ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JOSÉ LUÍS DA CRUZ VILAÇA
της 21ης Ιανουαρίου 1987 ( *1 )
Κύριε πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι προσφεύγουσες στην υπό κρίση υπόθεση, εταιρίες Mannesmann-Röhrenwerke AG και Paderwerk Gebr. Benteler GmbH & Co., γερμανικές επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα, επιδιώκουν την ακύρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85 του Συμβουλίου, της 6ης Αυγούστου 1985, που συμπλήρωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 60/85 της 9ης Ιανουαρίου 1985.
Ι — 2.
Οι δύο εταιρίες κατασκευάζουν και διαθέτουν στο εμπόριο σωλήνες από χάλυβα, προϊόντα που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της Συνθήκης ΕΚΑΧ και, συνεπώς, υπάγονται στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ.
3.
Οι προσφεύγουσες εξασφαλίζουν μόνες τους το 70 ο/ο περίπου των γερμανικών εξαγωγών των εν λόγω προϊόντων με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
4.
Κατέχουν εξάλλου πολύ σημαντική θέση μεταξύ των έξι γερμανικών επιχειρήσεων που κατασκευάζουν ειδική κατηγορία σωλήνων από χάλυβα, τους σωλήνες OCTG ( oil country tubulaire goods), που χρησιμοποιούνται στις περιοχές αντλήσεως πετρελαίου.
II — 5.
Λόγω των απειλών που αφορούσαν τις εξαγωγές χάλυβα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Κοινότητα υποχρεώθηκε να διεξαγάγει μ' αυτή τη χώρα διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη σύναψη, στις 21 Οκτωβρίου 1982, διακανονισμού που προέβλεπε τον περιορισμό των κοινοτικών εξαγωγών ορισμένου αριθμού προϊόντων σιδήρου και χάλυβα ( 1 ). Οι σωλήνες από χάλυβα δεν συγκαταλέγονταν μεταξύ αυτών των προϊόντων.
6.
Ωστόσο, ο διακανονισμός συνοδευόταν από ανταλλαγή επιστολών, που έφεραν την ίδια ημερομηνία, των οποίων σκοπός ήταν να προλάβουν διαταράξεις των εμπορικών ρευμάτων σχετικά με τους σωλήνες από χάλυβα, δηλαδή προϊόντα που δεν υπάγονταν στους περιορισμούς. Σχετικώς, η Κοινότητα θεώρησε ότι δεν μπορούσε να προβλεφθεί ότι, κατά την περίοδο ισχύος του διακανονισμού (δηλαδή μέχρι του τέλους 1985), οι ετήσιες εξαγωγές της σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερέβαιναν το μέσο ποσοστό των κοινοτικών πωλήσεων στην αμερικανική αγορά κατά την περίοδο 1979 έως 1981, ώστε να διαταραχθούν τα εμπορικά ρεύματα. Ωστόσο αν προέκυπταν ζητήματα στην εν λόγω αγορά, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν διαβουλεύσεις ως προς την εξέλιξη των κοινοτικών εξαγωγών σωλήνων.
7.
'Εχει αποδειχθεί ότι τελικά οι εξαγωγές υπερέβησαν κατά πολύ τα προβλεπόμενα επίπεδα ώστε, από τις 29 Νοεμβρίου 1984, ot αρχές της Βόρειας Αμερικής απαγόρευσαν γενικά την εισαγωγή σωλήνων από χάλυβα κοινοτικής προελεύσεως.
8.
Για μια ακόμη φορά, οι κοινοτικές και αμερικανικές αρχές διεξήγαγαν διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη σύναψη, στις 7 Ιανουαρίου 1985, διακανονισμού με ανταλλαγή επιστολών επί του εμπορίου σωλήνων από χάλυβα, που εγκρίθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 59/85 της 9ης Ιανουαρίου 1985 ( 2 ).
9.
Ο εφαρμοστέος μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 1986 διακανονισμός προέβλεπε στην ουσία τα εξής:
10.
—
η Κοινότητα περιορίζει τις εξαγωγές της σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες σε 7,6 o/ο της φαινομενικής κατανάλωσης της αμερικανικής αγοράς κατά τη διάρκεια των ετών 1985 και 1986· κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, απαιτούνται άδειες εξαγωγής·
11.
—
εντός των ορίων του αναφερθέντος ποσοστού, οι εξαγωγές σωλήνων OCTG δεν μπορούν να υπερβούν το 10 % της φαινομενικής κατανάλωσης αυτών των προϊόντων στην αμερικανική αγορά.
12.
Για την εφαρμογή αυτού του διακανονισμού, το Συμβούλιο θέσπισε, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 60/85 της 9ης Ιανουαρίου 1985 ( 3 ), διάφορα εκτελεστικά μέτρα.
13.
Για τα περισσότερα από τα εν λόγω προϊόντα, το παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού όρισε την κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης εξαγωγής μεταξύ των κρατών μελών, αφήνοντας στα τελευταία τη φροντίδα για τη διάθεση στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, κατ' εφαρμογή « αντικειμενικών κριτηρίων », των ποσοτήτων που με αυτό τον τρόπο θα έχουν καθοριστεί γι' αυτές ( τρίτη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού ).
14.
Εντούτοις, όσον αφορά τους σωλήνες OCTG, ο κανονισμός (στο παράρτημα του III ) περιορίστηκε στο να ορίσει ότι η κατανομή της κοινοτικής « υποποσόστωσης » μεταξύ των κρατών μελών θα πραγματοποιηθεί με μεταγενέστερη απόφαση, που εναπόκειται στο Συμβούλιο να θεσπίσει με ειδική πλειοψηφία, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου 1985.
15.
Η εν λόγω κατανομή πραγματοποιήθηκε, με καθυστέρηση, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2355/85 της 6ης Αυγούστου 1985 ( 4 ). Κατά την κλίμακα κατανομής που θέσπισε ο εν λόγω κανονισμός, χορηγήθηκε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το 43,8 % της συνολικής κοινοτικής ποσόστωσης για τους σωλήνες OCTG (4,38% της φαινομενικής κατανάλωσης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής).
III — 16.
Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2355/85, ζητώντας την ακύρωση του, με την αιτιολογία ότι η κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης εξαγωγής σωλήνων OCTG με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες σε εθνικές υποποσοστώσεις περιάγει σε δυσμενέστερη θέση τη γερμανική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα και θίγει τα συμφέροντα της.
IV — 17.
Το Συμβούλιο, καταρχάς, αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής, και αυτό αναμφίβολα είναι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί κατά την εξέταση της υπό κρίση υποθέσεως.
18.
Το Συμβούλιο αμφισβητεί ότι οι προσφεύγουσες έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής, υποστηρίζοντας ότι δεν διαβλέπει κανένα λόγο ικανό να δικαιολογήσει την παρέμβαση τους εν ονόματι του συνόλου των γερμανικών εξαγωγέων κάθε είδους σωλήνων και ακόμα λιγότερο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που είναι ο πραγματικός δικαιούχος της προβλεπόμενης από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2355/85 κατανομής.
19.
Το Συμβούλιο εξετάζει τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως, ασκούμενης από φυσικό ή νομικό πρόσωπο και συμπεραίνει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι, ανεξαρτήτως του αν ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 είναι πράγματι κανονισμός ή μάλλον απόφαση απευθυνόμενη στα κράτη μέλη, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να προβάλλουν ότι αυτός τους ενδιαφέρει άμεσα ή ατομικά.
20.
Το Συμβούλιο θεωρεί ότι το ένδικο μέσο που έχουν στη διάθεση τους οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν είναι, επομένως, αυτό του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά αποκλειστικώς η αμφισβήτηση, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, των αποφάσεων της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους που, σε εκτέλεση των κανονισμών ( ΕΟΚ) 60/85 και 2355/85, κατανέμει μεταξύ των επιχειρήσεων τη χορηγηθείσα εθνική ποσόστωση.
21.
Το ζήτημα του κύρους τους κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85 θα μπορούσε τότε να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
22.
Αρχίζω, επομένως, με την εξέταση των προϋποθέσεων του παραδεκτού της υπό κρίση προσφυγής.
V — 23.
Κατά το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ « κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά ».
24.
Κατά συνέπεια, για να γίνει δεκτή η προσφυγή, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
25.
—
πρέπει να πρόκειται περί αποφάσεως,
26.
—
που έχει την εμφάνιση η τη μορφή κανονισμού (ή αποφάσεως απευθυνόμενης σε άλλο πρόσωπο ),
27.
—
που αφορά άμεσα,
28.
—
και ατομικά τον προσφεύγοντα.
29.
Οι εν λόγω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά έτσι ώστε, όταν μια από αυτές δεν πληρούται, η προσφυγή να είναι απαράδεκτη.
30.
Οι προσφεύγουσες δεν θεωρούν ωστόσο αναγκαίο να εξεταστεί αν η προσβαλλόμενη κοινοτική πράξη αποτελεί ή όχι « πραγματικό » κανονισμό και είναι της γνώμης ότι αρκεί να αποδειχθεί ότι τις αφορά άμεσα και ατομικά, για να γίνει τύποις δεκτή η προσφυγή.
31.
Δεν θεωρώ αυτόν τον τρόπο ως τον ορθότερο για να εμφανιστούν τα πράγματα δεδομένου ότι καταλήγει στο να ερμηνευθεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά εσφαλμένο προφανώς τρόπο.
32.
Το Δικαστήριο απεφάνθη υπέρ του απαραδέκτου προσφυγής στην περίπτωση που μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 173 δεν πληρούται και δεν έκρινε τότε αναγκαίο να εξετάσει τις άλλες προϋποθέσεις.
33.
Σχετικώς, το Δικαστήριο ήδη σαφέστατα δέχθηκε ότι οι προσφυγές « πρέπει να απορρίπτονται ως απαράδεκτες όταν η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί κανονισμό » ( 5 ).
34.
Γι' αυτό το λόγο το Δικαστήριο σε πολλές υποθέσεις άρχισε με την εξέταση της φύσεως της προσβαλλόμενης πράξεως και απέρριψε την προσφυγή, χωρίς να εξετάσει αν αφορούσε άμεσα ή ατομικά τον προσφεύγοντα, εφόσον είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο περί κανονισμού ( 6 ).
35.
Σε άλλες περιπτώσεις, το Δικαστήριο προτίμησε να μην αποφανθεί επί του αν η προσβαλλόμενη πράξη αποτελούσε ή όχι πραγματικό κανονισμό και αρκέστηκε στο να διαπιστώσει ότι δεν αφορούσε άμεσα ή ατομικά τον προσφεύγοντα ( 7 ).
36.
Η προϋπόθεση, κατά την οποία η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να αφορά ατομικά το πρόσωπο του προσφεύγοντος, είναι ασφαλώς στενά συνδεδεμένη με την προϋπόθεση κατά την οποία η πράξη πρέπει να έχει τη φύση αποφάσεως, διότι είναι ίσως εξαιρετικό μια πράξη που ανταποκρίνεται στα κριτήρια του άμεσου και ατομικού συμφέροντος να μην περιβάλλεται ταυτόχρονα το χαρακτήρα αποφάσεως.
37.
Απομένει ωστόσο αυτό να αποδειχθεί σε κάθε περίπτωση. Όπως ο γενικός εισαγγελέας Jean-Pierre Warner τόνισε στις προτάσεις του στην υπόθεση Caipak που προαναφέρθηκαν ( σσ. 1970 και 1971 ), η πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου επ' αυτού του σημείου « καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση ορθής εξετάσεως, η προϋπόθεση που απαιτεί η εν λόγω διάταξη να είναι από τη φύση της απόφαση, και όχι κανονιστική πράξη, είναι ανεξάρτητη από τις προϋποθέσεις που απαιτούν η διάταξη να αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά ».
38.
Αρχίζω, επομένως, την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής αναζητώντας ποια είναι η φύση της προσβαλλόμενης πράξης.
VI — 39.
Κατά τη διατύπωση που μας ενδιαφέρει στην υπό κρίση περίπτωση, ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ συνίσταται στο να αποφεύγεται με την επιλογή της μορφής του κανονισμού ένα όργανο να μπορεί να συγκαλύπτει απόφαση απευθυνόμενη σε ιδιώτη, εμποδίζοντας τον τελευταίο μ' αυτό τον τρόπο να ασκήσει το δικαίωμα προσφυγής που του ανήκει βάσει του πρώτου μέρους του ίδιου άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος: η επιλογή της μορφής δεν μπορεί να μεταβάλλει τη φύση της πράξεως ( 8 ).
40.
Επομένως, δεν έχει σημασία « η επίσημη ονομασία της πράξεως », αλλά το αντικείμενο και το περιεχόμενο της. Κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, ο κανονισμός έχει γενική ισχύ και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος· περιβάλλεται, επομένως, χαρακτήρα βασικά κανονιστικό και εφαρμόζεται, κατά συνέπεια, σε οριζόμενες αντικειμενικά καταστάσεις και, όπως το Δικαστήριο ήδη δέχθηκε ( 9 ), έχει άμεσα έννομα αποτελέσματα ως προς τις κατηγορίες των αποδεκτών που αντιμετωπίζονται αόριστα και στο σύνολο τους.
41.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το προσβαλλόμενο στην υπό κρίση υπόθεση κείμενο έχει τη μορφή κανονισμού, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85, και ότι αποσκοπεί στην εισαγωγή διατάξεως για να καλύψει κενό που άφησε άλλος κανονισμός, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 60/85, παράρτημα III, υπό τον τίτλο « OCTG ». Η εξέταση της φύσεως της πρώτης πράξεως που αναφέρθηκε δεν μπορεί, επομένως, να διαχωρισθεί από εκείνη της προηγουμένης πράξεως της οποίας τελικά αποτελεί τμήμα.
42.
Και είναι αναμφισβήτητο ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 60/85 περιέχει ουσιαστικά διατάξεις κανονιστικού χαρακτήρα που αποσκοπούν στη ρύθμιση των προϋποθέσεων εφαρμογής του διακανονισμού περί αυτοπεριορισμού ο οποίος συνήφθη τον Ιανουάριο 1985 με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
43.
Απομένει, ωστόσο, να εξεταστεί αν αυτό το κανονιστικό σύνολο δεν περιέχει διατάξεις ατομικού χαρακτήρα οι οποίες, από τη φύση τους, διαφεύγουν το χαρακτηρισμό που δίδεται στο σύνολο.
44.
Το Δικαστήριο ήδη δέχθηκε ( 10 ) ότι μια πράξη, που χαρακτηρίζεται στο σύνολο της σαν κανονισμός, μπορεί να περιέχει διατάξεις ατομικού χαρακτήρα, οι οποίες, επομένως, δεν είναι κανονιστικής φύσεως.
45.
Το πρόβλημα μπορεί ακριβώς να τεθεί σχετικά με το παράρτημα III του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 και αυτή εν πάση περιπτώσει είναι η γνώμη που υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2355/85. Επομένως, θα επικεντρώσω την εξέταση μου επί του ένδικου κανονισμού.
46.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2355/85 αποτελεί πράξη αυτόνομη σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 60/85 έτσι ώστε, για το χαρακτηρισμό του, είναι αδιάφορη η φύση του « πραγματικού » ή « μη πραγματικού » κανονισμού που αναγνωρίζεται σ' αυτό τον τελευταίο.
47.
Κατά την άποψη μου, αυτός ο τρόπος αντιμετωπίσεως των πραγμάτων είναι υπερβολικά τυπικός. Όπως είδαμε και όπως προκύπτει άλλωστε από τον τίτλο του, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 ήλθε να συμπληρώσει τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 60/85. Η θέσπιση του νέου κανονισμού, προοριζόμενου να συμπληρώσει τον ελλείποντα τίτλο, δεν οφειλόταν παρά στην αδυναμία καταλήξεως σε συμφωνία, στην οποία είχε βρεθεί το Συμβούλιο επί ορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε στην ένδικη πράξη δεν θα μπορούσε να επιφυλαχθεί διαφορετική μεταχείριση από την εξέταση που θα της γινόταν αν οι θεσπισθείσες διατάξεις είχαν περιληφθεί από την αρχή στο παράρτημα III του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85.
48.
Ό,τι και αν συμβαίνει, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2355/85 δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά ότι αποτελεί στην πραγματικότητα μάλλον απόφαση απευθυνόμενη στις έξι επιχειρήσεις που είναι οι μόνοι εξαγωγείς σωλήνων OCTG στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και των οποίων τα ονόματα ήταν γνωστά από την αΡλή·
49.
Εντούτοις, δεν νομίζω ότι αυτή η περίσταση επαρκεί, αυτή καθεαυτή, για να αφαιρέσει από την εν λόγω πράξη την ιδιότητα του κανονισμού.
50.
Όπως ήδη επανειλημμένα τόνισε το Δικαστήριο ( 11 ), «η κανονιστική φύση μιας πράξεως δεν θίγεται από τη δυνατότητα καθορισμού με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια του αριθμού ή ακόμη και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία εφαρμόζεται σε δεδομένη στιγμή, εφόσον είναι δεδομένο ότι αυτή η εφαρμογή πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής πραγματικής ή νομικής καταστάσεως οριζόμενης από την πράξη, σε σχέση με το σκοπό της τελευταίας ».
51.
Φαίνεται ότι αυτή είναι η περίπτωση του προσβαλλόμενου κανονισμού: όπως και ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 60/85, αφορά τις εξαγωγές με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες σωλήνων κάθε είδους και ορισμένων κατηγοριών, προελεύσεως όλων των κρατών μελών της Κοινότητας, και παράγει, κατά τη διάρκεια της ορισθείσας ισχύος του, τα αποτελέσματα του έναντι όλων των εξαγωγέων αυτών των κρατών, που ορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο σε συνάρτηση με την αντικειμενική κατάσταση στην οποία βρίσκονται.
52.
Είναι βέβαιο ότι η ίδια η φύση του πίνακα που αναφέρεται στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2355/85 [όπως και η φύση του πίνακα του πρώτου τμήματος του παραρτήματος III του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 ] επιτρέπει τη σκέψη ότι η περιεχόμενη σ' αυτόν διάταξη μπορεί να αποτελέσει τμήμα αποφάσεως, χωρίς να είναι αναγκαίο να καταφύγει κανείς στην κανονιστική οδό.
53.
Εντούτοις, το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτοί οι πίνακες διαγράφονται μου φαίνεται σαφές. Αφού ορίστηκαν, με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 60/85, οι γενικοί κανόνες εφαρμογής του διακανονισμού περί αυτοπεριορισμού των εξαγωγών σωλήνων κάθε είδους με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εν λόγω πίνακες αποτελούν κανονικό συμπλήρωμα του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 60/85 για την εκτέλεση του οποίου συνιστούν απαραίτητο μέτρο. Μπορεί έτσι να θεωρηθεί ότι συμμετέχουν στην κανονιστική φύση του κανονιστικού συνόλου στο οποίο είναι εντεταγμένοι και του οποίου αποτελούν αναγκαίο τμήμα· μ' αυτό το συλλογισμό, δέχομαι απλώς το συλλογισμό που απορρέει από τις διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οποίες θεώρησε ότι το κανονιστικό πλαίσιο, εντός του οποίου οι διατάξεις των οποίων η φύση αμφισβητείται εντάσσονται, συνιστά σημαντικό στοιχείο ερμηνείας ( 12 ).
54.
Οι ίδιες οι προσφεύγουσες δέχθηκαν τελικά, σιωπηρά ή ρητά, ήδη από την έγγραφη φάση της διαδικασίας ή στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας τους, ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 αποτελούσε ενιαίο κανονιστικό σύνολο με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 60/85. Όταν αποκαλύφθηκε η πρόδηλη αντίφαση, οι προσφεύγουσες τελικά δέχθηκαν ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 είχε σύνθετη μορφή και περιείχε διατάξεις εν μέρει για το παρελθόν και εν μέρει για το μέλλον.
55.
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτό το γεγονός καθιστά προβληματικότερη την εξέταση του ζητήματος.
56.
Όσον αφορά τους επτά πρώτους μήνες του έτους 1985, ο αριθμός και η ταυτότητα των επιχειρήσεων που ασχολούνταν με την εξαγωγή σωλήνων OCTG με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν πράγματι καθοριστεί οριστικά και το Συμβούλιο μπορούσε να τους γνωρίζει.
57.
Κατά συνέπεια, όσον αφορά αυτές τις επιχειρήσεις, θα μπορούσε να εφαρμοστεί ανάλογος συλλογισμός με το συλλογισμό που αποτέλεσε τη βάση της απόφασης στην υπόθεση Alusuisse Italia ( 13 ), με το να γίνει δεκτό, ως προς αυτές, ότι η εν λόγω πράξη δεν ήταν κανονιστικής φύσεως, αλλά είχε τη φύση ατομικής αποφάσεως ή ατομικών αποφάσεων.
58.
Θα επανέλθω επ' αυτού του ζητήματος όταν θα εξετάσω το ατομικό συμφέρον των προσφευγουσών.
59.
Ήδη από τώρα, λέγω ωστόσο ότι δεν μου φαίνεται αναγκαίο να απορρίψω την κανονιστική φύση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85, ακόμα και όσον αφορά το παρελθόν.
60.
'Εχω αυτή τη γνώμη διότι ο εν λόγω κανονισμός είχε ακόμα ισχύ πέντε μηνών για το έτος 1985 και απέμενε ακόμα χρόνος πολύς για να παρέλθει η μονάδα χρόνου ( το έτος ), στην οποία αναφέρονταν τα προβλεπόμενα ποσοστά και κατά την οποία έπρεπε να κλιμακωθούν οι άδειες εξαγωγής.
61.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, είναι μάλιστα αμφίβολο αν μπορεί να γίνεται λόγος στην προκειμένη περίπτωση περί πραγματικής αναδρομικότητας: η κατάσταση είναι ανάλογη με αυτήν της εγκρίσεως, διαρκούντος του έτους, φορολογικής διατάξεως που τροποποιεί το ύψος του φόρου ή τα όρια απαλλαγής για το σύνολο των εισοδημάτων του εξεταζόμενου έτους.
62.
Ακόμα και υπ' αυτές τις συνθήκες, μπορεί να υποστηριχθεί, όσον αφορά το παρελθόν, ότι ο τρόπος εφαρμογής του κανονισμού επί των προσφευγουσών διαφέρει κάπως από τον τρόπο που θα εφαρμοστεί στο μέλλον, σε όλες τις επιχειρήσεις, υφιστάμενες ή αυτές που θα δημιουργηθούν.
63.
Εντούτοις, όπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο ( 14 ), « το γεγονός ότι γενική διάταξη θίγει τα διάφορα υποκείμενα δικαίου κατά ανόμοιο τρόπο δεν είναι ικανό, αυτό καθεαυτό, να τη στερήσει από την κανονιστική της φύση ».
64.
Πρέπει, ωστόσο, να γίνει δεκτό ότι η υπόθεση δεν είναι όλως διόλου σαφής και ότι η κανονιστική φύση των εν λόγω διατάξεων εν πάση περιπτώσει εγείρει ορισμένες αμφιβολίες.
65.
Το ίδιο το Συμβούλιο εξέφρασε τέτοια αμφιβολία στο υπόμνημα αντικρούσεως του, όταν δέχθηκε ότι το παράρτημα III μπορεί να θεωρηθεί ως αυτόνομη διάταξη και ότι η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών που απορρέει από αυτό το παράρτημα μπορεί να θεωρηθεί ως απόφαση, της οποίας οι αποδέκτες είναι γνωστοί, αλλά που περιβάλλεται τη μορφή κανονισμού.
66.
Το Συμβούλιο θεωρεί, ωστόσο, ότι υπ' αυτές τις συνθήκες οι πραγματικοί αποδέκτες είναι τα κράτη μέλη και όχι οι προσφεύγουσες.
67.
Υπό το φως των προεκτεθεισών σκέψεων ως προς τη φύση των εν λόγω διατάξεων, δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να τεθεί το πρόβλημα μ' αυτή τη διατύπωση.
68.
Αν συνέβαινε το αντίθετο, θα βρισκόμασταν ενώπιον « αποφάσεως απευθυνόμενης σε άλλο πρόσωπο », που ελήφθη υπό τη μορφή κανονισμού, στην οποία θεωρώ δυνατό να εφαρμοστεί η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ που παρέχει ένδικο μέσο στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία αφορά άμεσα και ατομικά.
69.
Δεν υφίσταται καμιά αμφιβολία ότι, κατά το Δικαστήριο ( 15 ), η έκφραση « απόφαση απευθυνόμενη σε άλλο πρόσωπο » πρέπει να θεωρείται ότι αφορά επίσης τα κράτη μέλη, όπως και κάθε πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.
70.
Απομένει τότε να αποδειχθεί ότι συντρέχουν οι δύο άλλες προϋποθέσεις παραδεκτού που απαιτεί το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, ήτοι ότι, παρόλον ότι απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο, η απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες.
VII — 71
Αρχίζω την εξέταση από το αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά ή όχι ατομικά τις προσφεύγουσες.
72.
Στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Plaumann ( 16 ), το Δικαστήριο όρισε, με τύπο που επανέλαβε σ' όλη του τη νομολογία ( 17 ), τη γενική έννοια του ατομικού συμφέροντος: « Τα υποκείμενα εκτός των αποδεκτών της αποφάσεως δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι αυτή τους αφορά ατομικά παρά μόνον αν η εν λόγω απόφαση τους θίγει λόγω ορισμένων ειδικών ιδιοτήτων τους ή πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, γι' αυτό το λόγο, τις εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του αποδέκτη ».
73.
Όπως είδαμε, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι το ατομικό τους συμφέρον απορρέει από το γεγονός ότι η θεσπισθείσα από το Συμβούλιο διάταξη αποτελεί τελικά συλλογική απόφαση απευθυνόμενη σε έξι επιχειρήσεις, των οποίων τα ονόματα ήταν γνωστά από την αρχή και ότι δεν επρόκειτο περί γενικής και αόριστης κανονιστικής ρύθμισης, περιορίζουσας, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, τις εξαγωγές συνόλου επιχειρήσεων ασκουσών τη δραστηριότητα τους σε ορισμένο τομέα εντός της Κοινότητας.
74.
Δεν θεωρώ δυνατή αυτή την επιχειρηματολογία χωρίς άλλη διευκρίνιση.
75.
Όπως γνωρίζουμε, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 θεσπίστηκε στις 6 Αυγούστου 1985 για να ισχύσει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1986, περίοδο που μεταγενέστερα παρατάθηκε.
76.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται όχι μόνο στις επιχειρήσεις που υφίσταντο και προέβαιναν σε εξαγωγές κατά την ημερομηνία της θεσπίσεως του, αλλά επίσης σε όλες τις επιχειρήσεις που ενδεχομένως θα δημιουργούνταν στο μέλλον και, εν πάση περιπτώσει, σε κάθε επιχείρηση που θα ζητούσε να της δοθεί άδεια εξαγωγής.
77.
Επομένως, το Συμβούλιο ορθώς θεωρεί ότι, σ' αυτό το μέτρο, κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να θεωρηθεί σαν οριστικό ούτε κανένα υποκείμενο δικαίου να εξατομικευτεί όπως ο αποδέκτης μιας απόφασης.
78.
Οι προσφεύγουσες αντλούν επιχείρημα από τη δυσχέρεια που νέες επιχειρήσεις παραγωγικές θα συναντούσαν για να εισέλθουν και να δράσουν σ' αυτή την αγορά, πράγμα που, κατά τη γνώμη τους, αποκλείει ένα τέτοιο ενδεχόμενο για τη γερμανική αγορά.
79.
Εντούτοις, ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 εφαρμόζεται σε όλες τις χώρες και σε όλους τους ειδικευμένους παραγωγούς της Κοινότητας και, αν είναι λίγο πιθανό ότι θα δημιουργηθούν νέες παραγωγικές και εξαγωγικές επιχειρήσεις σωλήνων OCTG, αυτό ουδόλως μεταβάλλει τη φύση της επίμαχης πράξης.
80.
Επιπλέον, σκοπός του κανονισμού δεν ήταν να περιορίσει την παραγωγή σωλήνων OCTG, αλλά απλώς την εξαγωγή τους με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι άλλες χώρες ( 18 ).
81.
Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες άλλωστε κατέληξαν στο να δεχθούν, όπως είδαμε, ότι όσον αφορά το μέλλον, μπορεί να αναγνωριστεί ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 είναι γενικής και αόριστης φύσης.
82.
Εντούτοις, ανέφεραν ότι, όσον αφορά την προ της δημοσιεύσεως του κανονισμού περίοδο, αυτός διατηρεί τη φύση αποφάσεως έναντι των έξι ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.
83.
Μπορεί να γίνει δεκτή αυτή η αντίληψη;
84.
Προς αυτή την έννοια μας οδηγεί η νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις στις οποίες βασίζει το παραδεκτό της προσφυγής, ιδίως όταν η προσβαλλόμενη πράξη εφαρμόζεται σε τρέχουσες ή παρελθούσες καταστάσεις, στο γεγονός ότι ο κύκλος ή η ταυτότητα του ή των αποδεκτών είναι τελείως καθορισμένοι ( 19 ).
85.
Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί άραγε ότι οι προσφεύγουσες ικανοποιούν την απαίτηση του ατομικού συμφέροντος, όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 20ής Αυγούστου 1985, πράγμα που θα επέτρεπε να γίνει δεκτό, τουλάχιστο σχετικά με αυτό, το βάσιμο της αιτήσεως, παρά την έλλειψη σκοπιμότητας του επικουρικού αιτήματος που ρητά διατύπωσαν οι προσφεύγουσες στην απάντηση;
86.
Αμφιβάλλω αν αυτή είναι η καλύτερη λύση.
87.
Πρέπει να γίνει υπόμνηση των λεχθέντων πιο πάνω σχετικά με την κανονιστική φύση της προσβαλλόμενης πράξης, ακόμα και όσον αφορά την προ της δημοσιεύσεως της περίοδο.
88.
Σ' αυτό προστίθεται ότι, αν ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 κηρύχθηκε εφαρμοστέος από ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεως του, αυτό αποτελεί πρακτική συνέπεια, αντικειμενικά αναπόφευκτη, της καθυστερημένης συμφωνίας στην οποία κατέληξε το Συμβούλιο, όσον αφορά τους σωλήνες OCTG και απορρέει φυσικά από τη θέση σε ισχύ, την 1η Ιανουαρίου 1985, του διακανονισμού που συνήφθη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ο οποίος όριζε ήδη τις προβλεπόμενες στο πρώτο άρθρο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85ημερομηνίες όσον αφορά τους σωλήνες κάθε είδους, εκτός από τους σωλήνες OCTG.
89.
Η « αναδρομικότητα » του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85 φαίνεται έτσι αντικειμενικά ότι είναι αυτόνομη σε σχέση με την ύπαρξη ορισμένου αριθμού επιχειρήσεων που ζήτησαν και πέτυχαν (προσωρινώς) άδειες εξαγωγής με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες.
90.
Άλλωστε η Επιτροπή, για να αποφύγει τη δέσμευση των εξαγωγών με προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει τα κράτη μέλη να χορηγούν προσωρινές άδειες κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων τριμήνων του έτους 1985.
91.
Η θέση των επιχειρήσεων οι οποίες, όπως οι προσφεύγουσες, πέτυχαν αυτές τις άδειες δεν αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85 και, αν λήφθηκε υπόψη ως ένα στοιχείο κατά την επεξεργασία του κανονισμού, αυτό ελήφθη υπόψη το περισσότερο όπως και τα άλλα στοιχεία τα σχετικά με την κατάσταση της αγοράς πριν Kat μετά την 1η Ιανουαρίου 1985.
92.
Θεωρώ, άλλωστε, ότι η σημασία που αποδίδεται σ' αυτές τις όψεις του προβλήματος είναι σύμφωνη με τρεις ενδείξεις οι οποίες φαίνεται ότι απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου:
93.
— τη σημασία που αποδίδεται στο σκοπό της πράξεως κατά τη διάκριση μεταξύ διατάξεως γενικής ισχύος και ατομικής αποφάσεως ( 20 ),
94.
— τον αναγνωρισμένο σκοπό του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, που συνίσταται στο να αποφευχθεί οι ιδιώτες να στερηθούν μέσων άμυνας εναντίον αποφάσεως που τους θίγει άμεσα και ατομικά, αλλά που φαίνεται συγκεκαλυμμένη υπό τη μορφή κανονισμού ( ή είναι συγκεκαλυμμένη υπό τη μορφή αποφάσεως απευθυνόμενης σε άλλο πρόσωπο ),
95.
— την παραπομπή στην ιδέα της καταχρήσεως εξουσίας, που μπορεί να προσδώσει ατομικό χαρακτήρα σε διάταξη φαινομενικά γενική ( 21 ).
96.
— Υφίσταται, επομένως, συμπληρωματικό στοιχείο που δημιουργεί υποκειμενική σχέση ή σχέση αιτίου και αιτιατού, μεταξύ του γεγονότος ότι το θεσμικό όργανο γνώριζε τις ειδικές καταστάσεις που θίγονταν από την πράξη και τη θέσπιση του μέτρου και το οποίο στοιχείο υφίσταται σε ορισμένες από τις υποθέσεις που έκρινε το Δικαστήριο, αλλά το οποίο δεν ανευρίσκω στην προκειμένη περίπτωση.
97.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν μου φαίνεται ότι μπορεί να λεχθεί, ακόμα και όσον αφορά τη φάση της « αναδρομικής » εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2355/85, ότι η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση που αφορά τις προσφεύγουσες ωσάν να ήσαν αποδέκτες αυτής της απόφασης. Αυτή η σκέψη ενισχύεται από το ότι η εθνική γερμανική ποσόστωση που ορίστηκε στον κανονισμό ήταν τελικά ανώτερη από την προταθείσα από την Επιτροπή, εφόσον ανήλθε από 3,77 ο/ο σε 4,38 o/ο της φαινομενικής καταναλώσεως των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι ώστε η επίμαχη πράξη δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει μείωση των αδειών που ήδη χορηγήθηκαν στις προσφεύγουσες.
98.
Εντούτοις, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι συζητήσιμο, επιθυμώ εν πάση περιπτώσει να αναζητήσω αν οι προσφεύγουσες έχουν άμεσο συμφέρον, προϋπόθεση που επιβάλλει επίσης το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος.
VIII — 99.
Για να καθοριστεί αν συντρέχει αυτή η προϋπόθεση, είναι ουσιαστικό να αναζητηθεί αν η επίμαχη κοινοτική πράξη έχει άμεση ισχύ, δηλαδή αν παράγει αυτομάτως αποτελέσματα για τους ιδιώτες ή αν, μεταξύ της πράξεως και των τελευταίων, παρεμβαίνει άλλος παράγων, ιδίως τα κράτη μέλη, που διαθέτει κάποια εξουσία εκτιμήσεως ( 22 ).
100.
Εκ πρώτης όψεως, αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 εναπόκειται στην Επιτροπή να κατανείμει μεταξύ των κρατών μελών την κοινοτική ποσόστωση κάθε είδους σωλήνων που μπορούν να εξαχθούν κατά τους προβλεπόμενους στο άρθρο 2 όρους: προς το σκοπό αυτό, περιορίζεται ωστόσο στη μετατροπή σε ποσότητα των ποσοστών που αναφέρονται στον πίνακα του παραρτήματος III, μετά τη θέσπιση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2355/85. Πρόκειται περί απλής αριθμητικής πράξεως της οποίας τα αποτελέσματα μπορούν να ελεγχθούν αντικειμενικά χωρίς, ως προς την εκτέλεση της, το υπεύθυνο θεσμικό όργανο να διαθέτει οποιοδήποτε περιθώριο εκτιμήσεως.
101.
Περαιτέρω, εναπόκειται στα κράτη μέλη ( σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη και δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 ) να κατανείμουν τις εθνικές ποσοστώσεις μεταξύ των εξαγωγικών επιχειρήσεων και να χορηγήσουν στη συνέχεια τις απαιτούμενες προς το σκοπό αυτό άδειες. Για την εκτέλεση αυτής της πράξεως, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως που το ήδη αναφερθέν άρθρο 5 τους απονέμει.
102.
Όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού, είναι βέβαιο ότι η κατανομή πρέπει να προκύπτει από την εφαρμογή αντικειμενικών κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2.
103.
Εντούτοις, πρόκειται περί κριτηρίωνπλαισίων και όχι περί αυστηρών παραμέτρων των οποίων η εφαρμογή πρέπει να οδηγεί μηχανικά σε μια και μόνη λύση, τη μόνη δυνατή. Αυτή η σκέψη αρκεί για να γίνει αντιληπτό ότι, η παρέμβαση των κρατών μελών περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία διακριτικής εξουσίας, που αρκετά εδάφια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 60/85 επιτρέπουν να διαφανούν. Αυτό υποδηλούν φράσεις όπως « τα παραδοσιακά εξαγωγικά ρεύματα », που περιλαμβάνουν διάφορες ευχέρειες επιλογής, όσον αφορά, για παράδειγμα, την περίοδο αναφοράς· το αυτό συμβαίνει με την ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη « νέων παραγωγών », με τη μέριμνα να διασφαλιστεί « η όσο το δυνατόν καλύτερη χρησιμοποίηση και διαχείριση των δυνατοτήτων εξαγωγής » και « των πιθανών νέων δυνατοτήτων που προβλέπει... ο παρών κανονισμός ».
104.
Εντούτοις, οι προσφεύγουσες επιχειρούν να αποδείξουν την ύπαρξη αμέσου συμφέροντος, ισχυριζόμενες ότι ο καθορισμός της εθνικής ποσόστωσης έχει άμεσες επιπτώσεις επί των δυνατοτήτων εξαγωγής, περιορίζοντας άμεσα τις πωλήσεις τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη γνώμη τους, κάθε συμπληρωματική μείωση της ποσόστωσης συνεπάγεται αναγκαστικά νέα μείωση των δικαιωμάτων πωλήσεως που διαθέτουν οι διάφορες γερμανικές επιχειρήσεις.
105.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι, αυτός ο αυτοματισμός παράγει αποτελέσματα ακόμα και αν ενδεχομένως αναγνωρίζεται στην εθνική κυβέρνηση σχετικό περιθώριο διακριτικής εξουσίας κατά την κατανομή της ποσόστωσης που της ανήκει: αυτή η εξουσία θα έπρεπε πάντοτε να ασκείται κατά τα κριτήρια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, έτσι ώστε, σε περίπτωση μειώσεως της εθνικής ποσόστωσης, ενώ όλα τα άλλα στοιχεία παραμένουν σταθερά, θα αποκλείεται σε μια επιχείρηση να εξακολουθεί να χορηγείται, σε βάρος των ανταγωνιστών της, η ποσόστωση την οποία θα πετύχαινε χωρίς τη μείωση (υποτιθέμενη παράνομη) της εθνικής ποσόστωσης. Κατ' αυτή την έννοια υφίσταται αυτοματισμός: η μείωση της γερμανικής ποσόστωσης από το Συμβούλιο θα έχει αναγκαστικά αρνητικά αποτελέσματα επί της ποσόστωσης εξαγωγής των προσφευγουσών.
106.
Δεν νομίζω ότι αυτή η σκέψη επαρκεί για να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη πράξη αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος. Αναφέρομαι στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Eridania ( 23 ), κατά την οποία « το μόνο γεγονός ότι μια πράξη είναι ικανή να ασκήσει επιρροή στις ανταγωνιστικές σχέσεις, που υφίστανται στην αγορά για την οποία πρόκειται, δεν επαρκεί ώστε ο κάθε επιχειρηματίας που διατηρεί οποιαδήποτε ανταγωνιστική σχέση με τον αποδέκτη της πράξης να μπορεί να θεωρείται ότι αυτή τον αφορά άμεσα και ατομικά »· η απόφαση απαιτεί « την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων » που βαίνουν πέρα του πλαισίου της υποτιθέμενης επίπτωσης της εν λόγω πράξεως επί της θέσεως του προσφεύγοντος στην αγορά.
107.
Mutatis mutandis, είναι δυνατό να ακολουθηθούν οι ίδιες σκέψεις στην προκειμένη περίπτωση.
108.
Αναφέρω εξάλλου ότι, από το απαντητικό τους υπόμνημα και εφεξής, οι προσφεύγουσες προσάρμοσαν ευφυώς την επιχειρηματολογία τους. Πράγματι, στο δικόγραφο της προσφυγής τους, δεν δέχονταν ότι τα κράτη μέλη διέθεταν διακριτική εξουσία: κατά τις προσφεύγουσες, τα κράτη μέλη όφειλαν να κατανέμουν την εθνική ποσόστωση τηρώντας « αντικειμενικά κριτήρια... των οποίων η απαρίθμηση ήταν περιοριστική », πράγμα που τότε οι προσφεύγουσες θεωρούσαν αρκετό για να δηλώνουν ότι « η κατανομή των ποσοστώσεων δεν ανήκε, επομένως, στη διακριτική εξουσία των κρατών μελών ».
109.
Εκ πρώτης όψεως, η «αναμορφωμένη» επιχειρηματολογία των προσφευγουσών προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση παρά η αρχική τους θέση.
110.
Εντούτοις δεν είναι ικανή να με πείσει.
111.
Είναι απαραίτητη η μεσολάβηση απόφασης του κράτους μέλους για να επηρεαστεί η νομική σφαίρα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων συμβαίνει, επομένως, κάτι ανάλογο με την περίπτωση στην οποία το κράτος μέλος έχει την εξουσιοδότηση να εισαγάγει δασμολογική ποσόστωση.
112.
Ασφαλώς, σ' αυτή την τελευταία περίπτωση, η χορηγούμενη στα κράτη μέλη εξουσιοδότηση συνεπάγεται κανονικά (όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση επί της υποθέσεως Alean, που προαναφέρθηκε, σσ. 394 και 395 ) απλή ευχέρεια, ενώ στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να συζητηθεί αν τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να χορηγούν ή να μην χορηγούν τις ποσοστώσεις ή αν έχουν την υποχρέωση να προβαίνουν στην κατανομή τους.
113.
Αυτός είναι τουλάχιστον ο συλλογισμός των προσφευγουσών.
114.
Κατά την άποψη μου, δεν συμβαίνει αναγκαστικά αυτό και επαναλαμβάνω σχετικά τη ρητή ερμηνεία που απέδωσε το Συμβούλιο στο υπόμνημα αντικρούσεως του.
115.
Πράγματι, όταν το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μεταβιβάζουν σε κοινοτικό απόθεμα το τμήμα του μεριδίου για το οποίο δεν εξέδωσαν άδειες, φαίνεται να εννοεί ότι τα'κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν να μην εξαντλήσουν την εθνική ποσόστωση χορηγώντας άδειες.
116.
Πρέπει να λεχθεί ότι η διάταξη του άρθρου 4 δεν έχει άλλο σκοπό παρά να διασφαλίσει την ορθολογικότερη διαχείριση του συστήματος, όταν οι εξαγωγικές ικανότητες των επιχειρήσεων κάθε κράτους αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να απορροφήσουν το σύνολο της παραχωρηθείσας εθνικής ποσόστωσης, πράγμα που καθαυτό δεν ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση των κρατών.
117.
Εντούτοις, είναι βέβαιο ότι η αναφερθείσα διάταξη δεν προβαίνει σε καμιά διάκριση μεταξύ των διαφόρων λόγων για τους οποίους οι άδειες ενδεχομένως δεν χορηγήθηκαν και δεν αναφέρει παρά « το τμήμα του μεριδίου για το οποίο (τα κράτη μέλη) δεν εξέδωσαν άδειες », χωρίς να θεωρεί ορισμένους λόγους ως νόμιμους και άλλους λόγους ως παράνομους.
118.
Αυτή η ερμηνεία ενισχύεται από το γεγονός ότι η μεταφορά στο κοινοτικό απόθεμα των μη χορηγηθεισών αδειών γίνεται ανα τρίμηνο, έτσι ώστε εξαρτάται από τα κράτη μέλη ( στα οποία το άρθρο 5 του κανονισμού δίδει την εντολή να κλιμακώσουν τις εξαγωγές για τη διάρκεια ενός έτους » να αποφύγουν μια τέτοια συνέπεια, κατανέμοντας την ποσόστωση σύμφωνα με κριτήρια θεσπιζόμενα για τις διάφορες περιόδους.
119.
Το ίδιο άρθρο 5 προβλέπει άλλωστε, στην πρώτη παράγραφο, εδάφιο 3, ότι με μεγάλα περιθώρια « τα κράτη μέλη μπορούν να εκδίδουν αντίστοιχα νέες άδειες, το 1985 και 1986, για το αχρησιμοποίητο τμήμα των αδειών που έχουν εκδοθεί και επιστραφεί στις αρμόδιες αρχές το 1985 και 1986 ». Ο χρησιμοποιούμενος από τον κοινοτικό νομοθέτη τύπος ( « μπορούν να εκδίδουν » ) καταδεικνύει σαφώς ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να μην εκοώαονν νέες άδειες για τις μη χρησιμοποιηθείσες.
120.
Μπορεί να αποδειχθεί a contrario η ορθότητα της ερμηνείας προς την οποία συντάχθηκα υποθέτοντας, όπως έπραξε το Δικαστήριο στην απόφαση επί της υποθέσεως Alean ( 24 ), ότι ακυρούται η επίμαχη πράξη: για την εκτέλεση της απόφασης, το Συμβούλιο θα έπρεπε να τροποποιήσει τον ακυρωθέντα κανονισμό, θεσπίζοντας νέα κλίμακα κατανομής, βάσει της οποίας θα έπρεπε η Επιτροπή να υπολογίσει τις αντιπροσωπεύουσες τις εθνικές ποσοστώσεις ποσότητες' αυτές θα ανακατανέμονταν από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85.
121.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, τίποτα δεν εγγυάται ότι η ακύρωση της επίμαχης πράξης θα χορηγούσε στις προσφεύγουσες το επιδιωκόμενο πλεονέκτημα και ότι θα βρίσκονταν στη θέση που θεωρούν ότι πρέπει να τους διασφαλιστεί. Η ικανοποίηση που επιζητούν δεν μπορεί να τους δοθεί παρά με την κατανομή της εθνικής ποσόστωσης από το κράτος μέλος, από το οποίο εξαρτώνται, και με την έκδοση των αντίστοιχων αδειών εξαγωγής.
122.
Οι προσφεύγουσες θα μπορούσαν να βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που θεωρούν ότι πρέπει να εφαρμοστούν δεν θα τους απέμενε τότε παρά η μόνη δυνατότητα να προσβάλουν την απόφαση των εθνικών αρχών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
123.
Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι η προσβαλλόμενη πράξη είχε άμεσα αποτελέσματα επί των ιδιωτών, έτσι ώστε δεν μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
124.
Ακόμα και αν δεν γίνει δεκτό ότι η επίμαχη πράξη είναι πραγματικής κανονιστικής φύσεως, δεν μπορεί, ωστόσο, να αποφευχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται περί αποφάσεως απευθυνόμενης στα κράτη μέλη, η οποία δεν θίγει άμεσα τα συμφέροντα των προσφευγουσών κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος.
125.
Το γεγονός ότι η διακριτική εξουσία, που απονεμήθηκε στα κράτη μέλη για την κατανομή των εθνικών ποσοστώσεων, ασκείται εντός ορισμένων ορίων δεν μεταβάλλει την κατάσταση: κάθε διακριτική εξουσία περιορίζεται είτε από τις εφαρμοστέες γενικές αρχές είτε από οριζόμενα υπό του νομοθέτου ad hoc κριτήρια. Το άρθρο 5 περιορίζεται στο να καθορίζει κριτήρια ή παραμέτρους ασκήσεως της διακριτικής εξουσίας, χωρίς όμως να την καταργεί.
126.
Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες, άλλωστε, τροποποίησαν εκ νέου τα επιχειρήματα τους δεχόμενες ότι τα κράτη μέλη απολαύουν και πρέπει να απολαύουν ορισμένης διακριτικής εξουσίας, αιτιώμενες όμως το Συμβούλιο ότι δεν περιόρισε επαρκώς αυτή την εξουσία εφόσον δεν παρέσχε στα κράτη μέλη επαρκώς αντικειμενικά κριτήρια για τη λήψη αποφάσεων.
127.
Και δεν είναι δυνατόν να λέγεται συγχρόνως ή διαδοχικά ότι τα κράτη μέλη περιορίζονται στην εφαρμογή των αντικειμενικών και περιοριστικών κριτηρίων του άρθρου 5, αφενός, και ότι τα ίδια κριτήρια δεν είναι επαρκώς αντικειμενικά και περιοριστικά, αφετέρου, χωρίς ο ένας από τους δύο ισχυρισμούς να είναι εσφαλμένος.
128.
Παρόλον ότι το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα, νομίζω ότι ορθώς εφαρμόζεται στη μετά την έγκριση του ένδικου κανονισμού περίοδο, θεωρώ, επίσης, ότι αυτό το συμπέρασμα δεν μεταβάλλεται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιόδου κατά την οποία ο κανονισμός είχε αναδρομικό αποτέλεσμα.
129.
Πράγματι, οι προσωρινές άδειες που οι εξαγωγικές επιχειρήσεις μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν κατ' αυτή την περίοδο, βάσει της αδείας της Επιτροπής Kat μέχρις εξαντλήσεως των ποσοστών που η Επιτροπή είχε υποδείξει, εκδόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, οι οποίες προφανώς εφάρμοσαν τα κριτήρια του άρθρου 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 που ήδη ίσχυε.
130.
Η Επιτροπή περιορίστηκε στο να προκαθορίσει, προσωρινά, τα ποσοστά που το Συμβούλιο έπρεπε να καθορίσει οριστικά.
131.
Η υπό κρίση προσφυγή δεν στρέφεται κατά της εν λόγω προσωρινής αποφάσεως της Επιτροπής, αλλά εναντίον του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85, ο οποίος, ακόμα και όσον αφορά το παρελθόν, δεν κατήργησε τη διακριτική εξουσία, της οποίας τα κράτη μέλη είχαν κάνει ^ρήση, αλλά μάλλον τα υποχρέωσε να προβούν σε αναπροσαρμογή — πράγμα που δεν απαιτήθηκε πάντοτε, όπως αποδεικνύουν οι σχετικές με την ύπαρξη ατομικού συμφέροντος σκέψεις.
132.
Ένα πράγμα θεωρώ βέβαιο: η παρέμβαση των κρατών μελών ( που πάντοτε πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 ) δεν άλλαξε μορφή μετά την ημερομηνία εγκρίσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2355/85.
IX — 133.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες σκέψεις, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη και προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο την απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2355/85.
134.
Κατά συνέπεια, όλως επικουρικώς, προβαίνω τώρα στην εξέταση του βάσιμου της προσφυγής.
Χ — 135.
Οι προσφεύγουσες επικαλούνται δύο λόγους ακυρώσεως προς στήριξη του διατυπωθέντος αιτήματος.
136.
Πρώτον, ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2355/85 πάσχει από παραβίαση ονσιαοτικών τύπων στο μέτρο που, αντιθέτως προς ό,τι προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, στερείται αιτιολογίας ως προς τις εθνικές ποσοστώσεις που καθορίζει.
137.
Δεύτερον, οι προσφεύγουσες στηρίζονται στην παραβίαση των γενικών αρχών περί απαγορεύσεως των διακρίσεων, της αναλογικότητας και της επιείκειας, που συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
138.
Θα εκθέσω συνοπτικά τις σκέψεις μου επί ενός εκάστου αυτών των λόγων.
XI — 139.
Ως προς τον πρώτο λόγο, δεν βλέπω ότι θα έπρεπε να προσθέσω στις σκέψεις που εξέφρασα στο πρώτο τμήμα των προτάσεων μου για να δικαιολογήσω ότι η αιτιολογία του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 60/85 ισχύει και για τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2355/85.
140.
Στις διάφορες αιτιολογικές σκέψεις αυτού του κανονισμού, ανευρίσκονται στοιχεία που αιτιολογούν τις θεσπισθείσες διατάξεις: « η κύρια βάση » που αποτελεί ο διακανονισμός αυτοπεριορισμού ο οποίος συνήφθη με τις Ηνωμένες Πολιτείες (πρώτη αιτιολογική σκέψη ), οι πρακτικές ανάγκες που συνεπάγεται η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των επιτραπεισών ποσοτήτων για το σύνολο της Κοινότητας, που λαμβάνουν, ωστόσο, υπόψη τον κοινοτικό χαρακτήρα των περιορισμών (τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη), το βασικό κριτήριο {«πρέπει να λαμβάνει νπόφη ») που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της κλίμακας κατανομής σε συνάρτηση με τα « παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα » ( πέμπτη αιτιολογική σκέψη ).
141.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ( 25 ), το Δικαστήριο θεώρησε ότι η αιτιολογία ενός κανονισμού μπορεί να περιορίζεται στην έκθεση του «ουσιώδους των ληφθεισών μέτρων », επισημαίνοντας τη « γενική κατάσταση » που καθόρισαν τη θέσπιση του και τους « γενικούς στόχους » στους οποίους αποβλέπει, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να καθορίζονται τα διάφορα πραγματικά ή νομικά δεδομένα, κάποτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της κανονιστικής ρύθμισης ή να επεξηγούνται όλες οι λεπτομέρειες αυτής, ειδικότερα για την κάθε μια από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη, εφόσον περιλαμβάνονται « στο συστηματικό πλαίσιο του συνόλου του οποίου αποτελούν μέρος ».
142.
Αυτό συμβαίνει επίσης, a fortiori, στην περίπτωση αποφάσεως απευθυνόμενης στα κράτη μέλη που συμμετέσχον στην επεξεργασία της και στην έγκριση της.
143.
Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ρητώς την αιτιολογία με αναφορά σε προηγούμενο κείμενο ( 26 ).
144.
Η επιχειρηματολογία την οποία οι προσφεύγουσες άντλησαν από ενδεχόμενες υποχρεώσεις αιτιολογίας, υφιστάμενες στο πλαίσιο των συστημάτων των ποσοστώσεων, που εισήχθησαν βάσει του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν ευσταθεί, εφόσον πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση περί ποσοστώσεων παραγωγής και περί μηχανισμού παρεμβάσεως, του οποίου το περιεχόμενο είναι πιο εκτεταμένο και σημαντικό και που προκύπτει από την εφαρμογή διαφορετικού συστήματος εξουσιών του κοινοτικού θεσμικού οργάνου.
XII — 145.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν εξάλλου ότι, η κατανομή της κοινοτικής ποσόστωσης εξαγωγής που πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2355/85, μείωσε το χορηγούμενο στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ποσοστό κάτω του προσήκοντος, έτσι ώστε οι προσφεύγουσες περιήλθαν σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους άλλης ιθαγένειας.
146.
Κατά τα συμφωνηθέντα με τον διακανονισμό, που πραγματοποιήθηκε με ανταλλαγή επιστολών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Ιανουάριο 1985, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 60/85 καθόριζε την κοινοτική ποσόστωση εξαγωγής σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα σε 7,6 ο/ο της φαινομενικής κατανάλωσης των Ηνωμένων Πολιτειών και την υποποσόστωση εξαγωγής των σωλήνων OCTG στο 10 o/ο της φαινομενικής κατανάλωσης αυτού του προϊόντος στην ίδια χώρα.
147.
Κατά την κατανομή της τελευταίας αυτής υποποσοστώσεως, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2355/85, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έλαβε 43,8 ο/ο του συνόλου.
148.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι αυτός ο αριθμός θα ήταν μεγαλύτερος αν, για τον καθορισμό της αντίστοιχης κλίμακας κατανομής, λαμβανομένων υπόψη των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων, το Συμβούλιο είχε επιλέξει ως περίοδο αναφοράς, όχι τα έτη 1979-1983, αλλά τα έτη 1979-1981 που είχαν επιλεγεί κατά την ανταλλαγή των επιστολών σχετικά με τους σωλήνες κάθε είδους από χάλυβα στις 21 Οκτωβρίου 1982.
149.
Πράγματι, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, το 1983, οι εξαγωγές των άλλων κρατών μελών είχαν αυξηθεί κατά πολύ, ενώ οι γερμανοί παραγωγοί είχαν περιοριστεί στα όρια του μεριδίου της αμερικανικής αγοράς που κατείχαν όσον αφορά τους σωλήνες OCTG κατά τα έτη 1979/81.
150.
Κατά την άποψη των προσφευγουσών, η εν λόγω συμπεριφορά των άλλων παραγωγών της Κοινότητας επέφερε την αύξηση του μεριδίου της Κοινότητας σε 20 ο/ο περίπου της φαινομενικής καταναλώσεως σωλήνων OCTG στην αμερικανική αγορά, σε σχέση με 8,76 ο/ο που είχαν σημειωθεί κατά τα έτη 1979/81, πράγμα που προκάλεσε την αντίδραση της αμερικανικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα και ώθησε το Κονγκρέσο στη θέσπιση, τον Οκτώβριο 1984, του « Trade and Tariff Act » που επιβάλλει γενική απαγόρευση των εισαγωγών σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα κοινοτικής προελεύσεως.
151.
Κατά την περίοδο 1979-1981, το μερίδιο των γερμανικών επιχειρήσεων στη φαινομενική κατανάλωση των σωλήνων OCTG στις Ηνωμένες Πολιτείες ανήλθε σε 4,44 ο/ο, που αντιστοιχεί σε 50,96 ο/ο της συνολικής κοινοτικής ποσόστωσης.
152.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι έπρεπε να τηρηθεί αυτή η κατάσταση στο πλαίσιο της γενόμενης από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2355/85 κατανομής, υπό το φως των αρχών του « παγώματος των μεριδίων της αγοράς » και της ουδετερότητας από την άποψη του ανταγωνισμού, που κατ' αυτές προκύπτουν από το σύστημα το οποίο έχουν θεσπίσει η Συνθήκη ΕΚΑΧ και η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς και ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ.
153.
Κατόπιν της αυξήσεως της κοινοτικής ποσοστώσεως, από 8,76 ο/ο σε 10 ο/ο της φαινομενικής καταναλώσεως των σωλήνων OCTG στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ποσόστωση των γερμανών βιομηχάνων έπρεπε εξάλλου να ανέλθει από 4,44ο/ο σε 5,07ο/ο (δηλαδή να ανέλθει στις δύο περιπτώσεις στο 50,69 ο/ο των κοινοτικών εξαγωγών) αντί να οριστεί σε 4,38 ο/ο με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2355/85.
154.
Σ' αυτό προστίθεται, κατά την άποψη των προσφευγουσών, ότι ένα μερίδιο της γερμανικής εθνικής ποσόστωσης σωλήνων OCTG παραχωρήθηκε στην εταιρία Hoesch AG, για να της επιτρέψει να προμηθεύσει τη θυγατρική της ΗΤΡ, στο Τέξας. Το μερίδιο που παραχωρήθηκε στη Hoesch ορίστηκε σε 10000 τόνους, οι οποίοι έπρεπε να αφαιρεθούν από την ποσόστωση των 4,38 ο/ο που παραχωρήθηκαν στους γερμανούς παραγωγούς, πράγμα το οποίο συνεπάγεται μείωση αυτής της ποσόστωσης, που πλέον ανέρχεται σε πραγματικό ποσοστό 3,95 ο/ο.
155.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν επιπλέον ότι το Συμβούλιο δεν παρέμεινε πάντοτε πιστό στο βασικό κριτήριο και απομακρύνθηκε, λίγο ή πολύ, από τα αποτελέσματα στα οποία η υιοθέτηση των ετών 1979-1983 ως περιόδου αναφοράς θα κατέληγε.
156.
Δεν νομίζω ότι η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών επαρκεί για να γίνει δεκτό το διατυπωθέν αίτημα.
157.
Πρώτον, δεν θεωρώ ότι το Συμβούλιο είχε την υποχρέωση να υιοθετήσει την περίοδο 1979-1981 ως περίοδο αναφοράς για τον υπολογισμό των εθνικών ποσοστώσεων.
158.
Η Επιτροπή δικαιολόγησε την επιλογή της περιόδου 1979-1983, που πρότεινε και το Συμβούλιο δέχθηκε, προβάλλουσα ότι επρόκειτο περί αρκούντος μακράς περιόδου ώστε να λαμβάνει υπόψη τα παραδοσιακά εμπορικά ρεύματα.
159.
Είναι πρόδηλο ότι, κατά την εποχή της συνάψεως του πρώτου διακανονισμού περί αυτοπεριορισμού και της πρώτης ανταλλαγής επιστολών, σχετικά με τους σωλήνες κάθε είδους από χάλυβα, το 1982, δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί υπόψη αυτή η περίοδος.
160.
Το κείμενο των επιστολών είναι σαφές, κατά την έννοια ότι μας πείθει ότι δεν αποτελούσε συμφωνία καθορίζουσα περιοριστικά όρια στις εξαγωγές των εν λόγω προϊόντων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, δημιουργώντας για το λόγο αυτό υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Άλλωστε αυτές δεν αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα του διακανονισμού του σχετικού με το χάλυβα και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσιεύσεως μαζί με το διακανονισμό.
161.
Επρόκειτο μάλλον περί εγγράφου που απέβλεπε στο να καθησυχάσει τις βορειοαμερικανικές ανησυχίες, καθόσον εξέφραζε τις προβλέψεις της Κοινότητας σχετικά με την εξέλιξη της αγοράς και θέσπιζε μέθοδο διαβουλεύσεων, στην περίπτωση που η εξέλιξη των κοινοτικών εξαγωγών θα ήταν ικανή να προκαλέσει διαταράξεις στο εμπόριο μεταξύ των δύο μερών.
162.
Ως προς το διακανονισμό του Ιανουαρίου 1985, σχετικά με την εξαγωγή των σωλήνων κάθε είδους από χάλυβα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτός δεν περιέχει ενδείξεις σχετικές με οποιαδήποτε περίοδο αναφοράς που το Συμβούλιο θα έπρεπε να τηρήσει κατά την κατανομή της ποσόστωσης μεταξύ των κρατών μελών, έτσι ώστε η επιλογή της περιόδου 1979-1983 δεν μπορεί να είναι αντίθετη με διεθνή σύμβαση. Οι προσφεύγουσες, εν πάση περιπτώσει, δεν απέδειξαν ότι τα έτη 1979-1981 ελήφθησαν ως περίοδος αναφοράς στο διακανονισμό. Το Συμβούλιο μας γνωστοποίησε ότι οι οδηγίες για τις διαπραγματεύσεις που διαβίβασε στην Επιτροπή δεν περιείχαν καμιά σχετική ένδειξη και ότι τα επιτευχθέντα αποτελέσματα ως προς τις « υποποσοστώσεις » των σωλήνων OCTG αντιστοιχούσαν στις κατευθύνσεις, τις αναφερόμενες σ' αυτές τις οδηγίες.
163.
Είναι, εξάλλου, δύσκολο να γίνει πιστευτό ότι οι διαπραγματευτές δεν γνώριζαν τον όγκο των κοινοτικών εξαγωγών το 1972 και 1973 (ακόμα και το 1974, στο μέτρο που ήσαν διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα ) και ότι δεν ελήφθη υπόψη ο όγκος αυτός κατά τον καθορισμό της κοινοτικής ποσόστωσης των 7,6 0/0 και της υποποσόστωσης για τους σωλήνες OCTG σε 10o/ο, ενώ η σημασία αυτών των εξαγωγών προκάλεσε την ανάγκη να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις.
164.
Έτσι ασφαλώς γίνεται αντιληπτό το ότι η Κοινότητα πέτυχε αύξηση των ποσοστώσεων της στην αμερικανική αγορά σε σχέση με την περίοδο 1979-1981.
165.
Επιλέγοντας σαν περίοδο αναφοράς τα έτη 1979-1983, το Συμβούλιο έκαμε έτσι χρήση της εξουσίας εκτιμήσεως που του ανήκει στο πλαίσιο της « κοινής εμπορικής πολιτικής ». Οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 60/85 και 2355/85 θεσπίσθηκαν άλλωστε βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον επρόκειτο περί απαραιτήτων για την εκτέλεση της κοινής εμπορικής πολιτικής μέτρων, ειδικότερα της πολιτικής εξαγωγών.
166.
Είναι βέβαιο ότι, για « λόγους επιείκειας », το Συμβούλιο προσάρμοσε τις αξίες που προκύπτουν από την κατανομή των ποσοστώσεων η οποία βασίζεται μόνο στη λήψη υπόψη των παραδοσιακών εμπορικών ρευμάτων που διαπιστώθηκαν κατά τα έτη 1979-1983.
167.
Ήταν δύσκολο να μην γίνει αυτό σε ένα τομέα στον οποίο είναι τόσο λεπτό ζήτημα να συμβιβάζονται τα αμοιβαία συμφέροντα' δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι διαφορές είναι ικανές να αποτελέσουν παραβίαση οποιασδήποτε ανώτερης κοινοτικής αρχής δικαίου, όπως είναι οι αρχές της αναλογικότητας ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
168.
Ασφαλώς, οι γερμανικές επιχειρήσεις βρέθηκαν προ της μειώσεως του ποσοστού τους στις κοινοτικές εξαγωγές, εφόσον αυτό, από 50,69 0/0, το 1979-1981, μειώθηκε σε 43,8 ο/ο.
169.
Η μείωση, επομένως, ήταν κατά 6,9 βαθμούς ( 13,6%) Kat όχι κατά 11,9 βαθμούς, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο της εκθέσεως του βάσιμου της προσφυγής. Πράγματι, ο υπολογισμός της γερμανικής ποσόστωσης δεν μπορεί να γίνει ανεξαρτήτως οποιασδήποτε υποποσόστωσης, υποτιθεμένως παραχωρούμενης ειδικά σε μια επιχείρηση. Ο κανονισμός δεν παραπέμπει σ' αυτή την περίσταση, και αυτή η περίσταση, που μπορεί να προέκυψε από πολιτικό συμβιβασμό, δεν μπόρεσε να ληφθεί υπόψη παρά στο επίπεδο της κατανομής της εθνικής ποσοστώσεως από το κράτος μέλος, έτσι ώστε η μόνη δυνατότητα που είχαν οι προσφεύγουσες ήταν να την αμφισβητήσουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
170.
Εν πάση περιπτώσει, η μείωση της γερμανικής συμμετοχής στη φαινομενική κατανάλωση των Ηνωμένων Πολιτειών το 1979-1981 δεν υπήρξε ποτέ ανώτερη από -0,06 o/ο, εφόσον από 4,44 ο/ο μειώθηκε σε 4,38 ο/ο.
171.
Όσον αφορά τα άλλα κράτη, ο προσκομισθείς από τις προσφεύγουσες πίνακας εμφανίζει μεγίστη διαφορά +4,2 ο/ο, όσον αφορά το μερίδιο τους στις κοινοτικές εξαγωγές το 1979-1981.
172.
Με οποιοδήποτε τρόπο και αν εκτιμάται η σημασία αυτών των τροποποιήσεων, θεωρώ ότι δεν θα μπορούσαν να συνεπάγονται την ακύρωση παρά αν ήσαν αυθαίρετες, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον ο καθορισμός των ποσοστώσεων πραγματοποιήθηκε βάσει αντικειμενικής περιόδου αναφοράς ( τα ρεύματα εξαγωγών το 1979-1983 ) της οποίας η επιλογή δεν υπήρξε αυθαίρετη, αλλά προέκυψε από το περιθώριο της ελεύθερης εκτίμησης του αρμόδιου θεσμικού οργάνου.
XIII — 173.
Λαμβάνοντας υπόψη τις προηγούμενες σκέψεις, θεωρώ, επομένως, ότι η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
174.
Αν το Δικαστήριο δεν δεχθεί αυτή μου την πρόταση, προτείνω να κηρύξει αβάσιμη την προσφυγή.
175.
Βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, που προβλέπει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα, πρέπει οι προσφεύγουσες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
( 1 ) EEL 307 της 1.11.1982.
( 2 ) EEL 9 της 10.1.1985, σ. 1.
( 3 ) EEL 9 της 10.1.1985, σ. 13.
( 4 ) EEL 222 της 20.8.1985, σ. Ι.
( 5 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 16 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes κατά Συμβουλίου, Rec. 1962, σ. 917. Βλέπε επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Maurice Lagrange, στην ίδια υπόθεση, σσ. 929 και επ., και του γενικού εισαγγελέα Jean-Pierre Warner, στην υπόθεση 113/77, Toyo Bearing Company κατά Συμβουλίου, Rec. 1979, σ. 1243, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 789 και 790/79, Caipak κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σα 1970 και 1971.
( 6 ) Βλέπε απόφαση της 13ης Μαρτίου 1968 στην υπόθεση 30/67, Imolese κατά Συμβουλίου, Rec. 1968, σσ. 171 και 180' απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση Zuckerfabrik, Rec. 1968, σσ. 595 και 604' αποφάσεις της 16ης Απριλίου 1970 στις υποθέσεις 63 και 64/69, Compagnie française commerciale et financière, Rec. 1970, σ. 205, και ιδίως σ. 211, και σ. 221, και ιδίως σ. 227' και απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1979 στην υπόθεση 162/78, Hans-Otto Wagner κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σσ. 3467 και 3487.
( 7 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 1ης Απριλίου 1965 στην υπόθεση 40/65, Sgarlata κατά Επιτροπής, Rec. 1965, σσ. 279 και 295, και απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 123/77, UNICME κατά Συμβουλίου, Rec. 1978, σσ. 845 και 851 έως 853.
( 8 ) Βλέπε απόφαση της 5ης Μαΐου 1977 στην υπόθεση 101/76, Koninklijke Scholten-Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. 1977, σσ. 797 και 805· απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1979, Wagner κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σσ. 3467, 3486 και 3487· απόφαση της 17ης Ιουνίου 1980, Caipak κατά Επιτροπής, που προαναφέρθηκε, Rec. 1980, σσ. 1949 και 1961.
( 9 ) Βλέπε απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes, που προαναφέρθηκε, Rec. 1962, σσ. 901, 905, 906 και 919· απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση 6/68, Zuckerfabrik, που προαναφέρθηκε, σσ. 595 και 606.
( 10 ) Βλέπε απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, Confédération nationale cies producteurs de fruits et légumes, που προαναφέρθηκε, σσ. 906 και 918.
( 11 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968, Zuckerfabrik, που προαναφέρθηκε, σ. 596, και ιδίως σσ. 605 και 606· απόφαση της 5ης Μαΐου 1977, Koninklijke Scholten-Honig, που προαναφέρθηκε, σ. 797, και ιδίως σ. 808· απόφαση της 17ης Ιουνίου 1980, Caipak, που προαναφέρθηκε, σ. 1949, και ιδίως σ. 1959.
( 12 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 16ης Απριλίου 1970, Compagnie française commerciale et financière κατά Επιτροπής, υπόθεση 64/69, που προαναφέρθηκε, σ. 227, δωδέκατη σκέψη' απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1979 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 103 έως 109/78, Société des usines de Beauport κατά Συμβουλίου, Rec. 1979, σ. 17, και ιδίως σσ. 24 και 25, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jean-Pierre Warner, σ. 1971.
( 13 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 307/81, Alusuisse κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 3463, και ιδίως σ. 3473.
( 14 ) Βλέπε απόφαση της 16ης Απριλίου 1970, Compagnie française commerciale et financière, που προαναφέρθηκε, Rec. 1970, σ. 205, και ιδίως σ. 211.
( 15 ) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963 στην υπόθεση 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Rec. 1963, σ. 197, και ιδίως σ. 222.
( 16 ) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, Rec. 1963, σ. 197, καιιδίως σ. 223.
( 17 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 2ας Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 1/64, Glucoseries réunies κατά Επιτροπής, Rec. 1964, σ. 811, και ιδίως σσ. 816 και 823' αποφάσεις στις υποθέσεις Bock και CAM, που προαναφέρθηκαν.
( 18 ) Βλέπε απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 11/85, Πεφαϊκή-Πατραϊκή κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, και ιδίως σσ. 242 και 243.
( 19 ) Βλέπε απόφαση της Ι ης Ιουλίου 1965 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 106 και 107/63, Töpfer και λοιποί κατά Επιτροπής, Rec. 1965, σ. 525, και ιδίως σ. 533· απόφαση της 13ης Μαΐου 1971 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 41 έως 44/70, International Fruit Company και λοιποί κατά Επιτροπής, Rec. 1971, σ. 411, και ιδίως σσ. 422 και 423· απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1971 στην υπόθεση 62/70, Bock κατά Επιτροπής, Rec. 1971, σ. 897, και ιδίως σ. 909· απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 100/74, CAM κατά Επιτροπής, Rec. 1975, σ. 1393, και ιδίως σσ. 1402 και 1403' απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 92/78, Simmenthai κατά Επιτροπής, Rec. 1979, σ. 777, και ιδίως σσ. 797 και 798.
( 20 ) Βλέπε νομολογία που αναφέρεται στη σημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.
( 21 ) Βλέπε αποφάσεις της 16ης Απριλίου 1970 στις υποθέσεις 63 και 64/69, Compagnie française commerciale et financière, που προαναφέρθηκαν, Rec. 1970, σ. 205, και ιδίως σσ. 211,221 και 227.
( 22 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της Ιης Ιουλίου 1965 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 106 και 107/63, Töpfer κατά Επιτροπής, Rec. 1965, σ. 525, και ιδίως σ. 533' απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 στις συνεκδι^ κασθείσες υποθέσεις 10 και 18/68, Eridania και λοιποί κατά Επιτροπής, Rec. 1969, σ. 459, και ιδίως σσ. 480 έως 483' απόφαση της 16ης Ιουνίου 1970 στην υπόθεση 69/69, Alean και λοιποί κατά Επιτροπής, Rec. 1970, σ. 385, και ιδίως σσ. 394 και 395· απόφαση της 13ης Μαΐου 1971, International Fruit Company και λοιποί κατά Επιτροπής, Rec. 1971, σ. 411, και ιδίως σσ. 422 και 423' απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978, UNICME, που προαναφέρθηκε. Rec. 1978, σ. 845, και ιδίως σ. 852. Βλέπε επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Karl Roemer στην υπόθεση 25/62, Plaumann, και του Ž ενικού εισαγγελέα Joseph Gând στην υπόθεση 38/64, ietreide-Import Gesellschaft, Rec. 1965, σ. 263, και ιδίως σσ. 274 και 275, που αναγγέλλουν νέα εξέλιξη.
( 23 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, που προαναφέρθηκε, Rec. 1969, σ. 459, και ιδίως σσ. 480 και 481.
( 24 ) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1970, που προαναφέρθηκε, Rec. 1970, σ. 385, και ιδίως σσ. 394 και 395.
( 25 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1968 στην υπόθεση 5/67, W. Beus κατά Hauptzollamt Μονάχου, Rec. 1968, σ. 126, και ιδίως σα 127 και 143· απόφαση της 20ής Ιουνίου 1973 στην υπόθεση 80/72, Koninklijke Lassiefabrieken κατά Hoofproduktschap, Rec. 1973, σ. 635, και ιδίως σ. 652' απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978, Welding κατά Hauptzollamt Αμβούργου, Rec. 1978, σ. 2457, και ιδίως σ. 2468· απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 166/78, Ιταλική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου, Rec. 1979, σ. 2575, και ιδίως σ. 2597· απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθεΐσες υποθέσεις 292 και 293/81, Lion και Loiret κατά FIRS, Συλλογή 1982, σ. 3887, και ιδίως σσ. 3909 και 3910' απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 250/84, Eridania, Συλλογή 1986, σ. 117, και ιδίως σ. 146, σκέψεις 37 έως 39.
( 26 ) Απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965 στην υπόθεση 16/65, Schwarze, Rec. 1965, σ. 1082, και ιδίως σ. 1096.
Full & Egal Universal Law Academy