Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1 . Η υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου αναφέρεται στην ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 "περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, καθώς και στην ερμηνεία του κανονισμού 574/72 που ρυθμίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του, σε σχέση με διατάξεις του βελγικού δικαίου που αφορούν τη σώρευση παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως .
2 . Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν αφενός μεν - όπως το άρθρο 25 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Οκτωβρίου 1967 - ότι δεν καταβάλλονται συντάξεις επιζώντος σε όσους λαμβάνουν σύμβαση αναπηρίας ( έστω και αλλοδαπής ) αντιθέτως, σε μια τέτοια περίπτωση, καταβάλλεται μόνο μια αποζημίωση προσαρμογής ίση προς το ετήσιο ποσό της συντάξεως επιζώντος . Εξάλλου - όπως ορίζει το άρθρο 20 του εν λόγω βασιλικού διατάγματος - σε περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως επιζώντος με σύνταξη γήρατος προβλέπεται μείωση του τελικού ποσού διά της εφαρμογής ενός ανωτάτου ορίου που ορίζεται σε διάταγμα του 1967 πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι - στην αρχή βάσει πρακτικής και μετά το 1981 βάσει κανονιστικού διατάγματος - σύνταξη αναπηρίας θεωρείται ως σύνταξη γήρατος από την στιγμή που συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της τελευταίας ( για τις γυναίκες η συμπλήρωση της ηλικίας των 60 ετών ).
3 . Οι διατάξεις αυτές εφαρμόστικαν στην περίπτωση ιταλίδας υπηκόου, που κατοικεί στην Ιταλία, η οποία από τον Ιούλιο του 1969 λαμβάνει ιταλική σύνταξη αναπηρίας και η οποία το έτος 1972 συνήψε γάμο με ιταλό, ο οποίος είχε εργαστεί 15 χρόνια στην Ιταλία και περισσότερο από 16 χρόνια στο Βέλγιο, απεβίωσε δε το Φεβρουάριο του 1977 .
4 . 'Οταν μετά την ημερομηνία αυτή ζήτησε τη χορήγηση συντάξεως επιζώντος ( η αίτησή της διαβιβάστηκε από την Ιταλία στο βελγικό ασφαλιστικό φορέα ), έλαβε καταρχάς, λόγω της ιταλικής συντάξεως αναπηρίας που ελάμβανε - για την περίοδο από το Φεβρουάριο 1977 μέχρι τον Ιανουάριο 1978 -, μόνο την προαναφερθείσα βελγική αποζημίωση προσαρμογής . Σύνταξη επιζώντος της χορηγήθηκε - κατ' αναλογία των ετών απασχολήσεως στο Βέλγιο του αποβιώσαντος συζύγου της - από τον Απρίλιο του 1979 ( μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της ), διότι από της ημερομηνίας αυτής - όπως προανέφερα - η σύνταξη αναπηρίας θεωρήθηκε ως σύνταξη γήρατος . Ωστόσο, η σύνταξη επιζώντος μειώθηκε κατ' εφαρμογή του ανωτάτου ορίου που προβλέπεται στο κανονιστικό διάταγμα του Δεκεμβρίου 1967 .
5 . Επειδή η λύση αυτή δεν την ικανοποίησε, η Stefanutti προσέφυγε στο Tribunal du travail του Charleroi . Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 25 του κανονιστικού διατάγματος της 24ης Οκτωβρίου 1967, επειδή η ιταλική σύνταξη αναπηρίας έπρεπε να θεωρηθεί ως σύνταξη γήρατος . 'Εκρινε, συνεπώς, ότι η Stefanutti δικαιούται βελγική σύνταξη επιζώντος από το Φεβρουάριο του 1977 . Βεβαίως, το Δικαστήριο έκρινε επίσης - επειδή η σύνταξη επιζώντος και η σύνταξη γήρατος είναι διαφορετικής φύσεως - ότι η πρώτη μπορεί να καταβληθεί σωρευτικώς με ιταλική σύνταξη μόνο εντός των ορίων που προβλέπει το κανονιστικό διάταγμα του Δεκεμβρίου του 1967 .
