ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 9ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο Huybrechts, υπάλληλος της Επιτροπής που άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος « Ενέργεια, ορυχεία, βιομηχανία » αρχικά ως αναπληρωτής, στη συνέχεια δε προσωρινά από 1ης Σεπτεμβρίου 1983 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1984, αμφισβητεί την απόφαση της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, με την οποία πληρώθηκε οριστικά η θέση, για την οποία είχε υποβάλει υποψηφιότητα ο προσφεύγων, με το διορισμό διά προαγωγής του Delorme, ενός από τους συναδέλφους του. Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης Δεκεμβρίου 1982 μέχρι τα τέλη του 1984 ο Delorme είχε ασκήσει διαδοχικώς τα καθήκοντά του ως μέλους, αναπληρωτή διευθυντή και διευθυντή του γραφείου του επιτρόπου Pisani, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν αρμόδιος για θέματα αναπτύξεως.
Ο προσφεύγων προβάλλει συναφώς τρεις λόγους.
2.
Με τον πρώτο λόγο, προσάπτει στην ΑΔΑ ότι δεν προέβη προηγουμένως σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των διαφόρων υποψηφίων.
Ας σημειωθεί ευθύς εξαρχής ότι το βάρος της αποδείξεως για την προσαπτόμενη παράβαση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων φέρει ο προσφεύγων, ο οποίος όφειλε ειδικότερα να αποδείξει ότι η ΑΔΑ δεν διέθετε τους προσωπικούς φακέλους όσων υπέβαλαν υποψηφιότητα, ιδίως δε όλες τις εκθέσεις κρίσεως. Επ' αυτού, η έλλειψη επίσημου βεβαιωτικού εγγράφου περί διαβιβάσεως των φακέλων δεν έχει καθόλου αποφασιστική σημασία.
Σημασία έχει ότι τα συναφή έγγραφα των προσωπικών φακέλων όλων των υποψηφίων και, ιδίως, των εκθέσεων κρίσεως τους εξετάστηκαν προσηκόντως, όπως προκύπτει σαφώς τόσο από τη γνωμοδότηση 48/84 της συμβουλευτικής επιτροπής για τους διορισμούς στους βαθμούς Α 2 και Α 3, η οποία προέβη στην πρώτη επιλογή, όσο και από τα ειδικά πρακτικά 763, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, της συνεδριάσεως, κατά τη διάρκεια της οποίας η ΑΔΑ έλαβε την απόφαση της· τα έγγραφα αυτά προσκόμισε η Επιτροπή ύστερα από σχετικό αίτημα του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
3.
Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας. Κατά τον προσφεύγοντα, η αντικειμενική σύγκριση των προσόντων των δύο ενδιαφερόμενων υποψηφίων αδιαφιλονίκητα τον ευνοούσε, επιπλέον δε καθιστούσε σαφές ότι το συμφέρον του προσφεύγοντος για προαγωγή υπερτερούσε έναντι του άλλου. Έτσι, το συμφέρον της υπηρεσίας και η υποχρέωση αρωγής απαιτούσαν την εκ μέρους της ΑΔΑ εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση του διορισμού του Delorme.
Η προσβαλλόμενη απόφαση προφανώς δεν είναι αιτιολογημένη. Η διοίκηση πληροφόρησε απλώς τον προσφεύγοντα ότι δεν μπόρεσε να κάνει δεκτή την υποψηφιότητα του για την προς πλήρωση θέση.
Αυτό δεν είναι ασύνηθες. Πράγματι, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο,
« η ΑΔΑ δεν είναι υποχρεωμένη να αιτιολογεί τις αποφάσεις της έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων, δεδομένου ότι υπάρχει κίνδυνος οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις να αποβούν επιζήμιες για τους τελευταίους ή τουλάχιστον για ορισμένους από αυτούς » ( 1 ).
Όσον αφορά την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως που ασκήθηκε κατά της προαγωγής, διευκρινίζεται ότι
«δεδομένου ότι οι προαγωγές γίνονται “με επιλογή ”, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η αιτιολογία πρέπει να αναφέρεται απλώς στην ύπαρξη των νόμιμων προϋποθέσεων από τις οποίες ο κανονισμός εξαρτά το νομότυπο της προαγωγής » ( 2 ).
Η σχετική νομολογία είναι απόλυτα δικαιολογημένη. Οιαδήποτε προαγωγή ύστερα από «συγκριτική εξέταση των προσόντων» και των εκθέσεων κρίσεως των υποψηφίων πρέπει να γίνεται « αποκλειστικά με επιλογή », για να επαναλάβω κατά γράμμα το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά συνέπεια, η προαγωγή στηρίζεται σε μια αξιολόγηση, η λεπτομερής επεξήγηση της οποίας στο πλαίσιο της απόφασης περί διορισμού θα εμπεριείχε τον κίνδυνο να αποκαλυφθούν, κατά τρόπο βλαπτικό για το επαγγελματικό μέλλον των ενδιαφερομένων, οι λόγοι που ώθησαν την ΑΔΑ να μην κάνει δεκτή την υποψηφιότητά του.
Όσον αφορά την απόφασή της περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος, η Επιτροπή δεν περιορίστηκε απλώς να παραπέμψει στις νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 45, πράγμα που, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, είναι μεν λακωνικός αλλά επαρκής τρόπος αιτιολογήσεως ( 3 ). Η απορριπτική απόφαση περιλαμβάνει περισσότερο λεπτομερή αιτιολογία, δεδομένου ότι ελήφθη ύστερα από « ενδελεχή εξέταση » της καταστάσεως του προσφεύγοντος « σε σύγκριση με εκείνη του Delorme » και αφού ελήφθησαν υπόψη « ειδικώς τα στοιχεία » που ανέφερε ο προσφεύγων.
Οι σκέψεις αυτές επαρκούν για την απόρριψη του δεύτερου λόγου, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν ο Huybrechts είχε, όπως ισχυρίζεται, υπέρτερο δικαίωμα προσδοκίας για προαγωγή σε σχέση με τον διορισθέντα υποψήφιο, εφόσον η επιχειρηματολογία αυτή επεδίωκε αποκλειστικά να στηρίξει το αίτημα για λεπτομερή αιτιολόγηση στην οποία η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί.
Είναι, πάντως, χρήσιμο να υπομνηστεί στο σημείο αυτό ότι, όπως έχει κρίνει με πάγια νομολογία του το Δικαστήριο, σε παρόμοια περίπτωση,
« για τη στάθμιση του συμφέροντος της υπηρεσίας και των προσόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της αποφάσεως που προβλέπει το άρθρο 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως »
έτσι ώστε
« ο έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν η διοίκηση κινήθηκε, σε ό,τι αφορά τις μεθόδους και διαδικασίες που ακολούθησε για τη διαμόρφωση της κρίσεως της, σε αποδεκτά όρια και δεν άσκησε την εξουσία της κατά τρόπο προφανώς πεπλανημένο » ( 4 ).
Πράγματι, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο, υποκαθιστώντας με την κρίση του εκείνη της διοικήσεως, να καθορίσει αν η επιλογή της τελευταίας είναι δικαιολογημένη ( 5 ). Αλλ' ακόμη και αν από μια συγκριτική αντιπαράθεση των προσόντων των δύο υποψηφίων ανέκυπταν ορισμένες αντικειμενικές διαφορές υπέρ του προσφεύγοντος, και πάλι θα απέμενε να γίνει η σχετική αξιολόγηση τους, γεγονός που εμπίπτει ακριβώς στο πεδίο της αποκλειστικής αρμοδιότητας της ΑΔΑ.
Ενόψει των απαιτούμενων με την ανακοίνωση του διαγωνισμού προσόντων, δεν εμφαίνεται ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ικανότητα διευθύνσεως μιας διοικητικής μονάδας όσο και την επαγγελματική πείρα ή τη συμπεριφορά στην υπηρεσία. Τέλος, πρέπει να υπομνηστεί ότι η διακριτική ευχέρεια της ΑΔΑ στηρίζεται στο συμφέρον της υπηρεσίας έναντι του οποίου δεν μπορεί να υπερισχύσει το συμφέρον των υποψηφίων, με αποτέλεσμα η αιτίαση που αναφέρεται στην παράβαση της υποχρεώσεως αρωγής να μην είναι εν προκειμένω ουσιώδης.
4.
Ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως ερείδεται στην κατάχρηση εξουσίας. Πράγματι, κατά τον προσφεύγοντα, με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή δεν επεδίωξε να διορίσει προς το συμφέρον της υπηρεσίας τον υπάλληλο που ήταν ικανότερος να ασκήσει τα καθήκοντα του προϊσταμένου τμήματος, αλλά να εξασφαλίσει ένα σημείο προσγειώσεως — απ' όπου προέρχεται και η έκφραση, που αυτός χρησιμοποίησε, του « αλεξιπτωτισμού » — για το συνεργάτη ενός επιτρόπου, ο οποίος ανέλαβε άλλα καθήκοντα κατά το τέλος του 1984.
Προς στήριξη της αιτιάσεως του αυτής, ο Huybrechts επικαλείται καταρχάς την έλλειψη αιτιολογίας. Έχω ήδη διατυπώσει την άποψη ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
Στη συνέχεια, ο προσφεύγων επικαλείται ιδίως μία εγκύκλιο της 7ης Νοεμβρίου 1984 του συνδικαλιστικού οργάνου του προσωπικού που προανάγγειλε το διορισμό υποψηφίου, ο οποίος δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Delorme.
Το δεύτερο αυτό στοιχείο δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό στοιχείο ικανό να στηρίξει την προβαλλόμενη αιτίαση. Η ακρίβεια της προβλέψεως αυτής μπορεί να είναι απλή σύμπτωση, ίσως μάλιστα τίποτα άλλο από την επιβεβαίωση μιας διαισθήσεως. Δεν μπορεί αφεαυτής να στοιχειοθετήσει κατάχρηση εξουσίας.
Τέλος, η καθυστέρηση με την οποία η Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως συνιστά για τον προσφεύγοντα ένα ακόμη ενδεικτικό στοιχείο. Ενόψει της προβλεπόμενης αποχωρήσεως του Pisani, καταβλήθηκε προσπάθεια, έτσι ώστε η θέση να κρατηθεί για τον υποψήφιο που διορίστηκε τελικά.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ανακοίνωση κενής θέσεως δημοσιεύτηκε τουλάχιστον ένα χρόνο μετά την αποχώρηση του υπαλλήλου που την κατείχε προηγουμένως, σε χρόνο δηλαδή εγγύτατο προς την αποχώρηση του επιτρόπου Pisani.
Επ' αυτού, όπως άλλωστε αναγνώρισε ο ίδιος ο προσφεύγων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το γεγονός ότι ο ένας από τους υποψηφίους προέρχεται από το γραφείο ενός επιτρόπου δεν σημαίνει αφεαυτού ότι συνιστά εκδήλωση καταχρήσεως εξουσίας, εφόσον τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Αν αντίθετα προέκυπτε ότι η Επιτροπή καθυστέρησε εσκεμμένα τη δημοσίευση της ανακοινώσεως κενής θέσεως, προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόσληψη συγκεκριμένου υποψηφίου, τότε το στοιχείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη προς στήριξη της προβαλλόμενης από τον προσφεύγοντα αιτιάσεως.
Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Πράγματι, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η επίδικη θέση δεν κατέστη δυνατό να κενωθεί αμέσως λόγω, σε μια πρώτη φάση, της εκ νέου διαθέσεώς της σε άλλο τμήμα, στη συνέχεια δε, μετά την « αποδέσμευσή της » από 1ης Απριλίου 1984, επειδή οι δεσμεύσεις που επιβάλλονταν από τον προϋπολογισμό ώθησαν τη διοίκηση να δημοσιεύσει την ανακοίνωση κενών θέσεων στο βαθμό Α 3 που κρίθηκε ότι έπρεπε να προηγηθούν.
Οι εξηγήσεις αυτές, τις οποίες άλλωστε δεν αμφισβητεί ο προσφεύγων, είναι επαρκείς. Σε τελική ανάλυση, το μόνο που μπορεί να αντιτάξει ο Huybrechts είναι η σύμπτωση ως προς τις ημερομηνίες.
Τελικά, από την επίδικη απόφαση περί προαγωγής δεν συνάγεται
« ότι, βάσει αντικειμενικών, ουσιωδών και συγκλινουσών ενδείξεων, εξεδόθη για την επίτευξη σκοπών ξένων προς αυτούς των οποίων γίνεται επίκληση » ( 6 ).
Ο τελευταίος αυτός λόγος είναι, επομένως, απορριπτέος όπως και οι προηγούμενοι.
5.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή του Huybrechts, ο οποίος πρέπει να φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, τα έξοδά του.
( *1 ) Μετάφραση από τα γαλλικά.
( 1 ) Υπόθεση 188/73, Grassi, Rec. 1974, σ. 1099, σκέψη 12.
( 2 ) Προαναφερθείσα υπόθεση 188/73, σκέψη 14.
( 3 ) Προαναφερθείσα υπόθεση 188/73, σκέψεις 16 και 17.
( 4 ) Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, στην υπόθεση 26/85, Vaysse, Συλλογή 1986, σ. 3131, σκέψη 26.
( 5 ) Υπόθεση 282/81, Ragusa, Συλλογή 1983, σ. 1245, σκέψη 13.
( 6 ) Υπόθεση 69/83, Lux, Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 30.
Full & Egal Universal Law Academy