Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Α - Με την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στη θαλάσσια μεταφορά και τη βιομηχανική επεξεργασία της μπανάνας καθώς και στο εμπόριο της μπανάνας, επιβλήθηκαν στην Ιταλία με το νόμο 986 της 9ης Οκτωβρίου 1964, που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1965, τέλη στις νωπές και αποξηραμένες μπανάνες καθώς και τα άλευρα μπανάνας . Αρχικά τα τέλη για τις νωπές και αποξηραμένες μπανάνες ήταν 70 LΙΤ ανά κιλό και από το 1982 ανέρχεται σε 525 LΙΤ ανά κιλό ( και σε 1 500 LΙΤ ανά κιλό για τα άλευρα μπανάνας ). Κατά την εισαγωγή τέτοιων προϊόντων ( το έτος 1985 οι εισαγωγές αυτές έφθασαν τους 357 500 τόνους ) το τέλος εισπράττεται από τις τελωνειακές αρχές για την ιταλική παραγωγή ( η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιταλικής κυβέρνησης, ανερχόταν το 1985 σε 100 τόνους, ενώ τα προηγούμενα έτη είχε φθάσει ακόμη και τους 120 τόνους ) προβλέπεται ότι το τέλος καθίσταται απαιτητό κατά την πώληση από τον παραγωγό και εισπράττεται από τις δημοτικές και κοινοτικές φορολογικές αρχές .
2 . Η ρύθμιση αυτή έτυχε εφαρμογής, όταν η ενάγουσα στην κύρια υπόθεση ( κατά την οποία εξεδόθη η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ) εισήγαγε από τον Αύγουστο μέχρι το Νοέμβριο του 1982 μπανάνες από την Κολομβία στην Ιταλία ( που βρίσκονταν ήδη σε ελεύθερη κυκλοφορία στις χώρες Μπενελούξ ). Κατά τη γνώμη της ενάγουσας αυτό ήταν άδικο και γι' αυτό το λόγο άσκησε αγωγή για επιστροφή του τέλους .
3 . Σχετικά η ενάγουσα επικαλείται κυρίως την απαγόρευση επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμούς, η οποία απορρέει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ . Εν προκειμένω τίθεται κατά τη γνώμη της θέμα εφαρμογής της απαγόρευσης αυτής, επειδή στην Ιταλία δεν υπάρχουν μπανάνες εγχώριας παραγωγής ( πράγμα όμως που, όπως ακούσαμε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ) και επειδή δεν επιβαρύνονται με παρεμφερείς φορολογικές επιβαρύνσεις και άλλα είδη φρούτων που παράγονται στην Ιταλία . Αν πάλι θεωρηθεί ότι πρόκειται για εσωτερικό φόρο κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, τότε, κατά την άποψη της ενάγουσας, δεν λαμβάνεται υπόψη τουλάχιστον η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού, αφού πρέπει να γίνει δεκτό ότι με τη φορολογική επιβάρυνση της μπανάνας προστατεύονται έμμεσα άλλα προϊόντα, σχετικά με τα οποία η μπανάνα είναι εν μέρει ή θα μπορούσε να είναι ανταγωνιστικό προϊόν . Αυτό μπορεί να ειπωθεί γιατί το άρθρο 95 δεν εφαρμόζεται μόνο στα εμπορεύματα κοινοτικής καταγωγής, αλλά και σε όσα βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα άλλο κράτος μέλος .
4 . Η ενάγουσα υπογραμμίζει τέλος το γεγονός ότι η Κολομβία αποτελεί συμβαλλόμενο κράτος της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου ( GΑΤΤ ) και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη φορολογική επιβάρυνση είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 3 της συμφωνίας GΑΤΤ, της διάταξης δηλαδή η οποία προβλέπει ότι ως προς την επιβολή των φορολογικών επιβαρύνσεων ισχύει γενικά η μεταχείριση των εγχώριων προϊόντων και απαγορεύει τις φορολογικές επιβαρύνσεις που αποβλέπουν στην προστασία των εθνικών ομοειδών προϊόντων .
5 . Η Amministrazione delle finanze αντιτάσσει σ' αυτά την άποψη ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για φορολογική επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμούς, αλλά ότι, επειδή επιβαρύνεται κυρίως η κατανάλωση και όχι η εισαγωγή, πρόκειται αντίθετα για φόρο καταναλώσεως που ισχύει ανεξάρτητα από την προέλευση των εμπορευμάτων, για εσωτερικό δηλαδή φόρο κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ . Δεν μπορεί ωστόσο να γίνει λόγος για αντίθεση με αυτή τη διάταξη, γιατί αυτή αφορά μόνο προϊόντα που προέρχονται από την Κοινότητα ( ενώ αντίθετα στην κύρια δίκη γίνεται λόγος για προϊόντα από τρίτες χώρες ) εκτός αυτού, πρέπει να γίνει επίσης δεκτό ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν εγχώρια προϊόντα τα οποία να ευνοούνται έμμεσα με την επιβολή φόρου στις μπανάνες .
6 . Επειδή το επιληφθέν δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο σ' αυτή την αντιδικία με προβλήματα που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, επί των οποίων θεωρεί ότι δεν μπορεί να βρει συγκεκριμένες απαντήσεις στη νομολογία του Δικαστηρίου μας, ανέστειλε την πρόοδο της διαδικασίας με Διάταξη της 17ης Ιανουαρίου 1985 ( η οποία πάντως περιήλθε στο Δικαστήριο μόλις στις 21 Ιουνίου 1985 ) και υπέβαλε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ επί των ακόλουθων ερωτημάτων :
"1 ) Συνιστά επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμό, την οποία απαγορεύουν τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ, ο φόρος που ονομάζεται imposta erariale di consumo ( φόρος καταναλώσεως υπέρ του Δημοσίου ) και επιβάλλεται τυπικά τόσο στα εισαγόμενα όσο και στα εγχώρια προϊόντα, στην πραγματικότητα όμως πλήττει μόνο τα εισαγόμενα, επειδή, λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, δεν υφίσταται εγχώρια παραγωγή ( στην προκειμένη περίπτωση μπανανών );
2 ) Πρέπει μήπως ο φόρος αυτός να θεωρηθεί αντίθετα ως εσωτερικός φόρος κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την ονομασία του, πλήττει την κατανάλωση του αγαθού και όχι την εισαγωγή του, μολονότι στην πράξη εισπράττεται κατά τον εκτελωνισμό του, πλήττει δε μόνο τις μπανάνες και κανένα άλλο είδος φρούτου;
3 ) Σε περίπτωση που θεωρηθεί ως εσωτερικός φόρος, μήπως ο εν λόγω φόρος αντίκειται προς το άρθρο 95, παράγραφος 2, και επομένως απαγορεύεται, επειδή αποσκοπεί στην προστασία της παραγωγής άλλων φρούτων, και ειδικότερα όλων των εγχώριων;
4 ) Σε περίπτωση που το ερώτημα θεωρηθεί ουσιώδες, ισχύει το άρθρο 95 μόνο για τα προϊόντα καταγωγής κρατών μελών της Κοινότητας ή και για τα προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα;
5 ) Σε περίπτωση που το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν ισχύει για τα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών, ο φόρος που αντίκειται στο άρθρο 95, όταν αφορά τα προϊόντα κρατών μελών, αντίκειται και στο άρθρο ΙΙΙ της GΑΤΤ, όταν αφορά προϊόντα προερχόμενα από το έδαφος συμβαλλόμενων στη συμφωνία αυτή μερών;"
Β - Επ' αυτών ενδείκνυνται κατά τη γνώμη μου οι ακόλουθες παρατηρήσεις :
7 . 1 . 'Οπως προκύπτει από τα ερωτήματα 1 και 2, το πρόβλημα του παραπέμποντος δικαστηρίου είναι κυρίως ο ακριβής ορισμός της έννοιας "φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμό" και η οριοθέτησή της έναντι της εννοίας "εσωτερικοί φόροι" του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ .
8 . α ) Η ενάγουσα στην κύρια δίκη έχει επ' αυτού τη γνώμη - και αυτό κατέστη ήδη σαφές - ότι πρόκειται για φόρο ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμό και υπογραμμίζει ιδίως το γεγονός ότι σύμφωνα με τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται στη νομολογία του Δικαστηρίου μας δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει δυσμενής διάκριση μεταξύ ίδιων προϊόντων, αλλά αρκεί τα υπό κρίση προϊόντα να είναι ομοειδή . Η ενάγουσα αισθάνεται ότι η νομική της άποψη αυτή επιρρωννύεται από τις σκέψεις που εκτίθενται σ' ένα σημείωμα της μόνιμης αντιπροσωπείας της Ιταλίας, της 11ης Απριλίου 1972, σχετικά με τη φύση του προϊσχύσαντος μονοπωλίου μπανάνας ( σ' αυτό γίνεται λόγος για προστασία των εγχώριων φρούτων, τα οποία η μπανάνα μπορεί να ανταγωνιστεί επικίνδυνα ) και από τη διαπίστωση ότι μετά τη λήξη του μονοπωλίου μπανάνας θεσπίστηκε ο φόρος, ο οποίος είναι τετραπλάσιος από το δασμό και αποτελεί το 80% της αξίας των μπανανών ( όπως άλλωστε και από το γεγονός ότι αργότερα επιβλήθηκαν ποσοστώσεις εισαγωγής μπανάνας και εφαρμόστηκε το άρθρο 115 της Συνθήκης ΕΟΚ ).
9 . Δεν μπορεί πάντως - κατά τη γνώμη της - να γίνει δεκτό ότι ο φόρος αυτός αποτελεί μέρος ενός γενικού φορολογικού συστήματος κατά την έννοια του άρθρου 95 και της επ' αυτού νομολογίας . Υπέρ της απόψεώς της αυτής συνηγορεί το ότι επιβάλλεται κατά την εισαγωγή και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μετέπειτα κατανάλωση ( δεν προβλέπεται δηλαδή επιστροφή του για την περίπτωση που τα προϊόντα δεν έφθασαν στην αγορά επειδή σάπισαν κατά την περίοδο ωρίμανσής τους ). Υπέρ της απόψεώς της συνηγορεί ακόμη το ότι από τα εξωτικά φρούτα που αναφέρονται στο κεφάλαιο 8 του κοινού δασμολογίου φορολογούνται μόνο οι μπανάνες της δασμολογικής κλάσης 08.01 Β, ενώ στο φόρο προστιθέμενης αξίας ( που ανέρχεται σε 2 %) δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των φρούτων της δασμολογικής κλάσης 08.01 έως 08.12 .
10 . Η ιταλική κυβέρνηση αντίθετα έχει τη γνώμη ότι ο φόρος δεν ανήκει στην κατηγορία των επιβαρύνσεων ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμούς . Το κρίσιμο στοιχείο εν προκειμένω είναι το ότι επιβάλλεται και στην εγχώρια παραγωγή μπανάνας, η οποία πράγματι υπάρχει, και το ότι τα έσοδα από το φόρο αυτό δεν χρησιμοποιούνται για ειδικούς σκοπούς ( δηλαδή προς όφελος της εγχώριας παραγωγής ), αλλά γενικά για τη χρηματοδότηση της κρατικής δραστηριότητας .
11 . Μ' αυτή την άποψη συντάχθηκε τελικά και η Επιτροπή . Συγκεκριμένα είχε τη γνώμη ότι ο χαρακτηρισμός στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι απλός, επειδή ένας τέτοιος φόρος καταναλώσεως ισχύει για λίγα μόνο τροπικά προϊόντα . Ωστόσο στο τέλος τάχθηκε υπέρ της εφαρμογής του άρθρου 95 και δέχτηκε ότι ο φόρος στις μπανάνες είναι μέρος της ιταλικής νομοθεσίας περί φόρων καταναλώσεως . Επ' αυτού πρόβαλε την άποψη ότι τέτοιοι φόροι καταναλώσεως ισχύουν και για τον καφέ και για το κακάο ( όπως εξάλλου και για το οινόπνευμα, την μπύρα, τη ζάχαρη, τα γλυκαντικά, τα λάδια και τη μαργαρίνη ) καθώς και το γεγονός ότι δεν είναι πολλά τα τροπικά προϊόντα που εισάγονται σε αξιοσημείωτες ποσότητες στην Ιταλία .
12 . β ) Αν μελετήσει κανείς τη νομολογία σχετικά με αυτό τον προβληματισμό, τότε - αν δεν κάνω λάθος - μπορεί να διαπιστώσει μια κάποια εξέλιξη σε συνάρτηση με τα ερωτήματα οριοθετήσεως που μας απασχολούν εν προκειμένω .
13 . Στην αρχή είχε σημασία οι επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμούς να δημιουργούν διακρίσεις και προστατευτισμό όπως ακριβώς και οι δασμοί και να πλήττουν ειδικώς τα εισαγόμενα, όχι όμως και τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ( συνεκδικασθείσες υποθέσεις 2 και 3/62 ( 1 ), Slg . 1962, σ . 882 ). Για "προστατευτισμό" ( παρεμφερή με εκείνον των εισφορών ), "επιδίωξη προστατευτισμού" καθώς και "ειδικές επιβαρύνσεις στα εισαγόμενα προϊόντα" γινόταν λόγος και στην απόφαση επί της υποθέσεως 20/67 ( 2 ) ( Slg . 1968, σ . 308 και επ .).
14 . Σε μεταγενέστερες αποφάσεις υπάρχει προφανής απομάκρυνση από αυτή την άποψη . Στην υπόθεση 24/68 ( 3 ) ( Slg . 1969, σ . 201 ) τονίστηκε ότι δεν είναι αποφασιστικής σημασίας το αν εισάγονται διακρίσεις ή δημιουργείται προστατευτισμός ( κάτι που είναι δίχως άλλο σαφές, γιατί αυτά τα αποτελέσματα είναι καθοριστικά και στο πλαίσιο του άρθρου 95 ). Κατέστη ακόμη σαφές ότι δεν έχει σημασία ότι επιβαρύνονται μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα για επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδύναμου με δασμό μπορεί επίσης να γίνει λόγος όταν επιβαρύνονται εξίσου τα εγχώρια προϊόντα, αλλά τα έσοδα από την επιβολή της επιβάρυνσης αυτής προορίζονται "για τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων, οι οποίες αποβαίνουν σε όφελος των πληττόμενων εγχώριων προϊόντων κατά συγκεκριμένο τρόπο, έτσι ώστε η φορολογική επιβάρυνση που τους επιβάλλεται να αίρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου" ( απόφαση στην υπόθεση 94/74 ( 4 ), Slg . 1975, σ . 711, σκέψεις 10 έως 13 παρόμοια η απόφαση στην υπόθεση 78/76 ( 5 ), Slg . 1977, σ . 614 ).
15 . 'Ετσι, και για τους σκοπούς της οριοθέτησης μεταξύ επιβάρυνσης ισοδύναμου αποτελέσματος με δασμό και εσωτερικού φόρου έρχεται όλο και περισσότερο σε πρώτο πλάνο το ερώτημα αν μια επιβάρυνση αφορά ολόκληρη κατηγορία εγχώριων και αλλοδαπών προϊόντων που βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση ( απόφαση στην υπόθεση 78/76, σκέψη 30 ), ή - όπως στις υποθέσεις 90/79 ( 6 ) ( Συλλογή 1981, σ . 301 ) και 158/82 ( 7 ) ( Συλλογή 1983, σ . 3586 ) - αν μια επιβάρυνση εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικών φόρων, οι οποίοι επιβάλλονται πάγια σε κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, που εφαρμόζονται ανεξαρτήτως καταγωγής των προϊόντων .
16 . Αυτό έγινε δεκτό, όπως είναι γνωστό - επιτρέψτε μου να το πω και αυτό - στην υπόθεση 90/79 ( η οποία αφορούσε γαλλικό φόρο που επιβαλλόταν στις συσκευές ανατυπώσεως λόγω της δυνατότητας χρησιμοποιήσεως της τεχνικής αυτής ), και μάλιστα προφανώς εν γνώσει του γεγονότος ότι πλήττεται μια σειρά τελείως διαφορετικών συσκευών, οι οποίες εμπίπτουν σε διαφορετικές τελωνειακές διατάξεις . Στην υπόθεση 158/82 αντίθετα απορρίφθηκε ο χαρακτηρισμός του επίδικου τέλους ως εσωτερικού φόρου ( εδώ επρόκειτο για τέλος που καταβαλλόταν στη Δανία για τη διεξαγωγή υγειονομικού ελέγχου κατά την εισαγωγή αραχίδων και προϊόντων αραχίδων ). Επ' αυτού υπογραμμίστηκε ότι η έννοια "ολόκληρες κατηγορίες προϊόντων" προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου αριθμού προϊόντων δεν μπορεί όμως να γίνει λόγος για κάτι τέτοιο, όταν η ομάδα προϊόντων περιλαμβάνει μόνο τις αραχίδες και τα προϊόντα αραχίδας καθώς και τα καρύδια Βραζιλίας, δηλαδή αφορά έναν πολύ περιορισμένο αριθμό προϊόντων ( σκέψη 24 ).
17 . γ ) Λαμβανομένης υπόψη αυτής της νομολογίας και της επιχειρηματολογίας που προβλήθηκε από την ιταλική κυβέρνηση, κατά την προφορική διαδικασία τέθηκε το ερώτημα ποια είναι πραγματικά η έκταση της φορολογικής επιβάρυνσης των μπανανών ιταλικής παραγωγής, ζητήθηκαν δηλαδή αριθμητικά στοιχεία για τα αντίστοιχα φορολογικά έσοδα, ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη και η σημασία της υποτιθέμενης επιβάρυνσης της εγχώριας παραγωγής . Δυστυχώς δεν πήραμε καμιά ικανοποιητική απάντηση, παρά μόνο μερικά στοιχεία σχετικά με την - πολύ περιορισμένη - έκταση της ιταλικής παραγωγής ( τα ανέφερα στην αρχή ) και την υπόδειξη ότι το μέγεθος των φορολογικών εσόδων μπορεί εύκολα να υπολογιστεί βάσει του άρθρου 3 του νομοθετικού διατάγματος 688 της 30ής Σεπτεμβρίου 1982 .
18 . αα ) Κάπως δικαιολογημένα μπορεί συνεπώς κανείς να βγάλει το συμπέρασμα ( αφού μάλιστα η ιταλική κυβέρνηση δεν έκανε μέχρι σήμερα χρήση της επιφύλαξης που περιέχεται στην απάντησή της να εξεύρει και να διαβιβάσει συμπληρωματικά στοιχεία ) ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο φόρος καταναλώσεως πλήττει πράγματι και την ιταλική παραγωγή μπανάνας και ότι επομένως αυτό το τμήμα της νομοθετικής ρύθμισης είναι χωρίς πρακτική σημασία . Στην πράξη δεν πρέπει να παρουσιάζει εξαιρετικές δυσκολίες ο υπολογισμός των τυχόν εσόδων από τη φορολόγηση της ιταλικής μπανάνας, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει - τουλάχιστον για το διάστημα ενός έτους - να αποκτήσει σχετικά μια εικόνα μέσα σε μια όχι πολύ σύντομη προθεσμία .
19 . Αν όμως καταλήγαμε σε αυτό το συμπέρασμα, είναι σαφές ότι ο φόρος που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν εσωτερικός φόρος κατά την έννοια της νομολογίας . Σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι πρόκειται για ρύθμιση "η οποία πλήττει συστηματικά, σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια, και τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα" ( απόφαση στην υπόθεση 314/82 ( 8 ), Συλλογή 1984, σ . 1555, σκέψη 11 ). Επομένως, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος - αφού δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη επιβάρυνση στα ομοειδή εγχώρια προϊόντα ( κατά την έννοια της προαναφερθείσας απόφασης, σκέψη 16 ) - παρά μόνο για επιβάρυνση ισοδύναμη προς δασμούς .
20 . ββ ) Ακόμη και αν κάποιος δεν συμφωνεί με την αφετηρία του συμπερασματικού αυτού συλλογισμού, αλλά πάρει σαν αφετηρία το γεγονός ότι κατά νόμο προβλέπεται φόρος και για την ιταλική παραγωγή μπανάνας, ακόμη και τότε υπάρχουν σοβαροί ενδοιασμοί για να δεχτεί κανείς την εκτίμηση που υποστηρίζεται σαν ορθή από την ιταλική κυβέρνηση και την Επιτροπή, ενώ αντίστροφα υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της ορθότητας της απόψεως της ενάγουσας στην κύρια δίκη ότι πρόκειται για επιβάρυνση ισοδύναμη προς δασμό .
21 . Ιδιαίτερη σημασία έχει η παραπάνω αναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση 90/79 σχετικά με τη γαλλική επιβάρυνση στις συσκευές ανατυπώσεως, ειδικά για το λόγο ότι καθιστά σαφές ότι το ιστορικό της θέσπισης μιας ρύθμισης και ο σκοπός της έχουν σημασία για το χαρακτηρισμό της επιβάρυνσης ( στην αναφερόμενη περίπτωση κατέστη σαφές ότι επρόκειτο για φορολογική ρύθμιση η οποία θεσπίστηκε για να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε στο νομικό σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων των συγγραφέων και εκδοτών βιβλίων από την επέκταση της χρησιμοποιήσεως της ανατυπώσεως και η οποία αποβλέπει, έστω και εμμέσως, στην επιβολή μιας επιβαρύνσεως στους χρησιμοποιούντες τις μεθόδους αυτές, αντισταθμίζοντας την επιβάρυνση στην οποία κανονικά έπρεπε να υπόκεινται ( Συλλογή 1981, σ . 302, σκέψη 16 ).
22 . Αν προχωρήσει κανείς ανάλογα στην ανάλυση της προκειμένης περιπτώσεως, τότε καθίσταται σαφές - όπως δικαίως τόνισε η ενάγουσα - ότι δεν πρόκειται για τέλος "κυρίως δημοσιονομικού χαρακτήρα" ( απόφαση στην υπόθεση 20/67, Slg . 1968, σ . 308 ), που έχει σαν κύριο στόχο την πραγματοποίηση εσόδων από το κράτος, αλλά μάλλον για μέτρο εμπορικής πολιτικής . Αυτό συνάγεται από όσα αναφέρει σχετικά με τη λειτουργία του προγενέστερου μονοπωλίου μπανάνας το σημείωμα της μόνιμης ιταλικής αντιπροσωπείας, το οποίο αναφέρθηκε στην αρχή, και από το γεγονός ότι η κατάργησή του οδήγησε στη θέσπιση του τέλους το οποίο μας ενδιαφέρει εδώ, το οποίο ναι μεν διαμορφώθηκε σαν φόρος καταναλώσεως, επιτελεί όμως κυρίως προστατευτική λειτουργία ( όπως απορρέει και από το προαναφερόμενο σημείωμα ), δηλαδή λειτουργία που - σύμφωνα πάντοτε με την απόφαση στην υπόθεση 94/74 - είναι χαρακτηριστική για τις επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό .
23 . - Η φύση του επίμαχου φόρου ως μέτρου εμπορικής πολιτικής δεν αναιρείται από το - εξαιρετικά αμφίβολο, όπως είδαμε - γεγονός ότι επιβάλλεται πράγματι στην εγχώρια παραγωγή, διότι η ποσότητα της θιγόμενης εγχώριας παραγωγής βρίσκεται σε αναλογία 1 προς 3 600 προς τις εισαγωγές . Εκτός αυτού ο φόρος δεν πλήττει την παραγωγή, αλλά καθίσταται απαιτητός κατά την πώληση από τον παραγωγό, και κατά συνέπεια δεν πλήττει την παραγωγή που δεν γίνεται αντικείμενο πωλήσεως . Μ' αυτό τον τρόπο μειώνεται ενδεχομένως ακόμη περισσότερο η σημασία της εγχώριας παραγωγής που υπόκειται στο φόρο . Ακόμα και αν ο φόρος επιβαλλόταν πράγματι στην εγχώρια παραγωγή, αυτό δεν θα άλλαζε τίποτε από δημοσιονομική άποψη, η οποία και εξετάστηκε εδώ, στο χαρακτήρα της επίμαχης επιβάρυνσης, η οποία, μολονότι χαρακτηρίζεται σαν εσωτερικός φόρος καταναλώσεως, αποτελεί μέτρο εμπορικής πολιτικής και επομένως είναι ισοδύναμη προς δασμό .
24 . - 'Εχει εξάλλου σημασία μια άλλη σημαντική σκέψη από την απόφαση στην υπόθεση 90/79 ( όπως είναι γνωστό επρόκειτο τότε για επιβάρυνση σε μια σειρά συσκευών πολύ διαφορετικής φύσεως - σκέψη 17 της απόφασης ), ιδίως αν παρατηρήσει κανείς παράλληλα τις ιδιομορφίες της δανικής περιπτώσεως στην υπόθεση 158/82, στην οποία δεν έγινε δεκτό ότι υπήρχε σύστημα εσωτερικών φόρων, το οποίο να πλήττει κατά τρόπο συστηματικό κατηγορίες προϊόντων, λόγω του περιορισμένου αριθμού των φορολογούμενων προϊόντων . Εν προκειμένω δεν πρέπει να παρασύρεται κανείς από το γεγονός ότι η επιβάρυνση επί της μπανάνας περιλαμβάνεται στην κατηγορία των φόρων καταναλώσεως, που πλήττουν ευρύτατες κατηγορίες προϊόντων, εφόσον δεν λαμβάνεται ως καθοριστικό στοιχείο το ότι πρόκειται - όπως υποστήριξε η Επιτροπή - για αγαθά που δεν είναι αναγκαία για τις καθημερινές ανάγκες .
25 . Είναι σημαντικό - ανεξάρτητα τελείως από το ότι οι φόροι στον καφέ και το κακάο είναι σαφώς φόροι καταναλώσεως που ισχύουν από παλιά - ότι οι μπανάνες είναι το μοναδικό προϊόν από την ομάδα των εξωτικών καρπών που φορολογείται . Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι δύσκολα μπορεί να γίνει λόγος για φορολογία ολόκληρων κατηγοριών προϊόντων ή ομάδων προϊόντων και να γίνει δεκτό ότι η επιβάρυνση στις μπανάνες είναι μέρος ενός γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων .
26 . δ ) Κατόπιν, επομένως, όλων αυτών των συλλογισμών πρέπει μάλλον να γίνει δεκτό σχετικά με τα ερωτήματα 1 και 2 ότι οι περισσότεροι λόγοι συνηγορούν υπέρ του να μην κρίνουμε την επίδικη επιβάρυνση της μπανάνας στην Ιταλία ( ακόμα και αν πλήττονται και οι εγχώριες μπανάνες ) κατά το άρθρο 95, αλλά να την κατατάξουμε στην κατηγορία των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς, πράγμα που συνεπάγεται την εκτίμηση κατά τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ .
27 . 2 . Τα δύο επόμενα ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το Tribunale αφορούν το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ, του οποίου ζητείται η ερμηνεία από δύο απόψεις : αφενός, πρέπει να προσδιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του ( πρέπει συγκεκριμένα να δευκρινιστεί αν αφορά μόνο προϊόντα κοινοτικής καταγωγής ) και, αφετέρου, πρέπει να καθοριστεί η έκταση εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 2 ( η οποία προφανώς είναι η μόνη που απασχολεί το παραπέμπον δικαστήριο ).
28 . Επειδή κατά την άποψή μου το άρθρο 95 δεν έχει σημασία για τη λύση των προβλημάτων της κύριας δίκης, κρίνω ότι, όπως έχουν τα πράγματα, περιττεύει η εξέταση των δύο αυτών ερωτημάτων . Επικουρικά όμως, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψή μου σχετικά με τα δύο πρώτα ερωτήματα, θα διατυπώσω, έστω και συνοπτικά, τη γνώμη μου πάνω στο άρθρο 95 .
29 . α ) 'Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η ιταλική κυβέρνηση έχει, όπως είναι γνωστό, τη γνώμη ότι το άρθρο 95 αφορά μόνο τα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής και όχι τα προϊόντα τα οποία βρίσκονται απλώς σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη . Την ίδια γνώμη έχει και η Επιτροπή, η οποία τόνισε ότι το άρθρο 95 δεν ισχύει για τις μπανάνες από τις τρίτες χώρες, αλλά μόνο για τις μπανάνες από τα κράτη μέλη που διαθέτουν τέτοια παραγωγή .
30 . Αντίθετα η ενάγουσα στην κύρια δίκη πρεσβεύει ότι το άρθρο 95 αφορά και τα προϊόντα τα οποία βρίσκονται απλώς σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη . Αυτό το συνάγει από τη συνάφεια που κατά τη γνώμη της υπάρχει μεταξύ των άρθρων 9 και επόμενα, 30 και 95, καθώς και από το γεγονός που υπογραμμίζεται από τη νομολογία ότι το άρθρο 95 συμπληρώνει τις δύο πρώτες ρυθμίσεις .
31 . Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίστηκε, σχετικά με το δεύτερο ζήτημα που μας ενδιαφέρει τώρα, ότι η πρώτη παράγραφος του άρθρου 95 δεν έχει εφαρμογή σε σχέση με το τέλος που επιβάλλεται στις μπανάνες, για το λόγο ότι η μπανάνα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τελείως, για τους καταναλωτές, τους εγχώριους καρπούς που δεν φορολογούνται και επομένως δεν αποτελεί ομοειδές προϊόν σύμφωνα με τη διάταξη αυτή . Επ' αυτού παραπέμπει στην κοινή οργάνωση της αγοράς φρούτων και λαχανικών κατά τον κανονισμό 1035/72 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/007, σ . 250 και επ .) και στο γεγονός ότι στο κεφάλαιο 8 του κοινού δασμολογίου έχει επιφυλαχθεί ξεχωριστή θέση στις μπανάνες .
32 . Παράλληλα δεν θεωρεί ότι έχει σχέση ούτε η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95, διότι η επιβάρυνση στις μπανάνες δεν ευνοεί μόνο τα ιταλικά φρούτα, αλλά και τα φρούτα από άλλα κράτη μέλη . Η Επιτροπή αντίθετα υποστηρίζει επ' αυτού - όπως η ενάγουσα στην κύρια δίκη - ότι οι μπανάνες μπορούν να ικανοποιήσουν ακριβώς τις ίδιες ανάγκες όπως και τα εγχώρια φρούτα ( μήλα, αχλάδια, ροδάκινα, δαμάσκηνα, βερίκοκα, κεράσια, πορτοκάλια, μανταρίνια ) και επομένως μπορεί να γίνει λόγος για ομοειδή προϊόντα . Συνεπώς το άρθρο 95, παράγραφος 2, απαγορεύει την επιβολή φόρου μόνο στις μπανάνες και την προστασία έτσι των άλλων φρούτων από έναν δυσάρεστο ανταγωνισμό .
33 . β ) 'Εχω τη γνώμη ότι στο τέταρτο ερώτημα, στο οποίο πρέπει τώρα λογικά να δοθεί η πρώτη θέση, μπορεί να δοθεί μόνο η απάντηση την οποία προτείνουν η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή .
34 . Και αυτό όχι μόνο επειδή έχει ήδη υπογραμμιστεί ρητά στη νομολογία επί του άρθρου 95 ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο σε προϊόντα κοινοτικής καταγωγής ( βλέπε απόφαση στην υπόθεση 106/84 ( 9 )).
35 . Επ' αυτού έχει ιδιαίτερη σημασία - πράγμα που έχει ήδη επίσης τονιστεί στη νομολογία - ότι το άρθρο 95 δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες ( βλέπε απόφαση στην υπόθεση 20/67 και η απόφαση στην υπόθεση 148/77 ( 10 ), όπου αναφέρεται ότι για το εμπόριο με τις τρίτες χώρες δεν υπάρχει καμία διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 95 σχετικά με τους εσωτερικούς φόρους και ότι σ' αυτές τις σχέσεις παίζουν κυρίως ρόλο συμβατικές ρήτρες ). Το άρθρο 95 συνεπώς περιέχει - μπορεί να πει κανείς - μικρό μόνο περιορισμό της φορολογικής αρμοδιότητας των κρατών μελών προκειμένου να αναπτυχθεί το εσωτερικό εμπόριο της Κοινότητας ( όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στις προτάσεις του στην υπόθεση 148/77 ). Αυτό όμως θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και έτσι να καταστεί κενή περιεχομένου η ελευθερία που υφίσταται κατά τη Συνθήκη έναντι των τρίτων χωρών, αν το άρθρο 95 έπρεπε να εφαρμόζεται στα προϊόντα που εισάγονται μέσω άλλων κρατών μελών, στα οποία τα προϊόντα αυτά βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία .
36 . Υπέρ αυτής της απόψεως, τέλος, μπορεί κανείς να επικαλεστεί το γράμμα του άρθρου 95, παράγραφος 1 (" προϊόντα άλλων κρατών μελών ") καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 2, το οποίο προβλέπει χαρακτηριστικά ότι μόνο συγκεκριμένα τμήματα της Συνθήκης εφαρμόζονται στα προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία . Την άποψη αυτή επιρρωννύει επίσης το γεγονός ότι στόχος του άρθρου 95, όπως προκύπτει από τη θέση του μέσα στη Συνθήκη, είναι να εξασφαλίσει την ύπαρξη ανόθευτου ανταγωνισμού στην Κοινή Αγορά ( όπως αναφέρεται στη σκέψη 10 της απόφασης στην υπόθεση 106/84 : να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού ), ενώ αντίθετα η προστασία έναντι του ανταγωνισμού από τρίτες χώρες εξασφαλίζεται με το κοινό δασμολόγιο και με ειδικές συμφωνίες .
37 . Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί επομένως να συναχθεί είναι ότι το άρθρο 95 δεν εφαρμόζεται κατά την εισαγωγή προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες και τα οποία βρίσκονταν απλώς σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα κράτος μέλος και ότι άρα η διάταξη αυτή και εξ αυτού του λόγου είναι άνευ σημασίας για τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης .
38 . γ ) Κατόπιν αυτών περιττεύει κάθε άλλη εμβάθυνση στα υπόλοιπα προβλήματα που συνδέονται με το άρθρο 95, και ιδίως περιττεύει η διασαφήνιση της έκτασης εφαρμογής της δεύτερης παραγράφου - πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος - αφού μάλιστα θα μου δοθεί αμέσως η ευκαιρία να διατυπώσω μερικές σκέψεις σχετικά με την προσφυγή 184/85, που ασκήθηκε κατά της Ιταλίας για παράβαση των εκ της Συνθήκης υποχρεώσεών της .
39 . 3 . Απομένει επομένως να προχωρήσω στο πέμπτο ερώτημα, το οποίο αφορά το άρθρο 3 της συμφωνίας GΑΤΤ . Με το ερώτημα αυτό ζητείται να διευκρινιστεί αν μια επιβάρυνση που αντίκειται στο άρθρο 95, κατά το μέρος που πλήττει προϊόντα από τα κράτη μέλη, αντίκειται και στο προαναφερθέν άρθρο της GΑΤΤ, κατά το μέρος που πλήττει προϊόντα τα οποία προέρχονται από το έδαφος των συμβαλλόμενων κρατών αυτής της συμφωνίας .
40 . α ) Η ιταλική κυβέρνηση παρατήρησε επ' αυτού ιδίως ότι κανένα χρήσιμο στοιχείο δεν μπορεί να προκύψει από τη συμφωνία GΑΤΤ για το αντικείμενο της κύριας δίκης, αφενός, επειδή η συμφωνία GΑΤΤ δεν θεμελιώνει δικαιώματα για τους ιδιώτες ( γνώμη με την οποία συμφώνησε ως προς το άρθρο 3 της GΑΤΤ και η Επιτροπή ), και, αφετέρου, επειδή το άρθρο 3 της GΑΤΤ αφορά μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη και η Κολομβία, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω σαν χώρα προελεύσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβαλλόμενο κράτος, γιατί έχει προσχωρήσει στη συμφωνία GΑΤΤ μόνο με προσωρινό πρωτόκολλο . Πέρα από αυτά η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 3 της συμφωνίας GΑΤΤ δεν έχουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής σημασία έχει κυρίως το ότι το άρθρο 3 της GΑΤΤ αφορά μόνο ομοειδή προϊόντα ( δηλαδή - όπως προκύπτει από μια επεξηγηματική σημείωση - προϊόντα τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση άμεσου ανταγωνισμού και άμεσης δυνατότητας υποκαταστάσεως ) και ότι επομένως λείπει από τη συμφωνία GΑΤΤ διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 95, παράγραφος 2 .
41 . Αντίθετα η ενάγουσα στην κύρια δίκη υπογράμμισε ιδιαιτέρως κατά την προφορική συζήτηση ότι το θέμα της απευθείας εφαρμογής της συμφωνίας GΑΤΤ είναι προφανώς χωρίς σημασία για το παραπέμπον δικαστήριο . Το Δικαστήριο πάντως πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνεύσει το περιεχόμενο του άρθρου 3 της GΑΤΤ, το οποίο πρέπει να γίνει δεκτό ότι συμπίπτει πλήρως με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ .
42 . β ) 'Οσον αφορά αυτό τον προβληματισμό, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι η Κοινότητα έχει υπεισέλθει στις υποχρεώσεις των κρατών μελών από τη συμφωνία GΑΤΤ και μάλιστα - λόγω της ενάρξεως της ισχύος του κοινού δασμολογίου - από την 1η Ιουλίου 1968 ( όπως εκτίθεται στην απόφαση στις υποθέσεις 267 έως 269/81 ( 11 )). Συνεπώς από αυτό το χρονικό σημείο οι υποχρεώσεις από τη συμφωνία GΑΤΤ είναι και υποχρεώσεις της Κοινότητας . Αυτό συνεπάγεται την αναγκαιότητα ενιαίας εφαρμογής σε όλη την Κοινότητα . 'Οσον αφορά την έκταση της ισχύος και τα αποτελέσματα της συμφωνίας GΑΤΤ, εναπόκειται στο Δικαστήριο να τις προσδιορίσει κατά τρόπο ενιαίο για την Κοινότητα ( όπως ομοίως υπογραμμίστηκε στην προαναφερόμενη απόφαση ) η δεσμευτικότητα των υποχρεώσεων GΑΤΤ - όπως αναφέρεται στην απόφαση στην υπόθεση 38/75 ( 12 ) ( Slg . 1975, σ . 1449 ) - κρίνεται κατά τις σχετικές διατάξεις της κοινοτικής έννομης τάξης, ακόμα και όταν πρόκειται να εξεταστεί κατά πόσον συμβιβάζονται οι εθνικές διατάξεις με τις υποχρεώσεις της Κοινότητας .
43 . Κατά τη μέχρι σήμερα νομολογία θεωρείται περαιτέρω σημαντικό, όταν πρόκειται να κριθεί αν ορισμένες εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με τη συμφωνία της GΑΤΤ, να εξετάζεται καταρχάς το ερώτημα κατά πόσον η υπό κρίση διάταξη της GΑΤΤ απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες . Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να αποφύγει κανείς ούτε στην προκειμένη περίπτωση και δεν μπορεί να προχωρήσει αμέσως στην ερμηνεία των διατάξεων της GΑΤΤ ( εν προκειμένω του άρθρου 3 ). 'Οπως γνωρίζετε, αυτό το ερώτημα έχει τεθεί ήδη στη νομολογία σε συνάρτηση με διάφορες διατάξεις της GΑΤΤ και η απάντηση ήταν πάντοτε αρνητική . Επ' αυτού ήταν ( βλέπε σκέψη 23 της απόφασης στις υποθέσεις 267 έως 269/81, Συλλογή 1983, σ . 830 ) καθοριστικοί κυρίως λόγοι που ανάγονται στο σύστημα της συμφωνίας GΑΤΤ ( η οποία βασίζεται στην αρχή των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται βάσει αμοιβαιότητας και χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ελαστικότητα των διατάξεών της, κυρίως των διατάξεων που αναφέρονται στις παρεκκλίσεις από τους γενικούς κανόνες, στα μέτρα που μπορούν να λαμβάνονται σε περίπτωση εξαιρετικών δυσχερειών και στο διακανονισμό των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ).
44 . Αυτές οι διαπιστώσεις ισχύουν αναμφίβολα και για το άρθρο 3 της GΑΤΤ . Και ως προς αυτό πρέπει να γίνει δεκτό - σύμφωνα και με την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως και της Επιτροπής - ότι, όπως άλλωστε και τα άρθρα 2 και 11, επί των οποίων υπάρχει νομολογία, δεν απονέμει δικαιώματα στους ιδιώτες . Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να χρησιμεύσει σαν κριτήριο για τη νομιμότητα της ιταλικής επιβάρυνσης στις μπανάνες και επομένως παρέλκει η ειδικότερη ανάλυση της εκτάσεως ισχύος της και η εξέταση του ζητήματος αν πραγματικά ισχύει μόνο για τα ομοειδή προϊόντα τα οποία βρίσκονται μεταξύ τους σε άμεσο ανταγωνισμό και αν το πεδίο εφαρμογής της δεν είναι τόσο ευρύ όσο του άρθρου 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ .
Γ - Προτείνω επομένως να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale του Μιλάνου :
Στα ερωτήματα 1 έως 3
45 . Μια επιβάρυνση - ακόμη και όταν επιβάλλεται εξίσου στα εισαγόμενα και στα εγχώρια προϊόντα - δεν αποτελεί μέρος εσωτερικού φορολογικού συστήματος κατά την έννοια του άρθρου 95, αλλά πρέπει να θεωρείται σαν επιβάρυνση ισοδύναμου αποτελέσματος προς δασμό, όταν θεσπίστηκε κυρίως για λόγους εμπορικής πολιτικής και όχι για δημοσιονομικούς λόγους και όταν πλήττει ορισμένα επιμέρους προϊόντα, όχι όμως ομάδες προϊόντων και κατηγορίες προϊόντων με βάση τα ίδια κριτήρια .
Στο τέταρτο ερώτημα
46 . Το άρθρο 95 ισχύει μόνο για τα προϊόντα από τα άλλα κράτη μέλη και όχι για τα προϊόντα από τρίτες χώρες που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Κοινότητας .
Στο πέμπτο ερώτημα
47 . Το άρθρο 3 της GΑΤΤ δεν θεμελιώνει δικαιώματα ιδιωτών, τα οποία οι ιδιώτες να μπορούν να επικαλεστούν σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, προκειμένου να ζητήσουν από το εθνικό δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον ορισμένες εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται με το άρθρο αυτό . Ως εκ τούτου παρέλκει η ερμηνεία του περιεχομένου της διάταξης αυτής και ο προσδιορισμός της ακριβούς εκτάσεως της ισχύος της ( ως προς τα προϊόντα που αφορά ).
(*) Metaevqarg ape ta ceqlamijae .
( 1 ) Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 2 και 3/62, Επιτροπή κατά Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και Βασιλείου του Βελγίου, Sμη . 1962, r . 867 .
( 2 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1968 στην υπόθεση 20/67, Fισνα Κυξςτνήθμε Τιφομι jatae Ηαυπτ'ομμαντ Wήσ'βυση, Sμη . 1968, r . 299 .
( 3 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1969 στην υπόθεση 24/68, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Sμη . 1969, r . 193 .
( 4 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1975 στην υπόθεση 94/74, Ιξδυςτσια Gοννα Αστιγομι Vασι, ΙGΑV, jatae Εξτε ξα'ιοξαμε πεσ μα γεμμυμοςα ε πεσ μα γαστα, ΕΝCC, Sμη . 1975, r . 699 .
( 5 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977 στην υπόθεση 78/76, Fισνα Sτειξιλε υξδ Wειξμιξη jatae Olorpomdiajoes OEglojqatias tgs Ieqlamias, Sμη . 1977, r . 595 .
( 6 ) Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1981 στην υπόθεση 90/79, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1981, σ . 283 .
( 7 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 158/82, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Δανίας, Συλλογή 1983, σ . 3573 .
( 8 ) Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984 στην υπόθεση 314/82, Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, Συλλογή 1984, σ . 1543 .
( 9 ) Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 106/84, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Δανίας, Συλλογή σ . 833 .
( 10 ) Απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 148/77, Η . Ηαξςεξ κυξ . & Ο . C . Βαμμε GνβΗ & Cο . jatae Ηαυπτ'ομμαντ Fμεξςβυση, Sμη . 1978, r . 1787 .
( 11 ) Απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 267 έως 269/81, Αννιξιςτσα'ιοξε δεμμε ζιξαξ'ε δεμμο Sτατο jatae Sογιετ πετσομιζεσα ιταμιαξα SπΑ ( SΡΙ ) jai SπΑ Μιγθεμιξ ιταμιαξα ( SAMI ), uukkocoe 1983, r . 801 .
( 12 ) Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 38/75, Dουαξεαηεξτ δεσ ΝV Νεδεσμαξδςε Sποοσχεηεξ jatae Ιξςπελτευσ δεσ ιξφοεσσεγθτεξ εξ αγγικξ'εξ, Jυσιςπσ . 1975, r . 1439 .
Full & Egal Universal Law Academy