ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 25ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι — Το προδικαστικό ερώτημα
Το παρόν προδικαστικό ερώτημα υποβλήθηκε από το Amtsgericht Breisach am Rhein στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που άσκησε η εισαγγελική αρχή του Freiburg, στις 9 Φεβρουαρίου 1984, βάσει των ποινικών διατάξεων του γερμανικού Weingesetz ( νόμου περί οίνου ) κατά του Franz Keller, οινοπαραγωγού, για παράβαση ιδίως της κοινοτικής ρυθμίσεως περί ετικετών των επιτραπέζιων οίνων.
Πρόκειται συγκεκριμένα για το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο η ), του κανονισμού 355/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 200) και του άρθρου 13, παράγραφος 6, του κανονισμού 997/81 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1981, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού ( ΕΕ L 106, σ. 1 ).
Το άρθρο 2 του κανονισμού 355/79 αφού διευκρινίζει, στην παράγραφο 1, τις ενδείξεις που πρέπει υποχρεωτικώς να αναφέρονται στην ετικέτα των επιτραπέζιων οίνων, καθορίζει στην παράγραφο 2 ένα σύνολο ενδείξεων που μπορούν να προστεθούν προαιρετικώς στην ετικέτα μεταξύ των οποίων, σύμφωνα με το οτοιχείο η):
« επακριβών ενδείξεων, που αφορούν:
—
τον τύπο του προϊόντος,
—
ιδιαίτερο χρώμα του επιτραπέζιου οίνου,
εφόοον οι ενδείξεις αντές ρυθμίζονται από τις λεπτομέρειες εφαρμογής ή, ελλείψει τούτων, από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος...».
Οι προαιρετικές ενδείξεις που διευκρινίζουν τον τύπο του προϊόντος αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 6, του κανονισμού 997/81 ( 1 ). Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
« Κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο η), του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο κ), και του άρθρου 28, παράγραφος 2, στοιχείο κ ), του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 355/79, είναι δυνατόν να αναγράφονται, ανάλογα με την περίπτωση, οι ενδείξεις:
—
“ demi-sec ”, “ halbtrocken ”...,
—
“ moelleux ”, “ lieblich ”...,
—
“ doux ”, “ süß ”...
Οι ενδείξεις “ sec ”, “ trocken ”, “ secco ”... δεν δύνανται να αναγράφονται παρά μόνο εάν ο εν λόγω οίνος έχει περιεκτικότητα σε αζύμωτα ζάκχαρα:
—
το ανώτερο μέχρι 4 γραμμάρια ανά λίτρο
ή
—
το ανώτερο μέχρι 9 γραμμάρια ανά λίτρο, όταν η ολική οξύτητα, εκπεφρασμένη σε γραμμάρια τρυγικού οξέως ανά λίτρο, δεν είναι μικρότερη της περιεκτικότητος σε αζύμωτα ζάκχαρα, κατά περισσότερο των 2 γραμμαρίων ανά λίτρο. »
Η εισαγγελική αρχή του Freiburg προσάπτει στον Keller ότι στις ετικέτες των φιαλών οίνου που παρήγαγε ο ίδιος έθεσε την ένδειξη« durchgegoren » ( έχει υποστεί πλήρη ζύμωση), η οποία δεν περιλαμβάνεται στις ενδείξεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ο Keller όφειλε εν προκειμένω να χρησιμοποιήσει την ένδειξη « trocken » ( ξηρός ) για να δείξει τη μικρή περιεκτικότητα σε αζύμωτα ζάκχαρα του εν λόγω οίνου.
Κατόπιν αιτήσεως του Keller και θεωρώντας, όπως και ο κατηγορούμενος, ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις, καθόσον επιβάλλουν στους παραγωγούς να προσδιορίζουν τον τύπο των οίνων τους χρησιμοποιώντας τις προαναφερθείσες ενδείξεις, είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 12 του γερμανικού θεμελιώδους νόμου ο οποίος διασφαλίζει το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής και της ελεύθερης ασκήσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας, το Amtsgericht Breisach am Rhein, με Διάταξη της 2ας Ιουλίου 1985, ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς ως προς το κύρος των εν λόγω διατάξεων έναντι του κοινοτικού δικαίου.
Σημειώνω ότι στη Διάταξη του το παραπέμπον δικαστήριο τονίζει ότι προτίθεται να ζητήσει από το Bundesverfassungsgericht (Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο ) την έκδοση αποφάσεως ως προς τη συνταγματικότητα των εν λόγω διατάξεων.
II — Νομική εκτίμηση
1.
Για καλύτερη επισήμανση του προβλήματος αναφέρω, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
—
μπορεί να αποφανθεί μόνο ως προς το κύρος και την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου
—
προβαίνει στον έλεγχο αυτό έναντι μόνο του κοινοτικού δικαίου και όχι αναφορικά με διάταξη του εθνικού δικαίου, οποιαδήποτε και αν είναι αυτή, έστω και συνταγματικής φύσεως·
—
το ζήτημα ενδεχόμενης προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων από πράξεις των οργάνων των Κοινοτήτων δεν μπορεί να κριθεί διαφορετικά παρά μόνο στο πλαίσιο του ίδιου του κοινοτικού δικαίου, και κατά κανέναν άλλο τρόπο.
Την τελευταία αυτή αρχή διατύπωσε το Δικαστήριο ιδίως στις αποφάσεις Internationale Handelsgesellschaft ( 2 ) και Hauer ( 3 ).
Στην τελευταία αυτή απόφαση το Δικαστήριο αιτιολόγησε την αρχή αυτή υπογραμμίζοντας ότι « η εισαγωγή ιδιαίτερων κριτηρίων εκτιμήσεως, που να προκύπτουν από τη νομοθεσία ή τη συνταγματική τάξη ενός ορισμένου κράτους μέλους, επειδή θα έθιγαν την ουσιαστική ενότητα και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου, θα είχαν αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα να διασπάσουν την ενότητα της κοινής αγοράς και να θέσουν σε κίνδυνο την συνοχή της Κοινότητας ».
Στην ίδια απόφαση (σκέψη 15), το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, αναφερόμενο στην απόφαση Internationale Handelsgesellschaft (σκέψη 4) και στην απόφαση Noid της 14ης Μαΐου 1974 ( 4 ), « ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου των οποίων διασφαλίζει την τήρηση » και « κατά τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών είναι υποχρεωμένο να εμπνέεται από τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτα στην Κοινότητα μέτρα ασυμβίβαστα με τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζουν τα συντάγματα αυτών των κρατών ».
Προσέθεσε ακόμα « ότι οι διεθνείς συμφωνίες που αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και στις οποίες συνεργάστηκαν ή προσεχώρησαν τα κράτη μέλη μπορούν, επίσης, να παράσχουν ενδείξεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου ».
Σε ό,τι αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, αυτό αναγνωρίστηκε ρητώς από το Δικαστήριο στις αποφάσεις Noid (σκέψη 14, σ. 507) και Hauer (σκέψη 32, σ. 3750). Προβαίνοντας στη διαπίστωση ότι το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται από τη συνταγματική τάξη πολλών κρατών μελών, χωρίς, ωστόσο, να κατέχει απολύτως προνομιούχο θέση και ότι ορισμένοι περιορισμοί μπορούν να επιβληθούν λόγω του δημοσίου συμφέροντος και ενόψει του κοινωνικού χαρακτήρα των προστατευομένων δραστηριοτήτων, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι « είναι, επίσης, θεμιτό στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως να μπορούν να επιβάλλονται ως προς το εν λόγω δικαίωμα ορισμένα όρια δικαιολογούμενα από τους στόχους γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Κοινότητα, εφόσον δεν θίγεται η ουσία του εν λόγω δικαιώματος ».
2.
Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστούν οι στόχοι της αμφισβητούμενης ρυθμίσεως και να εκτιμηθεί αν υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ των μέτρων που προβλέπει και των στόχων που επιδιώκει.
Προς τούτο, οι προσβαλλόμενες διατάξεις πρέπει πρώτα να εξεταστούν μέσα στο γενικό πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπελοοι-νικής αγοράς, όπως την καθορίζει ο κανονισμός 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112). Όπως προκύπτει από την 39η αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, η κοινή αυτή οργάνωση αποβλέπει στην πραγματοποίηση μιας ενιαίας αγοράς στον αμπελοοι-νικό τομέα με την κατάργηση, ιδίως, όλων των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των σχετικών προϊόντων στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας. Τέτοια εμπόδια μπορούν να αποτελούν οι διαφορετικές ρυθμίσεις που αφορούν την περιγραφή και την παρουσίαση των αμπε-λοοινικών προϊόντων στα διάφορα κράτη μέλη ( 5 ). Το Amtsgericht του Breisach am Rhein μπορεί, πράγματι, να βρει στη νομολογία του Δικαστηρίου ολόκληρη σειρά υποθέσεων, στις οποίες τα κράτη μέλη χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα τις εθνικές τους ρυθμίσεις σχετικά με τη σήμανση των προϊόντων για να απαγορεύσουν στο έδαφός τους την εμπορία προϊόντων που είχαν παραχθεί σε άλλα κράτη μέλη. Επίσης, το άρθρο 54, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79, προβλέπει εν προκειμένω τη θέσπιση εκ μέρους του Συμβουλίου κοινών γενικών κανόνων.
Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις της ( παράγραφος 4, σ. 6), μόνο μία ενιαία ρύθμιση της περιγραφής μπορεί να διασφαλίσει στους παραγωγούς και στους εμπόρους τη διάθεση των προϊόντων τους χωρίς εμπόδια σε όλα τα κράτη μέλη.
Εξάλλου, η αμφισβητούμενη ρύθμιση επιδιώκει δύο στόχους οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί γι' αυτή και μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν ως «γενικού συμφέροντος»: πρόκειται για τον καθορισμό κανόνων στον τομέα της περιγραφής και παρουσιάσεως που να μπορούν « να παρέχουν πληροφορίες, τόσο ακριβείς και σαφείς, όσο είναι απαραίτητο για την εκτίμηση των προϊόντων αυτών από τον τυχόν αγοραστή και από τους δημόσιους οργανισμούς τους επιφορτισμένους με τη διαχείριση και τον έλεγχο του εμπορίου των προϊόντων αυτών» (δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 355/79 ).
Είναι προφανές ότι « η καλύτερη δυνατή πληροφόρηση » ( τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 355/79 ), « η όσο το δυνατό σαφέστερη και πληρέστερη, στα πλαίσια του περιεχομένου της ετικέτας » ( τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 997/81) εξυπηρετεί τόσο την προστασία του καταναλωτή όσο και την αποτελεσματικότητα του ελέγχου.
Είναι, επίσης, σαφές ότι όσο πιο περιορισμένες και ενιαίες είναι οι ενδείξεις που επιτρέπεται να αναφέρονται στις ετικέτες τόσο μικρότερος θα είναι ο κίνδυνος συγχύσεως του καταναλωτή και τόσο ευκολότερος θα είναι ο έλεγχος, όπως επισημαίνουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή στις γραπτές παρατηρήσεις τους.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί η ίδια η αρχή που διέπει μια κοινοτική ρύθμιση της περιγραφής και της παρουσιάσεως του οίνου ως προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος της ελεύθερης ασκήσεως του επαγγέλματος του αμπελοοινουργού.
Χωρίς να αποτελεί καθόλου έκφραση « ενός πνεύματος κατευθυνόμενης διοικήσεως που καθορίζεται από τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας» (σ. 9 των παρατηρήσεων του Keller) η ρύθμιση αυτή θεσπίστηκε κυρίως προς το συμφέρον τον αμπελοοινουργών και των καταναλωτών.
Αυτό ισχύει, επίσης, και για το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ή ), του κανονισμού 355/79 του Συμβουλίου, το οποίο επιτρέπει προαιρετικές διευκρινίσεις του τύπου του προϊόντος, μόνο εφόσον οι ενδείξεις αυτές έχουν ρυθμιστεί από τις λεπτομέρειες εφαρμογής που έχει θεσπίσει η Επιτροπή ή, ελλείψει αυτών, από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
3.
Η πραγματική όμως ουσία του προβλήματος συνίσταται στο αν ο περιορισμός και η ομοιομορφία στην οποία προέβη η Επιτροπή με το άρθρο 13, παράγραφος 6, του κανονισμού 997/81 ανταποκρίνονται πλήρως στους στόχους μιας ενιαίας αγοράς, της προστασίας του καταναλωτή και της αποτελεσματικότητας του ελέγχου. Αν, δηλαδή, η απαγόρευση της έννοιας « durchgegoren » εμποδίζει την υλοποίηση των στόχων γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση και συνιστά, συνεπώς, αδικαιολόγητο περιορισμό της ελεύθερης ασκήσεως του επαγγέλματος του οινοπαραγωγού.
Ο κατηγορούμενος θεωρεί, πράγματι, ότι οι όροι « trocken » και « durchgegoren » είναι ουσιωδώς διαφορετικοί, έτσι ώστε αν χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή οίνου που έχει υποστεί πλήρη ζύμωση ο όρος « ξηρός », ο οποίος αντιστοιχεί σε περιεκτικότητα του οίνου σε υπόλειμμα αζύμωτου ζάκχαρου που μπορεί να κυμαίνεται μέσα στα όρια που καθορίζει η αμφισβητούμενη διάταξη, να μην παρέχεται διόλου πλήρης και ακριβής πληροφόρηση στον καταναλωτή και, συνεπώς, να μη συμβάλει στην προστασία του. Εξάλλου, διαφοροποίηση της περιγραφής μιας κατηγορίας προϊόντων, εφόσον αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας τους και, γενικώς, να διασφαλίσει τη σταθερότητα και την αποδοτικότητα του εν λόγω τομέα.
Στην άποψη αυτή μπορούν, ωστόσο, να αντιταχθούν τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α)
Παρατηρείται, καταρχάς, ότι ο όρος « durchgegoren » γίνεται πράγματι κατανοητός μόνο στη Γερμανία και ότι οι όροι με τους οποίους μπορεί να μεταφραστεί στις άλλες γλώσσες δεν είναι απολύτως συνήθεις. Θεωρώ, όμως, ότι καίτοι ο κοινοτικός νομοθέτης εσκεμμένα θέλησε, κατά τον καθορισμό των κανόνων για την περιγραφή και παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφυλής, να λάβει υπόψη του τις διαφορετικές παραδόσεις και συνήθειες των κρατών μελών και μάλιστα των αμπελουργικών περιοχών της Κοινότητας, το έκανε « στο βαθμό που συμβιβάζονται με την ιδέα μιας ενιαίας αγοράς » ( τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 997/81). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί εύλογο ότι δεν επέλεξε έναν όρο που χρησιμοποιείται σε ένα μόνο κράτος μέλος, επιλέγοντας μόνο περιγραφές που είναι γνωστές σε όλα τα κράτη μέλη.
Εξάλλου, κατά την προφορική διαδικασία, προέκυψε ότι η έκφραση « durchgegoren » δεν χρησιμοποιόταν συνήθως στη Γερμανία στις ετικέτες οίνων πριν τεθεί σε ισχύ η κοινοτική ρύθμιση.
β )
Ούτε, επίσης, η έγκριση της εν λόγω ενδείξεως θα μπορούσε να συμβάλει στην ακριβέστερη πληροφόρηση του καταναλωτή, τελείως αντιθέτως.
Δημιουργεί, πράγματι, την εντύπωση ότι ο εν λόγω οίνος δεν περιέχει πλέον υπολείμματα αζυμώτου ζακχάρου, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Πράγματι, το περιεχόμενο σε αζύμωτο ζάκ-χαρο ενός τέτοιου οίνου μπορεί να διαφέρει αναλόγως των ετών· κυμαίνεται, κατά κανόνα, μεταξύ ενός και δύο γραμμαρίων ανά λίτρο. Είναι τεχνικώς αδύνατη η παραγωγή οίνου πλήρους ζυμώσεως.
γ)
Το επιχείρημα που αντλείται από την ευρύτητα του « φάσματος » ( Bandbreite ) που καλύπτει ο όρος του « ξηρού » οίνου δεν είναι, επίσης, πειστικό. Ο όρος αυτός καλύπτει τους οίνους που έχουν περιεκτικότητα αζύμωτου ζάκχαρου που κυμαίνεται από 0 γραμμάρια ανά λίτρο ( εντελώς θεωρητική υπόθεση, όπως ανέφερα) μέχρι 4 γραμμάρια ανά λίτρο. Η κατηγορία « ημίξηρος » εκτείνεται μεταξύ τεσσάρων έως 12 γραμμαρίων ανά λίτρο. Η κατηγορία « ημίγλυκος » από 12 έως 45 γραμμάρια ανά λίτρο και η κατηγορία « γλυκός » καλύπτει όλους τους οίνους που έχουν περιεκτικότητα αζύμωτου ζάκχαρου ανώτερη από 45 γραμμάρια ανά λίτρο [πρβλ. κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1011/84 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1984, που αναφέρθηκε στην πρώτη υποσημείωση ].
Το « φάσμα » των « ξηρών » οίνων είναι, συνεπώς, πολύ πιο περιορισμένο από τα υπόλοιπα « φάσματα ».
Δεν μπορεί, επίσης, να υποστηριχθεί, όπως νομίζει ο Keller, ότι οίνος που εγγίζει τα τέσσερα γραμμάρια ανά λίτρο πρέπει, ήδη, να θεωρηθεί ως γλυκός.
δ)
Δεν αμφισβητείται, τέλος, ότι οι οινοπαραγωγοί έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την έκφραση « durchgegoren » ( « που έχει υποστεί πλήρη ζύμωση » ) ή να αναφέρουν το ακριβές περιεχόμενο των οίνων τους σε αζύμωτο ζάκχαρο στους τιμοκαταλόγους και τις διαφημίσεις τους.
Τα επιχειρήματα αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, πειστικά.
Το Δικαστήριο επανειλημμένως τόνισε ( 6 ) ότι προκειμένου για την εκτίμηση μιας σύνθετης οικονομικής καταστάσεως η Επιτροπή και η επιτροπή διαχειρίσεως διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως· στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας ασκήσεως μιας τέτοιας εξουσίας ο δικαστής υποχρεούται να εξετάσει αν συντρέχει προφανής πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή αν η αρμόδια αρχή δεν υπερέβη προφανώς τα όρια της διακριτικής της εξουσίας.
Από τα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι αυτό δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση.
Ο κοινοτικός νομοθέτης επιβάλλοντας, για την περιγραφή της περιεκτικότητας σε αζύμωτο ζάκχαρο των οίνων που παράγονται στην Κοινότητα, τη χρησιμοποίηση όρων, αριθμητικώς βεβαίως περιορισμένων, αλλά που να είναι αρκετά ευρείς ώστε να καλύπτουν τις κυριότερες ποικιλίες και να είναι αρκετά διαδεδομένοι ώστε να γίνονται κατανοητοί σε ολόκληρη την Κοινότητα, δεν περιόρισε την ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος του οινοπαραγωγού κατά τρόπο δυσανάλογο ή αδικαιολόγητο σε σχέση με τους στόχους γενικού συμφέροντος που συνίστανται στη διασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στους οινοπαραγωγούς με την υλοποίηση μιας ενιαίας αγοράς, καθώς και την προστασία του καταναλωτή και της αποτελεσματικότητας του ελέγχου.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί, όπως κάνει ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη στο σημείο γγ) των παρατηρήσεων του, ότι ο νομοθέτης ενήργησε κατά κατάχρηση της νομοθετικής του εξουσίας για σκοπούς διαφορετικούς από τους επιδιωκόμενους στόχους.
Το μέτρο δεν είναι, επίσης, προφανώς απρόσφορο σε σχέση με το στόχο που επιδιώκει το αρμόδιο όργανο (πρβλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 138/78, Stölting κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, σκέψη 7, Rec. 1979, σ. 722).
Τέλος, το άρθρο 13, παράγραφος 6, όπως ίσχυε κατά το χρόνο που κινήθηκε η ποινική διαδικασία κατά του Keller, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέστη ανίσχυρο από το γεγονός ότι η Επιτροπή συμπλήρωσε, κατόπιν, το άρθρο 13, παράγραφος 6, παρέχοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτρέπουν, για τους οίνους που διατίθενται στο εμπόριο στο έδαφός τους, να αναφέρεται η περιεκτικότητα του αζύμωτου ζάκχαρου που περιγράφει τον τόπο του οίνου με αριθμό ή με άλλο σύμβολο στο πλαίσιο μιας διαβαθμισμένης κλίμακας ( 7 ).
Επίσης, αν αύριο επιτραπεί η αναφορά του ακριβούς περιεχομένου σε αζύμωτο ζάκχαρο στο σύνολο της Κοινότητας, αυτό δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα κατά του κύρους του άρθρου 13, παράγραφος 6, όπως αυτό ίσχυε πριν.
Το γεγονός ότι ο νομοθέτης επέφερε τροποποιήσεις, λαμβάνοντας υπόψη την εν τω μεταξύ πείρα, στους υφιστάμενους κανόνες δεν σημαίνει ότι η προγενέστερη ρύθμιση ήταν παράνομη.
Μπορεί, συνεπώς, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι από την έρευνα του υποβληθέντος ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κόρος του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο η), του κανονισμού (ΕΟΚ) 355/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, ούτε του άρθρου 13, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 997/81 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1981.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1011/84 της Επιτροπής, της 10ης Απριλίου 1984 (ΕΕ L 101, σ. 17), το οποίο τέθηκε σε ισχύ μόλις στις 16 Απριλίου 1984 και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά στην κύρια δίκη.
( 2 ) Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, υπόθεση 11/70, Rec. 1970, σ. 1125, ιδίως σκέψη 3, σ. 1135.
( 3 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, υπόθεση 44/79, Rec. 1979, σ. 3727, ιδίως σκέψη 14, σ. 3744.
( 4 ) Υπόθεση 4/73, Rec. 1974, σ. 491, ιδίως σκέψη 13, σ. 507.
( 5 ) Αφού, στην 38η αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός 337/79 τονίζει την ανάγκη προβλέψεως ότι τα αμπελο-οινικά προϊόντα που κυκλοφορούν στο εσωτερικό της Κοινότητας πρέπει να είναι εφοδιασμένα με συνοδευτικό έγγραφο, προσθέτει, στην ιδια αιτιολογική σκέψη ότι ομοΐως πρέπει και για τα προϊόντα αυτά να προσαρμοστούν οι κανόνες που αφορούν την περιγραφή και την παρουσίαση.
( 6 ) Βλέπε, ιδίως, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979 στην υπόθεση 98/78, Λ. Racke κατά Hauptzollamt Mainz, σημείο 5 του σκεπτικού, Rec. 1979, σσ. 69 και 81.
( 7 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1011/84 της Επιτροπής (βλέπε υποσημείωση 1 ).
Full & Egal Universal Law Academy