά το πέρας των προκαταρκτικών εργασιών. Η προβλεπόμενη ή πιθανή ημερομηνία για τη διεξαγωγή των εξετάσεων δεν περιλαμβάνεται άλλωστε μεταξύ των στοιχείων που σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να καθορίζονται υποχρεωτικά στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
Το καθού δεν παρείδε συνεπώς καμία νομική διάταξη, προβλέποντας χρονικό διάστημα μόνο δεκαπέντε ημερών μεταξύ της προσκλήσεως συμμετοχής και της διεξαγωγής των εξετάσεων.
Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση από το γεγονός ότι οι εξετάσεις πραγματοποιήθηκαν σε περίοδο θερινών διακοπών ούτε με την παραπομπή στην υποτιθέμενη πρακτική των λοιπών οργάνων.
Αφενός, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος ο προσφεύγων ( αν και για άλλους λόγους, σημείο 2, σ. 3 της απαντήσεως ), οι διακοπές ποικίλλουν από χώρα σε χώρα και από πρόσωπο σε πρόσωπο. Δεν είναι συνεπώς νοητό να ληφθεί υπόψη η περίοδος διακοπών του κάθε υποψηφίου.
Αφετέρου, η ακολουθούμενη από το Συμβούλιο και την Επιτροπή πρακτική, που συνίσταται στο να ειδοποιούνται « γενικά » οι υποψήφιοι τέσσερις εβδομάδες « περίπου » πριν από την ημερομηνία των εξετάσεων, δεν φαίνεται ότι είναι πάγια μέχρι σημείου να δεσμεύει νομικά τα όργανα και να μην υπόκειται σε καμία εξαίρεση. Ελλείψει κάθε ενδείξεως στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, η πρακτική αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δεσμεύει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Τέλος, ο πραγματικός και κύριος λόγος για τον οποίο η εν λόγω προθεσμία δεν ήταν « πρόσφορη » για τον προσφεύγοντα δεν έγκειται στο ότι η προθεσμία ήταν αντικειμενικά πολύ σύντομη αλλά στο ότι η πρόσκληση συμμετοχής δεν περιήλθε σε γνώση του εγκαίρως για λόγους που είναι προσωπικοί και δεν μπορούν να αντιταχθούν στο καθού.
Το καθού προβάλλει ορθά ότι σε περίπτωση παρατεταμένης απουσίας από την κατοικία η διεύθυνση της οποίας αναφέρεται στο έντυπο υποψηφιότητας, απόκειται στους υποψηφίους είτε να ειδοποιούν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είτε να μεριμνούν για την παρακολούθηση της αλληλογραφίας τους. Στο έντυπο υποψηφιότητας άλλωστε προβλέπεται ειδική θέση για την αναγραφή της ταχυδρομικής διευθύνσεως στην περίπτωση που αυτή είναι διαφορετική από τη διεύθυνση της κατοικίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, η επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύουν οι υποψήφιοι επιβαλλόταν κατά μείζονα λόγο διότι ο προσφεύγων εγνώριζε ότι επέκειτο ο καθορισμός της ημερομηνίας των εξετάσεων, πράγμα που εξηγεί το ότι επιχείρησε να λάβει τηλεφωνικώς πληροφορίες πριν από την αναχώρηση του για διακοπές. Το γεγονός ότι δεν έλαβε καμία ακριβή πληροφορία θα έπρεπε να τον ωθήσει να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να είναι δυνατό να ειδοποιηθεί εγκαίρως. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί συνεπώς να συντρέχει παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διότι τίποτε στη στάση του Κοινοβουλίου απέναντι στον προσφεύγοντα δεν μπορούσε να δημιουργήσει σ' αυτόν την πεποίθηση ότι ήταν δικαιολογημένο να περιμένει να κληθεί να συμμετάσχει στις εξετάσεις μια σαφώς καθορισμένη ημέρα πριν από τη διεξαγωγή τους. Αφετέρου, τέτοια δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορούσε προφανώς να δημιουργηθεί στον προσφεύγοντα βάσει ορισμένης πρακτικής που ακολουθούν κατά το μάλλον ή ήττον πάγια άλλα όργανα.
Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Prais της 27ης Οκτωβρίου 1976 ( 15 ) ότι το συμφέρον των υποψηφίων να μη διεξάγονται οι εξετάσεις διαγωνισμού μια ημερομηνία που δεν τους εξυπηρετεί πρέπει να κρίνεται βάσει της αναγκαιότητας να είναι οι ίδιες για όλους οι εξετάσεις και να διεξάγονται την ίδια ημερομηνία, ώστε να τηρείται η αρχή της ισότητας (σκέψεις 13 μέχρι 15). Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αν ο υποψήφιος δεν ενημερώνει εγκαίρως την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή σχετικά με τα κωλύματα, εν προκειμένω θρησκευτικού χαρακτήρα, που έχει για να συμμετάσχει ορισμένες ημερομηνίες στις εξετάσεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει δικαίωμα να αρνηθεί να προτείνει άλλη ημερομηνία, ιδίως όταν άλλοι υποψήφιοι έχουν ήδη κληθεί να συμμετάσχουν στις εξετάσεις.
Στην παρούσα υπόθεση, το κώλυμα του προσφεύγοντος να συμμετάσχει στις γραπτές δοκιμασίες του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α κατά τις καθορισθείσες ημερομηνίες, που οφείλεται αποκλειστικά σε εκ μέρους του αμέλεια, δεν μπορεί επίσης, κρινόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας, να αποτελέσει επαρκή λόγο για την ακύρωση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού να μην του προτείνει άλλη ημερομηνία, κατά μείζονα λόγο διότι κατά το χρόνο υποβολής της αρχικής διοικητικής ενστάσεως του, αντίθετα προς ό,τι συνέβαινε στην υπόθεση 130/75, οι εξετάσεις είχαν ήδη διεξαχθεί.
Κατά συνέπεια, η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού δεν διέπραξε παρανομία λαμβάνοντας την επίδικη απόφαση.
Προσθέτω ότι το γεγονός ότι ο προσφεύγων δήλωσε επικαλούμενος την τιμή του ότι δεν έλαβε γνώση των θεμάτων του διαγωνισμού, και ανεξάρτητα από την αξία που πρέπει να αποδοθεί σε τέτοια δήλωση, δεν μεταβάλλει καθόλου το συμπέρασμα αυτό. Τέτοια δήλωση μου φαίνεται πράγματι άσκοπη και δεν μπορεί να επηρεάσει υπό τη μια ή την άλλη έννοια ούτε την απόφαση του Δικαστηρίου ούτε τις ενδεχόμενες συνέπειες της. Πράγματι, ένα από τα δύο συμβαίνει:
είτε η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής υπήρξε νόμιμη και η προσφυγή είναι απορριπτέα, οπότε δεν τίθεται το ζήτημα της ισότητας των ευκαιριών όσον αφορά την ταυτότητα των θεμάτων και τη σύμπτωση των ημερομηνιών των εξετάσεων,
είτε η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής υπήρξε παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί, οπότε απόκειται στο καθού να συναγάγει τα αναγκαία συμπεράσματα και στην εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού «να επανεξετάσει την απόφαση της », υπό την έννοια των ανωτέρω αποφάσεων Salerno και Costacurta, πράγμα που συνεπάγεται κατ' ανάγκη παραβίαση της αρχής της συμπτώσεως της ημερομηνίας του διαγωνισμού και, ας είμαστε πραγματιστές, επίσης της αρχής της ταυτότητας των θεμάτων των εξετάσεων.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το αίτημα ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, όπως και, ανεξάρτητα από το ζήτημα του παραδεκτού, το αίτημα του προσφεύγοντος να του επιτραπεί να υποβληθεί εκ των υστέρων στις δοκιμασίες του διαγωνισμού ΡΕ/27/Α.
2. Επί rov αιτήματος αποζημιώοεως
Πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι ο προσφεύγων δεν αιτιολογεί ειδικά το επικουρικό αίτημά του να του επιδικαστεί αποζημίωση, πράγμα που καθιστά εκ πρώτης όψεως δυσχερέστερο το ζήτημα αν το αίτημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί ή όχι ως αυτόνομο εν σχέσει προς το αίτημα ακυρώσεως.
Είναι αληθές ότι στο δικόγραφο της προσφυγής του ( σ. 6 ), ο προσφεύγων φρονεί ότι « οι περιπλοκές δημιουργήθηκαν καταρχάς από βαρύ πταίομα της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού ». Αλλά προσθέτει ότι το πταίσμα αυτό « μπορεί να διορθωθεί κατά τρόπο εύλογο για τον προσφεύγοντα μόνο με το ζητούμενο καθορισμό νέας ημερομηνίας για τις εξετάσεις ». Νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί από τα ανωτέρω, καθώς και από το σύνολο των ισχυρισμών και επιχειρημάτων του προσφεύγοντος, ότι το προσαπτόμενο πταίσμα συνίσταται στο ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού είτε προέβλεψε εξαιρετικά βραχύ χρονικό διάστημα από την πρόσκληση των υποψηφίων μέχρι τη διενέργεια του διαγωνισμού είτε απέρριψε αδίκως το αίτημα του προσφεύγοντος να υποβληθεί εκ των υστέρων στις γραπτές δοκιμασίες είτε και τα δύο. Δεδομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές συγχέονται με τις επικληθείσες προς υποστήριξη του αιτήματος ακυρώσεως που στηρίζεται στην υποτιθέμενη έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το αίτημα αποζημιώσεως είναι επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο.
Σημειωτέον όμως ότι είναι επίσης προς το συμφέρον της ορθής διεξαγωγής των εξετάσεων, οι υποψήφιοι που γίνονται τελικά δεκτοί να συμμετάσχουν στο διαγωνισμό να ειδοποιούνται και να καλούνται εντός εύλογης προθεσμίας ώστε να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν πράγματι στις εξετάσεις.
Δεν είμαι λοιπόν προσωπικά πεπεισμένος ότι προθεσμία δεκαπέντε πλήρων ημερών είναι πράγματι ικανοποιητική, έστω και αν είναι επαρκής από νομική άποψη. Σχετική μαρτυρία φαίνεται ότι αποτελεί το γεγονός ότι εν προκειμένω, επί 362 υποψηφίων κληθέντων να συμμετάσχουν στις γραπτές δοκιμασίες, 92, ήτοι ένα πέμπτο, δεν παρουσιάστηκαν.
Εξάλλου, επικρίσεις μπορούν επίσης να διατυπωθούν και έναντι άλλων πλευρών της συμπεριφοράς των υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αναφέρομαι ειδικότερα στο γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού, αφού συμφώνησε μόλις στις 18 Ιουνίου 1984 σχετικά με τις ημερομηνίες της 19ης και 20ής Ιουλίου 1984, ανέμεινε δύο εβδομάδες πριν ειδοποιήσει τους υποψηφίους με επιστολές φέρουσες την ημερομηνία της 2ας Ιουλίου 1984. Η καθυστέρηση αυτή είναι ακόμη λυπηρότερη διότι οι υποψήφιοι δεν είχαν ειδοποιηθεί σχετικά με το ότι η εξεταστική επιτροπή σκόπευε αρχικά να ορίσει τις ημερομηνίες της 28ης και 29ης Ιουνίου 1984.
Σημειώνω ακόμη σχετικά ότι η Επιτροπή είχε ειδοποιήσει ήδη από τις 27 Απριλίου 1984 τους υποψηφίους του διαγωνισμού COM/A/403 ότι ο εν λόγω διαγωνισμός προβλεπόταν για την τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου 1984. Ο διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε τελικά στις 28 και 29 Ιουνίου. Ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ των κοινοτικών οργάνων θα είχε ασφαλώς επιτρέψει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφύγει τη μετάθεση της ημερομηνίας που οι υπηρεσίες του σκόπευαν να ορίσουν για τη διενέργεια του δικού του διαγωνισμού, δεδομένου ότι η αναβολή αυτή θεωρείται από το ίδιο το Κοινοβούλιο ως αίτιο των ειδικών συνθηκών που επέβαλαν σύντμηση του χρονικού διαστήματος από την πρόσκληση συμμετοχής μέχρι τη διενέργεια των εξετάσεων (υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 27, σ. 10). Δεν μου φαίνεται επίσης εύλογο να προσπαθεί το καθού να καταστήσει υπεύθυνο τον προσφεύγοντα για την περιπλοκή αυτή, προβάλλοντας ότι δεν μπορεί να επικαλείται « αντικανονικότητες » που προκάλεσε ο ίδιος υποβάλλοντας υποψηφιότητα στους δύο διαγωνισμούς συγχρόνως ( υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 25, σσ. 9 και 10 ).
Φαίνεται τέλος ότι η τελευταία τηλεφωνική επαφή του προσφεύγοντος με τις υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πραγματοποιήθηκε ακριβώς πριν από την έναρξη των διακοπών του των τριών εβδομάδων, δηλαδή μεταξύ 28ης και 30ής Ιουνίου και συνεπώς μετά τις 18 Ιουνίου, ημερομηνία κατά την οποία η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού αποφάσισε τη διεξαγωγή των εξετάσεων στις 19 και 20 Ιουλίου. Είναι συνεπώς δυνατό να λεχθεί ότι οι υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επέδειξαν τουλάχιστον ελαφρότητα περιοριζόμενες να πληροφορήσουν τον προσφεύγοντα ότι η ημερομηνία δεν είχε ακόμη καθοριστεί και ότι θα ειδοποιείτο εγκαίρως.
Έστω και αν η συμπεριφορά του καθού δεν είναι ασφαλώς ικανή να απαλλάξει τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση επιμελείας και δεν συνιστά επαρκή λόγο για να συναχθεί η έλλειψη νομιμότητας της αρνήσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού να καθορίσει νέα ημερομηνία για τον προσφεύγοντα, είναι ευνόητο ότι η συμπεριφορά αυτή μπόρεσε να δημιουργήσει την πεποίθηση στον προσφεύγοντα ότι υπήρξε θύμα αδικίας ή τουλάχιστον διοικητικής αμέλειας ικανής να επισύρει κυρώσεις εκ μέρους του Δικαστηρίου, και να τον ωθήσει στην άσκηση της παρούσας προσφυγής.
Προτείνω επομένως να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό κατά την απόφαση επί των δικαστικών εξόδων και, κατά συνέπεια, να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμη και το νικήσαντα διάδικο να καταβάλει στον αντίδικο τα έξοδα στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί λόγω της συμπεριφοράς του νικήσαντος διαδίκου ( 16 ).
Συμπέρασμα
Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη αλλά να καταδικάσει το καθού στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
( *1 ) Μεταψραση από τ« γαλλικά.
( 1 ) Αληθεύει ότι ο προσφεύγων προσεθεσε τη διευκρίνιση αυτή στα αιτηματά τον μόνο στο δικογραφο τη; απαντησεως ( σημείο 14, σ. 9 ). Αντιοθετα προ; την άποψη του καθού, δεν νομίζω παντω; οτι η διευκρίνιση αυτί) αποτελεί μεταβολή του αντικειμένου της προσφυγή; που (Ια δικαιολογούσε την απορριψη τη; ω; απαραδεκτη;.
( 2 ) ΣυνεκδικασΙΙεισε; υποΙΙεσει; 19 και 65/63. Salva Prakash κατά Επιτροπής. Rec. 1965. σ. 677.
( 3 ) Βλέπε ιδίως τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1965 στις υποθέσεις 11/65 και 21/65, Morina κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Rec. σσ. 1259 και 1279.
( 4 ) ΣυνεκδικασΟείσες υποθέσεις 4, 19 και 28/78, Salerno και άλλοι κατά Επιτροπής, Rec. 1978, σ. 2403.
( 5 ) Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1975 στην υπόθεση 31/75, Costacurta κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1563.
( 6 ) Στο υπόμνημα αντικρούσεως (σημείο 30, σ. 12), το καθού κάνει λόγο για « προσφυγή λόγω ελλείψεως νομιμότητας ( Klage wegen Unrechtmäßigkeit ) κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2». Το άρθρο 90 όμως ρυθμίζει τη διαδικασία της διοικητικής ενστάσεως που προηγείται της ενδεχόμενης ασκήσεως προσφυγής βάσει του άρθρου 91.
( 7 ) Βλέπε απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 9/75, Mcycr-Burckhardt κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1171, ιδίως σκέψεις 10 και II.
( 8 ) Μη οριστικές αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1985, που δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, στις υποθέσεις 174/83, 175/83, 176/83, 233/83, 247/83 και 264/83, Συλλογή σ. 2133,2149, 2155,2163,2171 και 2179.
( 9 ) Βλέπε απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1966 στην υπόθεση 59/65, Schreckenberg κατά Επιτροπής, Rec. σ. 785 απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1981 στις συνεκδι-κασΟείσες υποθέσεις 532, 534, 567, 600, 618 και 660/79, Amesz κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή σ. 2569 αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981 στις υποθέσεις 543/79, Birke κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή σ. 2669, και 799/79, Bruckner κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σ. 2697.
( 10 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 33/80, Albini κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή σ. 2141, ιδίως σκέψη 18. Βλέπε επίσης απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967 στην υπόθεση 4/67, Müller κατά Επιτροπής, Rec. σ. 469, ιδίως 480.
( 11 ) Βλέπε απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1981 στην υπόθεση 106/80, Fournier κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 2759, ιδίως σκέψεις 18 και 19 βλέπε επίσης απόφαση της 1 Ιης Ιουλίου 1985, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 255 και 256/83, Rienzi κατά Επιτροπής, ιδίως σκέψεις 56 έως 58, όπου η αγώγιή αποζημιώσεως ασκήθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία θα απερρίπτετο η προσφυγή ακυρώσεως.
( 12 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972 στην υπόθεση 79/71, Heinemann κατά Επιτροπής, Rec. σ. 579, ιδίως σκέψη 7.
( 13 ) Απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 280/81, Hoffmann κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 889, ιδίως σκέψη 11 ομοίως, βλέπε απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1983 στην υπόθεση 263/81, List κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 103, ιδίως σκέψη 29, και απόφαση της 5ης Απριλίου 1984 στην υπόθεση 347/82, Συλλογή σ. 1847, ιδίως σκέψη 17. ( Είναι αληθές ότι με άλλες αποφάσεις, το Δικαστήριο, αφού απορρίπτει το αίτημα περί ακυρώσεως, δέχεται ρητά ότι δεν συντρέχει πταίσμα ή ευθύνη εκ μέρους του οργάνου και απορρίπτει επίσης το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως — βλέπε απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 218/80, Kruse κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 2417, ιδίως σκέψη 10· απόφαση της 11ης Ιουλίου 1980 στην υπόθεση 137/79, Kohl! κατά Επιτροπής, Rec. σ. 2601, ιδίως σκέψη 15 απόφαση της 28ης Μαΐου 1980 στις συνεκδι-κασθείσες υποθέσεις 33 και 75/79, Kυhner κατά Επιτροπής, Rec. σ. 1677, ιδίως σκέψη 27. Με την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 191/81, Plug κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 4229, ιδίως σκέψη 29, το Δικαστήριο έκρινε απλώς ότι δεν συνέτρεχε λόγος να εξεταστεί το αίτημα περί επιδικάσεως αποζημιώσεως εφόσον το αίτημα αυτό στηριζόταν στον κατά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος παράνομο χαρακτήρα των αποφάσεων των οποίων το Δικαστήριο αναγνώρισε με την ίδια απόφαση τη νομιμότητα. )
( 14 ) Οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν στην προκειμένη περίπτωση.
( 15 ) Υπόθεση 130/75, Prais κατά Συμβουλίου, Rec. 1976, σ. 1589.
( 16 ) Βλέπε ως προηγούμενα: απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 218/80, Kruse κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 2417, ιδίως σκέψεις 11 και 12 απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 125/80, Arning κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 2539, ιδίως σκέψεις 20 και 21 απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1983 στην υπόθεση 263/81, List κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 103, ιδίως σκέψεις 30 και 31 απόφαση της 21ης Απριλίου 1983 στην υπόθεση 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 1245, ιδίως σκέψεις 28 και 29.
Full & Egal Universal Law Academy