ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 8ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Irish Grain Board (Trading) Ltd (στο εξής: Irish Grain) και του Υπουργού Γεωργίας, το Supreme Court της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας σας ζητεί να ερμηνεύσετε δύο κοινοτικές πράξεις: τον κανονισμό 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192), και τον κανονισμό 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (στο εξής: ΝΕΠ) (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14). Ειδικότερα, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν και υπό ποίες προϋποθέσεις ένας έμπορος δικαιούται να του καταβληθούν ΝΕΠ για την εισαγωγή σιτηρών, για τα οποία δεν έχει πλήρως αποδειχτεί ότι πράγματι εισήλθαν στο κύκλωμα της οικονομίας του κράτους εισαγωγής.
Μεταξύ Δεκεμβρίου 1977 και Ιουλίου 1978, η Irish Grain — εταιρία με τη μορφή Industrial and Provident Society, η οποία αγοράζει σιτηρά από τα μέλη της και τα εμπορεύεται για λογαριασμό τους — εξήγαγε από την Ιρλανδία εμπόρευμα προοριζόμενο για πέντε αγοραστές στη Βόρεια Ιρλανδία. Κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα εισπράττονταν ΝΕΠ κατά την εξαγωγή από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας προς το Ηνωμένο Βασίλειο και χορηγούνταν ΝΕΠ κατά την εισαγωγή στο τελευταίο αυτό κράτος. Μεταξύ των δύο χωρών ίσχυε τότε η συμφωνία που προβλέπεται από το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71, δυνάμει της οποίας το κράτος εξαγωγής καταβάλλει το ΝΕΠ που θα έπρεπε να χορηγήσει το κράτος εισαγωγής' η Irish Grain ζήτησε, συνεπώς, από το Υπουργείο Γεωργίας (το οποίο στην Ιρλανδία αποτελεί τον οργανισμό παρεμβάσεως) την καταβολή των ΝΕΠ για την επίδικη εισαγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν αμφισβητείται ότι ο εκπρόσωπος της Irish Grain, ο οποίος υπέβαλε τις σχετικές τελωνειακές διασαφήσεις, συμπλήρωσε δεόντως τα δικαιολογητικά που επιβάλλει η ρύθμιση η σχετική με τα ΝΕΠ και με την εξαγωγή των υπό κρίση σιτηρών. Μεταξύ των δικαιολογητικών αυτών περιλαμβανόταν και το αντίτυπο ελέγχου Τ5, με το οποίο διευκρινιζόταν ότι τα σιτηρά « προορίζονται να τεθούν στην κατανάλωση στη Βόρεια Ιρλανδία ».
Ο οργανισμός παρεμβάσεως κατέβαλε αμέσως στην Irish Grain τα ΝΕΠ τα σχετικά με τα σιτηρά που είχαν εξαχθεί με τα φορτηγά της εταιρίας ή από μεταφορείς που ενεργούσαν για λογαριασμό τηςέκρινε όμως αναγκαίο να διενεργήσει διοικητική εξέταση σχετικά με τα σιτηρά που είχαν μεταφερθεί από μεταφορείς που ενεργούσαν για λογαριασμό των βορειο-ιρλανδών αγοραστών. Οι βρετανικές τελωνειακές αρχές, στις οποίες ανατέθηκε η διενέργεια της εξέτασης, δεν μπόρεσαν να αποφανθούν με βεβαιότητα αν το εμπόρευμα είχε εισκομιστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο για να διατεθεί εκεί στο εμπόριο και κατά συνέπεια ο Υπουργός Γεωργίας της Ιρλανδίας αρνήθηκε να καταβάλει τα ΝΕΠ.
Τότε η Irish Grain προσέφυγε κατά του οργανισμού παρεμβάσεως ενώπιον του High Court της Ιρλανδίας, ζητώντας να καταδικαστεί να της καταβάλει τα ΝΕΠ που της όφειλε, τα οποία ανέρχονταν σε περισσότερες από 138000 IRL. Με αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1981 και της 19ης Ιουλίου 1982, το High Court έκρινε ότι οι βορειο-ιρλανδοί αγοραστές, ή τουλάχιστον ορισμένοι απ' αυτούς, ήταν ένοχοι απατών και παρανομιών. Δέχτηκε όμως ότι η Irish Grain δεν είχε με κανέναν τρόπο συνεργήσει σ' αυτές τις ατασθαλίες ούτε τελούσε εν γνώσει τους' αναγνώρισε επομένως το δικαίωμά της να εισπράξει τα ΝΕΠ και διέταξε τον Υπουργό να τα καταβάλει, απορρίπτοντας πάντως το αίτημα της προσφεύγουσας περί επιδικάσεως και των σχετικών τόκων.
Ο Υπουργός όμως προσέβαλε την απόφαση της 19ης Ιουλίου 1982 ενώπιον του Supreme Court, ισχυριζόμενος ότι η εξέταση που είχαν διενεργήσει ot βρετανικές αρχές και η κρίση του High Court περί των απατών και των παρανομιών των αγοραστών δικαιολογούσαν την άρνησή του να καταβάλει τα ΝΕΠ, όπως αξίωνε η Irish Grain, έως ότου αποδειχτεί ότι το εμπόρευμα είχε τεθεί στην κατανάλωση στο έδαφος του κράτους εισαγωγής. Ο οργανισμός παρεμβάσεως στήριξε την επιχειρηματολογία του σε μια σειρά από κοινοτικές διατάξεις και ειδικότερα στο άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), και στα άρθρα 11 και 16 του κανονισμού 1380/75.
Η Irish Grain, αντιθέτως, υποστήριξε ότι ο Υπουργός δεν μπορούσε να της αρνηθεί την καταβολή των ΝΕΠ. Παρατήρησε ειδικότερα ότι η συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Ιρλανδίας κατά την έννοια του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1112/73 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 160), καθιστούσε το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 ανενεργό στην προκειμένη περίπτωση: πράγματι, εφόσον ο οργανισμός παρεμβάσεως ενεργεί ως πληρεξούσιος του κράτους εισαγωγής, δεν μπορεί παρά να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Εξάλλου, η Irish Grain ζήτησε ακόμα να της καταβληθούν οι τόκοι επί των ΝΕΠ από την ημερομηνία που είχε ζητήσει αρχικά την καταβολή τους και ισχυρίστηκε ότι είχε δικαίωμα να της γίνει η καταβολή σε βρετανικό και όχι σε ιρλανδικό νόμισμα.
Υπό το φως αυτών των επιχειρημάτων και θεωρώντας ότι η επίλυση της διαφοράς καθιστά αναγκαία την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων, το Supreme Court κίνησε το μηχανισμό του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συνεπώς, με Διάταξη της 25ης Ιουνίου 1985, αποφάσισε να αναβάλει τη δίκη και να σας υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
α)
Στην περίπτωση που οφείλει να καταβάλει νομισματικά εξισωτικά ποσά για εμπορεύματα που εξάγονται σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τους σχετικούς κοινοτικούς κανονισμούς και το κοινοτικό δίκαιο που διέπει την καταβολή τέτοιων ΝΕΠ [και ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 38 έως 45 της Συνθήκης ΕΟΚ, τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 947/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, όπως έχει τροποποιηθεί, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, όπως έχει τροποποιηθεί, και τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3094/76 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1976], έχει ένα κράτος μέλος την εξουσία να αρνηθεί την καταβολή όταν τα εν λόγω εμπορεύματα δεν τέθηκαν σε κυκλοφορία εντός του κράτους μέλους εισαγωγής λόγω απάτης ή άλλης παρανομίας εκ μέρους των αγοραστών των εν λόγω εμπορευμάτων, παρά το γεγονός ότι τηρήθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις, εκδόθηκαν τα απαιτούμενα έντυπα Τ5, ο δε « εξαγωγέας » ή « ενδιαφερόμενος », κατά την έννοια των προαναφερθέντων κανονισμών, ενήργησε καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα καλή τη πίστει ως προς την εν λόγω συναλλαγή;
β)
Έχει ένα κράτος μέλος την εξουσία να αρνείται την καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών που ζητούνται λόγω της εξαγωγής εμπορευμάτων σε άλλο κράτος μέλος, έως ότου ο αιτών αποδείξει ότι οι συναλλαγές αυτές όντως πραγματοποιήθηκαν και εκτελέστηκαν ορθώς σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανονισμούς και το κοινοτικό δίκαιο, τούτο δε παρά την προσκόμιση των απαιτουμένων εντύπων Τ5 και παρά την καλή πίστη του ίδιου του αιτούντος;
γ)
Όταν η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν τα κατέβαλε εντός δύο μηνών από την παραλαβή του πλήρους φακέλου των δικαιολογητικών για το λόγο ότι έθεσε σε κίνηση διοικητική εξέταση λόγω αμφιβολιών ως προς τα εν λόγω δικαιολογητικά, έχει το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, την έννοια ότι επιβάλλει στην εν λόγω αρμόδια αρχή να καταβάλει τόκους επί των νομισματικών εξισωτικών ποσών και, αν ναι, από ποια ημερομηνία και με τι επιτόκιο;
δ)
Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος υποχρεούται, κατά τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 974/71 να επιβάλλει εισφορά λόγω εξαγωγής, δυνάμει δε συμφωνίας που συνήψε με άλλο κράτος μέλος κατά το άρθρο 2α του προαναφερθέντος κανονισμού 974/71 καταβάλλει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που χορηγεί εκείνο το κράτος μέλος εισαγωγής για τις εισαγωγές, εφόσον υπερβαίνουν την εισφορά, έτσι ώστε το ποσό που καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο να είναι το υπερβάλλον του νομισματικού εξισωτικού ποσού έναντι της εισφοράς, έχουν τα άρθρα 2α του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 974/71 του Συμβουλίου και 8 του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής την έννοια ότι παρέχουν στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να πληρωθεί στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής, το οποίο χορηγεί το νομισματικό εξισωτικό ποσό;
2.
Δεδομένου ότι έχουν εκδοθεί πολυάριθμες αποφάσεις στον τομέα αυτό, θα υπομνήσω σε γενικές μόνο γραμμές τη ρύθμιση τη σχετική με τα ΝΕΠ στην οποία αναφέρονται τα ερωτήματα. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 509/73 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 48 ), « όταν, για τις εμπορικές συναλλαγές, ένα κράτος μέλος αποδέχεται για το νόμισμα του τιμή συναλλάγματος που υπερβαίνει, προς τα άνω ή προς τα κάτω, το όριο διακυμάνσεως που επιτρέπεται από την ισχύουσα διεθνή ρύθμιση της 12ης Μαΐου 1971, α) το κράτος ... του οποίου το νόμισμα έχει υπερτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως, εισπράττει κατά την εισαγωγή και χορηγεί κατά την εξαγωγή, β) το κράτος... του οποίου το νόμισμα έχει υποτιμηθεί πέραν του ορίου διακυμάνσεως, εισπράττει κατά την εξαγωγή και χορηγεί κατά την εισαγωγή, εξισωτικά ποσά για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά τις συναλλαγές με τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες ».
Στην περίπτωση του στοιχείου β ), τα σχετικά ΝΕΠ κανονικά εισπράττονται ή χορηγούνται αντιστοίχως από το κράτος εξαγωγής, αφού ολοκληρωθούν οι τελωνειακές διατυπώσεις και το προϊόν έχει εγκαταλείψει το έδαφός του (βλέπε το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1380/75). Κατά τις διατάξεις αυτές πάντα, τα ΝΕΠ, αντιθέτως, που χορηγούνται ή εισπράττονται λόγω εισαγωγής καταβάλλονται ή εισπράττονται από το κράτος εισαγωγής. Το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71 παρέχει, ωστόσο, την ευχέρεια στο κράτος εξαγωγής και στο κράτος εισαγωγής να συμφωνήσουν ότι το πρώτο θα πραγματοποιεί την καταβολή των ΝΕΠ τα οποία οφείλει το δεύτερο. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι « όταν ένα προϊόν που εξάγεται από ένα κράτος ... εισάγεται σ' ένα κράτος ... το οποίο πρέπει να χορηγήσει εξισωτικό ποσό κατά την εισαγωγή, το κράτος ... εξαγωγής δύναται, κατόπιν συμφωνίας με το κράτος ... εισαγωγής, να πληρώσει το ... ποσό που θα έπρεπε να χορηγήσει το τελευταίο.. Το ... ποσό μετατρέπεται βάσει της τιμής συναλλάγματος τοις μετρητοίς των ( αντιστοίχων ) νομισμάτων ..., η οποία διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα καθορισθεί ».
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης αυτής ορίζονται στο άρθρο 11 του κανονισμού 1380/75. Στην παράγραφο 2, πρώτο εδάφιο, ορίζεται ότι « η καταβολή από το εξάγον κράτος ... του ΝΕΠ που θα έπρεπε να χορηγηθεί από το εισάγον κράτος ... υπόκειται στην προσκόμιση της αποδείξεως εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εισαγωγής και εισπράξεως των δασμών και τελών ισοδυνάμου αποτελέσματος που είναι απαιτητοί στο εισάγον κράτος ... ». Στο δεύτερο εδάφιο προστίθεται ότι « η απόδειξη ... παρέχεται με την προσκόμιση του αντιτύπου ελέγχου » που προβλέπεται από το άρθρο 1 του κανονισμού 2315/69 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1969, περί της χρησιμοποιήσεως των εγγράφων κοινοτικής διαμετακομίσεως για την εφαρμογή κοινοτικών μέτρων για τον έλεγχο της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού των εμπορευμάτων ( GU 1969, L 295, σ. 14 ). Πάνω στο έγγραφο αυτό,που αποκαλείται Τ5, πρέπει να αναγράφονται ορισμένα στοιχεία που αναφέρει ο κανονισμός ως υποχρεωτικά.
Άλλες δύο γενικές διατάξεις του κανονισμού 1380/75 παρουσιάζουν ενδιαφέρον εν προκειμένω. Η πρώτη είναι το άρθρο 8, που αφορά το ύφος των ΝΕΠ και το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1, ότι « το ύψος του πληρωτέου ή εισπρακτέου ΝΕΠ είναι εκείνο που εφαρμόζεται είτε κατά την ημέρα της εξαγωγής είτε κατά την ημέρα της εισαγωγής » κατά την παράγραφο 5, η τελευταία συμπίπτει με την ημέρα « που λαμβάνεται υπόψη για τους δασμούς και την εισφορά ». Η δεύτερη διάταξη είναι το άρθρο 16 και αφορά την προθεσμία καταβολής. Ορίζει ότι όταν « οι αρμόδιες αρχές πρέπει να χορηγήσουν ΝΕΠ, η καταβολή πραγματοποιείται εντός προθεσμίας δύο μηνών, υπολογιζομενης από την ημέρα της καταθέσεως του πλήρους φακέλου, πλήν των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή των περιπτώσεων στις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια του ... φακέλου και αν η διοίκηση προέβη σε ανάκριση ( διοικητική εξέταση ) ».
Για να ολοκληρωθεί αυτή η επισκόπηση της οικείας κοινοτικής ρύθμισης, πρέπει να υπομνηστεί το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, κατά το οποίο « τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις (εθνικές) νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτούμενων από το Ταμείο (χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ) πράξεων, α )( να ) προλάβουν και διώξουν ανωμαλίες ( τις πλημμέλειες ), β ) ( να ) ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας ανωμαλιών ( πλημμελειών ) ή αμελειών ποσά... ».
Μια τελευταία παρατήρηση. Με το πρώτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3094/76, περί συμπληρωματικών τρόπων εφαρμογής των ΝΕΠ στις συναλλαγές μεταξύ της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 193 ) η διάταξη αυτή όμως, κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαρτούν τη χορήγηση του ΝΕΠ από ειδικές προϋποθέσεις προς αποφυγή παρανομιών, φαίνεται να είναι ξένη προς την υπό κρίση περίπτωση. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, τα ενδιαφερόμενα κράτη υποχρεούνται να ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή περί των μέτρων τα οποία θεσπίζουν. Στον τομέα δε των σιτηρών, οι ειδικές προϋποθέσεις, για τις οποίες έγινε λόγος, θεσπίστηκαν με συμφωνία που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 30 Μαΐου 1979, μετά δηλαδή τα επίδικα πραγματικά περιστατικά.
3.
To Supreme Court σας ζητεί καταρχάς να αποφανθείτε αν επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να αρνηθεί την καταβολή των ΝΕΠ, όταν, παρά τη νομότυπη τήρηση των τελωνειακών διατυπώσεων και την καλή πίστη του εξαγωγέα, παραμένουν αμφιβολίες ως προς το αν εισήλθαν πράγματι τα εμπορεύματα στο κύκλωμα της οικονομίας του κράτους εισαγωγής. Υπενθυμίζω ότι ο καθού στην κύρια υπόθεση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σας προτείνουν να απαντήσετε καταφατικά, ενώ υπέρ της αντίθετης λύσεως τάσσεται η Irish Grain.
Η ιρλανδική εταιρία προβάλλει τρία επιχειρήματα:
α)
η εξαγωγή αποτελεί ενιαία πράξη και δεν μπορεί να κατακερματιστεί σε δύο φάσεις' η τήρηση των διατυπώσεων εισαγωγής και η θεώρηση εισόδου που τίθεται επάνω στα έντυπα Τ5 από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής αποκλείουν εν πάση περιπτώσει την υπόθεση ότι τα εμπορεύματα δεν εισήλθαν στο εμπορικό κύκλωμα του τελευταίου
β)
η κοινοτική ρύθμιση και ειδικότερα το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1380/75 δεν επιβάλλουν να αποδεικνύεται η πραγματική εισκόμιση του εμπορεύματος στην εσωτερική αγορά'
γ)
από τη στιγμή που εξάγεται το εμπόρευμα, παύει να τελεί υπό τον έλεγχο του εξαγωγέα, ο οποίος δεν μπορεί πλέον να γνωρίζει την τύχη του.
Προς επίρρωση των απόψεων της αυτών επικαλείται τις αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 1980, υπόθεση 795/79, Handelmaatschappij Pesch & Co. BV, Jurispr. 1980, σ. 2705, και της 1ης Οκτωβρίου 1981, υπόθεση 196/80, Anglo-Irish Meat Company Ltd, Συλλογή 1981, σ. 2263. Πράγματι, με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, όταν η χώρα εξαγωγής ενεργεί ως πληρεξούσιος του κράτους εισαγωγής καταβάλλοντας αντ' αυτού τα ΝΕΠ, δεν έχει την εξουσία να επεμβαίνει στο ζήτημα των δικαιολογητικών που έχουν χορηγήσει οι τελωνειακές αρχές του πρώτου κράτους.
Η άποψη αυτή, την οποία συνόψισα, δεν με πείθει. Δεν έχει άδικο η Επιτροπή που θεωρεί ότι θα ήταν υπεραπλουστευτικό να επιλυθεί το επίμαχο πρόβλημα με βάση τη γραμματική απλώς ερμηνεία του άρθρου 11 (κατά το οποίο, υπενθυμίζω, ο εξαγωγέας δικαιούται να του καταβληθούν τα ΝΕΠ αφού αποδείξει ότι τήρησε τις διατυπώσεις εισαγωγής και ειδικότερα αφού προσκομίσει το έντυπο Τ5 ), ανεξάρτητα από την περαιτέρω τύχη του εξαχθέντος εμπορεύματος και — προσθέτω εγώ — την ενδεχόμενη αναξιοπιστία των προσκομισθέντων δικαιολογητικών. Η διάταξη αυτή πρέπει, πράγματι, να ερμηνευθεί συνεκτιμώ-μενη με οΑόκληρο το κείμενο του κανονισμού στον οποίο ανήκει ή, ακόμα καλύτερα, με ολόκληρη την κοινοτική ρύθμιση σχετικά με τα ΝΕΠ.
Ο κανονισμός 1380/75 όμως περιέχει μια άλλη διάταξη — το προαναφερθέν άρθρο 16 — που παρέχει στην αρμόδια αρχή την εξουσία να καθυστερήσει την καταβολή των ΝΕΠ στην περίπτωση που « υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια του καταρτισθέντος φακέλου » και έχει κινηθεί η διενέργεια εξετάσεως. Κατά μείζονα λόγο, επομένως, η αρμόδια αρχή οφείλει να θεωρεί ότι έχει εξουσία να αρνηθεί την καταβολή όταν η εξέταση — που δεν έχει απλώς « κινηθεί », αλλά έχει ήδη ολοκληρωθεί — έχει επιβεβαιώσει ότι ο φάκελος των δικαιολογητικών είναι αμφίβολης ακρίβειας. Η άρνηση αυτή είναι μάλιστα επιβεβλημένη, εφόσον γίνεται δεκτό ότι η διοίκηση υποχρεούται, αφενός, να εξακριβώσει ότι οι συναλλαγές που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο πραγματοποιήθηκαν όντως και πραγματοποιήθηκαν νομίμως και, αφετέρου, να προλάβει και να διώξει τις ενδεχόμενες παρανομίες ( άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 ).
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι σκοπός των ΝΕΠ είναι η εξασφάλιση ικανοποιητικής κυκλοφορίας των προϊόντων μεταξύ δύο κρατών που έχουν διαφορετικό επίπεδο τιμών, συνάγοντας απ' αυτό ότι το σχετικό σύστημα εφαρμόζεται α ) μόνο στα εμπορεύματα που πράγματι διακινούνται μεταξύ δύο κρατών, β ) μόνο αν η διαφορά που υφίσταται μεταξύ των τιμών του κράτους εξαγωγής και των τιμών του κράτους εισαγωγής αποτελεί οικονομικό παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις συναλλαγές ( απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1981, υπόθεση 250/80, Töpfer, Συλλογή 1981, σ. 2465 ).
Αν όμως αυτός είναι ο σκοπός των ΝΕΠ, αν δηλαδή « ο σκοπός των ΝΕΠ είναι να διορθώσουν τα αποτελέσματα των διακυμάνσεων των ασταθών τιμών συναλλάγματος οι οποίες, σ' ένα σύστημα οργάνωσης αγοράς των γεωργικών προϊόντων που στηρίζεται σε κοινές τιμές, είναι ικανές να διαταράξουν το εν λόγω εμπόριο» (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1985, υπόθεση 125/84, Continental Irish Meat Ltd, Συλλογή 1985, σ. 3441, σκέψη 16), είναι προφανές ότι τα ΝΕΠ εξακολουθούν να έχουν λόγο υπάρξεως μόνο εφόσον το εμπόρευμα φτάνει πράγματι στην αγορά της χώρας εισαγωγής, διότι μόνο τότε τίθεται ζήτημα διακυμάνσεως των ισοτιμιών. Από την άλλη πλευρά, όπως παρατήρησε στην υπόθεση Töpfer ο γενικός εισαγγελέας Capotorti, η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται αυτοδικαίως με τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων εκτελωνισμού. Η συμπλήρωση τους είναι αναγκαία για να εισαχθεί το προϊόν στην αγορά του κράτους εισαγωγής' αν όμως δεν συντρέχουν και ορισμένες περαιτέρω προϋποθέσεις, όπως η προσφορά του προϊόντος προς πώληση, δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος περί « συναλλαγών » που μπορούν να « διαταραχτούν ».
Αστήρικτο επίσης είναι το επιχείρημα της Irish Grain ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως, ο οποίος καταβάλλει τα ΝΕΠ δυνάμει συμφωνίας που προβλέπεται από το άρθρο 2α του κανονισμού 974/71, ενεργεί ως πληρεξούσιος του κράτους εισαγωγής και ότι συνεπώς δεν μπορεί να αρνηθεί την εκπλήρωση της υποχρέωσης του. Πράγματι, το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας στην υπόθεση Continental Irish Meat τη νομολογία που είχε επικαλεστεί η ιρλανδική εταιρία, δέχτηκε ότι ο ρόλος που ανατίθεται από τους κοινοτικούς κανόνες στους οργανισμούς παρεμβάσεως των κρατών μελών συνεπάγεται την παροχή ευρείας εξουσίας διαχειρίσεως του συστήματος: ειδικότερα, όταν ενεργεί βάσει του άρθρου 2α, ο οργανισμός έχει τις ίδιες αρμοδιότητες που διαθέτει και ως προς την είσπραξη του ΝΕΠ που οφείλεται για την εξαγωγή του εμπορεύματος από το έδαφος του κράτους του.
Τέλος, το γεγονός ότι η ύπαρξη πλημμέλειας εξαρτάται από τον άδικο χαρακτήρα της συμπεριφοράς κάποιου τρίτου μου φαίνεται ότι στερείται σημασίας ή, μάλλον, ότι είναι εγγενής στον επιχειρηματικό κίνδυνο που φέρει ο εξαγωγέας ο οποίος μπορεί να προστατευτεί απ' αυτό τον κίνδυνο προσθέτοντας την κατάλληλη ρήτρα στη σύμβαση την οποία συνάπτει με τον αγοραστή του εμπορεύματος.
4.
Με το δεύτερο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν το βάρος αποδείξεως της πραγματικής εισόδου του προϊόντος στο κύκλωμα της οικονομίας του κράτους εισαγωγής το φέρει αυτός που ζητεί τα ΝΕΠ ή ο οργανισμός παρεμβάσεως. Η Irish Grain — όπως είδαμε — υποστηρίζει ότι, για να δοθεί απάντηση, πρέπει να γίνει αναφορά στο άρθρο 11 του κανονισμού 1380/75. Πράγματι, η διάταξη αυτή θεωρεί αποφασιστικής σημασίας την προσκόμιση του εντύπου Τ5 και τη θεώρηση που θέτουν επάνω σ' αυτό οι τελωνειακές αρχές. Εφόσον τηρηθούν αυτές οι διατυπώσεις, ο εξαγωγέας έχει εκπληρώσει την υποχρέωση του: δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι υποχρεούται να αποδείξει ότι η σχετική πράξη πραγματοποιήθηκε όντως και εκτελέστηκε προσηκόντως.
Και αυτό όμως το επιχείρημα δεν λαμβάνει υπόψη το άρθρο 16, το οποίο, όπως ενθυμείστε, επιτρέπει στον οργανισμό παρεμβάσεως να κινήσει τη διενέργεια εξετάσεως σχετικά με την προσήκουσα εκτέλεση της συναλλαγής και την ακρίβεια του περιεχομένου των δικαιολογητικών. Πράγματι, μου φαίνεται προφανές ότι, αν η εξέταση αυτή δεν οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα, το βάρος να τα αποσαφηνίσει ή να τα διορθώσει, αποδεικνύοντας την άφιξη του προϊόντος στην αγορά του κράτους εισαγωγής, δεν μπορεί παρά να βαρύνει τον αιτούντα τη χορήγηση των ΝΕΠ.
Και ας μη λεχθεί ότι συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου η απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1985, υπόθεση 124/83, Corman (Συλλογή 1985, σ. 3777), κατά την οποία « εναπόκειται στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες επικαλούνται σφάλμα ως προς το περιεχόμενο... ( του αντιτύπου Τ5 ), να προσκομίσουν τη σχετική απόδειξη » ( σκέψη 50 ). Και τούτο διότι τα δεδομένα του προβλήματος στις δύο περιπτώσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Ενώ στην περίπτωση που μας απασχολεί η καταβολή δεν πραγματοποιήθηκε διότι από τη διενεργηθείσα εξέταση προέκυψε ότι τα τελωνειακά έγγραφα δεν συνιστούσαν επαρκή απόδειξη, στην υπόθεση Corman ο ανάλογος έλεγχος είχε αποδείξει την ακρίβεια των προσκομισθέντων εγγράφων, πράγμα που υποχρέωνε τις αρχές να ελευθερώσουν την ασφάλεια που είχε συστήσει η αγοράστρια επιχείρηση. Επειδή όμως ο εθνικός οργανισμός δεν είχε πειστεί από τα πορίσματα αυτού του ελέγχου, κίνησε τη διενέργεια δεύτερου ελέγχου με σκοπό να αναζητήσει το καταβληθέν ποσό' στην περίπτωση εκείνη ήταν, λοιπόν, λογικό το Δικαστήριο να επιβάλει σ' αυτόν το βάρος της αποδείξεως.
5.
Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα ερωτάται, αφενός, αν η εκπρόθεσμη καταβολή των ΝΕΠ συνεπάγεται και την καταβολή τόκων και, αφετέρου, σε ποιο νόμισμα πρέπει να καταβληθούν τα ΝΕΠ. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα στις προηγούμενες σελίδες θα μου επέτρεπαν να μην εξετάσω αυτά τα προβλήματα. Ωστόσο, θα τα πραγματευτώ χάριν πληρότητας.
Ως προς το τρίτο ερώτημα, υπενθυμίζω ότι, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, « εναπόκειται ... στα εθνικά δικαστήρια ... να επιλύουν όλα τα παρεπόμενα ζητήματα ... όπως η καταβολή τόκων, εφαρμόζοντας τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου σχετικά με το επιτόκιο και το χρόνο ενάρξεως του υπολογισμού των τόκων ... » ( αποφάσεις της 29ης Μαΐου 1976, υπόθεση 26/74, Roquette κατά Επιτροπής, σκέψη 12, Race. 1976, σ. 677' της 12ης Ιουνίου 1980, υπόθεση 130/79, Express Dairy Foods κατά Intervention Board for Agricultural Produce, σκέψη 17, Race. 1980, σ. 1887). Η αρχή αυτή διατυπώθηκε ως προς την απόδοση ποσών που είχαν εισπραχθεί αχρεω-στήτως, είναι όμως προφανές ότι έχει γενικό χαρακτήρα και ότι επομένως εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που δεν ρυθμίζεται από ειδικές διατάξεις, όπως είναι η περίπτωση των ΝΕΠ.
Όπως παρατήρησε όμως — και ορθώς — η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του δύο στοιχεία: α ) ότι το επανειλημμένως προαναφερθέν άρθρο 16 επιτρέπει στον οργανισμό παρεμβάσεως να καθυστερήσει την καταβολή έως ότου πειστεί από τα αποτελέσματα της εξετάσεως ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που θα προσκομίσει ο εξαγωγέας ότι το εμπόρευμα έφτασε στην αγορά του κράτους εισαγωγής και β) ότι οι προϋποθέσεις καταβολής δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις προϋποθέσεις που επιβάλλονται, υπό ανάλογες περιστάσεις, από το εθνικό δίκαιο, ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμονται από την κοινοτική έννομη τάξη ( απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, υπόθεση 199/82, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά San Giorgio, Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 12).
Ας έρθουμε στο πρόβλημα του νομίσματος. Όπως είναι γνωστό, τα κράτη καταβάλλουν τα ΝΕΠ στο δικό τους νόμισμα και σύμφωνα με την ισοτιμία που ισχύει την ημέρα της εισαγωγής' όταν όμως συνάπτεται συμφωνία βάσει του άρθρου 2α του κανονισμού 974/71, ο κανόνας αυτός δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να περιάγει τους επιχειρηματίες σε μειονεκτική θέση. Επομένως, στην περίπτωση που μας εκθέτει το Supreme Court, τα ΝΕΠ θα έπρεπε να καταβληθούν σε βρετανικές λίρες στερλίνες ή στο ισόποσό τους σε ιρλανδικές λίρες, υπολογισμένο με την ισοτιμία για την οποία έγινε λόγος.
Θα μπορούσε να λεχθεί ότι η προτεινόμενη λύση είναι μεν δίκαιη, προσκρούει όμως στην παρατήρηση του Δικαστηρίου στη σκέψη 17 της απόφασης Continental Irish Meat ότι το άρθρο 2α εισάγει απλώς διοικητική απλούστευση του συστήματος των ΝΕΠ, η οποία καθιστά δυνατή τη συγκέντρωση των οφειλών και των απαιτήσεων κάθε εξαγωγέα σε ενιαίο λογαριασμό, τον οποίο τηρεί ο οργανισμός παρεμβάσεως ενός μόνο κράτους ( εδώ της Ιρλανδίας ) και στο δικό του νόμισμα ( εδώ σε ιρλανδικές λίρες ). Η αντίρρηση αυτή, ωστόσο, δεν ευσταθεί εν προκειμένω. Όπως ελέχθη, το άρθρο 2α ορίζει ότι « το ... ποσό μετατρέπεται βάσει της τιμής συναλλάγματος τοις μετρητοίς των νομισμάτων ..., η οποία διαπιστώνεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που θα καθοριστεί » : όταν, επομένως, το Δικαστήριο έκανε λόγο περί νομίσματος της χώρας εξαγωγής, δεν μπορεί να είχε κατά νου παρά μόνο το ποσό το εκφρασμένο στο νόμισμα της, το οποίο αρχικά είχε υπολογιστεί στο νόμισμα της χώρας εισαγωγής και στη συνέχεια μετατράπηκε με την ισοτιμία που ίσχυε την ημέρα της εισαγωγής.
6.
Βάσει όλων των σκέψεων που εκτέθηκαν μέχρι εδώ, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στα ερωτήματα που διατύπωσε με Διάταξη της 25ης Ιουνίου 1985 το Supreme Court της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας στην υπόθεση Irish Grain Board ( Trading ) Ltd κατά Υπουργού Γεωργίας:
1)
Το κράτος μέλος το οποίο οφείλει, βάσει της ισχύουσας κοινοτικής ρύθμισης, να καταβάλει νομισματικά εξισωτικά ποσά για εμπορεύματα που εξήχθησαν σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αρνηθεί την εν λόγω καταβολή, όταν, κατόπιν διενέργειας διοικητικής εξετάσεως, παραμένουν αμφιβολίες για το αν τα εμπορεύματα εισήλθαν πράγματι στο κύκλωμα της οικονομίας του κράτους εισαγωγής, τούτο δε παρά το ότι αποδεδειγμένα έχουν τηρηθεί οι τελωνειακές διατυπώσεις, έχει εκδοθεί το σχετικό έντυπο Τ5 και ο εξαγωγέας έχει ενεργήσει καλή τη πίστει.
2)
Το βάρος της αποδείξεως ότι η εξαγωγή εκτελέστηκε νομοτύπως και ότι το εμπόρευμα τέθηκε πράγματι στην κατανάλωση το φέρει αυτός που ζητεί την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy