ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 18ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η έκβαση της προσφυγής λόγω παραβάσεως που θα εξετάσουμε σήμερα εξαρτάται από την απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο στο ακόλουθο ερώτημα: η επίδικη διάταξη του ιταλικού νόμου, του οποίου κανείς δεν αμφισβητεί το ασυμβίβαστο προς το άρθρο 19 της οδηγίας 82/57 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 1981, περί καθορισμού ορισμένων διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 79/695 του Συμβουλίου (εφεξής: δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου), πρέπει παρ' όλα αυτά να θεωρηθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 4 της προγενέστερης οδηγίας του Συμβουλίου 78/453 ( εφεξής: πρώτη οδηγία του Συμβουλίου ), είναι σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο;
2.
Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών υπόκειται στην έκδοση άδειας παραλαβής τους από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής. Με την άδεια αυτή επιτρέπεται στην εισαγωγέα να παραλάβει τα εμπορεύματα.
Σε περίπτωση οριστικής εισαγωγής στην Ιταλία, το άρθρο 80, παράγραφος 2, του testo unico delle disposizioni legislative in materia doganale ( των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων) προβλέπει, για τα εμπορεύματα που αποτέλεσαν το αντικείμενο ενιαίας διασαφήσεως τη δυνατότητα εκδόσεως άδειας σταδιακής παραλαβής. Το προαναφερθέν άρθρο 19 όμως επιβάλλει, σε παρόμοια περίπτωση, η άδεια παραλαβής αυτή να εκδοθεί « άπαξ για το σύνολο των εμπορευμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο της διασαφήσεως » ( η υπογράμμιση είναι δική μου ). Το άρθρο 4 δε της πρώτης οδηγίας του Συμβουλίου αφορά μία ιδιαίτερη περίπτωση της αναστολής εισπράξεως των δασμών «για εμπορεύματα των οποίων έχει επιτραπεί η παραλαβή κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου... ».
Το καθού κράτος υποστηρίζει κατ' ουσία ότι η τελευταία αυτή διάταξη:
—
επιτρέπει την έκδοση αδειών σταδιακής παραλαβής,
—
δεν μπορεί να έχει καταργηθεί από διάταξη προερχόμενη από την Επιτροπή, έστω και θεσπισθείσα κατ' εφαρμογή μεταγενέστερης οδηγίας του Συμβουλίου, δεδομένου ότι μια τέτοια διάταξη δεν θα έβρισκε κανένα έρεισμα στην εν λόγω οδηγία.
3.
Η επίλυση του προβλήματος πρέπει να αναζητηθεί στην οικονομία του συνόλου των διατάξεων των τριών οδηγιών.
Η δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου και η οδηγία της Επιτροπής που εκδόθηκε προς εφαρμογή της αφορούν « την εναρμόνιση των διαδικασιών θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων». Η πρώτη οδηγία του Συμβουλίου αφορά συγκεκριμένα την εναρμόνιση των εθνικών κανόνων όσον αφορά την « αναστολή εισπράξεως » των διαφόρων δασμών που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή ή εξαγωγή των εμπορευμάτων από τις τρίτες χώρες. Επομένως, η πρώτη και οι δυο μεταγενέστερες οδηγίες σχηματίζουν δύο χωριστά σύνολα κανόνων, των οποίων όμως η συνάρθρωση είναι αναγκαία. Πράγματι, οι διαδικασίες καταβολής των δασμών, τις οποίες επίσης αφορά η πρώτη οδηγία, πρέπει να ενταχθούν στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων περί της θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, της οποίας ρυθμίζουν μία μόνο πλευρά. Με άλλα λόγια, η πρώτη οδηγία του Συμβουλίου πρέπει να εφαρμόζεται, και επομένως να ερμηνεύεται, ενόψει των διατάξεων των δύο μεταγενέστερων οδηγιών.
Δυσχέρειες θα μπορούσαν να ανακύψουν αν στην πρώτη οδηγία του Συμβουλίου είχε προβλεφθεί, όπως διατείνεται η Ιταλία, η δυνατότητα έκδοσης αδειών σταδιακής παραλαβής των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο ενιαίας διασαφήσεως. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το άρθρο 4 είναι, από την άποψη αυτή, τελείως ουδέτερο, διότι το μόνο που ρυθμίζει δεσμευτικά είναι το ενιαίο της « χρεώσεως » των δασμών για τα εμπορεύματα για τα οποία χορηγήθηκε η άδεια παραλαβής. Επομένως, ελλείψει κοινοτικών κανόνων που να εναρμονίζουν γενικά τις διαδικασίες θέσεως σε ελεύθερη κυκλοφορία, το άρθρο αυτό μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωση που προβλέπει το άρθρο 80, παράγραφος 2, των κωδικοποιημένων τελωνειακών διατάξεων. Μετά όμως την έναρξη ισχύος τέτοιων κοινοτικών κανόνων δεν μπορεί πλέον, αν ληφθεί υπόψη ο κανόνας του άρθρου 19, να συμβαίνει το ίδιο, και μάλιστα δεν χρειάζεται καν να ερευνηθεί αν ο εν λόγω κανόνας βρίσκει συγκεκριμένο έρεισμα στη δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου.
Κατά τα λοιπά, το άρθρο αυτό εντάσσεται στη λογική της οδηγίας την οποία θέτει σε εφαρμογή, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές της σκέψεις. Πράγματι, στις σκέψεις αυτές υπογραμμίζεται ο «ειδικά κοινοτικός χαρακτήρας» της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία και, επομένως, η ανάγκη να ξεπεραστούν, μέσω της εναρμονίσεως, οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κανόνων, από τις οποίες είναι ιδίως δυνατό να προκληθεί η « διαφορετική μεταχείριση... των εισαγωγέων της Κοινότητας ανάλογα με το κράτος μέλος όπου τηρούνται οι διατυπώσεις εκτελωνισμού... ». Στις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις προστίθεται ότι οι κοινοί αυτοί κανόνες πρέπει ιδιαίτερα «ν' αποκλείουν κάθε περιττή διατύπωση » ( 5η, 7η και 10η αιτιολογική σκέψη της δεύτερης οδηγίας του Συμβουλίου ).
Το ενιαίο της άδειας παραλαβής είναι το πιο χαρακτηριστικό μέτρο διοικητικής απλοποίησης για να τεθεί τέρμα στις ανισότητες στη μεταχείριση των εισαγωγέων στην Κοινότητα. Νομίζω ότι τη ratio legis του άρθρου 19 αποτελεί όχι τόσο η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών της Κοινότητας, αλλά η ίση μεταχείριση.
4.
Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής επιβάλλεται να γίνει δεκτή, η δε Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να φέρει τα έξοδα της δίκης.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
Full & Egal Universal Law Academy