Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η Deutsche Babcock Handel GmbH ( στο εξής : Deutsche Babcock ) εμπορεύεται προϊόντα χάλυβα . Η εταιρία αυτή συνήψε συμβάσεις με πολωνικές και ουγγρικές επιχειρήσεις για την αγορά προϊόντων χάλυβα όπως χαλύβδινων λαμαρινών, μορφοχαλύβων και άλλων λαμαρινών, εκτός των μαγνητικών . Τα προϊόντα εισήγαγε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσω του συνοριακού σταθμού του Boechen κατά το διάστημα μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 1980, σε μία δε περίπτωση τον Ιανουάριο του 1981 . Στην τελωνειακή της διασάφηση ανέγραψε ως δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων την ακαθάριστη τιμή που είχε συμφωνήσει με τους προμηθευτές της, αντί να δηλώσει την καθαρή τιμή στο νόμισμα του τιμολογίου, όπως απαιτούσε το έντυπο της διασαφήσεως .
Στην πραγματικότητα, η εταιρία, κατά τη σύναψη των συμβάσεων, είχε συμφωνήσει να της καταβληθούν πριμοδοτήσεις από τους προμηθευτές ανάλογες με τις αγορές της, υπό μορφή εκπτώσεων επί των ακαθαρίστων τιμών που αναφέρονταν στα τιμολόγια .
Κατά τον εκτελωνισμό η προσφεύγουσα υπέβαλε τις άδειες εισαγωγής που της είχε χορηγήσει το Bundesamt foer gewerbliche Wirtschaft ( ομοσπονδιακή υπηρεσία εμπορίου και βιομηχανίας ), οι οποίες ανέγραφαν τις ακαθάριστες τιμές και επί των οποίων είχε τεθεί σφραγίδα που ανέφερε ότι ο εκτελωνισμός δεν θα επιτρεπόταν αν η τιμή στο τιμολόγιο ήταν χαμηλότερη από την αναφερόμενη στην άδεια εισαγωγής .
Το τελωνείο εκτελώνισε τα εμπορεύματα και τα έθεσε σε ελεύθερη κυκλοφορία βάσει της τιμής που αναγραφόταν στην τελωνειακή διασάφηση και υπολόγισε τον αναλογούντα δασμό .
Κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησαν στα γραφεία της Deutsche Babcock το Μάιο του 1981 οι τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι είχαν καταβληθεί πριμοδοτήσεις . Οι εν λόγω αρχές κίνησαν κατά της Deutsche Babcock τη διαδικασία επιβολής προστίμου λόγω παραβιάσεως των διατάξεων του Aussenwirtschaftsgesetz ( γερμανικού νόμου περί εξωτερικού εμπορίου ) και της Aussenwirtschaftsverordnung ( κανονιστικής αποφάσεως περί εξωτερικού εμπορίου ), η οποία κατέληξε σε επιβολή προστίμου 75 000 DΜ . Η Deutsche Babcock δεν άσκησε, από ό,τι φαίνεται, κανένα ένδικο μέσο κατά της επιβολής του προστίμου .
Στις 9 Ιουλίου 1982 η Deutsche Babcock ζήτησε, σύμφωνα με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1430/79, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 11/015, σ . 162 ), την επιστροφή των δασμών, τους οποίους ισχυρίστηκε ότι είχε καταβάλει αχρεωστήτως, εφόσον λαμβάνονταν υπόψη οι πριμοδοτήσεις, και οι οποίοι ανέρχονταν σε 4 598,26 DΜ . Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 προβλέπει τα εξής :
"Επιτρέπεται η επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή η διαγραφή χρέους εισαγωγικών δασμών, καθ' ον μέτρον κρίνεται ικανοποιητικό (( διαπιστώνεται )) από τις αρμόδιες αρχές ότι το βεβαιωθέν ποσό των δασμών :
- αναφέρεται σε εμπορεύματα για τα οποία δεν γεννήθηκε καμιά τελωνειακή οφειλή ή για τα οποία η τελωνειακή οφειλή απεσβέσθη κατά άλλο τρόπο πλην της πληρωμής ή της διαγραφής του ποσού αυτής,
- είναι ανώτερο, ανεξαρτήτως λόγου, από εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί ."
Το Hauptzollamt Loebeck-Ost ( Κεντρικό Τελωνείο της Ανατολικής Λυβέκης ) αρνήθηκε την επιστροφή των δασμών ισχυριζόμενο ότι η αξίωση αυτή ερχόταν σε αντίθεση προς την αρχή της καλής πίστης, δεδομένου ότι η Deutsche Babcock, όταν τα εμπορεύματα επρόκειτο να εκτελωνιστούν και να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, είχε δώσει ψευδή στοιχεία προκειμένου να επιτύχει την εισαγωγή των εμπορευμάτων υπό τους αναγραφόμενους στην άδεια εισαγωγής όρους .
Η διαφορά ήλθε προς εκδίκαση ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου . Η Deutsche Babcock ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να αντιταχθεί η αρχή της καλής πίστης κατά της αξιώσεως που έχει βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79 για την επιστροφή των δασμών που αναμφίβολα κατέβαλε αχρεωστήτως . Το Hauptzollamt απάντησε ότι η συμπεριφορά της Deutsche Babcock κατά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων της στερούσε το δικαίωμα να αναζητήσει τους αχρεωστήτως καταβληθέντες δασμούς .
Το Finanzgericht έκρινε ότι δεν ήταν σαφές κατά πόσο εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79, ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία του και ως προς το περιεχόμενο της γενικής νομικής αρχής της καλής πίστης και ότι η έκβαση της υποθέσεως εξαρτάται από την επίλυση των ερμηνευτικών αυτών ζητημάτων . Κατόπιν αυτού ανέβαλε τη δίκη και με Διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1985, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Νοεμβρίου 1985, ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των εξής ερωτημάτων :
"1 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1430/79 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1672/82 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1982, εφαρμόζεται απευθείας επί των εμπορευμάτων που εμπίπτουν στη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 'Ανθρακα και Χάλυβα;
2 ) Σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα 1 :
Μπορεί να ζητηθεί από το Δικαστήριο η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως για την ερμηνεία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79, αν ο κανονισμός αυτός ισχύει σε ένα κράτος μέλος μόνο βάσει διατάξεως του δικαίου του, η οποία παραπέμπει σ' αυτόν;
3 ) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αρμόδιο για την ερμηνεία του κανονισμού 1430/79 στην παρούσα περίπτωση :
Αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79 η τήρηση της γενικής αρχής της καλής πίστης, υπό την έννοια ότι αποκλείεται η επιστροφή των εισαγωγικών δασμών όταν ο υπόχρεος για την καταβολή τους, κατά τη θέση του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία, δήλωσε τιμή υψηλότερη από εκείνη που πράγματι κατέβαλε, αν ληφθούν υπόψη οι εκπτώσεις και οι ανάλογες προς τις αγορές πριμοδοτήσεις που έχει καταβάλει ο πωλητής στον αγοραστή, και όταν σκοπός της δηλώσεως υψηλότερης τιμής ήταν να καταστήσει δυνατή τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία βάσει της άδειας εξαγωγής η οποία δεν περιελάμβανε τις εκπτώσεις και τις πριμοδοτήσεις, μολονότι η άδεια εισαγωγής θα είχε χορηγηθεί ακόμη και αν είχε υποβληθεί αίτηση που να αναφέρει και τις εκπτώσεις και τις πριμοδοτήσεις;"
Στη Διάταξη παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο εκθέτει μεταξύ άλλων τα εξής : "Δεν είναι σαφές αν ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1430/79 εφαρμόζεται επί των εμπορευμάτων που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ . Υπέρ της εφαρμογής συνηγορεί το γεγονός ότι η τελωνειακή ένωση εκτείνεται, βάσει του άρθρου 9 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο σύνολο των εμπορευματικών συναλλαγών . Συνεπώς, και οι τελωνειακές διαδικαστικές διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται επί όλων των εμπορευμάτων, ακόμη και όσων εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ . Οι δασμοί ΕΚΑΧ όμως εξακολουθούν να εμπίπτουν στην εθνική φορολογική αρμοδιότητα ".
Στη συνέχεια : "Και αν ακόμη ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1430/79 δεν έχει απευθείας εφαρμογή, έχει πάντως ενσωματωθεί στο γερμανικό δίκαιο διά του άρθρου 81 του γερμανικού τελωνειακού νόμου ". Το άρθρο αυτό προβλέπει τα εξής : "Οι κανονισμοί ΕΟΚ που διέπουν την τελωνειακή μεταχείριση των εμπορευμάτων εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και στην τελωνειακή μεταχείριση των εμπορευμάτων που υπόκεινται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ".
Το πρώτο ερώτημα θέτει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα . Με το ερώτημα αυτό ασχολήθηκε μόνο η Επιτροπή, η οποία προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση . Χωρίς να θέλω να επικρίνω τους διαδίκους και παρά το ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής είναι εξαιρετικά τίμιες και αποκαλύπτουν ορισμένες από τις δυσκολίες, θα ήθελα να εκφράσω τη λύπη μου για το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του λεπτομερή αντεπιχειρήματα .
Καταρχάς είναι σαφές ότι ο κανονισμός εκδόθηκε κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ και μόνο και βάσει των άρθρων 43 και 235, το δε άρθρο 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης αναφέρεται ρητά στις αιτιολογικές σκέψεις . Αντίθετα, δεν γίνεται καμιά αναφορά στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ή στα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα .
Μπορεί άραγε ένας κανονισμός που εκδίδεται κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ να αφορά προϊόντα που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για ορισμένους κανονισμούς που εκδόθηκαν βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ υπήρχε η πρόθεση - που μερικές φορές αποδεικνυόταν όπως φαίνεται από τα πρακτικά του Συμβουλίου - να καλύπτουν και τα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα . Για τους κανονισμούς αυτούς, μολονότι είχαν εκδοθεί γενικά βάσει της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο δεχόταν ότι εφαρμόζονται και στα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα εντούτοις, εν προκειμένω δεν φαίνεται να υπάρχουν τέτοια πρακτικά . Σε άλλες περιπτώσεις ελήφθησαν χωριστά μέτρα, με παρόμοιο έστω περιεχόμενο, βάσει και των δύο Συνθηκών - π.χ . ο κανονισμός του Συμβουλίου ( ΕΟΚ ) 3017/79, "περί της προστασίας κατά των εισαγωγών υπό πρακτική ντάμπινγκ ή υπό καθεστώς επιδοτήσεων από χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΟΚ", και η σύσταση 3018/79/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, "περί της προστασίας κατά εισαγωγών υπό πρακτική ντάμπινγκ ή υπό καθεστώς επιδοτήσεων από χώρες που δεν είναι μέλη της ΕΚΑΧ ".
Το ζήτημα όμως είναι αν επιτρέπεται να αφορά ένας κανονισμός ΕΟΚ τα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα ή αν, όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, οι δύο Συνθήκες αφορούν δύο σαφώς διακεκριμένες Κοινότητες, οι οποίες έχουν χωριστούς κανόνες και απαιτούν χωριστές διαδικασίες .
Η εν γένει αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο Συνθηκών εξετάστηκε διεξοδικά στη γνωμοδότηση 1/75 ( ΕCR 1975, σ . 1355 ), και ειδικότερα στην υπόθεση 36/83, Mabanaft κατά Hauptzollamt Emmerich ( Συλλογή 1984, σ . 2497 ), αλλά το Δικαστήριο δεν έκρινε αναγκαίο να αποφασίσει επί του ζητήματος αυτού ή να το σχολιάσει .
Η Επιτροπή υποστηρίζει καταρχάς ότι η Συνθήκη ΕΟΚ δεν αφορά συγκεκριμένα εμπορεύματα . Πολλές από τις διατάξεις της είναι γενικές και δεν υπάρχει λόγος να μην καλύπτει και τα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα . Εξίσου βάσιμο όμως φαίνεται να είναι και το αντεπιχείρημα ότι, εφόσον υπάρχει ειδική συνθήκη που πραγματεύεται τον άνθρακα και το χάλυβα, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Συνθήκη ΕΟΚ αφορά όλα τα υπόλοιπα προϊόντα .
Μεγαλύτερη σημασία έχει το άρθρο 232 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει τα εξής :
"1 ) Η παρούσα Συνθήκη δεν τροποποιεί τις διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος 'Ανθρακος και Χάλυβος, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, τις εξουσίες των οργάνων της Κοινότητος αυτής και τις διατάξεις της περί της λειτουργίας της κοινής αγοράς άνθρακος και χάλυβος .
2 ) Η παρούσα Συνθήκη δεν θίγει τις διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας ."
