ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 23ης Οκτωβρίου 1986 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικασνές,
1.
Στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας Villa Banfi, αφενός, και της Regione Toscana (περιφέρειας της Τοσκάνης), του Ispettorato provinciale dell' agricoltura ( Επαρχιακής Επιθεωρήσεως Γεωργίας) της Siena, καθώς και των Svelto Riccò και Luigi Garelli, αφετέρου, το Tribunale amministrativo regionale ( TAR ) ( περιφερειακό διοικητικό πρωτοδικείο ) της Τοσκάνης σας ζητεί να αποσαφηνίσετε την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, την οποία περιέχει το άρθρο 3 της οδηγίας 72/159 του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, περί εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων ( GU L 96, σ. 1 ). Ειδικότερα, ο παραπέμπων δικαστής ζητεί να πληροφορηθεί αν η έκφραση αυτή αναφέρεται σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και, ως προς τα τελευταία, αν τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν ορισμένους τύπους επιχειρήσεων, όπως οι società per azioni (ανώνυμες εταιρίες), από την υπαγωγή στις ευεργετικές διατάξεις που τίθενται υπέρ των προσώπων που εμπίπτουν στο εν λόγω άρθρο.
2.
Τα πραγματικά περιστατικά: Με τις από 11 Φεβρουαρίου, 31 Μαΐου και 13 Νοεμβρίου 1978 αιτήσεις της, η SpA Villa Banfi, που έχει έδρα τη Ρώμη, ζήτησε από τη Regione Toscana: α) άδεια φυτεύσεως και επαναφυτεύ-σεως αμπελώνων στην κοινότητα Montalcino β )την έκδοση αποφάσεως περί διαρκούς απαγορεύσεως της χρήσεως των αγροκτημάτων προς αγρομίσθωση ή βοσκή, λόγω ασυμβιβάστου των χρήσεων αυτών με το νέο τους προορισμό. Με την απόφαση 150 της 30ης Απριλίου 1979, η Giunta regionale (το περιφερειακό εκτελεστικό συμβούλιο) επικύρωσε μεν την άδεια που είχε χορηγήσει στην εταιρία το Ufficio provinciale dell' agricoltura (η Επαρχιακή Επιθεώρηση Γεωργίας) της Siena, σχετικά με τη φύτευση 54 εκταρίων αμπελώνων ειδικών για την παραγωγή οίνου DOC Brunello di Montalcino, αρνήθηκε όμως, βάσει των εν ισχύι κοινοτικών, εθνικών και περιφερειακών διατάξεων, να χορηγήσει άδεια νέας φυτεύσεως ειδικών αμπελώνων 245,27 εκταρίων. Κατά συνέπεια, δεν εξέδωσε την άδεια εφαρμογής του σχεδίου μετατροπής της χρήσεως γης. Για να θεμελιώσει την άρνηση αυτή, η Giunta προέβαλε τρεις λόγους: α) ο κανονισμός 1162/76 (GU L 135, σ. 23), περί μέτρων που αποσκοπούν στην προσαρμογή του αμπελουργικού δυναμικού στις ανάγκες της αγοράς, εξαιρεί από την απαγόρευση φυτεύσεως αμπελώνων τις νέες φυτεύσεις που πραγματοποιούνται εις εκτέλεση σχεδίων αναπτύξεως των γεωργικών εκμεταλλεύσεων υπό τις προϋποθέσεις της οδηγίας 72/159 (GU L 96, σ. 1 ) β) το άρθρο 13 του εθνικού νόμου 153 της 9ης Μαΐου 1975, με τον οποίο ετέθη σε εφαρμογή η εν λόγω οδηγία, και τα άρθρα 5 και 7 του νόμου 71 της περιφέρειας της Τοσκάνης, της 7ης Σεπτεμβρίου 1977, θεσπίζουν ειδικό σύστημα παρεμβάσεως υπέρ των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και των ενώσεων τους, το οποίο, προκειμένου περί νομικών προσώπων, εφαρμόζεται μόνο στους γεωργικούς συνεταιρισμούς και στις ενώσεις παραγωγών που έχουν τη γεωργία ως κύρια απασχόληση γ ) η εταιρία Villa Banfi δεν ανήκει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες.
Η Villa Banfi προσέφυγε τότε στο TAR της Τοσκάνης ( με δικόγραφα της 6ης και της 7ης Ιουνίου 1979) ζητώντας την ακύρωση της άρνησης παροχής αδείας για τη φύτευση ειδικών αμπελώνων, ως στηριζόμενης σε παράνομη συνδυασμένη εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού και του εσωτερικού δικαίου ή εν πάση περιπτώσει σε διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που αντιβαίνουν προς την κοινοτική ρύθμιση. Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι ο εθνικός και ο περιφερειακός νόμος, με τον ορισμό που δίνουν στον κάτοχο γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, βαίνουν πέραν των ορίων της οδηγίας 72/159, κατά την οποία το δικαίωμα φυτεύσεως νέων αμπελώνων — που εξυπακούεται άλλωστε από το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος του κατόχου αμπελοοινικής επιχειρήσεως — εξασφαλίζεται σε κάθε τύπου επιχειρηματία, είτε πρόκειται για φυσικό είτε για νομικό πρόσωπο. Και οι ανώνυμες εταιρίες, επομένως, δεν μπορούν να αποκλείονται από το εθνικό σύστημα που έχει δημιουργηθεί κατ' εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας.
Με Διάταξη της 23ης Ιανουαρίου 1981 (που διαβιβάστηκε όμως στη γραμματεία του Δικαστηρίου μόλις στις 16 Οκτωβρίου 1985 ), το TAR της Τοσκάνης διέταξε την αναβολή της έκδοσης οριστικής αποφάσεως και, επειδή διατηρούσε αμφιβολίες για το αν η ιταλική νομοθεσία συμβιβάζεται τόσο προς το άρθρο 3 της οδηγίας 72/159, όσο και προς τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τη Συνθήκη ΕΟΚ και από το Σύνταγμα, υπέβαλε « ερώτημα που αφορά την ερμηνεία της οδηγίας, σε σχέση προς τον εθνικό και τον περιφερειακό νόμο που προαναφέρθηκαν, στην κρίση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ».
3.
Ας εξετάσουμε καταρχάς τις τέσσερις πηγές κανόνων δικαίου — δύο του κοινοτικού και δύο του εθνικού — για τις σχέσεις των οποίων ερίζουν οι διάδικοι στην κύρια δίκη. Η οδηγία 72/159, που εκδόθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου Mansholt, επιδιώκει την αισθητή βελτίωση του εισοδήματος και των συνθηκών εργασίας και παραγωγής στη γεωργία παρέχοντας κίνητρα στις εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να αναπτυχθούν. Προς το σκοπό αυτό, το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη καθιερώνουν ένα επιλεκτικό σύστημα μέτρων, σκοπός του οποίου είναι να διευκολυνθούν η λειτουργία και η ανάπτυξη των εκμεταλλεύσεων αυτών υπό ορθολογικές συνθήκες, ενώ η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου τους παρέχει την εξουσία να διαφοροποιούν, ανάλογα με την περιοχή, το ύψος των οικονομικών κινήτρων που προβλέπονται από την οδηγία ή, σε ορισμένες περιφέρειες, να μην τα εφαρμόζουν εν όλω ή εν μέρει. Κατά το άρθρο 2, θεωρούνται ότι είναι « σε θέση να αναπτυχθούν » οι εκμεταλλεύσεις, ο κάτοχος των οποίων έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία, διαθέτει επαγγελματική επάρκεια, αναλαμβάνει την υποχρέωση να τηρεί λογιστικά βιβλία, καταρτίζει σχέδιο αναπτύξεως σύμφωνα προς τις προϋποθέσεις της οδηγίας και έχει από την εργασία του στην εκμετάλλευση του εισόδημα κατώτερο από εκείνο που αποφέρει η εργασία σε άλλους τομείς εκτός της γεωργίας στην ίδια περιοχή.
