Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν πέντε υποθέσεις οι οποίες θέτουν, υπό τη μία ή την άλλη μορφή, το ζήτημα του ασυμβιβάστου με το κοινοτικό δίκαιο της επιβολής διδάκτρων σε φοιτητές κράτους μέλους που προσέρχονται σε άλλο κράτος μέλος για την παρακολούθηση μαθημάτων καθώς και το ζήτημα του δικαιώματος των φοιτητών να ζητήσουν απόδοση αυτών των διδάκτρων και τη χορήγηση υποτροφιών . 'Εκρινα τελικώς ορθότερο να αναβάλω την ανάπτυξη των προτάσεών μου μέχρι να διατυπώσουν οι διάδικοι τα επιχειρήματά τους και στις πέντε υποθέσεις . Τρεις από τις υποθέσεις αυτές, η παρούσα καθώς και οι υποθέσεις 309/85, Barra κατά Βελγικού δημοσίου και Δήμου Λιέγης, και 24/86, Blaizot κατά Πανεπιστημίου Λιέγης και λοιπών, αφορούν διατάξεις του βελγικού δικαίου .
Οι υποθέσεις αυτές ανέκυψαν ως εξής : πριν από το ακαδημαϊκό έτος 1976/77 τα βελγικά πανεπιστήμια δεν είχαν δικαίωμα να επιβάλλουν στους φοιτητές άλλα τέλη εκτός από ένα μικρό τέλος εγγραφής, η δε στοιχειώδης και μέση εκπαίδευση, στα ιδρύματα τόσο του δημοσίου όσο και στα επιδοτούμενα, παρεχόταν δωρεάν . Από το έτος αυτό και μετά επετράπη η είσπραξη προσθέτου τέλους εγγραφής από αλλοδαπούς φοιτητές και μαθητές οι γονείς των οποίων δεν κατοικούν στο Βέλγιο και οι οποίοι φοιτούν σε ορισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτός από τα πανεπιστήμια . Οι διατάξεις αυτές, οι σχετικές με τα ιδρύματα εκτός των πανεπιστημίων προέβλεπαν την επιβολή τελών εγγραφής για τα ιδρύματα καλλιτεχνικής εκπαιδεύσεως ( εκτός από την περίπτωση απαλλαγμένων φοιτητών ). Μια γαλλίδα φοιτήτρια, η Francoise Gravier, προσέφυγε κατά της επιβολής των τελών αυτών για τα έτη 1982/83 και επόμενα . Στην απόφασή του επί της υποθέσεως 293/83 ( Gravier κατά Δήμου Λιέγης, Συλλογή 1985, σ . 593 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι :
"1 ) Η επιβολή τελών, δικαιώματος εγγραφής ή διδάκτρων ως προϋπόθεσης για την πρόσβαση σε κύκλους μαθημάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης στους σπουδαστές υπηκόους άλλων κρατών μελών συνιστά διάκριση λόγω ιθαγενείας που απογορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης εφόσον η ίδια επιβάρυνση δεν επιβάλλεται και στους ημεδαπούς σπουδαστές .
2 ) Στην επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνεται εννοιολογικώς η διδασκαλία της τέχνης των εικονογραφημένων κειμένων που παρέχεται από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα καλών τεχνών εφόσον η διδασκαλία αυτή προετοιμάζει το σπουδαστή για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή του παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης ."
Η κατάσταση για τα πανεπιστήμια ήταν διαφορετική . Το άρθρο 27, παράγραφος 3, του νόμου του 1971, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 του νόμου της 5ης Ιανουαρίου 1976 ( Moniteur belge της 6.1.1976 ), προέβλεπε ότι οι φοιτητές που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της επιδοτήσεως της κεντρικής κυβερνήσεως προς τα πανεπιστήμια είναι οι φοιτητές που έχουν βελγική και λουξεμβουργιανή ιθαγένεια, οι φοιτητές που δεν έχουν τη βελγική ιθαγένεια των οποίων οι γονείς ή ο κηδεμόνας κατοικούν ή διαμένουν στο Βέλγιο όπου ασκούν την κύρια επαγγελματική τους δραστηριότητα, οι φοιτητές που κατοικούν στο Βέλγιο οι γονείς ή ο κηδεμόνας των οποίων εργάζονται ή έχουν εργαστεί στο Βέλγιο και είναι υπήκοοι της Κοινότητας, καθώς και άλλοι αλλοδαποί φοιτητές, εκτός από τους υπηκόους ορισμένων αναπτυσσομένων χωρών και τους αναφερόμενους στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου φοιτητές, υπό την προϋπόθεση ότι ο αριθμός τους δεν υπερβαίνει το 2 % του συνολικού αριθμού των βέλγων φοιτητών που ελήφθησαν υπόψη κατά το προηγούμενο ακαδημαϊκό έτος .
Η παράγραφος 4, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι οι αλλοδαποί φοιτητές, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 3, συμβάλλουν στην κάλυψη των εξόδων λειτουργίας των πανεπιστημίων και δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του αριθμού ορισμένων μελών του πανεπιστημιακού προσωπικού παρά μόνο αν έχουν καταβάλει πρόσθετο τέλος εγγραφής ίσο με το 50 % τουλάχιστον του κόστους που καθορίζεται βάσει των σχετικών διατάξεων . Κατά συνέπεια, σε περίπτωση μη καταβολής των τελών αυτών δεν θα χορηγούνταν στα πανεπιστήμια οι απαραίτητοι πόροι για την καταβολή των μισθών του προσωπικού αυτής της κατηγορίας . Με βασιλικό διάταγμα της 30ής Δεκεμβρίου 1982 επετράπη στα πανεπιστήμια να εισπράττουν από τους αλλοδαπούς φοιτητές, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στο άρθρο 27, παράγραφος 3, του νόμου του 1971, όπως τροποποιήθηκε, πρόσθετο τέλος εγγραφής το οποίο δεν θα υπερβαίνει το 50 % του κόστους που καθορίζεται βάσει των σχετικών διατάξεων .
Στις 21 Ιουνίου 1985 εκδόθηκε στο Βέλγιο νόμος περί εκπαιδεύσεως, οι λεπτομέρειες εφαρμογής του οποίου καθορίστηκαν με υπουργικές εγκυκλίους της 20ής Αυγούστου 1985 και με βασιλικό διάταγμα της 30ής Αυγούστου 1985 .
Η πρώτη πλευρά του νόμου αυτού του 1985 που αφορά την παρούσα υπόθεση αναφέρεται μόνο στους πανεπιστημιακούς φοιτητές . Το άρθρο 16, παράγραφος 1, προσέθεσε στον κατάλογο των φοιτητών που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της επιδοτήσεως της κεντρικής κυβερνήσεως προς τα πανεπιστήμια, τους υπηκόους της ΕΟΚ που είναι κανονικώς εγκατεστημένοι στο Βέλγιο, όπου ασκούν ή έχουν ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα και τους συζύγους τους . Η διάταξη αυτή αποσκοπούσε στην εφαρμογή της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 152/82 ( Forcheri κατά Βελγικού δημοσίου, Συλλογή 1983, σ . 2323 ), η οποία έκρινε παράνομη την καταβολή τέλους εγγραφής από τη σύζυγο υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που διαμένει στο Βέλγιο, εφόσον δεν επιβάλλονται παρόμοια τέλη στους βέλγους φοιτητές . Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 69 του νόμου, θεωρείται ότι τέθηκε σε ισχύ από 1ης Οκτωβρίου 1983, δηλαδή λίγο μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως Forcheri . Δεν περιέλαβε, ωστόσο, άλλους υπηκόους της ΕΟΚ που σπουδάζουν στα πανεπιστήμια . Αντιθέτως, το άρθρο 16, παράγραφος 2, παρέσχε στους πρυτάνεις των πανεπιστημίων το δικαίωμα να αρνούνται την εγγραφή φοιτητών, για το αρχόμενο κατά το 1985 ακαδημαϊκό έτος, οι οποίοι δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της επιδοτήσεως της κεντρικής κυβερνήσεως . Προέβλεπε δυνατότητα προσφυγής κατά της αρνήσεως εγγραφής, αλλά μόνο για τις αρνήσεις εγγραφής σε κρατικά πανεπιστήμια και όχι σε ελεύθερα πανεπιστήμια .
Η δεύτερη πλευρά καλύπτει άλλες μορφές εκπαιδεύσεως στο Βέλγιο, όπως η προσχολική, η στοιχειώδης, η δευτεροβάθμια, η ειδική μη πανεπιστημιακή ανώτερη εκπαίδευση . Το άρθρο 59, παράγραφος 1, του νόμου του 1985 προβλέπει ότι αλλοδαποί φοιτητές των κατηγοριών αυτών, οι γονείς ή κηδεμόνες των οποίων δεν έχουν τη βελγική ιθαγένεια και δεν διαμένουν στο Βέλγιο οφείλουν να καταβάλλουν τέλος εγγραφής . Το άρθρο 59, παράγραφος 2, απαλλάσσει από το πεδίο εφαρμογής της πρώτης παραγράφου εκείνους τους σπουδαστές στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου ή τους έχει επιτραπεί η εγκατάσταση στο Βέλγιο σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 10 του νόμου της 15ης Δεκεμβρίου 1980 ( στο εξής : νόμος του 1980 ), όπως τροποποιήθηκε ιδίως με το νόμο της 28ης Ιουνίου 1984 ( στο εξής : νόμος του 1984 ).
Ο νόμος του 1980 ρυθμίζει την είσοδο, διαμονή, εγκατάσταση και απέλαση των αλλοδαπών . Το άρθρο 10 προβλέπει ότι επιτρέπεται "στους αλλοδαπούς το δικαίωμα διαμονής των οποίων αναγνωρίζεται από διεθνή συνθήκη, νόμο ή βασιλικό διάταγμα" να διαμένουν στο Βέλγιο για διάστημα μεγαλύτερο του τριμήνου . Δυνάμει των άρθρων 58 και 59 του νόμου του 1980 όσοι ζητούν τη χορήγηση της αδείας αυτής για την πραγματοποίηση σπουδών οφείλουν να καταθέσουν, εκτός από τα άλλα πιστοποιητικά, πιστοποιητικό εγγραφής σε βελγικό εκπαιδευτικό ίδρυμα και να αποδείξουν ότι διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους διαβιώσεως .
Σύμφωνα με το άρθρο 71 του νόμου του 1985, το άρθρο 59, παράγραφος 1, τέθηκε σε ισχύ αναδρομικώς από 1ης Σεπτεμβρίου 1976 και το άρθρο 59, παράγραφος 2, από 1ης Ιανουαρίου 1985 .
Εξάλλου, το άρθρο 63 του νόμου του 1985 προβλέπει ότι τέλη εγγραφής που καταβλήθηκαν κατά το διάστημα από 1ης Σεπτεμβρίου 1976 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1984 δεν επιστρέφονται, εν πάση περιπτώσει, υπό την επιφύλαξη όμως μιας σημαντικής διατάξεως : τα τέλη "που επιβλήθηκαν σε μαθητές και φοιτητές, υπηκόους κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, που παρακολούθησαν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, αποδίδονται κατόπιν δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επί αγωγών που ασκήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων πριν από τις 13 Φεβρουαρίου 1985", δηλαδή πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gravier .
Μετά από έγγραφο που απηύθηνε στη βελγική κυβέρνηση στις 17 Ιουλίου 1985 και την έκδοση, ελλείψει συγκεκριμένης απαντήσεως, αιτιολογημένης γνώμης, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, στην οποία επίσης δεν δόθηκε απάντηση, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, στις 2 Οκτωβρίου 1985, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το Βέλγιο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 7 της Συνθήκης λόγω ορισμένων διατάξεων που έχει θεσπίσει .
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις αυτές αντιβαίνουν προς τα άρθρα 5 και 7 της Συνθήκης για πέντε λόγους . Ο πρώτος είναι ότι οι υπήκοοι της ΕΟΚ ( εκτός από τους υπηκόους του Λουξεμβούργου ) οι οποίοι προσέρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να σπουδάσουν στα βελγικά πανεπιστήμια ( στο εξής : κοινοτικοί φοιτητές ) μπορούν να απαλλαγούν από τα τέλη εγγραφής, αλλά δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που προστέθηκαν στο άρθρο 27, παράγραφος 3, του νόμου 1970 με το άρθρο 16 του νόμου του 1985 . Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το δικαίωμα που παρασχέθηκε στους πρυτάνεις να αρνούνται την εγγραφή κοινοτικών φοιτητών οι οποίοι δεν λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της επιδοτήσεως του δημοσίου συνιστά παράνομο περιορισμό της δυνατότητας προσβάσεως στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση . Ο τρίτος λόγος είναι ότι, καίτοι το άρθρο 59 του νόμου του 1985 αποβλέπει στην απαλλαγή από το δικαίωμα εγγραφής των υπηκόων της Κοινότητας που προσέρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να παρακολουθήσουν μαθήματα ανωτέρας μη πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, είναι αδύνατο να επωφεληθούν, στην πράξη, από την εν λόγω απαλλαγή, καθόσον η άδεια παραμονής που αναφέρεται στο άρθρο 59, παράγραφος 2, χορηγείται μόνον εφόσον ο φοιτητής καταθέσει πιστοποιητικό εγγραφής, το οποίο με τη σειρά του δεν χορηγείται παρά μόνο μετά την καταβολή των τελών εγγραφής . Ο τέταρτος λόγος είναι ότι η υποχρέωση των φοιτητών να αποδείξουν ότι διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους διαβιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 2, αντιβαίνει, επίσης, προς τα εν λόγω άρθρα της Συνθήκης . Ο πέμπτος και τελευταίος λόγος είναι ότι το Βέλγιο παρέβη τα άρθρα 5 και 7 καθόσον περιόρισε το δικαίωμα αναζητήσεως των τελών εγγραφής, περιορισμός που προκύπτει από το συνδυασμό του άρθρου 63, που προβλέπει ότι οι υπήκοοι της Κοινότητας πρέπει να έχουν ασκήσει τις σχετικές αγωγές πριν από τις 13 Φεβρουαρίου 1985 και των άρθρων 69 και 71, που προβλέπουν ότι οι απαλλαγές που χορηγούνται στους εργαζομένους της Κοινότητας και τους συζύγους τους, αφενός, και στους κοινοτικούς φοιτητές που προσέρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να παρακολουθήσουν κύκλο μαθημάτων προσδιοριζόμενο στο άρθρο 59, αφετέρου, τίθενται σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 1983 και την 1η Ιανουαρίου 1985 αντιστοίχως .
Παράλληλα με την κύρια προσφυγή της η Επιτροπή ζήτησε τη λήψη προσωρινών μέτρων, αίτημα που περιορίστηκε τελικώς στην πρόσβαση προς την επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχουν τα βελγικά πανεπιστήμια . Κρίνοντας ότι δεν μπορεί να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ η επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχουν τα πανεπιστήμια και ότι οι φοιτητές θα υφίσταντο ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν μπορούσαν να εγγραφούν επειδή δεν κατέβαλαν το τέλος εγγραφής, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου με Διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1985 ζήτησε από το Βέλγιο να εγγυηθεί την πρόσβαση των κοινοτικών φοιτητών στην επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχουν τα βελγικά πανεπιστήμια υπό τους ιδίους όρους που ισχύουν για τους βέλγους φοιτητές, εφόσον αναλάβουν την υποχρέωση να καταβάλουν τα τέλη εγγραφής στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, αποφαινόμενο επί της ουσίας, απορρίψει τα επιχειρήματα της Επιτροπής τα σχετικά με τα εν λόγω τέλη .
'Οπως διευκρινίστηκε κατά την προφορική διαδικασία, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά το μικρό τέλος εγγραφής που καταβάλλουν όλοι οι φοιτητές, αλλά μόνο τα πρόσθετα τέλη που επιβάλλονται στους αλλοδαπούς φοιτητές . 'Οπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο τα τέλη αυτά καλούνται γενικώς "δίδακτρα αλλοδαπών φοιτητών ". Στο εξής θα αναφέρομαι απλώς στα "δίδακτρα ".
Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη, καθόσον δεν τηρήθηκαν οι αναγκαίες δικονομικές εγγυήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κινήθηκε βάσει του άρθρου 169 .
Το Βέλγιο ισχυρίζεται ότι είναι απαράδεκτο το γεγονός ότι η Επιτροπή του έταξε προθεσμία οκτώ ημερών για να απαντήσει στο έγγραφο της 17ης Ιουλίου 1985, ότι δεν απάντησε στο τηλετύπημα του Βελγίου, της 2ας Αυγούστου 1985, με το οποίο ζητούσε παράταση της προθεσμίας, καθώς και το ότι εξέδωσε, χωρίς νέα διαβούλευση, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία ζητούσε άρση των εν λόγω μέτρων εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών . Ισχυρίζεται ότι η συντομία των προθεσμιών αυτών καθίσταται ακόμη περισσότερο αδικαιολόγητη αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα δίδακτρα υπήρχαν ήδη από πολλών ετών, ότι ζητήθηκε πλήρης αναμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής του Βελγίου και ότι η απόφαση Gravier απετέλεσε μία εντελώς νέα εξέλιξη του κοινοτικού δικαίου, καθόσον αναγνώρισε δικαιώματα σε πρόσωπα που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ασκούντα οικονομική δραστηριότητα .
Το Βέλγιο προσθέτει ότι η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει με δύο έγγραφά της της 19ης Απριλίου και της 28ης Νοεμβρίου 1984, ότι το βελγικό σύστημα ήταν απολύτως σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο . Καίτοι μπορεί να γίνει επίκληση των εν λόγω εγγράφων, νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό τους αποδίδει σημασία μεγαλύτερη από εκείνη που έχουν . Το πρώτο αναφερόταν μόνο στους εργαζόμενους και η Επιτροπή είχε διατυπώσει σ' αυτό επιφυλάξεις ως προς το γεγονός ότι οι τροποποιήσεις των υπουργικών εγκυκλίων δεν κάλυπταν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση γενικώς το δεύτερο έγγραφο διατύπωνε επιφυλάξεις ως προς το γεγονός ότι οι εν λόγω κανόνες δεν εφαρμόζονταν, προφανώς, στα μέλη της οικογένειας των υπαλλήλων της Κοινότητας και υπογράμμιζε εκείνους από τους απαιτούμενους τύπους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο .
Το Βέλγιο αναφέρεται στις επικρίσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο κατά του τρόπου με τον οποίο ενήργησε η Επιτροπή στην υπόθεση 74/82 ( Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, ΕCR 1984, σ . 317 ), στην οποία είχε παραχωρηθεί πολύ περιορισμένη προθεσμία, ενώ δεν συνέτρεχε πράγματι επείγουσα περίπτωση, καθόσον επρόκειτο να τροποποιηθούν εντός πέντε ημερών νόμοι που ίσχυαν επί σαράντα χρόνια . Το Δικαστήριο έκρινε την προσφυγή παραδεκτή διότι η Ιρλανδία είχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει την κατάσταση και να κοινοποιήσει την απάντησή της πριν κινηθεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου . Το Βέλγιο υποστηρίζει ότι δεν είχε τη δυνατότητα αυτή στην παρούσα υπόθεση .
Αναμφισβήτητα τα επιχειρήματα αυτά είναι ισχυρά . Είναι ουσιώδες το να διαθέτουν τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να απαντούν στις επικρίσεις, τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της διαδικασίας του άρθρου 169 .
Το Δικαστήριο ρητώς ζήτησε από την Επιτροπή να εξηγήσει γραπτώς τους λόγους για τους οποίους έταξε τόσο περιορισμένες προθεσμίες και να διευκρινίσει τα στοιχεία που περιείχε το δικόγραφό της .
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των εξηγήσεων που δόθηκαν και των περιστατικών που προβλήθηκαν νομίζω ότι δεν πρέπει να απορριφθεί η παρούσα προσφυγή ως απαράδεκτη . Η Επιτροπή δεν επέμεινε με αυστηρότητα στην τήρηση των προθεσμιών και θεωρώ βέβαιο ότι αν η βελγική κυβέρνηση είχε παράσχει εξηγήσεις πριν η Επιτροπή εκδώσει την αιτιολογημένη γνώμη, ή ασκήσει την προσφυγή της, θα είχαν ληφθεί υπόψη . Εφόσον δεν δόθηκαν εξηγήσεις, το Βέλγιο και η Επιτροπή φάνηκε ότι οδηγούνται σε σύγκρουση και κανένα στοιχείο δεν επέτρεπε να θεωρηθεί ότι ήταν δυνατός ένας συμβιβασμός . Η Επιτροπή στην παρούσα περίπτωση δεν επιζητούσε την κατάργηση μιας παλαιάς νομοθεσίας αλλά την άρση των μέτρων που ελήφθησαν κατ' εφαρμογή της αποφάσεως Gravier, μέτρα που εκ πρώτης όψεως συνιστούσαν κατά την άποψη της Επιτροπής σκόπιμη άρνηση εφαρμογής της εν λόγω αποφάσεως . Εξάλλου, οι υπουργικές εγκύκλιοι της 20ής Αυγούστου 1985 και το βασιλικό διάταγμα της 30ής Αυγούστου 1985 εκδόθηκαν μετά από το έγγραφο της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου, το δε βασιλικό διάταγμα μετά την έκδοση της αιτιολογημένης γνώμης .
Εξάλλου, κατά τη συζήτηση του νόμου του 1985 διατυπώθηκαν απόψεις κατά τις οποίες το περιεχόμενό του ήταν αντίθετο προς τους κοινοτικούς κανόνες, το δε Συμβούλιο Επικρατείας επέκρινε τον αναδρομικό χαρακτήρα του μέτρου αυτού, ενόψει της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Gravier . Κατά τη διάρκεια συναντήσεων που πραγματοποιήθηκαν στις 25 Ιουνίου 1985 μεταξύ της Επιτροπής και των εκπροσώπων του Βελγίου, η Επιτροπή ανέφερε ότι η επαγγελματική εκπαίδευση μπορούσε, κατά τη γνώμη της, να περιλάβει την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και διατύπωσε ορισμένες παρατηρήσεις κατά του νόμου του 1985 κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Παιδείας του Συμβουλίου, που πραγματοποιήθηκε στις 27 και 28 Ιουνίου 1985, στην οποία έλαβαν μέρος εκπρόσωποι του Βελγίου, συζητήθηκε η υπόθεση Gravier . Καίτοι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής δήλωσε ότι η τελευταία δεν είχε ακόμη καταλήξει σε τελικές απόψεις ως προς τις συνέπειες της αποφάσεως Gravier, το Βέλγιο όφειλε να γνωρίζει, από την προηγούμενη συνεδρίαση, ότι κατά την Επιτροπή η επαγγελματική εκπαίδευση μπορούσε να περιλαμβάνει και την πανεπιστημιακή διδασκαλία .
Δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι η βελγική κυβέρνηση κατελήφθη εξ απροόπτου από το έγγραφο οχλήσεως ή την αιτιολογημένη γνώμη . Εξάλλου, συνέτρεχε χαρακτήρας επείγοντος διότι πλησίαζε η έναρξη του ακαδημαϊκού έτους και, όπως αποδείχτηκε από τα πράγματα, ήταν δικαιολογημένη η ταχεία ενέργεια για την αίτηση προσωρινών μέτρων .
Καίτοι είναι ουσιώδες το να παρέχει η Επιτροπή επαρκή χρόνο για την αποκατάσταση των πραγμάτων ή τη διατύπωση απαντήσεων, τα χρονικά αυτά όρια πρέπει να κρίνονται κατά περίπτωση . Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή .
Τα προβλήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση ενέχουν, προφανώς, μεγάλη σημασία για το Βέλγιο, το οποίο θεωρεί ότι επιδεικνύει φιλελεύθερη στάση ως προς την αποδοχή φοιτητών και την επιβολή διδάκτρων κατ' αντίθεση προς άλλα πανεπιστημιακά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων χορηγούνται σημαντικές υποτροφίες αλλά ο αριθμός των φοιτητών είναι πολύ περιορισμένος . Η παρούσα υπόθεση είναι επίσης σημαντική για την Επιτροπή, καθότι, όπως θα έλεγε ο Disraeli, "από την εκπαίδευση των λαών της Κοινότητας εξαρτάται το μέλλον της Κοινότητας αυτής ".
Σε ό,τι αφορά την ουσία, τα προβλήματα που μας απασχολούν τίθενται κατά τρόπο περισσότερο συγκεκριμένο στις υποθέσεις Barra και Blaizot και κατά την ανάπτυξη που θα ακολουθήσει θα έχω υπόψη μου τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις αυτές καθόσον σχετίζονται με τα προβλήματα που θέτει η παρούσα υπόθεση .
Ο πρώτος ισχυρισμός αναφέρεται στο γεγονός ότι οι φοιτητές που προσέρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να παρακολουθήσουν μαθήματα στα πανεπιστήμια δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής διδάκτρων, βάσει του άρθρου 16, παράγραφος 1, του νόμου του 1985, όπως απαλλάσσονται οι φοιτητές "τύπου Forcheri ". Το πρόβλημα περιορίζεται, συνεπώς, στα πανεπιστήμια και δεν αφορά τους φοιτητές εκείνους που μπορούν να επικαλεστούν αυτοτελή δικαιώματα ως "εργαζόμενοι", πρόβλημα που τίθεται στις δύο άλλες υποθέσεις από τις πέντε που προαναφέρθηκαν, δηλαδή στις υποθέσεις 39/86, Lair κατά Πανεπιστημίου του Αννόβερου, και 197/86, Brown κατά Secretary of State for Scotland . Καίτοι ο πρώτος ισχυρισμός είναι διατυπωμένος κατά τρόπο αόριστο, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι στις υποθέσεις αυτές δεν επιθυμούσε να προχωρήσει πέραν του ζητήματος της "επαγγελματικής εκπαιδεύσεως" δεν ισχυρίζεται ότι η Συνθήκη απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας για όλες τις μορφές εκπαιδεύσεως - ιδίως για τη λεγόμενη "γενική παιδεία ". Καίτοι στην υπόθεση Gravier ανέπτυξε επιχειρήματα υπέρ της επεκτάσεως του κανόνα αυτού αναφερόμενη σε παλαιότερα έγγραφα του Συμβουλίου και της Επιτροπής και μολονότι το Δικαστήριο στην υπόθεση Gravier έκρινε ότι "η πρόσβαση και η συμμετοχή σε κύκλους εκπαιδεύσεως και μαθητείας, ιδίως όταν πρόκειται για επαγγελματική εκπαίδευση, δεν είναι ξένες προς το κοινοτικό δίκαιο", και μολονότι η τύπου Forcheri απαλλαγή που προβλέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεν περιορίζεται μόνο στην επαγγελματική εκπαίδευση, θεωρώ επιβεβλημένη την εξέταση της προσφυγής και από αυτή την άποψη, καίτοι θεωρώ ευκταίο να διασφαλιστεί εγκαίρως από το κοινοτικό δίκαιο η πρόσβαση προς κάθε μορφή εκπαιδεύσεως .
Το πρόβλημα λοιπόν είναι να εξεταστεί αν, και σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποιες περιπτώσεις, παρέχεται επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 128 της Συνθήκης όπως αυτό ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Gravier, στα πανεπιστήμια, ώστε η αναμφισβήτητη διάκριση λόγω ιθαγένειας που συνιστούν οι περιορισμοί προσβάσεως των κοινοτικών φοιτητών ( εκτός από τους υπηκόους του Λουξεμβούργου και τις άλλες ομάδες που ρητώς απαλλάσσονται ) να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 7 της Συνθήκης .
Τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν αφορούσαν κυρίως την ανάλυση της φύσεως της πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως .
Η Επιτροπή και το Βέλγιο ( την άποψη του οποίου υποστηρίζουν τα τέσσερα πανεπιστήμια που αφορούσε η υπόθεση Blaizot ) υποστηρίζουν, με τα κύρια επιχειρήματά τους, εντελώς διαφορετικές απόψεις . Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχει πάντοτε χαρακτήρα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ενώ το Βέλγιο υποστηρίζει ότι αυτό ουδέποτε συμβαίνει . Θα ήταν, ωστόσο, ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της υποστηρίζει ότι "στο σύνολο σχεδόν των περιπτώσεων", οι φοιτητές πραγματοποιούν πανεπιστημιακές σπουδές προκειμένου να αποκτήσουν τις γνώσεις και ικανότητες που απαιτούνται για την άσκηση ενός ορισμένου επαγγέλματος, ενώ οι εκπρόσωποι του Βελγίου υποστήριξαν ότι "κατά κανόνα, εκτός από σπάνιες εξαιρέσεις που εναπόκειται ίσως στο Δικαστήριο να προσδιορίσει, οι πανεπιστημιακές σπουδές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ".
Νομίζω ότι, καταρχάς, πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 128 της Συνθήκης και η απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Gravier . Το άρθρο 128 αναφέρεραι σε μια πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως "ικανής να συμβάλει στην αρμονική ανάπτυξη τόσο των εθνικών οικονομιών όσο και της κοινής αγοράς ". Στην απόφαση τονίζεται ότι "ναι μεν η εκπαίδευση και η περί παιδείας πολιτική δεν ανήκουν άνευ εταίρου στους τομείς που η Συνθήκη ανέθεσε στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων" ( διαπίστωση που στηρίζεται στην απόφαση επί της υποθέσεως 9/74, Casagrande κατά Landeshauptstadt Moenchen, ΕCR 1974, σ . 773, ιδίως σ . 779 ), "πλην όμως η πρόσβαση και η συμμετοχή σε κύκλους εκπαιδεύσεως και μαθητείας, ιδίως όταν πρόκειται για επαγγελματική εκπαίδευση δεν είναι ξένες προς το κοινοτικό δίκαιο" ( σκέψη 19 ). Αφού αναφέρει τα κοινοτικά μέτρα που ελήφθησαν δυνάμει του άρθρου 128 το Δικαστήριο καταλήγει "ότι κάθε μορφή εκπαίδευσης που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης περιλαμβάνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών, ακόμη και αν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως" ( σκέψη 30 ).
Τόσο το άρθρο 128 όσο και οι σκέψεις που αναφέρθηκαν εφιστούν, κατά τη γνώμη μου, την προσοχή κυρίως στη φύση των μαθημάτων παρά στο είδος του ιδρύματος που τα παρέχει . Δεν πιστεύω ότι το άρθρο και η απόφαση που προαναφέρθηκαν προϋποθέτουν ότι το πανεπιστήμιο αποτελεί ειδικό ίδρυμα που πρέπει οπωσδήποτε να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της αρχής που διατυπώθηκε στην απόφαση Gravier . Για τους σπουδαστές του Μεσαίωνα το πανεπιστήμιο μπορεί να αποτελούσε ένα ίδρυμα sui generis . Περί το τέλος όμως του εικοστού αιώνα αυτό πλέον δεν συμβαίνει, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση κατ' αντίθεση προς την έρευνα, τουλάχιστον από τότε που άλλα ιδρύματα, όπως οι επαγγελματικές σχολές τεχνικής εκπαιδεύσεως ( polytechnics ) του Ηνωμένου Βασιλείου παρέχουν σήμερα σε ορισμένους τομείς μαθήματα επιπέδου ισότιμου με τα πανεπιστήμια . Θα ήταν πράγματι απαράδεκτο δίπλωμα αρχιτεκτονικής που χορηγήθηκε από πανεπιστήμιο ή από ειδικευμένη σχολή να παρέχουν, και στις δύο περιπτώσεις, δικαίωμα ασκήσεως του επαγγέλματος, να θεωρείται όμως επαγγελματική εκπαίδευση μόνο στη μία περίπτωση και όχι στην άλλη . Εξάλλου, είναι δυνατόν μαθήματα τα οποία σε ορισμένα κράτη μέλη παρέχονται μόνο στο πλαίσιο πανεπιστημιακών προγραμμάτων, να παρέχονται, σε άλλα κράτη μέλη, από διαφορετικά ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία δεν εμπίπτουν στην υπό στενή έννοια κατηγορία των πανεπιστημίων . Θεωρώ, λοιπόν, απαράδεκτο να γίνονται διακρίσεις μεταξύ ιδρυμάτων αντί να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο των σπουδών .
Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και η απόφαση Gravier, σύμφωνα με την οποία υπάγεται στην επαγγελματική εκπαίδευση "κάθε μορφή εκπαιδεύσεως" που αποσκοπεί στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, "ανεξαρτήτως της ηλικίας και του επιπέδου καταρτίσεως των μαθητών ή των σπουδαστών", ακόμη και αν η εκπαίδευση αυτή περιλαμβάνει "τμήμα γενικής εκπαιδεύσεως ".
Η άποψη αυτή βρίσκει εξάλλου στήριγμα, κατά τη γνώμη μου, στην εξέλιξη που σημειώθηκε στο θέμα της αναγνωρίσεως εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων της σημασίας της ανωτέρας εκπαιδεύσεως και της κινητικότητας των φοιτητών αυτού του επιπέδου . Ορθώς τονίζει το Βέλγιο ότι, στην αρχή, είχε δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην εκπαίδευση χειρωνάκτων εργαζομένων και μεσαίων στελεχών, ήδη όμως από την εποχή της αποφάσεως 63/266/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1963, περί καθορισμού των γενικών αρχών για την εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ( OJ English Special Edition 1963-1964, σ . 25 ) αναγνωρίζεται η ανάγκη "αποκτήσεως των γνώσεων και των τεχνικών ικανοτήτων που απαιτούνται για την άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας και την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού επιπέδου εκπαιδεύσεως ( δεύτερη αρχή ), τα δε δημοσιεύματα του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την ανάπτυξη της επαγγελματικής κατάρτισης, που ιδρύθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 337/75 του Συμβουλίου ( ΟJ 1875, L 39, σ . 1 ), δεν αποκλείουν εξ ορισμού την πανεπιστημιακή εκπαίδευση . Οι προτάσεις που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα Comett 1986-1992 ( EE 1985, C 234, σ . 3 ) και στο πρόγραμμα Erasmus ( πρόταση της Επιτροπής, ΕΕ 1986, C 73, σ . 4 ), όπως εφαρμόστηκε με την απόφαση 87/327/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( ΕΕ 1987, L 166, σ . 20 ), που και τα δύο στηρίζονται στο άρθρο 128 της Συνθήκης, προχωρούν πολύ πιο πέρα και ενδιαφέρουν άμεσα την πανεπιστημιακή εκπαίδευση .
Μπορούν, επίσης, να αναφερθούν σχετικώς οι δηλώσεις των βέλγων υπουργών κατά τη συζήτηση του νόμου του 1985, οι οποίοι παραδέχτηκαν ότι η επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνει και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση .
Αντιθέτως, δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα της Επιτροπής σύμφωνα με το οποίο όλα τα πανεπιστημιακά μαθήματα αποτελούν επαγγελματική εκπαίδευση . Το γεγονός και μόνο ότι οι εργοδότες, στον τομέα της βιομηχανίας και της δημόσιας διοίκησης, αναζητούν πτυχιούχους δεν σημαίνει ότι κάθε κύκλος εκπαιδεύσεως που οδηγεί στην απόκτηση πτυχίου είναι οπωσδήποτε επαγγελματικής φύσεως, καθόσον μάλιστα εκείνο που συνήθως ζητείται είναι το πτυχίο και όχι πτυχίο σε συγκεκριμένο κλάδο . Μπορεί να ζητείται το πτυχίο απλώς ως απόδειξη του πνευματικού επιπέδου του κατόχου του και της ικανότητάς του να γνωρίζει ένα θέμα σε σχετικά υψηλό βαθμό .
Το συμπέρασμα αυτό - σύμφωνα με το οποίο η επαγγελματική εκπαίδευση δεν μπορεί να αποκλειστεί από το πεδίο της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, χωρίς όμως και να αποτελεί οπωσδήποτε μέρος αυτής - δεν διευκολύνει ασφαλώς το εθνικό δικαστήριο το οποίο ενδεχομένως θα κληθεί να αποφανθεί για το αν μια μορφή εκπαιδεύσεως αποτελεί ή όχι επαγγελματική εκπαίδευση .
Το κριτήριο που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση Gravier συνίσταται στο αν η εκπαίδευση, ανεξάρτητα από το ίδρυμα που την παρέχει "προετοιμάζει το σπουδαστή για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα, ή απασχόληση ή του παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχόλησης ".
Το στοιχείο που είναι κρίσιμο κατά την άποψή μου είναι το να ληφθεί υπόψη στο σύνολό της η συγκεκριμένη εκπαίδευση και να εξεταστεί αν, καταρχάς, παρέχει τυπικό προσόν για την άσκηση επαγγέλματος ή ειδικής απασχολήσεως . Αν αυτό συμβαίνει, αποτελεί επαρκές στοιχείο για το χαρακτηρισμό της εκπαιδεύσεως αυτής ως επαγγελματικής . Κατά συνέπεια, αν σε κράτος μέλος, πτυχίο κτηνιατρικής, αρχιτεκτονικής ή φαρμακευτικής επιτρέπει στον κάτοχό του να αρχίσει να ασκεί το αντίστοιχο επάγγελμα ( ακόμα και αν συνεχίσει τις σπουδές του επί πολλά έτη για να αποκτήσει τις γνώσεις και την ικανότητα που θα τον αναδείξουν αναγνωρισμένο επαγγελματία ), το στοιχείο αυτό είναι χωρίς αμφιβολία επαρκές .
Τι συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το πανεπιστημιακό πτυχίο αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση για την πρόσβαση σε ορισμένο επάγγελμα; Συχνά ο φοιτητής είναι υποχρεωμένος εκτός από το πτυχίο να διαθέτει και επαγγελματικό πιστοποιητικό ή πρέπει να έχει επαγγελματικό πιστοποιητικό με την παράλληλη δυνατότητα να μπορεί να επικαλεστεί ορισμένα μαθήματα που παρακολούθησε στο πλαίσιο των προπτυχιακών των σπουδών προκειμένου να απαλλαγεί από ορισμένες εξετάσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση του εν λόγω πιστοποιητικού . Στην υπόθεση Gravier είχα διατυπώσει την άποψη ότι η επαγγελματική εκπαίδευση περιλαμβάνει "την εκπαίδευση εκείνη που αποσκοπεί στην άμεση παροχή επαγγελματικών προσόντων" ( η υπογράμμιση δική μου ). Το Δικαστήριο στην απόφασή του έκρινε ως επαρκές κριτήριο την "εκπαίδευση που προετοιμάζει για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ". Σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, προς την οποία συντάσσομαι, θεωρώ επαρκές κριτήριο το να αποτελεί το πανεπιστημιακό δίπλωμα πλήρες και αναπόσπαστο τμήμα της αποκτήσεως επαγγελματικών προσόντων ή το να απαλλάσσει από την υποχρέωση εξετάσεως σε ορισμένα μαθήματα την οποία, αν δεν είχε το πτυχίο, θα ήταν υποχρεωμένος να υποστεί ο υποψήφιος ενώπιον επαγγελματικού σώματος, ανεξάρτητα από το αν το πτυχίο του βεβαιώνει ότι παρακολούθησε μαθήματα και σε άλλους τομείς .
Δεν θεωρώ βάσιμο το επιχείρημα ότι κύκλος εκπαιδεύσεως που αποβλέπει στην απόκτηση πτυχίου δεν αποτελεί επαγγελματική εκπαίδευση παρά μόνον όταν η απόκτηση του πτυχίου αποτελεί μία από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις για την άσκηση ενός επαγγέλματος, καίτοι το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι ο αυτός κύκλος εκπαιδεύσεως αποτελεί επαγγελματική εκπαίδευση . Κατά τη γνώμη μου πρέπει να γίνει δεκτό ότι κύκλος μαθημάτων που οδηγεί στην απόκτηση πτυχίου, καίτοι δεν αποτελεί ρητώς μέρος των τυπικών προσόντων που απαιτούνται, εφόσον παρέχει στο φοιτητή τις απαραίτητες βάσεις για να μπορέσει, κατόπιν εξετάσεων, να αποκτήσει το απαιτούμενο τυπικό προσόν, αποτελεί επαγγελματική εκπαίδευση . Θεωρώ, επίσης, ότι κύκλος μαθημάτων που οδηγεί στην απόκτηση πτυχίου το οποίο αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εγγραφή σε ίδρυμα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που παρέχει πρόσθετα τυπικά προσόντα μετά από πρακτική εξάσκηση, μπορεί να θεωρηθεί ως επαγγελματική εκπαίδευση .
Η άποψη αυτή βρίσκει έρεισμα στο δεύτερο μέρος του ορισμού του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τον οποίο η εκπαίδευση που παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση ενός επαγγέλματος ή απασχολήσεως περιλαμβάνεται στην επαγγελματική εκπαίδευση . Το δεύτερο αυτό μέρος του ορισμού είναι και το πιο δύσκολο να εφαρμοστεί στην πράξη . Το ζήτημα, ωστόσο, είναι αν η εκπαίδευση "παρέχει την ιδιαίτερη ικανότητα" για "την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος ή απασχολήσεως ". Το ότι για τις περισσότερες θέσεις ο υποψήφιος πρέπει να γνωρίζει ανάγνωση, γραφή και τις τέσσερις πράξεις της αριθμητικής ( αν η διδασκαλία τους εξακολουθεί ακόμη να περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα διδασκαλίας των μαθηματικών ) δεν σημαίνει ότι η εκμάθησή τους αποτελεί επαγγελματική εκπαίδευση . Πρέπει να υπάρχει ένας άμεσος δεσμός μεταξύ της εκπαιδεύσεως και του επαγγέλματος . Κατά συνέπεια, εκπαίδευση που αποβλέπει κυρίως στην αύξηση των γνώσεων και του επιπέδου καλλιέργειας, ή ακόμη στην "πνευματική ανάπτυξη", πρέπει γενικώς να αποκλείεται . Μαθήματα λογοτεχνίας, μεσαιωνικής ιστορίας ή κλασικών σπουδών μπορεί να έχουν ανυπολόγιστη αξία για μια επιτυχή σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα, την πολιτική ή την εκκλησία, αλλά δεν παρουσιάζουν άμεσο δεσμό με την απόκτηση της ικανότητας που απαιτείται για την άσκηση των επαγγελμάτων αυτών .
Τέθηκε το ζήτημα αν παρόμοιοι κύκλοι μαθημάτων μπορούν να αποτελέσουν επαγγελματική εκπαίδευση για τους διδάσκοντες, ιδίως εκείνους οι οποίοι προορίζονται για το πανεπιστήμιο . Ενδεχομένως, ορισμένα από τα μαθήματα αυτά αποβλέπουν στην εκπαίδευση διδασκόντων ή στην παροχή στους φοιτητές της ιδιαίτερης ικανότητας για τη διδασκαλία των μαθημάτων αυτών σε τρίτους . Στην περίπτωση αυτή, τα μαθήματα αυτά μπορούν να θεωρηθούν επαγγελματική εκπαίδευση . Αν ο στόχος τους είναι διαφορετικός, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην επαγγελματική εκπαίδευση, αλλά στη γενική παιδεία .
Στο πλαίσιο αυτό δεν απαιτείται να γίνει διάκριση μεταξύ των ελεύθερων επαγγελμάτων και των υπολοίπων θέσεων απασχολήσεως ούτε μεταξύ του κύκλου μαθημάτων που καταλήγουν συνήθως στη σύναψη συμβάσεως εργασίας και εκείνων που ετοιμάζουν για την άσκηση ανεξάρτητης δραστηριότητας στο πλαίσιο ενός ελεύθερου επαγγέλματος . Η διάκριση μεταξύ των ελεύθερων επαγγελμάτων και των υπολοίπων επαγγελμάτων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον πολυάριθμοι ιατροί, φαρμακοποιοί, αρχιτέκτονες ή νομικοί δεσμεύονται με συμβάσεις εργασίας όπως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι .
Η κοινοτική απαγόρευση των διακρίσεων δεν περιορίζεται, εξάλλου, σε εκείνους που έχουν ήδη την ιδιότητα του εργαζομένου και επιθυμούν να αποκτήσουν πρόσθετη εκπαίδευση ούτε σε εκείνους οι οποίοι παρακολουθούν κύκλο μαθημάτων εργαζόμενοι παράλληλα στον τομέα της βιομηχανίας . Δεν συμφωνώ με την άποψη ότι η επαγγελματική εκπαίδευση παρέχεται μόνο στο πλαίσιο ενός επαγγέλματος και όχι με σκοπό τη μελλοντική άσκηση ενός επαγγέλματος . Θεωρώ αντιθέτως ότι περιλαμβάνει όλους εκείνους οι οποίοι παρακολουθούν έναν κύκλο εκπαιδεύσεως του είδους που προαναφέρθηκε .
Αναφέρθηκα διεξοδικώς στη φύση των μαθημάτων, διότι αυτό ακριβώς είναι το κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη . Η πρόθεση του σπουδαστή δεν αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το κατάλληλο κριτήριο . Σπουδαστής που παρακολουθεί τα ίδια μαθήματα με την Gravier, παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ακόμα και αν προορίζεται ή είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί με την οικογενειακή επιχείρηση και επιθυμεί απλώς να αποκτήσει επί μερικά χρόνια μια γενικότερη καλλιέργεια που τον έλκει περισσότερο από τα λατινικά ή τη φιλοσοφία . Οι φοιτητές μπορεί να γνωρίζουν ή να μη γνωρίζουν το επάγγελμα που θα ακολουθήσουν κατόπιν ή μπορεί να αλλάζουν γνώμη μετά την έναρξη των μαθημάτων . Το αν παρακολουθούν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δεν εξαρτάται από τις προθέσεις τους .
Αν η άποψη αυτή είναι ορθή, όπως νομίζω, μπορεί ενδεχομένως να υπάρξουν δυσκολίες, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία ένας σπουδαστής παρακολουθεί ευρύ φάσμα μαθημάτων, επειδή, όμως, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ των ιδρυμάτων ( στην παρούσα περίπτωση μεταξύ πανεπιστημίων και άλλων ειδικών ιδρυμάτων ανωτέρας εκπαιδεύσεως ), οι δυσκολίες αυτές πρέπει να αντιμετωπιστούν και να καθοριστεί συνολικώς η σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου κύκλου μαθημάτων και του ειδικού επαγγέλματος ή απασχολήσεως .
Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά τους φοιτητές που προσέρχονται στο Βέλγιο με μοναδικό σκοπό να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στα βελγικά πανεπιστήμια, το Βέλγιο δεν μπορεί να τους επιβάλει δίδακτρα υψηλότερα από εκείνα που καταβάλλουν οι βέλγοι υπήκοοι .
Θεωρώ συνεπώς, ως απάντηση στο δεύτερο ισχυρισμό της προσφυγής, ότι η άρνηση εγγραφής φοιτητών οι οποίοι δεν έχουν καταβάλει τα δίδακτρα είναι παράνομη και ότι το άρθρο 16, παράγραφος 2, εφόσον επιτρέπει την άρνηση εγγραφής, αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο . Ωστόσο, αν καταργηθούν τα δίδακτρα, αίρεται η διάκριση στην οποία αναφέρονται οι δύο πρώτοι ισχυρισμοί . Αντιθέτως, δεν μπορώ να δεκτώ τα επιχειρήματα της Επιτροπής η οποία, με το δεύτερο ισχυρισμό της, ζητεί μία ευρύτερη ρύθμιση που να περιλαμβάνει την άρση κάθε διακρίσεως στη χρηματοδότηση των σπουδών . Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η υπόθεση Gravier δεν αφορούσε "ούτε την οργάνωση της εκπαίδευσης ούτε καν τη χρηματοδότησή της αλλά το γεγονός ότι ορθώνεται οικονομικό φράγμα στην πρόσβαση στην εκπαίδευση των αλλοδαπών σπουδαστών και μόνον" ( σκέψη 18 ) "η εκπαίδευση και η περί παιδείας πολιτική δεν ανήκουν άνευ εταίρου στους τομείς που η Συνθήκη ανέθεσε στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων ". Εν πάση περιπτώσει, η χρηματοδότηση της παιδείας από τις αρχές των κρατών μελών θέτει πολύ ευρύτερα προβλήματα . 'Οσον αφορά ένα ειδικότερο θέμα, εμμένω στην άποψη που είχα διατυπώσει προσωρινώς στις προτάσεις μου για την υπόθεση Gravier, ότι δηλαδή οι υποτροφίες που παρέχονται στους φοιτητές κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στηρίζονται σε εντελώς διαφορετική βάση, αν θεωρηθεί ότι η άρνηση χορηγήσεως των υποτροφιών αυτών συνιστά εμπόδιο στην πρόσβαση προς την επαγγελματική εκπαίδευση .
Αν εξεταστούν από την πλευρά αυτή τα δύο πρώτα ζητήματα, δεν απαιτείται να εξεταστεί λεπτομερώς ο ισχυρισμός του Βελγίου σύμφωνα με τον οποίο τα επιχειρήματα της Επιτροπής ως προς το ζήτημα της χρηματοδοτήσεως είναι απαράδεκτα ( ισχυρισμό που θεωρώ αβάσιμο, καθόσον πρόκειται για τις συνέπειες που η Επιτροπή πιστεύει ότι θα έχει η απόφαση που ελπίζει να εκδοθεί και όχι για αυτοτελή επιχειρήματα ) ούτε ακόμα ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο το άρθρο 16, παράγραφος 2, του νόμου του 1985 δεν αφορούσε ειδικώς τους κοινοτικούς φοιτητές που αρνούνται να καταβάλουν τα δίδακτρα, αλλά όλους τους φοιτητές, Βέλγους ή αλλοδαπούς, που πρόκειται να επαναλάβουν για δεύτερη φορά ένα έτος σπουδών . Θεωρώ και το επιχείρημα αυτό αβάσιμο το άρθρο 16, παράγραφος 2, αναφέρεται προφανώς, μεταξύ άλλων, στους κοινοτικούς φοιτητές οι οποίοι αρνούνται να καταβάλουν δίδακτρα προκειμένου να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στα βελγικά πανεπιστήμια . Από την άποψη αυτή, το άρθρο 16, παράγραφος 2, είναι επίσης ασυμβίβαστο με το κοινοτικό δίκαιο .
Ο τρίτος και τέταρτος ισχυρισμός αναφέρονται στο άρθρο 59, παράγραφος 2, του νόμου του 1985, το οποίο αφορά τους μη πανεπιστημιακούς φοιτητές και, σε ό,τι ειδικότερα αφορά την παρούσα υπόθεση, τους φοιτητές οι οποίοι παρακολουθούν μαθήματα μη πανεπιστημιακής ειδικής και ανώτερης εκπαιδεύσεως . Σύμφωνα με τον τρίτο ισχυρισμό οι κοινοτικοί φοιτητές που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δεν μπορούν να λάβουν άδεια διαμονής για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών παρά μόνο εφόσον έχουν εγγραφεί σε εκπαιδευτικό ίδρυμα . 'Οταν ζητούν την εγγραφή τους οι φοιτητές δεν απαλλάσσονται από τα δίδακτρα ( το συνολικό ποσό των οποίων πρέπει να καταβληθεί κατά την εγγραφή ) παρά μόνον εφόσον διαθέτουν άδεια διαμονής . Δεδομένου ότι δεν μπορούν να λάβουν άδεια διαμονής χωρίς να έχουν εγγραφεί είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν τα δίδακτρα . Ο τέταρτος ισχυρισμός αναφέρεται στο ότι οι εν λόγω φοιτητές όταν ζητούν άδεια διαμονής υποχρεούνται να αποδείξουν ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους διαβιώσεως (( οι οποίοι καθορίστηκαν σε 12 000 βελγικά φράγκα ( BFR ) το μήνα )), προϋπόθεση η οποία δεν ισχύει για τους βέλγους φοιτητές .
Το άρθρο 59, παράγραφος 2, του νόμου του 1985 απαλλάσσει ρητώς από την υποχρέωση καταβολής διδάκτρων τους αλλοδαπούς εκείνους φοιτητές στους οποίους έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών ή τους έχει επιτραπεί η εγκατάστασή τους στο Βέλγιο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 10 και 15 του νόμου του 1980, όπως τροποποιήθηκε με το νόμο του 1984 . Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρέχεται δικαίωμα διαμονής για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στους αλλοδαπούς εκείνους το δικαίωμα διαμονής των οποίων έχει αναγνωριστεί με νόμο ή βασιλικό διάταγμα . Σύμφωνα με την τροποποίηση που επέφερε στο άρθρο 58 ο νόμος του 1980, παρέχεται άδεια διαμονής για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών σε εκείνους μόνο τους φοιτητές που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν σπουδές ανωτέρας εκπαιδεύσεως ή να παρακολουθήσουν το προπαρασκευαστικό έτος για την ανώτερη εκπαίδευση ( και όχι όπως πριν στους σπουδαστές όλων των επιπέδων περιλαμβανομένης της δευτεροβάθμιας και της τεχνικής εκπαιδεύσεως ), και τούτο μόνο εφόσον προσκομίζουν τα απαιτούμενα πιστοποιητικά που να αποδεικνύουν π.χ . ότι έχουν εγγραφεί σε εκπαιδευτικό ίδρυμα . Δεν μπορούν, όμως, να εγγραφούν αν δεν έχουν προηγουμένως καταβάλει τα δίδακτρα κατά την ημερομηνία της εγγραφής τους .
Εξάλλου, το βασιλικό διάταγμα της 30ής Αυγούστου 1985 ( Moniteur belge της 12.9.1985 ) φαίνεται να εξαιρεί από τα τέλη εγγραφής εκείνους τους φοιτητές οι οποίοι εγγραφόμενοι σ' ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα πρόκειται να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως .
Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι φοιτητές που παρακολουθούν μαθήματα ανώτερης μη πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, που αποτελεί επαγγελματική εκπαίδευση, απαλλάσσονται από τα τέλη εγγραφής περιλαμβανομένων των σπουδαστών τεχνικών σχολών, ακόμα και αν οι τελευταίοι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα διαμονής .
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι φοιτητές δεν μπορούν να εγγραφούν αν δεν έχουν προηγουμένως καταβάλει τα δίδακτρα, εκτός αν διαθέτουν άδεια διαμονής με αποτέλεσμα να δημιουργείται και πάλι ένας φαύλος κύκλος . Στο επιχείρημα αυτό αντιτάσσεται ότι οι κοινοτικοί φοιτητές έχουν δικαίωμα διαμονής στο Βέλγιο επί τρεις μήνες, γεγονός που τους παρέχει τον απαραίτητο χρόνο να εγγραφούν και να ζητήσουν κατόπιν άδεια διαμονής μακράς διαρκείας .
Εφόσον η εγγραφή και η άδεια διαμονής συνδέονται, κατά το βελγικό δίκαιο, με την καταβολή των διδάκτρων, θεωρώ ότι οι διατάξεις της βελγικής νομοθεσίας αντιβαίνουν προς την απόφαση Gravier . Αν τα δίδακτρα καταργηθούν, ως ασυμβίβαστα προς το κοινοτικό δίκαιο, σε ό,τι αφορά τους φοιτητές που παρακολουθούν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε ανώτερα μη πανεπιστημιακά εκπαιδευτικά ιδρύματα, νομίζω ότι το πρόβλημα αυτό παύει να υπάρχει .
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι, αν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα υποχρεωθούν να μην εισπράττουν από τους φοιτητές της ανωτέρας εκπαιδεύσεως υψηλότερα δίδακτρα, θα αρνηθούν να τους εγγράψουν διότι δεν πρόκειται να λάβουν ενίσχυση από το δημόσιο για τους φοιτητές αυτούς . Το ζήτημα του τρόπου χρηματοδοτήσεως των πανεπιστημίων δεν εξετάστηκε στην απόφαση Gravier και θεωρώ ότι, καταρχήν, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης . Ακόμα και αν υποστηριχτεί ότι η μέθοδος χρηματοδοτήσεως από το δημόσιο μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο, νομίζω ότι δεν μπορεί να κριθεί το ζήτημα αυτό βάσει υποθετικών και μόνο στοιχείων .
Τέθηκε, στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα αν οι φοιτητές έχουν αυτοτελές δικαίωμα εγκαταστάσεως σε κράτος μέλος του οποίου δεν έχουν την ιθαγένεια . Το Βέλγιο υποστηρίζει ότι δεν έχουν το δικαίωμα αυτό και επικαλείται, σχετικώς, τις υποθέσεις 66/77 ( Kuyken κατά Rijksdienst voor Arbeidsvoorziening, ΕCR 1977, σ . 2311 ) και 53/81 ( Levin κατά Staatssecretaris van Justitie, Συλλογή 1982, σ . 1035 ). Κατά τη γνώμη της, το δικαίωμα αυτό διαθέτουν μόνο τα πρόσωπα που ασκούν οικονομική δραστηριότητα . Το ευρύτερο αυτό πρόβλημα για το οποίο δεν προβλήθηκε ολοκληρωμένη επιχειρηματολογία νομίζω ότι υπερβαίνει τα όρια της παρούσας προσφυγής . Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο τόνισε ρητώς στην απόφαση επί της υποθέσεως Kuyken ότι αυτή αναφέρεται αποκλειστικώς στα άρθρα του κανονισμού για τα οποία επρόκειτο στην υπόθεση εκείνη .
Ο τέταρτος ισχυρισμός αναφέρεται στο γεγονός ότι το Βέλγιο απαιτώντας από τους αλλοδαπούς φοιτητές που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ανώτερες σπουδές να διαθέτουν επαρκείς πόρους διαβιώσεως και θέτοντας την απόδειξη αυτή ως προϋπόθεση για την απαλλαγή από τα δίδακτρα, παραβαίνει τα άρθρα 5 και 7 της Συνθήκης . Η προϋπόθεση αυτή δεν προκύπτει αμέσως από το λόγο απαλλαγής που προβλέπει το άρθρο 59, παράγραφος 2, του νόμου του 1985, αλλά προκύπτει από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 10, 58 και 60 του νόμου του 1980, όπως τροποποιήθηκε .
Καθόσον οι πόροι διαβιώσεως αποτελούν προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας διαμονής, η οποία με τη σειρά της αποτελεί προϋπόθεση για την απαλλαγή από τα δίδακτρα, θεωρώ ότι κατά της απαιτήσεως αυτής μπορούν να διατυπωθούν οι ίδιες επικρίσεις με εκείνες που διατυπώθηκαν κατά της προϋποθέσεως για τη χορήγηση αδείας διαμονής . Το Βέλγιο δεν έχει δικαίωμα να ζητεί την καταβολή διδάκτρων από τους φοιτητές που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε μη πανεπιστημιακά ιδρύματα . Δεν μπορεί συνεπώς να προβληθεί παρόμοιο δικαίωμα στην περίπτωση φοιτητών οι οποίοι δεν είναι σε θέση να αποδείξουν ότι διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους διαβιώσεως .
Η Επιτροπή θεωρεί, προφανώς, ότι οι φοιτητές διαθέτουν το δικαίωμα εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να υποχρεούνται να αποδείξουν ότι διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους διαβιώσεως, όπως και τα πρόσωπα που ζητούν εργασία, τα οποία έχουν δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας προς το σκοπό αυτό . Θεωρώ ότι αυτό το κατ' αναλογία συμπέρασμα είναι πεπλανημένο . Ακόμα και αν οι αναζητούντες εργασία διαθέτουν τέτοιο δικαίωμα, όπως φαίνεται να δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 316/85 ( Centre public d' aide sociale de Courcelles κατά Lebon, Συλλογή 1987, σ . 2811 ), το δικαίωμα αυτό υπάρχει για μια συγκεκριμένη και πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα και όχι για μια δραστηριότητα απλώς συμπληρωματική . Τα πρόσωπα που διαθέτουν όλο το χρόνο τους για σπουδές δεν εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή . Η κατάστασή τους μεταβάλλεται μόλις αρχίσουν να ασκούν δραστηριότητα που τους εντάσσει στη νομική κατηγορία των εργαζομένων .
Καίτοι θεωρώ, για μια ακόμη φορά, ότι το πρόβλημα αυτό δεν τίθεται στην παρούσα υπόθεση, δεν είμαι βέβαιος ότι η απαίτηση αποδείξεως της υπάρξεως επαρκών πόρων διαβιώσεως, βάσει διατάξεως η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι υπερβολικά περιοριστική, συνιστά παραβίαση της Συνθήκης . Η διάταξη αυτή δημιουργεί διακρίσεις εφόσον δεν εφαρμόζεται στους βέλγους υπηκόους, οι οποίοι όμως βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση εφόσον το δημόσιο τούς παρέχει αρωγή όταν οι πόροι τους είναι ανεπαρκείς . Η Επιτροπή αναγνωρίζει, εξάλλου, ότι το Βέλγιο δεν είναι υποχρεωμένο να συνδράμει τους αλλοδαπούς φοιτητές στις ανάγκες τους και θεωρώ ότι η απαίτηση της υπάρξεως επαρκών πόρων διαβιώσεως δεν αντίκειται στη Συνθήκη .
Σε ό,τι αφορά τον πέμπτο ισχυρισμό, το άρθρο 63 του νόμου του 1985 προβλέπει ότι μόνο οι αλλοδαποί φοιτητές που παρακολουθούν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και οι οποίοι άσκησαν αγωγή πριν από τις 13 Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Gravier, μπορούν να ζητήσουν επιστροφή των διδάκτρων που κατέβαλαν . Σύμφωνα με το άρθρο 69, στην περίπτωση των υπηκόων κρατών μελών που είναι κανονικώς εγκατεστημένοι στο Βέλγιο όπου άσκησαν ή ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα, η απαλλαγή από τα δίδακτρα περιορίζεται στην προ της 1ης Οκτωβρίου 1983 περίοδο . Το άρθρο 712 προβλέπει την υποχρέωση καταβολής διδάκτρων από 1ης Σεπτεμβρίου 1976 και ορίζει την 1η Ιανουαρίου 1985 ως ημερομηνία εφαρμογής της απαλλαγής που προβλέπει το άρθρο 59, παράγραφος 2 .
Το γεγονός αυτό εκφράζει προφανώς την πρόθεση νομιμοποιήσεως των διδάκτρων από το 1976, διότι υπήρχαν αμφιβολίες για το κατά πόσον μπορούσαν εγκύρως να επιβληθούν με υπουργική εγκύκλιο, καθώς και περιορισμού της περιόδου που παρήλθε από τότε που άρχισε να εφαρμόζεται η απαλλαγή και αυστηρού περιορισμού του δικαιώματος αναζητήσεως των διδάκτρων, ακόμα και για τους φοιτητές οι οποίοι υπέβαλαν αίτημα απαλλαγής μετά από την 1η Ιανουαρίου 1985 .
Και στις δύο υποθέσεις, Forcheri και Gravier, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή των εν λόγω διδάκτρων εισήγαγε δυσμενείς διακρίσεις και ήταν αντίθετη προς το άρθρο 7 της Συνθήκης . Συνεπώς, τα δίδακτρα αυτά ήταν εξαρχής παράνομα και δεν έπρεπε να επιβληθούν .
Εφόσον το άρθρο 7 παράγει άμεσα αποτελέσματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να αναγνωρίζουν ( βλέπε π.χ . υποθέσεις 2/74, Reyners κατά Βελγικού δημοσίου, ΕCR 1974, σ . 631, και υπόθεση 13/76, Dona κατά Mantero, ΕCR 1976, σ . 1333 ), οι κοινοτικοί φοιτητές που κατέβαλαν τα δίδακτρα αυτά μπορούν, καταρχήν, να ζητήσουν την επιστροφή τους μετά την έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Forcheri και Gravier . Καίτοι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να "ρυθμίζει τις δικονομικές προϋποθέσεις της προσφυγής στη δικαιοσύνη για τη διασφάλιση δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου", εννοείται "ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που ρυθμίζουν ανάλογες προσφυγές εσωτερικής φύσεως και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να διαμορφωθούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν ( υπόθεση 68/79, Just κατά Υπουργού Οικονομικών της Δανίας, ΕCR 1980, σ . 501, ιδίως σ . 523 ).
Το άρθρο 63 δεν επιτρέπει την επιστροφή των διδάκτρων στα οποία αναφέρονταν οι υποθέσεις Forcheri και Gravier, εκτός αν η σχετική αγωγή κατατέθηκε πριν τις 13 Φεβρουαρίου 1985, ενώ σύμφωνα με την εσωτερική βελγική νομοθεσία μπορεί να ζητηθεί η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, με περίοδο παραγραφής πολύ μεγαλύτερη ( βλέπε άρθρα 1235, 1376, 1377 και 2260 και επ . του βελγικού αστικού κώδικα ).
Στις υποθέσεις Forcheri και Gravier το Δικαστήριο δεν περιόρισε χρονικώς τις συνέπειες των αποφάσεών του, όπως μπορούσε να το πράξει βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, κατ' αναλογία με το άρθρο 174 της Συνθήκης ( βλέπε υπόθεση 43/75, Defrenne κατά Sabena, ΕCR 1976, σ . 455 ).
Το άρθρο 63 αποτελεί σαφή απόπειρα εισαγωγής ενός τέτοιου περιορισμού . Μπορεί το νομοθετικό σώμα να το αποφασίσει εγκύρως; Κατά την άποψή μου δεν μπορεί, όπως επίσης δεν μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο κατά την εφαρμογή αποφάσεως του Δικαστηρίου . 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 811/79 ( Amministrazione delle finanze dello Stato κατά Ariete, ΕCR 1980, σ . 2545, ιδίως σ . 2553 ) ( και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις ): "Η ουσιώδης απαίτηση της ενιαίας και γενικής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο και μόνο μπορεί να αποφασίζει ως προς το χρονικό περιορισμό των συνεπειών της ερμηνείας την οποία δίνει ."
Συνεπώς, κάθε περιορισμός, προβλεπόμενος από τη βελγική νομοθεσία, του δικαιώματος αναζητήσεως των καταβληθέντων διδάκτρων που έχουν οι φοιτητές εκείνοι οι οποίοι βρίσκονται στην κατάσταση της Forcheri ή πραγματοποίησαν σπουδές σε ιδρύματα ανωτέρας εκπαιδεύσεως που τους παρείχαν επαγγελματική εκπαίδευση, θεσπίστηκε κατά παράβαση της Συνθήκης και είναι άκυρος .
Το Βέλγιο ισχυρίζεται ότι, αν δεν ληφθούν υπόψη οι συνέπειες της αποφάσεως Gravier, είχε το δικαίωμα, ιδίως σε ό,τι αφορά τα πανεπιστήμια, να ζητήσει από τους φοιτητές καταβολή των διδάκτρων, και τούτο λόγω του μεγάλου αριθμού αλλοδαπών φοιτητών ( οι οποίοι αντιπροσωπεύουν το 4,2 έως 4,5 % του συνόλου των φοιτητών του Βελγίου, ποσοστό πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των άλλων κρατών μελών ), λόγω των δαπανών που το γεγονός αυτό συνεπάγεται, εφόσον ούτε οι φοιτητές αυτοί ούτε οι γονείς τους καταβάλλουν φόρους, λόγω ακόμη της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, η οποία αναγνώρισε ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει τα μέτρα που επιβάλλονται σε περίπτωση κατά την οποία περιορισμοί του αριθμού εισακτέων ή άλλοι παράγοντες ανατρέπουν ουσιωδώς την ισορροπία στην κίνηση των φοιτητών και, τέλος, λόγω του ότι το πρόγραμμα Erasmus προτείνει να επιδοτούν οι αρχές του οικείου κράτους μέλους τις σπουδές των υπηκόων του στο εξωτερικό, όπως ήταν διατεθειμένη να πράξει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην περίπτωση των βελγικών διδάκτρων .
Δεν έχω, ωστόσο, πειστεί, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, ότι το Βέλγιο απέδειξε ότι είχε πράγματι δικαίωμα να επιβάλλει δίδακτρα ως μέτρο προστασίας του κατά της μεγάλης αυξήσεως των αλλοδαπών φοιτητών ή ως συμβολή στις δαπάνες της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, την οποία πάντως δεν οφείλουν να καταβάλουν οι βέλγοι φοιτητές . Εν πάση περιπτώσει, κανένα τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνωρίστηκε ούτε ελήφθη υπόψη στις αποφάσεις Forcheri και Gravier, οι οποίες είναι κατηγορηματικές σε ό,τι αφορά τα δίδακτρα . Εξάλλου, διατυπώθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον πραγματικό αριθμό των κοινοτικών φοιτητών που φοιτούν στο Βέλγιο . Αναφέρθηκε π.χ . ότι 800 περίπου από τους φοιτητές της κατηγορίας αυτής ήταν Λουξεμβουργιανοί οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δυνάμει ειδικών διατάξεων, απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής διδάκτρων . Αναφέρθηκαν, επίσης, αντιφατικά στοιχεία ως προς το πραγματικό ποσοστό αυξήσεως του αριθμού των αλλοδαπών φοιτητών στο Βέλγιο .
Σύμφωνα με το νόμο του 1985 είναι αδύνατον να ζητήσουν οι φοιτητές επιστροφή των διδάκτρων που κατέβαλαν για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, εκτός αν κατέθεσαν αγωγές πριν τις 13 Φεβρουαρίου 1985 . Αν η απαγόρευση των διακρίσεων εφαρμόζεται και στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που παρέχουν τα πανεπιστήμια, θεωρώ ότι ο βελγικός νόμος που περιορίζει το δικαίωμα των φοιτητών να ζητήσουν επιστροφή των διδάκτρων που αχρεωστήτως κατέβαλαν είναι ανίσχυρος .
Ζητείται, επίσης, από το Δικαστήριο να περιορίσει τις συνέπειες της αποφάσεώς του στην παρούσα υπόθεση, στην περίπτωση κατά την οποία κρίνει ότι τα πανεπιστήμια μπορούν να παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση .
Η Συνθήκη δεν προβλέπει ρητώς μια τέτοια δυνατότητα για τις προσφυγές που ασκούνται βάσει του άρθρου 169, όπως την προβλέπει το άρθρο 174 για τις προσφυγές που στηρίζονται στο άρθρο 173 . Το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει κατ' αναλογία το δικαίωμα αυτό στην περίπτωση των προδικαστικών παραπομπών του άρθρου 177 . Προσφυγή, όμως, που στρέφεται κατά κράτους μέλους είναι διαφορετική, καθόσον στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί αν το κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του . Μπορεί να υποστηριχτεί ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση αυτή και μόνο . Ωστόσο, για να υπάρξει μια ορισμένη συνοχή μεταξύ των τριών κυρίων προσφυγών που μπορούν να ασκηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στον τομέα αυτό, θεωρώ ότι, κατ' αναλογία, το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα, μετά τη διαπίστωση της παραβάσεως, να περιορίσει χρονικώς τις συνέπειες της αποφάσεώς του .
Εφόσον η απόφαση Gravier δεν προέβλεψε όρια, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να καθοριστούν χρονικά όρια σε ό,τι αφορά τα ιδρύματα ανωτέρας εκπαιδεύσεως που παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση και ότι θα ήταν λάθος ο καθορισμός παρομοίων ορίων, εφόσον άλλες υποθέσεις κρίθηκαν βάσει της αποφάσεως Gravier, σε ό,τι αφορά τα προηγούμενα έτη ή τις αγωγές που ασκήθηκαν μετά τις 13 Φεβρουαρίου 1985 . Η Επιτροπή υποστηρίζει, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο έκανε ήδη χρήση του δικαιώματός του αυτού σε ειδικές περιπτώσεις και ότι θα πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αποφάσεως Defrenne για να μπορέσει να ασκήσει την αρμοδιότητά του αυτή, να υπάρχει δηλαδή κίνδυνος σημαντικών οικονομικών επιπτώσεων ή να έχει συναφθεί μεταξύ των ιδιωτών μεγάλος αριθμός εμπορικών πράξεων βάσει του υποτιθεμένου ως ισχύοντος δικαίου και σε συμφωνία με την εσωτερική νομοθεσία, και οι συμβαλλόμενοι να μη γνωρίζουν ότι οι ενέργειές τους είναι παράνομες, και μάλιστα από τη στάση της Επιτροπής και ορισμένων κρατών μελών να συνάγουν ότι οι ενέργειές τους είναι νόμιμες .
Ορισμένα στοιχεία στην παρούσα υπόθεση νομίζω ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία .
Είναι αληθές ότι από το 1963 αναγνωρίστηκε η ανάγκη αποδοχής ορισμένων γενικών αρχών στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και από το 1971, στις γενικές κατευθύνσεις που διατύπωσε το Συμβούλιο, το θέμα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στηρίχτηκε επί μιας ευρύτερης βάσεως . Είναι επίσης γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε από το Βέλγιο να καταργήσει τα εισάγοντα διακρίσεις δίδακτρα .
Η απόφαση, όμως, του 1963 αφορούσε κυρίως τις θέσεις των μεσαίων στελεχών και οι συστάσεις της Επιτροπής αναφέρονταν μόνο στις θέσεις αυτές . Η Επιτροπή δέχτηκε ότι η άποψή της για την έκταση της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, καθώς και η άποψη της κοινής γνώμης για το θέμα αυτό, έχει μεταβληθεί . Εξάλλου, με τα έγγραφά της της 18ης Απριλίου και της 28ης Νοεμβρίου 1984 ενέκρινε τις τροποποιήσεις που επέφερε το Βέλγιο . Σχετικά πρόσφατα τονίστηκε η σημασία της ανώτερης εκπαίδευσης στις προτάσεις για τα προγράμματα Erasmus και Comett καθώς και στην απόφαση του Συμβουλίου για την αντιστοιχία των τίτλων επαγγελματικής εκπαίδευσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( ΕΕ 1985, L 199, σ . 56 ), η ίδια δε η Επιτροπή δεν είχε κινήσει, πριν από την παρούσα προσφυγή, καμία άλλη διαδικασία βάσει του άρθρου 169 κατά του Βελγίου . Εξάλλου, μέχρι και τις αποφάσεις Forcheri και, ιδίως, Gravier ουδέποτε είχε σαφώς οριστεί ότι η πρόσβαση στην εκπαίδευση και, ιδίως στην επαγγελματική εκπαίδευση, περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης .
Υποστηρίχτηκε, επίσης, ότι η υποχρέωση επιστροφής των διδάκτρων από το 1976 συνιστούσε υποχρέωση που δύσκολα θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τα λοιπά εκπαιδευτικά ιδρύματα και θα ήταν καταστροφική για τα πανεπιστήμια . Οι διάδικοι δεν είναι σύμφωνοι ως προς το ποσό που αντιπροσωπεύει η υποχρέωση αυτή και είναι δύσκολο να εξακριβωθεί η αλήθεια . Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για σημαντικό ποσό : όλο το ποσό αυτό καταβλήθηκε με την εντύπωση ότι νομίμως οφειλόταν και υποστηρίζεται ότι δεν είναι βέβαιο, από νομικής απόψεως, αν τα πανεπιστήμια, μετά την επιστροφή του εν λόγω ποσού, θα μπορούσαν να ζητήσουν από το δημόσιο την καταβολή του . Αναφέρω "από νομικής απόψεως", διότι λόγοι πολιτικής φύσεως θα μπορούσαν να αποδειχτούν σημαντικότεροι σε περίπτωση που ετίθετο το ζήτημα της επιστροφής .
Ενόψει των περιστάσεων αυτών δεν θεωρώ ότι είναι οπωσδήποτε ορθό να υποχρεωθεί το Βέλγιο να καταβάλει όλα τα δίδακτρα των οποίων ζητήθηκε η επιστροφή και αφορούν την επαγγελματική εκπαίδευση στα πανεπιστήμια από το 1976 . Δεν νομίζω, επίσης, ότι είναι ορθό να περιοριστεί η επιστροφή ή μάλλον, ενόψει της Διατάξεως του προέδρου που απαιτεί την ανάληψη εγγράφου υποχρεώσεως, να γίνει δεκτό ότι δεν μπορούν πλέον να ζητούνται δίδακτρα μετά από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως αυτής . Η απόφαση Gravier αποτελούσε σαφή προειδοποίηση προς το Βέλγιο και είναι βέβαιο ότι ορισμένοι κοινοβουλευτικοί και δύο υπουργοί θεωρούσαν ότι η πανεπιστημιακή εκπαίδευση μπορεί να περιλαμβάνει επίσης επαγγελματική εκπαίδευση .
Βάσει όλων αυτών των στοιχείων θεωρώ δίκαιο και εύλογο να περιοριστούν ως ακολούθως οι συνέπειες της αναγνωρίσεως της παραβάσεως του Βελγίου της σχετικής με την επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχουν τα πανεπιστήμια :
"Μόνο οι φοιτητές που έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και παρακολούθησαν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στα βελγικά πανεπιστήμια, οι οποίοι
α ) παρακολουθούσαν τα μαθήματα αυτά κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως Gravier ή άρχισαν να τα παρακολουθούν κατόπιν, ή οι οποίοι
β ) κατά την ημερομηνία αναπτύξεως των προτάσεών μου είχαν ήδη κινήσει τη διαδικασία για να ζητήσουν επιστροφή των διδάκτρων,
έχουν δικαίωμα να ζητήσουν επιστροφή για όλη την περίοδο των σπουδών τους, υπό την επιφύλαξη διαπιστώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού στην περίπτωση κατά την οποία κάλυψαν από άλλες πηγές τα καταβληθέντα ποσά ."
Προσδιορίζω : "κατά την ημερομηνία αναπτύξεως των προτάσεών μου" και όχι "κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση", ώστε να μην προκληθεί ένα νέο κύμα αγωγών στηριγμένων στην ελπίδα ευνοϊκής αποφάσεως .
Αντιλαμβάνομαι ότι η πρόταση αυτή θα προκαλέσει απογοήτευση στους φοιτητές που περάτωσαν τις σπουδές τους πριν από την απόφαση Gravier, κανείς όμως από αυτούς δεν έθεσε το ζήτημα και πιστεύω ότι το χρονικό αυτό όριο είναι εύλογο και μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη .
Η κατάσταση των μη πανεπιστημιακών φοιτητών παρουσιάζει περισσότερες δυσκολίες . Στην απόφαση Gravier, το Δικαστήριο δεν έθεσε κανένα όριο αυτού του τύπου και συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να υποστηριχτεί ότι η λύση αυτή πρέπει να εφαρμοστεί σε όλους τους φοιτητές αναλόγων ιδρυμάτων . Ωστόσο, στη νομολογία του Δικαστηρίου ουδέποτε έχει αναφερθεί ότι, εφόσον σε μια υπόθεση δεν επιβλήθηκε κανείς περιορισμός, δεν μπορεί επίσης να επιβληθεί περιορισμός και στις μεταγενέστερες υποθέσεις που αφορούν άλλες, έστω και όμοιες, καταστάσεις, καίτοι δεν θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να περιοριστούν οι συνέπειες της αποφάσεως σε ό,τι αφορά την Gravier .
Επειδή όλοι οι φοιτητές αυτής της κατηγορίας παρακολουθούν, εξ ορισμού, μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και επειδή υπάρχει ομοιότητα μεταξύ ορισμένων μαθημάτων των πανεπιστημίων και των μαθημάτων άλλων ιδρυμάτων, νομίζω ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όλοι με τον ίδιο τρόπο . Θα ήταν άδικο να τεθούν όρια στο δικαίωμα αναζητήσεως των διδάκτρων εκ μέρους των φοιτητών των πανεπιστημίων και να μην τεθούν όρια στο ανάλογο δικαίωμα των φοιτητών άλλων ιδρυμάτων, κυρίως διότι το ζήτημα του χρονικού περιορισμού δεν τέθηκε στην υπόθεση Gravier .
Προτείνω, λοιπόν, να περιοριστούν οι συνέπειες της παραβάσεως του Βελγίου σε ό,τι αφορά τη μη πανεπιστημιακή επαγγελματική εκπαίδευση, κατά τον ίδιο τρόπο με την επαγγελματική εκπαίδευση που παρέχουν τα πανεπιστήμια .
Προτείνω, κατά συνέπεια, να κριθεί η παρούσα προσφυγή παραδεκτή και να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις του, καθόσον οι συνδυασμένες διατάξεις του νόμου του 1985 και των άλλων νόμων και διοικητικών μέτρων που ισχύουν στο Βέλγιο :
α ) επιτρέπουν στα πανεπιστήμια :
i ) να ζητούν από τους κοινοτικούς φοιτητές καταβολή των διδάκτρων για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και
ii ) να αρνούνται την εγγραφή των εν λόγω φοιτητών για παρακολούθηση μαθημάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αν δεν έχουν καταβάλει τα δίδακτρα, ενώ οι βέλγοι υπήκοοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν τα δίδακτρα αυτά
β ) έχουν ως συνέπεια να απαιτείται η καταβολή διδάκτρων εκ μέρους κοινοτικών φοιτητών που επιθυμούν να παρακολουθήσουν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε βελγικά εκπαιδευτικά ιδρύματα εκτός των πανεπιστημίων
γ ) περιορίζουν το δικαίωμα αναζητήσεως των διδάκτρων που καταβλήθηκαν στο παρελθόν ανάλογα με την κατηγορία των κοινοτικών υπηκόων που μπορούν να ζητήσουν την επιστροφή και ανάλογα με το είδος της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως την οποία αφορούσαν τα δίδακτρα .
Θεωρώ ότι πρέπει να περιοριστούν τα χρονικά αποτελέσματα της αποφάσεως του Δικαστηρίου έτσι ώστε εκείνοι μόνο από τους φοιτητές που έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών οι οποίοι παρακολούθησαν μαθήματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στο Βέλγιο, είτε στα πανεπιστήμια είτε σε άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, και οι οποίοι
α ) εξακολουθούσαν να παρακολουθούν τα μαθήματα αυτά κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Gravier, ή τα παρακολούθησαν κατόπιν, ή οι οποίοι
β ) κατά την ημερομηνία αναπτύξεως των προτάσεών μου είχαν ήδη κινήσει τη διαδικασία για να ζητήσουν επιστροφή των διδάκτρων,
έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν επιστροφή των διδάκτρων για ολόκληρη την περίοδο των σπουδών τους, υπό την επιφύλαξη της διαπιστώσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού στην περίπτωση κατά την οποία κάλυψαν από άλλες πηγές τα καταβληθέντα ποσά . Είναι αυτονόητο ότι κάθε απόφαση που έχει ήδη εκδοθεί υπέρ των εν λόγω φοιτητών θα εφαρμοστεί κανονικώς .
Προτείνω την αποδοχή των περισσοτέρων, αλλά όχι όλων, των αιτημάτων της Επιτροπής . Πιστεύω, λοιπόν, ότι πρέπει να καταδικαστεί το Βέλγιο στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων της Επιτροπής .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy