Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στην υπόθεση 293/84, Sorani και λοιποί κατά Επιτροπής, και στην υπόθεση 294/84, Adams και λοιποί κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο ακύρωσε, με αποφάσεις που δημοσιεύτηκαν στις 11 Μαρτίου 1986, μία απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού CΟΜ/Β/2/82 ( που διοργανώθηκε προκειμένου να καταρτιστεί εφεδρικός πίνακας αναπληρωτών βοηθών διοικήσεως των βαθμών 5 και 4 της κατηγορίας Β ). Η ακυρωθείσα αυτή απόφαση περιλαμβανόταν σε τυποποιημένο έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 που απευθύνθηκε προς καθέναν από τους προσφεύγοντες στις εν λόγω υποθέσεις και συνίστατο στον αποκλεισμό τους από τις εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού .
Στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα είναι επίσης υπάλληλος της Επιτροπής της κατηγορίας C, την οποία η εξεταστική επιτροπή απέκλεισε από τις εξετάσεις . Η προσφεύγουσα προσβάλλει την απόφαση που περιέχεται στο τυποποιημένο έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984, το οποίο και αυτή επίσης έλαβε, καθώς και την από 17 Απριλίου 1985 απόρριψη εκ μέρους της Επιτροπής της από 5 Δεκεμβρίου 1984 ενστάσεώς της, την οποία υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως . Οι λεπτομέρειες του διαγωνισμού και η διαδικασία που ακολούθησε η εξεταστική επιτροπή περιλαμβάνονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου και στις προτάσεις μου επί των προηγούμενων υποθέσεων, στις οποίες αναφέρομαι .
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για το λόγο ότι το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 απλώς επιβεβαιώνει προηγούμενη απόφαση που περιλαμβάνεται σε άλλο τυποποιημένο έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1984 και ότι η προσφεύγουσα εκπροθέσμως προσέβαλε το δεύτερο αυτό έγγραφο . Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε στις υποθέσεις Sorani και Adams, για το λόγο ότι έγινε επανεξέταση μετά από αίτηση της προσφεύγουσας και εκδόθηκε νέα απόφαση, μάλλον, παρά απλή επιβεβαίωση . Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δέχτηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι δεν υπήρχε διαφορά ως προς το σημείο αυτό μεταξύ της παρούσας προσφυγής και των αντίστοιχων προσφυγών στις υποθέσεις Sorani και Adams . Το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί στην παρούσα υπόθεση για τους ίδιους λόγους . Το παραδεκτό της προσφυγής δεν αμφισβητείται καθόσον αφορά την απόρριψη της ενστάσεως . Για το λόγο αυτό η προσφυγή είναι παραδεκτή στο σύνολό της .
Ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής στις υποθέσεις Sorani και Adams ενέκειτο στο ότι δεν παρασχέθηκε στους προσφεύγοντες η δυνατότητα να διατυπώσουν τις απόψεις τους όσον αφορά τις γνώμες που διατύπωσαν ως προς αυτούς οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί τους . Πράγματι, η εξεταστική επιτροπή ζήτησε τη γνώμη ενός ιεραρχικώς προϊσταμένου, στις περισσότερες περιπτώσεις τη γνώμη του βοηθού του γενικού διευθυντή της γενικής διευθύνσεως στην οποία υπαγόταν ο υποψήφιος ( ένας "βοηθός ") και δεν γνωστοποίησε τη γνώμη του εν λόγω βοηθού διοικήσεως σε κανέναν προσφεύγοντα .
Με την προσφυγή της, η Beiten δεν συμμερίστηκε την άποψη αυτή, αν και βρισκόταν στην ίδια ακριβώς κατάσταση . Μετά τις αποφάσεις αυτές, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να συμπληρώσει την επιχειρηματολογία της προσθέτοντας αυτό το λόγο ακυρώσεως στους λόγους που είχε διατυπώσει στην προσφυγή της . Εντούτοις, κατά την προφορική διαδικασία ο δικηγόρος της εγκατέλειψε την άποψη αυτή, καθόσον, μετά τις αποφάσεις αυτές, η εξεταστική επιτροπή της έδωσε εκ των υστέρων τη δυνατότητα να σχολιάσει τη γνώμη που διατύπωσε ο εν λόγω βοηθός διοικήσεως .
Η προσφεύγουσα προέβαλε τρεις λόγους με τα υπομνήματά της, που αναφέρονταν κυρίως, αν και όχι εξ ολοκλήρου, στην απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να χωρίσει τους υποψηφίους που είχαν γίνει δεκτοί στο διαγωνισμό σε δύο ομάδες - α ) σε αυτούς που ασκούσαν ήδη "όλα τα καθήκοντα" του επιπέδου της κατηγορίας Β ή που είχαν ήδη όλα τα προσόντα ώστε να ασκούν τα καθήκοντα αυτού του επιπέδου και β ) σ' αυτούς που είχαν μόνο μερικά από τα προσόντα αυτά ή τα είχαν σε ανεπαρκή βαθμό - και να δεχτεί στις εξετάσεις μόνο αυτούς που περιλαμβάνονταν στην ομάδα α ).
Σύμφωνα με τον πρώτο ισχυρισμό, η εξεταστική επιτροπή παρέβη κατά τη λήψη της αποφάσεώς της την υποχρέωση ορθής αιτιολογήσεως, η οποία απορρέει ιδίως από το άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και από το άρθρο 5 του παραρτήματός του ΙΙΙ . Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν αντιστοίχως τα εξής :
"Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει ανυπερθέτως να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο . Κάθε βλαπτική απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη" ( άρθρο 25, δεύτερο εδάφιο ).
"Αφού λάβει γνώση των φακέλων αυτών, η εξεταστική επιτροπή συντάσσει τον πίνακα των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίζονται από την προκήρυξη διαγωνισμού ...
Σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων, η εξεταστική επιτροπή, αφού καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογήσει τους τίτλους των υποψηφίων, προβαίνει στην εξέταση των τίτλων των υποψηφίων που είναι εγγεγραμμένοι στον πίνακα που αναφέρεται στην ανωτέρω παράγραφο .
Σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων, η εξεταστική επιτροπή ορίζει βάσει του καταλόγου αυτού τους υποψηφίους που έχουν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις ..." ( άρθρο 5 του παραρτήματος ΙΙΙ ).
Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία ατομική αιτιολογία και ότι το έγγραφο στο οποίο έχει ενσωματωθεί είναι ένα τυποποιημένο έγγραφο, το οποίο αναφέρει τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν από την εξεταστική επιτροπή χωρίς να διευκρινίζεται κατά κανένα τρόπο γιατί η ίδια η προσφεύγουσα δεν έγινε δεκτή στις εξετάσεις και ειδικότερα γιατί δεν θεωρήθηκε είτε ότι ασκούσε καθήκοντα επιπέδου Β είτε ότι ήταν απολύτως ικανή να τα ασκεί .
Η προσφεύγουσα στηρίζεται ιδιαιτέρως στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση 225/82, Verzyck κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1983, σ . 1991 ), στην οποία η τότε προσφεύγουσα είχε προσβάλει επιτυχώς, για το λόγο ότι δεν ήταν ορθώς αιτιολογημένη, μία απόφαση με την οποία αποκλείστηκε από τις εξετάσεις ενός διαγωνισμού . Παραθέτω τις σχετικές παραγράφους in extenso, καθόσον αποτελούν κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε το Δικαστήριο ως προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλεται στις εξεταστικές επιτροπές διαγωνισμών οι οποίοι προσελκύουν μεγάλο αριθμό υποψηφίων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του διαγωνισμού στην παρούσα δίκη :
"... η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως σκοπό έχει να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα της αποφάσεως και να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ή αν φέρει το στίγμα ελαττώματος που επιτρέπει την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της .
Αυτή η απαίτηση αιτιολογήσεως πρέπει πάντως να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα διάφορα επίπεδα και είδη διαγωνισμών και, ειδικότερα, με τον αριθμό των υποψηφίων που μετέχουν σε καθέναν απ' αυτούς . Σε διαγωνισμούς με μεγάλη συμμετοχή, η αιτιολογία του αποκλεισμού δεν πρέπει να λαμβάνει τέτοια έκταση, ώστε να επιβαρύνεται αφόρητα το έργο των εξεταστικών επιτροπών και της διοικήσεως προσωπικού . Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι πρακτικές δυσχέρειες, που αντιμετωπίζει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού με μεγάλη συμμετοχή, μπορεί να γίνει δεκτό ότι η εξεταστική επιτροπή οφείλει, σε πρώτο στάδιο, να παρέχει στον υποψήφιο πληροφορίες μόνο για τα κριτήρια και το αποτέλεσμα της επιλογής και να μην παρέχει ατομικές διευκρινίσεις παρά μόνο μεταγενέστερα και σ' εκείνους τους υποψηφίους που το ζητούν ρητά υπό τον όρο, πάντως, ότι αυτές οι ατομικές πληροφορίες θα αποστέλλονται από την εξεταστική επιτροπή πριν εκπνεύσει η προβλεπόμενη από τα άρθρα 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων προθεσμία, ώστε να μπορούν να κάνουν χρήση, αν το κρίνουν σκόπιμο, των δικαιωμάτων τους .
Από το κείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως ... προκύπτει ότι ... δεν περιείχε, έστω και συνοπτικά, κανένα στοιχείο ατομικής αιτιολογίας" ( σκέψεις 15 έως 17 της αποφάσεως ).
Η απόφαση στην υπόθεση Verzyck ακολουθεί προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου, ιδίως την απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 4, 19 και 28/78, Salerno και λοιποί κατά Επιτροπής ( ΕCR 1978, σ . 2403 ), στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, καθόσον αφορά ένα διαγωνισμό στον οποίο συμμετείχαν περισσότεροι από 4 000 υποψήφιοι, ένα τυποποιημένο έγγραφο προς τους υποψηφίους που δεν έγιναν δεκτοί, το οποίο απλώς αναφέρεται στην προϋπόθεση της προκηρύξεως του διαγωνισμού που οι εν λόγω υποψήφιοι δεν πληρούσαν, ενώ κάθε προϋπόθεση απετελείτο από περισσότερα στοιχεία, δεν "ανταποκρινόταν στην υποχρέωση αιτιολογήσεως, δεδομένου ότι, ιδίως, αυτή η αναφορά δεν μπορεί να παράσχει στον ενδιαφερόμενο επαρκείς ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η άρνηση είναι βάσιμη ή αν, αντιθέτως, φέρει το στίγμα ελαττώματος που επιτρέπει την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της" ( σ . 2416 ).
Το Δικαστήριο κατέληξε σε παρόμοια κρίση στην υπόθεση 108/84, De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου ( Συλλογή 1985, σ . 947 ), στην οποία ο προσφεύγων είχε υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ( ΑΔΑ ) ένσταση, ισχυριζόμενος ότι η εκ μέρους της εξεταστικής επιτροπής απόρριψη της υποψηφιότητάς του σε διαγωνισμό ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης εκτιμήσεως των προσόντων του .
Βάσει των αποφάσεων αυτών, η εξεταστική επιτροπή οφείλει να δίδει μία ατομική εξήγηση τουλάχιστον σε όσους από τους υποψηφίους το ζητούν ρητώς και πρέπει να παρέχει τουλάχιστον συνοπτικά στοιχεία ατομικής αιτιολογίας .
Αυτό δεν μπορεί να λεχθεί για την εν προκειμένω προσβαλλόμενη απόφαση . Η εν λόγω απόφαση δεν αναφέρει αν η προσφεύγουσα αποκλείστηκε διότι δεν ασκούσε καθήκοντα επιπέδου Β ή διότι δεν είχε τα προσόντα ασκήσεώς τους, ούτε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, από ποια άποψη η εργασία της ή οι ικανότητές της υπολείπονταν του απαιτούμενου επιπέδου . Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση δεν περιορίστηκε σε γενικά κριτήρια, αλλά διευκρίνισε επίσης τις "παραμέτρους" που προέκυπταν από την αίτηση συμμετοχής που υπέβαλε κάθε υποψήφιος . Εντούτοις, κατά τη γνώμη μου, το έγγραφο περιορίζεται εμφανώς στην περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η εξεταστική επιτροπή εκτέλεσε τα καθήκοντά της και δεν περιέχει καμία αναφορά στα ειδικά στοιχεία που αφορούν την κατάσταση της προσφεύγουσας .
Στο υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, η Επιτροπή αναφέρει ότι, ενόψει του αριθμού των υποψηφίων που συμμετείχαν στο διαγωνισμό, αρκούσε στην εξεταστική επιτροπή η διευκρίνιση των κριτηρίων, δεδομένου ότι αυτή δεν ήταν υποχρεωμένη να εξηγήσει λεπτομερώς σε κάθε υποψήφιο γιατί και σε ποιο βαθμό η άσκηση του ενός ή του άλλου καθήκοντος αποδείκνυε την ικανότητα προς εκτέλεση καθηκόντων επιπέδου Β . Το επιχείρημα αυτό προσκρούει στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Verzyck, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω ελλείψεως ή ανεπαρκούς αιτιολογίας .
Κατά συνέπεια δεν πρέπει να εξεταστούν οι άλλοι λόγοι . Εντούτοις, θα αναφερθώ σύντομα σ' αυτούς για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει διαφορετικά ως προς τον πρώτο λόγο .
Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως θεωρεί εμμέσως ότι η προσφεύγουσα δεν ασκεί επί του παρόντος καθήκοντα επιπέδου Β ή, τουλάχιστον, ότι δεν είναι εντελώς ικανή προς τούτο .
Αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, σύμφωνα με το οποίο "οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία ή στον ίδιο κλάδο υπόκεινται αντίστοιχα στις ίδιες προϋποθέσεις προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας", και παραβίαση ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου .
Δυνάμει του τρίτου και του τετάρτου εδαφίου του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το προσωπικό της κατηγορίας Β ασκεί "καθήκοντα εφαρμογής και πλαισιώσεως που απαιτούν γνώσεις επιπέδου πλήρους κύκλου μέσης εκπαιδεύσεως ή επαγγελματική πείρα ισοδυνάμου επιπέδου" και το προσωπικό της κατηγορίας C "εκτελεστικά καθήκοντα που απαιτούν γνώσεις επιπέδου πρώτου κύκλου μέσης εκπαιδεύσεως ή επαγγελματική πείρα ισοδυνάμου επιπέδου ".
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι είναι προφανές ότι ασκεί καθήκοντα επιπέδου Β στη γραμματεία της γενικής διευθύνσεως ΙV, όπου εργάζεται από το Νοέμβριο του 1979, δεδομένου ότι ο προκάτοχός της ήταν υπάλληλος Β 2 ( σύμφωνα με την προσφυγή ) ή Β 3 ( σύμφωνα με το υπόμνημα απαντήσεως ). Κατά την άποψή της, υπάρχει πράγματι ένα νόμιμο τεκμήριο υπέρ αυτής, καθόσον το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υποχρεώνει την ΑΔΑ να "( τοποθετεί ) ... κάθε υπάλληλο σε θέση ... που αντιστοιχεί στο βαθμό του ": πρέπει να υποτεθεί, ελλείψει αντίθετης αποδείξεως ( που Επιτροπή δεν προσκόμισε ), ότι ο προκάτοχός της είχε ασκήσει καθήκοντα υπαλλήλου της κατηγορίας Β . Επικουρικώς, θεωρεί ότι έχει τουλάχιστον τα προσόντα ώστε να ασκεί καθήκοντα επιπέδου Β λόγω της εργασίας που έχει εκτελέσει και επίσης λόγω του ότι κατέχει ένα πιστοποιητικό από το οποίο προκύπτει ότι παρακολούθησε μαθήματα σχετικά με την τήρηση αρχείων που χορήγησε κάποιος Hoffmann .
