Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Νομικό πλαίσιο και διαδικασία
Η εταιρία Canon Incorporated of Japan (στο εξής: Canon Inc.) κατασκευάζει οπτικό και ηλεκτρονικό υλικό. Αρχικά κατασκεύαζε φωτογραφικές μηχανές αργότερα εμφανίστηκε στην αγορά υλικού μηχανοργανώσεως και άρχισε να παράγει ηλεκτρονικές γραφομηχανές κατά την περίοδο 1982/1983. Στα περισσότερα κράτη μέλη, τα προϊόντα Canon πωλούνται στους λιανοπωλητές μέσω θυγατρικών εταιριών ανηκουσών κατά 100 % στην Canon Inc. Οι τρεις κυριότερες ευρωπαϊκές εταιρίες πωλήσεως της Canon είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο ((Canon (UK) Ltd, στο εξής: Canon HB)), στη Γερμανία (Canon Rechner Deutschland GmbH, στο εξής: Canon Γερμανίας) και στη Γαλλία (Canon France SA, στο εξής: Canon Γαλλίας) και εισάγουν απευθείας από την Ιαπωνία.
Με τον κανονισμό περί επιβολής προσωρινού δασμού, επιβλήθηκε στις ηλεκτρονικές γραφομηχανές της Canon Inc. προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ 33,3 %. Ο δασμός εισπράχθηκε με το συντελεστή αυτόν και, με τον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού, επιβλήθηκε οριστικός δασμός με συντελεστή 35 %. 'Οσον αφορά τους κανονισμούς αυτούς καθώς και το βασικό κανονισμό δυνάμει του οποίου εκδόθηκαν, παραπέμπω στις προτάσεις μου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 260/85 και 106/86, Tokyo Electric Company κατά Συμβουλίου (στο εξής: ΤΕC).
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Σεπτεμβρίου 1985 (υπόθεση 277/85), η Canon Γαλλίας, η Canon Γερμανίας και η Canon HB άσκησαν προσφυγή κατά του Συμβουλίου με αίτημα την ακύρωση του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού καθόσον τις αφορούσε, καθώς και την καταδίκη του καθού στα δικαστικά έξοδα. Με δικόγραφο αναλόγου ως επί το πολύ περιεχομένου που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 1985 (υπόθεση 300/85), η Canon Inc. άσκησε προσφυγή κατά του Συμβουλίου με τα ίδια αιτήματα.
Με άλλο δικόγραφο που κατέθεσαν στις 7 Οκτωβρίου 1985 (υποθέσεις 277/85 R και 300/85 R), οι τέσσερις ανωτέρω εταιρίες ζήτησαν την αναστολή της εφαρμογής του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού. Οι υποθέσεις ενώθηκαν και το αίτημα απορρίφθηκε, με Διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1985, από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, ο οποίος επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων (Συλλογή 1985, σ. 3491).
Χωρίς να προβάλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής στην υπόθεση 277/85, το Συμβούλιο, με το υπόμνημα αντικρούσεώς του στην υπόθεση αυτή, υποστήριξε α) ότι είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσον οι εισαγωγείς μπορούν να ασκήσουν τέτοια προσφυγή και β) ότι δεν ήταν απαραίτητο να κινήσουν οι ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρίες χωριστή διαδικασία από τη διαδικασία που κίνησε η ιαπωνική μητρική εταιρία. Ζητεί, κατά συνέπεια, να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες κατά πάσα περίπτωση στα δικαστικά έξοδα στην υπόθεση 277/85, δεδομένου ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν ασκόπως και αδικαιολογήτως.
Με Διάταξη της 11ης Νοεμβρίου 1985, το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις υποθέσεις 277 και 300/85. Στο εξής, και οι τέσσερις προσφεύγουσες θα αναφέρονται συλλήβδην ως Canon, εκτός αν ορίζεται άλλως.
Η Επιτροπή και η Cetma άσκησαν παρέμβαση υπέρ των αιτημάτων του Συμβουλίου.
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η Canon προβάλλει λόγους ακυρώσεως κατατασσόμενους σε πέντε ομάδες. Επικαλείται: 1) μη πραγματοποίηση δίκαιης σύγκρισης μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, 2) σφάλματα κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, 3) σφάλματα κατά τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής, 4) εσφαλμένος υπολογισμός της ζημίας και 5) διαδικαστικές πλημμέλειες.
Επί του παραδεκτού
Καταρχάς, είναι απαραίτητο να εξεταστεί το παραδεκτό της προσφυγής στη υπόθεση 277/85. Κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου, οι εξαγωγείς του προϊόντος που αφορούν οι διατάξεις αντιντάμπινγκ μπορούν να προσβάλουν τις εν λόγω διατάξεις, ιδίως όταν οι διατάξεις αυτές τους κατονομάζουν ειδικώς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Canon Inc. Οι εισαγωγείς που είναι συνδεδεμένοι με τους εν λόγω εξαγωγείς (σε αντίθεση προς τους ανεξάρτητους εισαγωγείς) μπορούν επίσης να προσβάλουν τις διατάξεις αυτές, ιδίως όταν - όπως στην υπό κρίση περίπτωση - η τιμή εξαγωγής έχει κατασκευαστεί βάσει των δικών τους τιμών πωλήσεως και όχι βάσει των τιμών πωλήσεως των εξαγωγέων: βλέπε υπόθεση 118/77, ΙSΟ κατά Συμβουλίου, (ΕCR 1979, σ. 1277) υπόθεση 307/81, Alusuisse κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3463) και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 239 και 275/82, Allied Corporation κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1005). Εφόσον οι προσφεύγουσες στην υπόθεση 277/85 είναι θυγατρικές εταιρίες ανήκουσες κατά 100 % στην εταιρία Canon Inc., οι τιμές τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής στο πλαίσιο του προσβαλλόμενου κανονισμού, μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να προσβάλουν τον εν λόγω κανονισμό.
Από την άλλη πλευρά, η προσφυγή που άσκησε μεταγενεστέρως ιδίω ονόματι η Canon Inc. (υπόθεση 300/85) συμπίπτει εν πολλοίς με την προσφυγή των ανωτέρω εταιριών, το στοιχείο δε αυτό θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Επί της ουσίας
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: μη πραγματοποίηση δίκαιης σύγκρισης μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής
Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, η Canon υποστηρίζει τα εξής: 1) Η Επιτροπή υπείχε υποχρέωση από το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού να πραγματοποιήσει δίκαιη σύγκριση μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας η Επιτροπή παρέβη συστηματικά την ανωτέρω υποχρέωσή της χρησιμοποιώντας μεθόδους υπολογισμού οι οποίες διόγκωναν την κανονική αξία και οδηγούσαν σε υποεκτίμηση της τιμής εξαγωγής. Η σύγκριση μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών αναπόφευκτα κατέληξε στη διαπίστωση παράλογα υψηλού περιθωρίου ντάμπινγκ, ήτοι 76,5 %. Αν τα πραγματικά περιστατικά είχαν ορθώς εκτιμηθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, δεν θα είχε διαπιστωθεί ντάμπινγκ. Η Canon υποστηρίζει ότι το περιθώριο ντάμπινγκ στην περίπτωσή της ήταν μηδενικό. 2) Η μέθοδος που ακολούθησε η Επιτροπή συνιστά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 9, και από άλλη άποψη, καθότι η σύγκριση δεν πραγματοποιήθηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" και στο ίδιο στάδιο εμπορίας. 3) Η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένως το άρθρο 2, παράγραφος 10, κρίνοντας ποια στοιχεία δικαιολογούσαν την πραγματοποίηση προσαρμογών προκειμένου να υπολογιστεί η κανονική αξία. Κατά την Canon, το άρθρο 2, παράγραφος 10, δεν μπορεί να υπερισχύσει του άρθρου 2, παράγραφος 9, το οποίο επιβάλλει την πραγματοποίηση δίκαιης σύγκρισης επιπλέον, η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία των δυνατοτήτων προσαρμογών που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 10, είναι αδικαιολόγητη και ανακόλουθη. Κατά συνέπεια, η σύγκριση στην οποία προέβη η Επιτροπή μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής πάσχει.
Για τους λόγους που εκθέτω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, απορρίπτω το επιχείρημα ότι το άρθρο 2, παράγραφος 9, (είτε εξεταζόμενο μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 10) επιβάλλει κάποια υπερισχύουσα υποχρέωση όσον αφορά την πραγματοποίηση της συγκρίσεως. 'Οπως ελέχθη στο πλαίσιο των υποθέσεων των ενσφαίρων μικροτριβέων, ο υπολογισμός της κανονικής αξίας και ο υπολογισμός της τιμής εξαγωγής αποτελούν δύο χωριστές πράξεις, διεπόμενες από διαφορετικούς κανόνες: η πρώτη από το άρθρο 2, παράγραφοι 3 έως 7, και η δεύτερη από το άρθρο 2, παράγραφος 8, του βασικού κανονισμού. Οι κανόνες του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, περί συγκρίσεως εφαρμόζονται μόνον αφού η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής καθοριστούν κατ' εφαρμογή των αντιστοίχων για την κάθε πράξη κανόνων. Οι πρώτες διατάξεις δεν υπερισχύουν των δευτέρων, αλλ' απλώς θεσπίζουν τους κανόνες που διέπουν την πραγματοποίηση των δυνατών προσαρμογών όσον αφορά ορισμένα ειδικώς καθορισμένα στοιχεία (διαφορές στα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, ποσοτικές διαφορές, διαφορές στις συνθήκες και τους όρους πωλήσεως και διαφορές ως προς τις επιβαρύνσεις των εισαγωγών και τους εμμέσους φόρους), ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η εξέταση της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας επί συγκρίσιμης βάσης.
Από αυτό έπεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 9, δεν επιβάλλει να υπολογίζονται η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής κατά τον ίδιο τρόπο ή με "συμμετρικές" μεθόδους, πράγμα το οποίο δέχθηκε και το Δικαστήριο στις υποθέσεις των ενσφαίρων μικροτριβέων. Επιπλέον, το επιχείρημα περί "συμμετρικών" μεθόδων δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφοι 3 έως 7, και του άρθρου 2, παράγραφος 8, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές προβλέπουν διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, η Canon επικαλείται την αμερικανική πρακτική, ειδικότερα δε τις "αφαιρέσεις από την τιμή πωλήσεως κατά την εξαγωγή" ("ESP offset"), τις οποίες επιτρέπει το αμερικανικό Υπουργείο Εμπορίου, όταν η τιμή εξαγωγής (η οποία στο αμερικανικό δίκαιο καλείται "US price") κατασκευάζεται. Η πρακτική αυτή, όπου εφαρμόζεται, επιτρέπει την αφαίρεση των γενικών εξόδων πωλήσεως από την κανονική αξία (η οποία στο αμερικανικό δίκαιο καλείται "fair market value") μέχρι του ορίου των αφαιρουμένων από την τιμή εξαγωγής γενικών εξόδων πωλήσεως. Φαίνεται ότι η πρακτική αυτή έχει γίνει δεκτή από τα δικαστήρια των ΗΠΑ και έχει αποτελέσει αντικείμενο διοικητικής κανονιστικής ρυθμίσεως δημοσιευθείσας στον Code of Federal Regulation ((19 CFR, παράγραφος 353.15, στοιχείο γ) )), δεν περιελήφθη όμως στον αμερικανικό νόμο αντιντάμπινγκ και εμφανίζεται ως ρύθμιση η οποία έχει γίνει κατά παραχώρηση δεκτή από το Υπουργείο Εμπορίου παράλληλα με τις ρυθμίσεις του νόμου αντιντάμπινγκ. Η φύση της ρυθμίσεως αυτής ως διοικητικού κανόνα και οι δυνατότητες τροποποιήσεώς της μειώνουν το κύρος στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
Εν πάση περιπτώσει, η πρακτική αυτή δεν μπορεί να ισχύσει άνευ ετέρου στο κοινοτικό σύστημα: τα δύο συστήματα είναι πολύ διαφορετικά ως προς τις λεπτομέρειές τους και καμία νομοθετική διάταξη δεν επιτρέπει τη μεταφορά αυτή στο κοινοτικό δίκαιο. Μολονότι στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού αναφέρεται ότι, "κατά την εφαρμογή των κανόνων αυτών, είναι ουσιώδες, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που αυτές οι συμφωνίες ((ιδίως η ΓΣΔΕ και ο κώδικας)) επιδιώκουν να θεσπίσουν, να λάβει υπόψη της η Κοινότητα την ερμηνεία που δίδεται σ' αυτούς τους κανόνες από τους βασικούς εμπορικούς εταίρους της, όπως αυτή φαίνεται στη νομοθεσία ή την καθιερωμένη πρακτική", η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει καμία ουσιώδη υποχρέωση στις κοινοτικές αρχές έστω και αν λαμβάνουν υπόψη τους τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου, μια πρακτική όπως η αμερικανική πρακτική της αντισταθμίσεως της τιμής εξαγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει τίποτα περισσότερο από ένα απλό στοιχείο από το οποίο οι κοινοτικές αρχές μπορούν να εμπνευστούν κατά την εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Η απλή αναφορά, έστω και υπό τύπον απλής υποδείξεως, στην αμερικανική πρακτική δεν αποδεικνύει ότι οι διατάξεις του βασικού κανονισμού που αφορούν την πραγματοποίηση της συγκρίσεως, και ειδικότερα το άρθρο 2, παράγραφος 9, του εν λόγω κανονισμού, υπερισχύουν των διατάξεων περί της κανονικής αξίας του άρθρου 2, παράγραφοι 3 έως 7.
Το επιχείρημα ότι η σύγκριση δεν πραγματοποιήθηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που αναπτύσσω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC. Συγκεκριμένα, η Canon, όπως και η ΤΕC, πωλεί εντός της Ιαπωνίας μέσω συνδεδεμένης εταιρίας πωλήσεων, της Canon Sales Company (στο εξής: Canon Sales), της οποίας η Canon Inc. κατέχει το 51,38 % των μετοχών. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η διευθέτηση των δραστηριοτήτων δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα των κανόνων υπολογισμού της κανονικής αξίας που περιέχονται στο βασικό κανονισμό.
Η Canon προβάλλει, ως ουσιώδες στοιχείο της επιχειρηματολογίας της, το γεγονός ότι η σύγκριση δεν πραγματοποιήθηκε στο ίδιο στάδιο εμπορίας. Ωστόσο στην εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού αναφέρεται ότι "όλες οι συγκρίσεις ((πραγματοποιήθηκαν)) στο στάδιο εκ του εργοστασίου", έκφραση την οποία θεωρώ συνώνυμη με την έκφραση "έξοδος από το εργοστάσιο". Κατά τη γνώμη μου, η Canon δεν απέδειξε ότι η τιμή εξαγωγής ή η κανονική αξία υπολογίστηκαν με αναφορά προς άλλο στάδιο, είτε του χονδρικού είτε του λιανικού εμπορίου, και όχι στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο". Το επιχείρημα ότι δεν έγιναν δήθεν όλες οι προσαρμογές για τα έξοδα ΠΔΓ και τα κέρδη στην ιαπωνική αγορά δεν αφορά τόσο το στάδιο εμπορίας όσο το ζήτημα κατά πόσον τα γενικά έξοδα και το κέρδος που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας ήταν τα κατάλληλα.
