Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι προτάσεις μου αναφέρονται στις προσφυγές 187/85 και 188/85, τις οποίες άσκησε η Ομοσπονδία Βιομηχανιών Ελαιοποιίας της ΕΟΚ (εφεξής: Fediol) ζητώντας την ακύρωση των αποφάσεων 85/233 και 85/239, τις οποίες εξέδωσε στις 16 και 18 Απριλίου 1985 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με τις πράξεις αυτές - που βασίζονται στον κανονισμό 2176/84 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1984, L 201, σ. 1) - ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας περάτωσε τις διαδικασίες αντεπιδοτήσεων που είχαν κινηθεί κατόπιν καταγγελίας της προσφεύγουσας κατά των εισαγωγών πιτών σόγιας καταγωγής Βραζιλίας και Αργεντινής (ΕΕ 1985, L 106, σ. 19, και L 108, σ. 28, αντίστοιχα).
Οι δύο προσφυγές δεν αποτελούν ακριβή αντιγραφή η μία της άλλης, αλλά εμφανίζουν πολλά κοινά σημεία. Πρώτον, οι καταγγελίες που έθεσαν σε κίνηση την έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή αφορούν την εισαγωγή του ίδιου προϊόντος δεύτερον, οι πρακτικές που καταγγέλλονται ως επιδοτήσεις και τα επιχειρήματα που πρόβαλε η Fediol συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό. Τόσο αυτή η συνάφεια όσο και οι προφανείς λόγοι οικονομίας της δίκης δικαιολογούν την κοινή εξέταση των δύο υποθέσεων. 'Οπως είναι φυσικό, θα αναλύσω χωριστά (παράγραφοι 9 έως 14) τα επιχειρήματα και τις αιτιάσεις που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της προσφυγής που έχει ως αντικείμενο τις εισαγωγές καταγωγής Βραζιλίας (υπόθεση 188/85).
Μερικές ακόμη προκαταρκτικές παρατηρήσεις. Οι υποθέσεις, επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει απόφαση, εντάσσονται στο πλαίσιο μιας διαφοράς που φέρει αντιμέτωπη τη Fediol με την Επιτροπή από δεκαετίας και πλέον. Η διαφορά αυτή στάθηκε ήδη αφορμή για μία απόφαση του Δικαστηρίου (4 Οκτωβρίου 1983, υπόθεση 191/82, Συλλογή 1983, σ. 2913) και εντός ολίγου θα προκαλέσει μία τρίτη: πράγματι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή, με την οποία η Fediol ζητεί ακύρωση της αποφάσεως της 22ας Δεκεμβρίου 1986 που απέρριψε αίτησή της για διεξαγωγή έρευνας επί άλλων πρακτικών, φερομένων ως παρανόμων, ως προς την εισαγωγή πιτών σόγιας καταγωγής Αργεντινής (υπόθεση 70/87).
Αυτή η μακρόχρονη πλέον διαμάχη πηγάζει από τα οικονομικά συμφέροντα της ευρωπαϊκής ελαιουργίας που μεταποιεί τους σπόρους σόγιας. Η κοινοτική παραγωγή πιτών (στερεών καταλοίπων της εκθλίψεως του ελαίου που περιέχεται στους σπόρους, τα οποία χρησιμοποιούνται συνήθως ως ζωοτροφή ή χορτονομή) υφίσταται πράγματι σημαντική ζημία από τις εισαγωγές από τη Βραζιλία και την Αργεντινή, οι οποίες, κατά τα τελευταία έτη, κατέκτησαν περίπου το 50% της ευρωπαϊκής αγοράς. Η εξαγωγή, εξάλλου, των παραγώγων σόγιας, και κυρίως των πιτών, εξασφαλίζει έσοδα που συνιστούν ένα από τα κυριότερα κονδύλια του ενεργητικού των ισοζυγίων πληρωμών των δύο χωρών της Λατινικής Αμερικής, τα οποία, όπως είναι γνωστό, είναι ελλειμματικά. Αυτό εξηγεί γιατί οι αντίστοιχες οργανώσεις παραγωγών σόγιας, η Camara de la industria aceitera de la Republica argentina και η Associacao brasileira das industrias de oleos vegetais (εφεξής: Ciara και Abiove), άσκησαν παρέμβαση προς στήριξη των επίδικων αποφάσεων.
2. Για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά τα προβλήματα που υποβάλλονται στο Δικαστήριο, πρέπει να υπομνηστεί η σχετική νομοθεσία. Η νομοθεσία αυτή απαρτίζεται από τον αναφερθέντα κανονισμό 2176/84, που τροποποίησε ή κωδικοποίησε τις διατάξεις που έχουν εκδοθεί σύμφωνα:
α) με τις διεθνείς υποχρεώσεις που υπέχει η Κοινότητα από το άρθρο VΙ της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (Ηνωμένα 'Εθνη, Συλλογή Συνθηκών, τόμος 55, σ. 187)
β) τους κανόνες ερμηνείας που εκδόθηκαν επ' ευκαιρία του "Tokyo Round" με το λεγόμενο "Κώδικα αντεπιδοτήσεων" (Συμφωνία περί της ερμηνείας και της εφαρμογής των άρθρων VΙ, ΧVΙ και ΧΧΙΙΙ της Γενικής Συμφωνίας, που υπογράφηκε στη Γενεύη στις 12 Απριλίου 1979).
Το νομοθετικό αυτό κείμενο αφιερώνει στο θέμα που μας απασχολεί διάφορες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις. Ο κύριος άξονάς του είναι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο "δύναται να θεσπίζεται αντισταθμιστικός δασμός ώστε να αντισταθμίζεται κάθε επιδότηση που χορηγείται άμεσα ή έμμεσα στη χώρα καταγωγής ή εξαγωγής, στο στάδιο της κατασκευής, της παραγωγής, της εξαγωγής ή μεταφοράς κάθε προϊόντος, του οποίου η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία". Η αρχή όμως που διακηρύττεται έτσι υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς: πράγματι, κατά το άρθρο 4, η ζημία πρέπει να πλήττει κοινοτική παραγωγή και να είναι "σημαντική". Δυνάμει του άρθρου 12, εξάλλου, οριστικά μέτρα επιβάλλονται μόνον όταν το απαιτεί το "συμφέρον της Κοινότητας".
Είναι σαφές ότι ο κανονισμός, αντίθετα από ό,τι για το ντάμπινγκ (άρθρο 2, παράγραφος 2), δεν περιγράφει γενικά και αόριστα την έννοια της επιδότησης, αλλά περιορίζεται σε προσδιορισμό των προϋποθέσεων επιβολής του δασμού. Και δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι ο πίνακας του παραρτήματος θεραπεύει την έλλειψη επακριβούς προσδιορισμού του φαινομένου. Πράγματι, ο πίνακας αυτός, πέρα από το γεγονός ότι είναι μόνο ενδεικτικός, απαριθμεί αποκλειστικά πρακτικές που οδηγούν σε ενθάρρυνση των εξαγωγών και μάλιστα με μόνο σκοπό την επιβολή των δασμών.
Είναι εν πάση περιπτώσει γνωστό ότι οι άμεσες επιδοτήσεις διαφέρουν των εμμέσων, επειδή μπορούν να έχουν άμεση επίπτωση στο τελικό προϊόν, και ότι οι επιδοτήσεις των εισαγωγών διαφέρουν από τις εσωτερικές επιδοτήσεις βάσει του προορισμού του υπό κρίση προϊόντος. Στο πλαίσιο της Συμφωνίας GΑΤΤ, οι εσωτερικές επιδοτήσεις δεν γίνονται αντικείμενο αντιποίνων λόγω των "σημαντικών στόχων κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής" τους οποίους επιδιώκουν μέσω αυτών ορισμένες χώρες, και ιδίως εκείνες του τρίτου κόσμου (βλέπε άρθρα 8, 11 και 14 του κώδικα αντεπιδοτήσεων). Αντίθετα, μπορούν να γίνουν αντικείμενο αντιποίνων μέσα στο πλαίσιο της Κοινότητας. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή καταφεύγουν πράγματι στο άρθρο 3, όταν οι εσωτερικές επιδοτήσεις, αντί να έχουν ως στόχο να δημιουργήσουν αδιακρίτως ένα πλεονέκτημα για τη βιομηχανία ή τη γεωργία, αφορούν ένα μόνο τομέα ή είναι ειδικές, δηλαδή έχουν ως σκοπό να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα ορισμένων παραγωγικών τομέων.
3. Η Επιτροπή, παρά το ότι δεν υπέβαλε παρεμπίπτουσα αίτηση, πρόβαλε προκαταρκτικά ένσταση απαραδέκτου κατά ορισμένων λόγων ακυρώσεως της Fediol. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο καλείται δηλαδή να αναγνωρίσει ότι οι επίδικες πρακτικές συνιστούν επιδοτήσεις κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Η Ciara υποστηρίζει την ένσταση απαραδέκτου στο πλαίσιο της προσφυγής στην υπόθεση 187/85.
Παρατηρώ ότι η Επιτροπή με την επιχειρηματολογία της συγχέει το αιτητικό των δύο προσφυγών - το οποίο ασφαλώς έχει ως στόχο την ακύρωση των αποφάσεων περατώσεως της διαδικασίας - με τα προβληθέντα επιχειρήματα προς στήριξη του αιτητικού. Επομένως η επιχειρηματολογία είναι αβάσιμη.
4. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας. Η Fediol προβάλλει καταρχάς την αιτίαση ότι η απόφαση που αφορά τις εισαγωγές από την Αργεντινή (υπόθεση 187/85) εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 3 του κανονισμού 2176/84. Η παράβαση αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι δεν αναγνώρισε ως επιδοτήσεις τις ακόλουθες πρακτικές: α) τους διαφορικούς φόρους κατά την εξαγωγή πιτών σόγιας β) τα εμπόδια στην εξαγωγή σπόρων σόγιας. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ακολούθως ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 7. Υποστηρίζει ότι η εκτελεστική εξουσία δεν προέβη σε επαρκή εξακρίβωση των γεγονότων ανεπαρκείς είναι ιδίως οι έρευνες που διεξήγαγε όσον αφορά τη φύση, τη σημασία και την επίπτωση των πρακτικών που της καταγγέλθηκαν.
Αντίθετα, όσον αφορά την απόφαση για τις εισαγωγές από τη Βραζιλία (υπόθεση 188/85), η Fediol αναπτύσσει τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος αντλείται επίσης από την παράβαση του άρθρου 3, είναι όμως περισσότερες οι πρακτικές σχετικά με τις οποίες επικρίνει το γεγονός ότι δεν αναγνωρίστηκαν ως επιδοτήσεις. Πράγματι εκτός από αυτές που αναφέρθηκαν ήδη υπό τα στοιχεία α) και β), οι πρακτικές αυτές συνίστανται: γ) στην προτιμησιακή χρηματοδότηση που προβλέπεται για την αποθήκευση των σπόρων σόγιας δ) στην προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών ελαίου σόγιας, εφόσον αποβαίνει έμμεσα προς όφελος του τομέα των πιτών ε) στην απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των κερδών που πραγματοποιούνται από τις εξαγωγές αυτού του ελαίου.
Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως έχει δύο σκέλη, την παράβαση νόμου και την κατάχρηση εξουσίας, και αφορά τη μη επιβολή αντισταθμιστικών δασμών σε σχέση με δύο άλλες πρακτικές: στ) την προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών πιτών σόγιας ζ) τη χορήγηση φορολογικών πλεονεκτημάτων σχετικά με τις πράξεις χρηματιστηρίου με προθεσμία που πραγματοποιούνται από τους Βραζιλιανούς παραγωγούς στις ξένες αγορές. Η Επιτροπή αναγνώρισε πράγματι τα μέτρα αυτά ως επιδοτήσεις ζημιογόνες για την ευρωπαϊκή παραγωγή, αλλά δεν επέβαλε δασμούς, κρίνοντας ότι δεν υφίσταται συμφέρον της Κοινότητας, όπως απαιτεί ο κανονισμός για το σκοπό αυτό.
Ο τρίτος λόγος αντλείται επίσης από την παράβαση νόμου, και συγκεκριμένα των άρθρων 9 και 12. Κατά της Επιτροπής προβάλλεται η αιτίαση ότι περάτωσε τη διαδικασία αντεπιδοτήσεων παρά το ότι είχε προτείνει στο Συμβούλιο να θεσπίσει αντισταθμιστικά μέτρα όσον αφορά τις πρακτικές που περιγράφηκαν πιο πάνω υπό τα στοιχεία στ) και ζ). Η αντιφατική αυτή στάση είναι επίσης χαρακτηριστική καταχρήσεως εξουσίας.
5. Ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 3 σε σχέση με τις πρακτικές της Αργεντινής και της Βραζιλίας που περιγράφηκαν υπό τα στοιχεία α) και β) θεμελιώνεται με εμπεριστατωμένη κριτική της έννοιας που έδωσε η Επιτροπή στην επιδότηση. Κατά τη γνώμη της Fediol, η έννοια αυτή είναι υπερβολικά στενή, ιδίως επειδή το κριτήριο είναι αν η επιδότηση συνιστά "πραγματική επιβάρυνση" για το κράτος που τη χορηγεί. Κατά τη Fediol, υπάρχει αντίθετα πληθώρα επιχειρημάτων που αποδεικνύουν ότι η έννοια αυτή πρέπει να νοείται ευρέως.
Και καταρχάς το γράμμα του κανονισμού 2176/84. Η προϋπόθεση να συνιστά η επιδότηση επιβάρυνση του δημοσίου δεν συνάγεται ούτε από το άρθρο 3, που αναφέρει αποκλειστικά τις "άμεσα ή έμμεσα" χορηγούμενες επιδοτήσεις, ούτε από το συνημμένο στον κανονισμό κατάλογο. Το στοιχείο δ) του καταλόγου αυτού, για παράδειγμα, αναφέρεται σε πρακτικές που δεν έχουν οικονομικές επιπτώσεις, όπως "η παροχή υπηρεσιών" από δημόσιες αρχές ή κρατικούς οργανισμούς. Και δεν επιτρέπεται ασφαλώς η επίκληση κατά του δεδομένου αυτού της διατυπώσεως του στοιχείου ιβ) ("κάθε ... επιβάρυνση για το δημόσιο"), η οποία, λαμβανομένου υπόψη του ενδεικτικού χαρακτήρα του πίνακα, στερείται αποφασιστικής αξίας.
Υπέρ μιας ευρύτερης έννοιας της επιδοτήσεως συνηγορούν εξάλλου: α) ο επιδιωκόμενος από τον κανονισμό σκοπός, ο οποίος εκδόθηκε ακριβώς για να προστατεύσει την κοινοτική παραγωγή από τον ανταγωνισμό των εισαγωγών που οπωσδήποτε επιδοτούνται από τρίτες χώρες β) η διεθνής νομοθεσία και κυρίως το άρθρο VΙ, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συμφωνίας GΑΤΤ και τα άρθρα 8, 9 και 11 του κώδικα αντεπιδοτήσεων γ) η νομοθεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Trade Agreement Act 1979, άρθρο 771) και του Καναδά (Special Import Measures Act 1984) δ) το άρθρο 92 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο και εφαρμόζεται από την Επιτροπή. Είναι σχετικά ιδιαίτερα χαρακτηριστική η αυστηρότητα με την οποία η Επιτροπή παρακολουθεί και καταστέλλει τις διάφορες μορφές ενισχύσεων, χωρίς να απαιτεί να έχουν κάποια επίπτωση στα οικονομικά ενός κράτους.
6. Η Επιτροπή υποστηρίζει το αντίθετο. Κατά τη γνώμη της, τα όρια που θέτει ο κανονισμός για τη θέσπιση αντισταθμιστικών μέτρων (σημαντική ζημία για την ευρωπαϊκή παραγωγή και ύπαρξη κάποιου συμφέροντος της Κοινότητας) συμπληρώνονται από τρεις άλλες προϋποθέσεις. Η επιδότηση δηλαδή πρέπει: α) να έχει θεσπιστεί από το κράτος β) να συνεπάγεται επιβάρυνση του δημοσίου γ) να δημιουργεί κάποιο πλεονέκτημα υπέρ των δικαιούχων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δεύτερη προϋπόθεση. Το άρθρο 3 - είναι αλήθεια - δεν την αναφέρει εμφανίζεται όμως στο στοιχείο ιβ) του πίνακα, το οποίο, όπως αποδεικνύει η θέση του και η ευρύτητα του περιεχομένου του, καθιερώνει ένα γενικό κριτήριο. Επομένως τα στοιχεία α) έως η) πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του στοιχείου αυτού και η προϋπόθεση αυτή να θεωρείται ως εγγενής σε κάθε άλλη πρακτική, ακόμα και αν η πρακτική αυτή δεν προβλέπεται από τον πίνακα και ακόμα και αν έχει ως σκοπό να ευνοήσει παραγωγικές ή μεταφορικές δραστηριότητες που δεν συνδέονται με την εξαγωγή.
Η ερμηνεία αυτή εξάλλου ανταποκρίνεται πλήρως στους σκοπούς του κανονισμού 2176/84 και στο πνεύμα της ρύθμισης GΑΤΤ, η οποία, αν και θέτει εμπόδια στο σύστημα ελευθέρων συναλλαγών, θέλει τα εμπόδια αυτά να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο. Ούτε μπορούν να αντιταχθούν στην ερμηνεία αυτή οι λύσεις που δόθηκαν από τους εμπορικούς εταίρους της Κοινότητας ή το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ. 'Οπως πράγματι προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, η αμερικανική και καναδική πρακτική αντιπροσωπεύουν για το Συμβούλιο και την Επιτροπή στοιχεία τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους, αλλά ασφαλώς όχι δεδομένα με τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται παθητικά. 'Οσον αφορά άλλωστε την έννοια της ενισχύσεως, είναι γνωστό ότι έχει ενδοκοινοτική διάσταση και διαμορφώθηκε με την προοπτική μιας ενιαίας αγοράς: είναι κατά συνέπεια φυσικό η ερμηνεία της να διέπεται από αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα που εφαρμόζονται στην περίπτωση της επιδοτήσεως.
7. Κατά την εξέταση των απόψεων και των αιτιάσεων της προσφεύγουσας, όπως συνοψίστηκαν παραπάνω, είναι χρήσιμο να έχει κανείς κατά νου τις αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο θεμελιώνει τον έλεγχο που του έχει αναθέσει η έννομη τάξη σε θέματα επιδοτήσεων. Η απόφαση Fediol Ι αναφέρει ότι ο δικαστής δεν μπορεί να επεμβαίνει στην εκτίμηση την οποία επιφυλάσσει ο κανονισμός στις κοινοτικές αρχές. Ακόμα όμως και αν βρίσκεται ενώπιον τέτοιας διακριτικής εξουσίας, είναι υποχρεωμένος να εξακριβώσει τη νομιμότητα της αποφάσεως περατώσεως διαδικασίας. Επομένως, ο καταγγέλλων έχει δικαίωμα να υποβάλει στο δικαστή κατά της αποφάσεως αυτής κάθε στοιχείο που θα επέτρεπε να "εξακριβωθεί αν η Επιτροπή τήρησε τις διαδικαστικές εγγυήσεις ..., αν διέπραξε πρόδηλα σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή παρέλειψε να λάβει υπόψη ουσιώδη στοιχεία που θα μπορούσαν να κάνουν πιστευτή την ύπαρξη ενός αποτελέσματος επιδοτήσεως ή αν υπεισήλθαν στην αιτιολογία της στοιχεία συνιστώντα κατάχρηση εξουσίας" - (σκέψη 30 της απόφασης).
Μετά από αυτά, θα ήθελα ευθύς εξαρχής να παρατηρήσω ότι η άποψη της Επιτροπής, όπως αναπτύχθηκε, δεν φαίνεται παραδεκτή. Η διατύπωση του στοιχείου ιβ), επί του οποίου στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος, δεν μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι θέτει γενικό κριτήριο, και αυτό για δύο τουλάχιστον λόγους: α) ανήκει σε κείμενο, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο τον κανονισμό στον οποίο είναι συνημμένο (άρθρο 3, παράγραφος 2), δεν έχει απόλυτα δεσμευτικό χαρακτήρα β) βρίσκεται στο τέλος του καταλόγου, πράγμα που όχι μόνο δεν της προσδίδει βαρύνουσα σημασία, αλλά την εμφανίζει ως καθαρά δευτερεύουσα σε σχέση με τις πρακτικές που αναφέρονται υπό τα προηγούμενα στοιχεία. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Η Επιτροπή - όπως εξάλλου και η Fediol - συγχέει ή μπερδεύει έννοιες για τις οποίες, από νομική άποψη, πρέπει να γίνεται αυστηρή διάκριση: αφενός την επιδότηση καθαυτή, αφετέρου την επιδότηση που δικαιολογεί επιβολή δασμών.
Τα δύο σφάλματα αλληλεπικαλύπτονται ή μάλλον το ένα αποτελεί συνέπεια του άλλου. Θα θυμόσαστε ότι η εκτελεστική εξουσία προσθέτει στην προϋπόθεση να υπάρχει συμφέρον της Κοινότητας και ζημία των Ευρωπαίων παραγωγών άλλες τρεις προϋποθέσεις. Εφόσον όμως στα όμματά της υπάρχει μόνον η υποκείμενη σε αντισταθμιστικά μέτρα επιδότηση, συνδέει τις προϋποθέσεις αυτές με αυτή την τελευταία. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: το κοινοτικό όργανο είναι υποχρεωμένο να ζητήσει τη θεμελίωσή τους στο νόμο, που αφορά ειδικά αυτή μόνο την επιδότηση. Και μη βρίσκοντας έρεισμα στο άρθρο 2, βρίσκεται τελικά υποχρεωμένο να καταφύγει, με τις αναφερθείσες υπερβολές και αντιφάσεις, στη μόνη διάταξη του ενδεικτικού καταλόγου η οποία συνηγορεί υπέρ της απόψεώς της.
Ας πάρουμε, αντίθετα, ως αφετηρία τη διάκριση που ανέφερα ή, με άλλα λόγια, ας δεχτούμε ότι ο ερμηνευτής του δικαίου υποχρεούται καταρχάς να αναρωτηθεί αν υπάρχει επιδότηση και ακολούθως, σε περίπτωση και μόνο καταφατικής απαντήσεως, να κρίνει αν πρέπει να εξουδετερωθεί από την επιβολή δασμού. 'Ολες οι ψηφίδες του ψηφιδωτού θα μπουν τότε στη θέση τους. Με άλλα λόγια, θα αντιληφθούμε ότι οι νόμιμες προϋποθέσεις του συμφέροντος και της ζημίας αφορούν το δεύτερο πρόβλημα, ενώ οι προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή αφορούν το πρώτο ζήτημα. Και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι σωστά τίθενται σ' αυτό το πλαίσιο, καθόσον αντιστοιχούν ακριβώς στα συστατικά στοιχεία της "επιδοτήσεως καθαυτής".
Αυτό αποδεικνύεται από ένα στοιχείο το οποίο, ακόμη και αν δεν στηρίζεται σε διατάξεις του κοινοτικού ή του διεθνούς δικαίου, είναι αδιαμφβισβήτητο από σημασιολογική και λογική άποψη. Η επιδότηση - νομίζω ότι μπορώ να το διατυπώσω έτσι - συνεπάγεται κατ' ανάγκη παροχή πλεονεκτήματος σ' εκείνους για τους οποίους προορίζεται και το βάρος μιας αντίστοιχης θυσίας γι' αυτόν ο οποίος, προκειμένου να ταυτιστεί με το γενικό συμφέρον, παρακάμπτει τους νόμους της αγοράς. Είναι προφανές ότι η "θυσία" πρέπει εδώ να νοείται ευρύτατα. Θα έχουμε λοιπόν επιδότηση όχι μόνο σε περίπτωση δαπάνης, αλλά και σε περίπτωση διαφυγόντος κέρδους ή μειωμένων εσόδων και ακόμη - όπως συμβαίνει με τις πρακτικές που αναφέρονται στο στοιχείο δ) του πίνακα - όταν πρόκειται για μέτρο που εκτρέπει πρόσωπα, αγαθά, τεχνογνωσία και λοιπά από το θεσμικό τους προορισμό.
Το κύρος αυτού του συμπεράσματος επιβεβαιώνεται και από άλλα επιχειρήματα εξάλλου - λιγότερο σημαντικά ίσως, αλλά πάντως εξίσου χαρακτηριστικά. Το πρώτο, που συναντάται κυρίως στη θεωρία, είναι επιχείρημα a contrario: αν η έννοια της επιδοτήσεως δεν συνδέεται με την προϋπόθεση της επιβαρύνσεως του δημοσίου, υπάρχει κίνδυνος να διευρυνθεί τόσο, ώστε να καλύπτει κάθε είδος δημοσίας παρεμβάσεως στην οικονομία και επομένως και κάθε πολιτική τιμών ή τον καθορισμό παραμέτρων για το περιβάλλον (Cunnane και Stanbrook, Dumping and Subsidies. The Law and Procedures Governing the Imposition of Anti-Dumping and Countervailing Duties in the European Communities, Λονδίνο και Βρυξέλλες, 1983, σ. 51 Beseler και Williams, Anti-Dumping and Anti-Subsidy Law. The European Community, Λονδίνο, 1986, σ. 123 έως 125). Το δεύτερο επιχείρημα εδράζεται στον τρόπο με τον οποίο η Συνθήκη - η οποία, ας μην ξεχνάμε, είναι συμφωνία διεθνούς δικαίου - παρουσιάζει το συγγενές φαινόμενο της ενισχύσεως: πράγματι, κατά το άρθρο 92, και αυτή συνίσταται σε κρατικό μέτρο που έχει επίπτωση στους κρατικούς πόρους και σκοπό την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής.
8. Αφού αποδείχθηκε έτσι το κύρος των κριτηρίων που ανάγουν σε ουσιώδη στοιχεία της επιδότησης αφενός την επιβάρυνση του δημοσίου και αφετέρου το πλεονέκτημα για εκείνους για τους οποίους προορίζεται η επιδότηση, πρέπει τώρα να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή τα εφάρμοσε σωστά στις αργεντινές και τις βραζιλιανές πρακτικές τις οποίες κατήγγειλε η Fediol. 'Οπως ήδη ειπώθηκε, οι πρακτικές αυτές συνίστανται α) στο σύστημα των διαφορικών φόρων που επιβάλλουν οι δύο αυτές χώρες στην εξαγωγή προϊόντων με βάση τη σόγια, β) στα εμπόδια που παρεμβάλλουν τα ίδια αυτά κράτη στην εξαγωγή των σπόρων.
Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η πρώτη πρακτική καλύπτει δύο τύπους επιδοτήσεων. Η πρώτη συνίσταται στη διαφορά των φορολογικών συντελεστών που πλήττουν, αφενός, τους σπόρους και, αφετέρου, τα προϊόντα που προέρχονται από αυτούς (έλαιο και πίτες). Οι σπόροι φορολογούνται βαρύτερα (25 έναντι 13% στην Αργεντινή, 13 έναντι 11 και 8% στη Βραζιλία), πράγμα που έχει ως συνέπεια να παρακινεί τους παραγωγούς τους να τους διαθέτουν στην εσωτερική αγορά. Στον κλάδο της έκθλιψης της Αργεντινής και της Βραζιλίας παρέχεται έτσι έμμεση επιδότηση για την κατασκευή πιτών, η οποία συνίσταται στη δυνατότητα μεταποίησης μιας πρώτης ύλης - εν προκειμένω των σπόρων - που μπορεί να αγοράζεται σε τιμές τις οποίες καθιστά ιδιαίτερα συμφέρουσες η τεράστια προσφορά.
Η δεύτερη επιδότηση είναι άμεση. Πράγματι, για το κράτος η διαφορά μεταξύ των δύο φορολογικών συντελεστών σημαίνει - όσον αφορά την εξαγωγή των σπόρων - μειωμένα έσοδα από τη φορολογία, άρα διαφυγόν κέρδος ή, καλύτερα, την οικονομική αυτή επιβάρυνση από την οποία η Επιτροπή εξαρτά την εφαρμογή του άρθρου 3. Στην περίπτωση της Βραζιλίας δε η κατάσταση αυτή καθίσταται ακόμη σοβαρότερη λόγω της υπάρξεως φόρου επί της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που έχει το χαρακτήρα πραγματικής επιστροφής κατά την εξαγωγή. Πράγματι, η σχετική νομοθεσία προβλέπει ότι η διαφορά μεταξύ του επιβαλλομένου επί των σπόρων φόρου και του οφειλόμενου για την εξαγωγή των πιτών επιστρέφεται στους ασχολούμενους με την έκθλιψη.
Η δεύτερη πρακτική δεν χρειάζεται πολλά σχόλια. Κατά τη γνώμη της Fediol, οι δαπάνες δηλώσεως και οι άλλες διατυπώσεις που η Βραζιλία και η Αργεντινή απαιτούν για την εξαγωγή των σπόρων έχουν επίσης ως στόχο να αποθαρρύνουν τη διάθεση του προϊόντος στην παγκόσμια αγορά δίνοντας έτσι στις εθνικές βιομηχανίες έκθλιψης τη δυνατότητα να αποκτούν την πρώτη τους ύλη σε όσο το δυνατόν χαμηλότερες τιμές.
Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Είναι βέβαιο ότι η εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών κατά τη φορολογία προϊόντων του ίδιου τομέα (του λεγόμενου "συμπλέγματος σόγιας") παρέχει πλεονέκτημα σ' εκείνους για τους οποίους προορίζεται ο χαμηλότερος συντελεστής και η Επιτροπή το αναγνωρίζει ανοιχτά με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Είναι όμως δυνατόν να λεχθεί ότι ένα τέτοιο μέτρο πληροί επίσης και την προϋπόθεση της θυσίας για τον κρατικό προϋπολογισμό; Δεν νομίζω. Πράγματι, όπως ήδη ανέφερα, μπορεί ασφαλώς κανείς να φανταστεί μια θυσία με την έννοια των μειωμένων εσόδων, προφανώς όμως μόνο εφόσον υφίσταται ένας κανόνας σε σχέση με τον οποίο η μείωση των εσόδων εμφανίζεται ως εξαίρεση, και επομένως μόνον αν τα προϊόντα ή οι δραστηριότητες που υπόκεινται σε συγκεκριμένο φόρο πλήττονται όλα με τον ίδιο συντελεστή. Στην περίπτωση όμως του φόρου που επιβάλλει η Αργεντινή κατά την εξαγωγή δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή (ο συντελεστής 10% εφαρμόζεται, για παράδειγμα, στα λαχανικά και τα δέρματα), στο δε φόρο που επιβάλλει η Βραζιλία στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων (ΙCΜ) ο συντελεστής μηδέν αποτελεί τον κανόνα για τα μεταποιημένα προϊόντα.
'Οσον αφορά το φόρο αυτό, πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι επεκτάθηκε στην εξαγωγή ελαίου και πιτών ακριβώς συνεπεία παρεμβάσεως της Επιτροπής και ότι ορίστηκε στην επίδικη απόφαση ως φόρος που δεν έχει επίδραση στα οικονομικά του δημοσίου, επειδή επιβάλλεται στο μεταποιημένο προϊόν (σημείο 12.5). Ο φορέας όμως της εκτελεστικής εξουσίας παρατήρησε με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι ο φόρος αυτός, που εισπράττεται κατά την αγορά των σπόρων, πλήττει το προϊόν στη φάση της μεταποίησης και επομένως αφορά τον κύκλο εργασιών. Η φύση που του αναγνωρίζεται έτσι δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι για τον υπολογισμό του ο ήδη καταβληθείς φόρος επί της πρώτης ύλης λαμβάνεται υπόψη κατά το χρόνο της εξαγωγής του ελαίου και των πιτών.
Επομένως, ο ΙCΜ, που επιβάλλεται στον κύκλο εργασιών, εμπίπτει στο στοιχείο η) του συνημμένου στον κανονισμό καταλόγου, που επιτρέπει την επιστροφή των φόρων που εισπράχθηκαν ήδη επί των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του προϊόντος που προορίζεται για εξαγωγή. Επομένως είναι καθ' όλα νόμιμη η άρνηση της Επιτροπής να αναγνωρίσει ότι η επίμαχη πρακτική έχει χαρακτήρα επιδότησης. Είναι γεγονός, εξάλλου, ότι όπως υπέμνησε η παρεμβαίνουσα Abiove, ακόμα και οι αυστηρές και δύσπιστες αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής δεν πρόβαλαν αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα των διαφορικών φόρων της Βραζιλίας.
Ούτε, τέλος, η κριτική την οποία ασκεί η Fediol κατά των εμποδίων που θέτουν η Αργεντινή και η Βραζιλία στην εξαγωγή σπόρων μπορεί να γίνει δεκτή. Εφόσον η τιμή του προϊόντος αυτού εξαρτάται από το βαθμό ελαστικότητας της ζήτησης και της προσφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο, πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα να μπορούν κάποιες ετερογενείς διοικητικές διατυπώσεις να έχουν κάποια επίπτωση στο ύψος της στρέφοντας την παραγωγή προς την εσωτερική αγορά και ευνοώντας έτσι τον κλάδο της έκθλιψης. Και πάλι όμως δεν πληρούται η προϋπόθεση της επιβάρυνσης για το δημόσιο: πράγματι, οι επίμαχες διατυπώσεις, αφενός, προβλέπονται για στατιστικούς σκοπούς και, αφετέρου, έχουν ως στόχο να παρεμποδίσουν κερδοσκοπικά τεχνάσματα.
Η ανάλυση που προηγήθηκε κλείνει την εκτίμηση των αιτιάσεων που πρόβαλε η Fediol - μεταξύ άλλων βάσει του άρθρου 7 - κατά της απόφασης για τις εισαγωγές πιτών σόγιας καταγωγής Αργεντινής και καταλήγει χωρίς καμία αμφιβολία στην απόρριψη της προσφυγής στην υπόθεση 187/85.
9. Απομένει τώρα να εξεταστούν οι αιτιάσεις που πρόβαλε η Fediol κατά της αποφάσεως μόνο που αφορά τις εισαγωγές από τη Βραζιλία (υπόθεση 188/85). Οι αιτιάσεις θέτουν τέσσερις κατηγορίες προβλημάτων. Καταρχάς, θα χρειαστεί να διαπιστωθεί αν η Επιτροπή, εξετάζοντας μία πρακτική σχετικά με τους σπόρους σόγιας ((στοιχείο γ) ανωτέρω)), ορθώς δεν δέχτηκε ότι έχει χαρακτήρα επιδοτήσεως. Θα χρειαστεί ακολούθως να διαπιστωθεί αν το κοινοτικό όργανο νομίμως απέκλεισε την ισοδυναμία μεταξύ δύο πρακτικών εξαγωγής ελαίου ((στοιχεία δ) και ε) )) και των πρακτικών που έχουν ως αντικείμενο τις πίτες. Η συζήτηση θα οδηγήσει ακολούθως σε εκτίμηση της δήλωσης της καθής ότι δεν υφίσταται συμφέρον της Κοινότητας για εξουδετέρωση των πρακτικών που αναγνωρίστηκαν ως επιδοτήσεις της εξαγωγής πιτών ((στοιχεία στ) και ζ) )). Πρέπει τέλος να αναρωτηθούμε αν η εκτελεστική εξουσία, αφού ήδη είχε προτείνει στο Συμβούλιο να επιβάλει δασμό όσον αφορά τις επίμαχες πρακτικές, μπορούσε νομίμως να περατώσει την έρευνα.
Ας προχωρήσουμε με τη σειρά. Η πρώτη αιτίαση αφορά την προτιμησιακή χρηματοδότηση της αποθήκευσης σπόρων σόγιας. Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι κατά την περίοδο που καλύπτεται από την έρευνα της Επιτροπής (1983) το σύνηθες επιτόκιο για δάνεια 180 ημερών κυμαινόταν μεταξύ 100 και 150%. Αντίθετα, για ίδιας διάρκειας χρηματοδότηση της αποθήκευσης σπόρων, ένα κυβερνητικό πρόγραμμα που αφορούσε την αποθήκευση 27 γεωργικών βασικών προϊόντων προέβλεπε επιτόκιο 45%. Για το λόγο αυτό η Fediol κατηγορεί την εκτελεστική εξουσία ότι:
α) δεν αναγνώρισε ότι η επίμαχη προτιμησιακή μεταχείριση αφορούσε σαφώς συγκεκριμένο τομέα προϊόντων και επομένως υπέκειτο σε αντισταθμιστικό δασμό (βλέπε ανωτέρω σημείο 2, στο τέλος)
β) αγνόησε ότι η μεταχείριση αυτή, παρά το ότι καταργήθηκε τυπικά την 1η Ιανουαρίου 1984, εξακολούθησε να υφίσταται για πολύ ακόμα και εν πάση περιπτώσει εφαρμοζόταν κατά την υπό έρευνα περίοδο
γ) διέπραξε κατάχρηση εξουσίας, εφόσον δεν έλαβε υπό τις προϋποθέσεις αυτές μέριμνα για την προστασία της κοινοτικής βιομηχανίας.
Η πρώτη αιτίαση δεν ευσταθεί. Κατά τη Fediol, η επίμαχη πρακτική είχε ειδικό χαρακτήρα, επειδή ωφελήθηκαν μόνον ορισμένοι γεωργικοί μεταποιητές και ιδίως όσοι απασχολούνταν στον τομέα της σόγιας. Τα στοιχεία ωστόσο της δικογραφίας αποδεικνύουν ότι οι σχετικές επιδοτήσεις αφορούσαν τόσα πολλά και διαφορετικά εμπορεύματα (σόγια, ιχθείς, σταφύλια, μέταξα κλπ.) ώστε καλύπτονταν όλα τα βασικά γεωργικά προϊόντα που θα μπορούσαν να αποθηκευτούν. Πράγματι, τα μόνα προϊόντα που δεν ωφελήθηκαν ήταν τα είδη που δεν προσφέρονται για αποθήκευση είτε λόγω της φύσεώς τους ή της περιορισμένης παραγωγής τους είτε - όπως συμβαίνει με το κακάο και τον καφέ - λόγω του ειδικού καθεστώτος που προβλέπουν γι' αυτά οι διεθνείς συμφωνίες.
Ούτε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι μεταξύ των ανωτέρω προϊόντων η σόγια έγινε αντικείμενο αδικαιολόγητης προτιμησιακής μεταχείρισης. Πέραν του ότι είναι παραπλήσια τα αριθμητικά στοιχεία που υπέβαλαν σχετικά η Fediol και η Επιτροπή (31,9 και 31,7%), φαίνεται ότι ανταποκρίνονται πλήρως στη σημασία που έχει αποκτήσει το "σύμπλεγμά" μας για την οικονομία της Βραζιλίας. Είναι πράγματι πασίγνωστο ότι με ετήσια παραγωγή άνω των 15 εκατομμυρίων τόνων η σόγια υποκατέστησε τον καφέ ως την πιο σημαντική καλλιέργεια της χώρας.
Εφόσον αποκλείστηκε το ενδεχόμενο να αφορά η επιδότηση συγκεκριμένο τομέα προϊόντων, είναι προφανές ότι καταρρίπτονται και οι αιτιάσεις που αφορούν τη διάρκειά της και την κατάχρηση εξουσίας που διέπραξε κατά την προσφεύγουσα το εκτελεστικό όργανο περατώνοντας την αντίστοιχη έρευνα. Επομένως δεν χρειάζεται να τα πραγματευθώ.
10. Προχωρώ τώρα στην προτιμησιακή χρηματοδότηση της εξαγωγής ελαίου και στην απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των κερδών που πραγματοποιούνται από αυτή. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι πρακτικές αυτές οδήγησαν σε έμμεση επιδότηση της εξαγωγής πιτών, καθόσον οι επιχειρηματίες μετέφεραν στον τομέα αυτό τα πλεονεκτήματα που άντλησαν από τις πρακτικές αυτές.
Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Είναι βέβαιο ότι οι δύο προτιμησιακές μεταχειρίσεις προκάλεσαν κάποια δαπάνη για το δημόσιο της Βραζιλίας, δεν δημιούργησαν όμως κανένα πλεονέκτημα - έστω και έμμεσο - στον τομέα των πιτών. Ενδέχεται ο τομέας αυτός να άντλησε κάποιο όφελος όπως κατήγγειλε η Fediol, σίγουρα όμως όχι λόγω αιτιολογικής συνάφειας με τα επίδικα μέτρα. Αν έλαβε πράγματι χώρα η μεταφορά, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, τότε υπήρξε καρπός επιλογής των εξαγωγέων βάσει πολλαπλών και ελεύθερων εκτιμήσεων των συμφερόντων τους.
11. Οι δύο τελευταίες πρακτικές κατά των οποίων βάλλει η Fediol συνίστανται στην προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών πιτών και στα φορολογικά πλεονεκτήματα σχετικά με τις πράξεις χρηματιστηρίου επί προθεσμία των βιομηχάνων του κλάδου της έκθλιψης σε ξένες αγορές (τις λεγόμενες πράξεις "hedging"). Η Επιτροπή, αφού αναγνώρισε ότι έχουν χαρακτήρα επιδότησης και προσδιόρισε το ύψος τους σε 7,66 και 0,09% της αξίας fob αντίστοιχα, πρότεινε στο Συμβούλιο να τους επιβάλει δασμό χωρίς όμως να προχωρήσει σε άμεση θέσπισή του (4 Ιανουαρίου 1985). Σ' ένα δεύτερο στάδιο όμως, το εκτελεστικό όργανο, αφού διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση της Βραζιλίας είχε καταργήσει την προτιμησιακή χρηματοδότηση από το Σεπτέμβριο του 1983 και λαμβάνοντας υπόψη τις αμφιβολίες που δημιουργούσε στους κόλπους του Συμβουλίου η προοπτική θεσπίσεως ενός δασμού, άλλαξε γνώμη. Ισχυρίστηκε ότι το συμφέρον της Κοινότητας δεν απαιτεί τη θέσπιση αντισταθμιστικών μέτρων και ότι μπορεί να περατωθεί η διαδικασία.
Η Fediol διατυπώνει τρεις αιτιάσεις κατά των αντίστοιχων σημείων της προσβαλλόμενης απόφασης (5, 6 και 27). Η πρώτη αιτίαση αφορά την παράβαση των άρθρων 9 και 12 του κανονισμού 2176/84. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εφόσον έχει αποδειχθεί ότι μία πρακτική εμφανίζει τα χαρακτηριστικά επιδότησης ζημιογόνας για την ευρωπαϊκή παραγωγή, δεν είναι δυνατόν η καθιέρωση αντισταθμιστικού δασμού να μη συμπίπτει με τα συμφέροντα της Κοινότητας και, εν πάση περιπτώσει, η επίκληση των συμφερόντων αυτών δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη καθιέρωση του δασμού. Το άρθρο 12, εξάλλου, απονέμει μόνο στο Συμβούλιο την εξουσία εκτιμήσεως των ίδιων αυτών συμφερόντων κατά το χρόνο της θεσπίσεως των οριστικών μέτρων.
Η Fediol υποστηρίζει, κατά δεύτερο λόγο, ότι η μεταστροφή του εκτελεστικού οργάνου δημιουργεί τη σκέψη ότι η απόφαση πάσχει λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Πρέπει εξάλλου να θεωρηθεί παράνομη η διαδικασία από την οποία προήλθε. Το εκτελεστικό όργανο, αφού κάλεσε το Συμβούλιο να θεσπίσει δασμούς, δεν έχει - όπως διατείνεται η προσφεύγουσα με την τρίτη αιτίαση - αρμοδιότητα να θέσει τέρμα στην έρευνα αποσύροντας σιωπηρά την πρότασή του και εμποδίζοντας το άλλο όργανο να λάβει το ίδιο ουσιαστικά μέτρα.
12. Μια προκαταρκτική παρατήρηση. Με την απάντησή της η Fediol παραιτήθηκε από την αιτίαση που αφορά το "hedging", αναγνωρίζοντας ότι έχει περιορισμένη σημασία. Ως εκ τούτου οι ακόλουθες παρατηρήσεις έχουν ως μόνο αντικείμενο την προτιμησιακή χρηματοδότηση των εξαγωγών πιτών.
Σχετικά με την πρώτη αιτίαση θα υπομνήσω ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 2176/84, το γεγονός και μόνο ότι μια επιδότηση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην κοινοτική παραγωγή δεν δικαιολογεί τη θέσπιση αντισταθμιστικών μέτρων. Σύμφωνα με ό,τι προβλέπει η Συμφωνία GΑΤΤ και αντίθετα από τον αμερικανικό Trade Agreement Act, ο κανονισμός θέτει και μια δεύτερη προϋπόθεση: ορίζει πράγματι ότι η εν λόγω θέσπιση αντισταθμιστικού δασμού πρέπει να απαιτείται από το "συμφέρον της Κοινότητας".
Νομίζω όμως ότι είναι προφανές ότι το συμφέρον αυτό δεν διαφέρει από εκείνο των ευρωπαίων παραγωγών που απασχολούνται στους οικείους τομείς. Είναι όμως βέβαιο ότι το συμφέρον αυτό δεν εξαντλείται στη διαφύλαξη των συμφερόντων των τελευταίων αυτών παραγωγών, η κατάσταση των οποίων εν πάση περιπτώσει εξετάζεται ήδη κατά το στάδιο της εξακριβώσεως της ζημίας. Δεν μπορεί πράγματι να εκτιμήσει κανείς το συμφέρον της Κοινότητας παρά μόνο καταφεύγοντας σε κριτήρια ευρύτερης ισχύος, όπως η όχι μόνο εμπορική, αλλά και πολιτική σκοπιμότητα της θεσπίσεως δασμών. Αν η παρατήρηση αυτή, εξάλλου, είναι ακριβής - ή πιο συγκεκριμένα, αν αληθεύει ότι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στον τομέα του ντάμπινγκ, οι πρακτικές στις οποίες αντιδρούν οι δασμοί τίθενται σε εφαρμογή όχι από τις επιχειρήσεις αλλά από τις κυβερνήσεις και συχνά προκειμένου να διαφυλαχθούν ζωτικά δημόσια συμφέροντα - είναι εξίσου προφανές ότι μία ευρεία διακριτική εξουσία πρέπει να αναγνωριστεί στα όργανα που είναι επιφορτισμένα με την εκτίμηση αυτή.
Αφού τέθηκε η αρχή αυτή (ως προς την οποία, άλλωστε, το Δικαστήριο δεν έχει αμφιβολία, βλέπε σκέψη 30 στην προαναφερθείσα απόφαση Fediol I), πρέπει να προστεθεί αμέσως ότι όσον αφορά την εκτίμηση αυτή, το Συμβούλιο δεν κατέχει γενικά κυρίαρχη θέση, αλλά διαθέτει μόνο την αρμοδιότητα να θεσπίσει μία από τις αποφάσεις στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η διαδικασία. Αν υποτεθεί ότι θεσπίζονται προσωρινοί δασμοί για παράδειγμα, το άρθρο 11 ορίζει ρητά ότι αρμόδιος να εκτιμήσει το συμφέρον της Κοινότητας είναι ο φορέας της εκτελεστικής εξουσίας και το άρθρο 9 έχει το ίδιο πνεύμα - αν ερμηνευθεί με την κοινή τουλάχιστον λογική - όσον αφορά την απόφαση περατώσεως της έρευνας, όταν τα μέτρα εξουδετερώσεως δεν φαίνονται αναγκαία. Σε μια τέτοια αλληλουχία, είναι ασφαλώς εσφαλμένος ο ισχυρισμός βάσει του άρθρου 12 ότι το σύστημα του κανονισμού καθιστά αποκλειστικά αρμόδιο για την εκτίμηση το Συμβούλιο. Στην πραγματικότητα, η διάταξη αυτή απλώς καλεί το όργανο αυτό να προχωρήσει σε μια τελευταία εξέταση των κοινοτικών συμφερόντων κατά την επιβολή των οριστικών δασμών.
13. Η δεύτερη αιτίαση είναι επίσης αβάσιμη. 'Οπως εξέθεσα μόλις τώρα, τα άρθρα 9, 11 και 12 καθιστούν προφανές το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει αυτόνομη εξουσία εκτιμήσεως από την ημέρα που παραλαμβάνει τις καταγγελίες μέχρι την ημέρα που το Συμβούλιο θα λάβει την οριστική απόφαση. 'Ετσι, ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να επιλέξει μεταξύ του να αρχίσει ή να μην αρχίσει την έρευνα, να τη συνεχίσει ή να την περατώσει, να θεσπίσει ή να μη θεσπίσει προσωρινούς δασμούς, να αφήσει να παρέλθει η περίοδος της ισχύος τους ή να ζητήσει από το Συμβούλιο την παράταση της ισχύος τους και, τέλος, να προτείνει στο τελευταίο αυτό όργανο την επιβολή οριστικών δασμών.
Νομίζω ότι είναι προφανές ότι σ' ένα τέτοιο σύστημα η Επιτροπή μπορεί νομίμως να προσαρμόζει τις πρωτοβουλίες της στην εξέλιξη της καταστάσεως και ότι επομένως είναι παράλογο να της προσάπτεται αντιφατική συμπεριφορά, αν η επέλευση ενός γεγονότος - για παράδειγμα η κατάργηση μιας προτιμησιακής χρηματοδοτήσεως - την οδηγεί να διορθώσει ή να αλλάξει πλήρως τη μέχρι τότε γραμμή πλεύσεώς της. Στην παρούσα περίπτωση εξάλλου η αλλαγή της γραμμής πλεύσεως ήταν κάθε άλλο παρά ξαφνική και απρόβλεπτη. Πράγματι, όπως θυμόσαστε, είχε συστήσει, όταν ακριβώς πρότεινε τη θέσπιση των δασμών, να ανασταλεί η ισχύς τους.
14. Προχωρώ στην τρίτη αιτίαση, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή υπερέβη την εξουσία της ανακαλώντας σιωπηρά την πρόταση που είχε κάνει στο Συμβούλιο. Υπό το φως των παρατηρήσεων που εκτέθηκαν στις δύο προηγούμενες παραγράφους, η αιτίαση αυτή δεν μου φαίνεται περισσότερο βάσιμη από τις προηγούμενες. Αν, όπως απέδειξα, την ευθύνη για την έρευνα μέχρι την οριστική παρέμβαση του Συμβουλίου έχει μόνο η Επιτροπή, είναι αναμφισβήτητο ότι το εκτελεστικό οργανο μπορεί να αποφασίσει να περατώσει τη διαδικασία ακόμη και όταν έχει καλέσει το συνομιλητή του να θεσπίσει οριστικά μέτρα.
Η μόνη προϋπόθεση είναι η παρέμβαση αυτή να υλοποιηθεί με πράξη προσηκόντως αιτιολογημένη και η προϋπόθεση αυτή συνέτρεχε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Πράγματι, η απόφαση ανταποκρίνεται σε όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό 2176/84 για την περάτωση της διαδικασίας και, ιδίως, αναφέρει την έλλειψη αντιρρήσεων από τη Συμβουλευτική Επιτροπή που προβλέπεται από το άρθρο 6.
15. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, σας προτείνω να απορρίψετε τις δύο προσφυγές που ασκήθηκαν στις 18 Ιουνίου 1985 από την Ομοσπονδία Βιομηχανιών Ελαιοποιίας της ΕΟΚ κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Τα δικαστικά έξοδα θα επιβαρύνουν τον ηττώμενο διάδικο.
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy