ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 8ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι.
Στις 29 Ιανουαρίου 1982, ο J. V. Becker, έκτακτος υπάλληλος με βαθμό Α 5 που εργάζεται από το 1981 στο τμήμα « Μηχανοργάνωσης- Πληροφορικής » της Επιτροπής, απευθύνθηκε εγγράφως στο γενικό διευθυντή της διοικήσεως Morel και του ζήτησε να επανεξετάσει την υπηρεσιακή του κατάσταση και τη δυνατότητα διορισμού του ως μονίμου υπαλλήλου στη σταδιοδρομία Α 5/Α 4. Δεδομένου ότι η Υπηρεσία Προσωπικού τον ενημέρωσε ότι για τους υπαλλήλους με τα δικά του προσόντα ο εν λόγω διορισμός γίνεται κανονικά στο βαθμό Α 6, ο Becker υπενθύμισε ότι μετά τις σπουδές του στην οικονομία απέκτησε μεγάλη πείρα στον τομέα της πληροφορικής (1969-1975) και ότι στη συνέχεια προσλήφθηκε στην Επιτροπή ως συνεργάτης των επιτρόπων Borschette και Vouel μέχρι το 1981. 'Οταν έληξε η υπηρεσία του στο τελευταίο αυτό γραφείο, του δόθηκε η υπόσχεση ότι θα διοριστεί σύντομα σε οργανική θέση με βαθμό Α 5. « Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία — έτσι τελειώνει το έγγραφο — ... και τα καθήκοντα που ασκώ σήμερα... ελπίζω — παρόλο που είμαι διατεθειμένος να αποδεχθώ ως τελευταία δυνατότητα την προτεινόμενη λύση... — ότι θα μπορέσετε να βρείτε τρόπο για να μονιμοποιηθώ με βαθμό Α 5 στο πλαίσιο των ισχυουσών διαδικασιών. »
Στις 4 Ιουλίου 1983, ο Becker υπέβαλε αίτηση στο διαγωνισμό COM/339/82, για την κατάληψη θέσεως διοικητικού υπαλλήλου με σταδιοδρομία Α 7/Α 6 στο τμήμα στο οποίο ήδη εργαζόταν. Στην αίτηση του είχε επισυνάψει ένα σημείωμα: « επειδή επί του παρόντος δεν έχω άλλη επιλογή » — έγραφε στο σημείωμα — « επιθυμώ να διευκρινίσω... ότι η προκειμένη υποψηφιότητα δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ότι παραιτούμαι από τα κεκτημένα δικαιώματά μου ». Πράγματι, με έγγραφο της 29ης Ιανουαρίου 1982« μου δόθηκε η απάντηση ότι στο εξής μόνο για καθήκοντα προϊσταμένου ειδικευμένης υπηρεσίας ή παρόμοια καθήκοντα θα προβλέπονταν εξαιρέσεις από τη μονιμοποίηση στον εισαγωγικό βαθμό. Ωστόσο, διαπιστώνω ότι η διοίκηση προκήρυξε διάφορους εσωτερικούς διαγωνισμούς βάσει τίτλων για τους βαθμούς Α 5/Α 4 και Α 3 προκειμένου να τακτοποιηθούν από άποψη υπηρεσιακής καταστάσεως... έκτακτοι υπάλληλοι του τομέα της έρευνας. Mutatis mutandis, η κατάστασή μου είναι ανάλογη, πράγμα που σημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταμαι άνιση μεταχείριση ».
Ο Becker, αφού πέτυχε στο διαγωνισμό, διορίστηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1984 δόκιμος υπάλληλος, κατετάγη δε στο βαθμό Α 6, πέμπτο κλιμάκιο. Αλλ' η υπόθεση δεν τελείωσε εδώ. Πράγματι, λίγους μήνες αργότερα, η Επιτροπή προκήρυξε τρεις εσωτερικούς διαγωνισμούς για τη σταδιοδρομία Α 5/Α 4. Ο Becker απηύθυνε στην ΑΔΑ αίτηση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ζητώντας να καταταγεί στο βαθμό Α 5, δεδομένου ότι η δημοσίευση των εν λόγω προκηρύξεων αποδείκνυε ότι η Υπηρεσία Προσωπικού του είχε παράσχει ανακριβείς πληροφορίες ως προς τις δυνατότητες διορισμού σε οργανική θέση σε σταδιοδρομία ανώτερη από « τον εισαγωγικό βαθμό ». Η ΑΔΑ απέρριψε την αίτηση καθώς και την ένσταση που ακολούθησε. Κατόπιν αυτού ασκήθηκε προσφυγή που περιήλθε στο Δικαστήριο στις23 Ιουλίου 1985. Ο Becker ζητεί από το Δικαστήριο: α ) να ακυρώσει την απόφαση επί της ενστάσεως, β ) να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή οφείλει να του επιφυλάξει την ίδια μεταχείριση με τους άλλους υπαλλήλους, γ ) να καταδικάσει την καθής η προσφυγή διοίκηση σε καταβολή αποζημιώσεως.
2.
Η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς ένσταση απαραδέκτου. Η προσφυγή — παρατηρεί — απευθύνεται κατ' ουσία κατά της αποφάσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1984 με την οποία ο Becker διορίστηκε δόκιμος διοικητικός υπάλληλος στον έκτο βαθμό και όχι στον πέμπτο, όπως είχε ζητήσει ο ίδιος κατ' επανάληψη. Επομένως, η ένσταση της 30ής Νοεμβρίου 1984 προβλήθηκε εκπρόθεσμα σε σχέση με το χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής και το γεγονός ότι η ΑΔΑ εξέτασε εντούτοις μια αίτηση κατά το άρθρο 90, παράγραφος 1, «δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα... την αναβίωση του δικαιώματος προσφυγής που έχει χαθεί οριστικά » (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 227/83, Μούση κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3133, σκέψη 13).
Ο προσφεύγων απαντά επικαλούμενος την ύπαρξη ενός νέου πραγματικού περιστατικού: ότι δηλαδή αντιλήφθηκε τη διάκριση σε βάρος του μόνο όταν η Επιτροπή προκήρυξε τρεις διαγωνισμούς, καθ'όλα όμοιους με το δικό του, αλλά που αποσκοπούσαν στην κάλυψη θέσεων της σταδιοδρομίας Α 5/Α 4. Το γεγονός αυτό, που είναι ασφαλώς « διαφορετικό » από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η πρόσληψή του, τον ώθησε να ζητήσει την αναθεώρηση της κατατάξεως του, και, μετά από την άρνηση που του αντιτάχθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1984, να υποβάλει ένσταση στις 30 του ίδιου μήνα. Σύμφωνα με την πιο πάνω παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών, η διοικητική φάση διεξήχθη εντός των προθεσμιών επομένως, δεν συντρέχει λόγος να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή.
3.
Θα ήθελα καταρχάς να υπενθυμίσω ότι κατά την απόφαση της 30ής Μαΐου 1984, υπόθεση 326/82, Aschermann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2253, σκέψη 13, η ΑΔΑ « δεν υποχρεούται, εκτός αν συντρέχει ουσιώδες νέο πραγματικό περιστατικό, να αναθεωρήσει απόφαση η οποία κατέστη αμετάκλητη ». Στην εκδικαζόμενη υπόθεση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση που τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι η απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1984 και ότι ο Becker δεν την προσέβαλε εμπρόθεσμα. Εν τοιαύτη περιπτώσει απομένει να καθοριστεί αν το πραγματικό περιστατικό που επικαλείται ο προσφεύγων με το υπόμνημα απαντήσεως έχει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του νέου και του ουσιώδους που απαιτεί η προαναφερθείσα απόφαση.
Προσωπικά νομίζω ότι τα εν λόγω χαρακτηριστικά γνωρίσματα δεν υπάρχουν. Ας δεχτούμε ωστόσο ότι η Επιτροπή, προκηρύσσοντας μετά την πρόσληψη του Becker τρεις εσωτερικούς διαγωνισμούς και μάλιστα διαγωνισμούς που, ενώ έθεταν τις ίδιες προϋποθέσεις συμμετοχής, προέβλεπαν το διορισμό των επιτυχόντων σε μεγαλύτερο βαθμό, διέπραξε διάκριση σε βάρος του: παραμένει το γεγονός ότι ήδη κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε ο διαγωνισμός του παραπονέθηκε για μια απολύτως ταυτόσημη δυσμενή διάκριση ( « η διοίκηση — έλεγε — έχει προκηρύξει διάφορους εσωτερικούς διαγωνισμούς βάσει τίτλων για τους βαθμούς Α 5/Α 4 και Α 3... πράγμα που σημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση υφίσταμαι άδικη μεταχείριση » ). Επομένως πρέπει να αποκλειστεί ότι οι προκηρύξεις διαγωνισμών του 1984 ήταν δυνατό να συνιστούν για τον ίδιο « νέο πραγματικό περιστατικό » ικανό να επηρεάσει τη νομική του κατάσταση και κατά συνέπεια να δικαιολογήσει την αναθεώρηση της βαθμολογικής κατατάξεως του.
Βάσει των στοιχείων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προθεσμίες προσβολής μιας πράξεως τις οποίες τάσσει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως είναι δημοσίας τάξεως, αποσκοπούν δε να « εξασφαλίσουν τη σαφήνεια και την ασφάλεια των εννόμων καταστάσεων » ( απόφαση Μούση, προαναφερθείσα, σκέψη 12) προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή.
4.
Εάν ωστόσο δεν γίνει δεκτή η πρόταση μου, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει αβάσιμα τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Το πρώτο αφορά την ακύρωση της αποφάσεως επί της ενστάσεως λόγω ελλείψεως αιτιολογίας: λόγω του ότι δηλαδή η ΑΔΑ δεν εξήγησε τους λόγους βάσει των οποίων απέρριψε την αίτηση του Becker. Εγώ νομίζω απεναντίας ότι η ΑΔΑ απαντά σε όλα τα σημεία της αιτήσεως: « το κοινοτικό όργανο — αναφέρει — είναι το μόνο υπεύθυνο για την εσωτερική διάρθρωση των υπηρεσιών του, τις οποίες μπορεί να οργανώνει και να αναδιοργανώνει βάσει των στόχων του » γι' αυτό και « το γεγονός ότι ένας υπάλληλος εκτελεί καθήκοντα που αφορούν θέση υψηλότερου βαθμού δεν... αρκεί καθαυτό για να δικαιολογήσει » την αναθεώρηση της υπηρεσιακής του καταστάσεως. Δεν χρειάζεται βέβαια να τονιστεί ότι οι εκφράσεις αυτές επαναλαμβάνουν πιστά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1973, υπόθεση 28/72, Tontodonati κατά Επιτροπής, Race. 1973, σ. 779, σκέψη 8, και της 14ης Ιουλίου 1977, υπόθεση 61/76, Geist κατά Επιτροπής, Sig. 1977, σ. 1419, σκέψη 38 ).
Με το δεύτερο αίτημα ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να τηρεί τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ως προς το πρώτο σημείο επικαλείται τη μεγάλη ομοιότητα που υφίσταται μεταξύ των καθηκόντων που περιέγραφε η προκήρυξη του δικού του διαγωνισμού ( για το βαθμό Α 6) και των καθηκόντων που αφορούσαν θέσεις που προκηρύχθηκαν στη συνέχεια με τους διαγωνισμούς για τη σταδιοδρομία Α 5/Α 4. Εξάλλου, ο Becker υποστηρίζει ότι από τότε που ανέλαβε υπηρεσία εκτελούσε καθήκοντα που αντιστοιχούσαν σε θέσεις βαθμού Α 5. Ωστόσο, όπως είναι προφανές, οι εν λόγω ισχυρισμοί προσκρούουν στη νομολογία που μόλις αναφέρθηκε. Σ' αυτό πρέπει να προστεθεί ότι οι υποψήφιοι στους διαγωνισμούς τους οποίους ο Becker θεωρεί ότι δημιούργησαν διάκριση σε βάρος του έπρεπε, μεταξύ των άλλων προϋποθέσεων, να αποδείξουν ότι διαθέτουν « μεγάλη πείρα σχετική με τη θέση » ( δική μου υπογράμμιση ). Όμως η ρήτρα αυτή δεν υπήρχε μεταξύ των όρων που έτασσε ο διαγωνισμός στον οποίο πέτυχε ο προσφεύγων. Επομένως, δεν υπάρχει η προβαλλόμενη ομοιότητα.
Όσον αφορά την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο προσφεύγων προβάλλει το επιχείρημα οτι η Επιτροπή δεν τήρησε την υπόσχεση να τον διορίσει σε οργανική θέση Α 5. Θα ήθελα όμως να παρατηρήσω ότι αντικείμενο της προσφυγής είναι η άρνηση του οργάνου να κατατάξει εκ νέου τον Becker στην εν λόγω σταδιοδρομία. Επομένως, δεδομένου ότι η προσφυγή στρέφεται κατά της αποφάσεως (που στο μεταξύ έχει καταστεί, οριστική) με την οποία ο Becker διορίστηκε μόνιμος υπάλληλος στον έκτο βαθμό, το επιχείρημα στερείται σημασίας.
5.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη ή πάντως να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε ο J. V. Becker κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, κατά το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, να καταδικάσει κάθε διάδικο στα δικαστικά του έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy