ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 6ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα υπόθεση μου φαίνεται απλή και καθαρή.
Ι —
Τα προσαπτόμενα περιστατικά δεν αμφισβητήθηκαν από την ιταλική κυβέρνηση. Μπορούν να συνοψιστούν σε μια φράση: η ιταλική κυβέρνηση δεν θέσπισε, εντός των ταχθεισών προθεσμιών, ήτοι μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1983, τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθεί με τις οδηγίες 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1981, περί εναρμονίσεως των διαδικασιών εξαγωγής των κοινοτικών εμπορευμάτων (ΕΕ L 83, σ. 40) και 82/347/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1982, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της προαναφερθείσας οδηγίας (ΕΕ L 156, σ. 1). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή κίνησε, με έγγραφα οχλήσεως της 1ης Νοεμβρίου 1983, τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με αποτέλεσμα να επιληφθεί το Δικαστήριο με προσφυγή που καταχωρίστηκε στη γραμματεία στις 24 Μαίου 1985.
Θα ήθελα, επ' ευκαιρία, να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου σε μια λεπτομέρεια, η οποία φαίνεται να έχει διαφύγει, μέχρι σήμερα, από τους διαδίκους.
Στο μέρος του εισαγωγικού δικογράφου της που αφορά τα πραγματικά περιστατικά η Επιτροπή παραπέμπει ειδικότερα στα άρθρα 16 της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ και 22 της οδηγίας 82/347/ΕΟΚ, ως τις σχετικές διατάξεις που υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να θέσουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς τις εν λόγω οδηγίες. Όμως, στην πραγματικότητα, πρόκειται για το άρθρο 22 ( και όχι για το 16) της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ και για το άρθρο 16 ( και όχι για το άρθρο 22 ) της οδηγίας 82/347/ΕΟΚ.
Το σφάλμα αυτό, το οποίο δεν το προέβαλε η ιταλική κυβέρνηση με το υπόμνημα της απαντήσεως που κατέθεσε στις 9 Αυγούστου 1985, είναι προδήλως κρίσιμου χαρακτήρα. Πράγματι, τόσο με τα προαναφερθέντα έγγραφα οχλήσεως όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη που απηύθυνε στην ιταλική κυβέρνηση με το από 7 Φεβρουαρίου 1985 έγγραφο, η Επιτροπή αναφέρεται στα προτελευταία άρθρα αμφοτέρων των οδηγιών, τα οποία ακριβώς είναι τα άρθρα 22 της οδηγίας 81/177/ΕΟΚ και 16 της οδηγίας 82/347/ΕΟΚ.
Εξάλλου, τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη της όσο και στα έγγραφα αιτήματα με τα οποία τελειώνει το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, η Επιτροπή δεν αναφέρεται πλέον στα δύο άρθρα ειδικότερα, αλλά στις δύο οδηγίες γενικά.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνει σχετικά σύγχυση όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του κανονισμού διαδικασίας, προσδιορίστηκε επακριβώς με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.
II —
Από νομικής πλευράς, η ιταλική κυβέρνηση η οποία, το υπενθυμίζω, δεν αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, προβάλλει ότι:
α)
η πιστή και πλήρης μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των εν λόγω οδηγιών επιβάλλει επίσης τη θέσπιση ορισμένων μέτρων που μπορούν να συνεπάγονται τροποποιήσεις ορισμένων διατάξεων του « ενιαίου κειμένου » των τελωνειακών νόμων ( που εγκρίθηκε με το διάταγμα αριθ. 43 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 23ης Ιανουαρίου 1973 )' σε μια επιτροπή μελέτης που συστάθηκε στις 14 Ιουνίου 1985 ανατέθηκε να προσδιορίσει και να επεξεργαστεί τις τροποποιήσεις αυτές
β)
οι σχετικές καινοτομίες επήλθαν με το διάταγμα 254 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 8ης Μαίου 1985, που έθεσε σε εφαρμογή την οδηγία 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1983, για τη διευκόλυνση των διοικητικών διατυπώσεων και των υλικών ελέγχων κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ L 359, σ. 8)
γ)
η ιταλική κυβέρνηση έχει τη σταθερή πρόθεση να περατώσει γρήγορα τη διαδικασία που έχει κινηθεί για τη θέση σε εφαρμογή των εν λόγω οδηγιών.
Με την απάντηση της, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η παράβαση υφίσταται και καμιά λύση δεν διαφαίνεται στο προβλεπτό μέλλον, ότι η οδηγία 83/643/ΕΟΚ δεν αφορά ακριβώς το ίδιο θέμα όπως οι δύο εν λόγω οδηγίες και ότι το γεγονός ότι δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή οι οδηγίες αυτές δεν θα απλουστεύσει καθόλου την εργασία αναδιαρθρώσεως του ενιαίου κειμένου των τελωνειακών νόμων.
Φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εμβαθύνει τις τελευταίες αυτές εκτιμήσεις και διαπιστώσεις της Επιτροπής, όσο κι αν αυτές αξίζουν, και ότι δεν μπορεί να πράξει άλλως παρά να διαπιστώσει την παράλειψη της ιταλικής κυβερνήσεως.
Η παράβαση δεν επιδέχεται πράγματι αμφισβήτηση: η ιταλική κυβέρνηση δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις εν λόγω οδηγίες ούτε κατά την ημερομηνία που επιτάσσουν οι οδηγίες, δηλαδή την 1η Ιανουαρίου 1983, ούτε κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, ούτε και σήμερα.
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, καμιά δυσχέρεια εσωτερικής φύσεως, οφειλόμενη στο πολύπλοκο του ρυθμιστέου θέματος ή στην ανάγκη σύγχρονου προσδιορισμού μιας κανονιστικής ρυθμίσεως σε ένα ευρύτερο πλαίσιο,
δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από κοινοτικές οδηγίες. Παραπέμπω σε μια ολόκληρη σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου, ιδίως στις υποθέσεις 163/78 (Rec. 1979, σ. 771), 91 και 92/79 (Rec. 1980, σσ. 1099 και 1115), 42 και 43/80 (Rec. 1980, σσ. 3635 και 3643), 44 και 45/80 (Rec. 1981, σσ. 343 και 353), 30 έως 34/81 (Rec. 1981, σ. 3379), κλπ.
Τέλος, το γεγονός ότι για το ίδιο θέμα επήλθαν καινοτομίες πρόσφατα κατά τη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας 83/643/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 1983 ουδόλως μεταβάλει την υφή της παραβάσεως, που συνίσταται στη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, την 1η Ιανουαρίου 1983, των οδηγιών 81/177/ΕΟΚ του Συμβουλίου και 82/347/ΕΟΚ της Επιτροπής.
III —
Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω ότι πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής, δηλαδή να αναγνωριστεί η παράβαση και να καταδικαστεί η ιταλική κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από to γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy