Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Περιστατικά
1 . Στην υπόθεση επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου και η οποία ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως του Cour du travail ( δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εργατικών διαφορών ) της Μons, το ζήτημα που ανακύπτει είναι η ερμηνεία δύο όρων, σημαντικών για τον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, των όρων "εργαζόμενος" και "συντηρούμενος κατιών ".
2 . 'Οπως είναι γνωστό, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ( 1 ) περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους απολαύει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου απασχολείται "των ιδίων κοινωνικών ... πλεονεκτημάτων" με τους ημεδαπούς εργαζόμενους . Στα πλεονεκτήματα αυτά περιλαμβάνεται, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 249/83 ( 2 ), και η κατά το βελγικό νόμο της 7ης Αυγούστου 1974 παροχή του ελαχίστου ορίου συντηρήσεως (" minimex ").
3 . Εκτός αυτού, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης εμπίπτουν - σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 94/84 ( 3 ) - και οι παροχές προς τους νεαρούς ανέργους που είναι συντηρούμενοι κατιόντες διακινούμενου εργαζομένου, δηλαδή πρόσωπα τα οποία, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, έχουν το δικαίωμα να εγκατασταθούν με τον εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους που απασχολείται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους .
4 . Ο κανονισμός 1251/70 ( 4 ) περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης δραστηριότητας", ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 1, έχει εφαρμογή επί των υπηκόων ενός κράτους μέλους που εργάστηκαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους καθώς και στα μέλη της οικογένειάς τους κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68, ορίζει στο άρθρο 3 ότι τα μέλη της οικογένειας εργαζομένου κατά την έννοια του άρθρου 1, τα οποία κατοικούν με αυτόν στο έδαφος κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα να παραμένουν εκεί μονίμως αν ο εργαζόμενος έχει αποκτήσει το δικαίωμα παραμονής σ' αυτό το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 2 . Ο κανονισμός προβλέπει επιπλέον στο άρθρο 7 ότι το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως που αναγνωρίζεται από τον κανονισμό 1612/68 ισχύει και για τα πρόσωπα στα οποία έχει εφαρμογή ο πρώτος κανονισμός .
5 . Μετά από τις παρατηρήσεις αυτές θεωρώ σκόπιμο να εκθέσω τα ακόλουθα περιστατικά από την κύρια δίκη :
6 . Η εφεσίβλητη στην κύρια δίκη, γαλλίδα υπήκοος που γεννήθηκε στο Βέλγιο την 1η Ιουλίου 1958, είναι θυγατέρα γάλλου διακινούμενου εργαζομένου, ο οποίος εργάστηκε στο Βέλγιο, λαμβάνει σύνταξη γήρατος από τον Οκτώβριο του 1977 και κατοικεί στο Courcelles ( Βέλγιο ) - προφανώς βάσει του κανονισμού 1251/70 . Σχετικά με την εφεσίβλητη είναι γνωστό ότι - αφού έζησε μέχρι τότε προφανώς με τους γονείς της - εργάστηκε στη Γαλλία από το 1979 μέχρι το 1981 και επέστρεψε στο Βέλγιο το Φεβρουάριο του 1982 . Εκεί έμεινε προφανώς και πάλι μερικές εβδομάδες με τους γονείς της, από το Μάιο βρισκόταν στο Νamur ( όπου εγγράφηκε στην αρμόδια υπηρεσία για ανεύρεση εργασίας ), το Δεκέμβριο του 1982 εισήχθη σε νοσοκομείο στην πόλη αυτή και από τον Ιανουάριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1983 νοσηλευόταν - από τη Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή κάθε εβδομάδα - σε ημερήσιο νοσηλευτικό ίδρυμα στη Λιέγη ( κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας έμενε σε άσυλο αστέγων στην πόλη αυτή και περνούσε τα Σαββατοκύριακα στο Courcelles με τους γονείς της ).
7 . Από το Μάιο του 1982 η εφεσίβλητη άρχισε να λαμβάνει δυνάμει του προαναφερθέντος νόμου της 7ης Αυγούστου 1974 το επίδομα minimex από το εκκαλούν . Το επίδομα αυτό έπαυσε να της καταβάλλεται το Νοέμβριο του 1982, διότι δεν απέδειξε ότι είχε εγγραφεί στην αρμόδια υπηρεσία για αναζήτηση εργασίας και δεν προσκόμισε καμιά βεβαίωση περί του ότι αναζητεί εργασία ( όπως απαιτεί προφανώς ο εν λόγω βελγικός νόμος ). Το Μάρτιο του 1983 η εφεσίβλητη ζήτησε να της χορηγηθεί πάλι το επίδομα minimex . Την αίτηση αυτή απέρριψε το Centre public d' aide sociale ( CPAS - Δημόσιο 'Ιδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας ) του Courcelles με την αιτιολογία ότι είναι αναρμόδιο, διότι η εφεσίβλητη διέμενε σε άσυλο στη Λιέγη . Ωστόσο το Tribunal du travail του Charleroi, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε προσφυγή, δεν επικύρωσε τη σχετική απόφαση αλλά, με απόφαση του Μαρτίου 1984, έκρινε ότι το CΡΑS του Courcelles είναι κατά τόπο αρμόδιο, διότι η εφεσίβλητη είχε μόνιμη κατοικία στο Courcelles και διέμενε στη Λιέγη μόνο για λόγους νοσηλείας .
8 . Στη συνέχεια η υπόθεση ήχθη κατόπιν εφέσεως στο Cour du travail της Mons . Με απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1985 το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι αρμόδιο δεν είναι το CΡΑS του Courcelles αλλά η αντίστοιχη υπηρεσία της Λιέγης, όπου η εφεσίβλητη είχε τη συνήθη διαμονή της κατά το χρόνο της αιτήσεώς της . Δεδομένου ότι η υπηρεσία του Courcelles δεν διαβίβασε αμέσως την αίτηση στην υπηρεσία της Λιέγης ( σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του Οκτωβρίου 1974 η υπηρεσία πρόνοιας που θεωρεί εαυτή αναρμόδια έχει την υποχρέωση να διαβιβάσει εντός τριών ημερών την αίτηση που της υποβλήθηκε ), το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι ανακύπτει επιπλέον το ζήτημα αν θεμελιούται κατ' αυτό τον τρόπο υποχρέωση αποζημιώσεως . Εδώ όμως τίθεται και πάλι το ερώτημα αν η υπηρεσία της Λιέγης όφειλε να χορηγήσει το επίδομα minimex .
9 . Η καταφατική απάντηση είναι δυνατή μόνο αν θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση που θέτει το εσωτερικό δίκαιο για τους υπηκόους άλλων κρατών μελών, ότι δηλαδή πρέπει να έχουν διαμείνει στο Βέλγιο τουλάχιστον επί πέντε έτη πριν από την υποβολή της αιτήσεως ( προϋπόθεση η οποία δεν ισχύει για τους βέλγους υπηκόους και την οποία δεν πληροί προφανώς η εφεσίβλητη στην κύρια δίκη ), είναι ανίσχυρη δυνάμει κάποιας αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως που συνάγεται ενδεχομένως από το κοινοτικό δίκαιο . Προς τούτο πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν η εφεσίβλητη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών 1612/68 και 1251/70 ως εργαζόμενος ή ως συντηρούμενος από τον εργαζόμενο κατιών .
10 . Για το λόγο αυτό το Cour du travail ανέβαλε με την προαναφερθείσα απόφαση να αποφανθεί οριστικώς και υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :
"1 ) 'Οταν ο υπήκοος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου και συνεχίζει να διαμένει αφού έλαβε σύνταξη γήρατος, οι κατιόντες που ζούσαν μαζί του, διατηρούν, μετά την ενηλικίωσή τους και εφόσον δεν συντηρούνται πλέον από τον εν λόγω υπήκοο ούτε έχουν την ιδιότητα του εργαζομένου, το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που αναγνωρίζει ο κανονισμός 1612/68;
2 ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εξακολουθούν να έχουν το εν λόγω δικαίωμα εφόσον έπαυσαν να διαμένουν με τον διακινούμενο εργαζόμενο και επέστρεψαν στο κράτος της ιθαγένειάς τους όπου και διέμειναν ανεξάρτητοι επί ορισμένο χρονικό διάστημα, είτε μεγαλύτερο του έτους είτε μεγαλύτερο των δύο ετών ( βλέπε άρθρο 5 του κανονισμού 1251/70 );
3 ) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, η ιδιότητα του 'συντηρούμενου μέλους της οικογένειας' προκύπτει από την in concreto εκτίμηση μιας πραγματικής καταστάσεως ή από αντικειμενικές συνθήκες, ανεξάρτητες της βουλήσεως του ενδιαφερομένου, που τον αναγκάζουν να ζητήσει την υποστήριξη του εργαζομένου;
4 ) Επίσης σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, για να μπορεί ο υπήκοος κράτους μέλους να εισέλθει και να εγκατασταθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, επικαλούμενος την ιδιότητα του εργαζομένου, αρκεί να προβάλει τη βούληση και πρόθεσή του να αποκτήσει αυτή την ιδιότητα; Η βούληση αυτή πρέπει να εκδηλώνεται συγκεκριμένα με σοβαρές και ειλικρινείς ενέργειες για την εύρεση εργασίας ή απαιτείται να υπάρχει συγκεκριμένη προσφορά εργασίας;"
11 . Εν προκειμένω κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η βελγική και η ολλανδική κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή . Εξάλλου κατά την προφορική διαδικασία διατύπωσαν την άποψή τους η Επιτροπή και η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας . Ως προς το ακριβές περιεχόμενο αυτών των παρατηρήσεων παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
12 . 1 . Η βελγική και η ολλανδική κυβέρνηση πρότειναν να εξεταστούν τα ανακύπτοντα ερωτήματα με διαφορετική σειρά και συγκεκριμένα να εξεταστεί πρώτα το τέταρτο ερώτημα . Η πρόταση αυτή είναι βάσιμη, διότι είναι πράγματι απλούστερο να εξεταστεί πρώτα το ζήτημα αν η εφεσίβλητη στην κυρία υπόθεση έχει αξίωση για ίση μεταχείριση αυτοδικαίως, δηλαδή ως εργαζόμενη .
13 . Επειδή όμως θα εξετάσω εν πάση περιπτώσει όλα τα υποβληθέντα ερωτήματα - κυρίως διότι δεν νομίζω ότι η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα θα μας επιτρέψει να αντιπαρέλθουμε τα άλλα ζητήματα ( δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που έχει η εφεσίβλητη ως κατιών πρώην διακινούμενου εργαζόμενου ), χωρίς να παραμένει καμιά αβεβαιότητα - θα εξετάσω στη συνέχεια τα υποβληθέντα ερωτήματα με τη σειρά που τα διατυπώνει το παραπέμπον δικαστήριο .
14 . 2 . Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν εμφανίζει δυσκολίες, από τις παρατηρήσεις δε που διατύπωσαν η ολλανδική κυβέρνηση και η Επιτροπή και με τις οποίες συμφώνησε κατά την προφορική διαδικασία ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι πρέπει να είναι αρνητική . Σχετικώς είναι άνευ σημασίας το στοιχείο ότι στο ερώτημα γίνεται λόγος για ενηλικίωση ενώ το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 - που είναι προφανώς κρίσιμο εν προκειμένω - χρησιμοποιεί το κριτήριο των "21 ετών ". Πράγματι, κατά το βελγικό δίκαιο το άτομο ενηλικιώνεται στα 21 έτη, εν πάση περιπτώσει δε η εφεσίβλητη στην κύρια δίκη είχε, όταν προέβαλε την αξίωσή της για το επίδομα minimex, ηλικία άνω των 21 ετών .
15 . Σχετικώς, η ολλανδική κυβέρνηση ορθώς παρατήρησε ότι κατά το σύστημα του κανονισμού 1612/68 οι κατιόντες του εργαζομένου που δεν είναι οι ίδιοι εργαζόμενοι αλλά έχουν απλώς εγκατασταθεί με τον εργαζόμενο δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού δεν έχουν δικαίωμα απολύτως ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του κράτους κατοικίας . Το άρθρο 12 προβλέπει απλώς ότι τα τέκνα του διακινούμενου εργαζόμενου μπορούν να συμμετέχουν υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του κράτους απασχολήσεως σε μαθήματα γενικής εκπαιδεύσεως, μαθητείας και επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, το δε άρθρο 11 του κανονισμού προβλέπει ότι τα τέκνα ηλικίας κάτω των 21 ετών καθώς και αυτά που συντηρεί ο διακινούμενος εργαζόμενος έχουν το δικαίωμα να αναλαμβάνουν οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος της απασχολήσεως .
16 . Εξάλλου, η κατά το άρθρο 7 εγγύηση ίσης μεταχειρίσεως ως προς τα κοινωνικά πλεονεκτήματα - που έχει πρωτεύοντα ρόλο στο πλαίσιο της κύριας δίκης - ισχύει προπάντων για τους εργαζομένους υπηκόους άλλων κρατών μελών ( όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 249/83, στην περίπτωση μιας ολλανδής υπηκόου που έμενε στο Βέλγιο, όπου λάμβανε επιδόματα ανεργίας και ζήτησε τη χορήγηση του κατωτάτου ορίου συντηρήσεως δυνάμει του νόμου της 7ης Αυγούστου του 1974 ). Εξάλλου, στις περιπτώσεις που ζητήθηκαν παροχές αυτού του είδους από συγγενείς εργαζομένων, αναγνωρίστηκε δικαίωμα επί των παροχών αυτών μόνο για τους ανιόντες ή κατιόντες που είχαν το δικαίωμα διαμονής δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 . 'Οσον αφορά τους ανιόντες, παραπέμπω στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 261/83 ( 5 ) ( επρόκειτο για τη χορήγηση του ελαχίστου επιδόματος γήρατος κατά το βελγικό δίκαιο ) σχετικά με τους κατιόντες ενδιαφέρον παρουσιάζει η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 94/84 ( σχετικά με το προσωρινό επίδομα που προβλέπεται για τους νεαρούς εργαζομένους οι οποίοι δεν βρίσκουν απασχόληση μετά το τέλος των σπουδών ή της μαθητείας τους ). Στην υπόθεση εκείνη βάρυνε προφανώς η σκέψη ότι η διάκριση εις βάρος των μελών αυτών της οικογένειας των διακινούμενων εργαζομένων θα παραβίαζε σαφώς το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο στην περίπτωση μακρύτερων συγγενών που δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1 .
17 . Σε περιπτώσεις λοιπόν όπως η περιγραφόμενη στο πρώτο ερώτημα, όπου δηλαδή το πρόσωπο δεν είναι το ίδιο εργαζόμενος, έχει ηλικία άνω των 21 ετών και δεν συντηρείται από διακινούμενο εργαζόμενο, είναι σαφές ότι αφού δεν έχει δικαίωμα διαμονής βάσει του κανονισμού 1612/68 δεν έχει ούτε δικαίωμα ίσης μεταχείρισης δυνάμει του ίδιου κανονισμού .
18 . Διαφορετικό συμπέρασμα δεν συνάγεται ούτε από το προαναφερθέν άρθρο 7 του κανονισμού 1251/70 που κάνει λόγο για ίση μεταχείριση των προσώπων επί των οποίων εφαρμόζεται ο εν λόγω κανονισμός, στα οποία φαίνεται να ανήκουν, σύμφωνα με το άρθρο 1, τα μέλη της οικογένειας κατά την έννοια του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 και όχι μόνο εκείνα στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 του άρθρου 10 . Πράγματι δεν είναι λογικό να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα των συνταξιούχων διακινούμενων εργαζομένων να συγκεντρώσουν την οικογένειά τους υπό την ίδια στέγη είναι ευρύτερο από ό,τι των εν ενεργεία εργαζομένων . Ορθότερο είναι λοιπόν να θεωρηθεί - όπως προτείνει η ολλανδική κυβέρνηση - ότι το εν λόγω άρθρο 7 αναφέρεται στην ίση μεταχείριση η οποία πρέπει να αναγνωρίζεται βάσει του κανονισμού 1612/68, η έκταση της οποίας όσον αφορά τα μέλη της οικογένειας καθορίζεται επομένως από τον κανονισμό 1612/68 .
19 . 3 . Η εξέταση του δεύτερου ερωτήματος παρέλκει, δεδομένου ότι υπεβλήθη για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο και λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα . Παρ' όλα αυτά, αν δεν προσκολληθεί κανείς στη διατύπωσή του, δίνει την εντύπωση ότι θίγει, τουλάχιστον σιωπηρώς, και το ευρύτερο και ενδιαφέρον για την περίπτωση της κύριας δίκης ζήτημα αν ο κατιών τον οποίο συντηρούσε ο διακινούμενος εργαζόμενος ( και ο οποίος είχε, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 δικαίωμα παραμονής και ίσης μεταχειρίσεως ) αποκτά και πάλι μετά από προσωρινή διακοπή της συγκατοίκησης ( κατά τη διάρκεια της οποίας μετέβη στο εξωτερικό όπου διαβιούσε ανεξάρτητος ) την απαιτούμενη για την εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 1, ιδιότητα . Το ζήτημα αυτό πρέπει εν πάση περιπτώσει να εξεταστεί .
20 . Αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, φαίνεται ότι η ολλανδική κυβέρνηση διστάζει να προτείνει καταφατική απάντηση . Αυτό συνάγεται από την παρατήρησή της ότι το δικαίωμα παραμονής, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 1251/70, επομένως δε και το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης κατά τον εν λόγω κανονισμό, έχουν μόνο τα πρόσωπα τα οποία μένουν μαζί με το διακινούμενο εργαζόμενο κατά το χρόνο κατά τον οποίο ο εργαζόμενος αυτός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1251/70 . Η ολλανδική κυβέρνηση επικαλείται σχετικώς το στοιχείο ότι σκοπός του κανονισμού 1251/70 είναι να καταστήσει δυνατή τη συνέχιση της διαμονής των εν λόγω προσώπων που έχουν ήδη αποκτήσει δικαίωμα διαμονής και στηρίζεται σχετικώς στο γεγονός ότι ο κανονισμός 1251/70 κάνει λόγο για δικαίωμα "να παραμείνουν" και όχι - όπως ο κανονισμός 1612/68 - για δικαίωμα "εγκαταστάσεως ". Θεωρεί εξάλλου σημαντικό από τη σκοπιά αυτή ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 1251/70 προβλέπει για την άσκηση του δικαιώματος παραμονής προθεσμία δύο ετών που υπολογίζεται από το χρονικό σημείο της γενέσεως του δικαιώματος .
21 . Η Επιτροπή αντιθέτως φρονεί ότι αρμόζει καταφατική απάντηση, υποστηρίζει δηλαδή την άποψη ότι ο κατιών διακινούμενου εργαζομένου μπορεί να ανακτήσει ύστερα από περίοδο ανεξάρτητης διαβίωσης, εφόσον είναι συντηρούμενο πρόσωπο μετά την ηλικία των 21 ετών, την κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 ιδιότητα ( δικαίωμα διαμονής και ίσης μεταχείρισης ), ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία εγκαθίσταται με πρώην διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος άσκησε το δικαίωμα παραμονής δυνάμει του κανονισμού 1251/70 . Νομίζω - και το λέω ευθύς εξαρχής - ότι η Επιτροπή στηρίζει σε βάσιμους λόγους την άποψή της, την οποία θα έπρεπε να υιοθετήσει το Δικαστήριο με την προδικαστική απόφασή του .
22 . Πράγματι η Επιτροπή ορθώς υπογράμμισε ότι αποκλείεται η συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 για τους εν ενεργεία εργαζομένους η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα ότι οι κατιόντες που παρέμειναν για ένα διάστημα ανεξάρτητοι δεν μπορούν να εγκατασταθούν και πάλι με τον εν ενεργεία εργαζόμενο καίτοι αυτός εξασφαλίζει τη συντήρησή τους . Η ερμηνεία αυτή θα σήμαινε περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας . Δεν βρίσκει όμως έρεισμα στη διατύπωση του άρθρου 10 σχετική είναι εξάλλου στο σημείο αυτό η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 139/85 ( 6 ) κατά την οποία οι διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να ερμηνεύονται ευρέως, ενώ στις εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από την εν λόγω αρχή αρμόζει η στενή ερμηνεία .
23 . Στη συνέχεια η Επιτροπή προέβαλε λυσιτελώς το επιχείρημα ότι το δικαίωμα παραμονής του πρώην διακινούμενου εργαζομένου, δεδομένου ότι αναφέρεται ρητά στο άρθρο 48, τρίτη παράγραφος, στοιχείο δ ), της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν είναι υποδεέστερο του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων . Εξ αυτού έπεται ότι δεν δικαιολογείται η συσταλτική ερμηνεία ούτε σ' αυτό το σημείο - ως προς τη δυνατότητα συγκεντρώσεως υπό την ίδια στέγη των μελών της οικογένειας . Η δυνατότητα αυτή δεν θα είχε νόημα αν εξαρτιόταν από το αν το μέλος της οικογένειας που έχει το δικαίωμα παραμονής ασκεί για κάποιο χρονικό διάστημα το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας που του ανήκει . Εξάλλου δεν αποκλείεται ότι η συσταλτική ερμηνεία του δικαιώματος παραμονής μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, διότι οι εργαζόμενοι παραμένουν συχνά στον τόπο όπου εργάστηκαν το μεγαλύτερο διάστημα και παραιτούνται της ασκήσεως του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, εφόσον στην περίπτωση ασκήσεως δραστηριότητας στο εξωτερικό η παραμονή στην αλλοδαπή είναι δυνατή μόνο υπό σοβαρούς περιοριστικούς όρους .
24 . Αντιθέτως είναι σαφές ότι κανένα αποφασιστικό επιχείρημα δεν συνάγεται από τον κανονισμό 1251/70 ( και συγκεκριμένα από το άρθρο 5, που μνημονεύεται ρητώς στο προδικαστικό ερώτημα ). Δεν συνάγεται, λόγου χάρη, από το άρθρο 3 - κατά το οποίο τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου που κατοικούν μαζί του έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εκεί μονίμως - ότι πρέπει πρώτα να έχει ασκηθεί το δικαίωμα εγκαταστάσεως με τον εργαζόμενο βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 1612/68 ( δηλαδή κατά τη διάρκεια της ενεργού υπηρεσίας του εργαζομένου ), διότι αυτό θα είχε ως συνέπεια - πράγμα τελείως αδιανόητο - ότι η σύζυγος του συνταξιούχου εργαζομένου η οποία απέκτησε αυτή την ιδιότητα μετά την συνταξιοδότηση του εργαζομένου δεν έχει το δικαίωμα να εγκατασταθεί μαζί του . Εξάλλου το άρθρο 5 μπορεί αναμφισβήτητα να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η διετής προθεσμία που έχουν στη διάθεσή τους τα μέλη της οικογένειας που εγκαθίστανται για πρώτη φορά με τον εργαζόμενο μετά τη συνταξιοδότησή του αρχίζει να τρέχει από την εγκατάσταση στην οικία και - αν συντρέχει τέτοια περίπτωση - από την ανάληψη της συντηρήσεως δεν έπεται δηλαδή κατ' ανάγκη ότι το μέλος της οικογένειας πρέπει να είχε ήδη εγκατασταθεί με τον εργαζόμενο κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώματος παραμονής του τελευταίου .
25 . Ως προς το δεύτερο ερώτημα μπορεί λοιπόν να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ( η οποία προφανώς είχε ήδη εγκατασταθεί με τον πατέρα της όταν αυτός συνταξιοδοτήθηκε ) δεν είχε για ορισμένο χρονικό διάστημα το δικαίωμα διαμονής στο Βέλγιο κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να το αποκτήσει και πάλι ως μέλος της οικογένειας διακινούμενου εργαζόμενου, εφόσον πληροί και πάλι, μετά την περίοδο ανεξάρτητης διαβίωσης, τις προϋποθέσεις του άρθρου 10, παράγραφος 1 .
26 . 4 . Το τρίτο ερώτημα , το οποίο θα εξετάσω τώρα, αναφέρεται ακριβώς σ' αυτές τις προϋποθέσεις : πρέπει δηλαδή να διευκρινιστεί, σε σχέση με τη φράση "που συντηρούνται", αν πρόκειται μόνο για την οικονομική ενίσχυση που παρέχεται πράγματι ή αν έχουν σημασία και οι ανεξάρτητες της βουλήσεως του ενδιαφερομένου περιστάσεις που τον αναγκάζουν να ζητήσει την υποστήριξη του εργαζομένου .
27 . Σ' αυτό το σημείο η ολλανδική κυβέρνηση υποστήριξε ότι είναι καταρχήν θεμελιώδους σημασίας το αν καλύπτονται πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό οι ανάγκες του ενισχυομένου . Πρόσθεσε, όμως, επίσης ότι, εν προκειμένω, το γεγονός ότι η εφεσίβλητη υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση του επιδόματος minimex σημαίνει ότι δεν συντηρείται από τους γονείς της .
28 . Παρόμοια είναι και η άποψη της Επιτροπής, που κάνει λόγο, σε σχέση με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68, για οικονομική εξάρτηση ως προς τη συντήρηση και φρονεί ότι υπάρχει συντήρηση όταν ο ενισχυόμενος δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ανάγκες του με ίδια μέσα . Ακόμη όμως και αν θεωρηθούν ως "αντικειμενικές συνθήκες που τον αναγκάζουν", για τις οποίες γίνεται λόγος στο ερώτημα, οι περιπτώσεις στις οποίες η κατάσταση της υγείας δεν επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας και δεν χορηγούνται παροχές κοινωνικής ασφάλισης ή δεν απέδωσαν οι προσπάθειες εξευρέσεως εργασίας και δεν υπάρχουν άλλοι πόροι, η Επιτροπή προσθέτει ότι τα κριτήρια αυτού του είδους δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη - λόγω των συναφών προβλημάτων εκτιμήσεως - και ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι μάλλον η "πραγματική κατάσταση", οπότε το άρθρο 10, παράγραφος 1, καλύπτει και τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου που δεν εργάζονται, εφόσον εξασφαλίζεται η συντήρησή τους .
29 . Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η οποία διατύπωσε την άποψή της μόνο προφορικά, έλαβε τελείως διαφορετική θέση . Κατά την άποψή της δεν αρκεί το στοιχείο των εκουσίων παροχών ούτε της καθαρά πραγματικής σχέσης εξαρτήσεως . Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θεωρεί ότι, επειδή είναι δύσκολο να καθοριστούν ικανοποιητικά κριτήρια ( όσον αφορά λόγου χάρη τη διάρκεια και το ύψος των παροχών συντηρήσεως ) και επειδή υπάρχει εξάλλου ο κίνδυνος καταχρήσεως ( θεμελίωση δικαιώματος παραμονής με προσωρινές παροχές σε μέλη της οικογένειας και κατ' αυτό τον τρόπο δολία απόκτηση δικαιώματος επί παροχών κοινωνικής πρόνοιας ), το κρίσιμο στοιχείο είναι η απαίτηση και η υποχρέωση διατροφής και ότι δεν μπορεί συγκεκριμένα να γίνει λόγος για συντήρηση του ενισχυομένου όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να έχει εισόδημα από εργασία .
30 . α ) Ως προς αυτό το ζήτημα νομίζω ότι η άποψη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης - για να αρχίσω με αυτή - δεν μπορεί να γίνει δεκτή καθόσον στηρίζεται στην υποχρέωση διατροφής .
31 . Πρέπει να σημειωθεί ότι, αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να αναφερθεί σ' αυτή την υποχρέωση, θα ήταν εύκολο να τη μνημονεύσει ρητά στο άρθρο 10 και δεν θα μιλούσε μόνο για συντηρούμενα πρόσωπα ( εξάλλου, και η οδηγία 68/360/ΕΟΚ της 15ης Οκτωβρίου 1968 προβλέπει απλώς, όσον αφορά το άρθρο 10, την προσκόμιση βεβαιώσεως των αρμόδιων αρχών του κράτους προελεύσεως με την οποία να πιστοποιείται ότι το πρόσωπο συντηρείται ). Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονείται ότι με την ερμηνεία που θεωρεί ορθή η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναδεικνύεται σε αποφασιστικό παράγοντα το εθνικό δίκαιο το οποίο καθορίζει τις προσωπικές σχέσεις του εργαζομένου με τα μέλη της οικογένειας που αναφέρονται στο άρθρο 10, παράγραφος 1 . Αυτό θα μπορούσε όχι μόνο να δημιουργήσει σημαντικές δυσχέρειες για την εφαρμογή του δικαίου σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά και Θα είχε ως συνέπεια, δεδομένου ότι η υποχρέωση προς διατροφή δεν ρυθμίζεται κατά τον ίδιο τρόπο ( στη Δανία λόγου χάρη - όπως αναφέρθηκε κατά την προφορική διαδικασία - δεν υπάρχει υποχρέωση διατροφής έναντι των γονέων, η δε υποχρέωση των γονέων έναντι των κατιόντων παύει να υπάρχει μόλις οι τελευταίοι συμπληρώσουν ηλικία 24 ετών ), τη διαφορετική έκταση εφαρμογής του άρθρου 10, παράγραφος 1, στα κράτη μέλη . Είναι όμως αδιανόητο να αντιμετωπίζεται αυτό το ενδεχόμενο ως προς ένα ιδιαίτερα σημαντικό για την ελεύθερη κυκλοφορία στοιχείο . 'Αρα "η ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68 για τα πρόσωπα τα οποία έχουν το δικαίωμα να εγκαθίστανται με τον εργαζόμενο ισχύει κατά τρόπο ενιαίο και ομοιόμορφο σε όλα τα κράτη μέλη ( 7 ) ".
32 . β ) Δεν μπορεί εξάλλου να γίνει δεκτό το συμπέρασμα της ολλανδικής κυβέρνησης, ότι δηλαδή η εφεσίβλητη - επειδή ακριβώς είχε υποβάλλει αίτηση χορηγήσεως του επιδόματος minimex είναι σαφές ότι δεν συντηρούνταν από τους γονείς της, οπότε περιττεύουν οι περαιτέρω προσπάθειες για την ερμηνεία αυτής της έννοιας .
33 . Στο σημείο αυτό η Επιτροπή απέδειξε ήδη ότι τα επιδόματα minimex κατά το βελγικό δίκαιο αντιπροσωπεύουν κατά κανόνα χαμηλά ποσά . Πρόκειται δηλαδή συχνά για απλά συμπληρώματα που δεν καθιστούν περιττή την ουσιώδη συμβολή εκ μέρους των συγγενών, οπότε δεν μπορεί καθόλου να λεχθεί ότι αυτός που ζητεί τη χορήγηση τέτοιων παροχών δεν συντηρείται συγχρόνως και κατ' άλλο τρόπο .
34 . Αναφέρω σχετικώς τη νομολογία του ολλανδικού Hoge Raad κατά την οποία η καταβολή επιδομάτων κοινωνικής πρόνοιας αναλόγων του επιδόματος minimex δεν αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ο λαμβάνων το επίδομα ως άπορος κατά την έννοια των διατάξεων περί διατροφής ( βλέπε απόφαση της 28ης Αυγούστου 1939, Ν . J . σσ . 818 και 819 ).
35 . Το ότι, όμως, ο συλλογισμός της ολλανδικής κυβερνήσεως δεν ευσταθεί καθίσταται σαφές κυρίως αν ληφθεί υπόψη το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει, ότι δηλαδή τα άπορα μέλη της οικογένειας του διακινούμενου εργαζόμενου χάνουν το δικαίωμα παραμονής εφόσον λαμβάνουν παροχές κοινωνικής πρόνοιας ( διότι δεν συντηρούνται πλέον από τον εργαζόμενο ), ή ότι - με άλλα λόγια - σε τέτοιες περιπτώσεις το δικαίωμα παραμονής υπάρχει μόνο υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος παραιτείται από ουσιώδεις παροχές που προβλέπονται για τους ημεδαπούς, δηλαδή αντί σοβαρού τιμήματος .
36 . γ ) Εκθέτοντας την άποψή της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μίλησε για κίνδυνο καταχρήσεων ( προσωρινή συντήρηση μέλους της οικογένειας ώστε να δικαιούται παροχών κοινωνικής πρόνοιας ), το δε βάσιμο αυτού του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί χωρίς περαιτέρω εξέταση .
37 . Ο κίνδυνος αυτός πάντως δεν επιβάλλει οπωσδήποτε - κατά τη γνώμη μου - συσταλτική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου κατά την έννοια που υποστηρίζει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση . Ο κίνδυνος αυτός μπορεί άλλωστε να αντιμετωπιστεί σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο των εθνικών διατάξεων περί κοινωνικής πρόνοιας, όταν λόγου χάρη το κριτήριο κατά τις διατάξεις αυτές είναι το αν ο αιτών έχει επίσης αξίωση διατροφής έναντι των μελών της οικογένειας ή αν είναι σε θέση να συντηρηθεί εργαζόμενος . Παρόμοια αντίληψη διαπνέει άλλωστε και το βελγικό δίκαιο το οποίο κάνει λόγο, στο άρθρο 6 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1974, για απόδειξη της προθέσεως προς εργασία καθώς και για την υποχρέωση που μπορεί να επιβληθεί στον ενδιαφερόμενο να προβάλει τις αξιώσεις προς διατροφή που έχει ενδεχομένως έναντι ορισμένων συγγενών του .
38 . δ ) Κατά τα λοιπά μπορεί να θεωρηθεί , σύμφωνα με τα αναφερθέντα, ότι δεν παρίσταται αναγκαία η εξέταση του συνόλου των προβλημάτων που θέτει το άρθρο 10, παράγραφος 1, δηλαδή η εξέταση του ζητήματος τι συμβαίνει στην περίπτωση του ενήλικου κατιόντος που εγκαθίσταται με τον διακινούμενο εργαζόμενο ο οποίος και καλύπτει οικειοθελώς τις ανάγκες του καίτοι ο ίδιος ο κατιών διαθέτει επαρκή εισοδήματα . Το παραπέμπον δικαστήριο δεν αντιμετωπίζει την περίπτωση αυτή στην περίπτωση της εφεσίβλητης πρόκειται προφανώς για μέλος της οικογένειας που δεν έχει δικούς της πόρους και χρήζει βοηθείας ( πληροί δηλαδή ένα κριτήριο το οποίο - όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικαίου των κρατών μελών - είναι συμφυές προς την έννοια της διατροφής ).
39 . Το μόνο ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω ως προς το άρθρο 10, παράγραφος 1, είναι στην ουσία το αν είναι αποφασιστικό το στοιχείο ότι το μέλος της οικογένειας θα μπορούσε να προσποριστεί τα αναγκαία μέσα συντηρήσεως με την εργασία του και το αν τότε μόνο μπορεί να γίνει λόγος για συντηρούμενο πρόσωπο κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης όταν αποδεικνύεται ότι το συντηρούμενο μέλος της οικογένειας δεν κατορθώνει, παρά τις σοβαρές του προσπάθειες, να βρει εργασία .
40 . Νομίζω λοιπόν, και το τονίζω ευθύς εξαρχής, ότι στο ερώτημα αυτό αρμόζει καταφατική απάντηση, ότι δηλαδή από τη σκοπιά του άρθρου 10, παράγραφος 1, σημασία δεν έχει μόνο το ότι παρέχεται πράγματι διατροφή ( π.χ . και στο μέλος της οικογένειας που προτιμά να μην απασχολείται ), αλλά πρέπει - για να επαναλάβω τη διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος - κατά κάποιο τρόπο να συντρέχουν αντικειμενικές συνθήκες ανεξάρτητες της βουλήσεως του ενδιαφερομένου που τον αναγκάζουν να ζητήσει την υποστήριξη του εργαζομένου .
41 . Πρέπει βέβαια να ομολογήσω ότι αυτό δεν αναφέρεται ρητά στο άρθρο 10, παράγραφος 1 ( καίτοι θα μπορούσε να έχει περιληφθεί χωρίς μεγάλη δυσκολία ). Πρέπει όμως να αναγνωριστεί ότι αυτού του είδους οι θεωρήσεις ενυπάρχουν σε μια διάταξη που ασχολείται με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και η οποία σκοπεί - όπως προκύπτει από το άρθρο 11 - να δώσει τη δυνατότητα στα μέλη της οικογένειας των εργαζομένων να αναλάβουν την άσκηση δραστηριότητας στο κράτος απασχολήσεως .
42 . Θα έλεγα επίσης ότι το στοιχείο αυτό είναι συμφυές προς την έννοια του "συντηρούμενου" προσώπου το στοιχείο αυτό προκύπτει πράγματι από την ερμηνεία της έννοιας αυτής βάσει του εθνικού δικαίου ή, αν θέλετε, βάσει γενικής αρχής του δικαίου . Παραπέμπω σχετικώς στο γερμανικό, στο γαλλικό, στο ισπανικό, στο ολλανδικό και στο ελληνικό δίκαιο όπου, όσον αφορά την παροχή διατροφής σε μέλη της οικογένειας, λαμβάνεται ως βάση η ικανότητα προς εργασία και η δυνατότητα απασχολήσεως . Παραπέμπω επίσης στο ιταλικό και στο πορτογαλικό δίκαιο όπου διατυπώνεται παρόμοια σκέψη και προβλέπεται ως κριτήριο το αν ο ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα βάσει των σωματικών και πνευματικών του ικανοτήτων να καλύψει ο ίδιος τις ανάγκες του . Παραπέμπω και στο δανικό εργατικό δίκαιο ( σχετικά με τα δίκαια των υπολοίπων κρατών μελών δεν έχω στοιχεία ) κατά το οποίο επίσης είναι σημαντικό στοιχείο η αδικαιολόγητη άρνηση αναλήψεως ορισμένης εργασίας .
43 . ε ) Κατά τη γνώμη μου λοιπόν η μόνη απάντηση που μπορεί να δοθεί στο τρίτο ερώτημα είναι ότι για την έννοια του συντηρούμενου προσώπου κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 σημασία δεν έχει μόνο η πραγματική κατάσταση της χορηγήσεως παροχών προς κάλυψη σημαντικού τμήματος των αναγκών διαβιώσεως, αλλ' αντιθέτως το ζήτημα αν σ' αυτή την ανάγκη οδηγεί η απορία του ενδιαφερομένου και αν το πρόσωπο - παρά τις σοβαρές του προσπάθειες - δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση αυτή με την άσκηση ανάλογης εργασίας .
44 . 5 . Τέλος, το τέταρτο ερώτημα αναφέρεται στο αν η εφεσίβλητη στην κύρια δίκη έχει ιδίω δικαιώματι αξίωση ίσης μεταχείρισης όπως και οι εργαζόμενοι δυνάμει του κοινοτικού δικαίου . Με το ερώτημα αυτό ζητείται να διευκρινιστεί ποια στοιχεία πρέπει να συντρέχουν εν προκειμένω, αν επαρκεί η πρόθεση αποκτήσεως της ιδιότητας του εργαζομένου, ή αν πρέπει να εκδηλώνεται με σοβαρές και ειλικρινείς προσπάθειες μέχρι να υπάρξει συγκεκριμένη προσφορά εργασίας .
45 . α ) Κατά το μέρος που το ερώτημα αυτό αναφέρεται στο ζήτημα της εισόδου και της εγκατάστασης ( υπό την έννοια της προσωρινής παραμονής για την εξεύρεση εργασίας ) δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσχέρειες, όπως απέδειξε η Επιτροπή .
46 . Είναι σαφές, πρώτον, ότι δεν απαιτείται να υπάρχει προσφορά εργασίας . Παραπέμπω σχετικώς στο άρθρο 5 του κανονισμού 1612/68, κατά το οποίο ο υπήκοος κράτους μέλους που αναζητεί απασχόληση στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους λαμβάνει την ίδια βοήθεια με εκείνη που παρέχουν τα γραφεία απασχολήσεως εργατικού δυναμικού του κράτους αυτού στους δικούς τους υπηκόους κατά την αναζήτηση απασχολήσεως . Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι δυνατές οι προσωπικές επαφές με τέτοιες υπηρεσίες χωρίς να υπάρχει ήδη συγκεκριμένη προσφορά εργασίας . Σημειωτέον εξάλλου σχετικώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 68/360, αρκεί για την είσοδο στο κράτος η επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι . Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι τα κράτη μέλη προέβησαν κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου, κατά την οποία θεσπίστηκαν ο κανονισμός 1612/68 και η οδηγία 68/360, σε δήλωση σχετικά με την ερμηνεία των κειμένων αυτών, κατά την οποία οι υπήκοοι κράτους μέλους που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να αναζητήσουν απασχόληση έχουν προς το σκοπό αυτό προθεσμία τριών μηνών τουλάχιστον ( βλέπε απόφαση στην υπόθεση 53/81 ( 8 )).
47 . Από την άλλη μεριά δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαια ότι αρκεί η απλή επίκληση της πρόθεσης ευρέσεως εργασίας . Αυτό φαίνεται ότι τονίζει η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, που αναφέρει στην σκέψη 21 ότι τα πλεονεκτήματα που παρέχει το κοινοτικό δίκαιο στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας μπορούν να επικαλούνται μόνο τα πρόσωπα που επιθυμούν σοβαρά να ασκήσουν μισθωτή δραστηριότητα . Απαιτείται, λοιπόν, χωρίς αμφιβολία να εκδηλώνεται η σχετική πρόθεση με την ανάλογη συμπεριφορά, η αναζήτηση εργασίας πρέπει δηλαδή να αποδεικνύεται με την εγγραφή στην αρμόδια υπηρεσία, με επισκέψεις σε επιχειρήσεις ή με δημοσίευση αγγελιών στις εφημερίδες .
48 . β ) Ωστόσο είναι επίσης σαφές - όπως τόνισαν η ολλανδική και η γερμανική κυβέρνηση και όπως αναγνώρισε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία - ότι οι παρατηρήσεις που εξέθεσα ήδη με αφετηρία τη διατύπωση του τέταρτου ερωτήματος δεν βοηθούν στην ουσία καθόλου την επίλυση του προβλήματος που ανέκυψε στην κύρια διαδικασία . Το πρόβλημα αυτό αφορά την ίση μεταχείριση ως προς τη χορήγηση κοινωνικών πλεονεκτημάτων, το δε τέταρτο ερώτημα ειδικότερα το αν η εφεσίβλητη στην κύρια δίκη έχει το σχετικό δικαίωμα απευθείας από το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 και όχι μόνο μέσω του δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως που έχει ο πατέρας της ως πρώην διακινούμενος εργαζόμενος .
49 . Αξίζει να σημειωθεί σχετικώς ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 αναφέρεται στην πραγματική άσκηση δραστηριότητας . Ενδεικτικό είναι εν πάση περιπτώσει ότι κάθε φορά που ο τίτλος Ι του κανονισμού αυτού αναφέρεται στους αναζητούντες απασχόληση, η διατύπωση είναι σαφώς διαφορετική και συγκεκριμένα δεν χρησιμοποιείται ο όρος "εργαζόμενος ". Θα παρατηρήσω επίσης - όπως παρατήρησε και η ολλανδική κυβέρνηση - ότι στην απαρίθμηση των χαρακτηριστικών του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας στο άρθρο 48 της Συνθήκης (( παράγραφος 3, στοιχείο α ) )) γίνεται μεν λόγος για προσφορά εργασίας, πουθενά όμως δεν αναφέρεται ότι οι αναζητούντες εργασία πρέπει να θεωρούνται ως εργαζόμενοι κατά την έννοια αυτής της διάταξης .
50 . Περαιτέρω παραπέμπω και πάλι στην απόφαση επί της υποθέσεως 53/81, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ( σκέψη 17 ) ότι στις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εμπίπτει μόνο η άσκηση πραγματικής δραστηριότητας, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένης σημασίας ώστε εμφανίζονται ως τελείως περιθωριακές και επουσιώδεις .
51 . Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προαναφερθείσα δήλωση του Συμβουλίου προβλέπει, όσον αφορά ακριβώς τη δημόσια πρόνοια, ότι τα πρόσωπα που δεν βρίσκουν εργασία εντός διαστήματος τριών μηνών, κατά το διάστημα δε αυτό καταφεύγουν στην κοινωνική πρόνοια του κράτους όπου αναζητούν εργασία, είναι δυνατόν να κληθούν να εγκαταλείψουν το έδαφος του κράτους αυτού . Αυτό δείχνει ότι το πρόσωπο που αναζητεί εργασία, το οποίο δεν έχει ακόμα το δικαίωμα παραμονής του άρθρου 4 της οδηγίας 68/360, δεν έχει ούτε δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ως προς τα κοινωνικά πλεονεκτήματα, το οποίο ανήκει στα πρόσωπα που ασκούν πράγματι κάποια δραστηριότητα .
Γ - Προτάσεις
52 . Τελικώς προτείνω την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour du travail της Μons :
1 ) 'Οταν ο υπήκοος κράτους μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου και παραμένει μετά τη συνταξιοδότησή του, οι κατιόντες που ζούσαν μαζί του τότε μόνο έχουν το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που αναγνωρίζει ο κανονισμός 1612/68 όταν :
- είναι οι ίδιοι εργαζόμενοι, ή
- έχουν την ιδιότητα του συντηρούμενου προσώπου μετά τη συμπλήρωση του εικοστού πρώτου έτους της ηλικίας τους .
2 ) Οι κατιόντες του πρώην διακινούμενου εργαζομένου που κατοικούσαν μαζί του μπορούν να ανακτήσουν το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, βάσει των κανονισμών 1612/68 και 1251/70, το οποίο έχασαν διότι έπαυσαν να κατοικούν με τον εργαζόμενο ( λόγω επιστροφής στο κράτος καταγωγής τους και ανεξάρτητης διαβίωσης ), εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68 ( εφόσον είναι δηλαδή συντηρούμενα πρόσωπα ) και 3 του κανονισμού 1251/70 ( εφόσον συγκατοικούν με τον πρώην διακινούμενο εργαζόμενο ).
3 ) Για να έχει κάποιο πρόσωπο την ιδιότητα του "συντηρούμενου κατιόντος" δεν αρκεί να καλύπτονται πράγματι οι ανάγκες του από κάποιον διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά πρέπει να εξετάζεται επίσης μήπως η απορία μπορεί να αντιμετωπιστεί με σοβαρές προσπάθειες για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας .
4 ) Ο υπήκοος κράτους μέλους που επιθυμεί να εισέλθει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους με την πρόθεση να αποκτήσει την ιδιότητα του εργαζομένου δεν υποχρεούται να επικαλεστεί ότι του έχει γίνει κάποια προσφορά εργασίας οφείλει όμως να αποδείξει ότι είναι σοβαρή η πρόθεσή του . Οι ειλικρινείς και σοβαρές προσπάθειες για την εύρεση εργασίας δεν αρκούν για τη θεμελίωση δικαιώματος παραμονής, με το οποίο συνδέεται και το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως που έχουν οι εργαζόμενοι, αλλά απαιτείται και η άσκηση μισθωτής εργασίας .
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά .
( 1 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001, σ . 33 .
( 2 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 249/83, Hoeckx κατά Openbaar centrum voor maatschappelijk welzijn Kalmthout, Συλλογή σσ . 973 και 982 .
( 3 ) Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 94/84, Office National de l' Emploi κατά Deak, Συλλογή σσ . 1873 και 1881 .
( 4 ) ABl . 1970, L 142, σ . 24 και επ .
( 5 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 261/83, Carmela Castelli κατά Office national des pensions pour travailleurs salaries, Συλλογή 1984, σ . 3199 .
( 6 ) Απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 139/85, Kempf κατά Υπουργού Δικαιοσύνης, Συλλογή σσ . 1741 και 1746 .
( 7 ) Βλέπε τις προτάσεις μου στην υπόθεση 59/85, Ολλανδικό Δημόσιο ( Υπουργός Δικαιοσύνης ) κατά Ann Florence Reed, Συλλογή 1986, σ . 1283, ιδίως σ . 1290 και επ ., σημείο Β.ΙΙ.1.δ ).
( 8 ) Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 53/81, Levin κατά Υπουργού Δικαιοσύνης, Συλλογή 1982, σ . 1035, ιδίως σ . 1043 .
Full & Egal Universal Law Academy