ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JOSÉ LUÍS DA CRUZ VILAÇA
της 10ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Ο προσφεύγων, Γεώργιος Κλαδάκης, πέτυχε στο διαγωνισμό COM/B/362 που διοργανώθηκε για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων βοηθών διοικήσεως ελληνικής ιθαγένειας ( Β 3/Β 2 ) και, με απόφαση της 9ης Μαρτίου 1983, διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με το βαθμό Β 3, κλιμάκιο 3.
Ο διαγωνισμός αυτός διοργανώθηκε βάσει του κανονισμού 662/82 του Συμβουλίου της 22ας Μαρτίου 1982 με τον οποίο θεσπίστηκαν ειδικά και προσωρινά μέτρα σχετικά με την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω της προσχωρήσεως της Ελλάδας.
Στις 18 Νοεμβρίου 1983 ο Κλαδάκης μονιμοποιήθηκε στη θέση του.
Όταν έμαθε, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται ο ίδιος, ότι επρόκειτο να αναθεωρηθεί η κατάταξη ενός από τους έλληνες συναδέλφους του, ζήτησε, στις 12 Ιουλίου 1984 από τον πρόεδρο της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις κατατάξεις, την αναθεώρηση της κατατάξεως του βάσει των διατάξεων της « αποφάσεως περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται για το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη».
Ο Κλαδάκης θεωρεί ότι λόγω της 20ετούς επαγγελματικής πείρας που έχει στο συγκεκριμένο τομέα της λογιστικής που υπερβαίνει κατά πολύ την πείρα που απαιτείται βάσει της προαναφερθείσας απόφασης για την κατάταξη στο βαθμό Β 3 ( 9 ετών ) αν ήταν αυτό το αντικείμενο του διαγωνισμού, μάλιστα δε και στο βαθμό Β 1 ( 14 ετών) θα έπρεπε να καταταχθεί στο βαθμό Β 2 από του διορισμού του.
Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή του προσωπικού της 30ής Οκτωβρίου 1984 το οποίο επιβεβαιώθηκε με το από 29 Νοεμβρίου υπηρεσιακό σημείωμα, με την αιτιολογία ότι είχε παρέλθει η τρίμηνη προθεσμία που τάχθηκε με την από 21 Οκτωβρίου 1983 ανακοίνωση του γενικού διευθυντή προσωπικού για την υποβολή αιτήσεως επανεξετάσεως της κατατάξεως και ότι ο Κλαδάκης είχε ήδη καταταχθεί στο ανώτατο επίπεδο που επιτρέπεται από τα κριτήρια κατατάξεως.
Με την από 21 Οκτωβρίου 1983 προαναφερθείσα ανακοίνωση δόθηκε η δυνατότητα στους υπαλλήλους της Επιτροπής να ζητήσουν εντός τριών μηνών την αναθεώρηση της κατατάξεως τους, εφόσον φρονούν ότι δεν έγινε σύμφωνα με τα κριτήρια της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973 (περί των κριτηρίων που εφαρμόζονται για το διορισμό σε βαθμό και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη). Η απόφαση αυτή αυτή δημοσιεύτηκε το Μάρτιο του 1981, η δε ανακοίνωση της 21ης Οκτωβρίου 1983, εκτός του ότι τάσσει νέα προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων ανακατατάξεως, αναφέρει ότι εκδόθηκε νέα απόφαση η οποία αντικαθιστά, από 1ης Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, την απόφαση του 1973.
Στις 15 Ιανουαρίου 1985 ο Κλαδάκης υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως κατά της αρνήσεως του οργάνου να εφαρμόσει στην περίπτωση του την απόφαση του Ιουνίου 1973 περί των κριτηρίων κατατάξεως και ζήτησε να επανεξεταστεί η περίπτωση του υπό το φως της απόφασης αυτής καθώς και του κανονισμού 662/82.
Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με ρητή απόφαση της 4ης Ιουνίου 1985 που κοινοποιήθηκε την επομένη, 5 Ιουνίου.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1985 ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της από 9 Μαρτίου 1983 απόφασης της Επιτροπής καθόσον κατατάσσεται στο βαθμό Β 3, κλιμάκιο 3, και επικουρικώς την ακύρωση των αποφάσεων της 20ής Οκτωβρίου και 29ης Νοεμβρίου 1984 και της 4ης Ιουνίου 1985 με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αιτήματά του.
2.
Θα εξετάσω τώρα τα νομικά ζητήματα που προκύπτουν εν προκειμένω.
Η Επιτροπή υποστηρίζει με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη δεδομένου ότι η διοικητική ένσταση δεν υπεβλήθη εμπροθέσμως.
Η ένσταση αυτή που στρεφόταν κατά της πράξεως διορισμού του προσφεύγοντος η οποία του κοινοποιήθηκε στις 18 Ιουνίου 1983 δεν υπεβλήθη (όπως απαιτεί το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ) εντός των τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της.
Η από 21 Οκτωβρίου 1983 ανακοίνωση του γενικού διευθυντή προσωπικού και διοικήσεως της Επιτροπής έταξε, όπως είδαμε, « τελευταία προθεσμία τριών μηνών» από της δημοσιεύσεως της, για την άσκηση ενδεχομένης αιτήσεως περί αναθεωρήσεως της κατατάξεως.
Αν, όπως παρατήρησε η Επιτροπή κατά τη συζήτηση, η εν λόγω ανακοίνωση απέβλεπε στη θεραπεία των περιπτώσεων προδήλου πλάνης όσον αφορά την κατάταξη, δεν θα είχε νόημα παρά μόνο αν έτασσε νέες προθεσμίες διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να θεραπευθούν οι ενδεχόμενες πλάνες στην οριστική απόφαση.
Είναι όμως αμφίβολο αν μια ανακοίνωση του γενικού διευθυντή του προσωπικού μπορεί να τάξει νέες προθεσμίες δημοσίας τάξεως οι οποίες ρυθμίζονται με κανονισμό του Συμβουλίου, εν προκειμένω τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων επομένως η εν λόγω ανακοίνωση μπορεί το πολύ-πολύ να ερμηνευθεί ως παρέχουσα χαριστικώς στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να ζητήσουν από τη διοίκηση να επανεξετάσει την περίπτωση τους.
Το κατά πόσο είναι νόμιμη αυτή η δυνατότητα τροποποιήσεως της αποφάσεως περί κατατάξεως που κατέστη οριστική με την παρέλευση της προσθεσμίας για την άσκηση προσφυγής είναι πάντως πολύ αμφίβολο.
Αναμφισβήτητο είναι όμως ότι η επίλυση του ζητήματος αυτού δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Πράγματι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το εν λόγω υπηρεσιακό σημείωμα είχε ως αποτέλεσμα ότι έταξε νέες προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής, ο προσφεύγων δεν τήρησε την τρίμηνη προθεσμία που τάχθηκε κατ' αυτό τον τρόπο δεδομένου ότι η αίτηση περί αναθεωρήσεως της κατατάξεως του υποβλήθηκε στις 12 Ιουλίου 1984.
Το στοιχείο που επικαλείται επικουρικώς ο προσφεύγων για να στηρίξει το παραδεκτό της προσφυγής του, ότι δηλαδή ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως υπό τη σημερινή του μορφή δεν είχε μεταφραστεί στην ελληνική κατά το χρόνο της προσχωρήσεως της Ελλάδας, δεν νομίζω ότι ευσταθεί.
Δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι συντρέχει ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον υπάλληλο και παράβαση του καθήκοντος επιμελείας της Επιτροπής διότι ο πρώτος αγνοεί και η δεύτερη επικαλείται την προθεσμία του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για το λόγο ότι ο κανονισμός αυτός υπό την ισχύουσα μορφή δεν έχει μεταφραστεί στην ελληνική. Για την επίδικη θέση η σχετική προκήρυξη απαιτούσε ικανοποιητική γνώση μιας δεύτερης κοινοτικής γλώσσας ( σημείο III, Β.3 της προκήρυξης διαγωνισμού COM/B/362). Δεδομένου ότι το άρθρο 90 είναι σαφέστατο ως προς τις προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής, η ικανοποιητική γνώση μιας από τις γλώσσες στις οποίες έχει μεταφραστεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως επιτρέπει βεβαίως την κατανόηση της εν λόγω διάταξης.
Πέραν αυτού τίποτα δεν εμπόδιζε τον προσφεύγοντα, αν αμφέβαλλε ως προς τα δικαιώματά του, να αποταθεί σε άτομο, νομικό ή όχι, που γνώριζε καλύτερα μια από τις γλώσσες στις οποίες έχει μεταφραστεί ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και μπορούσε ως εκ τούτου να τον πληροφορήσει ορθά ως προς την ακριβή έκταση των προθεσμιών του άρθρου 90.
Ωστόσο ο προσφεύγων προβάλλει και ένα άλλο επιχείρημα υπέρ του παραδεκτού της προσφυγής του. Η αίτηση περί αναθεωρήσεως της κατατάξεως υποβλήθηκε εντός τριών μηνών από της επελεύσεως νέου πραγματικού περιστατικού, πράγμα που, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 1 ), δικαιολογεί την υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως της απόφασης. Το νέο αυτό πραγματικό περιστατικό είναι ότι επρόκειτο να αναθεωρηθεί η κατάταξη ενός των συναδέλφων του, του Γεωργίου Μπάτρα.
Σημειωτέον εξαρχής ότι ο προσφεύγων επιχειρεί να στηρίξει το παραδεκτό της αιτήσεως ανακατατάξεως και κατά συνέπεια το παραδεκτό της ενστάσεως του σε « περιστατικό » (την ενδεχόμενη ανακατάταξη του Μπάτρα) το οποίο ήταν τότε μέλλον και αβέβαιο. Πράγματι η ανακατάταξη του Μπάτρα έγινε στις 19 Σεπτεμβρίου 1984, δηλαδή μετά την υποβολή της αιτήσεως ανακατατάξεως του προσφεύγοντος που ανατρέχει στις 12 Ιουλίου του ίδιου έτους. Είναι λοιπόν τουλάχιστον περίεργο ότι ο προσφεύγων θεωρεί τώρα ότι η πράξη που θίγει τα συμφέροντά του συνιστά δυσμενή διάκριση η οποία δεν είχε συντελεστεί όταν υπέβαλε την αίτηση περί ανακατατάξεως.
Πράγματι, η αίτηση αυτή δεν στηριζόταν, όταν υπεβλήθη, σε πράγματι υφιστάμενη αλλά σε ενδεχόμενη μέλλουσα διάκριση· δεν επρόκειτο δηλαδή για περιστατικό ή γεγονός αλλά για απλή ένδειξη ή υποψία που προήλθε από πληροφορία, η πηγή της οποίας δεν διευκρινίστηκε. Η αίτηση αυτή μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί εκπρόθεσμη διότι υπεβλήθη πριν από την επέλευση του περιστατικού το οποίο, ως νέο, θα μπορούσε να στηρίξει το παραδεκτό της.
Αν όμως θεωρηθεί ότι η μεταγενέστερη ανακατάταξη του Μπάτρα θεμελιώνει την αίτηση του προσφεύγοντος, πρέπει να ερευνηθεί αν το περιστατικό αυτό αποτελεί ή όχι ουσιώδες νέο πραγματικό περιστατικό ικανό να στηρίξει το παραδεκτό της αιτήσεως.
Με άλλα λόγια πρέπει να ερευνηθεί αν η αναθεώρηση της κατατάξεως του Μπάτρα έγινε ή όχι βάσει των ίδιων αρχών και κριτηρίων που υπαγόρευσαν την αρχική κατάταξη του προσφεύγοντος διότι μόνο αν διαφέρουν τα κριτήρια αυτά ή αρχές μπορεί να λεχθεί ότι αποτελεί νέο ουσιώδες περιστατικό η άρνηση της διοικήσεως να εφαρμόσει στην περίπτωση του προσφεύγοντος τους ίδιους κανόνες μ' αυτούς που εφήρμοσε σε πανομοιότυπες περιπτώσεις άλλων υπαλλήλων ( 2 ).
Για να επιλύσουμε λοιπόν το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής πρέπει να εισέλθουμε στην κατ' ουσία εξέταση της υποθέσεως και να ερευνήσουμε αν, αντίθετα με τον προσφεύγοντα, ο Μπάτρας κατατάχθηκε βάσει των διατάξεων του κανονισμού 662/82 της 22ας Μαρτίου 1982. Κατά τον προσφεύγοντα, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού καθιστά ανενεργή τη διάταξη του άρθρου 3 της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973, κατά την οποία ο ανώτατος βαθμός της σταδιοδρομίας Β 3/Β 2 χορηγείται μόνο κατόπιν προαγωγής εντός της σταδιοδρομίας. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται συνεπώς ότι έπρεπε να διοριστεί στο βαθμό Β 2 βάσει των άρθρων 3 και 4 της εν λόγω απόφασης και λαμβανομένης υπόψη της πείρας του.
Νομίζω ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός αυτός του προσφεύγοντος.
Πράγματι, είναι προφανές ότι ο κανονισμός 662/82 δεν θεσπίζει υποχρέωση κατατάξεως των προσλαμβανομένων σε θέση του βαθμού Β 2.
Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 662/82 αποτελεί εξαιρετικό νομοθέτημα όπως τα αντίστοιχα που εκδόθηκαν με την ευκαιρία της εντάξεως άλλων νέων κρατών μελών, για να επιτρέψουν την κατάληψη των διαφόρων θέσεων της κοινοτικής διοίκησης από τους υπηκόους τους επί δικαίας βάσεως.
Αυτό έγινε με την ευκαιρία της πρώτης διεύρυνσης ( κανονισμός 2530/72 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1972 ), πρόσφατα δε με την προσχώρηση της Πορτογαλίας και της Ισπανίας (κανονισμός 3517/85 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1985 ).
Οι κανονισμοί αυτοί θέτουν παρόμοιες αρχές, ενώ οι διαφορές ως προς τη διατύπωση εξηγούνται απλώς από τις διαφορές του κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου τοποθετούνται.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 662/82 σημαίνει απλώς ότι παρεκκλίνει από διάφορες, ρητά αναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως για να επιτρέψει την κάλυψη κενών θέσεων από υπηκόους του νέου κράτους μέλους, της Ελλάδας. Η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του άρθρου ορίζει απλώς ότι ορισμένοι διορισμοί ( συγκεκριμένα στις θέσεις Β 2 και Β 3 ) θα γίνονται κατόπιν διαγωνισμού βάσει τίτλων, αποκλείει δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές τη δυνατότητα διοργανώσεως διαγωνισμών βάσει εξετάσεων όπως προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, και το παράρτημα III του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Ωστόσο ο κανονισμός 662/82 δεν προβλέπει κανένα κριτήριο κατατάξεως για το διορισμό των υποψήφιων στον ένα ή στον άλλο βαθμό και συγκεκριμένα στο βαθμό Β 2 αντί του Β 3. Μόνος ο κανονισμός 662/82 δεν αρκεί λοιπόν να προσδιορίσει την κατάταξη των υποψηφίων, μάλιστα δε ούτε καν αναφέρεται σ' αυτό το ζήτημα.
Έτσι οι εσωτερικοί κανόνες που θεσπίζουν τα όργανα για τον καθορισμό των γενικών κριτηρίων του διορισμού στο βαθμό και της κατάταξης στο κλιμάκιο, όπως η απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973, δεν θίγονται καθόλου.
Κατά τα λοιπά, η ερμηνεία που δίνει ο προσφεύγων, που διατηρεί δηλαδή από την απόφαση του 1973 μόνο τις διατάξεις που τον ευνοούν και αποκλείει αυτές που δεν τον ευνοούν, είναι εντελώς αστήρικτη. Συγκεκριμένα, κατά τον προσφεύγοντα, το τμήμα του άρθρου 3 δυνάμει του οποίου ο ανώτατος βαθμός της σταδιοδρομίας Β 3/Β 2 καλύπτεται μόνο διά προαγωγών εντός της σταδιοδρομίας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του, ενώ έχουν εφαρμογή τα κριτήρια κατατάξεως ανάλογα με την επαγγελματική πείρα που προβλέπει το άρθρο 2 καθώς και το πρώτο τμήμα του άρθρου 3.
Σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες που έχει θεσπίσει η Επιτροπή, η προκήρυξη του διαγωνισμού COM/B/362 για την κατάρτιση πίνακα μελλοντικών προσλήψεων βοηθών διοικήσεως ελληνικής ιθαγένειας με σταδιοδρομία στους βαθμούς 3 και 2 της κατηγορίας Β δεν προβλέπει τη δυνατότητα διορισμών στο βαθμό Β 2, δεδομένου ότι στο τμήμα II που αφορά τις αποδοχές ορίζεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο βασικός μισθός κυμαίνεται μεταξύ του ποσού που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 3, κλιμάκιο 1, και του ποσού που αντιστοιχεί στο βαθμό Β 3, κλιμάκιο 3.
Η πράξη ανακατατάξεως του Μπάτρα αναφέρεται ρητά όχι μόνο στον πίνακα επιτυχόντων που κατήρτισε η εξεταστική επιτροπή του διαγωνισμού COM/B/362 αλλά και στον κανονισμό 662/82, ενώ η πράξη διορισμού του προσφεύγοντος αναφέρεται μόνο στον εν λόγω πίνακα επιτυχόντων και στην προκήρυξη COM/1720/82.
Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, αυτό οφείλεται στο ότι η εν λόγω προκήρυξη δημοσιεύτηκε πριν από την κένωση της θέσεως στην οποία διορίστηκε ο προσφεύγων, ενώ το αντίθετο συνέβη με το διορισμό του Μπάτρα.
Η προκήρυξη COM/1720/82 δεν υπάρχει στη δικογραφία' η ανάλυση όμως της προκήρυξης διαγωνισμού COM/B/362 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο διαγωνισμός αυτός διοργανώθηκε « σύμφωνα με τον κανονισμό 662/82». Για το λόγο αυτό οι προσλήψεις αφορούν μόνο βοηθούς διοικήσεως ελληνικής ιθαγένειας, ο δε διαγωνισμός είναι βάσει τίτλων, χωρίς εξετάσεις ( προβλέπεται μόνο ότι η εξεταστική επιτροπή έχει τη δυνατότητα να προβεί σε συμπληρωματική εξέταση των διπλωμάτων και άλλων τίτλων και έλεγχο της επαγγελματικής πείρας μέσω συνεντεύξεως ).
Επομένως και η απόφαση περί διορισμού του Κλαδάκη και η πράξη ανακατατάξεως του Μπάτρα, αναφερόμενες στο διαγωνισμό COM/B/362, παραπέμπουν σιωπηρώς στον κανονισμό 662/82 βάσει του οποίου διοργανώθηκε ο εν λόγω διαγωνισμός.
Ο κανονισμός όμως αυτός δεν επιτρέπει την κατάταξη των υποψηφίων αναλόγως της επαγγελματικής πείρας τους.
Όπως παρατήρησε επανειλημμένα η Επιτροπή, ο διορισμός του Κλαδάκη και η αναθεώρηση της κατατάξεως του Μπάτρα είχαν την ίδια βάση, δηλαδή την απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973 περί των κριτηρίων κατατάξεως.
Για τους λόγους που εξέθεσα ήδη, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος δεν αρκούν να αντικρούσουν αυτό τον ισχυρισμό.
Κατά τα λοιπά, αν εμμείνουμε στο γράμμα των ενδείξεων που προκύπτουν από τις αποφάσεις περί διορισμού ή περί ανακατατάξεως, όπως φαίνεται ότι υποστηρίζει ο προσφεύγων, τότε αυτός ή δεν θα είχε διοριστεί, βάσει γενικού κριτηρίου, ή διορίστηκε σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού που προέβλεπε μόνο τη δυνατότητα κατατάξεως μεταξύ των κλιμακίων 1 και 3 του βαθμού Β 3. Πράγματι καμιά από τις εν λόγω αποφάσεις δεν αναφέρεται στην απόφαση της 6ης Ιουνίου 1973.
Η απόφαση αυτή θεσπίζει εσωτερικούς κανόνες με σκοπό να κατοχυρώσει για όλους τους προσλαμβανόμενους υπαλλήλους ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως ιθαγένειας, η δε Επιτροπή ορθώς εφαρμόζει το άρθρο 3 της απόφασης με το να καλύπτει τις θέσεις του βαθμού Β 2 μόνο διά προαγωγών εντός της σταδιοδρομίας.
Οι δύο υπάλληλοι κατατάχθηκαν δηλαδή στο βαθμό Β 3, η μόνη δε διόρθωση στην κατάταξη του Μπάτρα ήταν η χορήγηση του κλιμακίου 3 αντί του κλιμακίου 1 που του είχε αναγνωριστεί κατά παραδρομή. Έτσι ο Μπάτρας κατατάχθηκε στην ίδια κατηγορία, στον ίδιο βαθμό και στο ίδιο κλιμάκιο με τον προσφεύγοντα, δηλαδή στο βαθμό Β 3, κλιμάκιο 3, που αποτελεί και το ανώτατο όριο σύμφωνα με τα κριτήρια κατατάξεως της Επιτροπής. Αυτό και μόνο αρκεί να καταρρίψει τον ισχυρισμό περί διακρίσεως εις βάρος του προσφεύγοντος που υποστηρίζει ότι έπρεπε να διοριστεί στο βαθμό Β 2. Η Επιτροπή δηλαδή δεν χορήγησε σε άλλο ό,τι αρνήθηκε στον προσφεύγοντα.
Ο προσφεύγων αναφέρεται με την ανταπάντηση στον κανονισμό 2530/72 που εκδόθηκε με την ευκαιρία της πρώτης διευρύνσεως και στους διαγωνισμούς που διοργάνωσε η Επιτροπή, η παραπομπή όμως δεν είναι λυσιτελής: αρκεί να σημειωθεί ότι και ο κανονισμός 2530/72 και οι προκηρύξεις διαγωνισμού στις οποίες αναφέρεται ο προσφεύγων ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της απόφασης της 6ης Ιουνίου 1973.
Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με όσα διευκρίνισε η Επιτροπή κατά τη συζήτηση, κανένας Έλληνας δεν προσλήφθηκε στο βαθμό τον οποίο ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι δικαιούται, ένα ακόμα στοιχείο που καταρρίπτει τις αιτιάσεις περί διακρίσεως και δείχνει σαφώς ότι η απόφαση της 6ης Ιουνίου δεν εφαρμόστηκε μόνο στην περίπτωση του προσφεύγοντος και του Μπάτρα.
Το επιχείρημα που αντλεί ο προσφεύγων από το ότι η Επιτροπή ζήτησε από το Συμβούλιο, το τελευταίο δε ενέκρινε, τη δημιουργία νέων μονίμων θέσεων Β 2 για τα οικονομικά έτη 1981 και 1982 (επτά και πέντε αντιστοίχως) είναι αλυσιτελές.
Όπως διευκρινίζει η Επιτροπή με την ανταπάντηση, η δημιουργία των θέσεων αυτών δεν απέβλεπε στην πρόσληψη ελλήνων υπηκόων με το βαθμό Β 2, αλλά στην αποφυγή της στρεβλώσεως του πίνακα θέσεων με τη διευκόλυνση της ομαλής εξέλιξης της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων, υπηκόων του νέου κράτους μέλους.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι δεν έγινε διάκριση εις βάρος του προσφεύγοντος και ότι η ανακατάταξη του Μπάτρα δεν αποτελεί νέο περιστατικό ικανό να δικαιολογήσει την έναρξη νέας προθεσμίας για την υποβολή ενστάσεως και την άσκηση προσφυγής.
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω του ότι η ένσταση υπήρξε εκπρόθεσμη παρέλκει να ερευνηθεί το ζήτημα αν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Θα παρατηρήσω απλώς ότι και γι' αυτό το λόγο η προσφυγή θα ήταν απαράδεκτη, ότι δηλαδή ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την πάροδο της σχετικής προθεσμίας, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το κριτήριο που χρησιμοποιεί ο γενικός εισαγγελέας Mancini με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 18 Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 152/85, Misset κατά Συμβουλίου (απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 223, 234), με τις οποίες συμφωνώ απολύτως.
Συγκεκριμένα η απόρριψη της ενστάσεως κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 5 Ιουνίου 1985, η δε προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Σεπτεμβρίου. Είχε δηλαδή παρέλθει η προθεσμία των τριών μηνών παρεκταθείσα κατά δύο ημέρες λόγω αποστάσεως, τις οποίες δικαιούταν ο προσφεύγων, που έληξε, σύμφωνα με τον εν λόγω τρόπο υπολογισμού, στις 7 Σεπτεμβρίου, ημέρα Σάββατο.
Με την ευκαιρία πάντως αυτή θα ήθελα να προσθέσω στα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο σεβαστός μου συνάδελφος την εικόνα ενός ημερολογίου με κινητό δείκτη: αν η « dies a quo» λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας, η προθεσμία ενός μηνός από της κοινοποιήσεως που έγινε την 1η Νοεμβρίου θα έληγε στο τέλος της 30ής ημέρας του ίδιου μήνα· αν δεν υπολογιστεί η « dies a quo» ο κινητός δείκτης μετακινείται κατά μία ημέρα και η προθεσμία του ενός μηνός λήγει στο τέλος της 1ης Δεκεμβρίου, δηλαδή την ημέρα εκείνη του επομένου της κοινοποιήσεως μήνα που φέρει τον ίδιο αριθμό.
3.
Βάσει των ανωτέρω προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη και κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
( 1 ) Απόφαση της 15ης Matou 1985 στην υπόθεση 127/84, Esly κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1437.
( 2 ) Βλέπε προαναφερθείσα υπόθεση, σκέψεις 11 και 12.
Full & Egal Universal Law Academy