Ακολουθεί το επίμαχο άρθρο 3. Στο εδάφιο 1 της παραγράφου 1 προβλέπεται ότι « τα κράτη μέλη ορίζουν την έννοια του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία κατά τρόπο σύμφωνο με την οδηγία » προκειμένου περί φυσικών προσώπων, η έννοια αυτή « περιέχει... τουλάχιστον την προϋπόθεση ότι το εισόδημα από τη γεωργική εκμετάλλευση πρέπει να είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το 50 % του συνολικού εισοδήματος του κατόχου της εκμεταλλεύσεως... καθώς και ότι ο χρόνος εργασίας που αφιερώνει ο κάτοχος αυτός σε δραστηριότητες ξένες προς τη γεωργική εκμετάλλευση πρέπει να είναι λιγότερος από το ήμισυ του συνολικού χρόνου απασχολήσεώς του... ». Το δεύτερο εδάφιο προσθέτει ότι « λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα κριτήρια που τίθενται στο προηγούμενο εδάφιο, τα κράτη μέλη ορίζουν την έννοια αυτή ( και ) προκειμένου περί προσώπων άλλων πλην των φυσικών προσώπων », περί γεωργικών εκμεταλλεύσεων ο κάτοχος των οποίων δεν είναι και κύριος και περί εκμεταλλεύσεων που εκμισθώνονται με επίμορτο αγροληψία.
Η Ιταλική Δημοκρατία εξέδωσε το νόμο 153 της 9ης Μαΐου 1975 ( GURI 1975, σ. 3298 ), για να θέσει σε εφαρμογή την προαναφερθείσα οδηγία. Το άρθρο 13, που περιλαμβάνεται στον τίτλο III (εκσυγχρονισμός και βελτίωση των γεωργικών δομών ), τμήμα Ι ( παρεμβάσεις για την υλοποίηση των σχεδίων αναπτύξεως), ορίζει συγκεκριμένα ότι μπορούν να υπαχθούν στα ευεργετικά μέτρα που προβλέπονται σ' αυτό τον τίτλο, εκτός από τα φυσικά πρόσωπα, και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί σύμφωνα με την περί συνεταιρισμών νομοθεσία, καθώς και οι ενώσεις παραγωγών. Είναι όμως απαραίτητο τα μέλη του συνεταιρισμού ή της ενώσεως να πορίζονται από την απασχόληση τους στην εκμετάλλευση τους ή στο συνεταιρισμό ή την ένωση τουλάχιστον το 50 % του εισοδήματός τους και να αφιερώνουν στην απασχόληση τους αυτή τουλάχιστον το 50% του χρόνου εργασίας τους.
Προς τις αρχές αυτές προσαρμόστηκε και ο περιφερειακός νόμος 71 της 7ης Σεπτεμβρίου 1977 ( Bolletino ufficiale della regione Toscana, τεύχος 52, της 16.9.1977). Ο νόμος αυτός καθιερώνει ένα σύστημα παρεμβάσεων, το οποίο, κατά το άρθρο 6, εφαρμόζεται: α) σε όσους καλλιεργούν οι ίδιοι τους αγρούς τους, ως κύριοι, μισθωτές ή αγρολήπτες' β) στους κυρίους, επικαρπωτές και μισθωτές, εφόσον έχουν τη γεωργία ως κύρια απασχόληση γ) στους γεωργικούς συνεταιρισμούς δ) στις ενώσεις παραγωγών, οι οποίοι όμως πρέπει επίσης να απασχολούνται κυρίως με τη γεωργία.
Πρέπει, τέλος, να αναφερθεί ο κανονισμός 1162/76 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1976, περί μέτρων που αποσκοπούν στην προσαρμογή του αμπελουργικού δυναμικού στις ανάγκες της αγοράς ( GU L 135, σ. 32 ). Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, απαγορεύεται, για το χρονικό διάστημα από την 1η Δεκεμβρίου 1976 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1978, κάθε νέα φύτευση ποικιλιών αμπέλου που έχουν καταταγεί, στην οικεία διοικητική μονάδα, στην κατηγορία των ποικιλιών που παράγουν σταφύλια οινοποιήσεως. Προβλέπονται ωστόσο ορισμένες εξαιρέσεις δεν εμπίπτουν, συγκεκριμένα, στην απαγόρευση οι νέες φυτεύσεις που πραγματοποιούν οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις εκτελώντας σχέδια αναπτύξεως σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία 72/159. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται λόγω της περιορισμένης της σημασίας πέρα απ' αυτό όμως, η εξαίρεση αυτή ανταποκρίνεται στην προφανή ανάγκη να μην εμποδιστεί το έργο των γεωργικών επιχειρηματιών, των οποίων έχουν εγκριθεί τα εν λόγω σχέδια, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι για την εφαρμογή τους προβλέπεται αρκετά μακρό χρονικό διάστημα (στην Ιταλία, σύμφωνα με το άρθρο 14 του νόμου 153, μέχρι εννέα έτη).
Επισημαίνω, τέλος, ότι με τις αποφάσεις 76/480 και 77/525η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε σύμφωνες προς την οδηγία 72/159 και επομένως ενέκρινε τις ιταλικές εκτελεστικές διατάξεις, εγκρίνοντας έτσι και την κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών που είχε πραγματοποιήσει η Ιταλία βάσει των διατάξεων αυτών ( GU 1976, L 138, σ. 14, για τον εθνικό νόμο, και GU 1977, L 209, σ. 25, για τον περιφερειακό νόμο ).
4.
Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Regione Toscana σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ισχυρίζεται η καθής ότι ο παραπέμπων δικαστής δεν διατύπωσε ερωτήματα και ότι εσφαλμένως έθεσε στο Δικαστήριο προβλήματα συντονισμού μεταξύ κοινοτικών και εθνικών διατάξεων. Κατά την καθής δηλαδή, ο παραπέμπων δικαστής σας ζητεί μια — μη πραγματοποιήσιμη — κρίση περί του συμφώνου ή μη ορισμένων εθνικών και περιφερειακών διατάξεων προς την κοινοτική ρύθμιση.
Οι παρατηρήσεις αυτές είναι αβάσιμες. Είναι πράγματι αληθές ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να κρίνει το σύμφωνο ή μη των εθνικών διατάξεων, λόγω της γνωστής διακρίσεως αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών δικαστών και του Δικαστηρίου. Είναι όμως εξίσου αληθές ότι, μολονότι δεν το εξέφρασε υπό μορφή ερωτήσεως, το TAR της Τοσκάνης σας έθεσε ένα ζήτημα ερμηνείας διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ότι η απάντηση σας του είναι ασφαλώς απαραίτητη για να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί. Η αίτησή του είναι επομένως παραδεκτή.
5.
Όπως είπα ήδη, αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι η σημασία και η εννοιολογική έκταση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 72/159. Πιο συγκεκριμένα, το ζήτημα είναι να εξεταστεί αν, κατά τον ορισμό της έννοιας του κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία για πρόσωπα άλλα πλην των φυσικών προσώπων, τα κράτη μέλη απολαύουν πλήρους ελευθερίας ή υπόκεινται σε περιορισμούς, πέρα φυσικά από εκείνους που ρητά θέτει η οδηγία. Υπέρ της πρώτης απόψεως τάχθηκαν η Επιτροπή και η Regione Toscana' την άλλη άποψη, όπως είναι προφανές, υποστήριξε η Villa Banfi.
Κατά τη Regione Toscana, η υπό κρίση διάταξη είναι χαρακτηριστική περίπτωση επιτρεπτικού κανόνα. Πράγματι, περιορίζεται απλώς στο να ορίσει ορισμένες ελάχιστες προϋποθέσεις, απονέμοντας στα κράτη μέλη την εξουσία να οριοθετήσουν — « με τον καλύτερο κατά τη γνώμη τους τρόπο », όπως αναφέρει — τον κύκλο των δικαιούχων, αναθέτοντάς τους δηλαδή διακριτική ευχέρεια, την οποία μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικά ακώλυτα. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν το γράμμα της διάταξης και η ίδια η φύση της οδηγίας, κατά το μέτρο που η οδηγία δεσμεύει τους αποδέκτες της όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ( που είναι εν προκειμένω ο ορισμός της έννοιας του « κατόχου γεωργικής επιχειρήσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία » κατά τρόπο που να συνάδει προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1 ), ενώ τους αφήνει ελεύθερους ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων με τα οποία θα το επιτύχουν ( που είναι εν προκειμένω ο καθορισμός των λοιπών στοιχείων που συνθέτουν την έννοια ).
Διαφορετική γραμμή πλεύσεως ακολουθεί η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η υπό κρίση έννοια έχει εισαχθεί για να ορίσει όχι τις προϋποθέσεις ασκήσεως γεωργικών δραστηριοτήτων εν γένει, αλλά τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε συγκεκριμένο σύστημα ενισχύσεων που προορίζεται για εκμεταλλεύσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, η Επιτροπή δίνει την έμφαση στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά — τα οποία προσδίδει ο κοινοτικός νομοθέτης στο σύστημα αυτό — τον επιλεκτικό του χαρακτήρα και τη διαφοροποιημένη εφαρμογή των κινήτρων στις διάφορες περιοχές. Το πρώτο χαρακτηριστικό αποκλείει από την υπαγωγή στο σύστημα τις αποδοτικές επιχειρήσεις που δεν χρειάζονται καμιά ενίσχυση, καθώς και εκείνες που, και αν ακόμα τύγχαναν ενισχύσεως, δεν θα ήταν σε θέση να φτάσουν το επίπεδο του εισοδήματος ( ίσο, για μία ή δύο μονάδες εργασίας, προς το μέσο μισθό των εργαζομένων σε μη γεωργικές εργασίες στην ίδια περιοχή ) που προβλέπει η κοινοτική οδηγία. Το δεύτερο χαρακτηριστικό προβλέπεται χάριν της προσαρμογής του εν λόγω συστήματος προς τις οικονομικές και κοινωνιολογικές διαφορές που διακρίνουν το γεωργικό τομέα στην Κοινότητα. Είναι επομένως προφανές ότι, όταν μεταφέρουν στο εσωτερικό τους δίκαιο την οδηγία, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να επιλέξουν, μεταξύ των διαφόρων μορφών νομικών προσώπων, εκείνα που, ως εκ της δομής και των χαρακτηριστικών τους από άποψη εταιρικού και φορολογικού δικαίου, παρέχουν περισσότερα εχέγγυα ότι είναι « γεωργικές εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να αναπτυχθούν ».
6.
Το πρόβλημα που μας θέτει ο παραπέμπων δικαστής απαιτεί να κατανομαστούν με σαφήνεια οι σκοποί που επιδιώκει και οι τεχνικές που χρησιμοποιεί η οδηγία 72/159. Ο κοινοτικός νομοθέτης εκκινεί από μια διττή διαπίστωση: αφενός, ότι το εισόδημα μεγάλου μέρους των γεωργικών επιχειρήσεων δεν εξασφαλίζει στα πρόσωπα που εργάζονται σ' αυτές βιοτικό επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο των απασχολουμένων σε μη γεωργικές δραστηριότητες και, αφετέρου, ότι η κάλυψη ή η μείωση της διαφοράς αυτής δεν είναι δυνατή αν δεν στηρίζεται στην ίδια την οργάνωση των επιχειρήσεων. Εξ ου και η απόφαση να χορηγούνται ενισχύσεις μόνο στις εκμεταλλεύσεις «που είναι σε θέση να αναπτυχθούν»: δηλαδή ( βλέπε το άρθρο 2 ) στις παραγωγικές μονάδες που συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά βάσει των οποίων να μπορεί να υποτεθεί ότι θα χρησιμοποιήσουν τις ενισχύσεις για να φτάσουν στο μέλλον σε εισοδηματικό επίπεδο ίσο προς εκείνο του βιομηχανικού και του τριτογενούς τομέα. Υπ' αυτή την οπτική γωνία το άρθρο 3, παράγραφος 1, εισάγει την έννοια του « κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία », την οποία και ορίζει στο πρώτο εδάφιο, σε σχέση με τα φυσικά πρόσωπα, θέτοντας ορισμένα κριτήρια. Όσον αφορά όμως τα νομικά πρόσωπα, το δεύτερο εδάφιο προβλέπει ότι για τον προσδιορισμό τους είναι αρμόδια τα κράτη τα οποία όμως οφείλουν « να λάβουν υπόψη... τα κριτήρια » που αναφέρονται πιο πάνω.
Ενόψει των σημαντικών διαφορών που υπάρχουν στις διάφορες εσωτερικές έννομες τάξεις ως προς τις εταιρίες, ήταν αναπόφευκτο να ποικίλλει και η αντιμετώπιση του επίμαχου ζητήματος. Μπορεί όμως να λεχθεί ότι αυτή η διαφορά στην αντιμετώπιση συνεπάγεται και πλήρη ελευθερία των κρατών κατά την εκπλήρωση του καθήκοντος που τους ανατίθεται από την οδηγία; Δεν το νομίζω. Μου φαίνεται αντιθέτως ότι η δυνατότητα επιλογής που αφήνεται στους εθνικούς νομοθέτες είναι τεχνική και μόνο και δεν επιτρέπει καμία αυτοτελή στάθμιση συμφερόντων ή υπό ευρεία έννοια πολιτικές εκτιμήσεις. Πράγματι, το άρθρο 3 δεν μπορεί να αναγνωσθεί μεμονωμένα· αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο με το άρθρο 2, που βρίσκονται στο επίκεντρο του συστήματος και που, όπως είδαμε λίγο πριν, ορίζει όλες τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να συγκεντρώνει μια επιχείρηση για να μπορεί να υπαχθεί στο σύστημα ενισχύσεων. Για να εξατομικεύσουν, επομένως, τα νομικά πρόσωπα στα οποία εφαρμόζεται αυτό το σύστημα, οι εν λόγω νομοθέτες δεν μπορούν να περιοριστούν στο να λάβουν υπόψη το χρόνο που αφιερώνουν τα μέλη τους στη γεωργία και στο εισόδημα που αποκομίζουν απ' αυτή αλλά πρέπει να συνεκτιμήσουν και άλλους παράγοντες, όπως είναι ο σκοπός της εταιρίας, η διάρθρωση του εταιρικού κεφαλαίου, ο οικονομικός απολογισμός των δραστηριοτήτων της εταιρίας, ο χαρακτηρισμός των απασχολούμενων σ' αυτήν ως αγρεργατών, η επαγγελματική επάρκεια των κατόχων κλπ.
Και ας μη λεχθεί ότι το συμπέρασμα αυτό αναιρείται από τη φύση της οδηγίας ως κοινοτικής πράξεως ή από το γεγονός ότι αννή η οδηγία απέκλεισε από την υπαγωγή στο σύστημα ενισχύσεων τις αποδοτικές επιχειρήσεις, εφόσον στόχος της είναι η επίτευξη ορισμένου εισοδήματος για έναν ή δύο απασχολούμενους. Στο πρώτο επιχείρημα μπορεί ευχερώς να αντιταχθεί ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία σας, ο κοινοτικός νομοθέτης είναι ελεύθερος να αφήσει στα κράτη περιορισμένα όρια εκτιμήσεως' για το δεύτερο επιχείρημα, μπορεί να λεχθεί ότι δεν κάνει διάκριση, όπως όφειλε, μεταξύ των διαστάσεων που απαιτούνται για μια εκμετάλλευση που είναι σε θέση να αναπτυχθεί και του αποτελέσματος στο οποίο πρέπει να αποσκοπεί η εκτέλεση του σχεδίου αναπτύξεως της. Πράγματι, η οδηγία ( άρθρο 4, παράγραφος 1 ) κάνει λόγο για την επίτευξη ορισμένου εισοδήματος « για μία ή δύο μονάδες ανθρώπινης εργασίας», μόνο και μόνο για να αποτιμήσει το αποτέλεσμα αυτό' ενώ σχετικά με τις διαστάσεις της εκμετάλλευσης ισχύει η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, στην οποία διαβάζει κανείς ότι « οι μόνες εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να προσαρμοστούν στο μέλλον στην οικονομική ανάπτυξη είναι εκείνες, των οποίων ο διευθύνων διαθέτει τα κατάλληλα επαγγελματικά προσόντα ». Μια εκμετάλλευση όμως που έχει κάποιον που τη διευθύνει έχει συνήθως και προσωπικό που αποτελείται από περισσότερους από έναν μισθωτούς.
Ας προστεθεί ότι η Επιτροπή, στην οποία ανήκει το δεύτερο επιχείρημα, έχει κρίνει, όπως γνωρίζουμε, ότι οι ιταλικές διατάξεις είναι σύμφωνες προς την υπό κρίση οδηγία. Οι διατάξεις όμως αυτές απαριθμούν μεταξύ των νομικών προσώπων που μπορούν να τύχουν ενισχύσεως και τους συνεταιρισμούς, οι κράτους) αριθ. 1577 της 14ης Δεκεμβρίου 1947, οποίοι, κατά το άρθρο 22 του νομοθετικού δια- πρέπει να έχουν συσταθεί από εννέα τουλάχι-τάγματος του CPS ( προσωπικού αρχηγού του στον μέλη.
7.
Βάσει όλων των σκέψεων που αναπτύχθηκαν μέχρι τώρα, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στο ερμηνευτικό ζήτημα που υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale της Τοσκάνης με Διάταξη της 24ης Οκτωβρίου 1980 επί της διαφοράς μεταξύ της SpA Villa Banfi, αφενός, και της Regione Toscana, του Ispettorato provinciale dell' agricoltura της Siena και των Svelto Ricco και Luigi Garelli, αφετέρου:
Το άρθρο 3 της οδηγίας 72/159, της 17ης Απριλίου 1972, περί εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, έχει την έννοια ότι, για να καθορίσει τα νομικά πρόσωπα στα οποία προσιδιάζει ο χαρακτηρισμός του « κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ως κύρια απασχόληση τη γεωργία », ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να λάβει υπόψη τις προϋποθέσεις που ορίζει το ίδιο άρθρο για τα φυσικά πρόσωπα, καθώς και τα στοιχεία που, σύμφωνα με το άρθρο 2, χαρακτηρίζουν τις « εκμεταλλεύσεις που είναι σε θέση να αναπτυχθούν » ( όπως είναι ο σκοπός της εταιρίας, η διάρθρωση του εταιρικού κεφαλαίου, ο οικονομικός απολογισμός των δραστηριοτήτων της εταιρίας, ο χαρακτηρισμός των απασχολουμένων σ' αυτήν ως αγρεργατών, η επαγγελματική επάρκεια των μελών ).
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy