Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Νομικό πλαίσιο και διαδικασία
'Οσον αφορά το νομικό πλαίσιο και την εν γένει διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση, παραπέμπω στις προτάσεις μου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 260/85 και 106/86, Tokyo Electric Company κατά Συμβουλίου (στο εξής: υπόθεση ΤΕC).
Η Sharp Corporation of Japan (στο εξής: Sharp) είναι ιαπωνική εταιρία, η οποία κατασκευάζει, μεταξύ άλλων, μικροϋπολογιστές, φωτοτυπικά μηχανήματα γραφείου και ταμειακές μηχανές. Η Sharp άρχισε να παράγει και να διαθέτει στην αγορά ηλεκτρονικές γραφομηχανές το 1982. Τουλάχιστον κατά την υπό κρίση περίοδο, η Sharp δεν διέθετε τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές στην Ιαπωνία, αλλά τις κατασκεύαζε αποκλειστικά προς εξαγωγή. Οι ηλεκτρονικές της γραφομηχανές εισάγονται, προς πώληση και διανομή στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, από τη θυγατρική της εταιρία Sharp Electronics (UK) Ltd (στο εξής: Sharp Ηνωμένου Βασιλείου) και, προς πώληση και διανομή στα ηπειρωτικά κράτη μέλη, από τη θυγατρική της εταιρία Sharp Electronics (Europe) GmbH (στο εξής: Sharp Γερμανίας).
Με τον κανονισμό περί επιβολής προσωρινού δασμού, επιβλήθηκε στη Sharp προσωρινός δασμός 21,1 %. Ο κανονισμός περί επιβολής οριστικού δασμού προέβλεψε την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού με τον ανωτέρω συντελεστή και επέβαλε οριστικό δασμό 32 %.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 7 Οκτωβρίου 1985, η Sharp άσκησε προσφυγή κατά του Συμβουλίου και ζήτησε από το Δικαστήριο:
1) να κρίνει άκυρο τον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού
2) επικουρικώς, να κρίνει τον εν λόγω κανονισμό άκυρο καθόσον θίγει τη Sharp
3) επιπλέον, ή επικουρικώς, να κρίνει τον εν λόγω κανονισμό άκυρο καθόσον:
α) επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 32 % στις ηλεκτρονικές γραφομηχανές καταγωγής Ιαπωνίας που κατασκευάζει και εξάγει η Sharp, ή
β) επιβάλλει το δασμό αυτόν για το χρονικό διάστημα μέχρις ότου τα κοινοτικά όργανα λάβουν, ενδεχομένως, αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να τεθεί τέρμα στη δυσμενή διάκριση που εισάγει ο προσβαλλόμενος κανονισμός για τη Sharp σε σχέση προς την επιχείρηση Nakajima
4) επιπλέον, ή ακόμα επικουρικότερα, να κρίνει τον εν λόγω κανονισμό άκυρο, καθόσον διατάσσει την οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί ως εγγύηση συνεπεία της επιβολής προσωρινού δασμού στις ηλεκτρονικές γραφομηχανές που κατασκευάζονται από τη Sharp και εξάγονται προς την Κοινότητα
α) στο σύνολό του, ή
β) στο μέτρο που τα ποσά αυτά υπερβαίνουν δασμό υπολογιζόμενο με συντελεστή 16,08 %
5) εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα της Sharp
6) να διατάξει κάθε άλλο μέτρο που θα κρίνει νόμιμο ή δίκαιο λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τη Sharp στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή και η Cetma άσκησαν παρέμβαση υπέρ των αιτημάτων του Συμβουλίου.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η Sharp επικαλείται πέντε λόγους ακυρώσεως, τους εξής:
1) εσφαλμένη κατασκευή της κανονικής αξίας, καθότι η αξία αυτή περιλαμβάνει περιθώριο κέρδους 47,91 % επί του κόστους
2) κανονική αξία μη υπολογισθείσα στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" και εσφαλμένη σύγκριση της ως άνω υπολογισθείσας κανονικής αξίας με την τιμή εξαγωγής, η οποία υπολογίστηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο"
3) εσφαλμένη αφαίρεση από την τιμή εξαγωγής ενός ποσού για τη χορηγηθείσα στη Sharp Γερμανίας πίστωση
4) δυσμενής διάκριση έναντι της εταιρίας Nakajima και
5) αδικαιολόγητη είσπραξη του προσωρινού δασμού με το συντελεστή 21,1 %.
Πρώτος λόγος ακυρώσεως: εσφαλμένη κατασκευή της κανονικής αξίας, καθότι η αξία αυτή περιλαμβάνει περιθώριο κέρδους 47,91 % επί του κόστους
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Sharp υποστηρίζει ότι η χρησιμοποίηση περιθωρίου κέρδους 32,39 % επί του κύκλου εργασιών (47,91 % επί του κόστους) - το οποίο υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει το περιθώριο κέρδους άλλου προμηθευτή - για την κατασκευή της κανονικής αξίας των ηλεκτρονικών γραφομηχανών της Sharp: α) όταν συνδυάζεται με τη χρησιμοποίηση του κόστους της ίδιας της προσφεύγουσας, είναι προφανώς αλυσιτελής, διότι δεν μπορούν να εξεταστούν χωριστά, όπως προκύπτει ότι συνέβη σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, αφενός το περιθώριο κέρδους το οποίο ελπίζει να επιτύχει ο προμηθευτής και, αφετέρου, το κόστος αυτού του προμηθευτή καθώς και οι τιμές στις οποίες μπορούσαν να πωληθούν τα προϊόντα τους, και β) αντιβαίνει στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου, καθόσον η χρησιμοποίηση της μεθόδου αυτής δεν επιτρέπει στους εξαγωγείς να γνωρίζουν τι οφείλουν να πράξουν ώστε να μην κινδυνεύουν να θεωρηθούν ότι πωλούν τα προϊόντα τους σε τιμές ντάμπινγκ εντός της Κοινότητας.
Τα λεπτομερή επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη αυτού του λόγους ακυρώσεως, και τα οποία συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είναι, κατά τη γνώμη μου, απορριπτέα για τους λόγους που αναπτύσσω με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC καθώς και στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 277 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου.
Δεύτερος λόγος ακυρώσεως: κανονική αξία μη υπολογισθείσα στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο" και εσφαλμένη σύγκριση της ως άνω υπολογισθείσας αξίας με την τιμή εξαγωγής, η οποία υπολογίστηκε στο στάδιο "έξοδος από το εργοστάσιο"
Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Sharp υποστηρίζει ότι ο λόγος τον οποίο επικαλούνται η Επιτροπή και το Συμβούλιο για να δικαιολογήσουν το ότι δεν δέχτηκαν, κατά την κατασκευή της κανονικής αξίας, προσαρμογές για το σύνολο του κόστους της ιαπωνικής θυγατρικής εταιρίας της Sharp που ήταν επιφορτισμένη με τις εσωτερικές πωλήσεις, συνίσταται στο ότι "η σύνθεση των κατηγοριών των πελατών είναι παρόμοια και για την εσωτερική και για την εξωτερική αγορά" και ότι "επομένως δεν είναι δυνατή καμία προσαρμογή". Το επιχείρημα αυτό παρουσιάζει δύο αδυναμίες, τουλάχιστον όσον αφορά την περίπτωση της Sharp. Πρώτον, ακόμα και αν η σύνθεση των κατηγοριών των πελατών ήταν παρόμοια στην εσωτερική και στην εξωτερική αγορά, αυτό δεν αποτελούσε λόγο για να περιληφθεί στην κανονική αξία μέρος του κόστους της θυγατρικής εταιρίας εσωτερικών πωλήσεων και να αφαιρεθεί από την τιμή εξαγωγής το σύνολο των ευρωπαϊκών θυγατρικών εταιριών πωλήσεων. Δεύτερον, εφόσον η Sharp, και κατά συνέπεια η θυγατρική εταιρία της εσωτερικών πωλήσεων, πραγματοποιούσε αμελητέες πωλήσεις ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην εσωτερική αγορά (εξ ου και η ανάγκη κατασκευής της κανονικής αξίας στην περίπτωση της Sharp), δεν υπήρχαν "κατηγορίες πελατών στην εσωτερική αγορά" και, κατά μείζονα λόγο, "η σύνθεση των κατηγοριών των πελατών" δεν μπορούσε να είναι, όπως υποστηρίζεται στην εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη, "παρόμοια και για την εσωτερική και για την εξωτερική αγορά". Κατά συνέπεια, ο λόγος που προβάλλεται με την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού για την απόρριψη του αιτήματος της Sharp είναι αβάσιμος και εσφαλμένος. Κατά τη Sharp, η σύγκριση που πραγματοποιήθηκε με τον τρόπο αυτό μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας δεν ήταν ορθή, δεν αναφερόταν στο ίδιο στάδιο εμπορίας και δεν αποτελούσε δίκαιη σύγκριση, όπως επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού.
Τα επιχειρήματα αυτά είναι, κατά τη γνώμη μου, απορριπτέα για τους λόγους που εκθέτω με τις προτάσεις μου στις υποθέσεις ΤΕC και Canon.
Τρίτος λόγος ακυρώσεως: εσφαλμένη αφαίρεση από την τιμή εξαγωγής ενός ποσού για την χορηγηθείσα στη Sharp Γερμανίας πίστωση
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεωςη, η Sharp υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή όφειλει να κατασκευάσει την τιμή εξαγωγής όχι βάσει της αξίας που είχε για τον πελάτη η πίστωση στο εθνικό του νόμισμα, αλλά βάσει των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Sharp Γερμανίας προκειμένου να δανειστεί σε DΜ (ή των εξόδων στα οποία θα είχαν υποβληθεί οι πελάτες στα άλλα κράτη μέλη αν είχαν δανειστεί σε DΜ, πράγμα το οποίο καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα).
Το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού δεν περιέχει καμία ρητή διάταξη προβλέπουσα το ζήτημα το οποίο θίγει η Sharp. Είναι μεν αληθές ότι αναφέρεται σε "όλα τα έξοδα που έχουν ανακύψει μεταξύ εισαγωγής και μεταπωλήσεων" καθώς και στα "παρεπόμενα έξοδα" από την άλλη, όμως, πλευρά, αντικείμενο του άρθρου αυτού είναι η θέσπιση κανόνων για την κατασκευή της τιμής εξαγωγής. Λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου αυτού, θεωρώ το επιχείρημα ότι σημασία έχει η αξία της πιστώσεως για τον αγοραστή και όχι το κόστος της πιστώσεως για τον πωλητή, αρκετά πειστικό, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), του βασικού κανονισμού αφορά την πραγματική τιμή μεταπωλήσεως των προϊόντων στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή. Από την οπτική αυτή γωνία, όμως, δεν έχει σημασία το κόστος της πιστώσεως για τον πωλητή. Θεωρώ ότι οι κοινοτικές αρχές δεν υπερέβησαν τα όρια των εξουσιών τους με το να χρησιμοποιήσουν προς τούτο τα επιτόκια που ίσχυαν για τα εθνικά νομίσματα των κρατών μελών στα οποία ήταν εγκατεστημένοι οι αγοραστές, δεδομένου ότι δεν αποδείχτηκε ότι οι αγοραστές δεν δανείζονταν σε DΜ αντί να δανειστούν - όπως θα ήταν φυσικό - στο νόμισμα του δικού τους κράτους μέλους αν, χρειαζόταν να αναζητήσουν πίστωση από άλλη πηγή. Κατά συνέπεια, θεωρώ απορριπτέο τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει η Sharp.
Τέταρτος λόγος ακυρώσεως: δυσμενής διάκριση έναντι της εταιρίας Nakajima
Με τον τέταρτο λόγος ακυρώσεως, η Sharp υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο αποφάσισε να εκδώσει τον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού και να επιβάλει δασμούς αντιντάμπινγκ στη Sharp και σε άλλους εξαγωγείς, χωρίς να προβλέψει, συγχρόνως, τουλάχιστον την επιβολή προσωρινού δασμού στη Nakajima All Co. Ltd (στο εξής: Nakajima), η οποία να βασίζεται, όσον αφορά το περιθώριο κέρδους, στην ίδια νέα συλλογιστική που χρησιμοποιήθηκε και για τον υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε στην Sharp.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό το επιχείρημα της Sharp δεν ευσταθεί: όταν ένας εξαγωγέας εφαρμόζει τιμές ντάμπινγκ, υπάρχει όντως ντάμπινγκ εκ μέρους του και δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη επικαλούμενος άλλον εξαγωγέα ο οποίος ενδεχομένως εφαρμόζει ή δεν εφαρμόζει τιμές ντάμπινγκ. Για το λόγο αυτό, θεωρώ, όπως εκθέτω και με τις προτάσεις μου στην υπόθεση ΤΕC, ότι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Sharp πρέπει να απορριφθεί.
Πέμπτος λόγος ακυρώσεως: αδικαιολόγητη είσπραξη του προσωρινού δασμού με το συντελεστή 21,1 %
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η Sharp υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν έπρεπε να διατάξει την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού από τη Sharp με συντελεστή μεγαλύτερο από ένα μειωμένο συντελεστή (ήτοι 16,08 %), λαμβανομένου υπόψη του αριθμητικού σφάλματος που είχε εμφιλοχωρήσει στον αρχικό υπολογισμό.
Η Επιτροπή αναγνώρισε την ύπαρξη του εν λόγω σφάλματος. Δήλωσε δε τα εξής: "Στο πλαίσιο της προσωρινής εκτιμήσεως, η Επιτροπή υπολόγισε το περιθώριο ντάμπινγκ επί των πωλήσεων της Sharp στις εξής χώρες: Βέλγιο, Δανία, Κάτω Χώρες, Ιταλία, Ιρλανδία, Γαλλία και Γερμανία. Οι πωλήσεις των εμπορευμάτων που προορίζονταν για τις χώρες αυτές πραγματοποιήθηκαν σε DΜ, εκτός από τις πωλήσεις προς το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, όπου οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν σε λίρες Ηνωμένου Βασιλείου. Ως εκ τούτου, το περιθώριο ντάμπινγκ υπολογίστηκε σε DΜ σε όλες τις περιπτώσεις, πλην των περιπτώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας. Προκειμένου να ευρεθεί ένα σταθμισμένο μέσο ποσοστό περιθωρίου ντάμπινγκ ... έπρεπε να μετατραπεί σε DΜ το περιθώριο ντάμπινγκ που είχε υπολογιστεί για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Η μετατροπή αυτή δεν έγινε. Συνεπώς, στον τελικό υπολογισμό κάθε λίρα Ηνωμένου Βασιλείου εξομοιώθηκε προς ένα DΜ, πράγμα το οποίο οδήγησε, φυσικά, σε εσφαλμένο αποτέλεσμα". Εξάλλου, η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν αμφισβήτησαν το ποσοστό 16,08 % το οποίο προέκυπτε από τους υπολογισμούς της Sharp.
Η Επιτροπή, όταν η Sharp της επισήμανε το σφάλμα, απάντησε, με έγγραφο της 7ης Φεβρουαρίου 1985, τα εξής: "Η Επιτροπή δεν σκοπεύει να τροποποιήσει τον προσωρινό δασμό ενόψει του σφάλματος υπολογισμού το οποίο αναφέρει η Sharp. Πράγματι, στους υπολογισμούς ανακαλύφθηκαν άλλες δύο ανακρίβειες, οι οποίες αυτή τη φορά δεν ευνοούν τη Sharp και οι οποίες θα ληφθούν επίσης υπόψη κατά τον οριστικό καθορισμό του δασμού". Στο Δικαστήριο δεν παρασχέθηκαν διευκρινίσεις ούτε ως προς τη φύση ούτε ως προς την έκταση των "ανακριβειών" αυτών. Εντούτοις, η Επιτροπή καθόρισε, βάσει των ανωτέρω στοιχείων, σε 21,1 % το συντελεστή του προσωρινού δασμού.
Το Συμβούλιο δήλωσε - χωρίς, νομίζω, να αντιλέξει η Sharp - ότι οι δύο ομάδες σφαλμάτων ελήφθησαν υπόψη κατά τον οριστικό καθορισμό του δασμού, όπως είχε αναγγελθεί με το έγγραφο της Επιτροπής. Τελικώς υπολογίστηκε περιθώριο ντάμπινγκ κατά πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που είχε ληφθεί υπόψη με τον κανονισμό περί επιβολής προσωρινού δασμού (52,98 αντί 21,1 %). Το Συμβούλιο θεώρησε, επίσης, ότι οι εισαγωγές προϊόντων της Sharp σε τιμές ντάμπινγκ είχαν προξενήσει στην κοινοτική βιομηχανία ζημία ύψους 32,38 %, βάσει δε του μεγέθους αυτού, το οποίο ήταν το μικρότερο από τα δύο μεγέθη, καθορίστηκε σε 32 % ο συντελεστής του οριστικού δασμού.
Κατά τη γνώμη μου, το σφάλμα που επικαλείται η Sharp ελήφθη υπόψη με τον κανονισμό περί επιβολής οριστικού δασμού. Εφόσον οι τελικοί υπολογισμοί δικαιολογούσαν συντελεστή υψηλότερο από το συντελεστή που είχε καθοριστεί για τον προσωρινό δασμό (32 αντί 21,1 %), οι κοινοτικές αρχές ουδόλως ήταν υποχρεωμένες να εισπράξουν τον προσωρινό δασμό με συντελεστή κατώτερο από αυτόν που είχε αρχικά καθοριστεί.
Η Sharp υποστηρίζει, επίσης, ότι μπορούσε να προσβάλει επιτυχώς τον κανονισμό περί επιβολής προσωρινών δασμών και να επιτύχει την ακύρωσή του λόγω του αριθμητικού αυτού σφάλματος, δεν το έπραξε όμως ενόψει της δεσμεύσεως της Επιτροπής να λάβει υπόψη της το σφάλμα αυτό κατά τον οριστικό καθορισμό του δασμού.
Από το κείμενο του προαναφερθέντος εγγράφου της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εισπραχθεί ο προσωρινός δασμός με συντελεστή χαμηλότερο από τον πλήρη συντελεστή (21,1 %). Απλώς δήλωσε ότι το σφάλμα που είχε επικαλεστεί η Sharp θα λαμβανόταν υπόψη, κατά τον οριστικό καθορισμό του δασμού, μαζί με τα άλλα αντίθετα σφάλματα, πράγμα το οποίο όντως έγινε. Κανένα στοιχείο του εγγράφου αυτού δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στη Sharp, ούτε να δεσμεύσει τις κοινοτικές αρχές. Εξάλλου, δεν μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι η προσφυγή κατά του κανονισμού περί επιβολής προσωρινού δασμού θα είχε οπωσδήποτε ευδοκιμήσει, δεδομένου ότι στο Δικαστήριο δεν παρασχέθηκαν στοιχεία όσον αφορά την έκταση των λοιπών σφαλμάτων υπολογισμού.
Θεωρώ, επομένως, ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Sharp πρέπει να απορριφθεί.
Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί η υπό κρίση προσφυγή και να καταδικαστεί η Sharp στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Cetma.
(*) Μετάφραση από την αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy