ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ TOY ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 11ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαονές,
1.
Το Bundesverwaltungsgericht ζητεί από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (BALM), γερμανικού οργανισμού παρεμβάσεως στις γεωργικές αγορές, και της Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG, να ερμηνεύσει το άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 1570/77 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1977, περί των προσαυξήσεων και μειώσεων που εφαρμόζονται κατά την παρέμβαση στον τομέα των σιτηρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 206) και να αποφανθεί περί του κύρους του. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι εθνικοί οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν « κατά την παρέμβαση να εφαρμόζουν ειδική προσαύξηση εκ 3,11 μονάδων ανά τόνο για τη σίκαλη στις περιοχές... όπου το σιτηρό τούτο πωλείται συνήθως προς αρτοποίηση ». Ωστόσο, η προσαύξηση εξαρτάται από μία προϋπόθεση: πρέπει να πρόκειται για « ιδιαίτερη καλή ποιότητα » της σίκαλης, η οποία υπάρχει όταν « οι μονάδες αμυλογράμματος στην ολική άλεση, συμπεριλαμβανομένου και του φύτρου, και σε μια θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως του αμύλου τουλάχιστον 63 βαθμών Κελσίου, δεν ευρίσκονται κάτω των 200 μονάδων ».
Η διατύπωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ασαφής. Για να κατανοηθεί η σημασία της, αρκούν, πράγματι, να ληφθούν υπόψη τα εξής: α ) η απαίτηση που επιβάλλει αφορά την ικανότητα ψήσεως του αλεύρου της αρτοποιή-σιμης σίκαλης' β) η ικανότητα αυτή εξαρτάται από την ικανότητα ζελατινοποιήσεως της ζύμης- γ) ο βαθμός ζελατινοποιήσεως που μετράται σε αμυλογράμματα προκύπτει από τη σχέση μεταξύ της θερμοκρασίας και του ιξώδους της ζύμης. Η ζελατινοποίηση μετράται με τη μέθοδο Brabender. Σ' έναν αμυ-λογράφο τοποθετείται ανάρτηση αλεύρου και θερμαίνεται με σταθερώς ανερχόμενη θερμοκρασία. Με τη θέρμανση τα μόρια του αμύλου διαρρηγνύονται και το ιξώδες της ζύμης αυξάνει όταν η θερμοκρασία υπερβεί ένα ορισμένο όριο, η περαιτέρω διόγκωση των μορίων προκαλεί τη διάρρηξη και την κένωση τους και, έτσι, τη μείωση του ιξώδους. Ο βαθμός του ιξώδους παριστάνεται με καμπύλη που διαιρείται σε τέσσερα τμήματα: τα δύο πρώτα έχουν ανοδική φορά, τα δύο άλλα καθοδική. Η οριακή τιμή των 200 μονάδων αμυλογράμματος επιτυγχάνεται στο πρώτο τμήμα, στο δεύτερο και τρίτο τμήμα η τιμή είναι μεγαλύτερη και στο τελευταίο τμήμα επιτυγχάνεται και πάλι η οριακή τιμή.
2.
Το ιστορικό: Μεταξύ Αυγούστου 1978 και Ιανουαρίου 1979 το BALM ανέλαβε από τη Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG, στο πλαίσιο της παρεμβάσεως, περισσότερους από 29000 τόνους αρτοποιήσιμης σίκαλης, συγκομιδής 1978. Για την ποσότητα αυτή, η επιχείρηση υπέβαλε σειρά αιτήσεων για την καταβολή της προσαυξήσεως, βάσει του κανονισμού 1570/77- το BALM απέρριψε τις αιτήσεις αυτές με την αιτιολογία ότι η σίκαλη που παρέλαβε δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση. Πράγματι, στην καμπύλη που προκύπτει από την εξέταση της σίκαλης, η ανωτάτη τιμή των 360 μονάδων επιτυγχάνεται ήδη στους 60 βαθμούς Κελσίου, ενώ στη θερμοκρασία που προβλέπει ο κανονισμός ( 63 βαθμοί Κελσίου ) η εκ νέου καθοδική καμπύλη εμφανίζει 280 μονάδες.
Η Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG προσέφυγε στο Verwaltungsgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν αμφισβήτησε τη σημασία που απέδωσε το BALM στην εξέλιξη της καμπύλης και ζήτησε ακύρωση της αποφάσεως. Η προσφυγή της, όμως, απορρίφθηκε με απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1981. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η τιμή των 200 μονάδων αμυλογράμματος, σε θερμοκρασία τουλάχιστον 63 βαθμών Κελσίου, πρέπει να επιτευχθεί για πρώτη φορά επί της ανοδικής καμπύλης και ότι, συνεπώς, η απαιτούμενη συντεταγμένη ( 63 βαθμοί Κελσίου = 200 μονάδες ) έπρεπε να κείται επ' αυτής της καμπύλης.
Κατά της αποφάσεως αυτής η Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG άσκησε έφεση ενώπιον του Hessischer Verwaltungsgerichtshof. To εν λόγω δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση και καταδίκασε το BALM στην καταβολή της αιτούμενης προσαυξήσεως. Αποφάνθηκε δε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, δεν επιβάλλει ρητώς την εμφάνιση του συνδυασμού 200 μονάδων και 63 βαθμών Κελσίου, από τον οποίο εξαρτάται η χορήγηση της προσαυξήσεως, στο πρώτο τμήμα της καμπύλης η προϋπόθεση που προβλέπει ο κανονισμός μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι συντρέχει και όταν οι τιμές αυτές συναντώνται στο καθοδικό τμήμα της καμπύλης.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε, αυτή τη φορά, το BALM. Ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλόμενη διάταξη μία μόνο εύλογη ερμηνεία επιδέχεται. Το ποσοστό αμυλογράμματος πρέπει να εμφανιστεί στο ανώτατο σημείο της καμπύλης αμυλογράμματος και η θερμοκρασία πρέπει να μετρηθεί τη στιγμή που το ιξώδες παρουσιάζει τη μεγαλύτερη τιμή. Ο λόγος της απαιτήσεως αυτής είναι απλός: με καθοδική καμπύλη η ικανότητα ψήσεως του αλεύρου μειώνεται. Η σίκαλη η οποία σε θερμοκρασία 63 βαθμών Κελσίου υπερβαίνει τις 200 μονάδες αμυλογράμματος δεν συγκεντρώνει τις ποιοτικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της προσαυξήσεως.
Το Bundesverwaltungsgericht δικάζει σε τελευταίο βαθμό. Αποφάσισε, συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 177, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
« 1)
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί ο όρος “ θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως ” που περιέχεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1570/77 της Επιτροπής, της 11ης Απριλίου 1977, περί των προσαυξήσεων και μειώσεων που εφαρμόζονται κατά την παρέμβαση στον τομέα των σιτηρών όπως αρχικώς ίσχυε, δηλαδή πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 1, ψηφίο 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2160/84 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1984, δηλαδή ή
α)
ότι είναι “ θερμοκρασίες ζελατινοποιήσεως ” όλες οι θερμοκρασίες που αναπτύσσονται κατά τη διαδικασία της ζελατινοποίησης
β )
ή ότι “ θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως ” είναι μόνο εκείνη που επιτυγχάνεται στη μέγιστη τιμή ιξώδους;
2)
Σε περίπτωση που στο εναλλακτικό ερώτημα Ια ) δοθεί καταφατική απάντηση:
Πώς πρέπει να ερμηνευτεί στο σύνολο της η ρύθμιση του άρθρου 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού, δηλαδή ή
α)
ότι η συντεταγμένη θερμοκρασίας ζελατινοποιήσεως τουλάχιστον 63 βαθμών Κελσίυ και τιμής αμυλογράμματος όχι κατώτερης των 200 μονάδων πρέπει να επιτευχθεί όταν η καμπύλη αμυλογράμματος εξακολουθεί να έχει ανοδική φορά
β )
ή ότι αρκεί, σε θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως τουλάχιστον 63 βαθμών Κελσίου, η κατά την εκ νέου καθοδική της φορά καμπύλη αμυλογράμματος να μη βρίσκεται κάτω των 200 μονάδων;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο εναλλακτικό ερώτημα 1β) ή στο εναλλακτικό ερώτημα 2α ):
Υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο γενική αρχή της ισότητας, αντίστοιχη με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του Θεμελιώδους Νόμου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που να υποχρεώνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή, ως κοινοτικούς νομοθέτες, κατά τη ρύθμιση πραγματικών καταστάσεων, να αντιμετωπίζουν κατά τον ίδιο τρόπο όμοιες ( ισοδύναμες ) πραγματικές καταστάσεις και, συνεπώς, να προβλέπουν τις ίδιες έννομες συνέπειες γι' αυτές;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα:
Είναι παράνομη η ρύθμιση του άρθρου 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού λόγω παραβιάσεως της επιταγής ισότητας μεταχειρίσεως, διότι — όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα:
α)
η αναφερόμενη στην εν λόγω διάταξη αρτοποιήσιμη σίκαλη, της οποίας οι μονάδες αμυλογράμματος στην ολική άλεση συμπεριλαμβανομένου και του φύτρου και σε θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως τουλάχιστον 63 βαθμών Κελσίου σε ανοδική καμπύλη αμυλογράμματος δεν βρίσκονται κάτω από 200 μονάδες, καθώς και
β)
η υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση αρτοποιήσιμη σίκαλη, της οποίας οι μονάδες αμυλογράμματος στην ολική άλεση, συμπεριλαμβανομένου και του φύτρου, σε ορισμένες περιπτώσεις,
—
σε θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως 61 βαθμών Κελσίου σε ανοδική καμπύλη αμυλογράμματος φθάνει τις 610 ή 470 μονάδες και στη συνέχεια
—
σε θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως 63 βαθμών Κελσίου σε καθοδική καμπύλη αμυλογράμματος φθάνει τις 560 και 390 μονάδες,
είναι της ίδιας ποιότητας και επομένως πρέπει να χορηγηθεί η ίδια προσαύξηση λόγω ποιότητας;
3.
Αρχίζω με το πρώτο ερώτημα. Υπενθυμίζω ότι υπέρ της ερμηνείας που εκτίθεται στο σημείο α) (ως « θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως » νοούνται όλες οι θερμοκρασίες που καταγράφονται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ) τάχθηκε, ως γνωστό, η Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG, ενώ η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ο εθνικός οργανισμός παρεμβάσεως υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη ( με τον όρο αυτό νοείται μόνο η θερμοκρασία που καταγράφεται όταν το ιξώδες παρουσιάζει τη μεγαλύτερη τιμή ).
Η Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG στηρίζεται σε μια, κατά τη γνώμη της, « αντικειμενική » διαπίστωση: η ζελατινοποίηση δεν παρουσιάζεται αιφνιδίως, αλλά αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που διέρχεται από πολλά στάδια ( έναρξη, αύξηση, μείωση ) και η οποία εκτείνεται σε ορισμένο χρονικό διάστημα. Για να μη νοθευτεί η πραγματική αυτή κατάσταση, ο όρος « θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως » πρέπει να περιλαμβάνει ένα ευρύτερο διάνυσμα θερμοκρασιών, συγκεκριμένα θερμοκρασίες μεταξύ 48 και 75 βαθμών Κελσίου, δηλαδή τιμές που αντιστοιχούν στην αρχόμενη άνοδο και την αιφνίδια καθοδική πορεία της καμπύλης.
Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορούν πολλά στοιχεία και, κυρίως, το γράμμα της προσβαλλόμενης διατάξεως- δεν αμφισβητείται ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, αν είχε θεωρήσει ως κρίσιμη τη θερμοκρασία που επιτυγχάνεται όταν το ιξώδες παρουσιάζει τη μεγαλύτερη τιμή, θα έκανε λόγο για «τελική θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως » ή θα όριζε ότι η θερμοκρασία των 63 βαθμών Κελσίου θα έπρεπε να μετράται στο « υψηλότερο σημείο της καμπύλης». Απόδειξη αποτελεί σχετικώς το γεγονός ότι τον τελευταίο αυτό όρο χρησιμοποιεί ο κανονισμός 2160/84 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1984, με τον οποίο τροποποιήθηκε — μετά τα περιστατικά που αφορούν την παρούσα υπόθεση — η εν λόγω διάταξη.
Μια άλλη ένδειξη υπέρ της ίδιας ερμηνείας συνιστούν περαιτέρω οι προγενέστερες τροποποιήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση. Πράγματι, η Επιτροπή περιορίστηκε αρχικώς στην απαίτηση οι μονάδες αμυ-λογράμματος στο διάγραμμα να μην είναι λιγότερες από 330 (βλέπε άρθρο 6, παράγραφος 1, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 1415/69, της 22ας Ιουλίου 1969, GU 1969, L 182, σ. 11, καθώς και άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 1493/71, της 13ης Ιουλίου 1971, GU 1971, L 157, σ. 21 ). Για πρώτη φορά με τον κανονισμό 1833/76, της 28ης Ιουλίου 1976 (GU 1976, L 203, σ. 28) ορίστηκε ότι η ελάχιστη θερμοκρασία των 63 βαθμών Κελσίου αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση της προσαυξήσεως· ταυτόχρονα το ποσοστό αμυλο-γράμματος περιορίστηκε στις 200 μονάδες.
Τέλος η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τους στόχους που επιδιώκει ο κανονισμός στον οποίο περιέχεται η επίοικη διάταξη. Πράγματι, στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αναφέρεται ότι η προσαύξηση της τιμής χορηγείται μόνο όταν η σίκαλη « ανταποκρίνεται στα κριτήρια της ελαχίστης φυσικής και τεχνολογικής ποιότητος ». Η διατύπωση αυτή είναι σκοπίμως γενική : ο στόχος του νομοθέτη δεν θα επιτυγχανόταν αν η διάταξη δεν ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι προσαύξηση μπορεί να χορηγηθεί για κάθε είδος σίκαλης που βάσει του βαθμού ζελατινοποιήσεως της ζύμης που παρασκευάζεται από το άλευρο της μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για παρασκευή άρτου.
4.
Τα επιχειρήματα αυτά δεν με πείθουν. Πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι ο νομοθέτης κατά τον καθορισμό της αρχικής θερμοκρασίας στην οποία το ποσοστό αμυλογράμ-ματος δεν πρέπει να είναι κατώτερο των 200 μονάδων κάνει λόγο για «μία θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως ». Το να θεωρηθεί ότι με τη διατύπωση αυτή νοούνται πολλές θερμοκρασίες, νομίζω ότι είναι παρακινδυνευμένο.
Μια άλλη ένδειξη που συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας που προτείνουν η Επιτροπή και το BALM συνάγεται από τον κανονισμό 2160/84. Έχω, βεβαίως, υπόψη μου ότι ο κανονισμός αυτός είναι μεταγενέστερος των περιστατικών της παρούσας υποθέσεως και δεν πρόκειται επομένως να στηριχθώ στον όρο ( « ανώτατο σημείο της καμπύλης » ) που προστέθηκε με τον κανονισμό αυτό στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, προς διευκρίνιση της σημασίας του ( βλέπε εξάλλου τη σκέψη 6 της αποφάσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 1980, επί της υποθέσεως 293/82, Papierfabrik Schoellershammer, Συλλογή 1983, σ. 4219). Θα ήθελα αντιθέτως να επισημάνω στο Δικαστήριο την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού, όπου αναφέρεται ότι ανάλογα με τη χρήση αυτή « κατά συνήθη τρόπο » το ιξώδες της ζύμης μετράται με τον αμυλογράφο Brabender.
Στην πραγματικότητα η μέθοδος αυτή ανάγεται στο Μάρτιο του 1976, όταν η διεθνής ένωση χημείας σιτηρών υιοθέτησε τη μέθοδο-πρότυπο ICC αριθ. 126' τη μέθοδο αυτή αποδέχθηκε λίγους μήνες αργότερα και η Επιτροπή: αυτό αποδεικνύει η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1833/76, σύμφωνα με την οποία η υπάρχουσα ρύθμιση πρέπει να « προσαρμοστεί στις συνήθειες της αγοράς » καθόσον « τα κριτήρια ποιότητας για τη χορήγηση της προσαυξήσεως δεν ανταποκρίνονται πλέον στην εμπορική πρακτική ». Αν αυτό αληθεύει, αν ο κοινοτικός νομοθέτης αναφέρεται στη μέθοδο Brabender από τα μέσα της δεκαετίας του " 70, η αναφορά της Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG στις προηγούμενες ρυθμίσεις της επίδικης διάταξης δεν έχει κανένα νόημα. Αποτελεί αναμφισβήτητο τεχνικό δεδομένο ότι σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή το ποσοστό των 200 μονάδων αμυλο-γράμματος καταγράφεται, για πρώτη φορά, στην ανοδική καμπύλη, με θερμοκρασία τουλάχιστον 63 βαθμών Κελσίου και επομένως στο σημείο που εκφράζει τη μεγαλύτερη τιμή του ιξώδους της ζύμης.
To ίδιο ασθενές είναι και το τελευταίο επιχείρημα της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη. Δεν νομίζω ότι η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1570/77, που περιορίζεται στην απαίτηση « ελάχιστων κριτηρίων φυσικής και τεχνολογικής ποιότητας », επιβάλλει μία γενική, ή όπως λέγει η Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG, μία « αφηρημένη » απαίτηση. Η διατύπωση αυτή διευκρινίζεται στην επίδικη διάταξη, όπου αναφέρεται ότι για αρτοποίηση δεν είναι κατάλληλη κάθε σίκαλη, αλλά μόνο αυτή που είναι « ιδιαίτερα καλής ποιότητας » [πρέπει να σημειωθεί η διαφορά μεταξύ της διατυπώσεως αυτής και εκείνης του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 1629/77 της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1977, ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 223 ) — « να είναι υγιής, ανόθευτος και σύμφωνος προς τα συναλλακτικά ήθη » — με την οποία ορίζεται η ποιότητα που πρέπει να έχει ο αρτοποιήσιμος μαλακός σίτος για να γίνει δεκτός στην παρέμβαση ].
Συνεπώς, είναι βέβαιο ότι ως « ιδιαίτερα καλής ποιότητας » πρέπει να θεωρηθεί μόνο η σίκαλη, η ζύμη της οποίας παρουσιάζει για πρώτη φορά τη μεγαλύτερη τιμή ιξώδους στη θερμοκρασία των 63 βαθμών Κελσίου. Ο ίδιος ο εμπειρογνώμων της Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG αναγνώρισε κατά την προφορική διαδικασία ότι « παρασκευάσματα με υψηλό δείκτη αμυλογράμματος..., αλλά με θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως μικρότερη των 63 βαθμών Κελσίου, στη μέγιστη τιμή αμυλογράμματος, παρουσιάζουν αισθητή αποκόλληση της κρούστας, μια τάση συγκρατήσεως ύδατος κάτω από την κρούστα, καθώς και πολύ ασθενή αν μη ανύπαρκτη ελαστικότητα της ψύχας ».
5.
Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα καθιστούν χωρίς αντικείμενο το δεύτερο ερώτημα. Ως προς τα ερωτήματα 3 και 4 αρκούμαι στην παρατήρηση ότι το κοινοτικό δίκαιο γνωρίζει την αρχή της ισότητας μεταχειρίσεως, το δε άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, δεν συνιστά κατ' ουδένα τρόπο προσβολή της: δεδομένου ότι η προσαύξηση χορηγείται σε προϊόντα παρασκευασμένα με σίκαλη « ιδιαίτερα καλής ποιότητας », η διαφορετική μεταχείριση της σίκαλης κατώτερης ποιότητας είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένη.
6.
Προτείνω, συνεπώς, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Bundesverwaltungsgericht με Διάταξη της 9ης Μαΐου 1985 στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung και της Raiffeisen Hauptgenossenschaft eG:
Ο όρος «θερμοκρασία ζελατινοποιήσεως » (άρθρο 6, παράγραφος 1, πέμπτη περίπτωση, του κανονισμού 1570/77 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1977, περί των προσαυξήσεων και μειώσεων που εφαρμόζονται κατά την παρέμβαση στον τομέα των σιτηρών ) έχει την έννοια ότι αφορά θερμοκρασία 63 βαθμών Κελσίου τουλάχιστον η οποία πρέπει να επιτυγχάνεται επί του διαγράμματος του αμυλογράφου Brabender όταν το ιξώδες της ζύμης παρουσιάζει τη μεγαλύτερη τιμή.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy