ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JOSÉ LUÍS DA CRUZ VILAÇA
της 9ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο προσφεύγων, Π. Μουζουράκης, είναι υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το 1977, απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα φυσικής στο πανεπιστήμιο της Γενεύης· στη συνέχεια, εργάστηκε μέχρι το 1981 ως πανεπιστημιακός ερευνητής στην ειδικότητα του. Τον Ιανουάριο του 1982, προσελήφθη ως επιστημονικός συνεργάτης και μέλος του διδακτικού προσωπικού από το κέντρο μεταφράσεως και διερμηνείας της Κέρκυρας όπου εργάστηκε επί 6 μήνες και όπου επίσης συμμετέσχε, από την 1η Μαΐου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, σε μαθήματα διερμηνείας που οργανώθηκαν από την εν λόγω σχολή. Μετά ταύτα και επί ένα έτος εργάστηκε ως διερμηνέας freelance για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Μετά το πέρας της διαδικασίας διαγωνισμού PE/80/LA στον οποίο ο Μουζουράκης είχε συμμετάσχει, η διοίκηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του απέστειλε στις 14 Ιουνίου 1983 προσφορά προσλήψεως στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 1, με την ιδιότητα του δόκιμου υπαλλήλου του γλωσσικού κλάδου. Ο προσφεύγων αποδέχθηκε αυτή την πρόταση με επιστολή της 26ης Ιουλίου 1983 στην οποία ωστόσο εξέφραζε την προτίμηση του για διορισμό στις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες, δεδομένου ότι η σύζυγός του εργαζόταν ήδη ως υπάλληλος του Συμβουλίου στις Βρυξέλλες και θα εκτελούσε μέγα μέρος της εργασίας του ως διερμηνέας σ' αυτή την πόλη.
Εντούτοις, ο προσφεύγων, με απόφαση του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1983, διορίστηκε στο Λουξεμβούργο ως δόκιμος διερμηνέας με το βαθμό LA 7,κλιμάκιο 1, στη γενική διεύθυνση της διοικήσεως του προσωπικού και των οικονομικών με ισχύ από την 1η Οκτωβρίου, ενώ οι Βρυξέλλες ορίστηκαν ως τόπος προσλήψεως και καταγωγής. Η εν λόγω απόφαση του κοινοποιήθηκε με έγγραφο του τμήματος προσωπικού στις 10 Νοεμβρίου 1983.
Από τον Οκτώβριο 1983 μέχρι τον Ιούνιο 1984, ο Μουζουράκης εισέπραξε την ημερήσια αποζημίωση επί της οποίας είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 10 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Κατά το πέρας της περιόδου δοκιμασίας, ο προσφεύγων μονιμοποιήθηκε με απόφαση της αρμόδιας αρχής της 24ης Σεπτεμβρίου 1984 με ισχύ από την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους. Η εν λόγω απόφαση του κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1984.
Εν τω μεταξύ, στις 16 Ιουλίου 1984, με άλλη απόφαση του γενικού γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που αντικαταστάθηκε μεταγενεστέρως με απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1984, εκπληρώθηκε η επιθυμία που είχε αρχικά εκφράσει ο προσφεύγων διορίζοντάς τον από την 1η Οκτωβρίου 1984 στις υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένες στις Βρυξέλλες.
Ενώ ήδη εκτελούσε τα καθήκοντα του στις Βρυξέλλες, ο Μουζουράκης, στις 12 Φεβρουαρίου 1985, υπέβαλε στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί, βάσει του άρθρου 32, αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας 12 μηνών. Με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1985, ο γενικός γραμματέας απέρριψε αυτή την ένσταση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της, και επικουρικώς ως αβάσιμη.
Ο προσφεύγων υπέβαλε επίσης την ίδια ημέρα άλλη διοικητική ένσταση προς την ΑΔΑ ζητώντας την καταβολή, λόγω της μεταθέσεως του στις Βρυξέλλες, της προβλεπόμενης από το άρθρο 10 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ημερήσιας αποζημίωσης. Ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου, στην απάντηση του της 19ης Ιουνίου 1985, του ανακοίνωσε ότι η διοικητική του ένσταση έπρεπε να θεωρηθεί ως αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, και τον καλούσε επ' αυτής της βάσεως να αποδείξει ότι η μετάθεση του τον είχε υποχρεώσει να αλλάξει πράγματι κατοικία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 20 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Ο Μουζουράκης άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Σεπτεμβρίου 1985 με το οποίο ζητεί, πρώτον, την ακύρωση της αποφάσεως της ΑΔΑ που του αρνήθηκε την αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας και, δεύτερον, η επιστολή του της 12ης Φεβρουαρίου 1985 να θεωρηθεί ως διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και, κατά συνέπεια, η προσφυγή να Οεωρηθείπαραδεκτή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να υποχρεωθεί να του καταβάλει την ημερήσια αποζημίωση που θεωρεί ότι του οφείλεται λόγω της μεταθέσεώς του στις Βρυξέλλες. Ζητεί επίσης να καταδικαστεί το καθού στα δικαστικά έξοδα.
2.
Αφού συνόψισα με αυτό τον τρόπο τα πραγματικά περιστατικά, μπορώ τώρα να προχωρήσω στην ανάλυση των νομικών ζητημάτων που εγείρει η υπό κρίση υπόθεση.
Α — Η ένοταση απαραδεκτου που έχει προβληθεί κατά του πρώτου αιτήματος του προσφεύγοντος
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προέβαλε από την αρχή με το υπόμνημα αντικρούσεως του ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως ακυρώσεως της αποφάσεως της ΑΔΑ που αρνήθηκε στον προσφεύγοντα την αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας. Κατά το καθού, η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι η διοικητική ένσταση υποβλήθηκε εκπροθέσμως σε σχέση με την οριζόμενη από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προθεσμία.
Πράγματι, η βλαπτική πράξη — δηλαδή η απόφαση διορισμού ως δόκιμου υπαλλήλου — κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1983 και η διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο προσφεύγων προς την ΑΔΑ φέρει την ημερομηνία της 12ης Φεβρουαρίου 1985. Όμως, κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η προθεσμία υποβολής της διοικητικής ενστάσεως εξέπνευσε στις 10 Φεβρουαρίου 1984, ήτοι τρεις μήνες μετά την εν λόγω κοινοποίηση.
Παρ' όλα αυτά, ο προσφεύγων αναφέρει ότι η απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1983 με την οποία διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος στο βαθμό LA 7, κλιμάκιο 1, ουδέποτε του κοινοποιήθηκε. Δεν έλαβε γνώση της αποφάσεως αυτής παρά εμμέσως, με την απόφαση μονιμοποιήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 1984 που του κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 19ης Νοεμβρίου 1984.
Παρατηρώ ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί ότι βλαπτική πράξη είναι η απόφαση περί διορισμού του ως δόκιμου υπαλλήλου. Αντιθέτως, για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν υπέβαλε διοικητική ένσταση εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε γνώση της αποφάσεως αυτής παρά από της μονιμοποιήσεώς του.
Ο προσφεύγων δεν αναφέρει, επομένως, ότι κάποια δυσχέρεια ή κάποιο κώλυμα οφειλόμενο στην ιδιότητά του ως δοκίμου υπαλλήλου τον εμπόδισε από το να αμφισβητήσει τους όρους του διορισμού του · ισχυρίζεται απλώς ότι, παρά την παρέλευση του χρόνου που είχε ήδη διαρρεύσει, η διοικητική του ένσταση της 12ης Φεβρουαρίου 1985 κατά της πράξεως αυτής δεν ήταν εκπρόθεσμη.
Η κατάσταση επ' αυτού του σημείου της αιτήσεως δεν συμπίπτει, επομένως, ακριβώς με την περίπτωση της αποφάσεως του τρίτου τμήματος επί της υποθέσεως De Santis ( 1 ) κατά συνέπεια δεν πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να τεθεί το πρόβλημα όπως τέθηκε από το γενικό εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στις προτάσεις που ανέπτυξε στην εν λόγω υπόθεση.
Το Δικαστήριο εξάλλου δεν απεφάνθη επί του παραδεκτού στην απόφαση De Santis. Το έπραξε μεταγενέστερα, κατά ρητό τρόπο, στην απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως 191/84 ( 2 ), θεωρώντας, όπως το είχε ήδη πράξει προηγουμένως με την απόφαση Blasig ( 3 ), ότι « σε περίπτωση αιτήσεως ανακατατάξεως, βλαπτική πράξη είναι η απόφαση περί διορισμού του υπαλλήλου, με την οποία αρχίζει και η περίοδος δοκιμασίας του. Πράγματι, με αυτή την απόφαση προσδιορίζονται τα καθήκοντα, για την άσκηση των οποίων διορίζεται ο υπάλληλος, και καθορίζεται οριστικά η αντίστοιχη κατάταξη του. Η απόφαση περί μονιμοποιήσεως, από την άποψη αυτή, έχει χαρακτήρα απλώς επιβεβαιωτικό της αποφάσεως διορισμού». Το Δικαστήριο με αυτό τον τρόπο καθιέρωσε ανεπιφύλακτα τη νομολογία που είχε ήδη σκιαγραφήσει, με την ευκαιρία ειδικών περιπτώσεων, στις προγενέστερες αποφάσεις ( 4 ).
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Κοινοβούλιο προσκόμισε στη δικογραφία φωτοαντίγραφα του εγγράφου και της αποφάσεως που απέστειλε στον προσφεύγοντα στις 10 Νοεμβρίου 1983 και που περιείχαν το διορισμό του ως δόκιμου υπαλλήλου, με την ένδειξη της κατάταξης που του έγινε.
Για να είναι σύμφωνος προς την αλήθεια ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος κατά τον οποίο δεν έλαβε γνώση του εν λόγω εγγράφου και της εν λόγω αποφάσεως παρά πολύ αργότερα, με την κοινοποίηση της μονιμοποιήσεώς του, θα έπρεπε να μην είχε λάβει αυτά τα έγγραφα.
Πρέπει να λεχθεί παρεμπιπτόντως ότι το γεγονός ότι ένα θεσμικό όργανο δεν χρησιμοποιεί σύστημα προσωπικής κοινοποιήσεως ή αποστολής επί συστάσει εγγράφων αυτού του τύπου καθιστά αδύνατη ή πολύ δυσχερή την απόδειξη ότι ο αποδέκτης τους έλαβε γνώση αυτών αυτή είναι χωρίς αμφιβολία ανεπιθύμητη συνέπεια ολίγο συνετής τακτικής.
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι ωστόσο τελείως απίθανο ο προσφεύγων να μην είχε λάβει γνώση της κατατάξεως του πολύ πριν από την ημερομηνία που αναφέρει ο ίδιος.
Πολλοί λόγοι μας οδηγούν σ' αυτό το συμπέρασμα.
Πρώτον, η προσφορά προσλήψεως ως δόκιμου υπαλλήλου που εστάλη στον προσφεύγοντα στις 14 Ιουνίου 1983 ανέφερε, χωρίς να αφήνει καμία αμφιβολία, το βαθμό LA 7, πρώτο κλιμάκιο. Ο προσφεύγων αποδέχτηκε ρητώς αυτή την προσφορά με επιστολή της 26ης Ιουλίου 1983, « under the conditions stated in your letter» (σύμφωνα με τους αναφερόμενους στην επιστολή σας όρους ). Η μόνη επιφύλαξη την οποία διατύπωσε αφορούσε την προτίμηση του για διορισμό στις Βρυξέλλες, αλλά διευκρίνισε ότι διατύπωνε την επιφύλαξη αυτή « while fully accepting the conditions of your offer » ( αποδεχόμενος πλήρως τους αναφερόμενους στην προσφορά σας όρους ).
Είναι επομένως υπό αυτούς τους όρους που ο προσφεύγων ανέλαβε πράγματι τα καθήκοντα του στις 3 Οκτωβρίου 1983.
Δεύτερον, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τονίζει στο υπόμνημα αντικρούσεως του, ο προσφεύγων πληροφορείτο με τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών του το βαθμό και κλιμάκιó του, που καθόριζαν το ποσό του μισθού και των άλλων επιδομάτων που του καταβάλλονταν. Υπάλληλος που ανήκει στην κατηγορία του προσφεύγοντος, με την επαγγελματική του επιμόρφωση και την πολιτιστική του προετοιμασία, είχε, επομένως, στη διάθεση του ασφαλές μέσο για να λύσει τις ενδεχόμενες αμφιβολίες ως προς την κατάταξη του.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι « η κοινοποίηση του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών έχει ως αποτέλεσμα να επιφέρει την έναρξη των προθεσμιών προσφυγής όταν το σημείωμα σαφώς παριστά τη ληφθείσα απόφαση » ( 5 ).
Και στην προκειμένη περίπτωση, τα εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών που έχουν προσαρτηθεί στην απάντηση για να στηρίξουν το δεύτερο αίτημα της προσφυγής (σχετικό με την ημερήσια αποζημίωση) και που αναφέρονται ακόμα στην περίοδο δοκιμασίας, δεν περιέχουν μόνο πληροφοριακά στοιχεία ως προς το βασικό μισθό και τα άλλα επιδόματα και κρατήσεις αναφέρουν επίσης στο άνω μέρος της σελίδας, εμφανώς, την ένδειξη LA 7/1 που αντιστοιχεί στην κατηγορία, στο βαθμό και στο κλιμάκιο του προσφεύγοντος.
Τρίτον, δεδομένου ότι οι διορισμοί γενικά αποτελούν αντικείμενο κατάλληλης δημοσιότητας, ιδίως μέσω τοιχοκολλήσεως σε δημόσιο χώρο, προκαλεί έκπληξη το ότι ο προσφεύγων δεν επωφελήθηκε απ' αυτή τη δημοσίευση.
Τέταρτον, το Κοινοβούλιο πληροφορεί με το υπόμνημα αντικρούσεώς του ότι ο προσφεύγων ζήτησε και έλαβε στις 3 Οκτωβρίου 1983 από τον προϊστάμενο του τμήματος « Ατομικά δικαιώματα — Προνόμια » πιστοποιητικό που βεβαίωνε την ιδιότητά του ως δόκιμου ευρωυπαλλήλου από την 1ηΟκτωβρίου 1983, και ισχυρίζεται ότι δεν είναι πιστευτό ότι ο προσφεύγων δεν ασχολήθηκε με την περικοπή που ανέφερε την κατάταξη του.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, αν στο τέλος εννεάμηνης περιόδου δοκιμασίας στην οποία προστίθενται τρεις και μισός μήνας δραστηριότητας μονίμου υπαλλήλου, ένα πρόσωπο λογικά επιμελές που βρίσκεται στην υπηρεσιακή κατάσταση του προσφεύγοντος δεν έλαβε γνώση της αρχικής του κατατάξεως, αυτό συνέβη διότι δεν θέλησε να λάβει γνώση της.
Συνεπώς, θεωρώ ότι το πρώτο αίτημα του προσφεύγοντος πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της διοικητικής ένστασης βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Β — Η ένοταοη απαραδέκτου που προβλήυηκε κατά του δεύτερου αιτήματος του προσφεύγοντος
Στο υπόμνημα αντικρούσεως του το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προέβαλε επίσης ένσταση απαραδέκτου κατά του δευτέρου αιτήματος του προσφεύγοντος.
Κατά τον προσφεύγοντα, το απλό γεγονός ότι σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης (άρθρο 20) υποχρεώθηκε να αλλάξει κατοικία από το Λουξεμβούργο στις Βρυξέλλες κατόπιν της μεταθέσεώς του σ' αυτή την πόλη του παρέχει αυτομάτως το δικαίωμα επί της ημερήσιας αποζημίωσης βάσει του άρθρου 10 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κατ' αυτόν, υφίσταται «λογικό και νόμιμο τεκμήριο » ότι η μεταβολή του τόπου διορισμού συνεπάγεται μεταβολή της κατοικίας και ότι βαρύνει τη διοίκηση η ανατροπή αυτού του τεκμηρίου και δεν πρέπει να απαιτείται από τον υπάλληλο η προσκόμιση της αποδείξεως αυτής της μεταβολής.
Κατά την άποψη μου ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος είναι αβάσιμος.
Συμφωνώντας με το Κοινοβούλιο θεωρώ ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν πρέπει να καταβάλλεται παρά αν ο υπάλληλος αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει κατοικία για να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση να κατοικεί στον τόπο του διορισμού του.
Αυτό προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 10 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατά το οποίο μόνο « ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι υποχρεώθηκε να μεταβάλλει κατοικία για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του άρθρου 20 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης » δικαιούται την ημερήσια αποζημίωση.
Αυτή η απόδειξη πρέπει να προσκομίζεται όχι για τον υπολογισμό του ποσού της αποζημίωσης — που ορίζεται σ' αυτό το ίδιο άρθρο — αλλά για την απόδειξη της υπάρξεως του δικαιώματος επί της εν λόγω αποζημιώσεως, ή με άλλα λόγια της πραγματοποιήσεως της μεταβολής κατοικίας. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, δεν μπορεί να έχει καμιά άλλη έννοια.
Συνεπώς, τα θεσμικά όργανα έχουν όχι μόνο το δικαίωμα αλλά επίσης και την υποχρέωση να απαιτούν από τους υπαλλήλους τους, σε περίπτωση αμφιβολίας, να προσκομίζουν την απόδειξη ότι υποχρεώθηκαν να μεταβάλουν κατοικία.
Επ' αυτής της βάσεως οι υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απέστειλαν στον προσφεύγοντα το έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 1985 καλώντας τον να αποδείξει ότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ημερήσιας αποζημίωσης.
Οι αμφιβολίες του Κοινοβουλίου εξηγούνται από το γεγονός ότι ο προσφεύγων διέθετε ήδη κατοικία στο νέο τόπο εργασίας του καθώς και από τη διαπίστωση, που αναφέρεται στο έγγραφο της 22ας Απριλίου 1985, ότι ορισμένος αριθμός υπαλλήλων που μετατέθηκαν στις Βρυξέλλες είχαν ήδη de facto εγκατασταθεί εκεί πριν από την αναφερόμενη στην απόφαση μεταθέσεως ημερομηνία.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, η χορήγηση της αποζημίωσης πρέπει αναγκαστικά να υπόκειται σε προηγούμενη αίτηση του υπαλλήλου για να ανακοινώσει προς τη διοίκηση τις απαιτήσεις του και να δικαιολογήσει το δικαίωμά του επ' αυτών. Αυτό ακριβώς ανακοίνωσε στον προσφεύγοντα με το έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 1985 ο προϊστάμενος του τμήματος προσωπικού.
Κατόπιν αυτού του εγγράφου ο προσφεύγων απηύθυνε επιστολή στις 12 Φεβρουαρίου 1985 προς το γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, ισχυριζόμενος ότι με αυτό τον τρόπο υπέβαλε διοικητική ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού « κατά της ελλείψεως αποφάσεως» χορηγούσας τις ημερήσιες αποζημιώσεις που του οφείλονταν, κατά την άποψη του, λόγω του διορισμού του στις Βρυξέλλες.
Αυτή η « ένσταση » θεωρήθηκε από το Κοινοβούλιο ως αίτηση υποβληθείσα βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εφόσον ο προσφεύγων δεν είχε ποτέ ζητήσει καμία αποζημίωση και το θεσμικό όργανο δεν του είχε ποτέ αντιτάξει καμία άρνηση καταβολής.
Κατά την άποψη μου, το Κοινοβούλιο έχει δίκιο: Η επιστολή της 12ης Φεβρουαρίου δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από αίτηση περί εκδόσεως θετικής αποφάσεως σε σχέση με την καταβολή της ημερήσιας αποζημίωσης και όχι ως διοικητική ένσταση κατά της παραλείψεως — η οποία προφανώς δεν υφίσταται — μέτρο επιβαλλόμενο από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.
Εφόσον ο γενικός γραμματέας του Κοινοβουλίου θεώρησε προφανώς την αίτηση ως αβάσιμη λόγω μη προσκομίσεως της αποδείξεως πραγματικής μεταβολής της κατοικίας του υπαλλήλου, ο τελευταίος όφειλε να προσκομίσει αυτή την απόδειξη ή να υποβάλει διοικητική ένσταση εντός της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Εφόσον δεν το έπραξε, η προσφυγή την οποία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πρόωρη και κατά συνέπεια απαράδεκτη, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 91, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Αυτό το συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο προσφεύγων, όπως βεβαιώνει, υπέβαλε στο γενικό γραμματέα του Κοινοβουλίου, ταυτόχρονα με την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 19ης Ιουνίου 1985, με την οποία διοικητική ένσταση ισχυριζόταν ότι «απέφευγε εν πάση περιπτώσει ενδεχόμενο απαράδεκτο ».
Υπ' αυτές τις συνθήκες επίσης, η προσφυγή εξακολουθεί να είναι πρόωρη. Ανεξάρτητα, από την ανάλυση του εκπροθέσμου ή όχι της διοικητικής ένστασης ενόψει των τασσόμενων από το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προθεσμιών, είναι βέβαιο ότι το άρθρο 91, παράγραφος 2, θεωρεί ότι προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων γίνεται αποδεκτή μόνο:
1)
αν προηγουμένως έχει διατυπωθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο, και,
2)
αν αυτή η διατύπωση αιτήματος (διοικητική ένσταση ) έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως.
Αυτή τουλάχιστον η τελευταία προϋπόθεση προφανώς δεν συνέτρεχε κατά το χρονικό σημείο της ασκήσεως της προσφυγής και, επομένως, η προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη.
3.
Έχοντας υπόψη τα προηγούμενα, εντελώς επικουρικά αναλύω συνοπτικά την ουσία των αιτημάτων που υπέβαλε ο προσφεύγων.
Α — Η αίτηοη ανακατατάξεως
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της καταρτίσεως του και της επαγγελματικής του πείρας, η ΑΔΑ έπρεπε να του χορηγήσει αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας 12 μηνών βάσει των διατάξεων του άρθρου 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Το εν λόγω άρθρο ορίζει στην πρώτη του παράγραφο ότι: « Ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού του». Η δεύτερη παράγραφος προβλέπει ωστόσο ότι « η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την κατάρτιση και την επαγγελματική ειδική πείρα του ενδιαφερομένου να του αναγνωρίσει αρχαιότητα στο βαθμό αυτό », εντός των οριζόμενων από το ίδιο άρθρο ορίων.
Για να στηρίξει την προσφυγή του, ο προσφεύγων επικαλείται την ειδική κατάρτιση που απέκτησε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων διερμηνείας στην Κέρκυρα καθώς και την κατάρτιση του σε φυσική ενεργείας, η οποία, παρόλον ότι δεν είναι ειδική, είναι ωστόσο χρήσιμη για την άσκηση των καθηκόντων διερμηνείας κατά τις συναντήσεις επιστημονικής ή τεχνικής φύσεως.
Προβάλλει επιπλέον την επαγγελματική του πείρα ως διερμηνέα free-lance στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τη δραστηριότητα του ως επιστημονικού συνεργάτη στο κέντρο μεταφράσεως και διερμηνείας της Κέρκυρας και την πείρα του ως ερευνητή σε φυσική ενεργείας.
Κατά τον προσφεύγοντα, το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν έλαβε υπόψη του την κατάρτιση του και την προηγούμενη πείρα του κατά το διορισμό του συνιστά πρόδηλη πλάνη, και μάλλον κατάχρηση εξουσίας. Επικαλείται κατ' αυτή την έννοια τις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής, και 17/83, Αγγελίδης κατά Επιτροπής Συλλογή 1984, σ. 2907.
Εξάλλου, ο προσφεύγων θεωρεί ότι υπήρξε το αντικείμενο άνισης μεταχείρισης σε σχέση με δύο από τους συναδέλφους του του ελληνικού θαλάμου διερμηνείας, στους οποίους χορηγήθηκε αναγνώριση προϋπηρεσίας ίση με τη διάρκεια της περιόδου που προηγήθηκε της μονιμοποίησης του, κατά την οποία υπηρέτησαν ως έκτακτοι υπάλληλοι κατόπιν των μαθημάτων που παρακολούθησαν, όπως και ο προσφεύγων, στο κέντρο μεταφράσεως και διερμηνείας της Κέρκυρας. Αυτί] η δυνατότητα δεν παρασχέθηκε στον προσφεύγοντα, ο οποίος αναγκάστηκε, παρά την υποχρέωση που ανέλαβε τότε να υπηρετήσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί δύο έτη με πλήρες ωράριο, να δεχθεί το καθεστώς του «διερμηνέα free-lance» ενώ εκπληρούσε τα ίδια καθήκοντα όπως οι συνάδελφοι του.
Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος προβάλλοντας ότι:
1)
Η χορήγηση αναγνωρίσεως προϋπηρεσίας βάσει του άρθρου 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποτελεί για την ΑΔΑ όχι υποχρέωση αλλά ευχέρεια, από την οποία δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη δικαιώματος του υπαλλήλου.
2)
Η κατάταξη του προσφεύγοντα είναι σύμφωνη με τις « εσωτερικές οδηγίες περί των εφαρμοστέων στην κατάταξη κριτηρίων κατά την πρόσληψη », που θεσπίστηκαν την 1η Απριλίου 1974 και που ίσχυαν, προσωρινώς, δυνάμει αποφάσεως του γενικού γραμματέα του Κοινοβουλίου, από τις 14 Μαΐου 1974. Στον τίτλο III τον σχετικό με την « κατάταξη σε κλιμάκιο », οι εν λόγω οδηγίες ορίζουν ότι « υπό την επιφύλαξη των ανωτάτων ορίων που προβλέπει το άρθρο 32 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης », χορηγείται στους βαθμούς Α 7 και LA 7 αναγνώριση προϋπηρεσίας υπό την προϋπόθεση ότι «δικαιολογείται με ειδική επαγγελματική πείρα σε σχέση με τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στην προς πλήρωση θέση », νοουμένου ότι αυτή η επαγγελματική πείρα πρέπει να είναι τουλάχιστον διετής.
Παρόλον ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα πλέον των έξι ετών, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε — ακόμα και εάν ληφθεί υπόψη η εξάμηνη υπηρεσία του στη σχολή της Κέρκυρας και, αυτό που θα ήταν αντίθετο προς την τακτική του θεσμικού οργάνου, η πεντάμηνη άσκηση καταρτίσεως του — να δικαιολογήσει αυτούς τους είκοσι τέσσερις μήνες ειδικής πείρας διερμηνείας, εφόσον δεν εργάστηκε παρά επί ένα έτος ως διερμηνέας free-lance.
3)
Ο προσφεύγων δεν υπήρξε αντικείμενο δυσμενούς διακρίσεως σε σχέση με τους συναδέλφους του εφόσον καμία απόδειξη αυτής της διάκρισης δεν προσκομίστηκε.
Θεωρώ την επιχειρηματολογία του Κοινοβουλίου βάσιμη.
Πρώτον, είναι βέβαιο ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση, το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού δεν επιβάλλει στη διοίκηση υποχρέωση να χορηγήσει κλιμάκιο σε συνάρτηση με την επαγγελματική πείρα και την κατάρτιση του ενδιαφερόμενου: προβλέπει απλώς δυνανότηνα ή ευχέρεια της εν λόγω χορηγήσεως.
Η χρησιμοποίηση αυτής της ευχέρειας αφίεται, επομένως, στην εξουσία εκτιμήσεως του οικείου θεσμικού οργάνου. Το Δικαστήριο ήδη τόνισε ( 6 ) ότι στο πλαίσιο του άρθρου 32, δεύτερη παράγραφος, η ΑΔΑ απολαύει μεγάλου περιθωρίου διακριτικής εξουσίας όσον αφορά την εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας, που αναγκαστικά ποικίλλει, των προσλαμβανόμενων στην ευρωπαϊκή δημόσια υπηρεσία προσώπων. Αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως αφορά « όλες τις απόψεις που μπορούν να έχουν σημασία για την αναγνώριση προηγούμενης πείρας όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια της όσο και τη σχέση, λίγο ώς πολύ στενή, που μπορεί να εμφανίζει με τις ανάγκες της υπό πλήρωση θέσης ».
Ωστόσο, η εξουσία που με αυτό τον τρόπο αναγνωρίζεται στην αρμόδια αρχή περιορίζεται φυσικά από τις νομοθετικές διατάξεις καθώς και από τον οφειλόμενο σεβασμό στις αρχές που περιγράφουν τη χρησιμοποίηση της διακριτικής εξουσίας.
Συνεπώς, το ίδιο το άρθρο 32, παράγραφος 2, απαγορεύει στην ΑΔΑ να λαμβάνει υπόψη επαγγελματική πείρα που δεν έχει « ειδική » σχέση με την προς πλήρωση θέση. Με άλλα λόγια, η πείρα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη πρέπει «να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ειδική σε σχέση με την προς πλήρωση θέση» (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983, Blomefield κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3994).
Αφετέρου, τα θεσμικά όργανα έχουν τη συνήθεια να θεσπίζουν εσωτερικούς κανόνες γενικού χαρακτήρα που επιβάλλουν στον εαυτό τους για να ρυθμίσουν την εφαρμογή αυτής της εξουσίας και για να διασφαλίζουν στους υπαλλήλους του ίδιου κλάδου και της ίδιας κατηγορίας ταυτόσημους όρους προσλήψεως και εξελίξεως της σταδιοδρομίας, όσον αφορά τον καθορισμό του βαθμού και την κατάταξη σε κλιμάκιο κατά την πρόσληψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφήρμοσε τις εσωτερικές οδηγίες που είχε θεσπίσει κατά τρόπο μη επιδεχόμενο καμία κριτική.
Θεωρώντας ότι ο προσφεύγων δεν είχε ειδική διετή πείρα στον τομέα της διερμηνείας και ότι η προηγούμενη πείρα του στον τομέα των φυσικών επιστημών δεν είχε σχέση με τα σημερινά του καθήκοντα, το καθού θεσμικό όργανο τήρησε αυστηρά τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που του απονέμει το άρθρο 32, δεύτερη παράγραφος, και δεν απέστη των κριτηρίων που το ίδιο καθόρισε επί γενικού πεδίου με τις οδηγίες του 1974.
Όσον αφορά τις εν λόγω εσωτερικές οδηγίες και όσον αφορά το ένδικο πρόβλημα, οι πρώτες σέβονται απολύτως τους όρους του άρθρου 32 κατ' εφαρμογή του οποίου το Κοινοβούλιο αναφέρει ότι τις θέσπισε.
Τίποτε, επομένως, δεν επιτρέπει να λεχθεί ότι το καθού θεσμικό όργανο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη αρνούμενο στο Μουζουράκη την αιτηθείσα αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας.
Επίσης, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε αντικείμενο διαφορετικής μεταχείρισης ή δυσμενούς διακρίσεως σε σχέση με άλλους υπαλλήλους ή ότι το Κοινοβούλιο ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Β - Το αίτημα χορηγήσεως της ημερήσιας αποζημίωσης
Με την απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ημερήσια αποζημίωση δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από την υποχρέωση του υπαλλήλου να εγκατασταθεί σε κατοικία διαφορετική της προηγούμενης, χωρίς ωστόσο να μπορεί να εγκαταλείψει την τελευταία » ( 7 ).
Αυτός ο σκοπός, τον οποίο διατυπώνει το Δικαστήριο βάσει προηγούμενης διατυπώσεως του άρθρου 10 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διαφαίνεται επίσης στη σημερινή διατύπωση του.
Παρόλον ότι είναι αληθές ότι η παράγραφος 1 του άρθρου 10 αναγνωρίζει το δικαίωμα επί της ημερήσιας αποζημίωσης στον « υπάλληλο που δικαιολογεί ότι υποχρεώθηκε να αλλάξει κατοικία για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του άρθρου 20 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης», η παράγραφος 2 ορίζει στο τέλος ότι « σε καμιά περίπτωση, η ημερήσια αποζημίωση δεν χορηγείται πέραν της ημερομηνίας κατά την οποία ο υπάλληλος πραγματοποίησε τη μετακόμιση του ».
Σχετικώς, ο υπάλληλος δικαιούται της επιστροφής των εξόδων που συνδέονται με τη μετακόμιση της οικοσκευής του, σύμφωνα με το άρθρο 9 του παραρτήματος VII.
Με άλλα λόγια, η ημερήσια αποζημίωση αποβλέπει στην αποζημίωση του υπαλλήλου ο οποίος, παρόλον ότι υποχρεούται να διατηρήσει την προηγούμενη εγκατάσταση του ( για οικογενειακούς λόγους, που συνδέονται με το μισθωτήριο συμβόλαιό του, τον ενδεχομένως προσωρινό χαρακτήρα της νέας του εγκαταστάσεως ή για άλλους λόγους) πρέπει να εγκατασταθεί, κατά τρόπο ακόμα προσωρινό, στο νέο τόπο εργασίας και να υποστεί γι' αυτό το λόγο έξοδα καθώς και διάφορες ενοχλήσεις.
Τίποτε από αυτά δεν συνέβη στον προσφεύγοντα.
Κατά τη διαδικασία αποδείχθηκε σαφώς ότι κατά την πρόσληψη του ο προσφεύγων κατοικούσε στις Βρυξέλλες με τη σύζυγό του, υπάλληλο του Συμβουλίου. Αυτός άλλωστε ήταν ο λόγος με τον οποίο εκδήλωσε την προτίμηση του για διορισμό σ' αυτή την πόλη.
Δεδομένου ότι αυτή η αίτηση του δεν ικανοποιήθηκε, διορίστηκε στο Λουξεμβούργο από την 1η Οκτωβρίου 1983 και η ημερήσια αποζημίωσή του καταβλήθηκε 10 μήνες, μέχρι την 1η Ιουλίου 1984.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λουξεμβούργο, ο προσφεύγων εγκαταστάθηκε — όπως το αναγνωρίζει και ο ίδιος — στην οικία φίλου και, φαίνεται, ότι κανονικά διήρ· χετο το τέλος της εβδομάδας στη συζυγική του εστία στις Βρυξέλλες.
Επομένως, ο προσφεύγων ουδέποτε εγκαταστάθηκε οριστικά ή διαρκώς στο Λουξεμβούργο και από τη δικογραφία δεν εμφαίνεται ότι ζήτησε τη χορήγηση της ημερήσιας αποζημίωσης.
Επιπλέον, με το διορισμό του στις Βρυξέλλες, ικανοποιήθηκε η αρχική του αίτηση, ενώ ουδέποτε υποχρεώθηκε να διατηρήσει προσωρινώς κατοικία στο Λουξεμβούργο ή να εγκατασταθεί προσωρινώς στις Βρυξέλλες αναμένοντας τη δυνατότητα να το πράξει κατά μόνιμο τρόπο. Επομένως, περιορίστηκε στο να εγκαταλείψει την οικία του φίλου όπου είχε εγκατασταθεί και να κατοικήσει μονίμως στην οικογενειακή κατοικία που διέθετε ήδη στις Βρυξέλλες.
Το να ισχυρίζεται υπ' αυτές τις συνθήκες ότι δικαιούται ημερήσιας αποζημίωσης είναι τουλάχιστον υπερβολικό και αποτελεί στάση την οποία δεν θεωρώ καθόλου θεμιτή.
4.
Για τους λόγους αυτούς εν συμπεράσματι προτείνω:
—
να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη,
—
επικουρικώς, να θεωρηθεί η προσφυγή ως αβάσιμη.
Ως προς τα έξοδα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 69, παράγραφος 2, και 70 του κανονισμού διαδικασίας κάθε διάδικος πρέπει καταρχήν να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Το Κοινοβούλιο ζήτησε απλώς να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα, δηλώνοντας, κατά την προφορική διαδικασία, ότι ήταν διατεθειμένο να υποστεί τα δικά του έξοδα. Υπ' αυτές τις συνθήκες θεωρώ ότι δεν πρέπει ν' αντιμετωπιστεί η εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του οποίου το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας επιφυλάσσει τις διατάξεις.
( *1 ) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
( 1 ) Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 146/84, De Santis κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1985, σ. 1723.
( 2 ) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1986 στην υπόθεση 191/84, Jean-Pierre Barcelia και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1541, σκέψη 11.
( 3 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 173/80, Blasig κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1649 και επ., ειδικώς σ. 1658.
( 4 ) Εκτός της προαναφερθείσας απόφασης της 18ης Ιουνίου 1981 (Blasig κατά Επιτροπής), παραπέμπω στην απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983 επί της υποθέσεως 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3981 και επ., ειδικώς σ. 3991.
( 5 ) Βλέπε για παράδειγμα την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1974 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 έως 33, 52, 53, 57 έως 109,116,117, 123, 132 και 135 έως 137/73, Schots-Kortner και λοιποί κατά Συμβουλίου, Επιτροπής και Κοινοβουλίου, Rec. 1974, σ. 177.
( 6 ) Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983 στην υπόθεση 190/82, Blomefield κατά Επιτροπής, που προαναφέρθηκε, Συλλογή 1983, ιδίως στη σελίδα 3994, σκέψη 26' απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 17/83, Αγγελίδης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2907 και επ., ειδικώς σ. 2921, σκέψη 16.
( 7 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974 στην υπόθεση 148/73, Louwage κατά Επιτροπής, Rec. 1974, σ. 81 και επ., ειδικώς σ. 90, σκέψη 25.
Full & Egal Universal Law Academy