Οι διατάξεις δηλαδή της Συνθήκης ΕΟΚ, πολύ περισσότερο δε το παράγωγο δίκαιο που έχει θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της, δεν μπορούν να "τροποποιήσουν τις διατάξεις" της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή να "θίξουν τις διατάξεις" της Συνθήκης ΕΚΑΕ . Αυτό σημαίνει άραγε ότι η Συνθήκη ΕΟΚ δεν αφορά τον άνθρακα και το χάλυβα και ότι η νομοθεσία που έχει εκδοθεί βάσει της Συνθήκης αυτής δεν μπορεί να θεσπίζει κανόνες σχετικά με τον άνθρακα και το χάλυβα ή μήπως έχει στενότερη έννοια; Κατά την άποψή μου η διάταξη έχει στενότερη έννοια . Θα ήταν πολύ εύκολο να προβλεφθεί ότι καμιά διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αφορά τα προϊόντα άνθρακα και χάλυβα ή τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα, αν υπήρχε τέτοια πρόθεση . Δεν συνέβη όμως κάτι τέτοιο . Αντίθετα, ο επιβαλλόμενος περιορισμός συνίσταται στο ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ "δεν τροποποιούν τις διατάξεις" της προηγούμενης Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τα απαριθμούμενα θέματα . Η δική μου ερμηνεία είναι ότι η Συνθήκη ΕΟΚ εφαρμόζεται στον άνθρακα και το χάλυβα, εκτός αν πρόκειται για θέματα που ρυθμίζονται από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ ή από διατάξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εφαρμογή της . Εφόσον ο χώρος έχει καταληφθεί από τέτοιες διατάξεις, δεν παράγουν αποτελέσματα οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ .
Νομίζω ότι η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 188 έως 190/80, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1982, σ . 2545 ), και στην υπόθεση 239/84, Gerlach & Co . BV κατά Υπουργού Οικονομίας των Κάτω Χωρών ( απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1985, Συλλογή 1985, σ . 3507 ). Στην πρώτη υπόθεση μια οδηγία ερμηνεύθηκε υπό την έννοια ότι δεν εφαρμοζόταν στις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι επομένως δεν ήταν άκυρη, πράγμα που θα συνέβαινε, αν αφορούσε τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις στην αγορά άνθρακα και χάλυβα, επειδή "η ίδια η Συνθήκη ΕΚΑΧ περιέχει κανόνες" που αφορούν τα κράτη μέλη αυτά και τις επιχειρήσεις αυτές . Η έννοια της αποφάσεως αυτής μου φαίνεται να είναι ότι η οδηγία ΕΟΚ θα μπορούσε να αφορά θέματα άνθρακα και χάλυβα, εάν δεν υπήρχαν τέτοιοι κανόνες . Στη δεύτερη από τις παραπάνω υποθέσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν κανόνες αντιντάμπινγκ κατά τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και ότι επομένως ο κανονισμός αντιντάμπινγκ της ΕΟΚ τον οποίο αφορούσε η υπόθεση εκείνη δεν μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται στα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ . Το Δικαστήριο συνήγαγε από τις διατάξεις του άρθρου 232 της Συνθήκης ΕΟΚ ότι "όσον αφορά τη λειτουργία της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα οι κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ και το σύνολο των διατάξεων που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της εξακολουθούν να ισχύουν" παρά τη θέσπιση της Συνθήκης ΕΟΚ .
Σε καμία από τις παραπάνω τέσσερις υποθέσεις το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ότι η Συνθήκη ΕΟΚ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον άνθρακα και το χάλυβα . Ομοίως, σε καμιά τους δεν δηλώνεται ρητά ότι εφαρμόζεται . Νομίζω όμως ότι οι τελευταίες δύο αποφάσεις έχουν την έννοια ότι ο περιορισμός της εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ απορρέει από τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της .
Επομένως, δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η Συνθήκη ΕΟΚ εφαρμόζεται στον άνθρακα και το χάλυβα, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί κανόνες στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ή έχουν εκδοθεί τέτοιοι κανόνες κατ' εφαρμογή της .
Το ερώτημα συνεπώς είναι αν ο κανονισμός του Συμβουλίου εν προκειμένω θίγει τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ιδίως όσον αφορά "τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, τις εξουσίες των οργάνων της Κοινότητς αυτής και τις διατάξεις της περί της λειτουργίας της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα ".
Η Επιτροπή επέστησε την προσοχή στις οικονομικού δικαίου διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ στο άρθρο 49 και επ . και στο κεφάλαιο Χ, το οποίο πραγματεύεται την εμπορική πολιτική . Το κεφάλαιο αυτό μου φαίνεται ότι έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή : 1 ) η αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα της εμπορικής πολιτικής δεν θίγεται από την εφαρμογή της Συνθήκης, εκτός αν η ίδια ορίζει άλλως ( άρθρο 71 ) ( βλέπε, αντίθετα, άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ ), και 2 ) τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να επιβάλλουν δασμούς στον άνθρακα και το χάλυβα μεταξύ ενός ελαχίστου και ενός ανωτάτου ορίου, τα οποία υποχρεούνται να τηρούν και τα οποία καθορίζονται με απόφαση του Συμβουλίου ( η διάταξη αυτή μπορεί επίσης να παραβληθεί με το κοινό δασμολόγιο που επρόκειτο να καθιερωθεί κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ ).
Μπορεί βέβαια να υποστηριχθεί ότι αυτά τα δύο σύνολα τελωνειακών διατάξεων πρέπει να εξεταστούν χωριστά και σύμφωνα με την αντίστοιχη Συνθήκη και ότι χωριστά πρέπει να εφαρμόζονται και όλες οι διατάξεις σχετικά με τον καθορισμό της αξίας ή της προέλευσης, ο οποίος πραγματοποιείται για τελωνειακούς σκοπούς, ή με την τελωνειακή διοίκηση και ότι, αφού η ΕΚΑΧ περιέχει διατάξεις περί δασμών, όλες οι εξουσίες που έχουν σχέση με την τελωνειακή μεταχείριση του άνθρακα και του χάλυβα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ . Μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και οι συγκεκριμένες πράξεις της διοικήσεως πρέπει να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο .
Από την άλλη μεριά όμως είναι σαφές ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ σχετικά με τους δασμούς είναι πολύ περιορισμένες, ενώ δεν υπάρχουν καθόλου διατάξεις για άλλα θέματα, όπως η αξία, η προέλευση ή η τελωνειακή διοίκηση . Επιπλέον, δεν έχουν θεσπισθεί καθόλου κανόνες κατ' εκτέλεση της Συνθήκης αυτής σχετικά με την επιστροφή ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή τη διαγραφή χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, δηλαδή σχετικά με το επίμαχο ζήτημα εν προκειμένω . Νομίζω επομένως ότι, αν το άρθρο 232 της Συνθήκης ΕΟΚ ερμηνευθεί κατά γράμμα, τα ζητήματα αυτά δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης αυτής .
Η γραμματική αυτή ερμηνεία δεν είναι ασυμβίβαστη με τους σκοπούς των Συνθηκών . Εφόσον για ορισμένα ζητήματα δεν γίνεται ρητή επιφύλαξη ή δεν υπάρχει ρύθμιση στη Συνθήκη ΕΚΑΧ και εφόσον τα κράτη μέλη δεν έχουν διατυπώσει επιφυλάξεις ως προς τα λαμβανόμενα μέτρα, ένα κοινό διοικητικό σύστημα και κοινοί κανόνες ενισχύουν τη συνοχή των Κοινοτήτων και διευκολύνουν τη διοίκησή τους .
Μήπως όμως ο κανονισμός ΕΟΚ στην προκειμένη περίπτωση αντιποιείται εξουσίες των κυβερνήσεων των κρατών μελών στον τομέα της εμπορικής πολιτικής ( άρθρο 71 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ) ή δικαιώματα που απονέμει η Συνθήκη ΕΚΑΧ στα κράτη μέλη ( άρθρο 232 της Συνθήκης ΕΟΚ ) ή θίγει τις εξουσίες που εξακολουθούν να έχουν στο φορολογικό τομέα;
Αν ο επίμαχος κανονισμός τροποποιούσε τους δασμούς ή τη δασμολογική ονοματολογία των προϊόντων άνθρακα και χάλυβα, μου φαίνεται εκ πρώτης όψεως ( μολονότι επί του σημείου αυτού δεν αναπτύχθηκε κανένα επιχείρημα ) ότι θα ήταν αυτόματα άκυρος ή ανεφάρμοστος στα προϊόντα ΕΚΑΧ . Καμία όμως τέτοια τροποποίηση δεν επέρχεται με τον κανονισμό αυτό, ο οποίος περιορίζεται στην απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιστρέφονται οι δασμοί ή διαγράφεται το σχετικό χρέος . Δεν έχω πεισθεί ότι το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην "εμπορική πολιτική" κατά την έννοια του άρθρου 71 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή ότι ρυθμίζεται από το άρθρο 72 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο αναφέρεται μόνο στην επιβολή δασμών εντός ορίων που καθορίζει το Συμβούλιο . Ούτε άλλωστε έχουν εκδοθεί κατ' εκτέλεση της Συνθήκης ΕΚΑΧ κανόνες που να ρυθμίζουν αυτή την πλευρά του ζητήματος . Ούτε και μου φαίνεται ότι ο κανονισμός πράγματι αντιποιείται τις εξουσίες των κρατών μελών στο φορολογικό τομέα, αν και στο σημείο αυτό θα μπορούσαν να υπάρξουν περισσότερες αμφιβολίες . Το άρθρο 2, ειδικότερα, που είναι και το μόνο επίμαχο άρθρο εν προκειμένω, προβλέπει απλώς ότι η επιστροφή των δασμών ή η διαγραφή του σχετικού χρέους επιτρέπεται αν δεν γεννήθηκε ποτέ τελωνειακή οφειλή ή η τελωνειακή οφειλή αποσβέσθηκε ή το βεβαιωθέν ποσό ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί . Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι εισαγωγικοί δασμοί είτε δεν οφείλονταν καθόλου είτε οφείλονταν εν μέρει μόνο και η διαδικασία που ρυθμίζει την επιστροφή ή διαγραφή τους δεν θα μπορούσε υπό καμία έννοια να θεωρηθεί ότι αφαιρεί από τα κράτη μέλη ένα μέρος των εξουσιών που έχουν στο φορολογικό τομέα . Ο κανονισμός ορίζει σε άλλες διατάξεις τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δασμοί πρέπει ή μπορούν να επιστραφούν . Οι διατάξεις αυτές, όπως τουλάχιστον τις ερμηνεύω, αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεωρούν ότι δεν επιβάλλονται δασμοί, όπως π.χ . είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εμπορεύματα τίθενται κακώς σε ελεύθερη κυκλοφορία, ακολουθούνται εσφαλμένες διαδικασίες ή τα εμπορεύματα, αφού τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία, δεν μπορούν να παραδοθούν στον παραλήπτη και καταστρέφονται ή επανεξάγονται . Αν τα ζητήματα αυτά δεν αποτελούν ζητήματα "εμπορικής πολιτικής" και δεν καλύπτονται από καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τότε νομίζω, κατόπιν της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι τα κράτη μέλη έχουν δεχθεί με τη Συνθήκη ΕΟΚ ότι η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα επιτρέπεται να αντιμετωπίζει τον άνθρακα και το χάλυβα ως εμπορεύματα που καλύπτονται από την εν λόγω Συνθήκη . Από την άποψη αυτή δεν νομίζω ότι έχουν σημασία οι τροποποιήσεις που αναφέρει το πρώτο ερώτημα .
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα θα έδινα καταφατική απάντηση, όπως προτείνει η Επιτροπή .
Αν στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, τότε δεν ανακύπτει το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα . Εφόσον ανέκυπτε, θα έδινα την απάντηση ότι, αν ένας κανονισμός ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται απευθείας σε ένα κράτος μέλος στα εμπορεύματα στα οποία εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΚΑΧ, αλλά έχει ενσωματωθεί στην εθνική νομοθεσία και μόνο έτσι εφαρμόζεται στα εμπορεύματα αυτά ( δηλαδή όχι ως τμήμα του κοινοτικού δικαίου ), η ερμηνεία της νομοθεσίας αυτής δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο . Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα θα έδινα αρνητική απάντηση .
'Οσον αφορά το τρίτο ερώτημα, παρατηρήσεις υπέβαλε το Hauptzollamt . Η Deutsche Babcock δεν υπέβαλε επίσημα παρατηρήσεις . Αντ' αυτού, έστειλε αντίγραφο της εφέσεως που άσκησε κατά της αποφάσεως του Finanzgericht του Βερολίνου της 27ης Νοεμβρίου 1984, η απόφαση αυτή δε έχει επισυναφθεί στις παρατηρήσεις του Hauptzollamt . Με την απόφαση αυτή το Finanzgericht επικύρωσε την απόφαση των τελωνειακών αρχών ότι δεν μπορούσε να επιστραφεί κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 1430/79 ένα ποσό 26 896,17 DΜ, το οποίο η προσφεύγουσα ισχυριζόταν ότι είχε καταβληθεί αχρεωστήτως ως δασμός για παλαιότερες παραδόσεις εμπορευμάτων, λόγω των προϋποθέσεων υπό τις οποίες καταβλήθηκε ο δασμός . Το επίμαχο ζήτημα φαίνεται να είναι το ίδιο όπως και στην προκειμένη υπόθεση . Η Deutsche Babcock ισχυρίζεται ότι η αρχή της καλής πίστης δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της αξιώσεώς της για επιστροφή των δασμών σε καμία από τις δύο περιπτώσεις .
'Οσον αφορά το τρίτο ερώτημα, το Hauptzollamt θεωρεί, πρώτον, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στη δεύτερη περίπτωση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2 του κανονισμού 1430/79 για την επιστροφή των δασμών : όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού, η διάταξη αυτή αφορά τις καταβολές που πραγματοποιούνται αχρεωστήτως κατόπιν σφαλμάτων που διαπράττονται καλοπίστως και όχι κατόπιν ψευδών δηλώσεων, όπως εν προκειμένω . Δεύτερον, το Hauptzollamt ισχυρίζεται ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης είναι η αρχή της καλής πίστης και ότι η επιστροφή των δασμών στην προκειμένη υπόθεση θα αντέβαινε στην αρχή αυτή, αφού θα είχε ως αποτέλεσμα να ευνοηθεί η προσφεύγουσα έναντι των τίμιων εμπόρων . Επιπλέον, θα δυσχέραινε τον ορθό έλεγχο των εισαγωγών και τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για τον περιορισμό τους . Αν είχαν δηλωθεί οι πριμοδοτήσεις, θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί μέτρα αντιντάμπινγκ . Δεν είναι ορθό ότι η εταιρία θα είχε λάβει άδεια εισαγωγής αν είχε δηλώσει τη σωστή τιμή . Εξάλλου, το γεγονός ότι μπορεί να επιβληθεί πρόστιμο δεν αποκλείει τη δυνατότητα των τελωνειακών αρχών να αρνηθούν και την επιστροφή του δασμού .
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προβλέπει ο κανονισμός 1430/79 πρέπει να ασκούνται και να εκπληρώνονται σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης, κατόπιν αυτού δε προτείνει την ακόλουθη απάντηση στο τρίτο ερώτημα :
"Δεν επιτρέπεται η προβολή της αξιώσεως επιστροφής δασμών κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79, εφόσον η άσκηση του δικαιώματος αυτού είναι καταχρηστική, λόγω του ότι ο ενδιαφερόμενος προκάλεσε ο ίδιος, με πρόθεση να διαπράξει απάτη, την είσπραξη δασμού μεγαλύτερου από τον νομίμως προβλεπόμενο . Από την άποψη αυτή δεν έχει σημασία αν η εισαγωγή του προϊόντος δεν θα ήταν δυνατή παρά μόνο κατόπιν της εξαπατήσεως της διοικήσεως ."
Κατά τη δεύτερη περίπτωση της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2 του κανονισμού 1430/79, επιτρέπεται η επιστροφή των δασμών ή η διαγραφή του σχετικού χρέους, εφόσον οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι το ποσό των δασμών αυτών "είναι ανώτερο, ανεξαρτήτως λόγου, από εκείνο που νομίμως έπρεπε να εισπραχθεί ".
Η έκφραση "ανεξαρτήτως λόγου" είναι βέβαια πολύ ευρεία . Νομίζω όμως ότι σημαίνει "για οποιονδήποτε νόμιμο λόγο ". Δεν μπορεί να αφορά την περίπτωση στην οποία ο ενδιαφερόμενος προβαίνει εν γνώσει του σε ψευδείς δηλώσεις ως προς την τιμή των εμπορευμάτων - πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να επιβληθεί υψηλότερος δασμός από ό,τι κανονικά θα όφειλε να καταβάλει - προκειμένου να του χορηγηθεί άδεια, προϋπόθεση της οποίας γνωρίζει ότι είναι να δηλώσει ο ενδιαφερόμενος την πραγματική τιμή . Επιπλέον, από το προοίμιο του κανονισμού προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης του είχε κατά νου τα πραγματικά σφάλματα, τους εσφαλμένους υπολογισμούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους . Η έκφραση "ανεξαρτήτως λόγου" πρέπει να ερμηνευθεί με βάση την όλη οικονομία του κανονισμού . Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αξίωση επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων δασμών μπορεί να στηριχθεί σε ενσυνείδητα ψευδείς δηλώσεις .
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η ερμηνεία του άρθρου 2 δεν επιτρέπει την προβολή τέτοιας αξιώσεως .
Δεν χρειάζεται συνεπώς να εξεταστεί αν εφαρμόζεται καμία ευρύτερη αρχή . Αν δεν είχα καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα, τότε θα δεχόμουν ότι, στην περίπτωση που καταβάλλεται δασμός επί υψηλότερης τιμής από την πραγματική κατόπιν κακόπιστης δηλώσεως του ενδιαφερομένου, ο τελευταίος αυτός χάνει το δικαίωμα να αναζητήσει το καταβληθέν ποσό ή το δικαίωμά του αυτό καθίσταται ανενεργό .
Εν πάση περιπτώσει, δεν δέχομαι το επιχείρημα ότι υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της υποβολής ψευδούς δηλώσεως για την απόκτηση άδειας εισαγωγής και της υποχρεώσεως καταβολής δασμών . Η ψευδής δήλωση σε σχέση με την άδεια εισαγωγής που έχει ως αποτέλεσμα την καταβολή υψηλότερου δασμού στερεί το δικαίωμα αναζητήσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος . 'Οποιος παίζει με τη φωτιά δεν πρέπει να παραπονείται ότι κάηκε .
Εφόσον η δήλωση ήταν οπωσδήποτε ψευδής, δεν νομίζω ότι το παραπάνω συμπέρασμα αναιρείται από το γεγονός ότι, αν είχαν δηλωθεί τα σωστά αριθμητικά στοιχεία, θα είχε χορηγηθεί άδεια εισαγωγής ( γεγονός πάντως που αμφισβητείται ).
Εδώ βέβαια δεν εκφράζω ούτε άμεσα ούτε έμμεσα καμία άποψη ως προς το αν υπήρξε απάτη ή ανέντιμη συμπεριφορά . Το ζήτημα αυτό πρέπει να κριθεί από το εθνικό δικαστήριο .
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η απάντηση στα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να κινείται στα ακόλουθα πλαίσια :
1 ) Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1430/79 του Συμβουλίου έχει απευθείας εφαρμογή στα εμπορεύματα στα οποία εφαρμόζεται η Συνθήκη ΕΚΑΧ .
2 ) Η έννοια της δεύτερης περίπτωσης της πρώτης παραγράφου του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1430/79 είναι ότι οι εισαγωγικοί δασμοί δεν επιστρέφονται όταν ο υπόχρεος για την καταβολή του εισαγωγικού δασμού δήλωσε, όταν εκτελώνισε τα εμπορεύματα για να τα θέσει σε ελεύθερη κυκλοφορία, υψηλότερη τιμή από ό,τι πραγματικά κατέβαλε, αν ληφθούν υπόψη οι εκπτώσεις και οι ανάλογες προς τις αγορές πριμοδοτήσεις που έχει καταβάλει ο πωλητής στον αγοραστή, και όταν σκοπός της δηλώσεως υψηλότερης τιμής ήταν να καταστήσει δυνατή τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία βάσει άδειας εξαγωγής η οποία δεν περιελάμβανε τις εκπτώσεις και τις πριμοδοτήσεις, ακόμη και σε περίπτωση που η άδεια εισαγωγής θα είχε χορηγηθεί έστω και αν είχε υποβληθεί αίτηση που να αναφέρει την τιμή που θα προέκυπτε από την αφαίρεση των εκπτώσεων και των πριμοδοτήσεων .
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στην παρούσα διαδικασία δεν αποδίδονται . Σχετικά με τα έξοδα των διαδίκων της κύριας δίκης θα αποφανθεί το εθνικό δικαστήριο .
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά .
Full & Egal Universal Law Academy