Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Αντικείμενο των προσφυγών
1 . Με τις υπό εξέταση προσφυγές που ασκήθηκαν από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητείται να ακυρωθούν τρεις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ . Πρόκειται συγκεκριμένα για τις αποφάσεις 85/463/ΕΟΚ και 85/464/ΕΟΚ της 28ης Αυγούστου 1985, που αφορούν αντιστοίχως τα οικονομικά έτη 1980 και 1981 ( 1 ) ( υπόθεση 327/85 ), και την απόφαση 86/443/ΕΟΚ της 1ης Ιουλίου 1986, που αφορά το οικονομικό έτος 1982 ( 2 ) ( υπόθεση 238/86 ).
2 . Αντικείμενο της διαφοράς είναι η άρνηση της Επιτροπής να χρηματοδοτήσει ορισμένες δαπάνες συνδεόμενες με τις ενισχύσεις για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων .
3 . Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι παρόμοιες, ο προσφεύγων είναι ο ίδιος, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων ταυτίζονται : γι' αυτό θα συνεξετάσω τις δύο προσφυγές .
2 . Περίληψη των πραγματικών περιστατικών και του εφαρμοστέου δικαίου
4 . Ο κανονισμός 1725/79 της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 1979 ( 3 ) καθόρισε τους κανόνες χορηγήσεως των ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα που μεταποιείται σε σύνθετες τροφές και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που προορίζεται για τη διατροφή μόσχων . Για να εξασφαλιστεί η τήρησή τους, θεσπίστηκε σύστημα επιτόπιων ελέγχων και ελέγχων βάσει εγγράφων, που περιλαμβάνουν αφενός την επιτόπια επιθεώρηση των συνθηκών παραγωγής στις επιχειρήσεις και αφετέρου τη συμπληρωματική εξέταση των λογιστικών τους και των εμπορικών τους εγγράφων . Οι έλεγχοι αυτοί πρέπει να είναι αιφνιδιαστικοί και να πραγματοποιούνται με ορισμένη ελάχιστη συχνότητα που καθορίζεται από τον κανονισμό .
5 . Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), προβλέπει ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι πρέπει να διενεργούνται συχνά, τουλάχιστον ανά δεκατέσσερις ημέρες παρασκευής . Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο δ ), του ίδιου άρθρου, ο εμπεριστατωμένος έλεγχος των λογιστικών και των εμπορικών εγγράφων πραγματοποιείται, καταρχήν, τουλάχιστον κάθε 12 μήνες αν όμως ο έλεγχος αυτός πραγματοποιείται τουλάχιστον κάθε τρεις μήνες, η συχνότητα των επιτοπίων ελέγχων μπορεί να μεταβληθεί από ένα κατώτατο όριο δεκατεσσάρων ημερών σε ένα κατώτατο όριο 28 ημερών παρασκευής (( παράγραφος 2, στοιχείο ε ) )).
6 . Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διέγνωσαν πολλές περιπτώσεις μη τηρήσεως των προθεσμιών αυτών .
7 . Στη συνοπτική έκθεση της 22ας Οκτωβρίου 1984 επισημαινόταν ότι έλεγχος που έπρεπε να πραγματοποιηθεί στις 11 Οκτωβρίου 1981 το αργότερο διενεργήθηκε μόλις στις 3 Νοεμβρίου 1981 . Κατά συνέπεια, δεν έγινε δεκτή η χρηματοδότηση για την αντίστοιχη περίοδο ( από 12ης Οκτωβρίου μέχρι 2ας Νοεμβρίου ), πράγμα που σήμαινε περικοπή των δαπανών κατά 3 060 405,36 ολλανδικά φιορίνια ( HFL ).
8 . Στο συμπλήρωμα 1 της συνοπτικής εκθέσεως της 15ης Απριλίου 1985 οι υπηρεσίες προέβησαν σε νέα μείωση, αυτή τη φορά για ποσό 66 167 616,62 HFL για το 1980 και 19 324 624,21 HFL για το 1981, αφού διαπίστωσαν τις ακόλουθες υπερβάσεις προθεσμιών : 45 περιπτώσεις μη τηρήσεως της προθεσμίας των 14 ημερών και πέντε της προθεσμίας των 28 ημερών κατά το 1980 οκτώ περιπτώσεις υπερβάσεως της προθεσμίας των 28 ημερών κατά το 1981 .
9 . Στο συμπλήρωμα 3 της 24ης Μαΐου 1985, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των τριμηνιαίων ελέγχων που διενεργήθηκαν εκ των υστέρων από τις Κάτω Χώρες το 1985 και δεν είχαν αποκαλύψει μεγάλες ανωμαλίες, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πρότειναν τη δυνατότητα εξομοιώσεως της ολλανδικής πρακτικής προς την εφαρμογή του καθεστώτος του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ε ) ( ελάχιστη περίοδος 28 ημερών ). Η εξομοίωση αυτή θα συνεπαγόταν λιγότερο σημαντικές μειώσεις : μείωση 6 482 249,09 HFL για το 1980 και 19 324 624,21 HFL για το 1981 .
10 . Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε, πάντως, από την Επιτροπή γι' αυτό και οι οριστικές αποφάσεις που προσβάλλονται εδώ στηρίχτηκαν στα ποσά που προκύπτουν από το συμπλήρωμα 1 της 15ης Απριλίου 1985 .
11 . Στη συνοπτική έκθεση της 15ης Ιανουαρίου 1986, περί των λογαριασμών του 1982, η Επιτροπή ανέφερε ότι το ολλανδικό σύστημα ελέγχου που περιγράφεται στη συνοπτική έκθεση για το 1980/81 ( περίοδοι 28 ημερών με τριμηνιαίους ελέγχους των εγγράφων ) είχε εφαρμοστεί σε όλες τις επιχειρήσεις των Κάτω Χωρών μεταξύ Φεβρουαρίου-Μαρτίου 1981 και της 30ής Απριλίου 1984, αλλ' ότι διατηρούσε, ως προς αυτό, τη θέση που είχε ήδη λάβει στο συμπλήρωμα 1 της συνοπτικής εκθέσεως για το 1980/81 .
12 . Η Επιτροπή αρνήθηκε, κατά συνέπεια, με την απόφαση 86/443/ΕΟΚ, να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 27 214 850,08 HFL για το έτος 1982 .
3 . Εξέταση των λόγων ακυρώσεως
Α - Παράβαση ουσιώδους τύπου λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας
13 . Η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένες, πράγμα που είναι αντίθετο προς το άρθρο 190 της Συνθήκης .
14 . Η προσφεύγουσα κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι μεταξύ των υπηρεσιών της και των υπηρεσιών της Επιτροπής είχαν μεσολαβήσει διαβουλεύσεις σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών για τα τρία υπό κρίση έτη .
15 . Θεωρεί, εντούτοις, ότι, ενόψει της υπάρξεως μεταγενέστερων συμπληρωμάτων της συνοπτικής εκθέσεως για το 1980/81 - και ιδίως της προτάσεως που περιέχεται στο συμπλήρωμα 3 -, η Επιτροπή όφειλε να εξηγήσει για ποιο λόγο επέλεξε μία από τις αναφερόμενες σε αυτά δυνατότητες, ενώ είναι αναμφισβήτητο ότι διέφεραν μεταξύ τους σημαντικά . 'Οσον αφορά, εξάλλου, το έτος 1982, η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών επικρίνει την παραπομπή που γίνεται από την αντίστοιχη συνοπτική έκθεση στην έκθεση για το 1980/81 . Επαναλαμβάνοντας την κριτική που είχε ασκήσει κατά της τελευταίας, επικρίνει την έλλειψη ιδίας αιτιολογίας στην απόφαση .
16 . Πρέπει, καταρχάς, να ειπωθεί, επί της αιτιάσεως αυτής ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, "η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που καθιερώνεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και από το πλαίσιο στο οποίο θεσπίστηκε" ( 4 ).
17 . Στην παρούσα περίπτωση όμως - όπως συνήθως συμβαίνει στο πλαίσιο των διαδικασιών εκκαθαρίσεως των λογαριασμών -, η προσφεύγουσα κυβέρνηση συμμετέσχε ενεργά κατά τη διαδικασία επεξεργασίας της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως μαρτυρούν τα διάφορα έγγραφα που αντηλλάγησαν σχετικά μεταξύ των ολλανδικών αρχών και των υπηρεσιών της Επιτροπής .
18 . Η συνοπτική έκθεση της 22ας Οκτωβρίου 1984 περιγράφει, εξάλλου, εν συντομία αυτή τη διαδικασία διαβουλεύσεων .
19 . Στην ίδια αυτή έκθεση και στο συμπλήρωμα 1 ανευρίσκονται, άλλωστε, σκέψεις που αρκούν για να εξηγήσουν τους λόγους στους οποίους στηρίχτηκε η εκδοθείσα απόφαση .
20 . Ιδίως το συμπλήρωμα 1 αιτιολογεί κατά τρόπο σαφή και λεπτομερή τα ποσά στα οποία καταλήγει, και είναι αναμφισβήτητο ότι οι σχετικές με τους λογαριασμούς του 1980 και 1981 αποφάσεις εκδόθηκαν βάσει των δεδομένων που προκύπτουν από το συμπλήρωμα αυτό .
21 . Ομοίως, η παραπομπή που γίνεται από τη συνοπτική έκθεση για το 1982 στην έκθεση 1980/81 ήταν ικανή να καταστήσει δυνατή στην κυβέρνηση των Κάτω Χωρών την πλήρη γνώση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή θεωρούσε ότι δεν έπρεπε να επιβαρυνθεί το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο για το εν λόγω έτος ποσό .
22 . Η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών επικρίνει, ωστόσο, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε τους λόγους που την οδήγησαν στη μη αποδοχή της προτάσεως που έκαναν οι υπηρεσίες της στο συμπλήρωμα 3 της εκθέσεως για το 1980/81, προτιμώντας τη λύση που περιεχόταν στο συμπλήρωμα 1 .
23 . Δεν μου φαίνεται ότι το προσφεύγον έχει δίκαιο .
24 . Η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία αφορά την απόφαση που πράγματι εκδόθηκε και θα ήταν, καταρχήν, σαφώς υπερβολικό να απαιτείται από την Επιτροπή να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν προέκρινε κάποια άλλη απόφαση, διαφορετική από αυτήν που πράγματι εξέδωσε .
25 . Αντίθετα, μου φαίνεται ότι το προσφεύγον φέρει το βάρος να αποδείξει ότι η υιοθετηθείσα λύση έπρεπε να είναι διαφορετική .
26 . Θεωρώ, λοιπόν, ότι ο πρώτος αυτός λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί .
Β - Παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 729/70 σε συνδυασμό προς τις διατάξεις του κανονισμού 1725/79
27 . α ) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), του κανονισμού 1725/79 και ότι, για το λόγο αυτό, κακώς δεν εγκρίθηκε η χρηματοδότηση των επιδίκων ενισχύσεων δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 5 ). Κατά την ολλανδική κυβέρνηση, η έκφραση "μια φορά ανά 14 ημέρες παρασκευής" δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι δεν μπορούν να μεσολαβήσουν περισσότερες από 14 ημέρες μεταξύ δύο ελέγχων, αλλά απλώς ότι πρέπει να πραγματοποιείται έλεγχος τουλάχιστον μια φορά κατά τη διάρκεια κάθε περιόδου 14 ημερών παρασκευής . Αυτή είναι επίσης, mutatis mutandis, η έννοια της εκφράσεως "κατώτατο όριο 28 ημερών παρασκευής" που χρησιμοποιείται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ε ).
28 . Η ερμηνεία του προσφεύγοντος θα επέτρεπε, επομένως, τη μεσολάβηση χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των 14 ημερών μεταξύ δύο διαδοχικών ελέγχων . Αυτό θα συνέβαινε, για παράδειγμα, κάθε φορά που, σε δεδομένη επιχείρηση, ο πρώτος έλεγχος πραγματοποιήθηκε στην αρχή της πρώτης περιόδου 14 ημερών, ο δε επόμενος στο τέλος της επόμενης περιόδου 14 ημερών .
29 . Προς στήριξη της άποψής της, η προσφεύγουσα κυβέρνηση προβάλλει διάφορα επιχειρήματα, που συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
30 . Τα επιχειρήματα αυτά δεν μου φαίνονται βάσιμα .
31 . β ) Από καθαρά γραμματική άποψη, μου φαίνεται λογική η ερμηνεία της Επιτροπής, κατά την οποία η διατύπωση του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), του κανονισμού 1725/79 δεν σημαίνει "τουλάχιστον μια φορά ανά περίοδο 14 ημερών παρασκευής", αλλά, όπως αναγράφεται με απόλυτη σαφήνεια, "τουλάχιστον μια φορά ανά 14 ημέρες παρασκευής ". Πράγματι, κανένα έρεισμα στο κείμενο του κανονισμού δεν βρίσκει η άποψη ότι αυτός διαίρεσε το χρόνο σε σταθερά διαστήματα 14 ημερών, επιτρέποντας τη διενέργεια του ελέγχου σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια του κάθε διαστήματος . Από το γράμμα του κειμένου προκύπτει, αντίθετα, ότι ορίζει το μέγιστο χρονικό διάστημα που μπορεί να διανυθεί μεταξύ δύο ελέγχων .
32 . Διευκρινίστηκε άλλωστε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι κατά την εν λόγω παραγωγική διαδικασία στον υπό κρίση τομέα δεν υφίστανται τεχνικοί κύκλοι παρασκευής στους οποίους θα μπορούσε να αναφέρεται η περίοδος παρασκευής 14 ημερών, σαν να επρόκειτο για αυθύπαρκτη μονάδα χρόνου με κάποιο λογικό αντίκρυσμα στο πλαίσιο της παραγωγικής διαδικασίας των επιχειρήσεων .
33 . 'Ενα στοιχείο συστηματικού χαρακτήρα ενισχύει το επιχείρημα αυτό . Πράγματι, το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), δεύτερο εδάφιο, αναφέρεται σε επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν το αποκορυφωμένο γάλα κατά τρόπο συνεχή . Το πρώτο εδάφιο αφορά, επομένως, τους ελέγχους που πραγματοποιούνται σε επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το γάλα αυτό κατά τρόπο συνεχή, αδιάλειπτο και χωρίς διακοπές των κύκλων παραγωγής, πράγμα που δεν φαίνεται να συμβιβάζεται με την ιδέα των αυτοτελών περιόδων 14 ημερών και με την απαίτηση να γίνεται ένας μόνο έλεγχος για την καθεμιά από αυτές .
34 . Είναι βέβαιο ότι τόσο η συχνότητα που υποστηρίζει το προσφεύγον όσο και εκείνη που υποστηρίζει η Επιτροπή συμβιβάζονται με την πραγματοποίηση αιφνιδιαστικών ελέγχων . Και μόνο, όμως, από την άποψη της προληπτικής αποτελεσματικότητας των δύο συστημάτων υπολογισμού σε σχέση με το σκοπό της αποτροπής της απάτης, το δεύτερο σύστημα πρέπει να προτιμηθεί του πρώτου .
35 . Κατά την άποψη των Κάτω Χωρών, όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα που έχει διανυθεί από τον προηγούμενο έλεγχο, τόσο μεγαλύτερη είναι όχι μόνο η πιθανότητα νέου ελέγχου αλλά και ο κίνδυνος, σε περίπτωση παραβάσεως, να χάσει η επιχείρηση ολόκληρη την ενίσχυση από τον τελευταίο προηγηθέντα έλεγχο από τον οποίο δεν προέκυψαν πλημμέλειες .
36 . Η Επιτροπή υπογραμμίζει, αντίθετα, ότι αυξάνει επίσης ο κίνδυνος να μην είναι ανιχνεύσιμες οι απάτες . Στην περίπτωση αυτή το αποτρεπτικό αποτέλεσμα μεταβάλλεται κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς το διάστημα που παρήλθε από τον τελευταίο έλεγχο και γι' αυτό είναι προτιμότερο να στηρίζεται κανείς στη δυνατότητα διαπιστώσεως της απάτης μάλλον παρά να ενθαρρύνει την κακή πρόθεση ή κακή πίστη των επιχειρηματιών που στηρίζεται στην πρόβλεψη αραιότερων ελέγχων .
37 . Η ανάγκη ελέγχου των συναλλαγών που μπορούν να τύχουν ενισχύσεων χρηματοδοτούμενων από το ΕΓΤΠΕ αποτυπώνεται, άλλωστε, σαφώς και στο προοίμιο του κανονισμού 1725/79 .
38 . Εκεί αναφέρεται η ανάγκη "να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των προδιαγραφών που αποσκοπούν στην εξασφάλιση του ειδικού προορισμού του αποκορυφωμένου γάλακτος και του αποκορυφωμένου γάλακτος εις κόνιν ". Για το σκοπό αυτό γίνεται δεκτό ότι πρέπει "να καταστούν πιο αυστηρές ορισμένες τεχνικές απαιτήσεις που αφορούν τη μετουσίωση και τη χρησιμοποίηση του αποκορυφωμένου γάλακτος εις κόνιν και να ενταθούν τα μέτρα ελέγχου" ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη ).
39 . Η ανάγκη ελέγχου που δεσπόζει στον κανονισμό ανευρίσκεται ουσιαστικά και σε όλες τις άλλες αιτιολογικές σκέψεις .
40 . Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στην ιδιάζουσα διατύπωση που χρησιμοποιείται στο ολλανδικό κείμενο του κανονισμού . Η έκφραση "συχνοί" έλεγχοι έχει αποδοθεί με τον όρο "regelmatig", μετάφραση που, όπως παραδέχεται και η ίδια η Επιτροπή, δεν είναι η τελειότερη, αφού αντιστοιχεί μάλλον στην έκφραση "τακτικοί" έλεγχοι .
41 . Πρέπει, πάντως, καταρχάς να λεχθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 6 ), οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις κοινοτικού κειμένου πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ενιαίο, σύμφωνα με τους σκοπούς και την όλη οικονομία του κειμένου .
42 . Εν προκειμένω, η ερμηνεία της Επιτροπής δεν σέβεται απλώς περισσότερο το ίδιο το γράμμα της δεύτερης πρότασης του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ ) (" τουλάχιστον μια φορά ανά 14 ημέρες "), και τους σκοπούς που πρυτανεύουν στην όλη δομή του συστήματος ελέγχων που καθιερώνεται με τον κανονισμό 1725/79, αλλά και δεν βλέπω, εξάλλου, πώς το ολλανδικό κείμενο, ακόμη και αν εξεταστεί μεμονωμένα, θα οδηγούσε σε αντίθετη ερμηνεία . Αντίθετα, ακόμη κι αν έπρεπε να αντληθεί από αυτό κάποιο ιδιαίτερο επιχείρημα, μου φαίνεται ότι αυτό θα ενίσχυε την ερμηνεία που υποστηρίζεται από την Επιτροπή .
43 . Πράγματι, η χρήση όρου που ισοδυναμεί προς τον όρο "τακτικοί" δεν μπορεί να αντιταχθεί στην ιδέα του απρόβλεπτου, που προκύπτει από την έκφραση που τον συνοδεύει (" συχνοί και αιφνιδιαστικοί ... έλεγχοι ") και που αποτελεί προϋπόθεση της ίδιας της αποτελεσματικότητας των ελέγχων . Σ' αυτή την αλληλουχία, η χρήση μιας τέτοιας διατύπωσης δεν μπορεί παρά να σημαίνει "αιφινιδιαστικούς ελέγχους πραγματοποιούμενους τουλάχιστον μια φορά ανά 14 ημέρες ".
44 . Κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει δεκτό το βάσιμο του επιχειρήματος που αντλεί το προσφεύγον ( στην υπόθεση 238/86 ) από τη διατύπωση του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 2409/86 της Επιτροπής της 30ής Ιουλίου 1986, σχετικά με την πώληση βουτύρου παρεμβάσεως που προορίζεται για ενσωμάτωση στις σύνθετες ζωοτροφές ( 7 ).
45 . γ ) Η δεύτερη παρατήρηση του προσφεύγοντος περί παραβάσεως των κανονισμών 1725/79 και 729/70 αφορά τη στάση της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών .
46 . Η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή γνώριζε τη μέθοδο ελέγχου που εφαρμοζόταν στις Κάτω Χώρες ήδη από τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1982 και τις εκθέσεις του ολλανδικού οργανισμού ελέγχου ( την ΑΙD : Γενική Υπηρεσία Επιθεωρήσεως ). Τήρησε, εντούτοις, σιγή, μη γνωστοποιώντας την άποψή της εγκαίρως . Δεν τη γνωστοποίησε ούτε με το έγγραφο της 4ης Ιουλίου 1983 ( σχετικό με τον έλεγχο της 15ης Νοεμβρίου 1982 ) ούτε με το έγγραφο της 2ας Απριλίου 1985 ( σχετικό με τον έλεγχο της 30ής Ιανουαρίου 1984 ). Εκδηλώθηκε μόλις το 1985 κατά την επεξεργασία του συμπληρώματος 1 . Με τη στάση της αυτή ενήργησε αντίθετα προς τις προτάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις παρατηρήσεις που διατύπωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1985, κατά τις οποίες η Επιτροπή όφειλε να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να διορθώνουν σύντομα τα διαπιστούμενα σφάλματα .
47 . Το επιχείρημα αυτό θέτει δύο προβλήματα : καταρχάς, ένα ζήτημα αποδείξεως στη συνέχεια, το ζήτημα της λυσιτέλειάς του .
48 . Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι είναι ανακριβές ότι οι υπηρεσίες της δεν αντέδρασαν στην ολλανδική πρακτική . Επικαλείται σχετικά τις προφορικές δηλώσεις της κατά τον έλεγχο του Νοεμβρίου 1982, την επίσημη υπηρεσιακής χρήσεως έκθεση για την επιθεώρηση αυτή, το περιεχόμενο του εγγράφου της 4ης Ιουλίου 1983 και ένα μεταγενέστερο τηλετύπημα, με τα οποία επέκρινε πάντοτε τον αριθμό των ημερών που μεσολαβούσαν μεταξύ των ελέγχων . Και υπογραμμίζει ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας, η ολλανδική κυβέρνηση όφειλε να ζητήσει από την Επιτροπή ερμηνευτικό σημείωμα .
49 . Στο σημείο αυτό πρέπει να αναγνωρίσει κανείς, καταρχάς, ότι η υπηρεσιακής χρήσεως έκθεση του Νοεμβρίου του 1982, μολονότι δεν κοινοποιήθηκε στο προσφεύγον, αναφέρει ότι οι υπάλληλοι του ΕΓΤΠΕ αμφισβήτησαν ήδη από το χρόνο της επιθεωρήσεως, την ορθότητα της ολλανδικής ερμηνείας, χωρίς να προκύπτει από την απάντηση της ολλανδικής κυβερνήσεως ότι αυτή διέψευσε επίσημα το συγκεκριμένο αυτό γεγονός . Πρέπει, αφετέρου, να αναγνωριστεί ότι τα στοιχεία που περιέχονται στα σημεία Α 3 και Α 4 του παραρτήματος του εγγράφου της 4ης Ιουλίου 1983 μπορούσαν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς το εάν οι ερμηνείες που δόθηκαν από τους δύο διαδίκους συμβιβάζονταν μεταξύ τους, πράγμα που δικαιολογούσε, ενδεχομένως, αίτηση περί διευκρινίσεως εκ μέρους της αποδέκτριας κυβέρνησης .
50 . Αλλά, και αυτό είναι σημαντικότερο από την απόδειξη του ότι η Επιτροπή ειδοποίησε την κυβέρνηση των Κάτω Χωρών για το παράνομο του συστήματός της, τι επιρροή ασκεί μια ενδεχόμενη παράλειψη; Στην πραγματικότητα φαίνεται ότι με το επιχείρημα αυτό το προσφεύγον επιδιώκει όχι τόσο να στηρίξει τη νομιμότητα της ενέργειάς του, όσο να επιστήσει την προσοχή στην παράλληλη συμπεριφορά της Επιτροπής . Ακόμη, όμως, και αν ήταν αποδεδειγμένη η αδράνεια της τελευταίας, η συμπεριφορά αυτή, δεν θα μπορούσε, καταρχήν, να απαλλάξει το προσφεύγον από τις ενδεχόμενες παρανομίες που είχε διαπράξει προγενέστερα κατά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου .
51 . Αυτό είναι το συμπέρασμα που προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει αρνηθεί στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να δικαιολογούν την παράβαση των υποχρεώσεών τους επικαλούμενα ενδεχόμενη παράβαση διαπραχθείσα από τα κοινοτικά όργανα ( 8 ).
52 . Δεν προκύπτει, εξάλλου, στην υπό κρίση περίπτωση, κάποιο στοιχείο της συμπεριφοράς της Επιτροπής ικανό να δημιουργήσει στο προσφεύγον τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι η ερμηνεία που ακολουθούσε ήταν η ορθή .
53 . δ ) Κατά τρίτο λόγο, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή διέπραξε σφάλμα αρνούμενη να υιοθετήσει τη λύση που προβάλλεται στο συμπλήρωμα 3 της συνοπτικής εκθέσεως για το 1980/81, αφού οι διοικητικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από τις εθνικές υπηρεσίες το 1985 - οι οποίοι ήταν εξίσου αποτελεσματικοί σαν να είχαν διενεργηθεί κατά την περίοδο των επίδικων συναλλαγών - δεν είχαν αποκαλύψει τη διάπραξη παραβάσεων . Η Επιτροπή έχει άλλωστε παραδεχτεί την αποτελεσματικότητα του κατασταλτικού ελέγχου στην περίπτωση της Ιρλανδίας .
54 . Ο ισχυρισμός αυτός όμως δεν φαίνεται βάσιμος . 'Οπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, η άρνηση χρηματοδότησης δεν οφείλεται στο γεγονός ότι οι ενισχύσεις εισπράχθηκαν αχρεωστήτως, αλλά στο ότι οι έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες ( 9 ).
55 . Φαίνεται επίσης βέβαιο ότι το αποτέλεσμα του συνδυασμού των επιτόπιων ελέγχων και των ελέγχων βάσει εγγράφων που επιδιώκεται από τον κανονισμό δεν μπορεί να επιτευχθεί από διοικητικό έλεγχο που διενεργείται τέσσερα έτη αργότερα : ελλείπει το αποτρεπτικό στοιχείο .
56 . Η υποχρέωση ελέγχου επιβάλλεται επιτακτικά από τον κανονισμό στο κράτος μέλος, η δε παράβασή της ισοδυναμεί με μη τήρηση κοινοτικού κανόνα προορισμένου να εγγυηθεί την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων δραστηριοτήτων, παράβαση που επισύρει, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 729/70, την άρνηση χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ .
57 . Στο σημείο αυτό το προσφεύγον επιχειρεί να αμφισβητήσει την άποψη ότι οι διοικητικοί έλεγχοι δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικοί χωρίς τους επιτόπιους ελέγχους . Στηρίζεται κυρίως στο περιεχόμενο ενός εγγράφου της 3ης Μαρτίου 1981 της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας της Επιτροπής, με το οποίο αυτή παραδεχόταν τον καθοριστικό ρόλο του διοικητικού ελέγχου σε περίπτωση αποκλίσεως από τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων .
58 . Ούτε αυτή η επιχειρηματολογία μού φαίνεται πειστική .
59 . Πράγματι, από τη διατύπωση του κανονισμού προκύπτει, πράγματι, ότι δεν είναι επιτρεπτή η αποσύνδεση των δύο ελέγχων . Υπό τις συνθήκες αυτές, η ενδεχόμενη αποτελεσματικότητα του αποκλειστικού ελέγχου βάσει εγγράφων δεν μπορεί να άρει την παράβαση .
60 . Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή παρέσχε εξηγήσεις για τη φύση και τον αριθμό των πλημμελειών, την αποφυγή των οποίων επιδιώκουν οι έλεγχοι : η έκταση που μπορούν να λάβουν οι πλημμέλειες αυτές ( ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι, στον υπό κρίση τομέα, το ύψος της ενισχύσεως αντιπροσωπεύει το 55 % περίπου της τιμής παρεμβάσεως για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη ) επιβεβαιώνει τη σημασία του διπλού ελέγχου που προβλέπεται από την κοινοτική ρύθμιση .
61 . Ειδικότερα, οι επιτόπιοι έλεγχοι αφορούν ιδίως την ποιότητα των πρώτων υλών και των ενδιάμεσων προϊόντων ( π.χ ., περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες και σε νερό, μη χρήση προϊόντων για τα οποία έχει ήδη χορηγηθεί ενίσχυση στο πλαίσιο άλλων κοινοτικών ρυθμίσεων ), τη διαδικασία παρασκευής των συνθέτων τροφών και την ποιότητα του τελικού προϊόντος ( ελάχιστη περιεκτικότητα σε αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, κριτήρια ποιότητας, χρήση των προβλεπόμενων προϊόντων μετουσίωσης ) κλπ .
62 . Οι διενεργούμενοι έλεγχοι περιλαμβάνουν ιδίως την εξέταση των μεταποιημένων πρώτων υλών, τον έλεγχο των αγοραζόμενων και πωλούμενων ποσοτήτων, την ανάλυση των δειγμάτων του προϊόντος, το λογιστικό έλεγχο .
63 . Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι έλεγχοι αυτοί μπορούν να παραβλεφθούν και να αντικατασταθούν από κατασταλτικούς ελέγχους βάσει εγγράφων .
64 . 'Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, στην προαναφερθείσα απάντηση στην ερώτηση του Δικαστηρίου, και οι δύο μορφές ελέγχου είναι αναγκαίες, επειδή ούτε ο επιτόπιος έλεγχος μόνος ούτε ο έλεγχος βάσει εγγράφων μόνος μπορεί να παράσχει επαρκή εγγύηση για την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων .
65 . Από την άλλη πλευρά, ο συλλογισμός της Επιτροπής καταρρίπτει τα επιχειρήματα που αντλεί το προσφεύγον από το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 1981 : ενώ στο εν λόγω έγγραφο γινόταν λόγος για την υπεροχή του ελέγχου βάσει εγγράφων έναντι του επιτόπιου ελέγχου, εν προκειμένω το ζήτημα είναι εάν μπορεί να γίνει αποδεκτός έλεγχος περιοριζόμενος στα έγγραφα, χωρίς την πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων . Αν όμως ο έλεγχος αυτός ήταν επαρκής, ο κανονισμός δεν θα επέβαλλε άλλους ελέγχους : το ότι τους επέβαλε, αυτό σημαίνει ότι τους θεώρησε αναγκαίους, και το να θεωρεί κανείς ότι ο απλός έλεγχος βάσει εγγράφων υποκαθιστά τους επιτόπιους ελέγχους θα ισοδυναμούσε με το να θεωρεί τους τελευταίους περιττούς .
66 . Είναι, εξάλλου, δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η εκπρόθεσμη διενέργεια των επιτοπίων ελέγχων μπορεί να θεραπευθεί από τη διενέργεια ελέγχων βάσει εγγράφων, που πραγματοποιούνται επίσης πολύ χρόνο μετά την πάροδο των προβλεπόμενων προθεσμιών και, επομένως, επίσης κατά παράβαση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου .
67 . Η δε περίπτωση της Ιρλανδίας δεν είναι ακριβώς της ίδιας κατηγορίας, εφόσον, κατά τις πληροφορίες που παρέσχε η Επιτροπή, η χώρα αυτή πραγματοποιούσε τους ελέγχους κατά τρόπο συνεχή και μόνον για το λόγο αυτό είχε θεωρήσει περιττό τον ετήσιο έλεγχο .
68 . ε ) Η προσφεύγουσα κυβέρνηση παραπονείται επίσης ότι δεν της δόθηκε η ίδια δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 1725/79 στις παραβάτιδες επιχειρήσεις, να επιτύχει, μέσω ειδικής έρευνας, μείωση του ποσού για το οποίο δεν χορηγείται ενίσχυση .
69 . Η αναλογία αυτή δεν φαίνεται, εντούτοις, καθόλου βάσιμη . Η ανατροπή του τεκμηρίου, κατά το οποίο, μεταξύ δύο ευνοϊκών ελέγχων με ευνοϊκά αποτελέσματα, όλες οι ενισχύσεις που έλαβε η επιχείρηση ελήφθησαν αχρεωστήτως, δεν σημαίνει και αποδοχή της καθυστερημένης διενέργειας των ελέγχων, τους οποίους το κράτος μέλος υποχρεούνταν να διενεργήσει και που θα επέτρεπαν τη λειτουργία του τεκμηρίου αυτού .
70 . στ ) Το προσφεύγον ισχυρίζεται, τέλος, ότι, αν έπρεπε να γίνει διόρθωση του χρηματικού ποσού, αυτή δεν έπρεπε να έχει ως συνέπεια την άρνηση ολόκληρου του ποσού που αντιστοιχεί στην περίοδο που διανύθηκε από τον τελευταίο πραγματοποιηθέντα έλεγχο, αλλά μόνο του ποσού που αντιστοιχεί στις ημέρες που ακολούθησαν την υπέρβαση της προθεσμίας .
71 . Ούτε αυτή η πρόταση νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή . Αυτό θα σήμαινε ότι τεκμαίρεται ότι όλη η παραγωγή μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε κανονικά να διενεργηθεί ο έλεγχος, είχε πραγματοποιηθεί νόμιμα . Ο έλεγχος όμως είχε ως σκοπό να πιστοποιήσει αυτό το γεγονός διαρκούσης αυτής της περιόδου . Στο σημείο αυτό παραπέμπω πάλι στις σκέψεις της Επιτροπής που εκτίθενται στη συνοπτική έκθεση για το 1980/81 .
Γ - Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
72 . Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, μολονότι επισημάνθηκαν απλές τυπικές πλημμέλειες και βεβαιώθηκε ότι δεν διαπράχθηκε καμιά ουσιαστική πλημμέλεια, η Επιτροπή εφάρμοσε στο σύνολο των τριών ετών μείωση 115 εκατομμυρίων HFL, ποσού δυσανάλογου σε σχέση προς τη διαπραχθείσα πλημμέλεια . Προς στήριξη της άποψής του επικαλείται την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1985 ( υπόθεση 181/84, Man Sugar, Συλλογή 1985, σ . 2889 ), που αφορά το δυσανάλογο χαρακτήρα της κυρώσεως της καταπτώσεως της ασφάλειας, και ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έχει ορισμένη διακριτική ευχέρεια, όπως φαίνεται σαφώς από την παρουσίαση των εναλλακτικών λύσεων που περιέχονται στα συμπληρώματα των συνοπτικών εκθέσεων .
73 . Νομίζω ότι η προβαλλόμενη δυσαναλογία έχει, πράγματι, νόημα, μόνον αν αναγνωριστεί πραγματική διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής στον τομέα αυτό .
74 . Είμαι, όμως, πεπεισμένος ότι αυτό δεν συμβαίνει .
75 . Δεν εναπόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει τη σημασία των παραβιασθέντων κανόνων ούτε τίθεται ζήτημα να επιλέξει από κάποιο φάσμα κυρώσεων την κύρωση που αρμόζει στη βαρύτητα της παραβάσεως .
76 . 'Οπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο ( 10 ), τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 729/70 "επιτρέπουν στην Επιτροπή να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ μόνο με τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί στους διαφόρους τομείς των γεωργικών προϊόντων, αφήνοντας τα κράτη μέλη να φέρουν κάθε άλλη δαπάνη, και ιδίως τα ποσά που οι εθνικές αρχές κακώς έκριναν ότι μπορούσαν να καταβάλουν στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς ". Σε αντίθετη περίπτωση, η διαφορετική αυστηρότητα, με την οποία τα διάφορα κράτη μέλη θα εφάρμοζαν κάθε κανόνα, θα διακύβευε την αναγκαία ισότητα στις συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών, ευνοώντας τους επιχειρηματίες ενός κράτος μέλους σε βάρος των άλλων .
77 . Και, ακόμη σαφέστερα, το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής ( Rec . 1981, σ . 21 ), ότι "αντικείμενο μιας αποφάσεως της Επιτροπής περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ως προς τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ είναι η διαπίστωση και η αναγνώριση ότι οι δαπάνες αυτές έγιναν από τις εθνικές υπηρεσίες σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις . Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν την καταβολή ενισχύσεως παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν ορισμένες διατυπώσεις αποδείξεως ή ελέγχου, μια ενίσχυση που χορηγήθηκε χωρίς να τηρηθεί αυτή η προϋπόθεση δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο και, συνεπώς, η σχετική δαπάνη δεν είναι δυνατόν, καταρχήν, να αναγνωριστεί εις βάρος του ΕΓΤΠΕ" ( σκέψη 8 ) ( 11 ).
78 . Από την άποψη αυτή εύγλωττη είναι και η απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής ( 12 ), από την οποία προκύπτει ότι η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών "αποβλέπει, στο παρόν στάδιο του κοινοτικού δικαίου, στη διαπίστωση όχι μόνο της πραγματικότητας και της κανονικότητας των εξόδων, αλλά και της ορθής κατανομής, μεταξύ κρατών μελών και Κοινότητας, των χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων που προκύπτουν από την κοινή γεωργική πολιτική, της Επιτροπής μη διαθέτουσας εν προκειμένω ευχέρεια εκτιμήσεως που θα της επέτρεπε να παρεκκλίνει από τους κανόνες που διέπουν την κατανομή αυτή των βαρών ".
79 . Επιπλέον, εκείνο που αμφισβητείται πράγματι δεν είναι η επιβολή κυρώσεως, αλλά η αναγνώριση του ότι μία ενίσχυση χορηγήθηκε κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, από την οποία αντλούνται οι αναγκαίες οικονομικές συνέπειες, όπως επιβάλλει το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο .
80 . Αφού η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να προβεί σε διαβάθμιση των χρηματοοικονομικών συνεπειών της παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων, οι οποίοι επιβάλλουν τους παραλειφθέντες ελέγχους, οι συνέπειες αυτές θα μπορούσαν, υποθετικά, να αποφευχθούν, μόνο διά της αμφισβητήσεως του κύρους των κανόνων που τις επιβάλλουν, πράγμα που σαφώς δεν έγινε .
81 . Θα ήταν βέβαια νοητό να γίνει διάκριση μεταξύ ουσιαστικών πλημμελειών και απλών τυπικών ελαττωμάτων, δεδομένου ότι μπορεί να είναι υπερβολικό να θεωρηθεί ότι και η ελάχιστη παράβαση εκτελεστικών και δευτερευόντων κανόνων επισύρει την άρνηση χρηματοδότησης .
82 . Στην παρούσα περίπτωση, η διάκριση δεν φαίνεται κρίσιμη : η αυστηρή τήρηση των κανόνων ελέγχου δεν μπορεί να μη θεωρηθεί ως ουσιώδης προϋπόθεση της νομιμότητας της χορηγήσεως της ενισχύσεως, πολλώ μάλλον που δεν αποδείχθηκε ότι οι έλεγχοι που έγιναν εκ των υστέρων υπήρξαν εξίσου αποτελεσματικοί για να κριθεί η κανονικότητα των πράξεων που προκάλεσαν την παρέμβαση ( 13 ). Ακόμη κι αν ήταν αποτελεσματικοί, το να αναγνωριστεί ότι αρκούν θα μείωνε κατά πολύ το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των ελέγχων και θα δημιουργούσε επικίνδυνο προηγούμενο ως προς το σεβασμό που οφείλεται τόσο στην κοινοτική νομοθεσία, γενικά, όσο και στη ρύθμιση της χορηγήσεως των ενισχύσεων, ειδικότερα .
Δ - Συμπέρασμα
83 . Ενόψει των προηγηθέντων, είμαι της γνώμης ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί αβάσιμη και ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα και των δύο υποθέσεων, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας .
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά .
( 1 ) ΕΕ L 267 της 9.10.1985, σσ . 43 και 46 .
( 2 ) ΕΕ L 256 της 9.9.1986, σ . 29 .
( 3 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 03/026, σ . 12 .
( 4 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 819/79, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ . 21, ιδίως σ . 36, σκέψη 19 βλέπε επίσης απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 1251/79, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ . 205, ιδίως σσ . 221 και 222 .
( 5 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 03/005, σ . 93 .
( 6 ) Βλέπε απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 στην υπόθεση 30/77, Rεηιξα jatae Βουγθεσεαυ, Rεγ . 1977, r . 1999, idiys r . 2010, rjaxg 14A bkape epirgs apevarg tgs 3gs Maqtiou 1977 rtgm upeherg 80/76, Νοστθ Κεσσω Μιμλ, Rεγ . 1977, r . 425, idiys r . 435A apovaereis tgs 7gs Uebqouaqiou 1979 rtis upohareis 11/76, Kaety Xeqes jatae Epitqopoes, Rεγ . 1979, r . 245, idiys r . 278, jai 18/76, Olorpomdiajoe OEglojqatia tgs Ieqlamias jatae Epitqopoes, Rεγ . 1979, r . 343, idiys σ . 383 απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 9/79, Κοςγθνιςλε jatae Rααδ φαξ Ασβειδ, Rεγ . 1979, r . 2717, rgleio 1 tgs peqikoexeys, jai r . 2724 .
( 7 ) ΕΕ L 208 της 31.7.1986, σ . 29 .
( 8 ) Βλέπε υπόθεση της 13ης Νοεμβρίου 1964 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 90 και 91/63, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου και Βελγίου, Rεγ . 1964, r . 1217, idiys r . 1232 .
( 9 ) Περίπτωση παρόμοια με την προσφάτως κριθείσα από το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1987 στις υποθέσεις 342/85 και 343/85, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σσ . 4677 και 4711, σκέψεις 20, 22, 27 και 28 και 20, 22, 28, 29 και 31, αντίστοιχα .
( 10 ) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 στις υποθέσεις 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Rεγ . 1979, r . 245, rjaxg 8, jai 18/76, Ieqlamia jatae Επιτροπής, Rεγ . 1979, r . 343, rjaxg 7A apevarg tgs 27gs Uebqouaqiou 1985 rtgm upeherg 55/83, Itakia jatae Epitqopoes, uukkocoe 1985, r . 683, idiys r . 699, rjaxg 31 .
( 11 ) Βλέπε επίσης προαναφερθείσες αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1985, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 21, και της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψεις 9 και 10 .
( 12 ) Rεγ . 1979, r . 321, idiys r . 339, rjaxg 28 .
( 13 ) Βλέπε, στην ίδια κατεύθυνση, προαναφερθείσες αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψεις 12 έως 17, και της 25ης Νοεμβρίου 1987 στις υποθέσεις 342/85 και 343/85, Ιταλία κατά Επιτροπής .
Full & Egal Universal Law Academy