6 . Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση ενώπιον του Cour du travail της Μons ο αρμόδιος βελγικός ασφαλιστικός φορέας, το Office national des pensions pour travailleurs salaries, υποστηρίζοντας ότι η σύνταξη αναπηρίας της Stefanutti μπορεί να θεωρηθεί ως σύνταξη γήρατος μόνο μετά τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας . Κατά της αποφάσεως αυτής, όμως, άσκησε έφεση και η Stefanutti . Υποστηρίζει ότι, εν πάση περιπτώσει, η ιταλική σύνταξη αναπηρίας μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο κατ' αναλογία των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν στην Ιταλία, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του κανονισμού 574/72 που ορίζει ότι :
"1 ) Εφόσον ο δικαιούχος μιας παροχής, που οφείλεται κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, έχει επίσης δικαίωμα παροχών κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών, ισχύουν οι ακόλουθοι κανόνες :
α ) ...
β ) αν πρόκειται περί παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου ( συντάξεις ) που έχουν εκκαθαριστεί από το φορέα ενός κράτους μέλους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, ο φορέας αυτός λαμβάνει υπόψη παροχές άλλης φύσεως, εισοδήματα ή αμοιβές που δύνανται να συνεπάγονται μείωση ή αναστολή της παροχής που αυτός οφείλει, όχι για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού, του αναφερομένου στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του κανονισμού, αλλά αποκλειστικά για τη μείωση ή την αναστολή του ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 2, στοιχείο β ), του κανονισμού . 'Ομως οι παροχές αυτές, τα εισοδήματα ή οι αμοιβές λαμβάνονται υπόψη μόνο για το κλάσμα του ποσού τους, το οποίο προσδιορίζεται σε σχέση με τη διάρκεια των πραγματοποιηθεισών περιόδων ασφαλίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο β ) του κανονισμού ."
7 . Επειδή το Cour du travail της Μons είχε αμφιβολίες ως προς το πώς πρέπει να ερμηνευθούν οι βελγικοί κανόνες περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο και ως προς το πώς πρέπει να εκτιμηθεί η διάταξη που προανέφερα, με απόφαση της 21ης Ιουνίου 1985 ( 1 ) ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ :
"1 ) 'Οταν η χήρα διακινουμένου εργαζομένου απέκτησε σε κράτος μέλος, η ίδια ατομικά, δικαίωμα συντάξεως αναπηρίας χωρίς να εφαρμόζονται οι κοινοτικοί κανονισμοί και προβάλλει σε άλλο κράτος μέλος δικαίωμα για σύνταξη επιζώντος, λόγω της δραστηριότητας του συζύγου της, χωρίς να εφαρμόζονται οι κοινοτικοί κανονισμοί, συμβιβάζεται με τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης της Ρώμης το γεγονός ότι ο φορέας του δευτέρου αυτού κράτους, ο οποίος χορηγεί τη σύνταξη επιζώντος, λαμβάνει υπόψη τη σύνταξη αναπηρίας που χορηγήθηκε από το πρώτο κράτος, όπως λαμβάνει υπόψη τις παροχές αναπηρίας που χορηγήθηκαν από τη δική του νομοθεσία, κατ' εφαρμογή των κανόνων της εθνικής του νομοθεσίας περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων;
2 ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, όταν η νομοθεσία κράτους μέλους ρυθμίζει κατά διαφορετικό τρόπο τη σώρευση της χορηγούμενης συντάξεως επιζώντος με παροχή αναπηρίας ή παροχή λόγω γήρατος, πώς πρέπει να χαρακτηριστεί η σύνταξη αναπηρίας που δεν μετατρέπεται σε σύνταξη λόγω γήρατος που χορηγήθηκε από άλλο κράτος μέλος : πρέπει να χαρακτηριστεί ως παροχή αναπηρίας ή ως παροχή λόγω γήρατος; πρέπει ενδεχομένως να διακριθεί η περίπτωση ανάλογα με το αν ο δικαιούχος της συντάξεως αναπηρίας έχει ή όχι συμπληρώσει την ηλικία συντάξεως λόγω αποχωρήσεως ή λαμβάνει παροχή λόγω γήρατος;
3 ) Η ηλικία αυτή της αποχωρήσεως πρέπει να είναι η ηλικία που προβλέπει η νομοθεσία στην οποία εντάσσεται η διάταξη που ρυθμίζει τη σώρευση ή εκείνη της νομοθεσίας στην οποία εντάσσεται η μη μετατρέψιμη παροχή της οποίας ρυθμίζεται η σώρευση με άλλες παροχές;
4 ) Οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του κανονισμού 574/72 εφαρμόζονται στην περίπτωση σωρεύσεως έμμεσης συντάξεως ( συντάξεως επιζώντος ) με άμεση σύνταξη διαφορετικού χαρακτήρα ( σύνταξη αναπηρίας ή γήρατος );"
8 . Επί των ερωτημάτων αυτών διαμόρφωσα τη γνώμη που εκθέτω κατωτέρω λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, η ιταλική κυβέρνηση και η Επιτροπή ( παρατηρήσεις οι οποίες συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ).
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
9 . 1 ) Επειδή στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να κριθεί κατά πόσον συμβιβάζονται διατάξεις του εσωτερικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο ( όπως ουσιαστικώς ζητείται με το πρώτο ερώτημα ), πρέπει καταρχάς - μετά την κατάλληλη αναδιατύπωση του ερωτήματος αυτού - να εξεταστεί ποιοι κανόνες του κοινοτικού δικαίου θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εφαρμογή βελγικών κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων σε περίπτωση αλλοδαπής συντάξεως αναπηρίας και τούτο σε μια υπόθεση η οποία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι το δικαίωμα για προσωπική σύνταξη αναπηρίας και για σύνταξη επιζώντος γεννήθηκε χωρίς την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου .
10 . α ) Ως προς το τελευταίο αυτό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι παροχές μπορούν να χορηγηθούν μόνο βάσει διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, εφαρμόζεται το σύνολο της εθνικής νομοθεσίας ( περιλαμβανομένων δηλαδή των κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων . Αναφέρω σχετικώς τις αποφάσεις επί των υποθέσεων 98/77, 116, 117, 119 έως 121/80, 238/81 και 296/84 ( 2 ). Είναι συνεπώς σαφές ότι σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει, καταρχήν, την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων .
11 . Ως προς τον ισχυρισμό του εκπροσώπου της εφεσιβλήτου ότι το δικαίωμα συντάξεως που είχε η εντολοδόχος του βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που είχε η ίδια συμπληρώσει συνιστά περιουσιακό αγαθό, κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρώτου συμπληρωματικού πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ότι, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων, πρέπει να τονίσω ότι ευλόγως προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί σε υπόθεση όπως η παρούσα . Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν προφανώς τη σχέση μεταξύ του βελγικού δικαίου και των αρχών αυτών ( στις οποίες θα μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται και το θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας ). Δεν μπορούν, συνεπώς, να εξεταστούν στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αλλά μπορούν να προβληθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο των οποίων μπορεί, ενδεχομένως, να εξεταστεί κατά πόσο οι σχετικοί κανόνες της εθνικής νομοθεσίας συμβιβάζονται με τους ιεραρχικώς υπέρτερους κανόνες δικαίου .
12 . β ) Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί - καθόσον οι βελγικοί κανόνες περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων είναι εξωτερικής φύσεως ( περιλαμβάνουν δηλαδή και αλλοδαπές παροχές ) - ότι δεν χρειάζεται να στηριχθούν στη ρήτρα επεκτάσεως του πεδίου εφαρμογής που προβλέπει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει :
"Οι διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ..., εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμα και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους ."
13 . Στην περίπτωση αυτή δεν έχει σημασία - τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως - ο περιορισμός που συνάγεται από την ακόλουθη φράση του άρθρου 12, η οποία ορίζει :
"Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο ( συντάξεις ) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, στοιχείο β )."
14 . γ ) Ωστόσο, η έκταση εφαρμογής της διατάξεως αυτής έχει σημασία για έναν άλλο λόγο . Πράγματι, στη νομολογία έχει τονιστεί ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις ( δηλαδή σε περιπτώσεις παροχών που χορηγούνται βάσει της μόνης εθνικής νομοθεσίας χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το κοινοτικό δίκαιο ) επιβάλλεται να γίνεται σύγκριση με τα αποτελέσματα των υπολογισμών που πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 και ότι πρέπει να εφαρμόζεται "το σύστημα συνυπολογισμού και επιμερισμού ..., όταν η εφαρμογή του είναι ευνοϊκότερη για τους εργαζομένους από ό,τι η εφαρμογή των εθνικών νομοθετικών διατάξεων" ( 3 ). Αν όμως εφαρμοστεί το άρθρο 46 πρέπει επίσης - όπως ανέφερα - να εφαρμοστεί και το άρθρο 12, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο οι εθνικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων δεν εφαρμόζονται επι παροχών της ιδίας φύσεως .
15 . Η νομολογία έχει ήδη επανειλημμένως αναφερθεί στο ζήτημα της ερμηνείας της διατάξεως αυτής . Αρκεί να αναφέρω ότι στην απόφαση επί της υποθέσεως 171/82 ( 4 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι οι παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να θεωρούνται ως παροχές της ιδίας φύσεως ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων εσωτερικών εννόμων τάξεων, όταν το αντικείμενο και ο σκοπός τους καθώς και η βάση υπολογισμού τους και οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους είναι όμοιες ( βλέπε επίσης απόφαση στην υπόθεση 238/81 ).
16 . Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή επιχείρησε να αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν όταν, αφενός μεν, υπάρχει δικαίωμα για σύνταξη επιζώντος, αφετέρου δε, για σύνταξη αναπηρίας . Πράγματι, σκοπός της πρώτης είναι να αντισταθμίσει την έλλειψη των εισοδημάτων του συζύγου σε μια στιγμή κατά την οποία δεν είναι εύκολο στον επιβιώσαντα σύζυγο, λόγω της ηλικίας του, να εξεύρει και πάλι εργασία, ενώ σκοπός της συντάξεως αναπηρίας είναι να αντισταθμίσει μια μείωση της ικανότητας προς εργασία . Εξάλλου, δεν είναι ίδιες οι βάσεις υπολογισμού και οι προϋποθέσεις χορηγήσεως των παροχών, καθόσον η σύνταξη επιζώντος εξαρτάται από την επαγγελματική σταδιοδρομία του αποβιώσαντος συζύγου και χορηγείται ( στις χήρες ) μετά την ηλικία των 45 ετών, ενώ η σύνταξη αναπηρίας στηρίζεται στην επαγγελματική σταδιοδρομία της προσφεύγουσας, στην Ιταλία, και δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ηλικίας .
17 . Η Επιτροπή προσέθεσε ότι η βελγική σύνταξη επιζώντος και η ιταλική σύνταξη γήρατος δεν συνιστούν παροχές της ιδίας φύσεως . Προς τούτο στηρίζεται όχι μόνο στις προτάσεις που αναπτύχθηκαν επί των υποθέσεων 34/69 και 132/81 ( 5 ), αλλά και στις διαφορές των βάσεων υπολογισμού ( διαφορετικές περίοδοι ασφαλίσεως ) και στις προϋποθέσεις χορηγήσεως ( ελάχιστη ηλικία ).
18 . Θεωρώ ότι η άποψη αυτή θα μπορούσε να υποστηριχτεί και θα μπορούσε να συναχθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 δεν εμποδίζει την εφαρμογή των βελγικών κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού .
19 . Πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1408/71, στις οποίες γίνεται νύξη - όπως με έμφαση τόνισε η εφεσίβλητη - στη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων και ωφελημάτων και στον αποκλεισμό των αδικαιολογήτων σωρεύσεων . Εξάλλου, οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις δεν αφορούν παρά μόνο τους μισθωτούς εργαζομένους και τη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων και ωφελημάτων τους, ενώ τα δικαιώματα στα οποία αναφέρεται η κύρια δίκη είναι τα δικαιώματα του επιζώντος συζύγου ενός μισθωτού εργαζομένου εξάλλου, δεν μπορεί να προβληθεί η προαναφερθείσα γενική διατύπωση εις βάρος της ακριβούς διατάξεως του άρθρου 12 προκειμένου να υποστηριχθεί η άποψη της μη εφαρμογής των διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων με την αιτιολογία ότι χωριστές και μη συγκλίνουσες περίοδοι ασφαλίσεως δεν πρέπει να οδηγούν σε αδικαιολόγητες σωρεύσεις . Το ίδιο ισχύει και για την άποψη της εφεσίβλητης ότι οι διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων έχουν νόημα μόνο όταν οι παροχές στηρίζονται στη σταδιοδρομία ενός προσώπου, καθόσον ο κίνδυνος συναθροίσεως των σχετικών περιόδων ασφαλίσεως δεν υφίσταται όταν οι σταδιοδρομίες είναι διαφορετικές . Η άποψη αυτή δεν μπορεί, επίσης, να στηριχθεί στο άρθρο 12 από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι αποκλείεται η εφαρμογή των διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων όταν οι παροχές προκύπτουν από την επαγγελματική σταδιοδρομία δύο διαφορετικών προσώπων .
20 . δ ) Οι παρατηρήσεις αυτές πρέπει, ωστόσο, να συμπληρωθούν με δύο διαπιστώσεις που προκύπτουν επίσης από τη νομολογία .
21 . Η πρώτη είναι η διαπίστωση στην οποία καταλήγει η απόφαση επί της υποθέσεως 238/81 ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, το οποίο περιορίζει τη σώρευση των παροχών που προκύπτουν σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του εν λόγω άρθρου, εφαρμόζεται αποκλειομένων των κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία ( 6 ). Υπάρχει, επίσης, η διαπίστωση του σημείου 21 του σκεπτικού της αποφάσεως 296/84 σύμφωνα με την οποία το ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο 1 του άρθρου 46, παράγραφος 1, είναι εκείνο που δικαιούται ο εργαζόμενος βάσει της εθνικής νομοθεσίας, αν δεν λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους η εφαρμογή ενός εξωτερικού κανόνα απαγορεύσεως των σωρεύσεων αποκλείεται, προς το σκοπό αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2 .
22 . Περιορίζομαι στις παρατηρήσεις αυτές . Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να συνάγει τα συμπεράσματά του σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση .
23 . 2 ) Το δεύτερο και τρίτο ερώτημα, που θα εξετάσω τώρα, αναφέρονται στις διάφορες βελγικές διατάξεις περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων, που αναφέρθηκαν στην αρχή, και από τις οποίες η μία προβλέπει ότι σύνταξη επιζώντος δεν καταβάλλεται - εκτός από την αποζημίωση προσαρμογής - όταν ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει επίσης σύνταξη αναπηρίας, ενώ η άλλη καθορίζει ανώτατο όριο για την περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως επιζώντος με σύνταξη γήρατος ( πρέπει να προστεθεί ότι οι συντάξεις αναπηρίας θεωρούνται ως συντάξεις γήρατος από τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος συμπληρώνει την ηλικία που προβλέπεται για τη χορήγηση της τελευταίας ).
24 . Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, σχετικώς, αν σύνταξη αναπηρίας που δεν μπορεί να μετατραπεί σε σύνταξη γήρατος και η οποία καταβάλλεται από άλλο κράτος μέλος πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή αναπηρίας ή ως παροχή γήρατος ερωτά, επίσης, αν έχει σχετικώς σημασία το γεγονός ότι ο δικαιούχος συμπλήρωσε την ηλικία αποχωρήσεως ή λαμβάνει σύνταξη γήρατος τέλος, ερωτά αν η εν λόγω ηλικία είναι αυτή που προβλέπει η βελγική νομοθεσία ή η ιταλική νομοθεσία .
25 . Η ιταλική κυβέρνηση και η εφεσίβλητη της κύριας δίκης υποστήριξαν κατ' ουσία ότι η ιταλική σύνταξη αναπηρίας πρέπει να θεωρηθεί ως σύνταξη γήρατος, καθόσον έχει το ίδιο αντικείμενο και την ίδια βάση υπολογισμού συνεπώς, το καθοριστικό στοιχείο είναι ότι στην Ιταλία η ηλικία αποχωρήσεως για τις γυναίκες είναι τα 55 έτη . Η Επιτροπή θεωρεί, αντιθέτως, ότι δεν μπορεί να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά βάσει του κοινοτικού δικαίου στο βέλγο δικαστή εναπόκειται να τα κρίνει βάσει του εθνικού του δικαίου .
26 . Νομίζω ότι πρέπει να συνταχθούμε με την άποψη της Επιτροπής .
27 . Πράγματι, η μόνη διάταξη που θα μπορούσε σχετικώς να είναι κρίσιμη είναι το άρθρο 43 του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι :
"Οι παροχές αναπηρίας μετατρέπονται, ενδεχομένως, σε παροχές γήρατος κατά τους όρους που προβλέπονται στη νομοθεσία ή στις νομοθεσίες, δυνάμει των οποίων εχορηγήθησαν και σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3 ."
28 . Πρέπει ωστόσο να υπογραμμιστεί - ιδίως όσον αφορά την έκφραση "ενδεχομένως" - ότι στην Ιταλία δεν προβλέπεται η αυτόματη μετατροπή των συντάξεων αναπηρίας σε συντάξεις γήρατος μετά την συμπλήρωση της ηλικίας των 55 ετών ( για τις γυναίκες ) με το νόμο της 12ης Ιουνίου 1984 τίποτε ανάλογο δεν προβλεπόταν και κατά την προγενέστερη περίοδο ( η οποία έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση ).
29 . Κατά τα λοιπά, ως προς το πρόβλημα χαρακτηρισμού που τίθεται, δεν έχω παρά να παραπέμψω στη σχετική νομολογία . Στη νομολογία αυτή διευκρινίζεται ( βλέπε απόφαση 93/75 ) ( 7 ) ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει, στο πλαίσιο της εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων, ως προς το πώς πρέπει να χαρακτηρίζεται παροχή που χορηγείται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους στο πλαίσιο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους . Το ζήτημα αυτό εμπίπτει - όπως τόνισα - στον τομέα του εθνικού μόνο δικαίου και συνεπώς "εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί ως προς το περιεχόμενο και την ερμηνεία των διατάξεων της δικής του νομοθεσίας, όσον αφορά τη σώρευση παροχών" ( όπως ρητώς τονίζεται στην απόφαση επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 116, 117, 119 έως 121/80 ) ( 8 ).
30 . 3 . Τέλος, το τέταρτο ερώτημα αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του κανονισμού 574/72 ( που έχει ήδη αναφερθεί ) με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το άρθρο 12 του κανονισμού 1408/71 . Είναι γνωστό ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος παροχής που οφείλεται κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, έχει επίσης δικαίωμα παροχών κατά τη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων άλλων κρατών μελών προβλέπει ότι :
"Αν πρόκειται περί παροχών αναπηρίας, γήρατος ή θανάτου ( συντάξεις ) που έχουν εκκαθαριστεί από το φορέα ενός κράτους μέλους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, του κανονισμού, ο φορέας αυτός λαμβάνει υπόψη παροχές άλλης φύσεως, εισοδήματα ή αμοιβές που δύνανται να συνεπάγονται μείωση ή αναστολή της παροχής που αυτός οφείλει, όχι για τον υπολογισμό του θεωρητικού ποσού, του αναφερομένου στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο α ), του κανονισμού, αλλά αποκλειστικά για τη μείωση ή την αναστολή του ποσού που αναφέρεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, στοιχείο β ), του κανονισμού . 'Ομως οι παροχές αυτές, τα εισοδήματα ή οι αμοιβές λαμβάνονται υπόψη μόνο για το κλάσμα του ποσού τους, το οποίο προσδιορίζεται σε σχέση με τη διάρκεια των πραγματοποιηθεισών περιόδων ασφαλίσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 46, παράγραφος 2, στοιχείο β ), του κανονισμού ."
31 . Πρέπει να εξεταστεί αν η διάταξη αυτή εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση σωρεύσεως συντάξεως επιζώντος με σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας .
32 . 'Ετσι όπως τίθεται το ερώτημα δεν διστάζω να απαντήσω καταφατικώς, καθόσον οι συντάξεις επιζώντος πρέπει, χωρίς αμφιβολία, να θεωρούνται ως παροχές λόγω θανάτου, ενώ οι επίδικες συντάξεις γήρατος και αναπηρίας αποτελούν, προφανώς, παροχές οι οποίες μπορούν, βάσει του βελγικού δικαίου, να έχουν ως συνέπεια τη μείωση των παροχών .
33 . Πρέπει, ωστόσο, να προστεθεί ότι η διάταξη που μας ενδιαφέρει δεν εφαρμόζεται παρά μόνο στις παροχές που έχουν εκκαθαριστεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 46, παράγραφος 2, έχουν δηλαδή υπολογιστεί κατ' αναλογία των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν σε διάφορα κράτη μέλη ( επιμερισμός ). Αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση καθόσον οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της συντάξεως επιζώντος συντρέχουν χωρίς να υπάρχει λόγος αναφοράς σε περιόδους ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν στην αλλοδαπή . Κατά συνέπεια, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του κανονισμού 574/72 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη παρά μόνο στο πλαίσιο της συγκρίσεως την οποία επιβάλλει η νομολογία, όταν, δηλαδή, πρόκειται να καθοριστεί αν η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ( του άρθρου 46 ) έχει ευνοϊκότερες συνέπειες από την εφαρμογή της μόνης εθνικής νομοθεσίας .
34 . Νομίζω ότι από την άποψη του κοινοτικού δικαίου δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε άλλο ως προς το τέταρτο ερώτημα .
Γ - Προτάσεις
Συνοψίζοντας, προτείνω, συνεπώς, να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour du travail της Μons :
35 . α ) 'Οταν προκύπτει δικαίωμα επί παροχής από μόνη την εθνική νομοθεσία ( δηλαδή χωρίς να χρειάζεται να ληφθούν υπόψη, βάσει των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, περίοδοι ασφαλίσεως ή απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί στην αλλοδαπή ), το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει την πλήρη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, περιλαμβανομένων των κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων που ενδεχομένως περιλαμβάνει . Αν η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή για τον ενδιαφερόμενο από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να εφαρμοστεί το τελευταίο αυτό, δηλαδή το άρθρο 46 του κανονισμού 1408/71 . Στην περίπτωση αυτή το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν αποκλείει την εφαρμογή εθνικών κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων, εφόσον πρόκειται για παροχές διαφορετικής φύσεως όπως συμβαίνει με τη σύνταξη επιζώντος, αφενός, και τις συντάξεις αναπηρίας και γήρατος, αφετέρου .
36 . β ) Η απάντηση στο δεύτερο και τρίτο ερώτημα που αναφέρονται στο χαρακτηρισμό συντάξεως αναπηρίας που χορηγείται από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος είναι κρίσιμος για την εφαρμογή των βελγικών κανόνων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων, πρέπει, εφόσον το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει κριτήρια εκτιμήσεως, ο χαρακτηρισμός αυτός να γίνει βάσει του εθνικού δικαίου, για την ερμηνεία του οποίου το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο .
37 . γ ) Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β ), του κανονισμού 574/72 εφαρμόζεται, σε περίπτωση εφαρμογής των εσωτερικών διατάξεων περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων, επί συντάξεως επιζώντος, αφενός, και συντάξεως αναπηρίας και γήρατος, αφετέρου, όταν η εκκαθάριση της παροχής που χορηγείται κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας στην οποία περιλαμβάνονται οι κανόνες περί απαγορεύσεως των σωρεύσεων γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 .
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά .
( 1 ) Περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Ιουνίου 1985 .
( 2 ) Απόφαση της 14ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 98/77, Max Schaap κατά Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Bank - en Verzekeringswezen, Groothandel en Vrije Beroepen, Slg . 1978, σ . 707 απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119 έως 121/80, Rijksdienst voor Werknemerspensioenen κατά Goenther Dreilich, Συλλογή 1981, σ . 1737 απόφαση της 5ης Μαΐου 1983 στην υπόθεση 238/81, Raad van Arbeid κατά Van der Βυξτ-Cσαιη, Συλλογή 1983, σ . 1385 απόφαση της 13ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 96/84, Antonio Sinatra κατά Fonds national de retraite des ouvriers mineurs ( FNROM ), Συλλογή 1986, σ . 1047 .
( 3 ) Βλέπε απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση 98/77, Slg . 1978, σ . 714, σκέψεις 10 και 11 βλέπε επίσης αποφάσεις στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119 έως 121/80 και στις υποθέσεις 238/81 και 296/84, που προαναφέρθηκαν .
( 4 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 171/82, Biagio Valentini κατά Assedic Lyon, Συλλογή 1983, σ . 2170, σκέψη 13 .
( 5 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Karl Roemer, της 3ης Δεκεμβρίου 1969, στην υπόθεση 34/69, Caisse d' assurance vieillesse des travailleurs salaries de Paris κατά Jeanne Duffy, Slg . 1972, σ . 605 προτάσεις της 25ης Μαρτίου 1982 του γενικού εισαγγελέα Pieter VerLoren van Themaat στην υπόθεση 132/81, Rijksdienst vor Werknemerspensioenen κατά Alice Vlaeminck, Συλλογή 1982, σ . 2965 .
( 6 ) Απόφαση της 5ης Μαΐου 1983 στην υπόθεση 238/81, Raad van Arbeid κατά Van der Bunt-Craig, Συλλογή 1983, σ . 1401, σκέψη 15 .
( 7 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1975 στην υπόθεση 93/75, Jacob Adlerblum κατά Caisse nationale d' assurance vieillesse des travailleurs salaries, Slg . 1975, σ . 2151 .
( 8 ) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1981 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 116, 117, 119 έως 121/80, ONPTS κατά Celestre, Συλλογή 1981, σ . 1753, σκέψη 10 .
Full & Egal Universal Law Academy