ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 7ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαανές,
Ι —
Τα πραγματικά περιαναηκά της υπό κρίση υποθέσεως συνοψίζονται ως εξής:
Βάσει συμβάσεως που συνήφθη το 1969 μεταξύ της εταιρίας Laminoirs de Strasbourg SA ( στο εξής: Laminoirs), θυγατρικής κατά 100 % της Société Union sidérurgique du Nord et de l'Est de la France (Usinor) SA, και της εταιρίας Strasburger Stahlkontor GmbH (στο εξής: SSK ), η τελευταία ανέλαβε την αποκλειστική διανομή των προϊόντων Laminoirs στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περιλαμβανομένου και του (Δυτικού) Βερολίνου.
Ύστερα από έρευνα στις εταιρίες Laminoirs και SSK η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η πρώτη παρέβη μέσω της SSK τους περί τιμών κανόνες της Συνθήκης ΕΚ.ΑΧ.
Η Επιτροπή έκρινε ότι τα βεβαιωθέντα στοιχεία συνιστούσαν « απαρχή απόδειξης για παράβαση » κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, της γενικής απόφασης 3716/83/ΕΚΑΧ της 23ης Δεκεμβρίου 1983 ( 1 ), αφού δε κοινοποίησε τις σχετικές αιτιάσεις κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 36 της Συνθήκης, εξέδωσε την ατομική απόφαση 5462 της 2ας Μαΐου 1985, με την οποία παγώνει προσωρινά την επιστροφή μέρους της εγγυήσεως που παρέσχε κατά το δεύτερο τρίμηνο του 1985η Usinor, μέχρι ποσού 2745641 γαλλικών ράγκων.
Στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης αυτής η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ύστερα από « έλεγχο στην εταιρία SSK, επιχείρηση διανομής της εταιρίας Laminoirs de Strasbourg, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53 ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ της 3ης Ιουλίου 1981 ( 3 )διαπιστώθηκε ότι η SSK δεν τήρησε πάντα κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984 τις ελάχιστες τιμές που καθορίζει η απόφαση 3715/83/ΕΚΑΧ η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 61 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ».
Κατόπιν αυτού η Usinor ζητεί:
—
την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, λόγω καταχρήσεως εξουσίας που διέπραξε η Επιτροπή διότι μετέφερε στον τομέα των τιμών μια έννοια που ανήκει στους κανόνες ανταγωνισμού·
—
την ακύρωση της ατομικής απόφασης 5462 της 2ας Μαΐου 1985 λόγω ελλείψεως νομιμότητας και καταχρήσεως εξουσίας, διότι η Επιτροπή κακώς απέδωσε στην SSK την ιδιότητα « επιχειρήσεως διανομής » της Laminoirs·
—
την ακύρωση της ίδιας απόφασης λόγω ελλείψεως αιτιολογίας διότι η Επιτροπή δεν εκθέτει τα κριτήρια βάσει των οποίων καθόρισε το ποσό της δεσμευθείσας εγγύησης.
II —
Από νομικής σκοπιάς — και αφού απορριφθεί ως απαράδεκτο το αίτημα περί ακυρώσεως της απόφασης 1834/81/ΕΚΑΧ (σημείο Α) — η υπόθεση εγείρει δύο μείζονα προβλήματα:
—
Η Επιτροπή νομιμοποιείται, βάσει του περί τιμών άρθρου 60 και επ. της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να επεκτείνει την ευθύνη των επιχειρήσεων παραγωγής και για πρακτικές που ακολουθούν οι οικείες επιχειρήσεις άμεσης διανομής στην περίπτωση που ελέγχονται από την επιχείρηση παραγωγής (σημείο Β);
—
Στη συγκεκριμένη περίπτωση η Επιτροπή βασίμως άραγε χαρακτήρισε την SSK ως επιχείρηση διανομής της Laminoirs/Usinor κατά την έννοια της απόφασης 30/53 (σημείο Γ);
Θα πρέπει τέλος να εξεταστεί ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας της απόφασης 5462 ( σημείο Δ ).
Α —
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη καθόσον σκοπεί την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, διότι η προθεσμία του ενός μηνός που τάσσει στους προσφεύγοντες το άρθρο 33, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ είχε παρέλθει από μακρού κατά το χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής.
Δεδομένου όμως ότι η προσφεύγουσα επικαλείται και έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω διάταξης στο πλαίσιο του αιτήματος περί ακυρώσεως της ατομικής απόφασης 5462, μπορεί να θεωρηθεί ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για ένσταση ελλείψεως νομιμότητας.
Είναι πράγματι αναμφισβήτητο, όπως παρατηρεί η προσφεύγουσα, ότι « υπάρχει (... ) νομική σχέση μεταξύ της προσβαλλόμενης ατομικής απόφασης και της γενικής απόφασης δυνάμει της οποίας κοινοποιήθηκε στον αποδέκτη η ατομική πράξη » ( 4 ).
Εννοείται ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας δεν μπορεί να καταλήξει στην ακύρωση της επίδικης γενικής απόφασης αλλά μόνο στην ακύρωση της ατομικής απόφασης που εκδόθηκε βάσει αυτής.
Απομένει να ερευνηθεί αν είναι βάσιμη η εν λόγω ένσταση ελλείψεως νομιμότητας. Μ' αυτό δε το ζήτημα θα ασχοληθώ στη συνέχεια.
Β —
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας διότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 60 της Συνθήκης ΕΟΚ, χρησιμοποιεί την έννοια του ελέγχου επιχειρήσεως που περιέχεται σε διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 66 της ίδιας Συνθήκης, και συγκεκριμένα στην απόφαση 24/54 της 6ης Μαΐου 1954 ( 5 ).
Η απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ προσθέτει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της απόφασης 30/53, η οποία διευκρινίζει τον όρο « οργάνωση πωλήσεως » κατά την έννοια της εν λόγω απόφασης, τρίτη περίπτωση, η οποία αναφέρει τις
« επιχειρήσεις διανομής που ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από επιχείρηση παραγωγής, κατά την έννοια της αποφάσεως αριθ. 24/54 ( 6 ), στις περιπτώσεις που πραγματοποιούν “ άμεσες πωλήσεις ” προϊόντων της εν λόγω επιχειρήσεως παραγωγής ».
Θα παρατηρήσω εξαρχής ότι πρόκειται για απλή παραπομπή που συνιστά αρκετά συνηθισμένη νομική πρακτική η οποία δεν μπορεί καθεαυτή να αμφισβητηθεί. Είναι προφανές ότι η απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, όπως αναφέρεται στην τελευταία αιτιολογική σκέψη της, παραπέμπει στην απόφαση 24/54 μόνο για να δανειστεί την έννοια του ελέγχου επιχειρήσεως. Σχετικώς το στοιχείο ότι οι δύο αποφάσεις στηρίζονται σε άρθρα της Συνθήκης ΕΚΑΧ τα οποία επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς δεν ασκεί επιρροή.
Εξάλλου δεν ασκεί επιρροή ούτε το στοιχείο ότι διαφέρουν οι δικασηκές εγγυήσεις που συνοδεύουν το καθένα από τα δύο αυτά άρθρα. Το γεγονός ότι η απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, που στηρίζεται στο άρθρο 60, δανείζεται κάποιο νομικό ορισμό από την απόφαση 24/54, που στηρίζεται στο άρθρο 66, δεν σημαίνει ότι πρόκειται για εφαρμογή του δεύτερου αυτού άρθρου ούτε ότι οι δικαστικές εγγυήσεις που συνδέονται με αυτό έχουν προτεραιότητα έναντι των συνδεομένων με το άρθρο 60.
Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή δεν θέλησε να αποφανθεί ως προς το ζήτημα αν η σύμβαση μεταξύ της Laminoirs και της SSK αποτελεί ή όχι συγκέντρωση μεταξύ επιχειρήσεων — θεμιτή ή αθέμιτη — κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Εξάλλου η Επιτροπή δεν είχε, νομίζω, την πρόθεση να υποστηρίξει, έστω και σιωπηρώς, ότι οι συμβάσεις αποκλειστικής διανομής μπορούν να θεωρηθούν άνευ ετέρου ως συστατικές συγκεντρώσεως επιχειρήσεων.
Συγκεκριμένα, ο ρόλος της συμβάσεως μεταξύ Laminoirs και SSK εν προκειμένω δεν οφείλεται στο γεγονός ότι πρόκειται για σύμβαση αποκλειστικής διανομής αλλά στο ότι η SSK εφοδιάζεται εξ ολοκλήρου από την Laminoirs καθώς και σε άλλα περιστατικά που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. ( Γνωρίζουμε εξάλλου ότι μια άλλη επιχείρηση έχει αναλάβει την πώληση των προϊόντων της Laminoirs σε έναν ειδικό τομέα της γερμανικής αγοράς. )
Πέραν όμως αυτού του νομικο-τεχνικού ζητήματος ανακύπτει βεβαίως το ερώτημα αν η Επιτροπή μπορούσε, βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, να επεκτείνει την ευθύνη των επιχειρήσεων παραγωγής για απαγορευμένες πρακτικές στον τομέα των τιμών, στις οικείες οργανώσεις πωλήσεως, όταν συντρέχουν τα επίδικα χαρακτηριστικά στοιχεία.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει αρνητική άποψη για τους ακόλουθους λόγους:
1.
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει πρώτα ότι το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται το άρθρο 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ επιτρέπει κάλλιστα την ευρύτατη ερμηνεία της έννοιας του ελέγχου επιχειρήσεως. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις που μετέχουν σε παράνομη συγκέντρωση ενέχονται όλες κατ' ανάγκη « ο νομοθέτης είχε την ευχέρεια να ορίσει την έννοια του ελέγχου επιχειρήσεως από άλλη επιχείρηση σε ευρύ πλαίσιο συμβατικών σχέσεων χωρίς να είναι απαραίτητο το στοιχείο της εξουσίας καταναγκασμού μιας επιχείρησης επί άλλης » ( 7 ).
Στο πλαίσιο του άρθρου 60 το πράγμα διαφέρει δεδομένου ότι οι παραβάσεις στον τομέα των τιμών είναι δυνατόν να διαπράττονται από μία μόνο επιχείρηση, χωρίς την παρέμβαση άλλης η οποία και δεν μπορεί να κατηγορηθεί σχετικώς παρά μόνο αν είχε πράγματι τα έννομα μέσα να εμποδίσει τη διάπραξη τους από την πρώτη.
Σχετικώς πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι το σύστημα που θέσπισε η Επιτροπή δεν στηρίζεται μόνο στην ύπαρξη « ευρέος πλαισίου συμβατικών σχέσεων » μεταξύ δύο επιχειρήσεων.
Η περίπτωση την οποία αντιμετωπίζει η Επιτροπή είναι εκείνη κατά την οποία μια επιχείρηση παραγωγής παρεμβάλλει στις άμεσες πωλήσεις της μια επιχείρηση διανομής την οποία και ελέγχει ( βλέπε τέταρτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 1834/81/ΕΚΑΧ).
Πρέπει λοιπόν να υπάρχουν, πρώτον, άμεσες πωλήσεις, δηλαδή η αποστολή των εμπορευμάτων να γίνεται απευθείας από την επιχείρηση παραγωγής προς τον πελάτη της επιχείρησης διανομής.
Δεύτερον, πρέπει να συντρέχει μια πρόσθετη προϋπόθεση.
Συγκεκριμένα, η απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ δεν επαναλαμβάνει μόνο τα κριτήρια των « δικαιωμάτων ή συμβάσεων » από τα εδάφια 1 ) ώς 5 ) του άρθρου 1 της απόφασης 24/54, αλλά και τον όρο που αναφέρεται σε εισαγωγικό μέρος αυτού του άρθρου, ότι δηλαδή τα « δικαιώματα ή οι συμβάσεις » πρέπει « μόνα ή από κοινού με άλλα και λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών ή νομικών συνθηκών » να παρέχουν «τη δυνατότητα καθορισμού της δράσεως μιας επιχειρήσεως στους τομείς της παραγωγής, των τιμών, των επενδύσεων, των πηγών εφοδιασμού, των πωλήσεων ή της κατανομής των κερδών ».
Η Επιτροπή οφείλει λοιπόν να εξετάζει κατά περίπτωση, στο πλαίσιο της εφαρμογής της απόφασης 30/53, μήπως η επιχείρηση διανομής μπορεί να θεωρηθεί ως « η προέκταση του βραχίονα » της επιχείρησης παραγωγής, όσον αφορά την οικεία πολιτική στον τομέα των τιμών ή των πωλήσεων.
Κατά την άποψη μου, όμως, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι πέντε κατηγορίες περιπτώσεων που αναφέρει το άρθρο 1 της απόφασης 24/54 είναι τέτοιες ώστε να παρέχεται, τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις, η εξουσία αυτή στην επιχείρηση παραγωγής.
Δεν νομίζω λοιπόν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας διότι υιοθέτησε στο πλαίσιο της απόφασης 30/53 τα « στοιχεία ελέγχου » που θέτει η απόφαση 24/54η οποία, επαναλαμβάνω, δεν προβλέπει αυτόματη διαδικασία αλλά έλεγχο κατά περίπτωση.
Θα παρατηρήσω εξάλλου ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας, όπως ορθά παρατηρεί η Επιτροπή ( 8 ), είναι εσφαλμένο κατά την έννοια ότι τα στοιχεία ελέγχου που θέτει η απόφαση 24/54 δεν εντάσσονται κατ' ανάγκη « σε ευρύ πεδίο συμβατικών σχέσεων », δεδομένου ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο 2, προβλέπει ότι η εξουσία ελέγχου μπορεί να ανήκει σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν είναι φορείς των δικαιωμάτων ή ωφελούμενοι από τις συμβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, αλλά που έχουν ωστόσο την εξουσία να ασκούν τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτές.
Τέλος θα παρατηρήσω επικουρικώς ότι σε παλαιότερη υπόθεση ( 9 ) — με διαφορετικό όμως πλαίσιο — η προσφεύγουσα είχε προβάλει το ίδιο επιχείρημα ( 10 ) για να στηρίξει το αίτημα ακυρώσεως της άρνησης της Επιτροπής να αυξήσει τις ποσοστώσεις της για ορισμένα προϊόντα. Το Δικαστήριο απέρριψε αυτό το επιχείρημα κρίνοντας ότι η Επιτροπή, επιλέγοντας ως αποδέκτη του συστήματος ποσοστώσεων τον όμιλο συγκεντρωμένων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν υπερέβη την εξουσία εκτίμησης που της παρέχει το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και δεν απέστη καθόλου από τον ορισμό της επιχείρησης του άρθρου 80 της Συνθήκης αυτής ( σκέψη 7 ).
2.
Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η προσφεύγουσα είναι ότι η απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ δεν μπορούσε να θεσπιστεί παρά μόνο κατά τη διαδικασία του άρθρου 95, δεδομένου ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ, με τα άρθρα 60 και 61 που αναφέρονται στις τιμές, δεν προβλέπει την επέκταση των υποχρεώσεων που φέρουν οι επιχειρήσεις σε άλλες επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονται υπό τον έλεγχο των πρώτων.
Το άρθρο 60 προβλέπει μεν ρητώς στην παράγραφο 1, τελευταίο εδάφιο, ότι η Ανωτάτη Αρχή μπορεί να καθορίζει κάθε πρακτική που εμπίπτει στην απαγόρευση της παραγράφου 1, πλην όμως η εξουσία αυτή αφορά αποκλειστικά τη φύση της πρακτικής και όχι τα πρόσωπα που την ακολουθούν.
Την ερμηνεία αυτή επιρρωνύει το άρθρο 63 που ανήκει και αυτό στο περί τιμών κεφάλαιο και προβλέπει στην παράγραφο 2, περίπτωση β):
« Οι επιχειρήσεις θα καθίστανται υπεύθυνες για παραβάσεις των κατ' αυτό τον τρόπο αναλαμβανομένων υποχρεώσεων που διαπράττονται εκ μέρους των αμέσων εκπροσώπων ή των παραγγελιοδόχων, οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό των εν λόγω επιχειρήσεων. »
Δεδομένου ότι δεν παρέχεται η εξουσία διευρύνσεως της απαρίθμησης του εν λόγω άρθρου, η Συνθήκη τη θεωρεί περιοριστική, οπότε δεν μπορεί να διευρυνθεί παρά μόνο κατά τις διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο 95, κατά τον τρόπο δηλαδή που ακολούθησε η Επιτροπή όσον αφορά τους ανεξάρτητους εμπόρους, με την απόφαση 1836/81/ΕΚΑΧ ( 11 ) η οποία εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία όπως και η απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ.
Η βαρύτητα αυτού του επιχειρήματος δεν μπορεί να σταθμιστεί παρά μόνο στο πλαίσιο της εν λόγω απόφασης και λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της.
Σημειωτέον εξαρχής ότι η απόφαση 30/53 δεν στηρίζεται μόνο στο άρθρο 60 αλλά και στο άρθρο 63, παράγραφος 2.
Στο από 2 Μαΐου 1953 αρχικό κείμενό της η απόφαση αυτή αναφερόταν γενικώς στις οργανώσεις πωλήσεως, προβλέποντας στο άρθρο 7 ότι « οι επιχειρήσεις καθίστανται υπεύθυνες για τις παραβάσεις της ανωτέρω προβλεπομένης υποχρεώσεως ( δηλαδή της υποχρεώσεως τηρήσεως των άρθρων 2 έως 6 της απόφασης ) που διαπράττουν οι άμεσοι εκπρόσωποι, οι οργανώσεις πωλήσεως ή οι παραγγελιοδόχοι τους ».
Οι οργανώσεις πωλήσεως εξομοιώνονταν λοιπόν τότε, κατά κάποιο τρόπο, με τους άμεσους εκπροσώπους και τους παραγγελιοδόχους για τους οποίους κάνει λόγο το άρθρο 63, παράγραφος 2, περίπτωση β ).
Στη συνέχεια, με την απόφαση 19/63 της 11ης Δεκεμβρίου 1963 ( 12 ), ο όρος της οργάνωσης πωλήσεως διευκρινίστηκε κατά την έννοια των δύο πρώτων περιπτώσεων της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 1 της απόφασης 30/53.
Οι λόγοι αυτής της διευκρίνισης αναφέρονται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 19/63 ( 13 ).
Με το άρθρο 8 της ίδιας απόφασης η ανωτάτη αρχή εισήγαγε την έννοια των « ενδιαμέσων » διακρίνοντας δύο υποκατηγορίες. Στην πρώτη περιλαμβάνονται ιδίως οι εκπρόσωποι και στη δεύτερη οι παραγγελιοδόχοι.
Η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τη νομιμότητα αυτής της απόφασης η οποία εντούτοις δεν στηρίζεται στο άρθρο 95, αλλά στα άρθρα 4, 60 και 63, παράγραφος 2.
Τέλος, στο πλαίσιο του συστήματος αντιμετωπίσεως της κρίσεως που αναγκάστηκε να θεσπίσει στον τομέα του χάλυβα, η Επιτροπή έκρινε αναγκαίο να αναλάβει ακόμη εντονότερη δράση όσον αφορά τις τιμές των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα και εξέδωσε την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ (βάσει του άρθρου 60).
Η εισαγωγή στην απόφαση 30/53 νέας κατηγορίας οργανώσεων πωλήσεως (τρίτο εδάφιο του άρθρου 1, παράγραφος 2) αιτιολογείται ως εξής στην τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 1834/81/ΕΚΑΧ:
« ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, προκειμένου να αναπτυχθεί η διανομή των προϊόντων τους, μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων παραγωγής εξασφάλισε, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο επιχειρήσεων διανομής, χωρίς απαραίτητα οι επιχειρήσεις αυτές να διανέμουν κατά κύριο λόγο την παραγωγή της επιχειρήσεως από την οποία εξαρτώνται' ότι η πείρα έχει αποδείξει ότι οι επιχειρήσεις παραγωγής μπορούν να αποφύγουν τις απαγορεύσεις διακρίσεως που τις αφορούν, παρεμβάλλοντας απλώς στις άμεσες πωλήσεις τους τις επιχειρήσεις διανομής που ελέγχουν·
ότι συντρέχει λόγος να υποβληθούν οι επιχειρήσεις παραγωγής στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση αριθ. 30/53, για τις άμεσες πωλήσεις, σε όλες τις περιπτώσεις που παρεμβάλλουν τις επιχειρήσεις διανομής που ελέγχουν ».
Η Επιτροπή θεωρεί δηλαδή κατά κάποιον τρόπο ότι η εκ μέρους της επιχείρησης παραγωγής άμεση πώληση των προϊόντων της εξακολουθεί να είναι πώληση πραγματοποιούμενη από την εν λόγω επιχείρηση ακόμη και αν μεσολαβεί κάποια οργάνωση πωλήσεως, εφόσον η επιχείρηση παραγωγής είναι σε θέση να ελέγχει την περί τιμών πολιτική που ακολουθεί η εν λόγω οργάνωση πωλήσεως.
Ο προφανής σκοπός της νέας αυτής τροποποιήσεως της απόφασης 30/53 είναι λοιπόν να εξασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 60, με την αποτροπή του ενδεχομένου να εκφεύγουν οι επιχειρήσεις παραγωγής, με κάποιο τέχνασμα, από τις υποχρεώσεις τους.Το Δικαστήριο όμως έχει κρίνει επανειλημμένα ότι « τόσο η επιστήμη όσο και η νομολογία δέχονται ότι οι διατάξεις που θέτουν οι Συνθήκες περιλαμβάνουν σιωπηρώς και τους κανόνες εκείνους χωρίς τους οποίους οι πρώτες δεν μπορούν να εφαρμοστούν επωφελώς ή κατ' εύλογο τρόπο » ( 14 )
Υπόθεση 8/55, Fédération charbonnière de Belgique κατά Ανωτάτης Λρχής, Rec. 1955-1956, σσ. 291 και 305.
Υπόθεση 25/59, Κάτω Χώρες κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec. 1960, σσ. 723, 757-758..
Δεν μπορεί εξάλλου να λεχθεί ότι εν προκειμένω αντιμετωπίζουμε μία από τις « περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη » κατά την έννοια του άρθρου 95.
Η βασική υποχρέωση η οποία πρέπει να τηρηθεί απορρέει σαφώς από την ίδια τη Συνθήκη ( « απαγορεύεται στον τομέα των τιμών κάθε πρακτική αντίθετη προς τα άρθρα 2, 3 και 4 » — άρθρο 60, πρώτη περίοδος ).
Το άρθρο 60, παράγραφος 1, τελευταία περίοδος, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει λεπτομερέστερα « κάθε πρακτική » που εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 60, παράγραφος 1.
Η αρχή ότι οι επιχειρήσεις είναι υπεύθυνες για τις παραβάσεις που διαπράττουν στον τομέα των τιμών οι ενδιάμεσοι οι οποίοι βρίσκονται σε σχέση εξαρτήσεως ως προς τις πρώτες, μπορεί και αυτή να συναχθεί από τη Συνθήκη και συγκεκριμένα από το άρθρο 63, παράγραφος 2, περίπτωση β ), καίτοι το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται ρητώς παρά μόνο στους « άμεσους εκπρόσωπους ή τους παραγγελιοδόχους οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό των εν λόγω επιχειρήσεων ».
Μπορούμε τέλος να πούμε ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ, παρέχοντας στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει « κάθε πρακτική που εμπίπτει » στην απαγόρευση του άρθρου 60, παράγραφος 1, της δίνει ταυτόχρονα την εξουσία να ορίζει εννοιολογικά τις πρακτικές αυτές αναλόγως ορισμένων ιδιαιτέρων στοιχείων, ότι δηλαδή οι επιχειρήσεις παραγωγής ακολουθούν αυτές τις πρακτικές υπό τον όρο ότι η τελική ευθύνη για τη σχετική παράνομη συμπεριφορά μπορεί να καταλογιστεί στις εν λόγω επιχειρήσεις.
Επομένως η αναφορά στο άρθρο 95 δεν ήταν απαραίτητη.
Η περίπτωση είναι τελείως διαφορετική όταν ο πραγματικός αυτουργός της παράβασης δεν είναι πλέον η επιχείρηση παραγωγής αλλά κάποια επιχείρηση διανομής επί της οποίας η πρώτη δεν έχει επιρροή.
Η Επιτροπή, όμως, εκτιμώντας το στοιχείο ότι « η αγορά του χάλυβα αποτελεί ένα σύνολο εντός του οποίου ο ρόλος των εμπόρων είναι σημαντικός δεδομένου ότι η ποσότητα του χάλυβα που διακινείται μέσω αυτών υπερβαίνει το μισό του συνόλου του χάλυβα που πωλείται στην Κοινότητα απευθείας ή εκ της αποθήκης, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων προϊόντων που εισάγονται από τρίτες χώρες », έκρινε ότι « κάθε μέτρο που προορίζεται για τις τιμές πρέπει να αφορά όχι μόνο τους παραγωγούς αλλά και τους εμπόρους » ( πέμπτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 1836/81/ΕΚΑΧ). Έτσι, την ίδια ημέρα κατά την οποία εξέδωσε την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, απηύθυνε στα κράτη μέλη τη σύσταση 1835/81/ΕΚΑΧ ( 15 ) για να τα υποχρεώσει να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε « οι επιχειρήσεις διανομής χάλυβα ( δηλαδή οι ανεξάρτητες επιχειρήσεις διανομής που δεν τελούν υπό τον έλεγχο κάποιας επιχείρησης παραγωγής ) να τηρήσουν τους κανόνες των τιμών και όρους πωλήσεως οι οποίοι είναι ανάλογοι εκείνων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις παραγωγής δυνάμει του άρθρου 60 της Συνθήκης και των αποφάσεων περί εφαρμογής του » ( τρίτη αιτιολογική σκέψη της σύστασης 1835/81/ΕΚΑΧ).
Προς το σκοπό αυτό έκανε χρήση της εξουσίας που της παρέχει ρητώς το άρθρο 63, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Επειδή όμως η Επιτροπή είχε συνείδηση του ότι η εφαρμογή της εν λόγω σύστασης από τα κράτη μέλη απαιτούσε ορισμένο χρόνο, επέβαλε απευθείας, με την απόφαση 1836/81/ΕΚΑΧ, αντίστοιχες υποχρεώσεις στις επιχειρήσεις διανομής ( τελευταία αιτιολογική σκέψη της σύστασης 1835/81/ΕΚΑΧ).
Προς το σκοπό αυτό προσέφυγε στις διατάξεις του άρθρου 95, πρώτη παράγραφος, διότι, όπως η ίδια διαπιστώνει με την έκτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης 1836/81/ΕΚΑΧ, « στη Συνθήκη δεν προβλέπεται η περίπτωση αυτή », το δε άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή, δυνάμει του άρθρου 80, παρά μόνο στις επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα παραγωγής.
Καίτοι, δηλαδή, οι δύο αποφάσεις εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο, εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς οι οποίοι δικαιολογούν τη θεμελίωση τους σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις: η μεν απόφαση 1836/81/ΕΚΑΧ επεκτείνει to πεδίο εφαρμογής των κανόνων περί τιμών, πέραν του άρθρου 60, στις επιχειρήσεις διανομής (ανεξάρτητες), η δε απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ απλώς διευκρινίζει, στο πλαίσιο του άρθρου 60, τις ευθύνες των επιχειρήσεων παραγωγής από τη δράση των οικείων οργανώσεων πωλήσεως δίνοντας ακριβέστερο ορισμό στις τελευταίες ( για τους λόγους που αναφέρονται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη την οποία παρέθεσα ανωτέρω ).
Ο κοινοτικός νομοθέτης είχε επίγνωση αυτής της διάκρισης ώστε απέκλεισε ρητά « τις οργανώσεις πωλήσεων κατά την έννοια της αποφάσεως αριθ. 30/53 » από το πεδίο εφαρμογής της απόφασης 1836/81/ΕΚΑΧ (άρθρο 1, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση) καθώς και της σύστασης 1835/81/ΕΚΑΧ (άρθρο 2, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση).
Γ —
Εν προκειμένω συντρέχουν άραγε οι προϋποθέσεις που απαιτεί η εν λόγω απόφαση; Με άλλα λόγια η SSK είναι η οργάνωση πωλήσεως της Laminoirs κατά την έννοια της απόφασης 30/53 όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ;
Όπως προκύπτει από το κείμενο της απόφασης, μια επιχείρηση διανομής μπορεί να χαρακτηριστεί ως οργάνωση πωλήσεως μιας επιχείρησης παραγωγής μόνο εφόσον συντρέχουν δύο προϋποθέσεις:
—
τα στοιχεία ελέγχου κατά την έννοια της απόφασης 24/54,
—
άμεσες πωλήσεις.
1.
Όσον αφορά τον έλεγχο και τη δυνατότητα που έχει η Laminoirs να καθορίζει τη δράση της SSK στον τομέα των τιμών ή των πωλήσεων θα παρατηρήσω τα ακόλουθα.
Η Επιτροπή φρονεί ότι στην από 30 Ιουνίου 1969 αποκλειστική σύμβαση διανομής μεταξύ της Laminoirs και της SSK υπάρχει το στοιχείο του ελέγχου για το οποίο γίνεται λόγος στο άρθρο 1, σημείο 5, της απόφασης 24/54.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται σε « συμβάσεις σχετικές με το σύνολο ή σημαντικό μέρος των πηγών εφοδιασμού ή των αγορών μιας επιχειρήσεως όταν αυτές οι συμβάσεις υπερβαίνουν σε ποσότητα ή διάρκεια τα συνήθη όρια σχετικών εμπορικών συμβάσεων ».
Όπως προκύπτει όμως:
—
η σύμβαση μεταξύ Laminoirs και SSK αφορά σημαντικό μέρος των πηγών εφοδιασμού της SSK' συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε ότι κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου αναφοράς οι πωλήσεις προϊόντων ΕΚΑΧ προερχομένων από την Laminoirs αποτέλεσαν το 48% του συνολικού κύκλου εργασιών της SSK, ενώ το υπόλοιπο 52 ο/ο αντιπροσωπεύει πωλήσεις προϊόντων εκτός ΕΚΑΧ προερχομένων από την Laminoirs·
—
η σύμβαση υπερβαίνει εν πάση περιπτώσει σε διάρκεια τα συνήθη όρια των σχετικών εμπορικών συμβάσεων: συνήφθη το 1969, αρχικώς για διάρκεια έξι ετών με δυνατότητα σιωπηρής ανανέωσης για περιόδους τριών ετών, στη συνέχεια δε, με τροποποίηση της 25ης Ιανουαρίου 1985, παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1987 με δυνατότητα περαιτέρω σιωπηρής ανανέωσης για περιόδους τριών ετών η διάρκειά της θα είναι λοιπόν τουλάχιστον 18 έτη·
—
τα εμπορικά έγγραφα και οι επιστολές με την επικεφαλίδα της SSK φέρουν, κάτω από το όνομα της εταιρίας, την ένδειξη « Verkaufsgesellschaft der Laminoirs de Strasbourg SA für Deutschland » η SSK εμφανίζεται λοιπόν ως η οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs με τη σιωπηρή τουλάχιστον συναίνεση της τελευταίας·
—
για τις παραγγελίες των πελατών της SSK εκδίδονται αποδεικτικά παραλαβής παραγγελίας με επικεφαλίδα της Laminoirs που αποστέλλονται στους πελάτες προσυπογεγραμμένα από την SSK μαζί με τους γενικούς όρους πωλήσεων της Laminoirs·
—
δυνάμει του άρθρου 5 της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η Laminoirs επιφυλάσσεται του δικαιώματος να συνοδεύει τους υπαλλήλους της SSK κατά τις επισκέψεις τους στους πελάτες με κάποιον δικό της υπάλληλο·
—
δυνάμει του άρθρου 7, η SSK υποχρεούται να αποστέλλει στην Laminoirs, για κάθε παράδοση προϊόντων Laminoirs, διπλότυπο του σχετικού τιμολογίου και να της υποβάλει γενικώς τα λογιστικά έγγραφα για τις συναλλαγές που αφορούν προϊόντα Laminoirs·
—
δυνάμει του άρθρου 8, η SSK οφείλει να υποβάλει προς έγκριση στην Laminoirs τις εγκυκλίους που προτίθεται να αποστείλει στους γερμανούς πελάτες για προϊόντα Laminoirs.
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί κανένα από αυτά τα στοιχεία, φρονεί όμως ότι είναι μειωμένης σημασίας. Συγκεκριμένα φρονεί ότι η σύμβαση δεν υπερβαίνει ούτε σε ποσότητα ούτε σε διάρκεια τα συνήθη όρια σχετικών εμπορικών συμβάσεων και ότι, εφόσον η επιχείρηση παραγωγής δεν συμμετέχει στο κεφάλαιο ή στη διαχείριση της επιχείρησης δια νομής, δεν υπάρχει έλεγχος της SSK από την Laminoirs.
Η SSK επιχειρεί να δώσει σε κάθε ένα από τα απαριθμούμενα στοιχεία μια ερμηνεία τέτοια που να τα αποδυναμώνει ως ενδείξεις για το ότι η εν λόγω επιχείρηση είναι πράγματι η οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs κατά την έννοια της απόφασης 1834/81/ΕΚΑΧ. Έτσι ισχυρίζεται ότι οι εμπορικές πρακτικές και οι ρήτρες που προανέφερα είναι τελείως συνήθεις στις σχέσεις μεταξύ προμηθευτή και διανομέα.
Η δική μου γνώμη είναι πάντως ότι η ύπαρξη και μόνο όλων αυτών των στοιχείων, ανεξαρτήτως του λόγου της ή του αν είναι συνήθη ή όχι και ανεξαρτήτως του κατά πόσο γίνεται χρήση τους, αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της απόφασης 1834/81/ΕΚΑΧ. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν ακριβώς την ύπαρξη τόσο στενής εξάρτησης της επιχείρησης διανομής από την επιχείρηση παραγωγής ώστε μπορεί να θεωρηθεί ότι η πρώτη ενεργεί στην πραγματικότητα για λογαριασμό της δεύτερης. Για να είναι κρίσιμα αυτά τα στοιχεία δεν είναι απαραίτητο να εξηγούνται, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, βάσει συγκεκριμένων σχέσεων, κατά κάποιον τρόπο προκαθορισμένων, όπως η υπαγωγή στον ίδιο όμιλο ή η συμμετοχή της μιας στη διαχείριση ή στη διεύθυνση της άλλης.
Οι τελευταίες αυτές περιπτώσεις εμπίπτουν στο πεδίο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της απόφασης 24/54 ( δικαίωμα κυριότητος ή επικαρπίας επί του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως ), και του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της απόφασης 30/53 που αναφέρεται στις « επιχειρήσεις διανομής των οποίων η διαχείριση εξαρτάται από επιχειρήσεις παραγωγής... », αντιστοίχως.
Όπως όμως παρατήρησα ήδη, το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη, ως στοιχείο ελέγχου, η σύμβαση που ανταποκρίνεται στα κριτήρια του εισαγωγικού μέρους και του σημείου 5 της παραγράφου 1 της απόφασης 24/54 δεν μπορεί να θεωρηθεί παράνομο ή ότι συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
Θα παρατηρήσω τέλος ότι όταν στις 16 Απριλίου 1985 η Επιτροπή δέχτηκε σε ακρόαση τους εκπροσώπους της εταιρίας Laminoirs de Strasbourg, ένας από αυτούς δήλωσε ότι « αν η Laminoirs πραγματοποιεί άμεση πώληση γνωρίζει την τιμή που χορηγείται στον πελάτη. Η τιμή αυτή είναι συμφωνημένη οεοομένου ότι η SSK ζει από τις προμήθειες που της καταβάλλει η Laminoirs » ( βλέπε σχέδιο πρακτικών της 8ης Μαΐου 1985 που προσαρτάται στην προσφυγή' με τις από 29 Μαΐου 1985 παρατηρήσεις της η Laminoirs δεν αμφισβήτησε το χωρίο αυτό του σχεδίου ).
Έτσι, τα στοιχεία που παρέθεσα ανωτέρω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Laminoirs έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τη δράση της SSK στον τομέα των τιμών ή των πωλήσεων, όπως απαιτεί το άρθρο 1 της απόφασης 24/54.
2.
Όσον αφορά την ύπαρξη « αμέσων πωλήσεων », θα παρατηρήσω πρώτον ότι η απόφαση 30/53, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ, δίνει τον ακόλουθο ορισμό αυτού του όρου:
«“ 'Αμεση πώληση ” υφίσταται όταν, στο πλαίσιο των συμβάσεων πωλήσεως που έχουν συναφθεί, αφενός, μεταξύ της επιχειρήσεως παραγωγής και της επιχειρήσεως διανομής και, αφετέρου, μεταξύ της επιχειρήσεως διανομής και του πελάτη της-αγοραστή προϊόντων, η αποστολή προϊόντων πραγματοποιείται άμεσα από την επιχείρηση παραγωγής στον πελάτη της επιχειρήσεως διανομής ή σύμφωνα με τις οδηγίες του πελάτη. »
Εν προκειμένω, η Laminoirs αναγνώρισε ρητά την ύπαρξη « αμέσων πωλήσεων » με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 1985 και κατά την ακρόαση της 16ης Απριλίου 1985.
Η ύπαρξη εμμέσων πωλήσεων αποδεικνύεται εξάλλου από το στοιχείο ότι η SSK δεν διαθέτει αποθήκη για τα προϊόντα Laminoirs τα οποία αποστέλλονται απευθείας από την Laminoirs στους πελάτες της SSK.
Τέλος, οι τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις του σημείου 1 ανωτέρω επιβεβαιώνουν και αυτές την ύπαρξη του εν λόγω συστήματος πωλήσεων.
Από το στοιχείο ότι η απόφαση 30/53, όπως τροποποιήθηκε, δίνει τον ίδιο ορισμό για τις άμεσες πωλήσεις όπως και η απόφαση 1836/81/ΕΚΑΧ που αναφέρεται στους εμπόρους ( άρθρο 6, παράγραφος 2 ) δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα' ο ορισμός αυτός είναι στοιχείο αντικειμενικό και δεν ποικίλλει αναλόγως της ιδιότητας των συμβαλλομένων.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ακόμη και στην περίπτωση αμέσων πωλήσεων οι έμποροι δεν βρίσκονται στην ίδια κατάσταση εξαρτήσεως με τις οργανώσεις πωλήσεως κατά την έννοια της απόφασης 30/53.
Το συμπέρασμα μου είναι λοιπόν ότι, βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι η SSK είναι η οργάνωση πωλήσεων της Laminoirs κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της προαναφερθείσας απόφασης και ότι επομένως δεν διέπραξε κατάχρηση εξουσίας θεσπίζοντας την ατομική απόφαση 5462 της 2ας Μαΐου 1985.
Δ —
Η προσφεύγουσα προσάπτει περαιτέρω στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς την εν λόγω απόφαση όσον αφορά τις βάσεις για τον υπολογισμό του ύψους της δεσμευθείσας εγγύησης. Η Επιτροπή αναφέρεται απλώς σε « εσωτερικά κριτήρια » που δεν διευκρινίζονται πουθενά.
Η Επιτροπή δίνει ορισμένες διευκρινίσεις ως προς αυτά τα « εσωτερικά κριτήρια » και φρονεί ότι όταν πρόκειται για συντηρητικό μέτρο που λαμβάνεται για να αποβεί αποτελεσματικότερη η μεταγενέστερη διαδικασία κυρώσεων, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στο καταρχήν βάσιμο της αποφάσεως περί δεσμεύσεως, ενώ το ζήτημα αν η μέθοδος υπολογισμού είναι η προσήκουσα δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εκτιμηθεί παρά σε συνδυασμό με τον καθορισμό του προστίμου σε μεταγενέστερο στάδιο.
Κατά πάγια νομολογία « η υποχρέωση αιτιολογήσεως των ατομικών αποφάσεων έχει σκοπό να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως πάσχει από ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η νομιμότητά της » ( 16 ).
Εν προκειμένω όμως νομίζω ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης πληροί αυτά τα κριτήρια. Συγκεκριμένα, η απόφαση 5462, αφού αναφέρεται στην ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση και διαπιστώνει τις προσαπτόμενες παραβάσεις, προσθέτει « ότι σύμφωνα με το άρθρο 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι παραβάσεις αυτές επισύρουν την κύρωση της επιβολής προστίμου μέχρι διπλασίου της αξίας των αντικανονικών πωλήσεων οι προσαπτόμενες υποτι-μολογήσεις ανέρχονται σε 595817 γερμανικά μάρκα ή 1830427 γαλλικά φράγκα σύμφωνα με τη μέση ισοτιμία του ECU κατά το πρώτο τρίμηνο του 1984' βάσει των εσωτερικών αυτών κριτηρίων καθώς και των προστίμων που επιβάλλονται για παράβαση του άρθρου 61 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή θα μπορούσε να επιβάλει πρόστιμο 2745641 γαλλικών φράγκων. Κατά συνέπεια προσήκει η προσωρινή δέσμευση της απόδοσης της εγγυήσεως που κατέβαλε η επιχείρηση Usinor για το δεύτερο τρίμηνο του 1985 κατά ποσό ίσο προς το προαναφερθέν ».
Η Επιτροπή λοιπόν προσδιόρισε σαφώς τα κριτήρια αναφοράς βάσει των οποίων καθόρισε το ύψος της εγγύησης. Τα κριτήρια αυτά, που αποτελούν κατά κάποιον τρόπο το πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να κυμαίνεται το δεσμευθέν ποσό, είναι το άρθρο 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και το ύψος των προσα-πτομένων υποτιμολογήσεων.
Το στοιχείο ότι δεν διευκρίνισε σαφώς ότι αύξησε το τελευταίο αυτό ποσό κατά 50 °/ο δεν νομίζω ότι αρκεί για να θεωρηθεί ανεπαρκής η αιτιολογία. Το ποσοστό κατά το οποίο αυξήθηκε το ύψος της υποτιμολόγησης μπορεί κατά τα λοιπά να ευρεθεί με έναν απλό υπολογισμό.
Άλλωστε τα « εσωτερικά κριτήρια » για τα οποία γίνεται λόγος αφορούν απλώς τον καθορισμό του ύψους του προστίμου που θα μπορούσε να επιβάλει στη συνέχεια η Επιτροπή.
Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση θεσπίστηκε μετά από σειρά επαφών, ανταλλαγή αλληλογραφίας και ακροάσεις μεταξύ των μερών, οπότε η προσφεύγουσα, στενά συνδεδεμένη με τη σχετική διαδικασία, είχε αναμφιβόλως την ευκαιρία να λάβει κάθε χρήσιμη πληροφορία ως προς τις πρακτικές και μεθόδους υπολογισμού που ακολουθεί η Επιτροπή σε τέτοιες περιπτώσεις ( 17 ).
Τέλος, το άρθρο 2, παράγραφος 7, της απόφασης 3716/83/ΕΚΑΧ, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απλώς ορίζει ότι η εγγύηση δεσμεύεται κατά « κατάλληλο » ποσό. Το ποσό αυτό είναι βεβαίως κατάλληλο εφόσον δεν εξέρχεται του προαναφερθέντος πλαισίου.
Νομίζω, συνεπώς, ότι η αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
III — Συμπέραομα
Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
Να απορρίψει ως απαράδεκτο το αίτημα περί ακυρώσεως του άρθρου 1, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, της απόφασης 30/53, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ.
2)
Να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα περί ακυρώσεως της ατομικής απόφασης 5462 της 2ας Μαΐου 1985.
3)
Να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Απόφαση 3716/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1983, για τη θέσπιση συστήματος εγγυήσεων για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα καθώς και συστήματος ελέγχου των ελαχίστων τιμών ( EE L 373, σ. 5).
( 2 ) Απόφαση 30/53 της 2ας Μαίου 1953 περί των απαγορευμένων, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1, της Συνθήκης, πρακτικών στην κοινή αγορά άνθρακος και χάλυβος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 5). Για το κωδικοποιημένο στις 20 Ιανουαρίου 1964 κείμενο, βλέπε JO 1963, σ. 2980.
( 3 ) Απόφαση 1834/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981 ( ΕΕ L 184, σ. 7 ).
( 4 ) Απαντητικό υπόμνημα, σ. 3.
( 5 ) Απόφαση 24/54 της 6ης Μαίου 1954 περί ρυθμίσεως της εφαρμογής του άρθρου 66, παράγραφος Ι, της Συνθήκης που αφορώ τα στοιχεία που συνιστούν τον έλεγχο επιχειρήσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 13 ).
( 6 ) H υπογράμμιση δική μου.
( 7 ) Προσφυγή, σ. 11.
( 8 ) Υπόμνημα αντικρούσεως, σ. 7.
( 9 ) Απόφαση της 11ης ΟκτωΡρίου 1984, υπόθεση 103/83, Usinor κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3483.
( 10 ) « Il Επιτροπή δεν μπορεί να εφαρμόσει τον ορισμό του ομίλου επιχειρήσεων, που έδωσε η Συνθήκη στο πλαίσιο της κανονιστικής ρύθμισης των συγχωνεύσεων και των συγκεντρώσεων, σε καταστάσεις διάφορες από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 66 και να αγνοήσει τις διατάξεις της Συνθήκης και τη νομολογία του Δικαστηρίου » ( Συλλογή 1984, σ. 3486 ).
( 11 ) Απόφαση 1836/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 3ης Ιουλίου 1981 περί των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων διανομής σχετικά με τη δημοσίευση τιμοκαταλόγων και όρων πωλήσεως καθώς και περί των απαγορευμένων πρακτικών στις επιχειρήσεις αυτές ( ΕΕ L 184, σ. 13 ).
( 12 ) Απόφαση 19/63 της 11ης Δεκεμβρίου 1963 περί τροποποιήσεως της απόφασης 30/53 της 2ας Μαίου 1953 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001 ).
( 13 ) «... ότι και οι επιχειρήσεις παραγωγής υπόκεινται ομοίως στην υποχρέωση αυτή, ακόμη και όταν δεν πωλούν οι ίδιες τα προϊόντα τους, αλλά χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτό οργανώσεις πωλήσεων' ότι, πράγματι, ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ της δραστηριότητος παραγωγής και της δραστηριότητος διανομής θα είχε, διαφορετικά, σαν αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, την κατάργηση της απαγορεύσεως διακρίσεων για τις επιχειρήσεις παραγωγής ».
( 14 ) Υπόθεση 20/59, Ιταλική Δημοκρατία κατά Ανωτάτης Λρχής, Rec. 1960, σσ. 663 και 688.
( 15 ) Σύσταση 1835/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 1981, προς τα κράτη μέλη περί της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως τιμοκαταλόγων και όρων πωλήσεως καθώς και περί των απαγορευμένων πρακτικών στο εμπόριο χάλυβα ( ΕΕ L 184, σ. 9 ).
( 16 ) Απόφαση 8/83 της 28ης Μαρτίου 1984, Berteli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1649, σκέψη 12.
( 17 ) Με την προαναφερθείσα απόφαση 8/83 το Δικαστήριο έκρινε ότι « το μέτρο της υποχρεώσεως παραθέσεως αιτιολογίας εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από τις περιστάσεις στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκε» (σκέψη 13). Με την απόφαση 1252/79 της 11ης Δεκεμβρίου 1980 (Lucchini κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σ. 3753 ) το Δικαστήριο έκρινε πιο συγκεκριμένα ότι « η αιτιολογία αποφάσεως περί επιβολής προστίμου λόγω παραβάσεως της κανονιστικής ρύθμισης ΕΚΑΧ στον τομέα των ελαχίστων τιμών, καίτοι λακωνική, κρίνεται επαρκής, εφόσον η επιχείρηση αποδέκτης συμμετείχε στη διαδικασία εκπονήσεως της απόφασης και γνώριζε τη μέθοδο υπολογισμού των υποτιμολογήσεων » ( περίληψη, παράγραφος 3, σκέψη 14 ).
Full & Egal Universal Law Academy