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η εξεταστική επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο μόνο στην περίπτωση πρόδηλης πλάνης . Κατά την άποψη της Επιτροπής, από την εξέταση των εκθέσεων κρίσεως της προσφεύγουσας αποδεικνύεται ότι τα καθήκοντα που ασκούσε εμπίπτουν στην κατηγορία C : εργασίες δακτυλογραφήσεως και γραμματείας, εργασίες πρωτοκόλλου και ταξινομήσεως . Η Επιτροπή προσθέτει ότι η συμμετοχή της στα μαθήματα του Hoffmann δεν σημαίνει ότι έχει όλα τα προσόντα ώστε να ασκεί καθήκοντα επιπέδου Β .
Μπορεί μεν η ασάφεια ή ο εντελώς παράλογος χαρακτήρας μιας αποφάσεως σε σχέση προς τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στην εξεταστική επιτροπή - πράγμα που συνιστά "πρόδηλη πλάνη" - να δικαιολογεί την ακύρωση αυτής της αποφάσεως, όμως δεν είμαι πεπεισμένος ότι ο λόγος αυτός έχει αποδειχτεί εν προκειμένω και ότι μπορεί να λεχθεί ότι η εξεταστική επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας της που διαθέτει αναμφισβητήτως κατά την εκτίμηση των στοιχείων που της είχαν προσκομιστεί . Το Δικαστήριο δεν έχει πληροφορίες που να αφορούν, για παράδειγμα, τον πολυσύνθετο χαρακτήρα των καθηκόντων που η προσφεύγουσα έχει εκτελέσει ή το κατά πόσο η εργασία της ελεγχόταν . Αν και εκ πρώτης όψεως προκαλεί κατάπληξη ότι, ενώ ο προκάτοχός της είχε, όπως ισχυρίζεται, βαθμό Β 2 ή Β 3, η ίδια αποκλείστηκε, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρκεστεί σε μία απλή βεβαίωση σύμφωνα με την οποία η προσφεύγουσα εκτελεί κατ' ουσίαν την ίδια εργασία ή εργασία του ίδιου επιπέδου . Δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για αυτή τη διαπίστωση και θεωρώ ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος .
Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς σε σχέση με τους δύο πρώτους, ήταν λάθος της εξεταστικής επιτροπής να χωρίσει τους υποψηφίους σε δύο ομάδες ( δηλαδή αφενός αυτούς που ασκούσαν ήδη καθήκοντα επιπέδου Β ή είχαν όλα τα προσόντα προς τούτο και αφετέρου αυτούς που δεν τα είχαν ). Σύμφωνα με τον ίδιο λόγο, αυτός ο τρόπος ενέργειας αντιβαίνει τόσο στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και στο τρίτο και τέταρτο εδάφιο του άρθρου 5 του παραρτήματός του 3 όσο και στο σκοπό της διαδικασίας του διαγωνισμού, γεγονός που συνεπάγεται καταχρηστική άσκηση εξουσίας και παραβίαση διαφόρων νομικών αρχών . Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε για το χωρισμό μεταξύ των δύο ομάδων εισήγαγε διάκριση μεταξύ αυτών που είχαν την τύχη να τους ανατεθούν καθήκοντα επιπέδου Β και αυτών που δεν την είχαν . Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το κριτήριο αυτό ματαίωσε το σκοπό ενός διαγωνισμού, έστω και εσωτερικού, που συνίσταται στο να επιτραπεί σε οποιονδήποτε συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό να αποδείξει τις ικανότητές του, ανεξάρτητα από συμπτωματικές περιστάσεις, όπως είναι το γεγονός της αναθέσεως ή της μη αναθέσεως καθηκόντων επιπέδου Β .
Το να γίνουν δεκτοί στις εξετάσεις μόνον όσοι είχαν πράγματι ασκήσει καθήκοντα επιπέδου Β θα είχε κατά την άποψή μου πολύ περιοριστικά αποτελέσματα για το διαγωνισμό αυτό και ακόμη το γεγονός να δοθεί στα πρόσωπα αυτά απευθείας πρόσβαση εμφανίζει μειονεκτήματα όπως ανέφερα στην υπόθεση Adams .
Προφανώς το να διευρυνθεί η ομάδα επιτρέποντας σε όσους απέδειξαν ότι έχουν τα προσόντα για την άσκηση όλων των καθηκόντων που απαιτεί το επίπεδο Β να μετάσχουν στις εξετάσεις έχει λιγότερο περιοριστικά αποτελέσματα, αλλά έχει το μειονέκτημα ότι αποκλείει πρόσωπα που δεν είχαν την ευκαιρία να αποδείξουν ότι έχουν ικανότητες για τα καθήκοντα του επιπέδου Β και ότι συνεπάγεται αναπόφευκτα, σε κάποιο βαθμό, μία υποκειμενική εκτίμηση των φακέλων των υποψηφίων . Ως πιο ικανοποιητική λύση φαίνεται το να οριστούν αυστηρότερες προϋποθέσεις για την πρόσβαση στο διαγωνισμό και να φανούν από τα αποτελέσματα των εξετάσεων οι ικανότητες .
Πάντως, με το να δεχτεί στο διαγωνισμό 800 υποψηφίους, η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να υιοθετήσει κάποιο κριτήριο προκειμένου να καταρτήσει τον τελικό πίνακα . Αφής στιγμής οι ενδιαφερόμενοι γνώριζαν σαφώς γιατί αποκλείστηκαν ως μη έχοντας τα προσόντα ή ως μη ασκήσαντες καθήκοντα επιπέδου Β, ώστε να μπορούν να προσβάλουν την απόφαση αυτή αν ήταν εντελώς παράλογη ή αν βασιζόταν σε εσφαλμένες οδηγίες, δεν έχω πειστεί ότι η υιοθετηθείσα μέθοδος, που απέβλεπε στην αναζήτηση προσοντούχων βάσει όλων των σχετικών παραγόντων, αποτελούσε κατάχρηση εξουσίας .
Επομένως, κατά τη γνώμη μου ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί .
Εφόσον η Επιτροπή δεν μπορούσε να ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής, δεν νομίζω ότι πρέπει να ακυρωθεί η απόρριψη της ενστάσεως . Το γεγονός της μη ακυρώσεως δεν βλάπτει σε τίποτα την αποτελεσματικότητα της θεραπείας που η προσφεύγουσα, κατά τη γνώμη μου, δικαιούται .
Ενόψει του γεγονότος ότι ο δικηγόρος της προσφεύγουσας δέχτηκε ότι οι ισχυρισμοί του σχετικά με την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 ίσχυαν και για τις μεταγενέστερες συζητήσεις του Σεπτεμβρίου 1986 και του Δεκεμβρίου 1986, που κατέληξαν στο έγγραφο της 12ης Φεβρουαρίου 1987, με το οποίο η εξεταστική επιτροπή ενέμεινε προφανώς στην προηγούμενη απόφασή της ( την οποία όμως το Δικαστήριο δεν είδε ), δεν παρίσταται αναγκαίο να εξεταστεί αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσφυγή αφορά και τη μεταγενέστερη απόφαση . Εν πάση περιπτώσει, αν υπάρχει μεταγενέστερη απόφαση προσβληθείσα για διαφορετικούς λόγους, ο συνετός ( και κατά τη γνώμη μου αναγκαίος ) τρόπος ενέργειας συνίσταται στο να κινηθεί νέα διαδικασία εν ευθέτω χρόνο .
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση που περιέχει το έγγραφο της 7ης Σεπτεμβρίου 1984 περί αποκλεισμού της προσφεύγουσας από τις εξετάσεις και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy