ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 12ης Ιουνίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η παρούσα υπόθεση η οποία μόλις ήδη εξετάστηκε από την άποψη του παραδεκτού παρουσιάζεται τόσο σαφής και απλή μετά από όλα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε μπορώ ευθύς αμέσως να διατυπώσω τη γνώμη μου.
2.
Θυμάστε για τι πρόκειται: πρόκειται για το αν κινήθηκε εμπροθέσμως η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία κατά μιας αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής, της 7ης Ιανουαρίου 1985, περί αποκλεισμού του προσφεύγοντος από το διαγωνισμό CC/A/1/84.
3.
Στο ερώτημα αυτό η απάντηση πρέπει προφανώς να είναι αρνητική, έστω και αν στηριχθεί κανείς μόνο στο μέρος εκείνο της νομολογίας σύμφωνα με το οποίο δεν έχουν νόημα οι ενστάσεις κατά αποφάσεων εξεταστικών επιτροπών και το μοναδικό ένδικο βοήθημα σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι η απευθείας προσφυγή στο Δικαστήριο ( βλέπε αποφάσεις στις υποθέσεις 44/71 ( 1 ), 144/82 ( 2 ) και 52/85 ( 3 )). Σύμφωνα με το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχεται προθεσμία τριών μηνών για την άσκηση προσφυγής, ενώ στην παρούσα υπόθεση η προσφυγή ασκήθηκε μόλις στις 16 Αυγούστου 1985, δηλαδή περισσότερο από επτά μήνες μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
4.
Ωστόσο, δεν πρέπει απλώς να παρατηρηθεί κατά αυτής της νομολογίας, η οποία στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν έχει καμία δυνατότητα επεμβάσεως έναντι μιας εξεταστικής επιτροπής, ότι νοούμενη κατά τρόπο απόλυτο ασφαλώς δεν είναι ορθή. Μπορεί, πράγματι, εύκολα να υποτεθούν περιπτώσεις κατά τις οποίες είναι σκόπιμο, σε περίπτωση αντικανονικής ενέργειας μιας εξεταστικής επιτροπής, να ζητηθεί αρχικά η παρέμβαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ( για παράδειγμα, όταν είναι προφανές ότι συντρέχουν διαδικαστικές πλημμέλειες ή παράβαση των όρων που θέτει η προκήρυξη του διαγωνισμού, χωρίς αυτό να συνδέεται με αξιολόγηση των υποψηφίων, ή όταν ελλείπει η αιτιολογία σε μια αρνητική απόφαση, παρά την υποχρέωση που υφίσταται κατά τη νομολογία ).
5.
Πρέπει, επίσης, να τονιστεί ότι επανειλημμένως υπογραμμίστηκε στη νομολογία ότι η παρά ταύτα υποβολή διοικητικής ενστάσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη υπέρ του προσφεύγοντος, καθώς και ότι ιδίως στην απόφαση επί της υποθέσεως 144/82 διευκρινίστηκε ότι σε μια τέτοια περίπτωση η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία επιδόσεως της αποφάσεως επί της διοικητικής ενστάσεως.
6.
Εκείνο, λοιπόν, που έχει σημασία είναι το πώς πρέπει, στην παρούσα υπόθεση, να εκτιμηθεί το έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1985 που επιδόθηκε στον προσφεύγοντα. Εάν πράγματι, όπως υποστηρίζει το Ελεγκτικό Συνέδριο, πρόκειται για απόφαση επί διοικητικής ενστάσεως, τότε βεβαίως η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής έληξε το Μάιο και όχι τον Αύγουστο του 1985 και, συνεπώς, η προσφυγή κατατέθηκε εκπροθέσμως στο Δικαστήριο.
7.
Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να υποστηριχθεί η άποψη ότι το έγγραφο αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, διότι εν πάση περιπτώσει προέρχεται από την εξεταστική επιτροπή και όχι από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή προς την οποία ο προσφεύγων είχε απευθύνει τη διοικητική του ένσταση. Πράγματι, το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να χρησιμεύσει για την εξακρίβωση του εμπροθέσμου της ασκήσεως της προσφυγής, καθόσον το έγγραφο του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του Φεβρουαρίου 1985 (με το οποίο ανακοινώθηκε στον προσφεύγοντα ότι η ένσταση του διαβιβάστηκε στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής με την παράκληση απαντήσεως), μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση περί μη περαιτέρω επεμβάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και μη εξετάσεως από αυτή της ενστάσεως. Αυτό, όμως, θα σήμαινε ότι η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής άρχισε να τρέχει ήδη από το Φεβρουάριο του 1985.
8.
Στην πραγματικότητα ο προσφεύγων δεν αντέταξε αυτού του είδους τα επιχειρήματα στην άποψη που διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο, αλλά αντιθέτως υποστήριξε ότι η απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1985 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, διότι φέρει μόνο την υπογραφή της γραμματέως της εξεταστικής επιτροπής. Το γεγονός αυτό τον κάνει να αμφιβάλλει αν ασχολήθηκε καν με την ένσταση του ολόκληρη η εξεταστική επιτροπή. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι από το έγγραφο δεν προκύπτει αν η γραμματέας ενήργησε κατόπιν εντολής του προέδρου της εξεταστικής επιτροπής ή ως εκπρόσωπός του και ότι δεν είχε επισυναφθεί σχετική γραπτή εξουσιοδότηση ( αυτό τουλάχιστον υποστήριξε ο προσφεύγων κατά την έγγραφη διαδικασία ).
9.
Βάσει μιας τέτοιας εκτιμήσεως και του συμπεράσματος που συνάγεται σχετικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος απορρίφθηκε οιωπηρώς μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών (γεγονός το οποίο σημαίνει ότι αν η προθεσμία υπολογιστεί από το χρονικό αυτό σημείο, η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως). Η άποψη, όμως, αυτή του προσφεύγοντος δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτή.
10.
Εν τω μεταξύ, το Ελεγκτικό Συνέδριο — καταθέτοντας στο Δικαστήριο απόσπασμα των πρακτικών — απόδειξε επαρκώς ότι η εξεταστική επιτροπή ασχολήθηκε με τη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος και ενέμεινε στην άποψη της να τον αποκλείσει από τις εξετάσεις. Είναι συνεπώς σαφές ότι δεν υπάρχει περιθώριο για τις προαναφερθείσες αμφιβολίες που τρέφει ο προσφεύγων.
11.
Μπορεί, καταρχάς, να υποστηριχθεί — και προς αυτη την άποψη κλίνω — ότι ο διορισμός της Thill-De Kant ως γραμματέως της εξεταστικής επιτροπής — ο οποίος από κανέναν δεν αμφισβητήθηκε — περιλαμβάνει και την εξουσιοδότηση, όχι μόνο να πρωτοκολλεί τις αποφάσεις της επιτροπής, αλλά και να τις κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους.
12.
Στην παρούσα περίπτωση, όμως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί κάτι τέτοιο. Πράγματι, στα πρακτικά της εξεταστικής επιτροπής αναφέρεται ρητώς ότι εξουσιοδοτήθηκε η γραμματέας της εξεταστικής επιτροπής να ανακοινώσει προς όσους υπέβαλαν ενστάσεις — και συνεπώς και στον προσφεύγοντα — την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής.
13.
Συνεπώς, είναι βέβαιο — ακριβώς διότι γνωρίζουμε ότι υφίσταται πράγματι απόφαση της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με την ένσταση — ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν ενδείκνυται να γίνει αναφορά στη νομολογία επί ορισμένων υποθέσεων στις οποίες επρόκειτο για το αν υπάρχει ή όχι απόφαση της Ανωτάτης Αρχής. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή η εξωτερίκευση βουλήσεως θεωρείται, ως γνωστό, ως απόφαση, όταν από τον εξωτερικό της τύπο συνάγεται ότι ελήφθη συλλογικώς από όλα τα μέλη της Ανωτάτης Αρχής, γεγονός που συμβαίνει μόνο όταν αυτή φέρει την υπογραφή μέλους της Ανωτάτης Αρχής, όχι, όμως, και όταν ένα έγγραφο υπογράφεται από υπάλληλο, ιδίω ονόματι, δηλαδή όχι επ' ονόματι και κατόπιν εντολής της Ανωτάτης Αρχής ( βλέπε αποφάσεις επί των υποθέσεων 23, 24 και 52/63 ( 4 ), Slg. 1963, σ. 455· 54/65 ( 5 ), Slg. 1966, σ. 280· 42/59 ( 6 ), Slg. 1961, σ. 141 και 35/62 ( 7 ) \Slg. 1963, σ. 416).
14.
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το κείμενο του εγγράφου ότι ανακοινώθηκε η « γνώμη της εξεταστικής επιτροπής » και ότι η επιτροπή ήταν σε θέση να « επιβεβαιώσει απλώς την απόφαση της ».
15.
Είναι, συνεπώς, περισσότερο λυσιτελές να ληφθεί υπόψη η περίπτωση της υποθέσεως 15/59 ( 8 ) ( Sig. 1960, σ. 24 ). Στην υπόθεση εκείνη είχε ανακοινωθεί σε πρόσωπο που είχε υποβάλει αίτηση απαλλαγής στο πλαίσιο των εξισώσεων παλαιοσιδήρου, με έγγραφο που έφερε την υπογραφή υπαλλήλου της Ανωτάτης Αρχής, ότι η Ανωτάτη Αρχή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατή η χορήγηση απαλλαγής, το δε Δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για «επίδοση αποφάσεως που έλαβε η Ανωτάτη Αρχή ». Μπορεί, ακόμη, να ληφθεί υπόψη η υπόθεση 48/69 ( 9 ) (Sig. 1972, σ. 652), στον τομέα του ανταγωνισμού, στην οποία δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η κοινοποίηση των αιτιάσεων έγινε με έγγραφο που έφερε την υπογραφή υπαλλήλου της Επιτροπής. Εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι οι αιτιάσεις αυτές εγκρίθηκαν προηγουμένως από το αρμόδιο για τον ανταγωνισμό μέλος της Επιτροπής και ότι επρόκειτο έτσι μόνο για μεταβίβαση δικαιώματος υπογραφής, η οποία δεν μπορεί να κατακριθεί, καθότι εντάσσεται στην εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων.
16.
Στο πλαίσιο αυτό — του προβλήματος της εμπρόθεσμης προσφυγής στο Δικαστήριο — αξίζει, επίσης, προσοχής το ότι κατά το σύστημα του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν έχει σημασία για την έναρξη των κρίσιμων προθεσμιών αν ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη στα χέρια τον μια βλαπτική απόφαση υπό κανονική μορφή από απόψεως τύπου αρκεί και το να έλαβε κατά τρόπο που να μη δημιουργεί αμφιβολίες γνώση μιας πράγματι υφισταμένης αποφάσεως (άρθρο 90, παράγραφος 2 ).
17.
Εφόσον όμως δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων έλαβε κατά τρόπο που να μη δημιουργεί αμφιβολία γνώση της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής με το έγγραφο της 28ης Φεβρουαρίου 1985 σχετικά με την ένσταση του, όπως και ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το νομότυπο της μεταβιβάσεως στη γραμματέα της εξεταστικής επιτροπής της εξουσιοδοτήσεως υπογραφής σε συνδυασμό με την ανακοίνωση μεγάλου αριθμού εντολών, δεν μένει παρά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι με την επίδοση της αποφάσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1985 άρχισε να τρέχει η προθεσμία της προσφυγής και ότι συνεπώς η προσφυγή κατά της αποφάσεως της 7ης Ιανουαρίου 1985 περιήλθε εκπροθέσμως στο Δικαστήριο.
18.
Η διαπίστωση αυτή συνεπάγεται το απαράδεκτο της όλης προσφυγής, καθόσον και τα τρία αιτήματα που διατύπωσε ο προσφεύγων συνδέονται με τον αποκλεισμό του από το διαγωνισμό. Παρέλκει, συνεπώς, να εξεταστεί αν κατά τον κανονισμό διαδικασίας του Δικαστηρίου επιτρέπονται αναγνωριστικά αιτήματα όπως το πρώτο αίτημα της παρούσας προσφυγής και αν το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταξη, όπως ζητείται με το τρίτο αίτημα της προσφυγής, ή αν αυτό εμποδίζεται από το πεδίο εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή.
19.
Προτείνω, κατά συνέπεια, να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη. Σε ό,τι αφορά τα δικαστικά έξοδα, ωστόσο, νομίζω ότι δεν πρέπει να ικανοποιηθεί το αίτημα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλ' ότι πρέπει και στην παρούσα περίπτωση να εφαρμοστεί το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, καθόσον δεν μπορεί να γίνει λόγος ( καθόσον η κατάσταση διευκρινίστηκε κυρίως με την κατάθεση εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου του αποσπάσματος των πρακτικών) για άσκηση καταχρηστικής προσφυγής.
( *1 ) Μετάφραση από τα γερμανικά.
( 1 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 1972 στην υπόθεση 44/71, Antonio Marcato κατά Επιτροπής, Sig. 1972, σ. 427.
( 2 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 144/82, Armelle Detti κατά Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1983, σ. 2421.
( 3 ) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 52/85, Jean-Pascal Rihoux και άλλοι κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1555.
( 4 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1963 στις συνεκδικα-σΟεΙσες υποθέσεις 23, 24 και 52/63, Usines Emile Ilenricot και άλλοι κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sig. 1963, σ. 439.
( 5 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966 στην υπόθεση 54/65, Compagnie des Forges de Chätillon, Commentry και Neuves-Maisons SA κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1966, σ. 265.
( 6 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1961 στις συνεκδικα-σΟείσες υποθέσεις 42 και 49/59, Société nouvelle des usines de Pontlieue, Aciéries du Temple (SNUPAT) κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Sig. 1961, σ. 99.
( 7 ) Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1963 στις συνεκδικα-σθεΙσες υποθέσεις 35/62 και 16/63, André Leroy κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1963, σ. 399.
( 8 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου I960 στις συνεκδικα-σΟεΙσες υποθέσεις 15 και 29/59, Société métallurgique de Knulange κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, Slg. 1960, σ. 9.
( 9 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972 στην υπόθεση 48/69, Imperial Chemical Industries Ltd κατά Επιτροπής, Slg. 1972,σ. 619.
Full & Egal Universal Law Academy