ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 8ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Μέχρι το 1984η γαλακτοκομική παραγωγή στην Κοινότητα είχε αυξηθεί και εξακολουθούσε να αυξάνεται με ρυθμό που προκαλούσε σοβαρές ανησυχίες. Συνεπώς, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 856/84, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90 του 1984, σ. 10), με τον οποίο επέβαλε εισφορά, συμπληρωματική της εισφοράς συνυπευθυνότητας, επί των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται πέρα από ένα εγγυημένο όριο επί πέντε συνεχή έτη με έναρξη την 1η Απριλίου 1984. Ο κανονισμός [με την προσθήκη ενός νέου άρθρου 5γ στον κανονισμό 804/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ), το βασικό κανονισμό περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ] παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων. Με την πρώτη ( « εναλλακτική λύση Α » ) επιβάλλεται εισφορά καταβαλλόμενη από τους παραγωγούς επί των ποσοτήτων γάλακτος που παρέδωσαν σε έναν αγοραστή και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης χρονικής περιόδου υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί. Κατά τη δεύτερη λύση ( « εναλλακτική λύση Β » ), η εισφορά οφείλεται από τους αγοραστές επί των ποσοτήτων γάλακτος που τους παραδίδονται από τους παραγωγούς και οι οποίες, για την ίδια περίοδο, υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς που πρόκειται να καθοριστεί, ο αγοραστής όμως οφείλει να μετακυλίσει την εισφορά στην τιμή που καταβάλλει σε εκείνους τους παραγωγούς οι οποίοι έχουν αυξήσει τις παραδόσεις τους, ανάλογα με τη συμβολή τους στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή. Το Συμβούλιο θα θέσπιζε τους γενικούς κανόνες εφαρμογής του άρθρου αυτού και, ειδικότερα, θα καθόριζε τις ποσότητες αναφοράς και το ύψος των εισφορών.
Οι κανόνες αυτοί θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 857/84, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90 του 1984, σ. 13). Το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 έχει ως εξής:
« 1.
Η ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 804/68 είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Α), ή με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που αγόρασε ένας αγοραστής κατά το ημερολογιακό έτος 1981 (εναλλακτική λύση Β ), προσαυξημένες κατά 1 o/ο.
2.
Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι στο έδαφος τους η ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε ή αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 804/68. Αυτό το ποσοστό μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών των υπόχρεων προς καταβολή της εισφοράς, την εξέλιξη των παραδόσεων σε ορισμένες περιοχές μεταξύ 1981 και 1983 ή την εξέλιξη των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προς καταβολή κατά την ίδια χρονική περίοδο με τις προϋποθέσεις που θα καθοριστούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 30 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 804/68.
3.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα ποσοστά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4. »
Τα άρθρα 3 και 4 αφορούν ειδικές καταστάσεις για τις οποίες επιβάλλονται προσαρμογές των ποσοτήτων που θα χορηγηθούν σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών, ειδικότερα στις περιπτώσεις παραγωγών που εφαρμόζουν εγκεκριμένα σχέδια αναπτύξεως τα οποία έχουν εγκριθεί, είτε πριν είτε μετά την έναρξη ισχύος της νέας εισφοράς, ορισμένων επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν χωρίς σχέδιο ανάπτυξης, των νέων παραγωγών και των παραγωγών των οποίων η παραγωγή έχει πληγεί σοβαρά από φυσική καταστροφή, ατύχημα ή επιζωοτία κατά το έτος αναφοράς. Κατά τα άρθρα αυτά επιτρέπεται επίσης στα κράτη μέλη να χορηγήσουν αποζημίωση στους παραγωγούς οι οποίοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγκαταλείψουν οριστικά την παραγωγή.
Το άρθρο 5 ορίζει:
« Για την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 μπορούν να χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς μόνο μέχρι την εγγυημένη ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 804/68. Αυτές οι συμπληρωματικές ποσότητες αφαιρούνται από την εφεδρική ποσότητα που έχει συστήσει το κράτος μέλος στα πλαίσια της εγγυημένης ποσότητας που αναφέρεται παραπάνω. »
Το άρθρο 7 ορίζει ότι, σε περίπτωση πώλησης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή και ότι « στα πλαίσια της εναλλακτικής λύσης Β, αν ο αγοραστής υποκαταστήσει εν όλω ή εν μέρει έναν ή περισσότερους αγοραστές, η ετήσια ποσότητα αναφοράς καθορίζεται » σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τρόπο.
Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1 :
« Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1:
1.
σε περίπτωση που εφαρμόζεται η εναλλακτική λύση Β, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα που θα επιτρέψουν στους αγοραστές γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων να διαχειρίζονται τις ποσότητες αναφοράς που τους έχουν χορηγηθεί, συμπεριλαμβανομένης και της κατανομής και ανακατανομής των ποσοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 10 »
Το άρθρο 10 εφαρμόζεται όταν κράτος μέλος επιλέξει την εναλλακτική λύση Β. Το άρθρο αυτό επιβάλλει στους αγοραστές να μετακυ-λίουν την εισφορά στην τιμή που καταβάλλουν στους παραγωγούς ανάλογα με την ποσότητα κατά την οποία αυτοί έχουν υπερβεί « την τριμηνιαία ποσότητα που αντιστοιχεί στην ποσότητα που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή ».
Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1371/84 (ΕΕ L 132 του 1984, σ. 11), καθορίζοντας λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς.
Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου έθεσε σε εφαρμογή τους κανονισμούς αυτούς κυρίως με την κανονιστική ρύθμιση της 3ης Οκτωβρίου 1984, περί εφαρμογής στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου του συστήματος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος [ « Règlement grand-ducal du 3 Octobre 1984 concernant 1' application, au Grand Duché de Luxembourg, du régime du prélèvement supplémentaire sur le lait » : Mémorial ( Επίσημη Εφημερίδα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου), 8 Οκτωβρίου 1984, σ. 1486].
Επέλεξε την εναλλακτική λύση Β (εισφορά οφειλόμενη από τους αγοραστές ) ( άρθρο 1 ) και για τον υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς ελήφθη ως βάση η ποσότητα γάλακτος που παρέλαβαν οι αγοραστές το 1981, αυξανόμενη κατά 2 % για τους πρώτους δώδεκα μήνες εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς και κατά 1 ο/ο για κάθε νέα δωδεκάμηνη περίοδο εφαρμογής της. Οι ποσότητες που υπολογίστηκαν κατά τον τρόπο αυτό πολλαπλασιάζονται επί ένα συντελεστή για να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των παραδόσεων γάλακτος στο Μεγάλο Δουκάτο μεταξύ 1981 και 1983 (άρθρο 2). Εξάλλου, ο αγοραστής υποχρεούται να εφαρμόσει ένα παρόμοιο σύστημα όσον αφορά τις ποσότητες αναφοράς που χορηγεί σε καθέναν από τους προμηθευτές του ( άρθρο 3 ). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 857/84, προβλέφθηκε η δημιουργία εθνικής εφεδρικής ποσότητας (άρθρο 4 ). Σε περίπτωση που ένας παραγωγός σταματήσει τις παραδόσεις του προς μια γαλακτοβιομηχανία (αγοραστή) και αρχίσει να προμηθεύει μίαν άλλη, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς αφαιρείται από τον πρώτο αγοραστή και χορηγείται στο νέο- σε περίπτωση που ένας προμηθευτής σταματάει πλήρως τις παραδόσεις, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς υπολογίζεται στην εφεδρική ποσότητα του τελευταίου αγοραστή στον οποίο ο προμηθευτής παρέδιδε γάλα για περίοδο δύο τουλάχιστον συνεχών ετών ( άρθρο 7 ).
Ενώπιον του Conseil d'État του Λουξεμβούργου ασκήθηκαν δύο προσφυγές κατά του Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας, με τις οποίες αμφισβητούνται οι υπουργικές αποφάσεις που καθόρισαν τις ποσότητες αναφοράς για το γάλα, αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως του Μεγάλου Δουκάτου. Η πρώτη προσφυγή ασκήθηκε από τρεις γαλακτοβιομηχανίες (Marthe Kipgen, το γένος Klensch, που ασκεί εμπορία υπό την επωνυμία Laiterie Ekabe, Procola και Corelux), η δεύτερη από μια εταιρία γεωργικών εκμεταλλεύσεων ( Société civile ď Exploitation agricole του Niederterhaff, Bertrange ). Όλες οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι η κανονιστική ρύθμιση του Μεγάλου Δουκάτου εισάγει διάκριση μεταξύ των διαφόρων παραγωγών και αγοραστών γάλακτος στο Μεγάλο Δουκάτο και ότι με την κανονιστική αυτή ρύθμιση η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, προσπαθώντας να ευνοήσει τη γαλακτοβιομηχανία Luxlait σε βάρος των άλλων αγοραστών.
Εκτός από τις τρεις προσφεύγουσες στην πρώτη υπόθεση, φαίνεται ότι η μόνη άλλη γαλακτοβιομηχανία παστεριώσεως και επεξεργασίας γάλακτος στο Μεγάλο Δουκάτο είναι η Luxlait η οποία, καίτοι δεν είναι κρατική, συνδέεται στενά με την Centrale paysanne, ημιδη-μόσιο οργανισμό στον οποίο μετέχει μεγάλο ποσοστό μικροϊδιοκτητών γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Οι περισσότεροι από τους παραγωγούς που πωλούν το παραγόμενο γάλα τους στη Luxlait είναι μέλη της Centrale paysanne. Η Centrale marketing Sari, εμπορικό τμήμα της Centrale paysanne, διανέμει και πωλεί προϊόντα της Luxlait. Πάντως, πολλοί ιδιοκτήτες γεωργικών εκμεταλλεύσεων που έχουν προβεί σε βελτιώσεις των εκμεταλλεύσεων τους απευθύνονται, όπως έχει λεχθεί, προς τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης διότι μπορούν να επιτύχουν καλύτερες τιμές από αυτές της Luxlait. 'Αλλοι ιδιοκτήτες γεωργικών εκμεταλλεύσεων οι οποίοι προηγουμένως πραγματοποιούσαν παραδόσεις στη Luxlait σταμάτησαν την παραγωγή της. Συνεπώς, δεν αμφισβητείται γενικά ότι από το 1981 οι ποσότητες που παραδίδονται στη Luxlait μειώνονται, ενώ οι παραδόσεις στις προσφεύγουσες της κύριας δίκης γαλακτοβιομηχανίες αυξάνονται. Εξάλλου, ιδιοκτήτες γεωργικών εκμεταλλεύσεων οι οποίοι, όπως ο παραγωγός στη δεύτερη υπόθεση, έχουν από το 1981 επενδύσει σημαντικά ποσά στην παραγωγή γάλακτος, μετά την επιβαλλόμενη άδεια έστω κι αν οι επενδύσεις της δεν εντάσσονταν σε σχέδιο αναπτύξεως, έλαβαν μια ποσότητα αναφοράς που καλύπτει τμήμα μόνο των αναγκών τους προκειμένου να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους. Υποστηρίζεται ότι η κανονιστική ρύθμιση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου έχει ως αποτέλεσμα να ευνοούνται οι μικροί παραγωγοί οι οποίοι συνδέονται με τη Luxlait, ενώ τίθενται σε μειονεκτική θέση σημαντικότεροι παραγωγοί οι οποίοι προμηθεύουν τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης.
Επιπλέον, οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους οι ποσότητες που χορηγήθηκαν στους παραγωγούς οι οποίοι σταματούν την παραγωγή τους εξακολουθούν να υπολογίζονται στην ποσότητα αναφοράς του τελευταίου αγοραστή, ευνοούν τη Luxlait, καθόσον έτσι αυτή αυξάνει την εφεδρική της ποσότητα την οποία μπορεί να κατανείμει στους προμηθευτές της ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης στην πρώτη υπόθεση, των οποίων οι προμηθευτές δεν πρόκειται να σταματήσουν την παραγωγή τους, αλλά, αντίθετα, θα επιθυμούσαν να την αυξήσουν (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Niederterhaff, προσφεύγουσας στην υπόθεση 202/85), δεν έχουν τέτοια δυνατότητα αυξήσεως της εφεδρικής τους ποσότητας ώστε να ενισχύσουν τους προμηθευτές τους.
Φαίνεται ότι το Conseil d'État δέχτηκε ότι τα αποτελέσματα της κανονιστικής ρυθμίσεως του Μεγάλου Δουκάτου ήταν λιγότερο ευνοϊκά για τις προσφεύγουσες παρά για τη Luxlait, έκρινε όμως ότι δεν είχε αποδειχτεί ότι, επιλέγοντας ειδικά το 1981 ως έτος αναφοράς, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου είχε την πρόθεση να ευνοήσει τη Luxlait. Επιπροσθέτως, ακόμη και αν από το σύστημα ελέγχων που είχε θεσπιστεί προέκυψαν αναπόφευκτα ορισμένες ανισότητες, η κυβέρνηση αντελήφθη ότι στις παραδόσεις των διαφόρων αγοραστών μεταξύ 1981 και 1983 παρατηρήθηκαν διακυμάνσεις και γι' αυτό το λόγο στάθμισε τις ποσότητες που καθορίστηκαν, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διακυμάνσεις αυτές. Τα ποσοστά που υιοθετήθηκαν είχαν ως αποτέλεσμα τη μικρή μείωση των ποσοτήτων που χορηγήθηκαν στη Luxlait και την αύξηση των ποσοτήτων που χορηγήθηκαν σε άλλους αγοραστές.
Το Conseil d'État αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένα ερωτήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο της ενώπιóν του δίκης. Τα ερωτήματα ταυτίζονται τόσο στην προσφυγή που άσκησαν οι γαλακτοβιομηχανίες (υπόθεση 201/85) όσο και στην προσφυγή που άσκησε η εταιρία γεωργικών εκμεταλλεύσεων (υπόθεση 202/85) και οι υποθέσεις έχουν ενωθεί.
Τα ερωτήματα είναι τα εξής:
« 1)
Εμποδίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης της Ρώμης, σύμφωνα με το οποίο η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών πρέπει να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας, τα κράτη μέλη να επιλέγουν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 του Συμβουλίου, ως έτος αναφοράς για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68, το έτος που ορίζει η ποράγραφος 1 του ανωτέρω άρθρου 2, όταν η επιλογή αυτή έχει, στην πραγματικότητα, ως αποτέλεσμα να ευνοεί έναν αγοραστή και, συνεπώς, τους παραγωγούς γάλακτος που πραγματοποιούν παραδόσεις προς τον αγοραστή αυτό, σε βάρος άλλων παραγωγών και των αγοραστών προς τους οποίους πραγματοποιούν παραδόσεις οι εν λόγω παραγωγοί αυτοί;
2)
Επιτρέπει το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 857/84 στα κράτη μέλη, σε περίπτωση που επιλέξουν ως έτος αναφοράς το έτος 1981, να πολλαπλασιάσουν την ποσότητα αναφοράς που αναφέρεται στην ανωτέρω παράγραφο 1, με ποσοστό που να ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών υπόχρέων προς καταβολή εισφοράς, μολονότι η παράγραφος 2 δεν προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα αυτή παρά μόνο στην περίπτωση που τα κράτη μέλη επιλέγουν ως έτος αναφοράς το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983;
3)
Επιτρέπουν η γενική οικονομία του κανονισμού 857/84 και ειδικότερα τα άρθρα 2, παράγραφος 2, 4, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού στα κράτη μέλη που έχουν επιλέξει την εναλλακτική λύση Β να καταλογίζουν την ατομική ποσότητα αναφοράς παραγωγού, ο οποίος έχει σταματήσει τις παραδόσεις λόγω παύσεως της γεωργικής του εκμεταλλεύσεως, στην εφεδρική ποσότητα του αγοραστή προς τον οποίο ο παραγωγός αυτός είχε πραγματοποιήσει παραδόσεις γάλακτος, αντί να καταλογίζουν την ποσότητα αυτή στην εθνική εφεδρική ποσότητα;
4)
Επιτρέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 και ειδικότερα το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού στα κράτη μέλη να καταλογίζουν στην εφεδρική ποσότητα του τελευταίου αγοραστή την ατομική ποσότητα αναφοράς προμηθευτή ο οποίος έπαυσε τη δραστηριότητά του, έστω και αν προστεθούν σ' αυτή συμπληρωματικές ποσότητες προερχόμενες από την εθνική εφεδρική ποσότητα;
5)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, επιτρέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 τον καταλογισμό αυτής της ποσότητας αναφοράς στην εφεδρική ποσότητα τυ τελευταίου αγοραστή, προς τον οποίο ο προμηθευτής έχει πραγματοποιήσει παραδόσεις γάλακτος επί δύο τουλάχιστον συνεχή έτη ; »
Είναι προτιμότερο να εξεταστούν τα τελευταία τέσσερα ερωτήματα, που αφορούν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος από το Λουξεμβούργο, πριν εξεταστεί το γενικό ζήτημα αρχής που τίθεται με το πρώτο ερώτημα.
Το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 ορίζει ότι το 1981 πρέπει να ληφθεί ως έτος αναφοράς, ενώ παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια να καθορίζουν ως έτος αναφοράς το 1982 ή 1983, όταν επιβάλλεται η στάθμιση των ποσοτήτων « ώστε να μη ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα που καθορίζεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 804/68 ». Παρόμοια διάταξη δεν υπάρχει όσον αφορά το 1981 πράγματι, δεν θα μπορούσε να αναμένεται παρόμοια διάταξη, εφόσον ο σκοπός, γενικά, ήταν η επάνοδος στις ποσότητες του 1981 αυξανόμενες κατά 1 % ( ή 2 % κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του συστήματος ) ώστε, εκτός εξαιρέσεων, μεταγενέστερες εξελίξεις έπρεπε να αγνοηθούν. Σε περίπτωση επιλογής του 1982 ή του 1983 ως έτους αναφοράς, οι ποσότητες έπρεπε να προσαρμοστούν ώστε να ληφθούν υπόψη μεταγενέστερες εξελίξεις. Τα κράτη μέλη είχαν την ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ δύο δυνατοτήτων κατά τον κανονισμό, δεν είχαν την ευχέρεια να συνδυάσουν τις δύο δυνατότητες. Ούτε κατά την άποψή μου τα κράτη μέλη είχαν οποιαδήποτε συμφυή διακριτική ευχέρεια, σε περίπτωση επιλογής του 1981, να μεταβάλουν τους πραγματικούς αριθμούς ώστε να επιτύχουν αποτέλεσμα που θεωρούσαν δικαιότερο ή καλύτερο. Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα κράτη μέλη δεν είχαν την εξουσία να ορίσουν ως έτος αναφοράς το 1981 και εν συνεχεία να σταθμίσουν την ποσότητα αναφοράς με συντελεστή ποικίλλοντα αναλόγως του επιπέδου των παραδόσεων γάλακτος ορισμένων κατηγοριών υποχρέων προς καταβολή της εισφοράς. Η άποψη αυτή δεν επηρεάζεται από το γεγονός, όπως υποστηρίχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι σχεδιάζονται τροποποιήσεις του κανονισμού, ώστε να καταστεί δυνατή η προσαρμογή των ποσοτήτων του 1981.
Το τρίτο ερώτημα, όπως το αντιλαμβάνομαι, αφορά τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς από κράτος μέλος, κατά την έναρξη ισχύος του συστήματος. Το ερώτημα ανακύπτει διότι το σύστημα του Λουξεμβούργου με το οποίο θεσπίστηκε η εναλλακτική λύση Β, δυνάμει της οποίας η εισφορά καταβάλλεται επί των ποσοτήτων που παραδόθηκαν στον αγοραστή, προβλέπει τη μεταφορά στην εφεδρική ποσότητα του αγοραστή της ποσότητας αναφοράς ενός παραγωγού που σταματάει τις παραδόσεις του. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι αυτό ευνοεί τη Luxlait, η οποία μπορεί να ανακατανείμει αυτή την ποσότητα αναφοράς σε άλλους παραγωγούς. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι η εν λόγω ποσότητα πρέπει να μεταφερθεί στην εθνική εφεδρική ποσότητα και να ανακατανεμηθεί ακριβοδίκαια μεταξύ των διαφόρων γαλακτοβιομηχανιών.
Οι κανονισμοί του Συμβουλίου δεν αναφέρουν « εφεδρική ποσότητα του αγοραστή ». Πάντως, θεωρώ ότι, όπως υποστήριξε Τ| Επιτροπή, η κατάσταση είναι σαφής σε περίπτωση επιλογής της εναλλακτικής λύσεως Β και του έτους 1981 ως έτους αναφοράς. Οι ποσότητες αναφοράς του αγοραστή καθορίζονται με βάση την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε στον αγοραστή κατά το 1981 αυξανόμενη κατά 1 °/ο (ή 2% κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του συστήματος ). Καμιά διάταξη δεν προβλέπει μείωση αντιπροσωπεύουσα την ποσότητα που είχε παραδώσει προηγουμένως ένας προμηθευτής ο οποίος σταμάτησε εκουσίως την παραγωγή ή τη μείωσε. Ούτε υπάρχει στον κανονισμό διάταξη επιβάλλουσα τη μεταφορά στην εθνική εφεδρική ποσότητα μιας ποσότητας αντιπρο-σωπεύουσας μια τέτοια ποσότητα που παρέδωσε ένας αγοραστής που σταματάει εκουσίως την παραγωγή. Η εθνική εφεδρική ποσότητα περιλαμβάνει ποσότητες που αφαιρούνται από τη γενική ποσότητα αναφοράς που ορίζει το άρθρο 2 προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού 857/84 ή ποσότητες που προστίθενται στην εθνική εφεδρική ποσότητα κατ' εφαρμογή του άρθρου 7. Σε περίπτωση μάλλον οριστικής παύσεως των δραστηριοτήτων παρά σε περίπτωση πωλήσεως ή μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως και μόνο αν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 857/84, χορηγείται αποζημίωση στον παραγωγό που αναλαμβάνει την υποχρέωση να εγκαταλείψει οριστικά την παραγωγή γάλακτος, η αποδεσμευόμενη ποσότητα αναφοράς προστίθεται στην εθνική εφεδρική ποσότητα. Επομένως, στο τρίτο ερώτημα προσήκει καταφατική απάντηση.
Το τέταρτο ερώτημα, όπως το αντιλαμβάνομαι, δεν αναφέρεται στην εισαγωγή του συστήματος, αλλά στην εφαρμογή του επί των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών οι οποίοι σταματούν οριστικά την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια εφαρμογής του συστήματος. Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι και αυτές οι ποσότητες πρέπει να μεταφερθούν στη εθνική εφεδρική ποσότητα, ιδίως όταν μέρος της ποσότητας αναφοράς αυτών των παραγωγών είναι δυνατό να τους είχε χορηγηθεί από την εθνική εφεδρική ποσότητα. Κατά την άποψή μου, είναι επίσης σαφές ότι δεν υπάρχει καμιά σχετική διάταξη. Σε περίπτωση επιλογής της εναλλακτικής λύσεως Β, είναι η ποσότητα αναφοράς του αγοραστή που ασκεί επιρροή' δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι ένας προμηθευτής σταματάει εκουσίως την παραγωγή. Δεν έχει σημασία το ότι τμήμα της ποσότητας αναφοράς του παραγωγού προήλθε από την εθνική εφεδρική ποσότητα. Το ότι δεν πρέπει να γίνει μείωση απλώς και μόνο από το γεγονός ότι τμήμα της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή προήλθε από την εθνική εφεδρική ποσότητα προκύπτει νομίζω από το ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 1371/84 της Επιτροπής ( ΕΕ L 132 του 1984, σ. 11 ) ορίζει ρητά οτι η ποσότητα αναφοράς του αγοραστή προσαρμόζεται για να ληφθούν υπόψη οι συμπληρωματικές ποσότητες που χορηγούνται στους παραγωγούς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 857/84, δηλαδή από την εθνική εφεδρική ποσοτητα. Στο ερώτημα 4, όπως και στο ερώτημα 3, προσήκει κατά την άποψή μου καταφατική απάντηση.
Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα, η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να προληφθούν ατασθαλίες ως προς τις ποσότητες αναφοράς, προβλέφθηκε ότι η ποσότητα αναφοράς ενός προμηθευτή που σταματάει την παραγωγή του πρέπει να χορηγείται στον αγοραστή ο οποίος προμηθευόταν τελευταία από τον εν λόγω προμηθευτή επί δύο έτη, παρά στον τελευταίο αγοραστή στον οποίο ο ίδιος προμηθευτής δεν προέβαινε σε παραδόσεις επί δύο έτη. Η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται ότι, στην αντίθετη περίπτωση, ένας αγοραστής θα μπορούσε να πείσει έναν παραγωγό, ο οποίος διέθετε την παραγωγή του σε άλλον αγοραστή καισκόπευε να σταματήσει την παραγωγή του, να μεταφέρει τις ποσότητες που παρέδιδε στον προηγούμενο αγοραστή, ώστε ο εν λόγω αγοραστής να επιτύχει το πλεονέκτημα από την ποσότητα που έχει παραδοθεί, η οποία θα μπορούσε να χορηγηθεί σε άλλους προμηθευτές σε περίπτωση παύσεως των δραστηριοτήτων.
Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι καμιά διάταξη του κανονισμού δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ένα τέτοιο μέτρο προστασίας.
Κατά την άποψη μου, δεν υπάρχει στον κανονισμό καμιά διάταξη που να επιτρέπει την επιβολή τέτοιου όρου. Σε περίπτωση που ένας προμηθευτής σταματάει την παραγωγή, η ποσότητα αναφοράς του αγοραστή δεν μειώνεται· τίποτε δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση σε άλλον προηγούμενο αγοραστή της ποσότητας που παρέδιδε ο προμηθευτής ο οποίος αποδεσμεύεται μετά την παύση των δραστηριοτήτων του. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο δ), του κανονισμού 1371/84, που θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, ορίζει ρητά ότι, όταν ο παραγωγός αλλάζει αγοραστή, η ποσότητα αναφοράς του πρώτου αγοραστή μειώνεται και αυξάνεται αμέσως η του δεύτερου αγοραστή, με την επιφύλαξη μεταφοράς οποιασδήποτε ποσότητας στην εθνική εφεδρική ποσότητα. Δεν απαιτείται ο παραγωγός να εφοδίαζε ορισμένο αγοραστή επί ορισμένο χρονικό διάστημα προκειμένου οι ποσότητες που παρέδωσε να περιληφθούν στην ποσότητα αναφοράς του αγοραστή. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Επανέρχομαι στο πρώτο ερώτημα το οποίο φαίνεται να στηρίζεται στο ότι ένα κράτος μέλος έχει επιλέξει ως έτος αναφοράς το 1981 και τήρησε τις σχετικές διατάξεις των κανονισμών. Για τους προεκτεθέντες λόγους δεν θεωρώ ότι αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. Υπό την έποψη αυτή, το πρώτο ερώτημα όπως διατυπώθηκε δεν απορρέει από τα περιστατικά της υπόθεσης. Πάντως, πρόκειται για ερώτημα το οποίο επιβάλλεται να εξεταστεί γενικά.
Είναι σαφές ότι, όταν το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκδίδουν έναν κανονισμό στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς, οφείλουν να τηρούν το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και να αποκλείουν κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας. Αν σε συγκεκριμένη υπόθεση προβληθεί ο ισχυρισμός ότι οι επιλογές που έχουν γίνει εισάγουν κατ' ανάγκη δυσμενή διάκριση, ενδείκνυται η αμφισβήτηση του κύρους του κανονισμού. Πάντως, δεν προβλήθηκε εν προκειμένω ο ισχυρισμός ότι με τους κανονισμούς του Συμβουλίου δεν τηρήθηκε το άρθρο 40, παράγραφος 3, ή ότι οι επιλογές που έχουν γίνει εισάγουν κατ' ανάγκη δυσμενή διάκριση· ούτε έχει υποβληθεί ερώτημα ως προς το κύρος των κανονισμών αυτών καθαυτών.
Αφότου θεσπιστεί κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο το οποίο μπορεί να την υπονομεύσει ή να δημιουργήσει παρεκκλίσεις από αυτήν. Επομένως, εφαρμόζοντας τους επίμαχους κανονισμούς, είναι σαφές ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να μη θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, ο γενικός εισαγγελέας Reischl στην υπόθεση 52/76, Benedetti κατά Munari, ( 1977 ) ECR, σ. 163, και ειδικότερα στη σ. 187, υποστήριξε ότι « δεν υπάρχει αμφιβολία... ότι το άρθρο 40 δεσμεύει όχι μόνο τον κοινοτικό νομοθέτη αλλά εφαρμόζεται και στα κράτη μέλη καθόσον, με τους οργανισμούς παρεμβάσεως, ασκούν καθήκοντα τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς ».
Προσωπικά δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι « δεν υπάρχει αμφιβολία » ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, όπως διατυπώνεται, αφορά την εφαρμογή από τα κράτη μέλη κανόνων που έχει θεσπίσει η Κοινότητα σχετικά με κοινή οργάνωση αγοράς. Στην υπόθεση 51/74, Van der Hulst, ( 1975 ) ECR, σ. 79, το Δικαστήριο προφανώς δεν θεώρησε πρόδηλο ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, εφαρμόζεται στις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις με τις οποίες τίθεται σε εφαρμογή ένα κοινοτικό σύστημα. Με τη σκέψη 35 έκρινε ότι οι εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις συγκρούονται με τις απαγορεύσεις που περιέχει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 40, παράγραφος 3, « έστω και κατ' αναλογία », όταν τα εξαγόμενα προϊόντα υπόκεινται σε υψηλότερες επιβαρύνσεις από εκείνα που διατίθενται στην εγχώρια αγορά ή όταν οι επιβαρύνσεις είχαν ως σκοπό να ευνοήσουν εγχώρια προϊόντα.
Κατά την άποψή μου, το άρθρο 40, παράγραφος 3, ορθώς ερμηνευόμενο, αφορά την επεξεργασία από τα κοινοτικά όργανα των κανόνων για τη δημιουργία τέτοιων κοινών οργανώσεων αγοράς και όχι τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για να εφαρμόσουν τους κανόνες αυτούς.
Υπάρχει πάντως ένας γενικός κανόνας κοινοτικού δικαίου, του οποίου το άρθρο 40, παράγραφος 3, συνιστά έκφραση σε ένα ειδικό πλαίσιο, ότι, κατά τη διαχείριση μιας τέτοιας κοινής οργανώσεως αγοράς, τα κράτη μέλη οφείλουν να ενεργούν αμερόληπτα, τηρώντας τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων.
Ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζονται οι κανόνες αυτοί εξαρτάται κατ' ανάγκη από το πλαίσιο των κανονισμών και πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με την υποχρέωση των κρατών μελών να μη διακυβεύουν τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι τα κοινοτικά όργανα θεώρησαν ότι η παραγωγή γάλακτος πρέπει να μειωθεί ή τουλάχιστον ότι δεν έπρεπε να υπερβεί ορισμένα όρια. Επομένως, ορισμένοι κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων οι οποίοι επιθυμούσαν να αυξήσουν την παραγωγή τους θα υφίσταντο περιορισμούς, ενώ άλλοι θα έπρεπε να την περιορίσουν. Δεν μπορούν να παραπονούνται γι' αυτό καθαυτό το γεγονός. Διάφορες διατάξεις που επιτρέπουν, για παράδειγμα, τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοτήτων και τη μεταφορά των ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση πωλήσεως της εκμεταλλεύσεως αποβλέπουν στο να διασφαλίσουν ότι το σύστημα λειτουργεί αποτελεσματικά και δίκαια.
Επιπροσθέτως, εφόσον το παρόν σύστημα, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα επιλογής των ετών αναφοράς και των μεθόδων, δεν αμφισβητήθηκε ως παράνομο, τα κράτη μέλη είχαν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν το έτος αναφοράς εφ' όσον χρόνο εφάρμοζαν αυτή ακριβώς την εναλλακτική λύση που αυτά επέλεξαν. Δεν μπορεί να υπάρχει εκ των προτέρων υποχρέωση να επιλέξουν το έτος με βάση το οποίο χορηγούνται οι μεγαλύτερες ποσότητες σε συγκεκριμένη ομάδα παραγωγών ή αγοραστών.
Πάντως, ακόμη και αν έπρεπε να επιβληθούν έλεγχοι, η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει, κατά την άποψη μου, να ασκείται κατά δίκαιη κρίση, με συνολική θεώρηση εκ μέρους του κράτους μέλους και εξισορροπώντας τα διάφορα αντιτιθέμενα αιτήματα. Ακόμη και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένοι αγοραστές ή προμηθευτές να μειώσουν περισσότερο από άλλους την παραγωγή τους όμως, αν η διακριτική ευχέρεια ασκείται κατά δίκαιη κρίση και με μια γενική βάση, τότε δεν μπορεί να προβληθούν αιτιάσεις ότι αυτό που έγινε είναι παράνομο. Εξάλλου, είναι σαφές ότι έχει εισαχθεί μια ελαστικότητα ώστε να είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές συνθήκες στα διάφορα κράτη μέλη, εφόσον οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις δεν είναι οργανωμένες σε ομοιόμορφη βάση. Το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, ο βαθμός εκσυγχρονισμού, η οργάνωση της διανομής διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Τα στοιχεία αυτά μπορεί να πρέπει να ληφθούν υπόψη. Αποφασιστικό επίσης ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται είναι ο βαθμός στον οποίο το κράτος ενθάρρυνε τους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων ή τους επέτρεψε να πραγματοποιήσουν επενδύσεις ή να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια των ετών 1981-1983.
Νομίζω ότι από την απόφαση περί παραπομπής συνάγεται ότι το Conseil d'État δεν δέχτηκε ότι η έλλειψη προθέσεως εκ μέρους του κράτους να ευνοήσει έναν αγοραστή ή ομάδα αγοραστών ή προμηθευτών δεν αποκλείει την έλλειψη διακρίσεως ή τον άδικο χαρακτήρα της κανονιστικής ρυθμίσεως. Συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Ήταν, και είναι, σημαντικό για το κράτος μέλος, όταν προέβη στην επιλογή του, να εξετάσει με ευρεία αντίληψη αν το αποτέλεσμα της επιλογής του θα δημιουργούσε δυσμενείς και άδικες συνέπειες για μια ομάδα σε σύγκριση με μια άλλη ή θα ήταν δυσανάλογο. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, επί της βάσεως αυτής, τα ζητήματα που τίθενται εν προκειμένω. Δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο πρέπει να τα επιλύσει ή να τα εκτιμήσει λεπτομερώς.
Προτείνω, επομένως, να δοθούν οι εξής απαντήσεις στα υποβληθέντα ερωτήματα:
1)
Οι ιδιώτες δεν μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ σε δίκη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, για να αμφισβητήσουν εθνικό σύστημα που θέτει προσηκόντως σε εφαρμογή κοινοτική νομοθεσία διέπουσα κοινή οργάνωση γεωργικής αγοράς: πάντως, το κράτος μέλος υπέχει την υποχρέωση, για την ορθή εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος, να λάβει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και, με συνολική θεώρηση, να μη διακρίνει μεταξύ διαφόρων ανταγωνιστικών ομάδων προμηθευτών και αγοραστών.
2)
Το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος το οποίο επιλέγει το 1981 ως έτος αναφοράς να σταθμίζει την ποσότητα αναφοράς, που ορίζει το εν λόγω άρθρο, με ποσοστό που αντικατοπτρίζει τα επίπεδα παραδόσεων σε ορισμένα πρόσωπα υπόχρεα προς καταβολή εισφοράς.
3)
Ο κανονισμός 857/84 δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη επιτρέπουσα στα κράτη μέλη τα οποία, δυνάμει του άρθρου 5γ παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, έχουν επιλέξει την εναλλακτική λύση Β να αφαιρέσουν τμήμα από την ποσότητα αναφοράς ενός αγοραστή, ως συνέπεια του ότι ο παραγωγός έπαυσε τις παραδόσεις του προς τον εν λόγω αγοραστή, είτε πριν από την έναρξη ισχύος του συστήματος που προβλέπεται, μεταξύ άλλων, από τους κανονισμούς 856/84 και 857/84 είτε κατά τη διάρκεια ισχύος του συστήματος αυτού. Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι κανονισμοί δεν παρέχουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να μεταφέρουν τμήμα μιας τέτοιας ποσότητας στην εθνική εφεδρική ποσότητα, οι δε ποσότητες αυτές πρέπει να εξακολουθούν να υπολογίζονται στην ποσότητα αναφοράς του αγοραστή, στον οποίο παραδίδονταν τελευταίως ανεξάρτητα από τη διάρκεια των παραδόσεων αυτών.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή δεν αποδίδονται.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy