ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 23ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
1.
Κατά τη διαδικασία που κίνησε η προσφεύγουσα κατά του Ελεγκτικού Συνεδρίου συζητήθηκε κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας της 8ης Οκτωβρίου, μόνο το παραδεκτό της προσφυγής, που αμφισβητήθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Θα περιοριστώ συνεπώς, τώρα, να λάβω επίσης θέση στο ζήτημα αυτό.
Στην υπόθεση που μας απασχολεί, πρέπει, κατά πρώτον, να υπενθυμίσω τα εξής:
2.
Για να καλύψει μια θέση του βαθμού LA 7/LA 6, το Ελεγκτικό Συνέδριο διοργάνωσε το διαγωνισμό CC/LA/14/83. Κατόπιν του διαγωνισμού αυτού και μετ' απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1984, η παρεμβαίνουσα της οποίας το όνομα υπήρχε στον πίνακα επιτυχόντων, διορίστηκε δόκιμη υπάλληλος από την 1η Μαρτίου 1984 και κατατάχτηκε ( προφανώς ενόψει της επαγγελματικής της εμπειρίας ) στο βαθμό LA 6/3.
3.
Όπως προβλέπει το άρθρο 34 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, συντάχθηκε έκθεση κρίσεως. Παρά τον κανόνα, η έκθεση αυτή δεν προερχόταν από τον απευθείας ιεραρχικά ανώτερο της παρεμβαίνουσας, ο οποίος είναι σύζυγος της προσφεύγουσας, αλλά συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της μεταφραστικής υπηρεσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος συμβουλεύτηκε άλλους υπαλλήλους και ο οποίος — για να εκτιμήσει την εργασία της παρεμβαίνουσας — κατέφυγε στη βοήθεια προσώπων εκτός του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Αυτό έγινε διότι η παρεμβαίνουσα είχε ασκήσει κατά του εν λόγω συζύγου της προσφεύγουσας προσφυγή λόγω της συμμετοχής του στο διαγωνισμό CC/LA/20/82 ( υπόθεση 143/84 ( 1 ) και έτυχε με τη δίκη αυτή την ακύρωση του διορισμού του υπαλλήλου αυτού στο βαθμό LA 5.
4.
Κατά την προσφεύγουσα, που είναι επίσης υπάλληλος στη μεταφραστική υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό LA 7, η έκθεση αυτή ήταν αρνητική, με άλλα λόγια, είχε συστήσει την απόλυση της παρεμβαίνουσας, πράγμα το οποίο πάντως αμφισβητείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Εν πάση περιπτώσει, με απόφαση του γραμματέα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 26ης Νοεμβρίου 1984, η παρεμβαίνουσα μονιμοποιήθηκε στη θέση που κατείχε από την 1η Δεκεμβρίου 1984.
5.
Όταν η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της αποφάσεως αυτής — ο διορισμός τοιχοκολλήθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο από την 1η μέχρι την 20ή Δεκεμβρίου 1984 — υπέβαλε διοικητική ένσταση κατ' αυτού, στις 26 Φεβρουαρίου 1985. Προέβαλε ότι κατ' εφαρμογή των άρθρων 27 και 34 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η παρεμβαίνουσα, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία της εκθέσεως κρίσεως η οποία είχε συνταχθεί σχετικά και ενόψει των δηλώσεων που έγιναν από τους προϊστάμενους της και από το Ελεγκτικό Συνέδριο, στην υπόθεση 143/84, δεν έπρεπε να μονιμοποιηθεί, αλλά να απολυθεί. Κατά την προσφεύγουσα, το γεγονός ότι δεν συνέβη τούτο, συνιστά προσβολή στις πιθανότητες προαγωγής που έχει, διότι περιορίζει τον αριθμό των κενών θέσεων για την προαγωγή της.
6.
Η διοικητική αυτή ένσταση δεν είχε ευνοϊκό αποτέλεσμα. Αντίθετα, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με το υπηρεσιακό σημείωμα της 21ης Ιουνίου 1985 με την αιτιολογία ότι η επικρινόμενη απόφαση δεν μπορεί να επηρεάσει απευθείας τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι οι αποφάσεις περί διορισμού δεν μπορούν να παραγάγουν παρόμοια αποτελέσματα έναντι τρίτων, παρά μόνο κατά το μέτρο που αυτοί οι τρίτοι συμμετέσχαν ως υποψήφιοι στη διαδικασία επιλογής — πράγμα που δεν συνέβη στην περίπτωση της προσφεύγουσας. Η απορριπτική αυτή απόφαση τονίζει εξάλλου ότι οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν έχουν ως σκοπό την προστασία των ατομικών συμφερόντων, αλλά πρέπει, κατά πρώτον, να εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον.
7.
Επ' αυτού, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή στις 3 Ιουλίου 1985 (ημερομηνία της εγγραφής στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου ) ζητώντας από το Δικαστήριο:
α)
να ακυρώσει την απόφαση του γραμματέα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 26ης Νοεμβρίου 1984, περί μονιμοποιήσεως της παρεμβαίνουσας·
β)
εν ανάγκη, να ακυρώσει τη ρητή απορριπτική απόφαση της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε η προσφεύγουσα.
8.
Με Διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 1986, επετράπη στη Βλάχου να παρέμβει στη διαδικασία αυτή. Θέλω ακόμη να προσθέσω — πριν ασχοληθώ με τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου — ότι η προσφεύγουσα προσελήφθη στην υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως δόκιμη υπάλληλος την 1η Ιανουαρίου 1983 και, όπως προκύπτει από επίσημο πίνακα της 11ης Σεπτεμβρίου 1985, ήταν προακτέα το 1985 και ότι, με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1985, πράγματι προήχθη στο βαθμό LA 6/2, ήτοι στον ίδιο βαθμό με την παρεμβαίνουσα, από την 1η Δεκεμβρίου 1985.
Β. —
9.
Όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής, το δικόγραφο — όπως και η διοικητική ένσταση — περιορίζεται να εκθέσει ότι ο αριθμός των κενών θέσεων για προαγωγή στο βαθμό LA 6 μειώθηκε με το διορισμό της προσφεύγουσας, διότι έτσι οι πιθανότητες προαγωγής της προσφεύγουσας περιορίστηκαν ή η προαγωγή θα καθυστερήσει.
10.
1. Το γεγονός ότι το Ελεγκτικό Ιννέοριο θεωρεί ότι τούτο δεν είναι επαρκές, φάνηκε σαφώς από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Αναφερόμενο στη νομολογία περί της « βλαπτικής πράξης » και στην ανάγκη υπάρξεως εννόμου συμφέροντος, ανέφερε κατά πρώτον, το ουσιώδες κατά την κρίση της γεγονός, ότι η προσφεύγουσα δεν συμμετέσχε στη διαδικασία προσλήψεως που κατέληξε στο διορισμό της παρεμβαίνουσας. Κατά την άποψη του, η προσφεύγουσα — που δεν μπορεί να προβάλλει η ίδια αξίωση για το διορισμό της στην εν λόγω θέση — στερείται παντελώς ατομικού συμφέροντος να επικρίνει τη διαδικασία προσλήψεως που κατέληξε στο διορισμό της παρεμβαίνουσας.
11.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο τόνισε εξάλλου, όσον αφορά την προβαλλόμενη μείωση των πιθανοτήτων προαγωγής της προσφεύγουσας, ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα επί της προαγωγής, η προσφεύγουσα δεν ήταν ακόμη προακτέα, πριν από τη λήξη της διαδικασίας προσλήψεως που μας ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση και ότι επιπλέον, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής, δύο θέσεις βαθμού LA 6 ήταν ακόμη κενές στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι οποίες μπορούσαν να καλυφθούν με προαγωγή. Το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί ότι ο διορισμός της παρεμβαίνουσας δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην προαγωγή της προσφεύγουσας και ότι, στην πράξη, παρόμοια προαγωγή έγινε το Νοέμβριο του 1985 κατά τρόπο ώστε, τουλάχιστον από την ημερομηνία αυτή, κάθε συμφέρον να προβληθεί η άποψη αυτή έπαψε να υπάρχει.
12.
Τέλος, το Ελεγκτικό Συνέδριο θεωρεί επίσης ότι, από την άποψη της προσφεύγουσας, ο διορισμός της παρεμβαίνουσας ως δόκιμης υπαλλήλου, που έγινε το Φεβρουάριο του 1984, μπορεί να θεωρηθεί επιπλέον ως βλαπτική πράξη. Όμως, τονίζει ότι η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση εμπροθέσμως κατά της αποφάσεως αυτής και ότι κατά συνέπεια η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως εκπρόθεσμη.
13.
Η προοφεύγουοα εξέθεσε πρώτα στο δεύτερο υπόμνημα της ότι ήταν προακτέα από τον Ιανουάριο του 1985 αλλά ότι κατά την περίοδο εκείνη δεν έμεναν πλέον παρά τρεις θέσεις του βαθμού LA 6 για έξι υπαλλήλους που ήταν προακτέοι (ενώ θα υπήρχαν τέσσερις αν έλειπε ο διορισμός της παρεμβαίνουσας ).
14.
Εθεώρησε εξάλλου ότι έλκει έννομο συμφέρον λόγω συμπεριφοράς της παρεμβαίνουσας που είναι επικριτέα (τίθεται κυρίως ζήτημα από το γεγονός ότι με τις δηλώσεις της στην υπόθεση 143/84η παρεμβαίνουσα παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως), που παρεμπόδισε τη συνεργασία στη μικρή διοικητική μονάδα που αποτελεί το ελληνικό τμήμα μεταφράσεως.
15.
Πάντοτε κατά την άποψη της προσφεύγουσας πρέπει εξάλλου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει προσεχώς να διοργανώσει εσωτερικούς διαγωνισμούς ή διυπηρεσιακούς για να καλύψει δύο θέσεις LA 5/LA 4 και ότι με την ευκαιρία αυτή, αν ο διορισμός της παρεμβαίνουσας δεν ακυρωθεί, η προσφεύγουσα θα υποστεί τον ανταγωνισμό της παρεμβαίνουσας.
16.
Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη εκπρόθεσμη υποβολή της διοικητικής ενστάσεως έκρινε ότι δεν μπορούσε να τεθεί θέμα, δεδομένου ότι, επίσης, δεν είχε κανένα έννομο συμφέρον να ακυρωθεί η πρώτη απόφαση περί διορισμού της παρεμβαίνουσας (Φεβρουάριος 1984), δεδομένου ότι δεν μπορούσε να είναι υποψήφια στο διαγωνισμό που είχε ως αποτέλεσμα το διορισμό της παρεμβαίνουσας.
17.
2. Ενώπιον της διαφοράς αυτής, πρέπει πριν από όλα να τεθεί το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση διορισμού μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη κατά της προσφεύγουσας κατά την έννοια του άρθρου 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
18.
Κατά τη μέχρι τώρα νομολογία — την οποία επικαλέστηκε το Ελεγκτικό Συνέδριο — πρέπει οπωσδήποτε να δοθεί στο ερώτημα αυτό αρνητική απάντηση. Κατά τον τρόπο αυτό,πρέπει να υπενθυμιστεί η απόφαση που εκδόθηκε στην απόφαση 252/81 ( 2 ) (Συλλογή 1983, σ. 878, σκέψη 10 του σκεπτικού), στην οποία η προσφυγή που στρέφεται κατά του διορισμού άλλου υπαλλήλου κρίθηκε απαράδεκτη όταν ο προσφεύγων εκουσίως « αποφάσισε να μην υποβάλει υποψηφιότητα και ότι επομένως αρνήθηκε να λάβει μέρος στη διαδικασία διορισμού ». Κατά τον ίδιο τρόπο, τονίστηκε στην απόφαση που εκδόθηκε στην απόφαση 111/83 ( 3 ) (Συλλογή 1984, σ. 2340, σκέψη 29 του σκεπτικού ) ότι ο προσφεύγων δεν έχει κανένα έννομο συμφέρον να ακυρωθεί ο διορισμός άλλου υποψηφίου σε θέση για την οποία δεν μπορεί αυτός ο ίδιος να αξιώσει το διορισμό του.
19.
Στις περιπτώσεις αποφάσεων διορισμού, οι « προσφυγές των ανταγωνιστών » υπόκεινται, κατά συνέπεια, σε αυστηρές προϋποθέσεις. Υπάρχει η βούληση να αποκλειστούν με τον τρόπο αυτό — και τούτο φαίνεται σωστό — οι προσφυγές που ασκούνται « υπέρ του νόμου ή των οργάνων » ( κατά τους όρους της αποφάσεως στην υπόθεση 85/82 ( 4 ), Συλλογή 1983, σ. 2123, σκέψη 14 του σκεπτικού). Με άλλα λόγια, οι λαϊκές αγωγές. Συνεπώς, είναι θεμελιώδες — όπως το λέγει μια άλλη απόφαση (υπόθεση 17/78 ( 5 ) Sig. 1979, σ. 197, σκέψεις 10 μέχρι 12 του σκεπτικού ) — για το παραδεκτό της προσφυγής υπαλλήλου να καθοριστεί αν η θέση του ενδιαφερομένου θίγεται αμέσως και απευθείας και εάν υπάρχει έννομο συμφέρον, γεγεννημένο και ενεστώς, επαρκώς συγκεκριμένο για να τεθεί δικαστικώς ορισμένο ζήτημα.
20.
Όντως, επειδή η προσφεύγουσα δεν συμμετέσχε στη συγκεκριμένη περίπτωση στη διαδικασία προσλήψεως που οδήγησε στο διορισμό της παρεμβαίνουσας (επρόκειτο για θέση LA 7/LA 6 ) και ως προς το διορισμό σε θέση LA 6 δεν μπορούσε εξάλλου να συμμετάσχει ( διότι ήταν ήδη υπάλληλος με το βαθμό LA 7 κατά την εν λόγω περίοδο και δεν πληρούσε, ήδη κατά τη λήξη της διαδικασίας προσλήψεως, τις προϋποθέσεις προαγωγής στο βαθμό LA 6), η προσφυγή της θα πρέπει αναμφισβήτητα, σύμφωνα με την παραπάνω νομολογία, να κριθεί ως απαράδεκτη.
21.
3. Αν, μη λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, τεθεί το ερώτημα αν σε άλλες περιπτώσεις από εκείνες που αναφέρονται στη νομολογία πράξεις διορισμού υπαλλήλων μπορούν να χαρακτηριστούν ως « πράξεις που μπορούν να θίξουν απευθείας ορισμένη νομική κατάσταση » ( βλέπε απόφαση στην υπόθεση 26/63 ( 6 ), Sig. 1964, σ. 695), η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η προσφεύγουσα υπέρ των απόψεων της επιβάλλει τις εξής συμπληρωματικές παρατηρήσεις.
22.
α ) Όσον αφορά το ζήτημα αν οι πιθανότητες προαγωγής της προσφεύγουσας μειώθηκαν με το διορισμό της παρεμβαίνουσας, σε θέση LA 6, μπορεί καταρχάς να αντιταχθεί ότι στο δίκαιο των κοινοτικών υπαλλήλων δεν υπάρχει κανένα δικαίωμα επί της προαγωγής και ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον νομικής καταστάσεως που μπορεί να θιγεί από απόφαση διορισμού.
23.
Πρέπει να προστεθεί, ενόψει του γεγονότος ότι είναι αναμφισβήτητο το ότι κατά τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως διορισμού η προσφεύγουσα δεν ήταν ακόμα προακτέα, ότι, εν πάση περιπτώσει, η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία μια νομική κατάσταση πρέπει να θίγεται απευθείας δεν υπάρχει και δεν βρισκόμαστε συνεπώς ενώπιον περιπτώσεως ενεστώτος συμφέροντος.
24.
Θα μπορούσε επίσης να αντιταχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση — πρέπει να προχωρήσουμε τόσο ώστε να ληφθούν υπόψη οι πιθανότητες προαγωγής — ότι η μείωση τους στην πραγματικότητα έγινε εις βάρος της προσφεύγουσας από την έναρξη της διαδικασίας προσλήψεως για την κάλυψη θέσεως LA 6. Η προσφεύγουσα έπρεπε συνεπώς τότε — έτσι θα έπρεπε να συνεχιστεί ο συλλογισμός αυτός — να ασκήσει προσφυγή κατά της διαδικασίας αυτής, αν δεν θεωρείται ότι μια τέτοια προσφυγή είναι κατ' αρχήν αδύνατη για το λόγο ότι πρόκειται για πράξη που υπάγεται στην εξουσία οργανώσεως, στην άσκηση της οποίας οι υπάλληλοι δεν μπορούν να αναμιχθούν.
25.
Τέλος, θα μπορούσαν να εκφραστούν επίσης αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν, κατά γενικό τρόπο, η αδυναμία διαθέσεως μιας θέσεως βαθμού LA 6 πρέπει να ληφθεί υπόψη, ενόψει της υπάρξεως δύο άλλων θέσεων βαθμού LA 6 που ήταν ακόμα διαθέσιμες το 1985, υπό την έννοια ότι μειώνουν τις πιθανότητες προαγωγής της προσφεύγουσας· θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να διαπιστωθεί ότι η αιτίαση αυτή ( μείωση των πιθανοτήτων προαγωγής ) εξέλειπε το Νοέμβριο του 1985 με την προαγωγή της προσφεύγουσας.
26.
β) Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να εκτιμηθεί το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο, αν η απόφαση διορισμού της παρεμβαίνουσας διατηρηθεί, η προσφεύγουσα πρέπει να υποστεί τον ανταγωνισμό της τελευταίας κατά τους μελλοντικούς οιαγωνιομούς για θέσεις βαθμού LA 5, πράγμα που θίγει τα συμφέροντα της.
27.
Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει τη γνώμη ότι προκύπτει από την έκθεση κρίσεως κατά το πέρας της δοκιμασίας της παρεμβαίνουσας ότι δεν έχει την ικανότητα να κατέχει θέση βαθμού LA 6, δεν μπορεί ήδη να γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο φοβείται τον ανταγωνισμό της και θεωρεί ότι οι δικές της πιθανότητες σε έναν τέτοιο διαγωνισμό απειλούνται ή θίγονται. Αλλά πρέπει πριν από όλα να τονιστεί ότι δεν πρόκειται εδώ για ενεατώς συμφέρον — όπως απαιτεί η νομολογία — αλλά περισσότερο για μελλοντικό συμφέρον, ίσως υποθετικό, δεδομένου ότι και η υλοποίηση του — αν υποτεθεί ότι τέτοιοι διαγωνισμοί είναι αναγκαίοι — εξαρτάται τουλάχιστον από δύο προϋποθέσεις, δηλαδή, τη συμμετοχή της προσφεύγουσας και τη συμμετοχή της παρεμβαίνουσας σε τέτοιους διαγωνισμούς.
28.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω — αν δεν θέλουμε οι προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής να στερηθούν με καταχρηστικό τρόπο τον περιοριστικό τους χαρακτήρα — το παραδεκτό της προκειμένης προσφυγής δεν μπορεί να θεμελιωθεί.
29.
γ ) Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο ο διορισμός συναδέλφου που δεν είναι επαρκώς ικανή και της οποίας η στάση στην όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν αντικείμενο επικρίσεων εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου δημιουργεί για την προσφεύγουσα, η οποία εργάζεται σε μια μικρή διοικητική μονάδα, προϋποθέσεις εργασίας που δυσχερώς μπορεί να ανεχθεί, θεωρούμε ότι ούτε οι λόγοι αυτοί μπορούν να θεμελιώσουν το παραδεκτό της προσφυγής. Γίνεται αντιληπτό, και ορθώς, ότι ο υπάλληλος έχει μόνο δικαίωμα να ασκήσει κανονικά τα καθήκοντα του, αλλά δεν μπορεί να αξιώσει να μην περιβάλλεται παρά από συναδέλφους που να ανταποκρίνονται στην άποψη που έχει σχετικά με τις απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να ικανοποιούν τα επαγγελματικά και ηθικά προσόντα των συναδέλφων του.
30.
Αν αρκούσε να προσβάλλονται κατά τέτοιο τρόπο συμφέροντα για να κριθεί τύποις δεκτή προσφυγή που ασκήθηκε κατά αποφάσεως διορισμού, τούτο θα επέτρεπε σοβαρή ανάμιξη στα ζητήματα οργανώσεως μιας υπηρεσίας που πρέπει να εκφεύγουν από τον έλεγχο των υπαλλήλων και να επιφυλάσσονται στη διοίκηση.
31.
Θα μπορούσε να υπομνησθεί εξάλλου στο πλαίσιο αυτό η νομολογία σύμφωνα με την οποία η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προβάλλει παρά μόνο αιτιάσεις που την αφορούν ατομικά (85/82, σκέψη 14 του σκεπτικού ). Όντως, δεν είναι τέτοια η περίπτωση των προβαλλομένων από την προσφεύγουσα παραβάσεων των άρθρων 27 και 34 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως (που προκύπτει από τις προβαλλόμενες επαγγελματικές και ηθικές ανεπάρκειες της παρεμβαίνουσας ). Οι διατάξεις αυτές αφορούν αντίθετα κατά κύριο λόγο την προστασία του συμφέροντος της υπηρεσίας· αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει επίκληση του μη σεβασμού του συμφέροντος αυτού για να δικαιολογηθεί το παραδεκτό προσφυγής ενός υπαλλήλου.
32.
δ ) Αναγκαία λοιπόν συνάγεται η διαπίστωση ότι η προσφυγή — ελλείψει βλαπτικής πράξεως και ελλείψει εννόμου προστατευομένου συμφέροντος — πρέπει να θεωρηθεί ως απαράδεκτη. Η άλλη άποψη που επικαλέστηκε το Ελεγκτικό Συνέδριο — σύμφωνα με το οποίο η προσφεύγουσα έπρεπε στην πραγματικότητα, κατά την άποψη του, να ασκήσει προσφυγή κατά της πρώτης πράξεως διορισμού της παρεμβαίνουσας ως δοκίμου υπαλλήλου, δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση και η προσφυγή είναι συνεπώς εκπρόθεσμες — δεν έχει ανάγκη περαιτέρω εμβαθύνσεως.
33.
4. Πάντως, επιβάλλεται μια τελευταία παρατήρηση όσον αφορά την απόφαση επί των δικαστικών εξόδων. Επί του σημείου αυτού, το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει τη γνώμη ότι πρέπει να γίνει απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, με την αιτιολογία ότι η προσφυγή είναι προφανώς απαράδεκτη και ότι επέστησε την προσοχή της προσφεύγουσας — η οποία εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ήδη από τη διαδικασία της διοικητικής ενστάσεως — πολλές φορές επί του σημείου αυτού, ήδη από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
34.
Θεωρούμε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία αυτή. Λαμβάνοντας υπόψη την αναφερόμενη νομολογία, επί της οποίας επεστήθη η προσοχή της προσφεύγουσας, ήδη από την αρχή εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είναι δυνατό να γίνει λόγος για προφανώς απαράδεκτη προσφυγή ή για κατάχρηση της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου (όπως κρίθηκε στην υπόθεση 252/81 όπου έγινε εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού διαδικασίας ).
35.
Όσον αφορά, τέλος, τα έξοδα της παρεμβαίνουσας στη δίκη προς υποστήριξη των αιτημάτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είναι όλως σαφές, δεδομένου ότι το άρθρο 70 δεν αφορά παρά μόνο τα έξοδα των οργάνων, ότι ο ηττώμενος υπάλληλος πρέπει επίσης να καταδικαστεί να φέρει τα έξοδα αυτά, κατ' εφαρμογή του κοινού δικαίου.
Γ — Επιτρέψτε μου να συμπεράνω:
36.
Είμαι πεπεισμένος ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου, πρέπει να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων ( στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα στα οποία υποβλήθηκε η παρεμβαίνουσα ).
( *1 ) Μετάφραση οπό τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1986 στην υπόθεση 143/84, Ανδρονίκη Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1986, σ, 459.
( 2 ) Απόφαση της 17ης Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 252/81, Margherila Macevičius, σύζυγος Hebranl, κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 867.
( 3 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 1984 στην υπόθεση 111/83, Santo Picciolo κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σ. 2323.
( 4 ) Απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 85/82, Bernhard Schloh κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 2105.
( 5 ) Απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 17/78, Fausta Deshormcs, το γένος La Valle, κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1979, σ. 189.
( 6 ) Απόφαση της 1ης Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 26/63, Piergiovanni Pistoj κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Sig. 1964, σ. 673.
Full & Egal Universal Law Academy