ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 27ης Μαΐου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α —
Η υπόθεση επί της οποίας διατυπώνω σήμερα τις απόψεις μου και η οποία εισήχθη κατόπιν υποβολής ερωτήματος του Arbeitsgericht Oldenburg αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 75/117, της 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
Το ιστορικό της υποθέσεως είναι το ακόλουθο.
Η αιτούσα στην κύρια δίκη εργάζεται ως ειδικευμένη βοηθός στο τυπογραφείο της καθής στην κύρια δίκη. Σύμφωνα με τη Διάταξη περί παραπομπής χειρίζεται μόνη της μια απλή βιβλιοδετική μηχανή και μερικές άλλες μικρότερες μηχανές. Στα καθήκοντά της περιλαμβάνεται επίσης η συσκευασία για αποστολή ενημερωτικών φυλλαδίων και εντύπων. Σύμφωνα με την αιτούσα, ο χειρισμός της βιβλιοδετικής μηχανής καλύπτει το 30 έως 50% του χρόνου εργασίας της. Ισχυρίζεται επίσης ότι φροντίζει η ίδια τις μικρότερες μηχανές και ότι μερικά από τα δέματα που συσκευάζει υπερβαίνουν τα 20 κιλά. Αντιθέτως, η καθής ισχυρίστηκε στην κύρια δίκη ότι ο χειρισμός της βιβλιοδετικής μηχανής καλύπτει μόνο το 10 ο/ο του χρόνου της εργασίας, ο δε χειρισμός των μικρότερων μηχανών το 20 ο/ο. Κατά τους ισχυρισμούς της η φροντίδα των μικρότερων μηχανών δεν έχει ανατεθεί στην αιτούσα, το δε 70 ο/ο του χρόνου εργασίας της καλύπτουν οι αποκαλούμενες επιτραπέζιες εργασίες, και ότι τα δέματα που συσκευάζει δεν υπερβαίνουν το βάρος του ενός κιλού.
Στην εργασιακή αυτή σχέση εφαρμόζεται η συλλογική σύμβαση περί μισθών, που συνήφθη στις 6 Ιουλίου 1984 μεταξύ του Bundesverband Druck e.V. και του Industriegewerkschaft Druck und Papier, βάσει της οποίας μπορούν να προβληθούν αξιώσεις από 1ης Οκτωβρίου 1984. Η σύμβαση αυτή περιέχει περιγραφή των διαφόρων μισθολογικών κατηγοριών για τα κριτήρια κατατάξεως στις οποίες αναφέρεται στην παραπεμπτική Διάταξη ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να συντρέχουν σωρευτικώς. Σύμφωνα με τη σύμβαση, στη μισθολογική κατηγορία III (σύμφωνα με την οποία αμείβεται η ενάγουσα ) περιλαμβάνονται:
« εργασίες,
—
που μπορούν να εκτελεσθούν με περιορισμένες προηγούμενες γνώσεις και κατάλληλη εκπαίδευση ή πρακτική μαθητεία,
—
που απαιτούν αυξημένη ακρίβεια ή ευσυνειδησία,
—
που συνεπάγονται αυξημένη μυϊκή προ-απάθεια, σε ορισμένες δε περιπτώσεις οημαντική ( 1 ),
—
που συνεπάγονται περιορισμένη ή, κατά περίπτωση, αυξημένη ευθύνη για το κεφάλαιο της επιχείρησης και/ή την προσωπική εργασία. »
Στη μισθολογική κατηγορία IV περιλαμβάνονται:
« εργασίες,
—
που προϋποθέτουν προηγούμενες γνώσεις αποκτηθείσες στο πλαίσιο αντίστοιχης προς την εργασία εκπαιδεύσεως ή πρακτικής μαθητείας ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, αρκετά μακρά επαγγελματική πείρα,
—
που απαιτούν αυξημένη ακρίβεια ή ευσυνειδησία,
—
που συνεπάγονται αυξημένη κόπωση, σε ορισμένες δε περιπτώσεις σημαντική 1 και διαφορετικού είδους, ιδίως λόγω εργασίας που γίνεται με μηχανές,
—
που συνεπάγονται αυξημένη ευθύνη για το κεφάλαιο της επιχείρησης και/ή το προϊόν της εργασίας. »
Σημαντικά είναι, σχετικώς — ως ερμηνευτικό βοήθημα —, τα ενδεικτικά παραδείγματα που αναφέρονται στο παράρτημα της συλλογικής συμβάσεως περί μισθών σύμφωνα με τα οποία στη μισθολογική κατηγορία IV, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται:
«3.
Εγκατάσταση και λειτουργία απλών μεμονωμένων μηχανών και συσκευών περαιτέρω επεξεργασίας.
4.
Βαριές εργασίες συσκευασίας, αποστολής και αποθηκεύσεως ( 1 )
7.
Καταμέτρηση και απόσυρση τυπογραφικών φύλλων με το χέρι. »
Σημασία έχει, επίσης — σύμφωνα με την παραπεμπτική Διάταξη —, ότι κατά την επιτέλεση περισσοτέρων της μιας εργασιών λαμβάνεται υπόψη η σημαντικότερη από αυτές για την κατάταξη στη μισθολογική κατηγορία.
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι, κατά ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της συλλογικής συμβάσεως σύμφωνα με την επιταγή της ίσης μεταχειρίσεως, θα έπρεπε από 1ης Οκτωβρίου 1984 να αμείβεται βάσει της μισθολογικής κατηγορίας IV και, κατά συνέπεια, προσέφυγε στο δικαστήριο ζητώντας να της καταβληθεί η διαφορά μεταξύ της μισθολογικής αυτής κατηγορίας και των πραγματικών της αποδοχών. Η καθής θεωρεί το αίτημα αυτό αβάσιμο. Θεωρεί ότι στην περίπτωση της αιτούσας μπορεί να γίνει λόγος μόνο για « μικρή μυϊκή προσπάθεια » ώστε να έχει πράγματι εφαρμογή η μισθολογική κατηγορία II, η οποία περιλαμβάνει δραστηριότητες « που απαιτούν περιορισμένη έως αυξημένη μυϊκή προσπάθεια ».
Το Arbeitsgericht αμφιβάλλει, καταρχάς, για το αν η συλλογική σύμβαση συμβιβάζεται με την προαναφερθείσα οδηγία η οποία, στο άρθρο 1, ορίζει ότι:
« Η αρχή της ισότητος των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, που προβλέπεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης και που καλείται στο εξής “αρχή της ισότητος των αμοιβών”, συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία, την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο.
Ιδιαίτερα, όταν χρησιμοποιείται σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως για τον καθορισμό των αμοιβών, το σύστημα αυτό πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια για τους εργαζομένους άνδρες και γυναίκες και να επιβάλλεται κατά τρόπο που να αποκλείει τις διακρίσεις που βασίζονται στο φύλο. »
Οι αμφιβολίες οφείλονται στο γεγονός ότι στην εν λόγω σύμβαση χρησιμοποιούνται κριτήρια όπως « μυϊκή προσπάθεια », « μυϊκή κόπωση » και « χαρακτήρας της εργασίας ως βαριάς ». Οι αμφιβολίες οφείλονται ακόμα στο ότι, στην πράξη — σύμφωνα με το Arbeitsgericht -, λαμβάνονται υπόψη (όπως κατά κανόνα συμβαίνει για ανδρικές εργασίες) μόνο η υψηλή καταβολή έργου και τα μεγάλα μυϊκά συστήματα ( όπως συμβαίνει στην περίπτωση καταβολής μυϊκής προσπάθειας ) και — σε ό,τι αφορά τη γενική έννοια του χαρακτήρα της εργασίας ως βαριάς — ο βαθμός της μυϊκής προσπάθειας. Στα κριτήρια αυτά μπορούν να ανταποκριθούν κατά μέσον όρο δυσκολότερα οι γυναίκες — διότι έχουν λιγότερη μυϊκή δύναμη — και κατά συνέπεια θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν ότι συνιστούν διακρίσεις κατά την έννοια της προαναφερθείσας οδηγίας.
Ακόμα και αν δεν προχωρήσει κανείς ώς εκεί, ανακύπτει το πρόβλημα αν από την οδηγία μπορεί να συναχθεί η αναγκαιότητα μιας ορισμένης ερμηνείας της συλλογικής συμβάσεως ως προς το ζήτημα ποια ικανότητα αποδόσεως ως προς τα κριτήρια αυτά — του άνδρα ή της γυναίκας — πρέπει να ληφθεί ως βάση. Από τις τέσσερις εναλλακτικές δυνατότητες που προβάλλουν εν προκειμένω — καθοριστικό κριτήριο οι ανδρικές ικανότητες καθοριστικό κριτήριο οι ανδρικές ικανότητες για τους άνδρες και οι γυναικείες για τις γυναίκες καθοριστικό κριτήριο ο μέσος όρος ικανότητας' καθοριστικό κριτήριο οι γυναικείες ικανότητες — οι δύο πρώτες αποκλείονται, κατά την άποψη του δικαστηρίου, ως ασυμβίβαστες με την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί όμως ότι με την τέταρτη δυνατότητα οι γυναίκες έχουν περισσότερο την ευκαιρία να κερδίζουν όσο και οι άνδρες και κλίνει προς αυτή την ερμηνεία προς αποφυγή τουλάχιστον των διακρίσεων.
Το παραπέμπον δικαστήριο εκθέτει επίσης ότι στην πράξη — αν δεν ορίζεται ρητώς στη συλλογική σύμβαση ότι λαμβάνεται ως βάση η ικανότητα αποδόσεως των γυναικών — λαμβάνεται κυρίως ως μέτρο συγκρίσεως ο άντρας. Συνεπώς, κατά την άποψη του, στην περίπτωση που δεν είναι σαφές ότι λαμβάνεται ως βάση η ικανότητα αποδόσεως των γυναικών, οι συμφωνίες αυτές πρέπει να θεωρούνται ασυμβίβαστες με τις αρχές της οδηγίας.
Επειδή κατά την εξέταση των προαναφερθέντων προβλημάτων δεν μπόρεσε να συναγάγει από το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο έγκυρες απαντήσεις, το παραπέμπον δικαστήριο με Διάταξη, κατά την προφορική διαδικασία της 25ης Ιουνίου 1985, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιουλίου 1985, ανέστειλε την εκκρεμούσα ενώπιον του δίκη και υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ:
«1)
Συνάγεται από τις διατάξεις της οδηγίας του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την αρχή της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, ότι, στο πλαίσιο των συστημάτων επαγγελματικής κατατάξεως, δεν επιτρέπονται διαφοροποιήσεις που αναφέρονται:
α)
στο μέτρο της προσπάθειας που καταβάλλουν ή της κόπωσης στην οποία υποβάλλονται οι μυς εκτελώντας μια εργασία,
β )
στο ζήτημα αν μια εργασία είναι βαριά ή όχι;
2)
Σε περίπτωση που στο ερώτημα 1 δοθεί βασικά αρνητική απάντηση:
Προκειμένου να κριθεί
α)
σε ποιο μέτρο καταβάλλουν οι μυς προσπάθεια ή υποβάλλονται σε κόπωση κατά την εκτέλεση μιας εργασίας,
β )
αν μια εργασία είναι βαριά ή όχι, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ποιο μέτρο η εργασία αυτή απαιτεί να καταβάλλουν μυϊκή προσπάθεια ή να υποβάλλονται σε κόπωση οι γυναίκες ή κατά πόσον είναι βαριά η εν λόγω εργασία για τις γυναίκες;
3)
Σε περίπτωση που στο ερώτημα 2 δοθεί καταφατική απάντηση:
Ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας το σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως που λαμβάνει υπόψη του το κριτήριο της καταβολής μυϊκής προσπάθειας ή της υποβολής σε μυϊκή κόπωση, ή το κριτήριο της βαρύτητας της εργασίας, χωρίς ωστόσο να καθορίζει σαφώς ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο η εργασία απαιτεί καταβολή μυϊκής προσπάθειας από τις γυναίκες ή την υποβολή τους σε κόπωση, ή το αν η εργασία είναι βαριά για τις γυναίκες; »
Επί των ερωτημάτων αυτών διατύπωσαν τις απόψεις τους η καθής στην κύρια δίκη, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Στο περιεχόμενο των απόψεών τους θα αναφερθώ στο μέρος Β των προτάσεών μου.
Β -
Κατά την άποψη μου επιβάλλεται να γίνουν σχετικά οι εξής παρατηρήσεις.
1.
Ας μου επιτραπεί καταρχάς να αναφερθώ σε δύο αποφάσεις του Bundesarbeitsgericht της 17ης Απριλίου 1985, τις οποίες μας διαβίβασε το εν λόγω δικαστήριο και οι οποίες έχουν σημασία για το ποια είναι η πρακτική που ακολουθείται σήμερα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με κριτήρια του είδους που ενδιαφέρουν εδώ ή πώς θα διαμορφωθεί στο μέλλον η πρακτική αυτή, υπό την επίδραση της νομολογίας ανωτάτων δικαστηρίων. Οι αποφάσεις αυτές έχουν σημασία, διότι τέτοιες σκέψεις που αφορούν την πρακτική έχουν σημασία — όπως είδαμε — για το παραπέμπον δικαστήριο. Από τη δικογραφία δεν προκύπτει αν το παραπέμπον δικαστήριο είχε υπόψη του τις αποφάσεις αυτές. Είναι λοιπόν χρήσιμο να αναφερθώ στο περιεχόμενό τους.
Οι δύο αποφάσεις αφορούν τη συλλογική σύμβαση για την τυπογραφική βιομηχανία, της 1ης Απριλίου 1980, δηλαδή σύμβαση προηγούμενη εκείνης στην οποία αναφέρεται η κύρια δίκη. Και στις δύο περιπτώσεις το ζήτημα είναι αν οι αιτούσες εκτελούν βαριά εργασία κατά την έννοια της μισθολογικής κατηγορίας IV και μπορούν να προβάλουν αντίστοιχες αξιώσεις ( στο οποίο τελικά δόθηκε αρνητική απάντηση). Το ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με την έννοια « βαριά σωματική εργασία » είναι ότι, κατά την άποψη του Bundesarbeitsgericht σημασία έχει η καταβολή μεγάλης μυϊκής δυνάμεως. Καθοριστική — όπως αναφέρεται στις με την ίδια διατύπωση αποφάσεις — είναι η προκαλούμενη φυσική κόπωση, και εν προκειμένω έχει σημασία η κατανάλωση ενεργείας, ο ρυθμός, η ταχύτητα και η διάρκεια των κινήσεων και η αναγκαία στάση του σώματος. Αν ληφθούν ως βάση αυτά ( καθώς και η συχνή μετακίνηση μικρού βάρους αντικειμένων επί μακρό χρονικό διάστημα) δεν συντρέχει, κατά την άποψη του δικαστηρίου, κίνδυνος άνισης μεταχειρίσεως γυναικών και ανδρών, απαγορευμένης από το άρθρο 3 του Θεμελιώδους Νόμου. Αυτό ισχύει, πράγματι, όπως τόνισε επίσης το δικαστήριο, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνεται υπόψη η μικρότερη σωματική δύναμη των γυναικών, όταν δηλαδή για τις γυναίκες λαμβάνονται μικρότερα αξιολογικά κριτήρια σωματικής καταπονήσεως και εφαρμόζονται μικρότεροι μέσοι όροι καταβολής ενεργείας.
Συνεπώς είναι σαφές ότι το Bundesarbeitgericht στη νομολογία του χρησιμοποιεί προφανώς τη δεύτερη από τις τέσσερις δυνατότητες που εκθέτει το παραπέμπον δικαστήριο στο πλαίσιο του δεύτερου ερωτήματός του ( 2 ) την οποία — ως γνωστόν — το παραπέμπον δικαστήριο θεωρεί ότι είναι απαράδεκτη σε σχέση με την επιταγή της ίσης μεταχειρίσεως. Στη Διάταξη του τονίζεται: « Η δεύτερη εναλλακτική δυνατότητα είναι ασυμβίβαστη με την αρχή της ισότητας των αμοιβών» (παραπεμπτική Διάταξη σ. 15).
2.
Στρεφόμενος, τώρα, προς το πρώτο από τα υποβληθέντα ερωτήματα, το πρόβλημα δηλαδή αν από την οδηγία του Συμβουλίου προκύπτει ότι _ δεν επιτρέπεται η διαφοροποίηση, στο πλαίσιο των συστημάτων επαγγελματικής κατατάξεως, ανάλογα με το χαρακτήρα της εργασίας ως βαριάς και τη μυϊκή προσπάθεια, πρέπει καταρχάς να αναφέρω ότι κατά την άποψη της καΟής στην κύρια δίκη πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Η τελευταία υποστηρίζει ότι οι απαιτήσεις των συνθηκών εργασίας επιβάλλουν τη χρησιμοποίηση παρομοίων κριτηρίων διαφορετικά η διάρθρωση των αμοιβών δεν θα ήταν δίκαιη. Τονίζει όμως, επίσης, ότι δεν πρέπει εν προκειμένω να απομονωθούν ορισμένα είδη μυϊκής προσπάθειας και πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνεται υπόψη ότι υπάρχει μυϊκή προσπάθεια ακόμη και στην περίπτωση καθιστικής εργασίας ή εργασίας με τα δάχτυλα.
Ίδια είναι και η άποψη που διατύπωσε η βρετανική κυβέρνηση. Κατά τη γνώμη της δεν επιτρέπεται να μη ληφθούν υπόψη κριτήρια κατατάξεως σύμφωνα με τα οποία το ένα φύλο πρέπει να θεωρείται ως ικανότερο, όταν μια αντικειμενική εκτίμηση της εργασίας το επιβάλλει. Διαφορετική κρίση θα είχε ως αποτέλεσμα, κατά τη βρετανική κυβέρνηση, να αγνοείται η πραγματικότητα και να γίνονται ανεκτές διακρίσεις σε βάρος του ικανότερου φύλου ( πρόθεση που δεν μπορεί να αποδοθεί στους συντάκτες της οδηγίας). Η βρετανική κυβέρνηση αμφιβάλλει, πάντως, για το αν υπάρχει πράγματι η τάση, στην πρακτική που ακολουθείται στη Γερμανία, να μη λαμβάνεται υπόψη, κατά την εφαρμογή κριτηρίων του είδους που ενδιαφέρει εδώ, η κίνηση μικρών μυϊκών συστημάτων και κατά συνέπεια να μη δίνεται η πρέπουσα σημασία σε δραστηριότητες που ασκούνται κυρίως από άτομα του ενός φύλου.
Τέλος, μπορεί ακόμα να λεχθεί ότι στην ίδια γραμμή βρίσκεται και η άποψη της Em-τροπής, θέλω δε να προσθέσω αμέσως ότι αυτή είναι και η δκή μου εκτίμηση.
Πράγματι, αυτό προκύπτει άμεσα από την εξέταση της συνολικής ρυθμίσεως του άρθρου 1 της οδηγίας που παρέθεσα πιο πάνω. Αυτό το άρθρο προβλέπει ότι τα συστήματα επαγγελματικής κατατάξεως πρέπει να χρησιμοποιούν τα ίδια κριτήρια για άνδρες και γυναίκες εργαζόμενους και επιπροσθέτως ότι τα συστήματα αυτά πρέπει να έχουν διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείουν τη δημιουργία διακρίσεων λόγω φύλου.
Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει παρά ότι οι διακρίσεις δεν θα αποκλειστούν μόνο από την εφαρμογή κοινών κριτηρίων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της συλλογικής συμβάσεως την οποία αφορά η κύρια δίκη. Δεν χρειάζεται — με άλλα λόγια — το κάθε επιμέρους κριτήριο να έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείονται διακρίσεις, αλλά αντιθέτως το όλο σύστημα πρέπει να έχει διαμορφωθεί προς επίτευξη του σκοπού αυτού.
Αν συνεπώς με κοινά κριτήρια, όπως αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση (μυϊκή προσπάθεια, χαρακτήρας της εργασίας ως βαριάς ), προκύψει ότι παρά τα κριτήρια εφαρμογής που διατύπωσε ενδεικτικά το Bundesarbeitsgericht υπάρχει ορισμένη δυσμενέστερη αντιμετώπιση των γυναικών στον περιορισμένο αυτό τομέα, αυτό δεν συνεπάγεται, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την οδηγία, το απαράδεκτο της εφαρμογής παρομοίων κριτηρίων. Εκείνο που έχει αντιθέτως σημασία είναι αν, σύμφωνα με το όλο σύστημα της συμβάσεως, μπορεί να υπάρξει άνιση μεταχείριση ή αν, γενικώς, κατά την επιλογή, διατύπωση και στάθμιση των γενικών κριτηρίων ακολουθείται μια πρακτική που αποφεύγει τη δημιουργία διακρίσεων λόγω του φύλου. Αν ορισμένες εργασίες εκτελούνται ευκολότερα από τους άνδρες, θα πρέπει να εξισορροπούνται από άλλες ομοίως αμειβόμενες εργασίες που εκτελούνται ευκολότερα από τις γυναίκες, ώστε, γενικώς, στο πλαίσιο της συμβάσεως, άνδρες και γυναίκες να έχουν τις ίδιες επαγγελματικές προοπτικές.
Από απόψεως κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να λεχθεί τίποτε περισσότερο. Όλες τις υπόλοιπες απαιτούμενες διαπιστώσεις — όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της οδηγίας — οφείλει να τις κάνει το παραπέμπον δικαστήριο. Σ' αυτό δηλαδή εναπόκειται να αποφασίσει αν η εν λόγω συλλογική σύμβαση ανταποκρίνεται στα κριτήρια αυτά.
3.
Με το δεντερο ερώτημα το Arbeitsgericht επιθυμεί να διευκρινιστεί αν είναι ορθή η άποψη προς την οποία κλίνει, ότι, δηλαδή, από την οδηγία συνάγεται ότι, προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο μια εργασία απαιτεί μυϊκή προσπάθεια και είναι βαριά, πρέπει να ληφθεί σαν βάση αν αυτό συμβαίνει με τις γυναίκες.
Η καΰής στην κύρια δίκη υποστηρίζει ότι — αν γίνει δεκτό ότι σημασία έχει η εκτελούμενη εργασία και όχι ο χαρακτηρισμός μιας εργασίας — η οδηγία δεν απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στις γυναίκες ή να ισχύουν διαφορετικές έννοιες για άνδρες και γυναίκες. Οι μισθοί που θα προέκυπταν κατ' αυτό τον τρόπο θα ήταν ασυμβίβαστοι με την επιταγή της ίσης μεταχειρίσεως.
Την ίδια άποψη έχει και η βρετανική κυβέρνηση. Υποστηρίζει ότι, αφενός, από το γεγονός ότι στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας γίνεται λόγος για εργασία ίσης αξίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εκτίμηση πρέπει να γίνεται κάθε φορά σύμφωνα με τη σωματική δύναμη που πρέπει να καταβάλλουν οι άνδρες και οι γυναίκες.
Αν πράγματι η άποψη αυτή θεωρηθεί ορθή, οι εργοδότες δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν ειδικά ύψη μισθών για εργασίες που απαιτούν αυξημένη μυϊκή προσπάθεια, αλλά θα έπρεπε να χορηγούν σε πολλούς εργαζομένους τον υψηλότερο μισθό. Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι αυτή ήταν η πρόθεση των συντακτών της οδηγίας.
Κατά τη βρετανική κυβέρνηση, η οδηγία επιτρέπει πλήρως τον καθορισμό επιπέδων αμοιβής ανάλογα με τη μυϊκή προσπάθεια και το χαρακτήρα της εργασίας ως βαριάς και την αναφορά στις ανδρικές ικανότητες ως αξιολογικών κριτηρίων, όταν αυτές πράγματι αντιστοιχούν στις αντικειμενικώς απαιτούμενες για την εκτέλεση μιας εργασίας προσπάθειες. Σημασία, επομένως, έχει αν για τις εκτιμήσεις αυτές συντρέχουν αντικειμενικώς δικαιολογημένοι λόγοι. Αν υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, και μια εργασία απαιτεί πράγματι ιδιαίτερες προσπάθειες, τότε πρέπει να προβλέπεται και υψηλότερος μισθός, σύμφωνα με τα αντίστοιχα κριτήρια, διότι αυτό είναι οικονομικώς απαραίτητο για την πρόσληψη των αριθμητικώς περιορισμένων προσώπων που είναι κατάλληλα να αναλάβουν την εκτέλεση παρομοίων εργασιών.
Η Επιτροπή αναφέρει, τέλος, ότι η οδηγία περιορίζεται να διατυπώσει την αρχή ότι τα συστήματα επαγγελματικής κατατάξεως πρέπει να διαμορφώνονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείονται διακρίσεις λόγω φύλου˙ επιβάλλεται, συνεπώς, οι ρυθμίσεις, στο σύνολο τους, να μη συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις και να είναι διαμορφωμένες κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι επιμέρους αποφάσεις κατατάξεως να συμβιβάζονται με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Από την οδηγία όμως — η οποία στηρίζεται στην αρχή ότι η συγκεκριμένη εφαρμογή επαφίεται στον έλεγχο των εθνικών δικαστηρίων (όπως ορίζει το άρθρο 2 ) — δεν μπορεί να συναχθεί καμία συγκεκριμένη επιταγή σύμφωνα με την οποία το κριτήριο της κατατάξεως που αφορά τη « μυϊκή προσπάθεια » πρέπει να εφαρμόζεται με βάση αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στις γυναίκες. Εν πάση περιπτώσει μπορεί να λεχθεί σχετικώς ότι η εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και η επιταγή της αποφυγής δυσμενούς μεταχειρίσεως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ευρύτερη ή την κατά κύριο λόγο χρησιμοποίηση αξιολογικών κριτηρίων που αναφέρονται στις γυναίκες κατά την κρίση συγκεκριμένων περιπτώσεων.
Σε ό,τι αφορά τα προβλήματα που συνδέονται με το δεύτερο ερώτημα είναι απολύτως σαφή τα όσα σχετικά εκθέτει το παραπέμπον δικαστήριο, ότι, δηλαδή, μπορεί να προκύψουν δυσμενείς διακρίσεις για τις γυναίκες όχι μόνο όταν — κατά τη χρησιμοποίηση των κριτηρίων κατατάξεως που αφορούν το « χαρακτήρα της εργασίας ως βαριάς » και τη « μυϊκή προσπάθεια » — λαμβάνονται υπόψη αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στους άνδρες ή και, κατά μέσο όρο, κοινά για τα δύο φύλα αξιολογικά κριτήρια ( οπότε οι γυναίκες, όπως ορθώς παρατηρεί η βρετανική κυβέρνηση, έχουν κατά κανόνα μεγαλύτερες δυσκολίες να ανταποκριθούν στην απαιτούμενη εργασία), αλλά και όταν — κατά τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht — λαμβάνονται υπόψη μόνο για τις γυναίκες ιδιαίτερα αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται σ' αυτές. Πράγματι, επειδή για τις γυναίκες τίθεται ζήτημα υψηλότερης κατατάξεως ακόμα και όταν καταβάλλουν μικρότερες προσπάθειες, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ότι οι γυναίκες έχουν μειωμένες πιθανότητες προσβάσεως σε τέτοιου είδους εργασίες, διότι προτιμώνται γι' αυτές άνδρες, αμειβόμενοι με μικρότερο μισθό, λόγω της μικρότερης μυϊκής προσπάθειας που καταβάλλουν.
Αν, τώρα, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου (καθοριστικά είναι μόνο τα αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στις γυναίκες), δεν πρέπει πάντως να παραβλέπεται ότι αυτό μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα ότι, πέρα από ένα όχι τόσο υψηλό επίπεδο — με βάση αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στους άνδρες — εργασίας που απαιτεί μυϊκή προσπάθεια, δεν υπάρχει πλέον καμία διαφοροποίηση. Η διαφοροποίηση αυτή όμως μπορεί να είναι απολύτως απαραίτητη για τον καθορισμό δίκαιης και ανάλογης αμοιβής, διότι διαφορετικά δεν θα υπήρχαν πλέον ενδιαφερόμενοι, όπως είναι ευνόητο, για εξαιρετικά βαριές εργασίες.
Μπορεί να υποτεθεί ότι κατά την κατάρτιση της οδηγίας είχε γίνει αντιληπτή η ύπαρξη παρομοίων προβλημάτων και ότι γι' αυτό το λόγο δεν περιελήφθη κανένας λεπτομερής κανόνας σχετικά με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά τη διαμόρφωση των κριτηρίων κατατάξεως. Στην πραγματικότητα, το μόνο που συνάγεται από την οδηγία — και στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής — είναι η γενική αρχή ότι ένα σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως στο σύνολό του δεν πρέπει να δημιουργεί διακρίσεις ( πράγμα που θα μπορούσε, για παράδειγμα, να συμβεί — όπως τόνισε η βρετανική κυβέρνηση — όταν στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος τονίζονται υπερβολικώς κριτήρια όπως ο χαρακτήρας της εργασίας ως βαριάς και η μυϊκή προσπάθεια σε βάρος άλλων κριτηρίων). Από την οδηγία συνάγεται επίσης ότι στις επιμέρους περιπτώσεις πρέπει να επιδιώκεται η επίτευξη του σκοπού της αποφυγής των διακρίσεων και στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής δεν πρέπει να αποκλείεται — όπως επίσης τόνισε η Επιτροπή — ότι στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται κριτήρια όπως αυτά της κύριας δίκης μπορούν να εφαρμοστούν ενδεχομένως αξιολογικά κριτήρια που αναφέρονται στις γυναίκες.
Επί του δευτέρου ερωτήματος, όπως αυτό έχει διατυπωθεί, δύσκολα μπορεί να προστεθεί κάτι άλλο' αυτό σημαίνει ότι δεν είναι, κατά την άποψη μου, δυνατό η απάντηση σ' αυτό να είναι γενικώς καταφατική.
4.
Ως προς το τρίτο ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, η μόνη δυνατή απάντηση — και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επαναλάβω το ερώτημα — είναι αυτή που πρότεινε η Επιτροπή.
Ως βάση πρέπει να ληφθεί το γεγονός ότι η οδηγία δεν περιέχει την αρχή ότι, κατά την εφαρμογή του κριτηρίου της μυϊκής προσπά-θειας/καταπόνησης ή του κριτηρίου του χαρακτήρα της εργασίας ως βαριάς, σημασία έχει το κατά πόσο η εργασία απαιτεί την καταβολή μυϊκής προσπάθειας από γυναίκες ή τις καταπονεί, ή το κατά πόσο είναι δύσκολη για γυναίκες. Από αυτό συνάγεται περαιτέρω ότι δεν επιβάλλεται να γίνεται αυτό σαφές στο πλαίσιο ενός συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως.
Αν σε μια συγκεκριμένη περίπτωση προκύψει — σε συμφωνία με την Επιτροπή — ότι η δυσμενής διάκριση σε βάρος των γυναικών μπορεί να αποφευχθεί μόνο όταν ληφθούν ως βάση οι ικανότητές τους, ανακύπτει το ερώτημα — όταν αυτό δεν προβλέπεται ρητώς — αν η ρύθμιση αυτή επιτρέπει μια ερμηνεία με την οποία να αποφεύγονται δυσμενείς διακρίσεις. Αν αυτό συμβαίνει, τότε τίποτα δεν εμποδίζει την εφαρμογή κριτηρίων που να μη συνεπάγεται διακρίσεις, και επομένως τίποτα δεν αντιτίθεται, από τη σκοπιά της οδηγίας, στο σύστημα αυτό. Αν, αντιθέτως, αυτό δεν συμβαίνει και δεν μπορεί, επομένως, με την κατάλληλη ερμηνεία να αποφευχθεί η δημιουργία διακρίσεων στη συγκεκριμένη περίπτωση, τότε δεν απομένει παρά να γίνει δεκτό ότι το σύστημα αυτό είναι ασυμβίβαστο με την οδηγία και πρέπει να τροποποιηθεί, έτσι ώστε να καθοριστούν σαφή κριτήρια που να μη θέτουν σε δυσμενέστερη θέση τις γυναίκες.
Με αυτό ειπώθηκε και για το τρίτο ερώτημα κάθε τι που ήταν αναγκαίο.
Γ —
Κατά συνέπεια προτείνω να δοθεί η ακόλουθη προδικαστική απάντηση στα ερωτήματα του Arbeitsgericht:
1)
Η οδηγία της 10ης Φεβρουαρίου 1975 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών δεν αντιτίθεται στη θέσπιση συστήματος επαγγελματικής κατατάξεως που διαφοροποιεί ανάλογα με το αν μια εργασία απαιτεί μυϊκή προσπάθεια και προκαλεί μυϊκή κόπωση ή ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως βαριάς, όταν στο σύνολό του το σύστημα είναι διαμορφωμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείονται διακρίσεις λόγω φύλου.
2)
Η εν λόγω οδηγία δεν περιέχει καμία γενική αρχή σύμφωνα με την οποία προκειμένου να κριθεί αν μια εργασία απαιτεί μυϊκή προσπάθεια ή προκαλεί μυϊκή κόπωση ή αν αυτή είναι ή όχι βαριά, σημασία έχει αποκλειστικώς ή προεχόντως το κατά πόσο απαιτεί προσπάθεια εκ μέρους των γυναικών ή είναι βαριά γι' αυτές. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει, προς αποφυγή δυσμενέστερης μεταχειρίσεως των γυναικών κατά την κατάταξη τους, να λαμβάνονται, σε ιδιαίτερο βαθμό, υπόψη οι φυσικές τους ικανότητες.
3)
Σύστημα επαγγελματικής κατατάξεως που χρησιμοποιεί το κριτήριο της μυϊκής προσπάθειας/κόπωσης ή το κριτήριο του χαρακτήρα της εργασίας ως βαριάς χωρίς να διευκρινίζει ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο η εργασία απαιτεί μυϊκή προσπάθεια από τις γυναίκες ή προκαλεί μυϊκή κόπωση ή είναι βαριά γι' αυτές, συμβιβάζεται με τις αρχές της εν λόγω οδηγίας. Διαφορετική μπορεί να είναι η περίπτωση όταν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, απαιτείται διαφοροποίηση μεταξύ των φυσικών ικανοτήτων ανδρών και γυναικών προκειμένου να αποφευχθούν διακρίσεις λόγω φύλου, αλλά φαίνεται αδύνατη μια προς αυτή την κατεύθυνση ερμηνεία του σχετικού συστήματος.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Οι υπογραμμίσεις δικές μου.
( 2 ) Βλέπε ανωτέρω, σ. 2104.
Full & Egal Universal Law Academy