'Οταν εξετάζεται κατά πόσον έγινε ορθώς η σύγκριση, η εξέταση δεν αφορά, κατά τη γνώμη μου, το στάδιο εμπορίας αλλά τις προσαρμογές οι οποίες, κατά την άποψη της Canon, έπρεπε να πραγματοποιηθούν κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού. Στην εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού αναφέρονται τα εξής: "Για την ορθή σύγκριση της κανονικής αξίας με τις τιμές εξαγωγής, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, όπου έκρινε κατάλληλο, τις διαφορές που επιδρούν στη δυνατότητα σύγκρισης των τιμών, όπως είναι οι διαφορές ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά και ως προς τις συνθήκες και τους όρους πώλησης, στις περιπτώσεις που ο ισχυρισμός για την άμεση σχέση των διαφορών αυτών προς τις εξεταζόμενες πωλήσεις μπορούσε να αποδειχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, πράγμα που συνέβαινε σε ό,τι αφορά τις διαφορές στους όρους πιστοδότησης, τις εγγυήσεις, τις τεχνικές υπηρεσίες, τις προμήθειες, τους καταβαλλόμενους στους πωλητές μισθούς, τη συσκευασία, τη μεταφορά, την ασφάλεια, τη διακίνηση και τις δευτερεύουσες δαπάνες." Ωστόσο, η Canon θεωρεί ανεπαρκείς τις προσαρμογές αυτές και υποστηρίζει ότι έπρεπε να πραγματοποιηθούν περαιτέρω προσαρμογές, συνιστάμενες στη μείωση της κανονικής αξίας λαμβανομένων υπόψη των διοικητικών εξόδων και των εξόδων διαφημίσεως. Οι κοινοτικές αρχές αρνήθηκαν να προβούν στις πρόσθετες αυτές προσαρμογές ("Καμία έκπτωση δεν χορηγήθηκε σε απαιτήσεις όσον αφορά τα πάγια και τα γενικά έξοδα"), οι δε λόγοι της αρνήσεως αυτής εκτίθενται αναλυτικώς στις αιτιολογικές σκέψεις 24 έως 26 του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού. Ως λόγος προβάλλεται, κατ' ουσία, ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα διοικητικά έξοδα και τα έξοδα διαφημίσεως, για τα οποία ζητήθηκαν προσαρμογές, έχουν άμεση σχέση με τις εξεταζόμενες πωλήσεις, όπως απαιτείται κατά το βασικό κανονισμό.
Κατά τη γνώμη μου, η άρνηση πραγματοποιήσεως των εν λόγω προσαρμογών ήταν σύμφωνη με το βασικό κανονισμό. Το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού ορίζει ότι η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία πρέπει να εξετάζονται επί συγκρίσιμης βάσης όσον αφορά, μεταξύ άλλων, "τους όρους πωλήσεως". Προς τούτο, το άρθρο 2, παράγραφος 10, ορίζει ότι, ελλείψει συγκρίσιμης βάσης, πραγματοποιούνται οι δέουσες προσαρμογές, σε κάθε περίπτωση, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αυτή παρουσιάζει, για διαφορές που επιδρούν στη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών προβλέπει δε ότι "για τον καθορισμό των προσαρμογών αυτών ακολουθούνται οι κατωτέρω κατευθυντήριες γραμμές". Από τη διατύπωση αυτή καθίσταται σαφές ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 2, παράγραφος 9, και ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, υπερισχύει η ερμηνεία που είναι σύμφωνη προς τις αρχές αυτές.
Η μόνη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10, στην οποία θα μπορούσαν να υπαχθούν τα γενικά έξοδα και τα έξοδα διαφημίσεως, είναι η περίπτωση των "συνθηκών και όρων πωλήσεως", η οποία αναλύεται λεπτομερώς στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ). Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής: "Οι προσαρμογές περιορίζονται στις διαφορές που έχουν άμεση σχέση με τις συγκεκριμένες πωλήσεις ... κατά γενικό κανόνα, καμία προσαρμογή δεν γίνεται για διαφορές σε διοικητικά και γενικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων έρευνας και ανάπτυξης ή διαφήμισης." Από την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού προκύπτει ότι οι κοινοτικές αρχές πραγματοποίησαν προσαρμογές για διαφορές ως προς τις συνθήκες και τους όρους πωλήσεως, στις περιπτώσεις που αποδεικνυόταν ότι οι εν λόγω συνθήκες και όροι πωλήσεως είχαν άμεση σχέση με τις εξεταζόμενες πωλήσεις, π.χ. όταν αφορούσαν τους όρους πιστώσεως, τις εγγυήσεις, τα έξοδα συσκευασίας, μεταφοράς ή διαφυλάξεως. Από την άλλη πλευρά, τα διοικητικά έξοδα και τα έξοδα διαφημίσεως αποτελούν γενικής φύσεως έξοδα, τα οποία δεν εμπίπτουν καταρχήν στο άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ).
Κατά τη γνώμη μου, οι κοινοτικές αρχές, υιοθετώντας την άποψη που διατυπώνεται στις αιτιολογικές σκέψεις 24 έως 26 του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού, ακολούθησαν τη φυσική έννοια των όρων του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ). Απορρίπτω τον ισχυρισμό ότι οι κοινοτικές αρχές ερμήνευσαν υπερβολικά στενά την εν λόγω διάταξη: το κριτήριο της "άμεσης σχέσης" που χρησιμοποίησαν είναι ακριβώς το κριτήριο που προβλέπει η πρώτη φράση της εν λόγω διατάξεως. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό ότι με την εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου, το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ), έρχεται σε σύγκρουση προς το άρθρο 2, παράγραφος 9. Το άρθρο 2, παράγραφος 9, προβλέπει ότι προσαρμογές είναι δυνατές όσον αφορά τους "όρους πωλήσεως". Η μόνη δυνατή έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι αναφέρεται σε συγκεκριμένες πωλήσεις και συμβάσεις πωλήσεως, συμβιβάζεται δε απόλυτα με την ανωτέρω ερμηνεία το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ), απαιτεί την ύπαρξη "((άμεσης σχέσης)) με τις συγκεκριμένες πωλήσεις". Η εναλλακτική ερμηνεία, που προτείνει η Canon και η οποία οδηγεί στο να λαμβάνονται υπόψη πολύ περισσότερες κατηγορίες εξόδων, δεν συμβιβάζεται, κατά τη γνώμη μου, με την έννοια των όρων "συνθήκες και όροι πωλήσεως" και, αν γινόταν δεκτή, θα καθιστούσε τους όρους αυτούς κενούς περιεχομένου. Επιπλέον, η φυσική έννοια των όρων του άρθρου 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ), είναι σύμφωνη και με την όλη δομή του βασικού κανονισμού: ενώ οι προσαρμογές κατά το στάδιο της συγκρίσεως περιορίζονται - κατά την ερμηνεία αυτή - στα έξοδα που έχουν άμεση σχέση με τις εξεταζόμενες πωλήσεις, οι δαπάνες που δεν εμφανίζουν άμεση σχέση - ήτοι τα γενικά έξοδα - λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο του υπολογισμού της κανονικής αξίας. Στις περιπτώσεις που η κανονική αξία κατασκευάζεται, προβλέπεται ειδικώς ότι πρέπει να περιλαμβάνει "ένα εύλογο ποσό για έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά και άλλα γενικά έξοδα". 'Οταν η κανονική αξία υπολογίζεται βάσει της πραγματικής τιμής στην εσωτερική αγορά, η τιμή αυτή κανονικά έχει καθοριστεί, κατά τα εμπορικά ήθη, κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνει ένα στοιχείο γενικών και διοικητικών εξόδων.
Τέλος, η επιχειρηματολογία της Canon στηρίζεται στους όρους "κατά γενικό κανόνα", που περιλαμβάνονται στη φράση "κατά γενικό κανόνα, καμία προσαρμογή δεν γίνεται για διαφορές σε διοικητικά και γενικά έξοδα", καθώς και στον όρο "κατευθυντήριες γραμμές", που περιέχεται στις πρώτες φράσεις του άρθρου 2, παράγραφος 10. Είναι αληθές ότι το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ), δεν έχει ως σκοπό τη θέσπιση απόλυτου κανόνα, αλλά διατυπώνει μια κατευθυντήρια γραμμή από την οποία είναι δυνατή η απόκλιση. Ωστόσο, τόσο η εικοστή τέταρτη όσο και η εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη δέχονται ότι πρόκειται απλώς για γενικό κανόνα και, επομένως, δεν μπορούν να προσβληθούν για το λόγο αυτό. Επιπλέον, στον αιτούμενο την απόκλιση εναπόκειται να αποδείξει ότι συντρέχει λόγος αποκλίσεως. Η δεύτερη φράση του άρθρου 2, παράγραφος 10, προβλέπει τα εξής: "'Οταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος ζητεί να ληφθεί υπόψη μια τέτοια διαφορά, φέρει το βάρος της αποδείξεως ότι η αίτηση αυτή είναι δικαιολογημένη". Συνεπώς, η Canon βαρύνεται με την απόδειξη ότι οι δαπάνες για τις οποίες ζητεί την πραγματοποίηση προσαρμογών εμφάνιζαν, κατ' εξαίρεση, άμεση σχέση με τις εξεταζόμενες πωλήσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Canon δεν προσκόμισε αποδείξεις περί αυτού και, επομένως, το σχετικό αίτημά της πρέπει να απορριφθεί (βλέπε υπόθεση 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου, σκέψη 45, την οποία αναφέρω στις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC).
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Canon πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: σφάλματα κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας
Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως, η Canon αναπτύσσει τα εξής επιχειρήματα: 1) Η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη από το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), και από το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), να υπολογίσει την κανονική αξία είτε βάσει των εσωτερικών τιμών που εφάρμοζε η Canon Inc. είτε, αν δεν δεχόταν τις τιμές αυτές επικαλούμενη το άρθρο 2, παράγραφος 7, βάσει του κόστους παραγωγής στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο". Η Επιτροπή, βασίζοντας την κανονική αξία στις τιμές που εφάρμοζε η Canon Sales, παρέβη την υποχρέωση αυτή. 2) Η κατασκευή της κανονικής αξίας βάσει του κόστους παραγωγής ήταν, εν πάση περιπτώσει, δικαιολογημένη, δεδομένου του μικρού αριθμού των πωλήσεων ηλεκτρονικών γραφομηχανών που πραγματοποιούσε η Canon στην ιαπωνική αγορά και ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της εν λόγω αγοράς. Οι εσωτερικές πωλήσεις των δύο μοντέλων, για τα οποία η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει των πραγματικών εσωτερικών τιμών, αντιπροσώπευε μόνο το 1,4 % του συνολικού όγκου των εξαγωγών της Canon προς την Κοινότητα. 3) Οι μέθοδοι που εφάρμοσε η Επιτροπή κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας δεν ήταν δίκαιες και αντέβαιναν στο άρθρο 2, παράγραφοι 3, 9 και 10 του βασικού κανονισμού, για τους εξής, ιδίως, λόγους: α) όσον αφορά τα δύο μοντέλα για τα οποία η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει της εσωτερικής τιμής, η Επιτροπή αρνήθηκε να προβεί στις ενδεδειγμένες μειώσεις της εν λόγω τιμής, προκειμένου η τιμή αυτή να καθοριστεί στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο". Ως εκ τούτου, η κατά τον τρόπο αυτό υπολογισθείσα δήθεν κανονική αξία ήταν αφύσικα υψηλή β) όσον αφορά τα τέσσερα μοντέλα για τα οποία η κανονική αξία κατασκευάστηκε, η Επιτροπή κακώς διπλασίασε το πραγματικό κόστος κατασκευής και τα γενικά έξοδα της Canon Inc., συνυπολογίζοντας πρόσθετα στοιχεία γ) επίσης όσον αφορά τα τέσσερα αυτά μοντέλα, το περιθώριο κέρδους 47 % επί του κόστους (32,39 % επί του κύκλου εργασιών), το οποίο προστέθηκε στο πραγματικό κόστος παραγωγής και στο εικαζόμενο πρόσθετο κόστος, ήταν καταφανώς υπερβολικό δ) όσον αφορά και τα έξι μοντέλα, η μέθοδος που ακολούθησε η Επιτροπή κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας οδήγησε στη διαπίστωση ενός μεγέθους το οποίο δεν αντιπροσώπευε την τιμή στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο".
Οι κοινοτικές αρχές ήταν απολύτως δικαιολογημένες να θεωρήσουν την Canon Sales ως "συνδεδεμένη" με την Canon Inc., υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού, και, επομένως, είχαν το δικαίωμα να μη λάβουν υπόψη τους, κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, τις τιμές που εφάρμοζε η Canon Inc. έναντι της Canon Sales. Η Canon δεν απέδειξε υπέρβαση ή κακή χρήση της διακριτικής αυτής ευχέρειας. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα ότι η κανονική αξία έπρεπε να υπολογιστεί βάσει των τιμών που εφάρμοζε η Canon Inc. έναντι της Canon Sales πρέπει να απορριφθεί.
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), ορίζει ότι ως κανονική αξία νοείται "η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής". Κατά τη γνώμη μου, η διάταξη αυτή καλύπτει και την τιμή που εφαρμόζει η εταιρία διανομής του παραγωγού έναντι των πελατών της. Οι τιμές που εφάρμοζε η Canon Sales στους πελάτες της αποτελούσαν σαφώς τιμές διαμορφωμένες "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις", υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, και οι κοινοτικές αρχές είχαν το δικαίωμα να τις χρησιμοποιήσουν προς το σκοπό του υπολογισμού της κανονικής αξίας, πράγμα το οποίο και έπραξαν (όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού). Το επιχείρημα της Canon ότι, σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιηθούν οι τιμές που εφάρμοζε η Canon Inc., η κανονική αξία πρέπει είτε να κατασκευαστεί είτε να υπολογιστεί βάσει των τιμών εξαγωγής προς τις τρίτες χώρες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί.
Η χρησιμοποίηση του κατώτατου ορίου 5 %, στην οποία αναφέρεται η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού, όσον αφορά τον όγκο των πωλήσεων που λαμβάνονται υπόψη ως βάση για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, όχι μόνο ήταν θεμιτή αλλά και ενίσχυε την ασφάλεια του δικαίου. Ενώ το κατώτατο αυτό όριο ήταν 5 % του όγκου "των εξαγωγών προς την Κοινότητα", η Canon υποστηρίζει ότι η πρακτική των Ηνωμένων Πολιτειών συνίσταται στο να μη λαμβάνονται υπόψη οι εσωτερικές πωλήσεις όταν τουλάχιστον το 5 % των εξαγωγών προορίζονται για άλλες χώρες εκτός ΗΠΑ. Για τους ανωτέρω αναφερθέντες λόγους, αποδίδεται περιορισμένη σημασία στην πρακτική που ακολουθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ασχέτως των επιφυλάξεων αυτών, πρέπει να παρατηρηθεί, αφενός, ότι η αμερικανική πρακτική επικυρώνει το κατώτατο όριο 5 % και, εν πάση περιπτώσει, δεν δέχομαι την άποψη ότι αναγκαστικά εκείνες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι οι εξαγωγές προς άλλες χώρες εκτός εκείνης που αφορά το υποτιθέμενο ντάμπινγκ. Από τα στοιχεία που έχω υπόψη μου μέχρι σήμερα, συνάγω το συμπέρασμα ότι η πλέον ενδεδειγμένη βάση συγκρίσεως συνίσταται στις εξαγωγές προς τη χώρα (ή την οικονομική κοινότητα) που θίγεται από το ντάμπινγκ. Επομένως, δεν βλέπω το λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κατώτατο όριο 5 % που αναφέρεται στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
Αναφέρθηκε ότι οι πωλήσεις, εντός της Ιαπωνίας, δύο μοντέλων της Canon υπερέβησαν το κατώτατο όριο κατά την περίοδο αναφοράς: συγκεκριμένα, των μοντέλων ΑΡ 400 και ΑΡ 500. Η Canon υποστηρίζει ότι οι εσωτερικές πωλήσεις των δύο αυτών μοντέλων δεν υπερέβησαν το 1,4 % του συνολικού όγκου των εξαγωγών ηλεκτρονικών γραφομηχανών της προς την Κοινότητα. Το ποσοστό αυτό στερείται σημασίας, διότι προέρχεται από σύγκριση μεταξύ των πωλήσεων των δύο αυτών μοντέλων μόνο στην Ιαπωνία και των πωλήσεων έξι μοντέλων εντός της ΕΟΚ. Το ποσοστό πρέπει να καθορίζεται για κάθε μοντέλο χωριστά. Το Συμβούλιο ανέφερε ότι οι εσωτερικές πωλήσεις του μοντέλου ΑΡ 400 αντιπροσώπευαν 7,6 % του όγκου των εξαγωγών προς την Κοινότητα, ενώ το ποσοστό αυτό ήταν 8,7 % για το μοντέλο ΑΡ 500. Απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Canon προσκόμισε εμπιστευτικά αριθμητικά στοιχεία όσον αφορά τις πωλήσεις, τα οποία φαίνεται να επιβεβαιώνουν, ουσιαστικά, τα ποσοστά αυτά. Συνεπώς, το επιχείρημα της Canon πρέπει να απορριφθεί.
Καίτοι είναι αληθές ότι η κατάσταση όσον αφορά τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές με αλφαριθμικό πληκτρολόγιο προσιδιάζει στην Ιαπωνία, λόγω του ότι η ιαπωνική γραφή δεν χρησιμοποιεί λατινικούς χαρακτήρες, αυτό δεν αποτελεί, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Canon, λόγο αποκλίσεως από την κανονική εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), του βασικού κανονισμού. Αν οι εσωτερικές πωλήσεις αντιπροσωπεύουν επαρκή όγκο, δεν θεωρώ ότι οι ανωτέρω περιστάσεις μπορούν να επηρεάσουν τις προϋποθέσεις που προβλέπει η κανονιστική ρύθμιση και σύμφωνα με τις οποίες η πραγματική εγχώρια τιμή μπορεί να αποτελέσει τη βάση υπολογισμού της κανονικής αξίας.
Η Canon υποστηρίζει ότι για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η τιμή των εξαγωγών προς την αμερικανική αγορά. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να ισχύσει για τα δύο μοντέλα για τα οποία - ορθώς κατά τη γνώμη μου - η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει της πραγματικής εγχώριας τιμής. 'Οσον αφορά τα λοιπά μοντέλα, θεωρώ ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), παρέχει στις κοινοτικές αρχές τη διακριτική ευχέρεια να επιλέγουν μεταξύ της κατασκευής της κανονικής αξίας και της χρησιμοποιήσεως των τιμών εξαγωγής προς τρίτες χώρες. Η Canon δεν απέδειξε ότι έγινε κακή χρήση της ευχέρειας αυτής, ενώ το Συμβούλιο εξήγησε τους λόγους οι οποίοι υπαγόρευσαν την επιλογή στην οποία προέβησαν οι κοινοτικές αρχές με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού. Συνεπώς, το επιχείρημα της Canon ως προς το σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά την τρίτη ομάδα επιχειρημάτων της Canon, με ορισμένα από τα επιχειρήματα αυτά προκαλείται σύγχυση σε θέματα αφορώντα τις προσαρμογές ενόψει της συγκρίσεως και θέματα αφορώντα τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. 'Οπως ήδη έχω αναφέρει, τα δύο αυτά θέματα πρέπει να εξεταστούν χωριστά, τα επιχειρήματα δε που αναφέρονται στη σύγκριση έχουν, στην ουσία, εξεταστεί ανωτέρω καθώς και με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC.
'Οσον αφορά τα δύο μοντέλα, των οποίων η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει της πραγματικής εγχώριας τιμής, η Canon αναφέρει: "((η Επιτροπή)) αρνήθηκε να λάβει υπόψη της, ως σημείο εκκινήσεως στην εσωτερική αγορά, την τιμή την οποία εφαρμόζει η Canon Inc. έναντι της Canon Sales. Επέλεξε να λάβει υπόψη της μεταγενέστερα στάδια του κύκλου εμπορίας, έως τις τιμές τις οποίες εφαρμόζει η Canon Sales έναντι των πελατών της. Οι τιμές αυτές ήταν πολύ υψηλότερες λόγω του ιδιάζοντα χαρακτήρα της αγοράς και των υψηλών εξόδων πωλήσεως όσον αφορά τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές". Η δήλωση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι κοινοτικές αρχές είχαν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν τις τιμές της Canon Sales, καθόσον αποδεικνύει ότι η τιμή την οποία εφάρμοζε η Canon Inc. έναντι της Canon Sales ήταν κατά πολύ κατώτερη από την πραγματικώς ισχύουσα τιμή στην αγορά και ότι, επομένως, αποτελούσε μάλλον μια μεταβιβαστική τιμή παρά μια τιμή διαμορφωμένη κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις. 'Ηδη έχω αναφέρει γιατί ο "ιδιάζων χαρακτήρας της αγοράς" δεν παρέχει έρεισμα στα επιχειρήματα της Canon. Τέλος, όσον αφορά τους λόγους που καθιστούν υψηλότερη μια τιμή στην αγορά, η Cetma υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα περιθώρια κέρδους στην προστατευόμενη και κυριαρχούμενη από καρτέλ ιαπωνική αγορά είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Δεν κρίνω απαραίτητο να διατυπώσω γνώμη όσον αφορά τους λόγους αυτούς. Εκείνο που έχει εν προκειμένω σημασία είναι ότι η Canon αναγνωρίζει ότι οι τιμές των επιδίκων προϊόντων στην ιαπωνική αγορά είναι υψηλές. Η Canon δεν ισχυρίζεται ότι οι σχετικές διαπιστώσεις είναι εσφαλμένες. Η διαδικασία μέχρι του σημείου αυτού, παρά τον ισχυρισμό της Canon ότι απετέλεσε "ρεσιτάλ αδικιών", υπήρξε νόμιμη και προσήκουσα.
Συνέχεια, γίνεται μνεία της αφαιρέσεως των εξόδων πωλήσεως της Canon Sales και, ειδικότερα, των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Canon Sales για τη διαφήμιση των γραφομηχανών στην Ιαπωνία. Το επιχείρημα αυτό δύσκολα γίνεται κατανοητό. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), που αφορά την κανονική αξία, δεν προβλέπει καμία αφαίρεση εξόδων. Ορίζει ότι ως κανονική αξία πρέπει να λαμβάνεται "η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις". Η πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή "κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις" είναι η τιμή με την οποία πραγματοποιείται η πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή και, δεδομένου ότι οι τιμές εξαγωγής καθορίστηκαν επίσης με βάση την πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή, οι τιμές αυτές είναι "συγκρίσιμες" από αυτήν την άποψη. Δεν νομίζω ότι είναι δυνατόν να αποδοθεί στον όρο "συγκρίσιμη", στην προκειμένη περίπτωση, η έννοια ότι επιβάλλει περαιτέρω αφαιρέσεις. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), η τιμή λαμβάνεται υπόψη όπως διαπιστώνεται. Περαιτέρω προσαρμογές ή μειώσεις είναι δυνατές μόνον όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφοι 9 και 10. Οι διατάξεις αυτές αφορούν τη σύγκριση και όχι τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Δεν υπάρχει δυνατότητα αφαιρέσεως των εξόδων πωλήσεως της Canon Sales κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α). Η αντιμετώπιση των εξόδων πωλήσεως εκ μέρους των κοινοτικών αρχών δεν αναιρεί το έγκυρο του καθορισμού της κανονικής αξίας για τα εν λόγω δύο μοντέλα, ο οποίος πραγματοποιήθηκε βάσει των πραγματικών εγχωρίων τιμών.
Η αιτίαση αυτή, όμως, είναι αβάσιμη ακόμα και αν εξεταστεί υπό το φως των διατάξεων τις οποίες αφορά στην πραγματικότητα. Η Canon αναφέρει: "η Επιτροπή αρνήθηκε να αφαιρέσει το σύνολο των εξόδων πωλήσεως της Canon Sales, παρά το γεγονός ότι η μοναδική δραστηριότητα της Canon Sales συνίστατο στις πωλήσεις". Ωστόσο, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Canon, οι κοινοτικές αρχές δεν είχαν υποχρέωση να αφαιρέσουν όλα τα έξοδα πωλήσεως της Canon Sales. Με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, εξηγώ γιατί, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός και μόνο ότι οι δραστηριότητες κατασκευής και πωλήσεως έχουν κατανεμηθεί, εντός του ιδίου ομίλου εταιριών, μεταξύ δύο τυπικά ανεξαρτήτων οργάνων δεν επιτρέπει στους εξαγωγείς να ζητήσουν την πραγματοποίηση τέτοιων αφαιρέσεων.
Στη συνέχεια, η Canon καταλογίζει στην Επιτροπή ότι "αρνήθηκε να αφαιρέσει, παράλληλα με τις αφαιρέσεις από τις τιμές που εφάρμοζαν οι ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρίες της Canon, ένα λογικό περιθώριο κέρδους του διανομέα". Κατά τη γνώμη μου, η αφαίρεση αυτή δε μπορεί να πραγματοποιηθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), ούτε του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο i). Αναφορά στο "λογικό περιθώριο κέρδους" σε σχέση προς την κανονική αξία γίνεται μόνο στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), το οποίο αναφέρεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία. Εξ ορισμού, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, όπου η κανονική αξία υπολογίζεται βάσει της πραγματικής εγχώριας τιμής. Και στην περίπτωση αυτή, το επιχείρημα είναι αλυσιτελές και δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος του καθορισμού της κανονικής αξίας, στον οποίο προέβησαν οι κοινοτικές αρχές βάσει της πραγματικής εγχώριας τιμής για τα εν λόγω δύο μοντέλα. Δεύτερον, ακόμα και όσον αφορά την κατασκευασμένη αξία, το επιχείρημα ότι πρέπει να εφαρμόζονται παράλληλες μέθοδοι για την κατασκευή της κανονικής αξίας και για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής είναι αβάσιμο για τους λόγους που εκθέτω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC.
Συνεπώς, η Canon δεν απέδειξε την ύπαρξη ελαττώματος όσον αφορά τη μέθοδο με την οποία οι κοινοτικές αρχές καθόρισαν την κανονική αξία των δύο μοντέλων, η αξία των οποίων καθορίστηκε βάσει της πραγματικής εγχώριας τιμής.
'Οσον αφορά τα υπόλοιπα τέσσερα μοντέλα, απορρίπτω, για τους λόγους που εκθέτω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, το επιχείρημα ότι ο βασικός κανονισμός δεν παρείχε στις κοινοτικές αρχές το δικαίωμα να κατασκευάσουν μια "καθ' υποκατάσταση" κανονική αξία χρησιμοποιώντας, ως κατευθυντήρια γραμμή, στοιχεία της πραγματικής εγχώριας τιμής.
Το επιχείρημα ότι η ακολουθηθείσα διαδικασία δεν οδήγησε σε δίκαιη σύγκριση στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" αφορά το θέμα της συγκρίσεως και όχι το θέμα της κατασκευής της κανονικής αξίας, ακόμα δε και αν εξεταστεί και σε σχέση προς το θέμα της συγκρίσεως πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που ανέπτυξα ανωτέρω καθώς και με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC.
Για τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι οι δαπάνες που περιελήφθησαν στην κατασκευασμένη κανονική αξία δεν ήταν οι προσήκουσες διότι δεν αντιμετωπίστηκαν κατά τρόπο συμμετρικό προς τις δαπάνες που αφορούσαν τις τιμές εξαγωγής.
Η Canon δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην άρνηση της Επιτροπής να αφαιρέσει τις δαπάνες διαφημίσεως στις οποίες είχε υποβληθεί η Canon Sales. Ωστόσο, τα έξοδα διαφημίσεως έχουν σημασία όχι κατά τον καθορισμό της κανονικής αξίας αλλά κατά την πραγματοποίηση της συγκρίσεως των τιμών κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, το δε άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ), ορίζει ότι, κατά κανόνα, δεν γίνονται προσαρμογές για διαφορές σε διοικητικά και γενικά έξοδα. Η Canon δεν απέδειξε ότι συνέτρεχε λόγος αποκλίσεως από το γενικό αυτό κανόνα στην υπό κρίση περίπτωση. Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό είναι απορριπτέο όχι μόνο από πλευράς του καθορισμού της κανονικής αξίας αλλά και από πλευράς πραγματοποιήσεως της συγκρίσεως.
Η Canon επιδιώκει, επίσης, να ληφθούν υπόψη τα υποτιθέμενα έξοδα διαφημίσεώς της και κατά την εξέταση του θέματος του περιθωρίου κέρδους, το οποίο χρησιμοποιείται για την κατασκευή της κανονικής αξίας. Η Canon υποστηρίζει τα εξής: "το περιθώριο κέρδους 47 % υπολογίστηκε αφαιρεθέντων όλων των εξόδων της Canon Sales και της Canon Inc. από την τιμή την οποία εφάρμοζε η Canon Sales έναντι των διανομέων. 'Ομως, στην περίπτωση της Canon Sales, η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη της τα πραγματικά έξοδα στα οποία υποβαλλόταν η Canon Sales στο πλαίσιο των πωλήσεων ηλεκτρονικών γραφομηχανών. Προτίμησε να υπολογίσει το κέρδος της Canon Sales επί των ηλεκτρονικών γραφομηχανών ως εάν η εταιρία αυτή δεν είχε (παραδείγματος χάρη) υποβληθεί σε ιδιαίτερα υψηλά έξοδα διαφημίσεως. Η απόκλιση εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού είναι σημαντική. Τα έξοδα διαφημίσεως ανέρχονταν στο 7 % του συνολικού κύκλου εργασιών της Canon Sales. Ωστόσο, ειδικά για τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές, τα πραγματικά και δυνάμενα να αποδειχθούν έξοδα διαφημίσεως ανέρχονταν στο 26 % του κύκλου εργασιών. 'Ετσι, η εφαρμογή ανακριβούς μεγέθους οδήγησε σε αισθητή υπερεκτίμηση του κέρδους". Για τον καθορισμό του κέρδους που πραγματοποιήθηκε επί των πραγματικών εγχωρίων τιμών, ο μόνος δυνατός τρόπος συνίσταται στην αφαίρεση των εξόδων από την τιμή πωλήσεως. Αυτό δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η Canon υποστηρίζει ότι το ποσό των αφαιρεθέντων εξόδων έπρεπε να είναι υψηλότερο. Ως προς το σημείο αυτό, η Canon εκθέτει τα εξής με το υπόμνημα απαντήσεώς της: "((η Επιτροπή)) δεν έλαβε υπόψη της τα πραγματικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Canon Sales για τη διαφήμιση των ηλεκτρονικών γραφομηχανών και την προώθηση των πωλήσεών της και εξήγαγε τα συμπεράσματά της βασιζόμενη στο σύνολο των προϊόντων που διαθέτει η Canon Sales, χωρίς να λάβει υπόψη τα αποδεδειγμένα υψηλά έξοδα προωθήσεως των πωλήσεων των ηλεκτρονικών γραφομηχανών. Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή, τα έξοδα διαφημίσεως για τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές ήταν σχεδόν τριπλάσια από τα έξοδα διαφημίσεως, υπολογιζόμενα σε ποσοστό του κύκλου εργασιών, όσον αφορά το σύνολο των προϊόντων. Αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη της το προφανές γεγονός ότι τα έξοδα αυτά μείωναν τα κέρδη της Canon Sales επί των πωλήσεων ηλεκτρονικών γραφομηχανών, θα είχε αποδοθεί στην Canon (καθώς και σε άλλους εξαγωγείς οι οποίοι δεν πραγματοποιούσαν πωλήσεις στην εσωτερική αγορά) σημαντικά μικρότερο περιθώριο κέρδους".
Θα ασχοληθώ με το σημείο αυτό ιδιαιτέρως λεπτομερώς διότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω απόσπασμα του υπομνήματος της Canon, το περιθώριο κέρδους 47 % που υπολογίστηκε με βάση τα προϊόντα της Canon χρησιμοποιήθηκε σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός της Brother και της Silver Seiko) όπου η κανονική αξία κατασκευάστηκε στην υπό κρίση υπόθεση. Ως εκ τούτου, το σημείο αυτό ενδιαφέρει όχι μόνο την Canon αλλά και όλους τους άλλους εξαγωγείς (εκτός της Brother και της Silver Seiko), για τα προϊόντα των οποίων κατασκευάστηκε η κανονική αξία.
Μολονότι τα έξοδα διαφημίσεως αναφέρονται υπό τύπον "παραδείγματος", οι δαπάνες τις οποίες προβάλλει η Canon αποτελούν, στην πραγματικότητα, αποκλειστικώς έξοδα διαφημίσεως και προωθήσεως του προϊόντος. Η Canon δεν αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε άλλα έξοδα. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, η Canon δεν έθεσε καν θέμα άλλων εξόδων, εκτός των εξόδων διαφημίσεως και προωθήσεως των πωλήσεων.
Σχετικά με αυτά τα έξοδα διαφημίσεως και προωθήσεως των πωλήσεων, η Canon δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της. Από την άλλη πλευρά, το Συμβούλιο, με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς του, διευκρινίζει ότι: "τα έξοδα διαφημίσεως, τα οποία παρουσίασε η Canon, περιελάμβαναν 198 διαφορετικά κονδύλια. Κατόπιν αναλύσεως των κονδυλίων αυτών, διαπιστώθηκε ότι μόνο για τα 59 από τα 198 διαφορετικά κονδύλια υπήρχαν δικαιολογητικά. Για πολλά από τα 59 κονδύλια δεν ήταν σαφές κατά πόσον τα δικαιολογητικά (απλές φωτοτυπίες διαφημιστικών δημοσιευμάτων) είχαν πράγματι σχέση με τα κονδύλια που ανέφερε η Canon. 30 από τα 59 κονδύλια αφορούσαν αποκλειστικά ηλεκτρονικές γραφομηχανές που δε αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και εξαιρέθηκαν από την επιβολή δασμού (άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 1698/85), και ως προς τις οποίες δεν υπολογίστηκε η αποδοτικότητα. Πολλά κονδύλια αφορούσαν αποκλειστικά άλλα προϊόντα, και συγκεκριμένα τα αποκαλούμενα DW' s, ΑΡ 89 (μονάδες λειτουργούσες με μαλακές δισκέττες) καθώς και οθόνες ορισμένα από τα κονδύλια αφορούσαν τόσο ηλεκτρονικές γραφομηχανές που αποτέλεσαν το αντικείμενο της έρευνας όσο και άλλα προϊόντα, όπως π.χ. οθόνες. Το έντυπο υλικό των πωλήσεων (τιμοκατάλογοι, φυλλάδια τεχνικών οδηγιών), το οποίο προφανώς αφορούν ορισμένα άλλα κονδύλια της Canon, καλύπτει όχι μόνο τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές που αποτέλεσαν το αντικείμενο της έρευνας, αλλά και μια μονάδα μαλακής δισκέττας, οθόνες, μικρές γραφομηχανές του τύπου που δεν κάλυπτε η έρευνα, ανταλλακτικά και άλλα προϊόντα. Για κανένα από τα 198 κονδύλια δεν προσκομίστηκαν τιμολόγια από τα οποία να προκύπτει το ύψος των ποσών που πράγματι καταβλήθηκαν σε τρίτους. Εξάλλου, δεν είναι βέβαιο ότι τα υποτιθέμενα έξοδα δεν αποτελούσαν επιβαρύνσεις επιβαλλόμενες από ένα τμήμα του ομίλου Canon σε άλλο. Τα δικαιολογητικά που προσκόμισε συμπληρωματικώς η Canon αποτελούσαν απλά εσωτερικής χρήσεως χειρόγραφα τα οποία δεν παρείχαν καμία απόδειξη". Από αυτό έπεται ότι η Canon δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της ότι οι κοινοτικές αρχές δεν έλαβαν προσηκόντως υπόψη τα έξοδα διαφημίσεως και προωθήσεως των πωλήσεων όταν υπολόγισαν περιθώριο κέρδους 47 %. Για το λόγο αυτό, ο ισχυρισμός περί εσφαλμένου υπολογισμού του περιθωρίου κέρδους είναι απορριπτέος.
'Ενας πρόσθετος λόγος απορρίψεως του ανωτέρω ισχυρισμού - ο οποίος όμως ισχύει μόνο για την Canon και όχι για τους λοιπούς εξαγωγείς - συνίσταται στο ότι η Canon δέχθηκε προφανώς τα ίδια ποσά για τα έξοδα (συμπεριλαμβανομένων των εξόδων διαφημίσεως) όταν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν ως στοιχείο αντιστοιχούν στα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά και λοιπά γενικά έξοδα ενόψει της κατασκευής της κανονικής αξίας. Χαμηλότερα έξοδα ΠΔΓ οδηγούν στον καθορισμό χαμηλότερης κατασκευασμένης κανονικής αξίας, πράγμα το οποίο ευνοεί την Canon. 'Ομως, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί θεμιτό να αμφισβητεί η Canon τους αριθμούς όσον αφορά ένα μέρος των υπολογισμών που δεν την ευνοεί και να δέχεται τους ίδιους αριθμούς στο πλαίσιο άλλου μέρους των υπολογισμών, το οποίο, κατά τη γνώμη της, την ευνοεί.
'Οσον αφορά το στοιχείο που περιελήφθη στην κανονική αξία ως έξοδα πωλήσεως, διοικητικά και λοιπά γενικά έξοδα, η Canon υποστηρίζει, εξάλλου, ότι οι κοινοτικές αρχές όφειλαν να λάβουν υπόψη τους τις διοικητικές δαπάνες που αφορούσαν τις πωλήσεις κατόπιν εξαγωγής και όχι τις σχετικές δαπάνες που αφορούσαν την ιαπωνική αγορά, ισχυρίζεται δε ότι ο κανονισμός 3453/81 της Επιτροπής, περί επιβολής προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένων νημάτων βάμβακος καταγωγής Τουρκίας (ΕΕ 1981, L 347, σ. 19) καθιερώνει σχετικό κανόνα. Κατά τη γνώμη μου, τούτο δεν συμβαίνει, αν μη τι άλλο, δεδομένου ότι ο εν λόγω κανονισμός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 789/82 του Συμβουλίου, με τον οποίο επιβλήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στα προϊόντα αυτά (ΕΕ 1982, L 90, σ. 1). Αλλά, ακόμα και αν αποδοθεί η ανάλογη σημασία στους δύο αυτούς κανονισμούς, είναι προφανές ότι οι εν λόγω κανονισμοί αφορούν μια ειδική περίπτωση, ως προς την οποία οι κοινοτικές αρχές διέθεταν τόσο λίγα στοιχεία όσον αφορά τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά ώστε χρειάστηκε να προσφύγουν στους αριθμούς που αφορούσαν τις πωλήσεις κατόπιν εξαγωγής και να τις χρησιμοποιήσουν ως οδηγό για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας. Οι κανονισμοί αυτοί δεν θεσπίζουν τον κανόνα που επικαλείται η Canon, όταν δε υπάρχουν - όπως στην υπό κρίση περίπτωση - άφθονα στοιχεία όσον αφορά τα διοικητικά έξοδα στην εσωτερική αγορά, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι οι κοινοτικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να τα αγνοήσουν και να μη λάβουν υπόψη τους παρά μόνο τα γενικά έξοδα που αφορούν τις εξαγωγές.
Τέλος, όσον αφορά το "λογικό περιθώριο κέρδους" που πρέπει να περιλαμβάνεται στην κατασκευασμένη κανονική αξία, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), του βασικού κανονισμού διευκρινίζει ότι, "κατά γενικό κανόνα και υπό τον όρο ότι πραγματοποιείται κανονικό κέρδος κατά τις πωλήσεις προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας στην εσωτερική αγορά της χώρας καταγωγής, η προσαύξηση για το κέρδος δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από το κανονικό κέρδος". Η Canon υποστηρίζει ότι "θα ήταν, ως εκ τούτου, περισσότερο ενδεδειγμένο να εξετάσει η Επιτροπή τα περιθώρια κέρδους λαμβάνοντας τον τομέα του εξοπλισμού γραφείου στην Ιαπωνία ως ένα ενιαίο σύνολο". Πρώτον, ο ισχυρισμός αυτός δεν βρίσκει έρεισμα στην εν λόγω διάταξη, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν αναφέρει ότι το περιθώριο κέρδους πρέπει να είναι το περιθώριο των προϊόντων της ιδίας γενικής κατηγορίας, αλλ' απλώς ότι το περιθώριο αυτό δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το περιθώριο κέρδους της εν λόγω κατηγορίας. Δεύτερον, όπως αναφέρω στις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, η έκφραση "της ιδίας γενικής κατηγορίας" προϊόντων, αν ερμηνευτεί λογικά και υπό το φως της εννοίας "ομοειδές προϊόν" του άρθρου 2, παράγραφοι 2 και 12, πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται, στην υπό κρίση περίπτωση, τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές και δεν θεωρώ δυνατό να ληφθεί εν προκειμένω υπόψη μια ευρύτερη κατηγορία προϊόντων εξοπλισμού γραφείου. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί και να μη ληφθούν υπόψη στο σημείο αυτό οι διάφοροι αριθμοί που αναφέρει η Canon όσον αφορά το κέρδος.
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β), σημείο ii), επιβάλλει απλώς να είναι το περιθώριο κέρδους "λόγικό", όπως αναφέρω δε στις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, είναι εύλογο να χρησιμοποιούνται τα περιθώρια κέρδους που πράγματι επιτυγχάνονται στην εσωτερική αγορά. Σύμφωνα με τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού, κρίθηκε εύλογο να υπολογιστεί η κανονική αξία των εν λόγω τεσσάρων μοντέλων της Canon βάσει του περιθωρίου κέρδους που πραγματοποιούσε η Canon επί των πωλήσεων των δύο άλλων μοντέλων στην εσωτερική αγορά. Κατά τη γνώμη μου, το κριτήριο αυτό για τον καθορισμό του κανονικώς πραγματοποιουμένου κέρδους ήταν εύλογο και η προσέγγιση του προβλήματος σύμφωνη με το βασικό κανονισμό. Η Canon ισχυρίζεται ότι "από τους λογαριασμούς διαχειρίσεώς της προέκυπτε κέρδος 7,2 % επί των ηλεκτρονικών γραφομηχανών κατά την περίοδο αναφοράς". Οι εν λόγω λογαριασμοί διαχειρίσεως δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είναι σαφές ποια μοντέλα αφορούσαν ούτε αν περιελάμβαναν και τις πωλήσεις κατόπιν εξαγωγής. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ποσοστού αυτού ή ως προς το αν κατά τον υπολογισμό χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία ακατάλληλα προς το σκοπό αυτό. Ο όρος "λογαριασμοί διαχειρίσεως", μολονότι ασαφής, υπονοεί ότι οι λογαριασμοί αυτοί αφορούν μόνο την Canon Inc. και όχι τον όμιλο Canon στο σύνολό του, οπότε - για τους λόγους που ήδη ανέπτυξα - δεν αποτελούν ενδεδειγμένη βάση υπολογισμού. Ειδικότερα, το ποσοστό 7,2 % βασίζεται στη μεταβιβαστική τιμή που εφαρμοζόταν μεταξύ της Canon Inc. και της Canon Sales και, αν αντιπροσωπεύει μόνο το κέρδος της Canon Inc. και όχι και το κέρδος της Canon Sales, δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση για την κατασκευή της κανονικής αξίας. Δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν αποδείξεις ενώπιον του Δικαστηρίου, πρόκειται περί ενός αμφιβόλου αξίας ισχυρισμού, ο οποίος δεν δικαιολογεί αμφισβήτηση των ποσοστών που έλαβαν υπόψη τους οι κοινοτικές αρχές όσον αφορά το περιθώριο κέρδους.
Κατά συνέπεια, όσον αφορά τόσον τα δύο μοντέλα των οποίων η κανονική αξία υπολογίστηκε βάσει της πραγματικής εγχώριας τιμής όσον και τα μοντέλα των οποίων η κανονική αξία κατασκευάστηκε, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Canon και ο οποίος συνίσταται στην ύπαρξη σφαλμάτων κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: σφάλματα κατά τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Canon υποστηρίζει ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής ήταν άδικες και ασαφείς και, ως εκ τούτου, αντέβαιναν στο άρθρο 2, παράγραφοι 8 και 9. Κατά την Canon, υπολόγισε την τιμή εξαγωγής προβαίνοντας σε αφαίρεση ορισμένων ποσών που αντιστοιχούσαν στα διοικητικά έξοδα των ευρωπαϊκών θυγατρικών εταιριών της Canon Inc., καθώς και σε αφαίρεση ενός υποθετικού κέρδους η Επιτροπή έπρεπε να υπολογίσει την τιμή εξαγωγής χρησιμοποιώντας μεθόδους παράλληλες με εκείνες που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας.
Δεδομένου ότι η Canon Γαλλίας, η Canon Γερμανίας και η Canon Ηνωμένου Βασιλείου είναι θυγατρικές εταιρίες που ανήκουν κατά 100 % στην Canon Inc., είναι προφανές ότι μεταξύ αυτών και της Canon Inc. υπήρχε σύνδεσμος υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού και επομένως, κατά τη γνώμη μου, οι κοινοτικές αρχές είχαν το δικαίωμα να κατασκευάσουν, κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, την τιμή εξαγωγής "με βάση την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε έναν ανεξάρτητο αγοραστή". Απορρίπτω τον ισχυρισμό ότι οι κοινοτικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να υπολογίσουν την τιμή εξαγωγής βάσει της τιμής που εφαρμοζόταν μεταξύ της Canon Inc. και των ευρωπαϊκών θυγατρικών της εταιριών.
'Οταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η τιμή εξαγωγής υπολογίζεται βάσει της πρώτης πωλήσεως προς ανεξάρτητο αγοραστή, το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), προβλέπει ότι "((λαμβάνουν)) χώρα προσαρμογές, ώστε να ληφθούν υπόψη όλα τα έξοδα που έχουν ανακύψει μεταξύ εισαγωγής και μεταπωλήσεων, συμπεριλαμβανομένων όλων των δασμών και φόρων, και ένα εύλογο περιθώριο κέρδους". Η Canon δεν αμφισβητεί τον κανόνα αυτό, ισχυρίζεται όμως ότι υπήρξαν ορισμένα σφάλματα στον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε ο εν λόγω κανόνας. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι δεν ήταν δίκαιο να ληφθεί ως λογικό περιθώριο κέρδους το ποσοστό 5 % αντί του 3 % που πρότεινε η Canon. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η Canon δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε προβάλλει κανένα επιχείρημα. Από την άλλη πλευρά, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι το ποσοστό 5 % συνήχθη από τα περιθώρια κέρδους των ανεξαρτήτων εισαγωγέων και ήταν δικαιολογημένη η χρησιμοποίηση ως αποτελούντος την πλέον αντικειμενική βάση για μια ικανοποιητική εκτίμηση της τιμής εξαγωγής που εφαρμόζονταν έναντι του πρώτου ανεξάρτητου αγοραστή. Αυτός ο τρόπος υπολογισμού δεν φαίνεται να υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν οι κοινοτικές αρχές προκειμένου να καθορίσουν ένα "λογικό περιθώριο κέρδους". Εφόσον η Canon δεν προβάλλει κανένα λόγο απορρίψεως της μεθόδου αυτής, οι ισχυρισμοί της Canon περί υπάρξεως σφαλμάτων δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
Δεύτερον, η Canon ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα "με το να αρνηθεί πίστωση των τόκων που εισέπρατταν οι θυγατρικές εταιρίες της Canon, καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τις περιπτώσεις χορηγήσεως εκπτώσεως στον πελάτη λόγω πληρωμής τοις μετρητοίς, όπως επίσης και άλλες περιπτώσεις". Προς στήριξη των απλών αυτών ισχυρισμών δεν παρέχονται περαιτέρω διευκρινίσεις ούτε προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία. Κατά τη γνώμη μου, δεν αποδείχθηκε κανένα σχετικό σφάλμα των κοινοτικών αρχών.
Τρίτον, η Canon ισχυρίζεται ότι τα έξοδα διαφημίσεως στα οποία υποβλήθηκε για να λανσάρει ορισμένα μοντέλα στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία και τη Γαλλία έπρεπε να είχαν κατανεμηθεί μεταξύ ενός μεγαλύτερου αριθμού μοντέλων και σε ευρύτερη γεωγραφική ζώνη επιπλέον, έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη για την απόσβεσή τους περίοδος μεγαλύτερη των δώδεκα μηνών, κατά τη διάρκεια των οποίων τα έξοδα αυτά είχαν πραγματοποιηθεί.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού, οι υπολογισμοί κόστους βασίζονται κατά κανόνα επί των διαθεσίμων λογιστικών στοιχείων "κανονικά κατανεμημένων, αν είναι ανάγκη, κατ' αναλογία προς τον κύκλο εργασιών κάθε υπό εξέταση προϊόντος και αγοράς". Η διαφήμιση αφορούσε ειδικά τρία συγκεκριμένα μοντέλα. Καίτοι, βεβαίως, η διαφήμιση μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να προσελκύσει την προσοχή του κοινού επί των ηλεκτρονικών γραφομηχανών γενικώς, το επιχείρημα αυτό δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει απόκλιση από το γενικό κανόνα, καλώς δε, κατά τη γνώμη μου, οι κοινοτικές αρχές κατένημαν τα έξοδα διαφημίσεως μεταξύ των συγκεκριμένων μοντέλων. Μολονότι η Canon ισχυρίζεται ότι ανέπτυξε "μια αγορά στην Ευρώπη", οι τρεις θυγατρικές εταιρίες είχαν αποκτήσει η κάθε μία αποκλειστικά δικαιώματα διανομής στο οικείο κράτος μέλος, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι, στην πραγματικότητα, η "υπό εξέταση αγορά" ήταν σε κάθε περίπτωση η συγκεκριμένη εθνική αγορά. Επομένως, οι κοινοτικές αγορές δεν έσφαλαν με το να καταλογίσουν σε κάθε κράτος τα αντίστοιχα έξοδα διαφημίσεως. Εφόσον οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου που κάλυπτε η έρευνα, έπρεπε να θεωρηθούν ως δαπάνες αφορώσες την εν λόγω περίοδο. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, ορθώς τα έξοδα διαφημίσεως κατανεμήθηκαν μεταξύ των μοντέλων, των περιοχών και των χρονικών περιόδων που αφορούσαν, τα δε επιχειρήματα της Canon όσον αφορά τα έξοδα αυτά είναι αβάσιμα.
Τέλος, ο ισχυρισμός της Canon ότι η τιμή εξαγωγής έπρεπε να υπολογιστεί κατά τρόπο ανάλογο με τον τρόπο υπολογισμού της κανονικής αξίας αποτελεί απλή επανάληψη και πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω καθώς και με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Canon και ο οποίος αφορά την τιμή εξαγωγής είναι, κατά τη γνώμη μου, απορριπτέος.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: εσφαλμένος υπολογισμός της ζημίας
Μολονότι όσον αφορά την Canon διαπιστώθηκε περιθώριο ντάμπινγκ 76,50 %, της αποδόθηκε ζημία μόνο 35,03 %. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, το ποσό των δασμών αντιντάμπινγκ δεν δύναται να υπερβεί το μικρότερο από τα δύο αυτά μεγέθη, το ποσό των δασμών που επιβλήθηκαν στην Canon καθορίστηκε βάσει του ποσοστού της ζημίας. Το ποσοστό αυτό στρογγυλοποιήθηκε στον αμέσως κατώτερο ακέραιο αριθμό και επιβλήθηκε δασμός 35 %.
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η Canon υποστηρίζει ότι ο υπολογισμός της ζημίας που περιέχεται στον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού δεν είναι ορθός και προβάλλει δέκα περίπου επιχειρήματα προς στήριξη αυτού του λόγου ακυρώσεως. Ορισμένα από τα επιχειρήματα αυτά βασίζονται στην έκθεση που συνέταξε ο εμπειρογνώμονας δρ Jackson για την Canon. Με τα στοιχεία που αναφέρει ο Jackson επιδιώκεται να εμφανιστεί μικρότερη η ζημία που υπέστησαν οι ευρωπαίοι κατασκευαστές από την απώλεια μέρους της αγοράς κατά την επίμαχη περίοδο και να εξηγηθεί η μείωση των κερδών τους με αναφορά στον "κύκλο ζωής" των προϊόντων, ενώ παράλληλα τονίζονται οι δυσκολίες που αντιμετώπιζαν η Triumph-Adler και η Olympia προκειμένου να περάσουν από την παραγωγή μηχανικών και ηλεκτρομηχανικών γραφομηχανών στην παραγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών.
Το Συμβούλιο, στηριζόμενο στην έκθεση του εμπειρογνώμονα Reis, αμφισβητεί την ορθότητα των πορισμάτων της εκθέσεως Jackson ως προς ορισμένα βασικά σημεία. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η έκθεση Jackson επιχειρεί να εμφανίσει τις διακυμάνσεις τιμών, τα κέρδη και άλλα φαινόμενα ως απόρροιες του κύκλου ζωής του προϊόντος, ενώ, κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής, μπορεί να δοθεί μόνο μια υποκειμενική εκτίμηση δεδομένου ότι αξιόπιστες εκτιμήσεις είναι δυνατές μόνο μετά την επέλευση του γεγονότος. Επιπλέον, η έκθεση λαμβάνει υπόψη μόνο τον κύκλο ζωής της κατηγορίας προϊόντων, ήτοι των ηλεκτρονικών γραφομηχανών συνολικώς λαμβανομένων, ενώ, για λόγους ακριβείας, θα έπρεπε να υπάρχουν διακρίσεις μεταξύ του κύκλου ζωής μιας κατηγορίας προϊόντων, των υποκατηγοριών της εν λόγω κατηγορίας (στο μέτρο που αυτές μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς), καθώς και των επιμέρους μοντέλων και τύπων. Εξάλλου, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η έκθεση Jackson, όταν ένα τμήμα αγοράς που κατέχει ορισμένος επιχειρηματίας αυξάνεται αργά σε μια αγορά που εμφανίζει ταχεία ανάπτυξη, η αύξηση του τμήματος της αγοράς δεν αποκλείει την ύπαρξη ντάμπινγκ: αν δεν υπήρχε ντάμπινγκ, το τμήμα της αγοράς θα μπορούσε να αυξηθεί ταχύτερα. Η έκθεση Jackson αναφέρεται σε "έσοδα" (δηλαδή στον κύκλο εργασιών) και σε τιμές, ενώ εκείνο που έχει σημασία είναι το κέρδος. Οι πηγές των στοιχείων που χρησιμοποιούνται στα διαγράμματα δεν αναφέρονται (καίτοι ορισμένες πηγές αναφέρονται στο υπόμνημα απαντήσεως). Τα διαγράμματα δεν καλύπτουν όλα τα κράτη μέλη της ΕΟΚ. Η έκθεση Jackson ομιλεί περί "αποδοτικότητας των εταιριών", πράγμα το οποίο δεν έχει σημασία ως προς το επίμαχο ζήτημα, δηλαδή ως προς το κατά πόσον σημειώθηκε ντάμπινγκ στο εξεταζόμενο προϊόν. Το γεγονός ότι μια εταιρία αντιμετωπίζει άλλα - ίσως δε σοβαρότερα - προβλήματα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να υφίσταται ζημία λόγω της υπάρξεως πρακτικής ντάμπινγκ, ούτε αποτελεί απόδειξη περί της υπάρξεως ντάμπινγκ. Συνδυάζοντας διάφορα στοιχεία στο ίδιο διάγραμμα - ιδίως στο διάγραμμα F - η έκθεση Jackson επιδιώκει να αποκρύψει ότι, ακόμα και σύμφωνα με τους αριθμούς που η ίδια αναφέρει, ο κύκλος εργασιών της Canon και των άλλων ιαπώνων παραγωγών στον τομέα των ηλεκτρονικών γραφομηχανών συνέχισε να αυξάνεται καθ' όλη την υπό κρίση περίοδο, ενώ ο κύκλος εργασιών των τριών ευρωπαίων παραγωγών μειώθηκε κατά τα έτη 1983 και 1984. Από τα διαγράμματα D, F, G, Η, Ι και J της εκθέσεως Jackson προκύπτει μείωση των πωλήσεων και της αποδοτικότητας των ευρωπαίων κατασκευαστών, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την ύπαρξη υποτιμολογήσεων και όχι από τη θεωρία του "κύκλου ζωής του προϊόντος" που αναπτύσσεται στην έκθεση Jackson. Ως προς το θέμα αυτό, από τα διαγράμματα σχετικά με την αποδοτικότητα, τα οποία υπέβαλε το Συμβούλιο κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, προκύπτει, βάσει των εμπιστευτικών στοιχείων των ευρωπαίων κατασκευαστών, ακόμα μεγαλύτερη πτώση της αποδοτικότητας. Ορισμένοι αριθμοί που αναφέρονται στην έκθεση Jackson, αποτελούν, καθ' ομολογία του ίδιου του εμπειρογνώμονα, απλές εκτιμήσεις και προέρχονται όλοι από "εξωτερικές" πηγές. Οι κοινοτικές αρχές διέθεταν εμπιστευτικά στοιχεία που είχαν δοθεί από τους ίδιους τους κοινοτικούς παραγωγούς και τα οποία δεν μπορούσε ο εμπειρογνώμονας Jackson να γνωρίζει. Ως εκ τούτου, δεν είναι παράδοξο το ότι η έκθεση βασίστηκε επί εσφαλμένων στοιχείων ως προς ορισμένα θέματα, π.χ. το τμήμα της αγοράς που κατέχει η Triumph-Adler (διάγραμμα Κ), την αναλογία των γραφομηχανών που πωλούνται με το σύστημα των πωλήσεων "ΟΕΜ" (original equipment manufacturer: όταν ο εισαγωγέας πωλεί με το δικό του σήμα προϊόντα κατασκευαζόμενα στην αλλοδαπή) από τις τρεις ευρωπαϊκές εταιρίες (αναλογία ποτέ μεγαλύτερη του 11 % και όχι "περίπου το ήμισυ" όπως αναφέρεται στην έκθεση), καθώς και τη μείωση της αποδοτικότητας (63,4 % σε διάστημα δύο ετών, ήτοι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αναφέρεται στην έκθεση) όσον αφορά τους κοινοτικούς παραγωγούς.
Ο εμπειρογνώμονας Reis θεωρεί ότι οι ευρωπαίοι κατασκευαστές δεν αιφνιδιάστηκαν από τη νέα τεχνολογία των ηλεκτρονικών γραφομηχανών αλλά ότι, αντιθέτως, υπήρξαν πρωτοπόροι όσον αφορά τα προϊόντα αυτά, η δε Canon δεν αμφισβηεί το γεγονός ότι πρώτη η Olivetti κυκλοφόρησε, το 1978, τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές στην ευρωπαϊκή αγορά. Στην έκθεση Reis αναφέρεται ότι οι εταιρίες Olivetti, Triumph-Adler και Olympia ήταν εκείνες που κυκλοφόρησαν, το 1979, τις πρώτες ηλεκτρονικές γραφομηχανές στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ο πρώτος ιάπωνας κατασκευαστής που κυκλοφόρησε ηλεκτρονικές γραφομηχανές ήταν η Brother το 1981, η δε Canon άρχισε να διαθέτει το προϊόν αυτό από το 1982. Εφόσον οι ευρωπαίοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών γραφομηχανών υπήρξαν οι πρωτοπόροι και ανέπτυξαν την αγορά στον τομέα αυτόν, οι ιάπωνες προμηθευτές, οι οποίοι εμφανίστηκαν αργότερα, επωφελήθηκαν από τις επενδύσεις των πρώτων χωρίς να χρειαστεί να υποστούν το σχετικό κόστος. Η έκθεση Reis αποδίδει την επιτυχία των ιαπωνικών εταιριών όσον αφορά τη διείσδυση στην ευρωπαϊκή αγορά και την κατάκτηση τμήματος της αγοράς ιδίως στη σημαντική υποστήριξη εκ μέρους των ισχυρών οικονομικώς ιαπωνικών μητρικών εταιριών, στην ενσυνείδητη εκμετάλλευση των επενδύσεων που είχαν πραγματοποιήσει οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες για την ανάπτυξη της αγοράς μιας νέας κατηγορίας προϊόντων, στα προϊόντα τους τα οποία ήταν ποιοτικά τεχνικώς και ανθεκτικά, καίτοι όχι ανώτερα των ευρωπαϊκών προϊόντων, καθώς και σε μια επιθετική πολιτική τιμών.
Δεν είναι παράδοξο ότι σ' αυτό το άκρως τεχνικού χαρακτήρα και πολύπλοκο θέμα υπάρχει διάσταση των απόψεων μεταξύ των εμπειρογνωμόνων, σε γενικές, όμως, γραμμές θεωρώ ότι η έκθεση Reis απαντά κατά τρόπο πειστικό στην έκθεση Jackson.
Το πρώτο επιχείρημα της Canon όσον αφορά το ζήτημα της ζημίας συνίσταται στον ισχυρισμό ότι οι διαπιστώσεις περί της ζημίας είναι μεροληπτικές και ότι η Επιτροπή παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και αμερόληπτη εξέταση της αγοράς στο σύνολό της. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού δεν επιβάλλει στις κοινοτικές αρχές να προβαίνουν σε λεπτομερή ανάλυση της καταστάσεως της κοινοτικής βιομηχανίας οι εν λόγω αρχές υποχρεούνται να εξακριβώνουν κατά πόσον οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προξενούν ζημία, πράγμα το οποίο οι αρχές αυτές έπραξαν στην υπό κρίση περίπτωση.
Στο πλαίσιο του επιχειρήματος αυτού, η Canon αναφέρεται στον τρόπο με το οποίο οι κοινοτικές αρχές αντιμετώπισαν τις αγορές "ΟΕΜ" στις οποίες προέβαιναν οι κοινοτικοί κατασκευαστές. Οι κοινοτικές αρχές συνυπολόγισαν τις γραφομηχανές "ΟΕΜ" στις ιαπωνικές εξαγωγές, πράγμα το οποίο είναι ορθό και δεν αμφισβητήθηκε από την Canon. Επιπλέον, η Canon αναγνωρίζει ότι, όπως αναφέρει η τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού, το τμήμα της αγοράς που κατείχαν οι κοινοτικοί παραγωγοί μειώθηκε από 63 % περίπου το 1982 σε 51 % περίπου το 1983/84, ιδίως όσον αφορά τις γραφομηχανές που κατασκευάζονταν εντός της Κοινότητας. Δεν ήταν σωστό να υπάρξει διαφορετική μεταχείριση των γραφομηχανών "ΟΕΜ", η μόνη πλέον δε αιτίαση της Canon συνίσταται στο ότι οι κοινοτικές αρχές δεν "αναγνώρισαν" ότι το τμήμα της αγοράς που, κατά τη διαπίστωσή τους, κατείχαν οι γραφομηχανές που κατασκευάζονταν στην Ιαπωνία περιελάμβανε και ένα ποσοστό γραφομηχανών "ΟΕΜ". Κατά τη γνώμη μου, η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη. Οι κοινοτικές αρχές ουδέποτε αρνήθηκαν ότι ένα μέρος των εισαγωγών είχε πραγματοποιηθεί υπό τύπον πωλήσεων "ΟΕΜ" τις πωλήσεις αυτές τις αντιμετώπισαν κατά τρόπο ουσιαστικά ορθό (επ' αυτού δε η Canon δεν διαφωνεί). Φαίνεται ότι ο τρόπος ενέργειας των κοινοτικών αρχών ήταν γνωστός στην Canon (η οποία δεν ισχυρίζεται ότι παραπλανήθηκε). Στις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών δεν μπορούν να περιλαμβάνονται όλες οι λεπτομέρειες, πιστεύω δε ότι ένα ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας, όπως εν προκειμένω, δεν είναι απαραίτητο να αναπτύσσεται διεξοδικά στις αιτιολογικές σκέψεις.
Η Canon προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι η επιβράδυνση του ρυθμού αυξήσεως των πωλήσεων των κοινοτικών παραγωγών οφειλόταν εν μέρει σε "προβλήματα όσον αφορά την ικανότητα παραγωγής". Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχτηκε. Το Συμβούλιο απέδειξε κατά τρόπο πειστικό ότι, από το 1980 έως τα τέλη του 1983, οι κοινοτικοί παραγωγοί ουδέποτε έκαναν πλήρη χρήση της παραγωγικής τους ικανότητας.
Το δεύτερο επιχείρημα της Canon συνίσταται στο ότι η Επιτροπή βασίστηκε σε παραπλανητικά και ακατάλληλα στοιχεία, ενώ αγνόησε άλλα στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι το υποτιθέμενο ντάμπινγκ δεν προξενούσε καμία ζημία. Η Canon ισχυρίζεται ότι η διαπίστωση της ζημίας βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στα στοιχεία της τιμής, του τμήματος της αγοράς που αντιπροσώπευαν οι εισαγωγές και σε άλλα οικονομικής φύσεως στοιχεία τα οποία στερούνται αξίας, δεδομένου ότι, κατά τα φαινόμενα, η Επιτροπή δεν προσπάθησε να διακρίνει μεταξύ των απωλειών που οφείλονταν στα διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κοινοτικοί κατασκευαστές και των ζημιογόνων επιπτώσεων του ιαπωνικού ανταγωνισμού δεν ελήφθησαν καθόλου υπόψη η αύξηση της παραγωγής, η αύξηση των πωλήσεων, η αύξηση του κύκλου εργασιών, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας ή τα μικρότερα αποθέματα, η δε Επιτροπή, αντίθετα προς ό,τι θεσπίζει το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ και χωρίς να επιδείξει κριτικό πνεύμα, απέδωσε στις ιαπωνικές εισαγωγές τις δυσμενείς συνέπειες που είχαν για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες οι τεχνολογικές εξελίξεις και η ανεπαρκής παραγωγικότητα της εγχώριας βιομηχανίας, οι οποίες επίσης προξενούσαν ζημία στην εν λόγω βιομηχανία. Στην ουσία, σημειώθηκε μια τεχνολογική επανάσταση την οποία η Olympia και η Triumph-Adler, και λόγω της μικρής παραγωγικότητάς τους που οφειλόταν σ' αυτή την αλλαγή της τεχνολογίας, δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν.
Το άρθρο 3 του κώδικα προβλέπει τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας. Το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού μεταφέρει τη διάταξη αυτή στο κοινοτικό δίκαιο. Η Canon δεν υποστηρίζει (ούτε καμία άλλη προσφεύγουσα στις υπό κρίση προσφυγές) ότι το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού είναι ως προς οποιοδήποτε σημείο αντίθετο προς το άρθρο 3 του κώδικα. Το έγκυρο της διαπιστώσεως της αμφισβητούμενης ζημίας πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως του άρθρου 4 του βασικού κανονισμού. Η αναφορά στον κώδικα ενδέχεται να είναι απαραίτητη σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι είναι ανάγκη να διευκρινιστούν ορισμένα σημεία του βασικού κανονισμού, η ύπαρξη όμως της ανάγκης αυτής δεν αποδείχτηκε στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, δεν ενδείκνυται, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Canon, να επιλυθεί το υπό κρίση ζήτημα με αναφορά στο άρθρο 3 του κώδικα, αλλά θα πρέπει να εξεταστεί με αναφορά στο άρθρο 4 του βασικού κανονισμού.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού έχει όλως ιδιαίτερη σημασία όσον αφορά το θέμα του αιτιώδους συνδέσμου. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι καθορίζεται ζημία μόνο αν οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ προκαλούν (ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν) σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας "διά των επιπτώσεων του ντάμπινγκ". Διευκρινίζεται ότι οι ζημίες που προκαλούνται από άλλους παράγοντες οι οποίοι ασκούν ομοίως δυσμενή επίδραση επί του κοινοτικού κλάδου παραγωγής "δεν πρέπει να αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ".
Είναι σαφές ότι πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Κατά τη γνώμη μου, η Canon δεν απέδειξε την ύπαρξη πλάνης όσον αφορά τη διαπίστωση ότι η ίδια πωλούσε τα προϊόντα της εντός της Κοινότητας σε τιμές ντάμπινγκ και με περιθώριο ντάμπινγκ 76 %. Επομένως, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ προξένησαν ζημία στην κοινοτική βιομηχανία "διά των επιπτώσεων του ντάμπινγκ" και, εφόσον διαπιστωθεί ότι όντως προξένησαν, ποιο ήταν το μέγεθος της ζημίας.
Ο ισχυρισμός της Canon ότι η ζημία που υπέστησαν η Olympia και η Triumph-Adler οφειλόταν μάλλον σε μια τεχνολογική επανάσταση παρά στις ιαπωνικές εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν σε τιμές ντάμπινγκ διαψεύδεται σε μεγάλο βαθμό από τα πραγματικά περιστατικά. Κατά τη γνώμη μου, τα πορίσματα της εκθέσεως Jackson αναιρούνται από άλλα στοιχεία. Οι ευρωπαίοι κατασκευαστές δεν αιφνιδιάστηκαν από τη νέα τεχνολογία δεδομένου ότι σ' αυτούς οφείλονται οι σχετικές εφευρέσεις. Η Olivetti, καθώς και η Olympia και η Triumph-Adler, προκάλεσαν την εν λόγω αλλαγή στην τεχνολογία οι ιάπωνες κατασκευαστές ακολούθησαν.
Τα πραγματικά περιστατικά διαψεύδουν επίσης τον ισχυρισμό της Canon ότι η ζημία που υπέστη η κοινοτική βιομηχανία οφείλεται μάλλον στη μικρή αποδοτικότητά της παρά στην πραγματοποίηση εισαγωγών από την Ιαπωνία σε τιμές ντάμπινγκ. Από τα πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι οι κοινοτικοί κατασκευαστές, καίτοι εμφανίστηκαν πρώτοι στην αγορά, εμποδίστηκαν να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους εξ αιτίας της ευρείας κλίμακας πολιτική ντάμπινγκ της Ιαπωνίας.
'Οσον αφορά τα, σύμφωνα με το χαρακτηρισμό της Canon, "διαρθρωτικά προβλήματα" της κοινοτικής βιομηχανίας, από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η Olympia και η Triumph-Adler πέρασαν από την παραγωγή μηχανικών και ηλεκτρομηχανικών γραφομηχανών στην παραγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών με βραδύτερο ρυθμό απ' ό,τι η Olivetti και ότι επένδυσαν σημαντικά ποσά στη διαδικασία αυτή. Ωστόσο, τα περιστατικά δεν επιβεβαιώνουν τον υπονοούμενο ισχυρισμό της Canon ότι η μείωση του τμήματος της αγοράς που κατείχαν οι ανωτέρω εταιρίες και η πτώση της αποδοτικότητάς τους οφείλονταν στη δική τους συμπεριφορά.
Δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν προσπάθησε να διακρίνει τις επιπτώσεις των ιαπωνικών εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ από τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις των κατά την Canon "διαρθρωτικών προβλημάτων" της κοινοτικής βιομηχανίας. Η ζημία υπολογίστηκε κυρίως με αναφορά στις υποτιμολογήσεις, οι οποίες οφείλονταν κανονικά στον εξωτερικό ανταγωνισμό παρά στα εσωτερικά προβλήματα του κάθε κατασκευαστή. Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Canon, η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος υπολογισμού ήταν η ενδεδειγμένη προκειμένου να υπολογιστεί η ζημία που προξενούσε το ντάμπινγκ και να αποκλειστεί κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως οφειλόταν σε άλλες αιτίες, ιδίως δε σε αιτίες σχετικές με την εσωτερική οργάνωση των κοινοτικών παραγωγών. Από τους όρους που χρησιμοποιεί ο κανονισμός περί επιβολής οριστικού δασμού όσον αφορά τη διαπίστωση της ζημίας προκύπτει σαφώς διάκριση μεταξύ της ζημίας που οφείλεται στις εισαγωγές οι οποίες αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της ζημίας που οφείλεται σε άλλους παράγοντες. Συγκεκριμένα, στην τριακοστή όγδοη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι "τα γεγονότα, όπως τελικά προσδιορίζονται, αποδεικνύουν ότι η ζημία που προκαλείται από τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, καταγωγής Ιαπωνίας, αν εξεταστεί χωριστά από τη ζημία που προκαλούν άλλοι παράγοντες, πρέπει να θεωρηθεί σημαντική. Δεν αποδεικνύεται ότι άλλοι παράγοντες, όπως ο όγκος και οι τιμές άλλων εισαγωγών οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, ή η μείωση της ζητήσεως, συνέβαλαν στην πρόκληση της διαπιστωθείσας ζημίας". Οι όροι "διαπιστωθείσα ζημία" που περιέχονται στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν αναφέρονται σε "όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινοτική βιομηχανία", όπως υπαινίσσεται η Canon, αλλά αναφέρεται σαφώς στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη και εννοούν "τη ζημία που περιγράφεται και αναλύεται ανωτέρω", δηλαδή τη ζημία που προκλήθηκε από τις ιαπωνικές εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ. Είναι προφανές ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Canon, η αιτιολογική σκέψη δεν αρνείται την ύπαρξη "διαρθρωτικών προβλημάτων", αλλά αποδεικνύει ότι οι κοινοτικές αρχές εντόπισαν την ειδική ζημία που προκάλεσαν οι ιαπωνικές εισαγωγές σε τιμές ντάμπινγκ και βεβαιώθηκαν ότι κανένας άλλος παράγοντας δεν συνέβαλε στην πρόκληση αυτής της συγκεκριμένης ζημίας. Αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι απολύτως σύμφωνος με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού είναι σημαντικό, διότι απαριθμεί τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της ζημίας. Σημειωτέον ότι το εν λόγω άρθρο διευκρινίζει ότι ούτε ένας μόνος ούτε περισσότεροι από αυτούς τους παράγοντες δεν αποτελούν απαραίτητα αποφασιστική βάση κρίσεως. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι ακόλουθοι:
α)ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ..., ιδίως για να προσδιοριστεί εάν έχουν αυξηθεί σημαντικά, είτε σε απόλυτη αξία είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα
β)οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ..., ιδίως, για να προσδιοριστεί αν υπάρχει προσφορά σημαντικά κατώτερης τιμής σε σχέση με την τιμή ενός ομοειδούς προϊόντος μέσα στην Κοινότητα
γ)η δημιουργουμένη επίπτωση επί του εξεταζόμενου κλάδου παραγωγής, όπως προκύπτει από τις πραγματικές ή δυνάμει τάσεις των οικονομικών παραγόντων των σχετικών με αυτήν, όπως:
- παραγωγή,
- χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού,
- αποθέματα,
- πωλήσεις,
- τμήμα αγοράς,
- τιμή (δηλαδή είτε η κατολίσθηση των τιμών είτε η παρακώλυση της υψώσεως των τιμών που θα είχε επέλθει διαφορετικά),
- κέρδη,
- απόδοση των επενδύσεων,
- cash flow,
- απασχόληση.
Δεν δικαιολογείται η διατύπωση επικρίσεων κατά των κοινοτικών αρχών επειδή έλαβαν υπόψη την τιμή και το τμήμα της αγοράς, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά μνημονεύονται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 2, μεταξύ των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Είναι λάθος να χαρακτηρίζονται τα στοιχεία αυτά ως "παραπλανητικά ή ακατάλληλα": αποτελούν πραγματικά στοιχεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να υπάρχει εσφαλμένη διαπίστωση ή παρερμηνεία των πραγματικών περιστατικών, στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν προβλήθηκε σχετικός ισχυρισμός. Η Canon δεν απέδειξε πώς τα στοιχεία του τμήματος της αγοράς ή το στοιχείο της τιμής μπορούν καθαυτά να είναι "παραπλανητικά", οι παράγοντες δε αυτοί, εξ ορισμού, δεν είναι αδιάφοροι για το υπό κρίση θέμα.
Τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις 30 έως 38 του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού όσο και από τις αιτιολογικές σκέψεις 30 έως 33 του κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού (το περιεχόμενο των οποίων επιβεβαιώθηκε με την τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού) προκύπτει σαφώς ότι οι κοινοτικές αρχές εξέτασαν προσεκτικά τα τρία ζητήματα τα οποία όφειλαν να εξετάσουν κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α), β) και γ). 'Οσον αφορά τους παράγοντες που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ), οι κοινοτικές αρχές δεν είχαν, κατά τη γνώμη μου, καμία υποχρέωση να ασχοληθούν με καθέναν από αυτούς, δεδομένου ότι οι παράγοντες αυτοί αναφέρονται απλώς ως παραδείγματα (βλέπε τη λέξη "όπως") οικονομικών παραγόντων ικανών να καταδείξουν "((τη)) δημιουργουμένη επίπτωση επί του εξεταζόμενου κλάδου παραγωγής". Καίτοι η χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού και τα αποθέματα δεν φαίνεται να μνημονεύονται ρητώς στις αιτιολογικές σκέψεις κανενός από τους δύο κανονισμούς, θεωρώ ότι η εξουσία εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στις κοινοτικές αρχές τους επέτρεπε να μη μνημονεύσουν τους παράγοντες αυτούς αν έκριναν ότι άλλοι παράγοντες αποτελούσαν επαρκή βάση κρίσεως. 'Οσον αφορά την αύξηση της παραγωγής, των πωλήσεων και του κύκλου εργασιών, ο ισχυρισμός της Canon δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι τα στοιχεία αυτά εξετάζονται με τις εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις. Στο μέτρο που η Canon ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία αυτά δεν εκτιμήθηκαν ορθώς, ο ισχυρισμός περί αυξήσεως των πωλήσεων (ή του κύκλου εργασιών) αναιρείται από το γεγονός ότι οι πωλήσεις δεν αυξήθηκαν με την ίδια ταχύτητα με την οποία αυξάνεται η ζήτηση σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά. Επιπλέον, ιδιαίτερο βάρος έχει η διαπίστωση ότι, παρά την αύξηση των πωλήσεων, σημειώθηκε μείωση της αποδοτικότητας οφειλόμενη στη συμπίεση των τιμών. Κατά τη γνώμη μου, καλώς οι κοινοτικές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα που συνήγαγαν ως προς τα δύο αυτά ζητήματα και, συνεπώς, το επιχείρημα της Canon δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Το τρίτο επιχείρημα της Canon απλώς επαναλαμβάνει το τελευταίο από τα ανωτέρω σημεία, δηλαδή ότι οι πωλήσεις των κοινοτικών παραγωγών αυξήθηκαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο και πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους.
Με το τέταρτο επιχείρημά της, η Canon ισχυρίζεται ότι η μείωση της αποδοτικότητας συνιστά φυσιολογικό φαινόμενο της αγοράς και ότι, επομένως, κακώς θεωρήθηκε ότι η πτώση της αποδοτικότητας φανέρωνε την ύπαρξη ζημίας λόγω των ιαπωνικών εισαγωγών που πραγματοποιούνταν σε τιμές ντάμπινγκ.
Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στη γενική θεωρία περί κύκλου ζωής των προϊόντων, ενώ για το εξεταζόμενο θέμα σημασία έχει, το πολύ πολύ, ο κύκλος ζωής των συγκεκριμένων μοντέλων. Δεύτερον, εγγύτερα στην πραγματικότητα φαίνεται η άποψη ότι τα κέρδη επί των ηλεκτρονικών προϊόντων, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Canon, δεν είναι μεγαλύτερα στα πρώτα στάδια των πωλήσεών τους αλλά ότι οι πωλήσεις των προϊόντων αυτών αποφέρουν μεγαλύτερα κέρδη όταν τα εν λόγω προϊόντα έχουν πλέον καθιερωθεί στην αγορά και τα αρχικά έξοδα σχεδιασμού τους και προωθήσεως των πωλήσεών τους έχουν αποσβεσθεί. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό ότι η μείωση της αποδοτικότητας συνιστά φυσιολογικό φαινόμενο του εμπορίου όσον αφορά τις επίδικες ηλεκτρονικές γραφομηχανές κατά την υπό κρίση περίοδο.
Θεωρώ επίσης απορριπτέο τον ισχυρισμό ότι οι κοινοτικές αρχές "υπέθεσαν" ότι η πτώση της αποδοτικότητας οφειλόταν στο ιαπωνικό ντάμπινγκ. Αντιθέτως, οι κοινοτικές αρχές εξέθεσαν με τους κανονισμούς τους σοβαρούς λόγους που τις οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι "αποτέλεσμα των εισαγωγών σε χαμηλές τιμές ήταν η σημαντική μείωση του κέρδους των κοινοτικών παραγωγών" (τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού).
Πρέπει να υπογραμμιστεί η έκταση της μειώσεως της αποδοτικότητας ως αιτίας του ντάμπινγκ. Κατά την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού, διαπιστώθηκε "ότι, αν η αποδοτικότητα της συνολικής κοινοτικής βιομηχανίας το 1982, δηλαδή το έτος που άρχισαν οι εισαγωγές ιαπωνικών γραφομηχανών σε μεγάλη κλίμακα, ήταν 100 (δείκτης), η αποδοτικότητα (εκφραζόμενη σε ποσοστό του κύκλου εργασιών πριν την επιβολή των φόρων) μειώθηκε σε 36,6 (δείκτης) στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. ... Λαμβάνοντας υπόψη ακόμα και τις εποχιακές διακυμάνσεις, η τριμηνιαία ενοποιημένη απόδοση των πωλήσεων εντός της Κοινότητας κατά την περίοδο της έρευνας ήταν κανονικά κάτω από το επίπεδο που θα μπορούσε να εγγυηθεί η βιωσιμότητα της βιομηχανίας αυτής".
Διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι τα κέρδη που πραγματοποιούσε η κοινοτική βιομηχανία μειώθηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε η εν λόγω βιομηχανία αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να εξαφανιστεί. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός αυτό είναι αδύνατον να εξηγηθεί ως ένα φυσιολογικό φαινόμενο της αγοράς. Επιπλέον, τα εκατέρωθεν προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ενισχύουν την άποψη ότι, για μια εταιρία που λανσάρει στην αγορά ένα προϊόν που εμφανίζει τεχνολογικές καινοτομίες (όπως οι ηλεκτρονικές γραφομηχανές), είναι ζωτικής σημασίας να μπορέσει ταχέως να ανακτήσει τα συνήθως σημαντικά ποσά τα οποία έχει ξοδεύσει για την έρευνα, τον σχεδιασμό και την προώθηση των πωλήσεων του νέου προϊόντος και να πραγματοποιήσει επιπλέον κέρδη, ώστε να χρηματοδοτήσει τον επόμενο κύκλο τεχνολογικής έρευνας. Ακριβώς σ' αυτό το ευαίσθητο στάδιο οι κοινοτικοί παραγωγοί στερήθηκαν, εξ αιτίας του ντάμπινγκ, τα κέρδη των οποίων είχαν ζωτική ανάγκη. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία που προσκομίστηκαν όσον αφορά τους κύκλους ζωής των προϊόντων έχουν κάποια αξία ακριβώς διότι, κατά τη γνώμη μου, καταδεικνύουν ότι η μείωση της αποδοτικότητας που προκλήθηκε στην υπό κρίση περίπτωση από το ντάμπινγκ είχε ιδιαιτέρως δυσμενείς επιπτώσεις.
Το πέμπτο επιχείρημα της Canon συνίσταται στο ότι δεν είναι σαφές ποια στοιχεία διέθετε η Επιτροπή όσον αφορά τον ανταγωνισμό στο θέμα των τιμών. Αυτό δεν προκύπτει από το κείμενο των δύο επιδίκων κανονισμών. Κατά την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού, "οι τιμές μεταπώλησης των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ οδήγησαν γενικά, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, σε μείωση των τιμών των κοινοτικών παραγωγών σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με τον τύπο και την αγορά του προϊόντος. Αν και υπήρξαν και περιπτώσεις που δεν έγινε μείωση των τιμών, οι τιμές ήταν γενικά χαμηλότερες κατά 11,4 έως 30 % και σε ορισμένες περιπτώσεις έως και κατά 48,5 %". Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε και με τον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού (τριακοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη), στο στάδιο, όμως, εκείνο οι κοινοτικές αρχές δεν έκριναν αναγκαίο να εξετάσουν λεπτομερέστερα τις μειώσεις των τιμών. Ο λόγος της αποφάσεως αυτής αναπτύσσεται στην τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη, η οποία αναφέρει τα εξής: "δεν θεωρήθηκε απαραίτητο να πραγματοποιηθεί λεπτομερής εξέταση σχετικά με τη μείωση των τιμών λόγω των ιαπωνικών εισαγωγών, εφόσον οι τιμές που εφάρμοσαν οι κοινοτικοί παραγωγοί είχαν συμπιεστεί από τις τιμές του ιαπωνικού προϊόντος". Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση είναι ορθή και η αιτιολογία της βάσιμη. Πράγματι, μια λεπτομερέστερη εξέταση της προσφοράς κατωτέρων τιμών από τις πραγματικές δεν θα είχε νόημα, δεδομένου ότι οι τιμές των κοινοτικών παραγωγών είχαν ήδη συμπιεστεί εξαιτίας της μεγάλης κλίμακας πρακτικής ντάμπινγκ που εφαρμόστηκε στα ιαπωνικά προϊόντα επί μακρά χρονική περίοδο και, επομένως, η σύγκριση δεν θα είχε οδηγήσει σε αξιόπιστα αποτελέσματα. (Αντιθέτως, οι κοινοτικές αρχές κατασκεύασαν τις κοινοτικές τιμές, όπως αυτές θα ήταν αν δεν είχαν συμπιεστεί λόγω της πραγματοποιήσεως εισαγωγών σε τιμές ντάμπινγκ, οι τιμές δε αυτές αποτελούσαν, όπως ανέφερα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, έγκυρη εναλλακτική βάση συγκρίσεως). Κατά τη γνώμη μου, οι πλήρεις και αιτιολογημένες αυτές σκέψεις που περιέχονται στους δύο επίδικους κανονισμούς αποδεικνύουν το αβάσιμο του πέμπτου επιχειρήματος της Canon.
Με το έκτο επιχείρημά της, η Canon ισχυρίζεται ότι δεν ελήφθη προσηκόντως υπόψη το γεγονός ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί διακρίνονται σε αποδοτικούς και μη αποδοτικούς. Η Canon υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να της αποδοθεί ευθύνη για τη ζημία που υπέστησαν δύο εταιρίες (δηλαδή η Triumph-Adler και η Olympia), "τα προβλήματα των οποίων οφείλονταν σε άλλες παλαιές αιτίες". 'Οπως ανέφερα ανωτέρω σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα όσον αφορά τη ζημία, το Συμβούλιο δεν ασχολήθηκε, κατά την έκδοση των δύο κανονισμών, με τα "προβλήματα" των κοινοτικών κατασκευαστών, αλλά καθόρισε αποκλειστικώς και μόνο τη ζημία που προξενούσαν στην κοινοτική βιομηχανία οι πραγματοποιούμενες με τιμές ντάμπινγκ ιαπωνικές εισαγωγές και επέβαλε το δασμό που ήταν αναγκαίος για την εξάλειψη της ζημίας αυτής. Για το λόγο αυτό, το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, το επιχείρημα της Canon ότι τα προβλήματα των "μη αποδοτικών" κοινοτικών παραγωγών οφείλονταν σε άλλους παράγοντες και όχι στο ντάμπινγκ θίγει το θέμα της αιτιώδους συνάφειας ωστόσο, κατά το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού δεν απαιτείται να είναι το ντάμπινγκ η μόνη ή η κύρια αιτία της ζημίας. 'Οντως, ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία, ως προς τα οποία ο ισχύων κώδικας διαφέρει από τον προηγούμενο, τον πρώτο κώδικα αντιντάμπινγκ (του 1967), είναι ότι δεν αποτελεί πλέον κριτήριο το κατά πόσον το ντάμπινγκ "συνιστά εμφανώς την κύρια αιτία" της ζημίας, αλλά εξετάζεται απλώς αν "((προκαλεί)) ζημία". Ο ισχύων κώδικας, στο άρθρο 3, παράγραφος 4, ορίζει ρητώς ότι ενδέχεται η ζημία να οφείλεται και σε άλλους παράγοντες, όπως η εξέλιξη της τεχνολογίας ή η αποδοτικότητα της εγχώριας βιομηχανίας, αλλά ότι δεν θα πρέπει "οι ζημίες που οφείλονται στους άλλους αυτούς παράγοντες να αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ". Τη διάταξη αυτή ακολουθεί πιστά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Από αυτό έπεται ότι, κατά το ισχύον δίκαιο, ο εξαγωγέας δεν μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη αποδοτικότητας ισχυριζόμενος, όπως η Canon, ότι συνιστά ρήξη του αιτιώδους συνδέσμου και αποκλείει τελείως την ευθύνη του εξαγωγέα.
Με το έβδομο επιχείρημα, η Canon υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή βασίστηκε, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας, τόσο στους αποδοτικούς όσο και στους μη αποδοτικούς παραγωγούς. Είναι ωστόσο σαφές ότι το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού επιβάλλει στις κοινοτικές αρχές να λαμβάνουν, κατά τον υπολογισμό της ζημίας, υπόψη τους την κοινοτική βιομηχανία στην κατάσταση ακριβώς στην οποία βρίσκεται.
Από το επιχείρημα αυτό συνάγεται ότι η Canon αμφισβητεί την ορθότητα της απόψεως την οποία διατυπώνει το Συμβούλιο με την τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει:
"Επιπλέον, το Συμβούλιο δεν είναι πεπεισμένο ότι το κοινοτικό συμφέρον απαιτεί απαραίτητα να μη ληφθεί υπόψη η ειδική περίπτωση ενός κατ' ισχυρισμόν λιγότερο αποδοτικού παραγωγού όταν βρίσκεται ενώπιον αθέμιτων εμπορικών μεθόδων το Συμβούλιο θεωρεί ότι, για τον υπολογισμό για την εξάλειψη της ζημίας, και οι τρεις κοινοτικοί παραγωγοί θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και δεν θα πρέπει να παραλειφθεί ο κατ' ισχυρισμόν λιγότερο αποδοτικός επειδή μόνο τούτο αντικατοπτρίζει κατάλληλα το κοινοτικό συμφέρον."
Αυτή η αιτιολογική σκέψη εντάσσεται στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται "το συμφέρον της Κοινότητας", στο οποίο και αναφέρεται ρητά. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι, όταν η ύπαρξη του ντάμπινγκ και της από αυτό απορρέουσας ζημίας είναι αποδεδειγμένη, επιβάλλεται δασμός αντιντάμπινγκ, εφόσον πληρούται και μια τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή εφόσον "το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει κοινοτική ενέργεια". Η διάταξη αυτή δεν δίνει τον ορισμό του συμφέροντος της Κοινότητας και παρέχει στις κοινοτικές αρχές ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Η Canon δεν απέδειξε ότι συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ότι οι κοινοτικές αρχές υπερέβησαν τα όρια της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως.
Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι ένα μέρος της κοινοτικής βιομηχανίας αντιμετωπίζει δυσκολίες που οφείλονται σε άλλους παράγοντες εκτός του ντάμπινγκ καθιστά ακόμα περισσότερο - και όχι λιγότερο - αναγκαία τη λήψη μέτρων προκειμένου να εμποδιστεί η πρόκληση πρόσθετης ζημίας εξαιτίας του ντάμπινγκ. Δεν μπορεί, επομένως, να υποστηριχθεί ότι το επίπεδο της προστασίας κατά του ντάμπινγκ πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να προστατεύεται μόνον ο πλέον αποδοτικός κοινοτικός παραγωγός. Ως προς το κατά πόσον η εν λόγω προστασία θα έπρεπε να καθοριστεί σε τέτοιο επίπεδο ώστε να καλύπτει και τον λιγότερο αποδοτικό κοινοτικό παραγωγό, είναι σαφές ότι οι κοινοτικές αρχές δεν καθόρισαν την προστασία σ' αυτό το επίπεδο. Στην τεσσαρακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται ότι το επίπεδο καθορίστηκε λαμβανομένων υπόψη και των τριών κοινοτικών παραγωγών, από δε την τριακοστή έκτη αιτιολογική σκέψη προκύπτει ότι ο υπολογισμός βασίστηκε στο μέσο όρο του κόστους παραγωγής όλων των κοινοτικών παραγωγών. 'Οταν, όπως στην υπό κρίση περίπτωση, το κόστος παραγωγής διαφέρει από κοινοτικό παραγωγό σε κοινοτικό παραγωγό, δεν είναι δυνατόν να εξασφαλιστεί σε όλους τους εν λόγω παραγωγούς ο ίδιος βαθμός προστασίας κατά του ντάμπινγκ και πιστεύω ότι η παροχή μιας μέσης προστασίας, όπως εν προκειμένω, είναι απολύτως σύμφωνη προς τις επιταγές του βασικού κανονισμού.
Η Canon υποστηρίζει, επίσης, ότι η μέθοδος που εφαρμόστηκε στην υπό κρίση περίπτωση συνιστά μη δικαιολογημένη απόκλιση από την προηγούμενη πρακτική. Ωστόσο, δεδομένης της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν εν προκειμένω οι κοινοτικές αρχές, δεν είμαι βέβαιος κατά πόσον οι αρχές αυτές είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν πάντοτε την ίδια πρακτική. Εν πάση περιπτώσει, από τον ένα εκ των δύο κανονισμών τους οποίους επικαλείται η Canon για να αποδείξει την ύπαρξη αντίθετης πρακτικής (ήτοι από τον κανονισμό 1826/84 του Συμβουλίου, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μονομερούς οξεικού βινυλίου καταγωγής Καναδά, ΕΕ 1984, L 170, σ. 70, αιτιολογική σκέψη 14) προκύπτει, στην πραγματικότητα, ότι το Συμβούλιο, στην περίπτωση εκείνη, ενήργησε με τον ίδιο τρόπο όπως και στην υπό κρίση περίπτωση. Κατά συνέπεια, το έβδομο επιχείρημα της Canon πρέπει να απορριφθεί.
Με το όγδοο επιχείρημά της, η Canon υποστηρίζει ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε κατά τον υπολογισμό της τιμής-στόχου ήταν υπερβολικό. Η τριακοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους, αναφέρει ότι ένα περιθώριο κέρδους της τάξεως του 10 % κρίθηκε εύλογο προκειμένου να περιληφθεί στην τιμή-στόχο του κοινοτικού προϊόντος. Αναφέρει επίσης ότι οι κοινοτικές αρχές κατέληξαν στο ποσοστό αυτό παρά το γεγονός ότι οι κοινοτικές βιομηχανίες είχαν ζητήσει να οριστεί υψηλότερο περιθώριο κέρδους (20 % επί του κύκλου εργασιών ή 30 % επί του κεφαλαίου). Η Canon αφήνει να εννοηθεί, καίτοι δεν προσκομίζει κανένα σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, ότι το 10 % υπερέβαινε κατά πολύ το επίπεδο των κερδών που πραγματοποιούσαν ανέκαθεν επί των ηλεκτρονικών γραφομηχανών δύο τουλάχιστον από τις τρεις καταγγέλλουσες εταιρίες. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ότι, στην πραγματικότητα, μολονότι οι ακριβείς αριθμοί είναι εμπιστευτικοί, δύο από τις καταγγέλλουσες εταιρίες πραγματοποιούσαν επί των πωλήσεων ηλεκτρονικών γραφομηχανών εντός της Κοινότητας κέρδη κατά πολύ υψηλότερα του 10 % πριν από την έναρξη του ντάμπινγκ. Συνεπώς, το επιχείρημα της Canon ως προς το σημείο αυτό είναι αβάσιμο.
Το ένατο επιχείρημα της Canon αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού της ζημίας. Οι λεπτομέρειες του τρόπου υπολογισμού της ζημίας αναπτύσσονται διεξοδικώς στις αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 38 του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού. Ουσιαστικά, η τιμή του προϊόντος που κατασκευάζεται στην Κοινότητα συγκρίθηκε με την τιμή εξαγωγής που αποτελούσε αντικείμενο ντάμπινγκ στην κοινοτική αγορά. Η επιβολή δασμού αντίστοιχου προς τη διαφορά μεταξύ των δύο τιμών ανέβασε την τιμή των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ σε επίπεδο που να εμποδίζει την παράνομη πρόκληση ζημίας στην κοινοτική βιομηχανία. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η βασική μέθοδος - η σύγκριση των τιμών - συνιστά θεμιτό μέσο για την επίτευξη του στόχου στον οποίο αποβλέπει ο βασικός κανονισμός και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.
Για την πραγματοποίηση της συγκρίσεως, οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ προσαρμόστηκαν στις τιμές-στόχους των ηλεκτρονικών γραφομηχανών που κατασκευάζονταν εντός της Κοινότητας. Κατά την τριακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη, ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιήθηκε αυτή η προσαρμογή ήταν ότι, αντίθετα προς πολλά άλλα προϊόντα, μια άμεση σύγκριση μεταξύ των εισαγομένων τύπων γραφομηχανών και αυτών που παράγονται στην Κοινότητα ήταν αδύνατη λόγω της ποικιλίας τους και των διαφορετικών τεχνικών χαρακτηρισμών τους". Η Canon δεν αρνείται ότι ήταν αδύνατη η άμεση σύγκριση κατά μοντέλο, ούτε αμφισβητεί το αναγκαίο των προσαρμογών προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σύγκριση.
Η τριακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι η προσαρμογή πραγματοποιήθηκε κατά τον ακόλουθο τρόπο: "δεδομένου ότι οι εξαγωγείς και η κοινοτική βιομηχανία έχουν ο καθένας τους κάνει καλόπιστες εκτιμήσεις για το ποσοστό διαφορών στην αξία των διαφόρων τύπων, ((συνήχθη το)) συμπέρασμα ότι η λογικότερη λύση ήταν να χρησιμοποιηθεί γενικά ένας αριθμός που εκφράζει το μέσο όρο μεταξύ των εκτιμήσεων αυτών". Η Canon επικρίνει ως λανθασμένη τη μέθοδο αυτή και υποστηρίζει ότι η διαίρεση της διαφοράς μεταξύ των δύο κατ' εκτίμηση αξιών δεν συνιστά αξιόπιστο μέσο για την εξαγωγή ουσιαστικού συμπεράσματος. Η Canon ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή όφειλε, αντ' αυτού, να χρησιμοποιήσει το κόστος παραγωγής των διαφόρων συστατικών των μοντέλων, ως το μόνο αντικειμενικώς εξελέγξιμο στοιχείο.
Οι προσαρμογές που πραγματοποίησαν οι κοινοτικές αρχές δεν αποσκοπούσαν στον ακριβή ή στατιστικώς ορθό καθορισμό ενός μεγέθους, αλλά σε έναν εύλογο χονδρικό υπολογισμό. Κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά αυτές τις συγκεκριμένες προσαρμογές, μια εύλογη χονδρική εκτίμηση αρκούσε. Η τριακοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη αναφέρει ότι, "όταν χρειάστηκε να εκτιμηθούν οι τεχνικές διαφορές μεταξύ των περισσότερο ομοίων τύπων, κατέστη σαφές ότι οποιαδήποτε εκτίμηση θα επηρεαζόταν σε σημαντικό βαθμό από τις υποκειμενικές εκτιμήσεις των αναμενόμενων αντιδράσεων των πιθανών αγοραστών. Επιπλέον, οι εξαγωγείς και η κοινοτική βιομηχανία εξέφρασαν την άποψη ότι δεν υπήρχε αντικειμενικό μέτρο για μια πλήρη σύγκριση". Το υποκειμενικό στοιχείο που ενέχει η εκτίμηση της αξίας των διαφόρων χαρακτηριστικών εκ μέρους των πιθανών αγοραστών αποκλείει αναγκαστικά τη δυνατότητα ακριβούς υπολογισμού μόνο χονδρική εκτίμηση είναι δυνατή. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της Canon ότι το αριθμητικό αποτέλεσμα δεν έχει καμία βαρύτητα, ούτε μπορεί να λεχθεί ότι είναι αυθαίρετο. Οι εκτιμήσεις προέρχονται από τους ιάπωνες εξαγωγείς και από τους κοινοτικούς παραγωγούς, οι οποίοι διαθέτουν ευρεία γνώση και πείρα της αγοράς ώστε να εκφέρουν έγκυρες κρίσεις επί του θέματος. Οι εκτιμήσεις έγιναν καλόπιστα, το δε Συμβούλιο δήλωσε ότι, για πολλά από τα συγκριθέντα μοντέλα, τόσο ο ιάπωνας εξαγωγέας όσο και ο κοινοτικός παραγωγός συμφώνησαν ως προς το αριθμητικό μέγεθος που έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι "μοιράστηκε η διαφορά", όπου υπήρξε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στατιστική πράξη αλλά ως εφαρμογή της κοινής λογικής και εύλογη διαδικασία. Κατά τη γνώμη μου, αποδείχθηκε ότι η μέθοδος την οποία υιοθέτησαν οι κοινοτικές αρχές οδήγησε στη συναγωγή ευλόγου συμπεράσματος.
Δεν θεωρώ ότι οι κοινοτικές αρχές ήταν υποχρεωμένες να χρησιμοποιήσουν το κόστος παραγωγής αντί του να προβούν στη χονδρική αυτή εκτίμηση. Πρώτον, η διαδικασία την οποία είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν συνίστατο στη σύγκριση των τιμών με στόχο τον υπολογισμό της ζημίας και όχι στη σύγκριση του κόστους. Δεύτερον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο καθορισμός του κόστους παραγωγής καθενός από τα διάφορα χαρακτηριστικά στοιχεία χωριστά είναι εφικτός.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε ότι η μέθοδος την οποία ακολούθησαν οι κοινοτικές αρχές κατά τον υπολογισμό των επιβαλλομένων προσαρμογών, όσον αφορά τα διάφορα χαρακτηριστικά των συγκρινομένων μοντέλων, ήταν παράνομη επομένως, το ένατο επιχείρημα της Canon πρέπει να απορριφθεί.
Με το δέκατο επιχείρημά της όσον αφορά τη ζημία, η Canon υποστηρίζει ότι της δόθηκαν ανεπαρκείς πληροφορίες και ότι ο κανονισμός δεν περιέχει την προσήκουσα αιτιολογία. Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο όσον αφορά τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της Επιτροπής και της Canon, καθώς και όσον αφορά τη μεταξύ τους ανταλλαγείσα αλληλογραφία, προκύπτει σαφώς ότι οι κοινοτικές αρχές έδωσαν στην Canon όλες τις πληροφορίες που είχε ζητήσει και τις οποίες μπορούσαν να δώσουν, δεδομένης της υποχρεώσεως την οποία υπέχουν από το άρθρο 8 του βασικού κανονισμού ως προς την εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων στοιχείων.
Ο ισχυρισμός περί ανεπαρκούς αιτιολογήσεως του κανονισμού στηρίζεται στο γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η κοινοτική βιομηχανία λόγω των δικών της "διαρθρωτικών προβλημάτων". Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί απλώς επανάληψη του ουσιαστικού επιχειρήματος της Canon περί των "διαρθρωτικών προβλημάτων", το οποίο θεωρώ αβάσιμο για τους ανωτέρω αναπτυχθέντες λόγους. Για τους ίδιους αυτούς λόγους, θεωρώ απορριπτέο και τον παρόντα ισχυρισμό.
Συνεπώς, θεωρώ ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Canon και ο οποίος αφορά τον υπολογισμό της ζημίας είναι απορριπτέος.
Πέμπτος λόγος ακυρώσεως: διαδικαστικά ζητήματα
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η Canon διατείνεται ότι, εφόσον καμία επιχείρηση με συνετή διαχείριση δεν μπορούσε να προβλέψει τις πρωτοφανείς μεθόδους υπολογισμού της Επιτροπής, ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντιστοιχεί με αναδρομική επιβολή κυρώσεως. Ο επαναστατικός χαρακτήρας της πολιτικής της Επιτροπής επιβάλλει την τήρηση, εκ μέρους της Επιτροπής και του Συμβουλίου, ιδιαιτέρως αυστηρών διαδικαστικών κανόνων, τους οποίους τα κοινοτικά όργανα δεν τήρησαν. Τα εν λόγω όργανα δεν έλαβαν υπόψη τους όλα τα κατάλληλα στοιχεία, δεν εξέτασαν με την προσήκουσα προσοχή τα προβληθέντα επιχειρήματα και δεν αιτιολόγησαν καταλλήλως τις ενέργειές τους.
Κατά τη γνώμη μου, δεν αποδείχθηκε ότι οι μέθοδοι υπολογισμού δεν ήταν οι ενδεδειγμένες. Η επιβολή δασμού με υψηλό συντελεστή ήταν απλώς η συνέπεια του εκτεταμένου ντάμπινγκ, το οποίο είχε προξενήσει στην κοινοτική βιομηχανία σοβαρότατη ζημία. Δεν αποδείχθηκε ότι οι κοινοτικές αρχές δεν έλαβαν δεόντως υπόψη έναν οποιοδήποτε σημαντικό παράγοντα. Δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες των κοινοτικών αρχών ήταν καθ' οιονδήποτε τρόπο παράνομες οι πράξεις των εν λόγω αρχών αιτιολογούνται πλήρως με τις αιτιολογικές σκέψεις των δύο επιδίκων κανονισμών. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη μου, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Canon πρέπει να απορριφθεί.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι πρέπει να απορριφθούν οι προσφυγές στις υποθέσεις 277 και 300/85 και να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Cetma, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων που αφορούν τις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy