ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 26ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο κανονισμός 441/69 του Συμβουλίου ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 95) προβλέπει την προπληρωμή επιστροφών λόγω εξαγωγής για ορισμένα γεωργικά προϊόντα. Εφόσον τα προϊόντα, τα οποία διέπονται από τη ρύθμιση αυτή, εξαχθούν αφού μεταποιηθούν, η επιστροφή καταβάλλεται μόλις τεθεί υπό τη διαδικασία τελωνειακού ελέγχου το προϊόν βάσεως, η οποία εξασφαλίζει ότι το εν λόγω προϊόν, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, εξάγεται από την Κοινότητα αφού μεταποιήθηκε. Ο κανονισμός αυτός ισχύει μεταξύ άλλων για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
Λεπτομερείς διατάξεις για την εκτέλεση της ρύθμισης προβλέπονται στον κανονισμό 1957/69 της Επιτροπής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 220 ). Από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο το βασικό προϊόν τίθεται υπό τελωνειακό έλεγχο, ο επιχειρηματίας οφείλει να δηλώσει τα ακριβή στοιχεία του μεταποιηθέντος προϊόντος που πρόκειται να εξαχθεί. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων για την περίπτωση ανωτέρας βίας ( άρθρο 6, παράγραφος 2), ο έμπορος υποχρεούται σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, να συστήσει ασφάλεια ή ισοδύναμη εγγύηση, η οποία εξασφαλίζει την απόδοση του καταβληθέντος ποσού της επιστροφής, αυξημένου κατά 20 ο/ο, σε περίπτωση που δεν προσκομίζεται εντός των ταχθεισών προθεσμιών η απόδειξη ότι οι καθορισμένες υποχρεώσεις έχουν τηρηθεί. Επιπλέον, το άρθρο 6 προβλέπει:
« 3)
Η απόδοση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εισπράττεται παρά κατ' αναλογία των ποσοτήτων των προϊόντων ή εμπορευμάτων για τα οποία οι αποδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν κομίζονται. »
« 5)
Το πληρωμένο ποσό της επιστροφής, προσαυξανόμενο, ενδεχομένως, αποδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, όταν οι αποδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν κομίζονται μέσα στις απαιτούμενες προθεσμίες. Στην περίπτωση αυτή αν το ποσό αυτό δεν αποδίδεται παρά το ότι ζητείται, η προηγουμένως συσταθείσα εγγύηση παρακρατείται. »
Με τους κανονισμούς της Επιτροπής 1136/77 και 1441/77 ( αντίστοιχα OJ 1977, L 135, σ. 14, και Ο J 1977, L 161, σ. 23 ) καθορίστηκε η επιστροφή λόγω εξαγωγής για διάφορα είδη τροφών παρασκευασμένων για ζώα, τα οποία υπάγονται στη δασμολογική διάκριση 23.07 Β.1 και έχουν περιεκτικότητα σε σιτηρά άνω του 65 ο/ο σε 38,98 λογιστικές μονάδες ανά τόνο και άνω του 50 έως 65 % σε 31,19 λογιστικές μονάδες ανά τόνο.
Στην αίτηση του για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Bundesfinanzhof της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αναφέρει ότι η εταιρία Piange, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, παρέδωσε το έτος 1977 ζωοτροφές προβάτων με προορισμό τη Λιβύη. Ως απάντηση στις αιτήσεις της του Ιουνίου και Ιουλίου του ίδιου έτους, η προσφεύγουσα έλαβε υπό τη μορφή προπληρωμής επιστροφές λόγω εξαγωγής και νομισματικά εξισωτικά ποσά, υπό τον όρο ότι η κριθή και ο αραβόσιτος που είχαν τεθεί υπό τελωνειακό έλεγχο θα χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή « σύνθετων ζωοτροφών με βάση τα σιτηρά με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε άμυλα, ανώτερη του 30 %, οι οποίες δεν περιέχουν γαλακτοκομικά προϊόντα, με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε προϊόντα σιτηρών, ανώτερη του 65 % ». Η προσφεύγουσα προέβη εμπροθέσμως στις σχετικές με τη διαδικασία τελωνειακού ελέγχου ενέργειες. Μετά την υποβολή των αντιτύπων ελέγχου και των πιστοποιητικών δειγματοληψίας, το Hauptzollamt ελευθέρωσε την εγγύηση που είχε συστήσει η προσφεύγουσα.
Κατά τον έλεγχο που διεξήγαγαν υπάλληλοι της γερμανικής τελωνειακής διοίκησης την άνοιξη του 1978, αποκαλύφθηκε ότι η κατά βάρος περιεκτικότητα σε σιτηρά μέρους των ζωοτροφών ήταν μόνο 63,9 %. Μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης υπάρχει συμφωνία ως προς το ότι αυτό δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της προσφεύγουσας, παρόλο που αυτή δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο πώς προέκυψε η μικρότερη περιεκτικότητα σε σιτηρά.
Ομοίως, δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για περίπτωση ανωτέρας βίας. Αφού το Hauptzollamt διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε εκπληρώσει στην πραγματικότητα την υποχρέωση της, απαίτησε την επιστροφή 1066739,05 γερμανικών μάρκων ( DM ). Υπολόγισε το ποσό αυτό: α) λαμβάνοντας το ποσό της προπληρωμής αυξημένο κατά 20% σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1957/69 και στη συνέχεια β) αφαιρώντας από το ποσό αυτό το ποσό της επιστροφής λόγω εξαγωγής, που πρέπει να χορηγηθεί στην περίπτωση ζωοτροφών με περιεκτικότητα σιτηρών, κατά βάρος, ανώτερη από 50 έως 65 % σύμφωνα με τους κανονισμούς της Επιτροπής 1136/77 και 1441/77.
Η προσφεύγουσα υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως περί αποδόσεως της επιστροφής, η οποία όμως απορρίφθηκε. Στη συνέχεια άσκησε προσφυγή κατά του Hauptzollamt ενώπιον του Finanzgericht. Η προσφυγή έγινε μερικώς δεκτή: το δικαστήριο αποφάσισε ότι το Hauptzollamt είχε το δικαίωμα να απαιτήσει την επιστροφή των επιπλέον καταβληθέντων ποσών, ότι όμως η προσαύξηση του 20 ο/ο προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας.
Κατά της αποφάσεως αυτής, το Hauptzollamt άσκησε έφεση ενώπιον του Bundesfinanzhof το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 177, το ακόλουθο ερώτημα:
« Το έτος 1978, ήταν υποχρεωμένος ένας δικαιούχος επιστροφών, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1957/69, ακόμη και μετά την ελευθέρωση της εγγύησης, να επιστρέψει όλο το προπληρωθέν ποσό της επιστροφής προσαυξημένο κατά 20 %, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ενώ είχε υποχρέωση να εξαγάγει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1957/69, σύνθετες ζωοτροφές με βάση τα σιτηρά με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε σιτηρά ανώτερη του 65 ο/ο, λόγω γεγονότων για τα οποία δεν ευθύνεται, εξήγαγε στην πραγματικότητα σύνθετες ζωοτροφές με βάση τα σιτηρά με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε σιτηρά που κυμαινόταν μόνο από 50 έως 65 %; »
Οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή κατέθεσαν έγγραφες παρατηρήσεις.
Στις παρατηρήσεις της η προσφεύγουσα αρνείται ότι στις δηλώσεις της περί εξαγωγής αναφέρθηκε στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1957/69 ή ότι δήλωσε ότι οι σύνθετες ζωοτροφές έχουν περιεκτικότητα σε σιτηρά ανώτερη του 65 %. Απλώς δήλωσε ότι οι εν λόγω σύνθετες ζωοτροφές πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση επιστροφής και προορίζονται για εξαγωγή, και ότι συνεπώς ανέφερε εμπρόθεσμα τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Η προσφεύγουσα δεν αναφέρει λεπτομερώς ποιες είναι οι εν λόγω λεπτομέρειες. Το παραπέμπον δικαστήριο πρέπει ίσως να εξετάσει περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτό, όμως η προδικαστική διαδικασία πρέπει να στηριχθεί στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν από το Bundesfinanzhof. Αν πραγματικά η Piange δεν ανέλαβε να εξαγάγει σύνθετες ζωοτροφές με κατά βάρος περιεκτικότητα σε σιτηρά μεγαλύτερη του 65 %, τότε αναμφίβολα γεννώνται άλλες σκέψεις από αυτές που αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής.
Επομένως, το κύριο ερώτημα συνίσταται στο αν η προσφεύγουσα πρέπει να επιστρέψει ολόκληρη την προπληρωμή αυξημένη κατά 20 ο/ο, ακόμη και αν α) ελευθερώθηκε η εγγύηση και β) η προσφεύγουσα δεν ευθύνεται για την εξαγωγή σύνθετων ζωοτροφών με περιεκτικότητα σε σιτηρά μικρότερη από τη δηλωθείσα.
Κατά την κρίση του Bundesfinanzhof, η νομική κατάσταση δεν αλλάζει λόγω της ελευθερώσεως της εγγυήσεως. Παρόλο ότι το δικαίωμα να απαιτηθεί η απόδοση της επιστροφής σε παρόμοια περίπτωση δεν προβλέπεται ρητώς στους κανονισμούς, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι αποκλείεται αυτός ο τρόπος ενέργειας. Αν δεν υπήρχε αυτό το δικαίωμα, ο αποδέκτης αυτής της επιστροφής θα μπορούσε να επωφεληθεί από αδικαιολόγητα οφέλη. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στην υπόθεση 124/83, Direktoratet for Markedsordningerne κατά Corman ( απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 3777 ), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι « ο αγοραστής βουτύρου που ανέλαβε την υποχρέωση να τηρήσει τους όρους » των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου « δεν απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του από το γεγονός και μόνο ότι η ασφάλεια μεταποιήσεως ελευθερώθηκε» βάσει των διατάξεων αυτών. Κατά την άποψη μου είναι ορθό το συμπέρασμα του Bundesfinanzhof επί του σημείου αυτού.
Το Bundesfinanzhof εξετάζει στη συνέχεια αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1957/69 μπορούσε εγκύρως να προβλέψει την απαίτηση αποδόσεως μεγαλύτερου ποσού από αυτό της επιστροφής. Κατέληξε — κατά την άποψή μου ορθώς — στο συμπέρασμα ότι αυτό ήταν δυνατό, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 441/69 προβλέπει ότι θα αποδοθεί ένα ποσό « τουλάχιστον ίσο με εκείνο της επιστροφής». Ομοίως, ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι παρόμοια αύξηση μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες περιπτώσεις εκτός αυτών στις οποίες υπήρχαν καταδολιεύσεις παρ' όλη την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 441/69, η οποία κατά την άποψη μου απλώς εξηγεί γιατί ήταν αναγκαία μια ρύθμιση αποδόσεως, χωρίς να περιορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να απαιτηθεί απόδοση.
Πέρα από αυτά τα θέματα, μεταξύ των διαδίκων αμφισβητείται αν κατά την προσαύξηση κατά 20 % (αν υποτεθεί ότι είναι νόμιμη) πρέπει να ληφθεί ως βάση όλη η προπληρωμή ή μόνο η διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και των επιστροφών, που χορηγούνται για τις σύνθετες ζωοτροφές της πράγματι εξαχθείσας ποιότητας. Το Hauptzollamt είναι υπέρ του πρώτου ποσού, η προσφεύγουσα υπέρ του δευτέρου. Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή συμφώνησε με το Hauptzollamt και ανέφερε ότι ο κανονισμός σαφώς προβλέπει ότι πρέπει να αποδοθεί όλη η επιστροφή προσαυξημένη κατά 20 % το γεγονός ότι για το πράγματι εξαχθέν προϊόν έπρεπε να πληρωθεί επιστροφή λόγω εξαγωγής είναι χωρίς σημασία και τυχαίο. Εντούτοις, φαίνεται ότι η Επιτροπή απομακρύνθηκε από την άποψη αυτή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Είναι γεγονός ότι κατά το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1957/69 απαιτείται εγγύηση μόνο για « την απόδοση ενός ποσού ίσου προς αυτό της πληρωμένης επιστροφής, αυξανομένου κατά 20 % », εφόσον οι σχετικές αποδείξεις δεν προσκομίστηκαν. Η παράγραφος αυτή δεν ρυθμίζει ρητώς την αξίωση ασφάλειας σε περίπτωση όπως η προκειμένη. Εν προκειμένω δεν πρόκειται ούτε για περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, ούτε για περίπτωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, κατά το οποίο η σύσταση ασφάλειας μπορεί να απαιτηθεί μόνο για τις ποσότητες εκείνες των εμπορευμάτων, για τις οποίες δεν προσκομίστηκαν οι απαιτούμενες αποδείξεις. Εξάλλου, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού καθιστά σαφές ότι πρέπει να παρεμποδίζεται η είσπραξη πιστώσεων από πρόσωπα που δεν έχουν κανένα σχετικό δικαίωμα. Αν η προσφεύγουσα — και εν προκειμένω αυτό δεν αμφισβητείται — είχε αξίωση για την καταβολή μικρότερου ποσού όσον αφορά τα πράγματι εξαχθέντα εμπορεύματα, εντούτοις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ως προς τη διαφορά αυτή έλαβε πίστωση την οποία δεν εδικαιούτο, ακόμη και αν ολόκληρο το ποσό καταβλήθηκε επί εσφαλμένης βάσεως. Όλοι οι όροι σχετικά με τις συναλλαγές εκπληρώθηκαν εκτός του ότι τα εμπορεύματα υπάγονται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία μάλλον παρά σε μια άλλη η κατάσταση μπορούσε να είναι διαφορετική αν η Piange ζητούσε να αντισταθμίσει αξίωση προερχόμενη από άλλη συναλλαγή. Λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του κανονισμού στο σύνολό του, τον ερμηνεύω υπό την έννοια ότι επιτρέπει μόνο την απόδοση της διαφοράς μεταξύ των δύο ποσών καθώς και μια προσαύξηση 20 % (υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμός αυτός είναι νόμιμος ) επί της εν λόγω διαφοράς. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός ότι ειδικές εξαιρέσεις γίνονται μόνο σε σχέση με τα θέματα που καλύπτονται από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 6 αποκλείει το πόρισμα αυτό.
Αν δεν με είχε οδηγήσει αυτή η ίδια η ερμηνεία του κανονισμού στο πόρισμα αυτό, θα είχα σχηματίσει την άποψη ότι υποχρέωση πληρωμής ολόκληρου του ποσού επιπλέον του 20 ο/ο εφ' όλου του ποσού παραβιάζει την προέχουσα αρχή της αναλογικότητας. Προκειμένου να μην εισπράξουν οι έμποροι πίστωση την οποία δεν δικαιούνται, δεν απαιτείται ούτε δικαιολογείται η υποχρέωση πληρωμής της προσαύξησης επί του τμήματος του ποσού, επί του οποίου οπωσδήποτε είχαν αξίωση στο πλαίσιο μιας και της αυτής συναλλαγής. Η πληρωμή της προσαύξησης αυτής δεν πρέπει να συνιστά χρηματική ποινή ούτε πρόστιμο, ακόμη και αν έχει ως αποτέλεσμα την εξασφάλιση του ότι οι έμποροι τηρούν τον κανονισμό. Συνεπώς, κατά την άποψη μου, αν ο κανονισμός πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η προσαύξηση πρέπει να πληρωθεί εφ' όλου του ποσού, ακόμη και αν ένα τμήμα του οφειλόταν στο πλαίσιο της ίδιας συναλλαγής βάσει ενός ποιοτικά διαφορετικού προϊόντος, η διάταξη είναι ανίσχυρη καθόσον επιβάλλει την πληρωμή της προσαύξησης επί ποσού μεγαλύτερου από τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος ποσού και του ποσού που κανονικά πρέπει να πληρωθεί. Κατά την άποψή μου, και εν προκειμένω το πόρισμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί λόγω του ότι το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, περιέχει περιορισμένες εξαιρέσεις.
Είτε κατά τη μία είτε κατά την άλλη προσέγγιση, η προσφεύγουσα είναι υποχρεωμένη να πληρώσει μόνο τη διαφορά και μια προσαύξηση υπολογιζόμενη επί του ποσού της διαφοράς.
Το προδικαστικό ερώτημα δεν ζητεί ρητώς να δοθεί απάντηση στο αν μια προσαύξηση ύψους 20 % είναι νόμιμη. Κατά την άποψη μου όμως, το ερώτημα αυτό τίθεται σιωπηρώς και οι διάδικοι ασχολήθηκαν διεξοδικά με αυτό. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το 20 ο/ο είναι υπερβολικό ιδίως για έναν έμπορο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου τα επιτόκια ήταν την εποχή εκείνη σημαντικά χαμηλότερα.
Θεωρώ ότι δύο σημεία έχουν σημασία. Πρώτον, το 20% δεν συνιστά ετήσιο ποσοστό, αλλά μια κατ' αποκοπή πληρωμή. Η απόδοση των ποσών μπορεί να απαιτηθεί μόνο όταν λήξουν οι προθεσμίες για τη μεταποίηση υπό καθεστώς τελωνειακού ελέγχου και την προσκόμιση της απόδειξης εξαγωγής. Αν το άρθρο 3, παράγραφος 3, και το άρθρο 6 ληφθούν υπόψη μαζί, το συνολικό χρονικό διάστημα μπορεί να ποικίλει από 9 έως 18 μήνες. Η εξέταση της υπόθεσης και η απαίτηση αποδόσεως συνοδευόμενη από την απόδοση πιθανώς προσέθεσαν μια περαιτέρω χρονική περίοδο, η οποία μπορεί όπως και στην προκειμένη περίπτωση να παραταθεί, καθόσον η ασφάλεια ελευθερώθηκε μεν μεταξύ Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 1977 και η απόδοση απαιτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1978, όμως η απόδοση φαίνεται να έγινε μόλις το 1982, αν πράγματι, και τότε ακόμη, αποδόθηκε ολόκληρο το ποσό.
Δεύτερον, αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι το επιτόκιο για δάνεια ανερχόταν κατά την κρίσιμη εποχή σε μερικά κράτη μέλη, με πληθωρισμό 15 %, γύρω στο 18 % ετησίως. Με βάση το επιτόκιο αυτό, το 20 % ως κατ' αποκοπή ποσό δεν ήταν παράλογο. Επίσης δεν θεωρώ ότι είναι παράλογο ή υπερβολικό να ληφθεί υπόψη ένα σταθερό ποσοστό για την Κοινότητα στο σύνολο της, το οποίο δεν εμπλέκεται με τα μεταβαλλόμενα τρέχοντα επιτόκια ή την κατάσταση στα επί μέρους κράτη μέλη. Το ποσοστό που ισχύει επί του παρόντος ίσως αποτρέψει εκείνους που προσπαθούν να λάβουν αδικαιολόγητη προκαταβολή· κατά την άποψη μου ούτε είναι δυσανάλογη ούτε συνιστά κύρωση η πρόβλεψη της απόδοσης του αντίστοιχου ποσού με προσαύξηση 20 ο/ο για την παράβαση κύριας υποχρέωσης στο πλαίσιο της ρύθμισης.
Επομένως, η άποψη στην οποία κατέληξα διαφέρει από αυτή του Hauptzollamt, το οποίο πρώτα αύξησε το προπληρωθέν ποσό της επιστροφής κατά 20 % (2535994,89 DM και 507198,98 DM ) και μετά αφαίρεσε το ποσό της επιστροφής που έπρεπε να χορηγηθεί ( 1976454,82 DM ), με αποτέλεσμα η απαίτηση αποδόσεως να ανέρχεται στο ύψος των 1066739,05 DM. Η σωστή προσέγγιση είναι να αφαιρεθεί το ποσό της επιστροφής που πρέπει να χορηγηθεί από αυτό που προπληρώθηκε ( υπόλοιπο 559540,07 DM ) και να προστεθεί ένα 20 0/0, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο συνολικό ποσό να ανέρχεται σε 671448,08 DM.
Επομένως, κατά την άποψη μου στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση: Εφόσον ένας έμπορος έχει την υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1957/69 να εξαγάγει σύνθετες ζωοτροφές με βάση τα σιτηρά που υπάγονται στη δασμολογική διάκριση 23.07 Β Ι, με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε σιτηρά ανώτερη του 65 ο/ο, λόγω γεγονότων για τα οποία δεν ευθύνεται, εξήγαγε στην πραγματικότητα σύνθετες ζωοτροφές με βάση τα σιτηρά με περιεκτικότητα, κατά βάρος, σε σιτηρά, που κυμαινόταν από 50 και άνω έως 65 ο/ο, τότε υποχρεούται ( ακόμη και αν η εγγύηση για την εν λόγω εξαγωγή ελευθερώθηκε ), σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 5, του εν λόγω κανονισμού, να αποδώσει μόνο τη διαφορά μεταξύ του πράγματι προπληρωθέντος ποσού της επιστροφής και του ποσού της επιστροφής που έπρεπε να χορηγηθεί για τα εμπορεύματα που πράγματι έχουν εξαχθεί στο πλαίσιο της ίδιας συναλλαγής, προσαυξανομένης της εν λόγω διαφοράς κατά 20 ο/ο.
Τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής δεν αποδίδονται. Στο παραπέμπον δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των διαδίκων της κύριας δίκης.
( *1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy