Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, με το να προβλέψει ότι οι οικογενειακές παροχές που οφείλονται δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας μειώνονται κατά το ποσό των οικογενειακών παροχών που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ( κανονισμός ) ή το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( καθεστώς λοιπού προσωπικού ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 67, παράγραφος 2, και 68, παράγραφος 2, του κανονισμού, από το άρθρο 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού και από τα άρθρα 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και 15 και 19 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών .
Ι - Για τη σύντομη περιγραφή των πραγματικών περιστατικών αρκεί η παρουσίαση, κατά χρονολογική σειρά, των επιμάχων κοινοτικών και εθνικών κειμένων, καθώς και η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο τα κείμενα αυτά εφαρμόστηκαν .
1 . Το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει : "Οι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων, τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο, υποχρεούνται να δηλώσουν τα επιδόματα ιδίας φύσεως που λαμβάνουν ενδεχομένως από άλλη πηγή, προκειμένου αυτά τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του παραρτήματος VΙΙ" ( δηλαδή το επίδομα στέγης, το επίδομα συντηρουμένων τέκνων και το σχολικό επίδομα ).
Το άρθρο 68, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει την ίδια διάταξη για τους υπαλλήλους που βρίσκονται σε διαθεσιμότητα ή έχουν απομακρυνθεί από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας καθώς και για τους υπαλλήλους που δικαιούνται την αποζημίωση που προβλέπεται στα άρθρα 34 και 42 του παλαιού κανονισμού του προσωπικού της ΕΚΑΧ .
Δυνάμει του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται και όσον αφορά τους έκτακτους υπαλλήλους .
2 . Η διάταξη η οποία κυρίως αμφισβητείται στο Βέλγιο είναι το άρθρο 60 των κωδικοποιηθέντων με το βασιλικό διάταγμα της 19ης Δεκεμβρίου 1939 νόμων περί οικογενειακών επιδομάτων υπέρ μισθωτών .
Μέχρι τον Ιούλιο του 1982, το άρθρο αυτό είχε ως εξής : "Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν ισχύουν επίσης και για τα τέκνα, υπέρ των οποίων οφείλονται οικογενειακές παροχές δυνάμει άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ..."
Την εποχή εκείνη ( και ήδη πριν από τη θέσπιση του ισχύοντος κανονισμού και καθεστώτος λοιπού προσωπικού, δηλαδή υπό το κράτος των παλαιών κειμένων περί των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της ΕΟΚ, της ΕΚΑΕ και της ΕΚΑΧ αντιστοίχως ), το Βέλγιο, κρίνοντας ότι το άρθρο 60 δεν είχε εφαρμογή όταν οι "άλλες νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις" χαρακτήριζαν τις παροχές που προέβλεπαν ως συμπληρωματικές, δέχτηκε να καταβάλλει τα βελγικά οικογενειακά επιδόματα κατά προτεραιότητα, ούτως ώστε να μπορούν να αφαιρούνται από τα επιδόματα της ιδίας φύσεως που οφείλονται δυνάμει του κανονισμού και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
3 . Το βασιλικό διάταγμα αριθ . 54 της 15ης Ιουλίου 1982 τροποποίησε το προαναφερθέν άρθρο 60 και όρισε ότι, στο εξής, "το ποσό των οικογενειακών παροχών μειώνεται κατά το ποσό των παροχών της ιδίας φύσεως οι οποίες είναι δυνατό να οφείλονται υπέρ δικαιουμένου τέκνου κατ' εφαρμογή άλλων αλλοδαπών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ή δυνάμει των κανόνων που ισχύουν για το προσωπικό ενός οργανισμού δημοσίου διεθνούς δικαίου, ακόμα και όταν η χορήγηση των παροχών αυτών χαρακτηρίζεται ως συμπληρωματική δυνάμει των ως άνω διατάξεων και κανόνων σε σχέση με τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται κατ' εφαρμογή των παρόντων νόμων ".
Με βασιλικό διάταγμα της 19ης Νοεμβρίου 1982, τροποποιήθηκε, υπό το αυτό πνεύμα, το άρθρο 29 του βασιλικού διατάγματος της 8ης Απριλίου 1976 περί του συστήματος οικογενειακών παροχών υπέρ ανεξαρτήτων εργαζομένων .
'Ετσι, από το 1982, ο προϋπολογισμός των Κοινοτήτων επιβαρύνεται με ορισμένα οικογενειακά επιδόματα τα οποία καταβάλλονταν προηγουμένως από βελγικούς οργανισμούς .
4 . Προτού εξετάσω τις αιτιάσεις της Επιτροπής, θα πρέπει να κάνω μία προκαταρκτική παρατήρηση όσον αφορά το αντικείμενο της διαφοράς .
Η παρατήρηση αυτή αφορά την κατάσταση των μονίμων υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο/η σύζυγος των οποίων δεν είναι υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και την περίπτωση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οι οποίοι ασκούν παρεπόμενη δραστηριότητα, π.χ . διδάσκουν σε πανεπιστήμιο .
Στην υπό κρίση υπόθεση, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι τα οικογενειακά επιδόματα των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ο/η σύζυγος των οποίων δεν εργάζεται επ' αμοιβή, και οι οποίοι δεν ασκούν οι ίδιοι παρεπόμενη δραστηριότητα, πρέπει, καταρχήν τουλάχιστον, να βαρύνουν κατά προτεραιότητα τη χώρα υποδοχής, οι δε Κοινότητες να περιορίζονται στην καταβολή συμπληρώματος .
Κατά τη γνώμη μου, εξάλλου, αυτός ο κανόνας δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών, ούτε από το άρθρο 67 του κανονισμού, ούτε από καμία άλλη διάταξη του εν λόγω κανονισμού .
Βεβαίως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1983 ( υπόθεση 152/82, Forcheri κατά Βελγίου, Συλλογή 1983, σ . 2334, σκέψη 9 ) "ότι η νομική κατάσταση των υπαλλήλων της Κοινότητας στο κράτος μέλος υπηρεσίας τους εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της Συνθήκης για δύο λόγους : αφενός μεν, λόγω της σχέσεως εργασίας που έχουν με την Κοινότητα, αφετέρου δε, διότι πρέπει να απολαύουν του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο για τους υπηκόους των κρατών μελών στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, της εγκαταστάσεως και της κοινωνικής προστασίας ".
Η αρχή, όμως, της εφαρμογής των ισχυόντων κανόνων στη χώρα υπηρεσίας όσον αφορά την κοινωνική προστασία ισχύει μόνον εφόσον ο κανονισμός δεν έχει θεσπίσει ιδιαίτερο καθεστώς .
Παρατηρείται, εντούτοις, ότι όσον αφορά την ασφάλιση κατά της ασθενείας, την ασφάλιση κατά των ατυχημάτων και το συνταξιοδοτικό καθεστώς, οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπάγονται σε ειδικό καθεστώς και όχι στο καθεστώς που ισχύει στη χώρα στην οποία ασκούν τα καθήκοντά τους .
Θα ήταν, συνεπώς, αδιανόητο, όσον αφορά το καθεστώς των οικογενειακών επιδομάτων, το οποίο επίσης καθορίζεται από τον κανονισμό, να πρέπει να θεωρούνται οι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως υπαγόμενοι κατά κύριο λόγο στο σύστημα της χώρας υποδοχής, πόσο μάλλον δε όταν, στον κανονισμό, οι διατάξεις που αφορούν τα οικογενειακά επιδόματα περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται "Αποδοχές ".
Η άποψη αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι ο κανονισμός 1408/71 περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινούμενων εργαζομένων προβλέπει ρητώς ιδιαίτερους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται στους επικουρικούς υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, "τα μέλη του επικουρικού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύνανται να επιλέξουν την υπαγωγή στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου απασχολούνται ή του κράτους μέλους στη νομοθεσία του οποίου υπήχθησαν τελευταία ή του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι, αν πρόκειται περί διατάξεων που δεν αφορούν τα οικογενειακά επιδόματα, η χορήγηση των οποίων ρυθμίζεται από τους όρους εργασίας που ισχύουν για τα μέλη του προσωπικού αυτού ".
Η διάταξη αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι κατά το άρθρο 65 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που αφορούν τα οικογενειακά επιδόματα ( εκτός από τις διατάξεις περί σχολικού επιδόματος ) εφαρμόζονται στο προσωπικό αυτό, ενώ οι διατάξεις που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση δεν εφαρμόζονται ( βλέπε άρθρο 70 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού ).
Αυτό φαίνεται να επικυρώνει την άποψη ότι, εφόσον ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ιδιαίτερο καθεστώς, το καθεστώς αυτό υπερισχύει του "κανονικού" κοινοτικού δικαίου .
Θεώρησα τη διευκρίνιση αυτή αναγκαία λόγω ορισμένων επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν εκατέρωθεν στο πλαίσιο της υπόθεσης 189/85, η οποία εκδικάζεται παράλληλα με την υπό κρίση υπόθεση ( και η οποία βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της γραπτής διαδικασίας ).
ΙΙ - Προς στήριξη των αιτημάτων της η Επιτροπή προβάλλει ειδικότερα τα εξής τρία νομικά επιχειρήματα :
Α . την παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως,
Β . την έλλειψη προηγουμένων συνεννοήσεων, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 15 και 19 του ΠΠΑ και 5 της Συνθήκης ΕΟΚ,
Γ . την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων .
Α -Η παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
Η Επιτροπή θεωρεί ότι από το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει σαφώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να περιορίσει την οικονομική επιβάρυνση των Κοινοτήτων με ένα σύστημα αφαιρέσεως του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων τα οποία οι υπάλληλοι "λαμβάνουν ... από άλλη πηγή", ιδίως από τους οργανισμούς του Βελγίου, από το ποσό των συμπληρωματικών επιδομάτων που είναι καταβλητέα κατ' εφαρμογή των κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Η βελγική κυβέρνηση, θεσπίζοντας, με τα αμφισβητούμενα βασιλικά διατάγματα, διάταξη της αυτής φύσεως αλλά ακριβώς αντιθέτου περιεχομένου, παραγνώρισε την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα δε το χαρακτήρα των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ως διατάξεων που ισχύουν άμεσα .
Το καθού αμφισβητεί την ερμηνεία την οποία η Επιτροπή δίνει στο άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Κατά την άποψή μου, πρόκειται απλώς για αντισωρευτικό κανόνα ο οποίος δεν προδικάζει καθόλου το συμπληρωματικό χαρακτήρα επιδομάτων που οφείλονται δυνάμει ορισμένων διατάξεων σε σχέση με τα επιδόματα που οφείλονται δυνάμει άλλων διατάξεων . Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η βελγική νομοθεσία, όπως διατυπώνεται με το βασιλικό διάταγμα αριθ . 54, δεν παρέχει δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων . Επομένως, ο όρος της καταβολής επιδομάτων της ιδίας φύσεως από άλλη πηγή δεν πληρούται και η Κοινότητα υποχρεούται να καταβάλει το σύνολο των επιδομάτων που οφείλονται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Αν το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να ανακουφίσει, με το άρθρο 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τα οικονομικά της Κοινότητας μεταβιβάζοντας το βάρος των επιδομάτων αυτών στα κράτη μέλη, εξυπακούεται ότι θα έπρεπε να προβλέψει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες χορηγήσεως των οικογενειακών επιδομάτων τους κατά τρόπον ώστε τα επιδόματα αυτά να οφείλονται πρωτίστως από τα κράτη μέλη .
Σπεύδω να παρατηρήσω ότι το καθού ανέφερε χωρίς περιστροφές ότι δεν αμφισβητεί ούτε το χαρακτήρα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ως ισχύοντος άμεσα, ούτε την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου . Συνάγει, έτσι, τα ενδεδειγμένα συμπεράσματα από την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 1981 στην υπόθεση 137/80 ( 1 ), στην οποία το Δικαστήριο υπενθύμισε ( σκέψη 7 ) ότι "ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως εθεσπίσθη από τον κανονισμό 259/68 του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968, ο οποίος συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά που ορίζει το άρθρο 189, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο ο κανονισμός έχει γενική ισχύ . Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος ".
Το Δικαστήριο προσέθεσε ( με τις σκέψεις 8 και 9 ) ότι "όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως, εκτός των αποτελεσμάτων που αναπτύσσει στην εσωτερική τάξη της κοινοτικής διοικήσεως, συνεπάγεται επίσης υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη σε όλη την έκταση που η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή του" και ότι "από αυτό έπεται ότι στις περιπτώσεις, όπου μια διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει ανάγκη λήψεως εκτελεστικών μέτρων επί του εθνικού πεδίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο γενικό ή ειδικό μέτρο, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ ".
Επομένως, το Βέλγιο, όπως όλα τα άλλα κράτη μέλη, έχει υποχρέωση να τηρεί τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, να απόσχει, δηλαδή, από τη θέσπιση οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θίξει την εφαρμογή τους, ακόμα δε και να λάβει κάθε κατάλληλο και αναγκαίο μέτρο προκειμένου να παραγάγουν οι διατάξεις αυτές πλήρη αποτελέσματα .
Δεδομένης της αρχής αυτής, θα πρέπει επί του παρόντος να εξεταστούν το αντικείμενο και η έννοια του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως : πρόκειται μόνο για αντισωρευτικό κανόνα όπως ισχυρίζεται το καθού, ή μήπως η διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο την καθιέρωση του συμπληρωματικού χαρακτήρα των κοινοτικών οικογενειακών παροχών σε σχέση με τις εθνικές παροχές, οι οποίες και θα πρέπει να καταβάλλονται κατά προτεραιότητα προκειμένου να περιοριστεί η οικονομική επιβάρυνση των Κοινοτήτων;
Στις σχετικές με το άρθρο 67 αποφάσεις, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι "το προφανές αντικείμενο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 67 είναι η αποτροπή του ενδεχομένου ένα ζεύγος να λαμβάνει δύο φορές οικογενειακά επιδόματα για τα ίδια τέκνα ( 2 ) και ότι "ο σκοπός που επιδιώκει το άρθρο 67 είναι να δικαιούται κάθε οικογένεια ένα μόνο επίδομα στέγης" ( 3 ).
Στην εποχή των αποφάσεων αυτών εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή θεωρούσε ότι "οι αντισωρευτικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο την αποτροπή του ενδεχόμενου ένα ζεύγος να λαμβάνει δύο φορές οικογενειακά επιδόματα για τα ίδια τέκνα" ( 4 ).
'Οσον αφορά την ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό της οικονομικής επιβαρύνσεως των Κοινοτήτων, η ερμηνεία αυτή δεν με πείθει .
Το άρθρο 67, παράγραφος 2, δεν παρουσιάζει καθόλου τα χαρακτηριστικά που θα περίμενε κανείς να βρει σε ένα κείμενο αυτού του είδους .
1 ) Τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται άμεσα το άρθρο 67, παράγραφος 2, είναι κατά πρώτον οι υπάλληλοι, οι οποίοι "υποχρεούνται να δηλώσουν τα επιδόματα ιδίας φύσεως που λαμβάνουν ενδεχομένως από άλλη πηγή" και, κατά δεύτερο λόγο, τα κοινοτικά όργανα, τα οποία οφείλουν να αφαιρούν τα επιδόματα αυτά από τα επιδόματα που καταβάλλονται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Δεν υπάρχει κανένας κανόνας συμπεριφοράς που να απευθύνεται στα κράτη μέλη .
2 ) Η διατύπωση της διατάξεως είναι περισσότερο πραγματιστική παρά νομική . Θα περίμενε κανείς ένα κείμενο του τύπου : "Το παρόν άρθρο δεν δημιουργεί δικαίωμα επί οικογενειακών επιδομάτων παρά μόνο στο μέτρο που επιδόματα της ιδίας φύσεως δεν μπορούν να απαιτηθούν δυνάμει εθνικής νομοθεσίας ..." ( βλέπε παράγραφο 6 του άρθρου 2 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ).
3 ) 'Οπως ήδη έχω επισημάνει, οι διατάξεις περί οικογενειακών επιδομάτων περιλαμβάνονται στο πρώτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου του τίτλου V του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο τιτλοφορείται "Αποδοχές", και όχι στο κεφάλαιο 2 περί κοινωνικής ασφαλίσεως . Είναι, όμως, νοητό, οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες να απαλλάσσονται, σε βάρος των κρατών μελών, της καταβολής ενός μέρους των αποδοχών των υπαλλήλων τους;
4 ) Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ότι σε περίπτωση που ο/η σύζυγος του κοινοτικού υπαλλήλου ασκεί κερδοσκοπική επαγγελματική δραστηριότητα από την οποία αποκομίζει εισοδήματα ενός ορισμένου επιπέδου, ο κοινοτικός υπάλληλος δεν δικαιούται να λάβει το επίδομα στέγης που προβλέπει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως .
Τίποτα παρόμοιο δεν προβλέπεται όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα γενικώς ή, ειδικότερα, τα επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα και επομένως - κατ' αντιδιαστολή - ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν θέλησε να περιορίσει ως προς το θέμα αυτό τη δημοσιονομική επιβάρυνση των Κοινοτήτων .
5 ) Δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 και του άρθρου 70 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, οι επικουρικοί υπάλληλοι υπάγονται σε ένα εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως για την κάλυψη των κινδύνων ασθενείας, ατυχήματος, αναπηρίας και θανάτου, καθώς και όσον αφορά την ασφάλιση κατά του γήρατος, ενώ όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα υπάγονται στο άρθρο 67 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Αν είχε υπάρξει πρόθεση περιορισμού των δημοσιονομικών επιβαρύνσεων της Κοινότητας, δεν θα είχε ληφθεί πρόνοια υπαγωγής τους σε εθνικό σύστημα και ως προς το θέμα αυτό;
6 ) Τα οικογενειακά επιδόματα που λαμβάνονται από άλλη πηγή δεν καταβάλλονται αναγκαστικά από κράτος μέλος .
Υπάρχει επίσης το ενδεχόμενο ο/η σύζυγος να είναι υπάλληλος ενός άλλου διεθνούς οργανισμού ( π.χ . του Eurocontrol, όπως στην υπόθεση 142/78, Berghmans κατά Επιτροπής, Rec . 1979, σ . 3125 ) στον οποίο να μετέχουν όλα τα κράτη μέλη ή μέρος αυτών, και του οποίου ο προϋπολογισμός να επιβαρύνεται ανάλογα . Γιατί να επιβαρύνεται αυτός ο προϋπολογισμός και όχι ο προϋπολογισμός των Κοινοτήτων;
7 ) Εξάλλου, είναι νοητή απαλλαγή των Κοινοτήτων από επιβάρυνση όταν :
-Το ύψος της απαλλαγής εναπόκειται στη διάκριση των ενδιαφερομένων χωρών, οι οποίες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν το επίπεδο των εθνικών οικογενειακών επιδομάτων τους ή μπορούν ακόμα και να τα καταργήσουν ολοσχερώς;
- Η απαλλαγή αυτή εξαρτάται, κατά διακριτική ευχέρεια, από την ατομική απόφαση των συζύγων των υπαλλήλων να εξασκήσουν ή όχι ένα επάγγελμα στο κράτος που τους φιλοξενεί;
- Η απαλλαγή αυτή επιβαρύνει κυρίως τα κράτη μέλη στα οποία έχουν εγκαστασταθεί προσωρινά τα όργανα της Κοινότητας;
Επομένως, αν η μείωση της δημοσιονομικής επιβαρύνσεως της Κοινότητας είναι ενδεχομένως συνέπεια του άρθρου 67, παράγραφος 2, δεν αποτελεί εντούτοις τον αντικειμενικό στόχο του άρθρου αυτού .
Δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τη διάταξη αυτή η ύπαρξη υποχρεώσεως η οποία να βαρύνει τα κράτη μέλη .
Επομένως, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη παραμένουν τελείως ελεύθερα να ρυθμίζουν όπως θεωρούν πρόσφορο τα δικαιώματα των συζύγων των κοινοτικών υπαλλήλων όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα .
Επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής θα μπορούσε να συναχθεί από την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 1986 στην υπόθεση 153/84 ( Ferraioli κατά Deutsche Bundespost, Συλλογή 1986, σ . 1401 ). Η ίδια η απόφαση αυτή παραπέμπει στην απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1984 ( Salzano, 191/83, Συλλογή 1984, σ . 3741 ).
Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για την ερμηνεία του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, το οποίο προβλέπει ότι το δικαίωμα επί οικογενειακών επιδομάτων στη χώρα απασχολήσεως του διακινούμενου εργαζομένου αναστέλλεται αν, λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δρατηριότητας, οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογένειας . Με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αναστολή αυτή του δικαιώματος επί των οικογενειακών επιδομάτων στο κράτος μέλος απασχολήσεως του ενός από τους δύο γονείς δεν εφαρμόζεται όταν ο άλλος γονέας κατοικεί με τα τέκνα σε άλλο κράτος μέλος και ασκεί εκεί επαγγελματική δραστηριότητα, χωρίς όμως να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα λόγω του ότι δεν συγκεντρώνονται όλες οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία του κράτους μέλους αυτού προκειμένου να λάβει πράγματι τα εν λόγω επιδόματα .
Θα παρατηρήσω πάραυτα ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της υποθέσεως Ferraioli και της περιπτώσεως της υπό κρίση υποθέσεως υπό την έννοια ότι η Επιτροπή δεν αρνείται να καταβάλει το σύνολο των οικογενειακών επιδομάτων που οφείλονται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως στους κοινοτικούς υπαλλήλους ο/η σύζυγος των οποίων ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα στο Βέλγιο, ενώ δεν καταβάλλονται οικογενειακά επιδόματα ούτε βάσει ενός από τα βελγικά συστήματα .
Εντούτοις, η απόφαση Ferraioli παρουσιάζει ενδιαφέρον σε τρία σημεία όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση :
- το Δικαστήριο δεν απέδωσε σημασία στην έκφραση "οφείλονται επίσης ... επιδόματα" ερμήνευσε τον όρο αυτό υπό την έννοια "πράγματι καταβάλλονται"
- το Δικαστήριο δέχτηκε ότι ακόμα και μία υποκειμενική ενέργεια, δηλαδή το γεγονός ότι ο σύζυγος δεν ζήτησε την καταβολή των επιδομάτων τα οποία εδικαιούτο επέτρεπε την αποτροπή της εφαρμογής του άρθρου 76
- τέλος, το Δικαστήριο απλώς παρέπεμψε στις ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία της χώρας στην οποία κατοικούν ο/η σύζυγος και τα τέκνα .
Είναι βέβαιο ότι η Συνθήκη δεν θέλησε να εναρμονίσει τα συστήματα κοινωνικών παροχών των διαφόρων κρατών μελών και ότι το σύστημα των οικογενειακών επιδομάτων αποτελεί έκφραση της αυτονομίας των κρατών μελών στα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως . Πράγματι, ούτε στις κοινωνικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, δηλαδή στα άρθρα 117 μέχρι 122, ούτε στο άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, ούτε, όπως μόλις είδαμε, στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ή το καθεστώς λοιπού προσωπικού περιέχεται υποχρέωση διαμορφώσεως κατά καθορισμένο τρόπο των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα .
Μήπως, επομένως, πρέπει, στο πλαίσιο του άρθρου 67, παράγραφος 2, να περιοριστούμε επίσης στο να λάβουμε υπόψη την εν λόγω εθνική νομοθεσία; Μήπως, σε περίπτωση που η νομοθεσία αυτή δεν προβλέπει την καταβολή οικογενειακών επιδομάτων υπέρ των συζύγων των κοινοτικών υπαλλήλων ή προβλέπει ότι τα οικογενειακά επιδόματα που οφείλονται δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας μειώνονται κατά το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων που προκύπτουν από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, δεν απομένει στα όργανα της Κοινότητας παρά να συναγάγουν το συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση αυτή, πρέπει να καταβληθούν τα οικογενειακά επιδόματα που προκύπτουν από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως;
Θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι, εκ πρώτης όψεως, η άποψη αυτή είναι αρκετά ελκυστική . Ας εξετάσουμε, εντούτοις ποια επιχειρήματα μπορούν να προβληθούν υπέρ της αντίθετης απόψεως .
1 . Στην υπόθεση Forcheri, την οποία ήδη έχω αναφέρει, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι και, επομένως, τα μέλη της οικογένειάς τους, πρέπει να απολαύουν του συνόλου των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο για τους υπηκόους των κρατών μελών στους τομείς της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, της εγκαταστάσεως και της κοινωνικής προστασίας . Με άλλες λέξεις, οι κοινοτικοί υπάλληλοι και, επομένως, τα μέλη της οικογένειάς τους θα πρέπει να υπάγονται στους συνήθεις κανόνες της νομοθεσίας της χώρας όπου διαμένουν, εκτός εάν το κοινοτικό δίκαιο προβλέπει διαφορετική ρύθμιση .
Διαπιστώνεται, εντούτοις, ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, οι επίμαχες διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας εφαρμόζονται αδιακρίτως στους βέλγους υπηκόους και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών . Εκείνο που λαμβάνουν υπόψη τους οι διατάξεις αυτές δεν είναι η ιθαγένεια των προσώπων, αλλά το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά μπορούν να λάβουν οικογενειακά επιδόματα από άλλη πηγή . Αντίθετα από την περίπτωση στην υπόθεση Forcheri, η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανόνα της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 7 της Συνθήκης .
Επομένως, το περί του αντιθέτου επιχείρημα που συνάγεται από την απόφαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτό .
2 . Είναι, εντούτοις, δυνατό να υποστηριχτεί μια άλλη άποψη, η οποία, κατά τη γνώμη μου, έχει αποφασιστική σημασία στην υπό κρίση υπόθεση . Η άποψη αυτή μπορεί να συνοψιστεί με την ακόλουθη φράση :
Η αυτονομία των κρατών μελών να ρυθμίζουν κατά την κρίση τους το εθνικό τους σύστημα οικογενειακών επιδομάτων δεν συνεπάγεται και ευχέρεια των κρατών μελών να θεσπίζουν μονομερώς ειδικές διατάξεις οι οποίες να εφαρμόζονται στους κοινοτικούς υπαλλήλους ή στους συζύγους τους, λαμβανομένους υπό την ιδιότητά τους αυτή .
Το Βέλγιο, θεσπίζοντας μονομερώς παρόμοιες διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ .
Κατά το άρθρο αυτό, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της ( 5 ). Από αυτό προκύπτει για τα κράτη μέλη καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας και συνδρομής, η προέκταση του οποίου βρίσκεται στο πρωτόκολλο περί προνομίων και ασυλιών ( ΠΠΑ ) ( 6 ).
Δυνάμει του άρθρου 15 του ΠΠΑ, "το Συμβούλιο καθορίζει ... το καθεστώς των κοινωνικών παροχών που εφαρμόζεται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων ". Το άρθρο 19 του εν λόγω ΠΠΑ προβλέπει ότι "τα όργανα των Κοινοτήτων ενεργούν σε συνεννόηση με τις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών" για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου . Είναι, όμως, αναντίρρητο ότι, εφόσον το Βέλγιο θέσπισε τα επίμαχα μέτρα χωρίς να έλθει σε συνεννόηση ούτε με τα κοινοτικά όργανα ούτε με τα λοιπά κράτη μέλη, υπήρξε παραβίαση των δύο αυτών άρθρων και του άρθρου 5 της Συνθήκης .
Το προσδιδόμενο στο άρθρο 67, παράγραφος 2, νόημα και το καθεστώς που εφαρμόζεται στους συζύγους των κοινοτικών υπαλλήλων που ασκούν αμειβόμενη δραστηριότητα πρέπει να είναι τα ίδια σε ολόκληρη την Κοινότητα .
Η παράβαση των άρθρων 5 της Συνθήκης και 15 και 19 του ΠΠΑ είναι ακόμα περισσότερο ιδιάζουσα λόγω του ότι, όπως φαίνεται, το Βέλγιο ήταν της γνώμης ότι τα επιδόματα που οφείλονται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχουν στην πραγματικότητα συμπληρωματικό μόνο χαρακτήρα σε σχέση προς τα επιδόματα που οφείλονται δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας, δεδομένου ότι στο νέο άρθρο 60 αναφέρεται ότι μείωση των βελγικών επιδομάτων γίνεται "ακόμα και όταν η χορήγηση των παροχών αυτών ( δηλαδή των παροχών που οφείλονται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ) χαρακτηρίζεται ως συμπληρωματική ".
Είναι προφανώς απαράδεκτο ένα κράτος μέλος να αποφασίζει μονομερώς ότι μια διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παύει να έχει, όσον αφορά το κράτος αυτό, συμπληρωματικό χαρακτήρα ( έστω και αν, στην πραγματικότητα, όπως μόλις ανέφερα, η διάταξη αυτή δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα ).
Μπορεί να προβληθεί ακόμα και ένα επιπλέον επιχείρημα .
Πρόσφατα το Δικαστήριο, με την απόφαση "Ευρωπαϊκό σχολείο" της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 44/84 ( Hurd κατά Jones ), αποφάνθηκε ότι συμπεριφορά κράτους μέλους η οποία "θα συνεπαγόταν, σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού και υπέρ του εθνικού προϋπολογισμού, μια πραγματική μεταφορά πόρων και θα είχε, στο δημοσιονομικό επίπεδο, άμεσες ζημιογόνες συνέπειες για την Κοινότητα" θα αντέβαινε προς τα καθήκοντα που υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ( σκέψεις 44 και 45 ).
Αυτό ασφαλώς συμβαίνει στην περίπτωση της υπό κρίση υποθέσεως . Οι τροποποιήσεις της βελγικής νομοθεσίας είχαν όχι μόνο ως αποτέλεσμα αλλά και ως στόχο την οικονομική επιβάρυνση της Κοινότητας προς όφελος των βελγικών οργανισμών .
Πράγματι, από το "rapport au roi" που υποβλήθηκε προς στήριξη του βασιλικού διατάγματος αριθ . 54 προκύπτει ότι το διάταγμα αυτό θεσπίστηκε δυνάμει νόμου της 2ας Φεβρουαρίου 1982, "ο οποίος παρέχει στο Βασιλέα αρμοδιότητα να θεσπίζει κάθε πρόσφορο μέτρο προκειμένου να εξασφαλίζεται η χρηματική ισορροπία όλων των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των μισθωτών και ανεξαρτήτων επαγγελματιών ".
Ως προς το σημείο αυτό, είναι αδιάφορο κατά πόσο ο περιορισμός της οικονομικής επιβαρύνσεως της Κοινότητας αποτελεί ή όχι το αντικείμενο του άρθρου 67, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της αντίστοιχης διατάξεως του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
Το γεγονός απλώς και μόνο ότι τα νέα βελγικά μέτρα μπορούσαν να έχουν ή είχαν ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση του κοινοτικού προϋπολογισμού με οικογενειακά επιδόματα τα οποία στο παρελθόν καταβάλλονταν από τους βελγικούς οργανισμούς, θα έπρεπε οπωσδήποτε να είχε ωθήσει τη βελγική κυβέρνηση να μην τα θεσπίσει χωρίς να έχει εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη των οργάνων της Κοινότητας και των λοιπών κρατών μελών .
Στην προαναφερθείσα υπόθεση 44/84, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα που έχουν τα ανωτέρω περιγραφέντα αποτελέσματα είναι αντίθετα προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, έστω και αν έχουν ληφθεί στο πλαίσιο εφαρμογής μιας συμβάσεως συναφθείσας μεταξύ των κρατών μελών εκτός του πεδίου εφαρμογής των Συνθηκών ( σκέψη 39 ). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο όσον αφορά εθνικά μέτρα τα οποία έχουν τα ίδια αποτελέσματα και έχουν ληφθεί σε έναξ τομέα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Συνθηκών, όπως είναι η νομική κατάσταση των μονίμων και λοιπών υπαλλήλων των Κοινοτήτων και των μελών της οικογένειάς τους .
Κατά συνέπεια, άγομαι στο συμπέρασμα ότι το Βέλγιο ναι μεν δεν διέπραξε παράβαση των άρθρων 67, παράγραφος 2, και 68, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ούτε παράβαση του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού, αντιθέτως, όμως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης, καθώς και από το άρθρο 19, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, του ΠΠΑ .
Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι η μόνη σύμφωνη με τη Συνθήκη και τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως λύση στο πρόβλημα των οικογενειακών επιδομάτων των συζύγων των κοινοτικών υπαλλήλων είναι η άνευ άλλου τινός επιστροφή όλων των κρατών μελών στο σύστημα δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη καταβάλλουν κατά προτεραιότητα τα οικογενειακά επιδόματα, τα δε κοινοτικά όργανα περιορίζονται, ενδεχομένως, στην καταβολή συμπληρώματος .
Αν το Δικαστήριο αναγνωρίσει, όπως προτείνω, ότι το άρθρο 67, παράγραφος 2, δεν επιβάλλει συγκεκριμένη υποχρέωση στα κράτη μέλη και δεν έχει ως αντικείμενο την ανακούφιση του προϋπολογισμού της Κοινότητας, καθίστανται δυνατές και άλλες λύσεις .
Θα πρέπει τότε να επιχειρηθεί η ρύθμιση του προβλήματος αυτού βάσει ενός αντικειμενικού κριτηρίου, το οποίο βασίζεται στον κατά το δυνατό δικαιότερο καταμερισμό των βαρών .
'Ετσι π.χ . δυσκόλως γίνεται κατανοητό γιατί το κύριο τμήμα των οικογενειακών επιδομάτων θα πρέπει να βαρύνει το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους διαμονής αφής στιγμής ο σύζυγος του κοινοτικού υπαλλήλου αποφασίζει να ασκήσει αμειβόμενη δραστηριότητα, όταν το κύριο τμήμα των πόρων του ζεύγους προέρχονται από τον υπάλληλο αυτό, όταν δηλαδή οι αποδοχές του υπαλλήλου είναι υψηλότερες από τις αποδοχές του/της συζύγου του .
Αντιθέτως, δεν φαίνεται λογικό να πρέπει να καταβάλλονται οι οικογενειακές παροχές από τις Κοινότητες σε περίπτωση που ο/η σύζυγος βέλγου υπηκόου που ασκεί καλώς αμειβόμενη δραστηριότητα καταστεί υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
Νομίζω, επομένως, ότι θα μπορούσαμε να εμπνευστούμε από το άρθρο 1, παράγραφος 4, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο προβλέπει ότι "εφόσον ... δύο σύζυγοι απασχολούμενοι στην υπηρεσία των Κοινοτήτων δικαιούνται και οι δύο του επιδόματος στέγης, τούτο καταβάλλεται μόνο σε εκείνον που έχει τον υψηλότερο βασικό μισθό ".
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί παρά μια σκέψη "de lege ferenda", η οποία θα έπρεπε, ενδεχομένως, να εξεταστεί περισσότερο εμπεριστατωμένα από τους εκπροσώπους των οργάνων των Κοινοτήτων και τους εκπροσώπους των κρατών μελών .
Β - Η έλλειψη προηγουμένων συνεννοήσεων
Καθώς εξέφρασα ανωτέρω τη γνώμη ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη από το άρθρο 5 της Συνθήκης και από τα άρθρα 15 και 19 του ΠΠΑ βαίνουν πέραν της υποχρεώσεως συνεννοήσεως, δεν καθίσταται πλέον απαραίτητο να εξετάσω αυτή την αιτίαση της Επιτροπής .
Γ -Η παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
Ο τρίτος ισχυρισμός της Επιτροπής είναι απαράδεκτος .
Πράγματι, όπως ορθώς παρατηρεί το καθού, ο ισχυρισμός περί υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος ορισμένων εργαζομένων που ασκούν τα καθήκοντά τους στο Βέλγιο, είτε γιατί ο/η σύζυγός τους ανήκει στο μόνιμο ή το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων, είτε γιατί αυτοί οι ίδιοι ανήκουν στο προσωπικό των Κοινοτήτων αλλά ασκούν παράλληλα και άλλη δραστηριότητα, προβλήθηκε για πρώτη φορά με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο . Ούτε το έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή έτασσε προθεσμία προς συμμόρφωση, ούτε η αιτιολογημένη γνώμη ανέφεραν το θέμα αυτό . Κατά πάγια όμως νομολογία του Δικαστηρίου, "επειδή το αντικείμενο της ασκουμένης βάσει του άρθρου 169 προσφυγής προσδιορίζεται από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, οι δύο αυτές πράξεις πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και ισχυρισμούς" ( 7 ).
Εξάλλου, η Επιτροπή το παραδέχτηκε εμμέσως με την απάντησή της, το γεγονός δε ότι το καθού δέχτηκε, με το υπόμνημα αντικρούσεώς του, να εκθέσει την άποψή του επί του βασίμου του ισχυρισμού αυτού, δεν αναιρεί την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε κατά κύριο λόγο .
Μπορώ, επομένως, να περιοριστώ, όσον αφορά την ουσία του ισχυρισμού αυτού, σε ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις .
Θα πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι στην απάντηση της Επιτροπής ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται σε επιχειρήματα και περιστατικά τα οποία διαφέρουν από τα επιχειρήματα και περιστατικά που αναφέρονται στο δικόγραφο της προσφυγής και ότι η Επιτροπή τροποποίησε, κατά συνέπεια, τα αιτήματά της .
Με το δικόγραφο της προσφυγής ανέφερε ότι θεωρούσε δυσμενή διάκριση το γεγονός ότι ορισμένοι υπαγόμενοι στο βελγικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στερούνταν του δικαιώματος λήψεως οικογενειακών επιδομάτων μολονότι ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν τις σχετικές εισφορές, και μάλιστα μία ειδική εισφορά που είχε θεσπιστεί σε βάρος των μοναχικών ατόμων και των ατέκνων οικογενειών με τα βασιλικά διατάγματα αριθ . 129 της 30ής Δεκεμβρίου 1982 και αριθ . 227 της 9ης Δεκεμβρίου 1983 .
Με την απάντησή της, η Επιτροπή περιορίστηκε να επικρίνει το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι που ασκούν τα καθήκοντά τους στο Βέλγιο, των οποίων όμως τα τέκνα δικαιούνται κοινοτικά οικογενειακά επιδόματα, δεν δικαιούνται άλλα βελγικά ειδικά επιδόματα οικογενειακού χαρακτήρα, όπως το επίδομα διακοπών, τα οποία δεν υφίστανται στο κοινοτικό δίκαιο .
Γενικώς δεν νομίζω ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση περί υπάρξεως διακρίσεως μεταξύ εργαζομένων . Παρατηρώ πρώτον, και για μία ακόμα φορά, ότι δεν υφίσταται καμία διάκριση λόγω ιθαγενείας, δεδομένου ότι η βελγική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλους τους εργαζομένους που ασκούν τα καθήκοντά τους στο Βέλγιο .
Από την άλλη πλευρά, όπως η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει με την απάντησή της ( σ . 5 ), "η αρχή της αλληλεγγύης, στην οποία στηρίζεται η κοινωνική ασφάλιση, υποχρεώνει όλους τους εργαζομένους ( σύστημα ανεξαρτήτων επαγγελματιών ) και όλους τους εργοδότες ( σύστημα μισθωτών εργαζομένων ) να καταβάλλουν εισφορές ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι δεν δικαιούνται να λάβουν επιδόματα ".
Τελικά, η κατάσταση των εργαζομένων που λαμβάνουν, για τα τέκνα τους, οικογενειακά επιδόματα δυνάμει διατάξεων που δεν ανήκουν στη βελγική νομοθεσία είναι ασφαλώς διαφορετική από την κατάσταση των συναδέλφων τους που δεν λαμβάνουν τέτοια επιδόματα . Η κατάστασή τους δεν είναι αντικειμενικώς συγκρίσιμη και, επομένως, η απορρέουσα από την κατάσταση αυτή διάκριση δεν είναι δυσμενής .
Ας μη λησμονούμε ότι σε πολλές από τις χώρες μας εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες αναλόγως της κοινωνικοεπαγγελματικής κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι εργαζόμενοι, χωρίς να θεωρείται ότι οι κανόνες αυτοί εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις . 'Ετσι, ορισμένα συστήματα προβλέπουν υποχρέωση του ίδιου του εργαζομένου προς καταβολή εισφοράς, ενώ άλλα συστήματα δεν προβλέπουν .
Τα ανωτέρω ισχύουν επίσης και όσον αφορά την ειδική εισφορά που έχει θεσπιστεί σε βάρος των μοναχικών ατόμων και των ατέκνων οικογενειών .
Ασφαλώς, το γεγονός ότι η βελγική νομοθεσία στερεί πρώτα ορισμένα άτομα από παροχές λόγω συντηρουμένου τέκνου και στη συνέχεια τους υποχρεώνει να καταβάλουν την ειδική εισφορά που επιβάλλεται στις άτεκνες οικογένειες, είναι δυνατόν να μας ξενίσει .
Δεν πρόκειται, εντούτοις, για δυσμενή διάκριση βάσει της ιθαγενείας, διότι οι βέλγοι σύζυγοι των κοινοτικών υπαλλήλων βρίσκονται, ως προς το θέμα αυτό, στην ίδια κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι σύζυγοι άλλης ιθαγενείας .
'Οσον αφορά τον ισχυρισμό περί υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως στο θέμα ορισμένων ειδικών επιδομάτων, όπως το επίδομα διακοπών, σημειώνω ότι τα επίμαχα βασιλικά διατάγματα τέθηκαν σε ισχύ την 1η Αυγούστου 1982 και ότι τα οικογενειακά επιδόματα διακοπών καταργήθηκαν, από την 1η Ιανουαρίου 1983, με το βασιλικό διάταγμα αριθ . 131 της 30ής Δεκεμβρίου 1982 .
Εξάλλου, τα οικογενειακά επιδόματα διακοπών καταβάλλονταν, κατά γενικό κανόνα, κατά το μήνα Μάιο κάθε έτους . Επομένως, εκτός εξαιρέσεως, την ύπαρξη της οποίας δεν απέδειξε η Επιτροπή, κανένα οικογενειακό επίδομα διακοπών δεν οφειλόταν μετά την 1η Αυγούστου 1982 .
Τέλος, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι άλλα ειδικά και ξεχωριστά οικογενειακά επιδόματα που κατά κανόνα χορηγούνται στο Βέλγιο δεν καταβλήθηκαν ή δεν επρόκειτο να καταβληθούν στους εργαζόμενους εκείνους τα τέκνα των οποίων δικαιούνται κοινοτικά οικογενειακά επιδόματα .
Αντιθέτως, το καθού φαίνεται, από το υπόμνημα αντικρούσεώς του, ότι έχει συνείδηση του ότι, σε περίπτωση που θα οφείλονται τέτοια επιδόματα, δεν έχει το δικαίωμα να στερήσει τα επιδόματα αυτά από τα πρόσωπα που δικαιούνται κοινοτικά οικογενειακά επιδόματα, δεδομένου ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί με τις προαναφερθείσες αποφάσεις 106/76 και 14/77 ότι ειδικά επιδόματα ή χαριστικές παροχές που χορηγούνται για εξαιρετικούς λόγους δεν πρέπει να θεωρούνται ως επιδόματα "ιδίας φύσεως", τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 67, παράγραφος 2, και 68, εδάφιο 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και του άρθρου 20 του καθεστώτος λοιπού προσωπικού .
Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι ο τρίτος ισχυρισμός της Επιτροπής, αν ήταν παραδεκτός, θα έπρεπε να απορριφθεί, στην υπό κρίση περίπτωση, ως αβάσιμος .
ΙΙΙ - Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, θεσπίζοντας το βασιλικό διάταγμα αριθ . 54 της 15ης Ιουλίου 1982 περί τροποποιήσεως του άρθρου 60 των κωδικοποιημένων νόμων περί οικογενειακών επιδομάτων υπέρ μισθωτών και το βασιλικό διάταγμα της 19ης Νοεμβρίου 1982 περί τροποποιήσεως του βασιλικού διατάγματος της 8ης Απριλίου 1976 περί του συστήματος οικογενειακών παροχών υπέρ ανεξαρτήτων εργαζομένων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και από το άρθρο 19, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών .
Καθώς κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο ένας από τους ισχυρισμούς που προβάλλει η Επιτροπή είναι απαράδεκτος και, επικουρικώς, αβάσιμος και ότι ένας άλλος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, προτείνω να φέρει η Επιτροπή το ήμισυ των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε, το δε Βέλγιο να καταδικαστεί στο υπόλοιπο των δικαστικών εξόδων .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1981, σ . 2393 .
( 2 ) Αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 106/76, Dεβοεγλ jatae Epitqopoes, Rεγ . r . 1623, jai rtgm upeherg 14/77, Ενεσ jatae Epitqopoes, Rεγ . r . 1683 .
( 3 ) Απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 142/78, Βεσηθναξς jatae Epitqopoes, Rεγ . r . 3125 .
( 4 ) Βλέπε πραγματικά περιστατικά της απόφασης Dεβσοεγλ, r . 1629 .
( 5 ) Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο αυτό εφαρμόζονται επίσης και όσον αφορά τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και το καθεστώς λοιπού προσωπικού, που θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 24 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
( 6 ) Σύμφωνα με το άρθρο 239 της Συνθήκης ΕΟΚ, το πρωτόκολλο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Συνθήκης .
( 7 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, υπόθεση 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1982, σ . 4547 . Βλέπε επίσης και απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 166/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1984, σ . 459 .
Full & Egal Universal Law Academy