ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 27ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι οικαατές,
1.
Με Διάταξη της 13ης Μαΐου 1985, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Σεπτεμβρίου 1985, το High Court του Δουβλίνου μάς ζητεί να ερμηνεύσουμε το άρθρο 4 της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160 ). Το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν η διάταξη αυτή παράγει άμεσα αποτελέσματα στην Ιρλανδία από την ημερομηνία — 23 Δεκεμβρίου 1984 — κατά την οποία τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν εκδώσει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στην έννομη τάξη τους.
Η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ζητείται στο πλαίσιο δύο προσφυγών που άσκησαν η Norah McDermott και η Ann Cotter κατά του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας και του Attorney General. Οι προσφεύγουσες, που είναι και οι δύο έγγαμες, παραπονούνται ότι, λόγω της ιδιότητας τους αυτής, εισπράττουν επίδομα ανεργίας μειωμένο, τόσο κατά το ύψος όσο και κατά τη διάρκεια, σε σύγκριση με εκείνο που λαμβάνουν οι άνδρες, έγγαμοι ή άγαμοι, και οι άγαμες γυναίκες, μονολότι καταβάλλουν τις ίδιες εισφορές με τις τελευταίες αυτές κατηγορίες.
Πράγματι, το κεφάλαιο 4 του μέρους 2 του Social Welfare ( Consolidation ) Act 1981, όπως ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, όριζε ότι:
α)
οι έγγαμοι ή άγαμοι άνδρες και οι άγαμες γυναίκες δικαιούνται επιδόματος ανεργίας επί χρονικό διάστημα 390ημερών από την πρώτη καταβολή της παροχής· αντιθέτως, οι έγγαμες γυναίκες δικαιούνται να το λαμβάνουν μόνο για 312ημέρες·
β)
το ύψος του επιδόματος για τις έγγαμες γυναίκες είναι χαμηλότερο από εκείνο που χορηγείται στους έγγαμους ή άγαμους άνδρες και στις άγαμες γυναίκες·
γ)
στους έγγαμους ή άγαμους άνδρες και στις άγαμες γυναίκες χορηγείται το αναλογικό προς τις αποδοχές επίδομα επί 372ημέρες, ενώ οι έγγαμες γυναίκες έχουν το δικαίωμα αυτό μόνο επί 294ημέρες.
Η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογούνταν από μία αρχή, η οποία επί μακρό χρόνο κατηύθυνε την ιρλανδική κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία. Βάσει της αρχής αυτής, η έγγαμη γυναίκα λογιζόταν ως πρόσωπο συντηρούμενο από τον άνδρα της, όταν ζούσε μαζί του και αυτός τη συντηρούσε ολικώς ή κυρίως· ο σύζυγος, αντιθέτως, θεωρούνταν πρόσωπο συντηρούμενο από τη σύζυγο του μόνον αν μία σωματική ή διανοητική ασθένεια τον είχε καταστήσει ανίκανο προς βιοπορισμό και αν για τη συντήρηση του μεριμνούσε ολικώς ή κυρίως η σύζυγος του.
Στις 16 Ιουλίου 1985, το Oireachtas ( Ιρλανδικό Κοινοβούλιο) μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 79/7, εκδίδοντας το Social Welfare (No 2) Act 1985. Ο νόμος αυτός καταργεί την αρχή κατά την οποία η έγγαμη γυναίκα θεωρείται αυτοδικαίως ως συντηρούμενο από το σύζυγο της πρόσωπο και καθιερώνει την ίση μεταχείριση στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 15 Μαΐου 1986, με περιορισμένη αναδρομική ενέργεια, με το Social Welfare ( No 2 ) Act 1985 ( section 6 ) ( Commencement ) Order 1986, που εκδόθηκε την προηγούμενη ημέρα.
2. Τα πραγματικά περιστατικά
Στις 4 Φεβρουαρίου 1985, η McDermott και η Cotter ζήτησαν από το High Court την έκδοση δύο conditional orders of certiorari, που να ακυρώνουν τις αποφάσεις με τις οποίες, μετά την πάροδο των 312ημερών που προέβλεπε ο νόμος, ο Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας έπαυε να τους καταβάλλει το επίδομα ανεργίας. Οι προσφεύγουσες παρατήρησαν ότι με τις αποφάσεις αυτές παραβιάζονταν τα δικαιώματα που τους απένεμε το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πράγματι, η διάταξη αυτή ορίζει ότι « η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση... όσον αφορά: το πεδίο εφαρμογής των συστημάτων και τους όρους πρόσβασης στα συστήματα αυτά, την υποχρέωση καταβολής εισφορών και τον υπολογισμό των εισφορών, τον υπολογισμό των παροχών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων λόγω συζύγου και προστατευομένου προσώπου και τις προϋποθέσεις διαρκείας και διατηρήσεως του δικαιώματος επί των παροχών ».
Η καθής διοίκηση απάντησε στις προσφυγές με δύο χωριστά affidavit, υποστηρίζοντας ότι η προβαλλόμενη διάταξη αφήνει στα κράτη μέλη ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των μέτρων που πρέπει να εκδώσουν προς εκτέλεση της' δεν συγκεντρώνει επομένως την προϋπόθεση — να επιβάλλει δηλαδή σαφείς και συγκεκριμένες υποχρεώσεις —, απο την οποία, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εξαρτάται η δυνατότητα των διατάξεων μιας οδηγίας να παράγουν άμεσα αποτελέσματα.
Αυτή η διάσταση απόψεων οδήγησε το High Court να θεωρήσει ότι είναι απαραίτητο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί των αποτελεσμάτων της επίμαχης διάταξης. Γι' αυτό, ανέβαλε τη δίκη και σας υπέβαλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Παράγουν οι διατάξεις της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, και ειδικότερα το άρθρο 4, άμεσα αποτελέσματα στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, έτσι ώστε να απονέμουν εναγώγιμα δικαιώματα κοινοτικού δικαίου στις έγγαμες γυναίκες, όπως είναι οι προσφεύγουσες υπό τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων;
2)
Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι καταφατική, σημαίνει αυτό ότι οι εθνικές διατάξεις σαν τις περιεχόμενες στα κεφάλαια 4 και 6 του μέρους 2 του Social Welfare (Consolidation) Act 1981, όπως έχει τροποποιηθεί, καθίστανται ανενεργές και ότι οι προσφεύγουσες, έγγαμες δηλαδή γυναίκες που κατοικούν σε κράτος μέλος το οποίο έχει παραλείψει να καταργήσει ή να προσαρμόσει τις διατάξεις αυτές, δικαιούνται ίσης μεταχειρίσεως ως προς τις σχετικές παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 και έχουν σχετική αξίωση παροχής εννόμου προστασίας κατά του κράτους μέλους αυτού; »
3.
Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι δύσκολη. Υπενθυμίζω πράγματι ότι το Δικαστήριο μας έχει αποφανθεί επί των αποτελεσμάτων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 σε δύο πολύ πρόσφατες αποφάσεις: της 24ης Ιουνίου 1986, υπόθεση 150/85, Drake κατά Chief Adjudication Officer, Συλλογή σ. 1995, και της 4ης Δεκεμβρίου 1986, υπόθεση 71/85, Ολλανδικό δημόσιο κατά Federatie Nederlandse Vakbeweging ( FNV ), Συλλογή σ. 3855.
Με τη δεύτερη απόφαση, ειδικότερα, δεχτήκατε ότι η εφαρμογή της επίδικης διάταξης « ήταν δυνατό να ζητηθεί, εφόσον δεν είχε εκτελεσθεί η οδηγία, από τις 23 Δεκεμβρίου 1984, προκειμένου να αποκρουσθεί η εφαρμογή κάθε εθνικής διατάξεως ασυμβίβαστης προς το εν λόγω άρθρο... Ελλείψει εθνικών μέτρων εφαρμογής... οι γυναίκες έχουν δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως και υπαγωγής στο ίδιο καθεστώς με τους άνδρες που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση' το καθεστώς αυτό εξακολουθεί να αποτελεί, εφόσον η παραπάνω οδηγία δεν έχει εκτελεστεί, το μόνο νόμιμο σύστημα αναφοράς » ( σκέψη 23 ). Στη σκέψη 25 δε το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι « τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν τη διακριτική εξουσία που διαθέτουν ως προς την επιλογή των μέσων για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, την οποία προβλέπει η οδηγία 79/7, προκειμένου να στερήσουν από κάθε έννομο αποτελέσματα το άρθρο 4, παράγραφος 1, του οποίου η εφαρμογή μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω οδηγία δεν έχει εκτελεστεί στο σύνολο της».
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Δικαστήριο πρέπει να επαναλάβει τις κρίσεις αυτές και στην υπό κρίση περίπτωση. Ως προς τους λόγους που συνηγορούν υπέρ αυτών και κατά της απόψεως που υποστήριξαν στην παρούσα διαδικασία η ιρλανδική και η ολλανδική κυβέρνηση, ότι δηλαδή το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεν επιβάλλει στα κράτη « σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση », επιτρέψτε μου να παραπέμψω στις προτάσεις που ανέπτυξα στην προαναφερθείσα υπόθεση 71/85 ( βλέπε ειδικότερα ενότητα 3 ).
4.
Κατόπιν των προηγηθεισών σκέψεων, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα που σας απηύθυνε με Διάταξη της 13ης Μαΐου 1985 το High Court του Δουβλίνου, στο πλαίσιο των διαφορών μεταξύ της Norah McDermott και της Ann Cotter, αφενός, και του Υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας και του Attorney General της Ιρλανδίας, αφετέρου:
Από τις 23 Δεκεμβρίου 1984 — ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που τάχθηκε για τη μεταφορά στα εθνικά δίκαια της οδηγίας 79/7 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως — το άρθρο 4, παράγραφος 1, που απαγορεύει κάθε διάκριση βασιζόμενη άμεσα ή έμμεσα στο φύλο, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση, παράγει άμεσα αποτελέσματα.
Ελλείψει μέτρων εσωτερικού δικαίου εκτελεστικών της οδηγίας, οι έγγαμες γυναίκες έχουν δικαίωμα να υπαχθούν στο καθεστώς που προβλέπεται για τους άνδρες που τελούν υπό ανάλογες συνθήκες, δεδομένου ότι το καθεστώς αυτό παραμένει, εφόσον δεν έχουν εκδοθεί τέτοιες εκτελεστικές διατάξεις, το μόνο νόμιμο σύστημα αναφοράς. Οι έγγαμες γυναίκες μπορούν επομένως να επικαλούνται ενώπιον του εθνικού δικαστή τα δικαιώματα που τους απονέμει το άρθρο 4, παράγραφος 1, για να ματαιώσουν την εφαρμογή διατάξεων που δεν ανταποκρίνονται ή και συγκρούονται με την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy