Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Τα ερωτήματα που σας υπέβαλε ο Pretore της Lucca στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Pardini και του ιταλού Υπουργού Εξωτερικού Εμπορίου και της Banca toscana περιστρέφονται γύρω από δύο θέματα, τα οποία αναγνωρίζετε ως σημαντικά θέματα αρχής : τη νομιμότητα της θεσπίσεως μέτρων αναδρομικής εφαρμογής, τη σημασία και την έκταση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγονται μεν κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, πλην όμως η υπό κρίση υπόθεση παρουσιάζει ιδιορρυθμίες που οξύνουν τις δυσχέρειες τις οποίες εμφανίζει εξάλλου .
Ι - Επί της αρμοδιότητας
2 . Η κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως προϋποθέτει την προηγούμενη εξέταση ενός δικονομικού ζητήματος . 'Οπως γνωρίζετε η Επιτροπή διατύπωσε αρχικά με τις γραπτές παρατηρήσεις σοβαρές αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό της υπό κρίση αιτήσεως, εσείς δε θεωρήσατε αναγκαίο να ζητήσετε ορισμένες διευκρινίσεις από την ιταλική κυβέρνηση σχετικά με ορισμένες πλευρές της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων που προβλέπει το άρθρο 700 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, διαδικασίας που οδήγησε στην υποβολή της αιτήσεως του Pretore . Συγχρόνως καλέσατε και την ιταλική κυβέρνηση και την αιτούσα της κύριας δίκης να λάβουν θέση ως προς το επίκεντρο του προβλήματος, δηλαδή την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - νομίζω ότι το πρόβλημα εντοπίζεται καλύτερα έτσι παρά ως ζήτημα παραδεκτού της αιτήσεως - να απαντήσει, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, σε προδικαστικά ερωτήματα ενός εθνικού δικαστηρίου το οποίο φρονεί ότι του είναι αναγκαία η προδικαστική απόφαση για την έκδοση της δικής του απόφασης .
3 . Με τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου διευκρινίστηκε μεν το δικονομικό στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η κύρια υπόθεση και ενημερωθήκαμε ως προς την εξέλιξη της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων κατά το ιταλικό δίκαιο, μάλιστα δε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή ανακάλεσε κατά τα ουσιώδη τις σχετικές αντιρρήσεις που είχε διατυπώσει και επικαλέστηκε την κρίση του Δικαστηρίου, πλην όμως οφείλω να ομολογήσω ότι οι δικές μου αμφιβολίες δεν διαλύθηκαν τελείως . Πράγματι η έκθεση των κύριων χαρακτηριστικών της εθνικής διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε η αίτηση προδικαστικής απόφασης αφήνει ακόμη ορισμένες αβεβαιότητες ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου .
4 . Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί επανειλημμένα με την ερμηνεία του άρθρου 177, πλην όμως, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει εξετάσει μέχρι στιγμής την ιδιαίτερη μορφή υπό την οποία εμφανίζεται σήμερα το πρόβλημα αυτό . Βεβαίως τόσο το γράμμα όσο και, αναμφισβήτητα, το πνεύμα της διάταξης αυτής επιβάλλουν την απάντηση στα ερωτήματα ερμηνείας και κύρους του κοινοτικού δικαίου που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια, εφόσον η απάντηση του Δικαστηρίου θα είναι χρήσιμη στο παραπέμπον δικαστήριο που καλείται το ίδιο να επιλύσει κάποια διαφορά . Στην υπό κρίση υπόθεση όμως η απόφαση περί παραπομπής είναι μια Διάταξη με την οποία διατάσσονται προσωρινά μέτρα, που εξέδωσε inaudita altera parte ο παραπέμπων δικαστής, ο οποίος υποβάλλει τα ερωτήματα κατόπιν ρητού αιτήματος της εταιρίας Pardini, αιτήματος που στηρίχτηκε στην ανάγκη να παρασχεθούν στο δικαστή της ουσίας - που δεν είναι ο αποφανθείς κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων Pretore ούτε είναι βέβαιο αν θα επιληφθεί της υποθέσεως - τα στοιχεία κοινοτικού δικαίου που αυτή θεωρεί αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς . Αυτό το ασύνηθες στοιχείο με αναγκάζει να διατυπώσω ορισμένες γενικές σκέψεις όσον αφορά το παραδεκτό αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής απόφασης, όπως η υπό κρίση .
5 . Μια προκαταρκτική παρατήρηση : εν προκειμένω η απόφαση περί παραπομπής εκδόθηκε κατά παράβαση, όπως φαίνεται, του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας που υποχρεώνει το δικαστή να προσδιορίσει ημερομηνία για την ενώπιόν του εμφάνιση των διαδίκων προκειμένου να επιβεβαιώσει, τροποποιήσει ή να ανακαλέσει κατ' αντιμωλία το επείγον μέτρο που χορήγησε με ακρόαση του ενός μόνο διαδίκου . Φαίνεται όμως ότι, κατά το ιταλικό ακυρωτικό, η παρατυπία αυτή δεν πλήττει το κύρος της Διάταξης, ο δε Pretore έχει πάντα την αρμοδιότητα να καλέσει τους διαδίκους, εφόσον δεν έχει κινηθεί η κατ' ουσία διαδικασία .
6 . Αλλά η πλημμέλεια της εθνικής διαδικασίας δεν επηρεάζει την παραπομπή στο Δικαστήριο . Συγκεκριμένα το Δικαστήριο έχει κρίνει με την απόφαση Reina ( 1 ) ότι δεν είναι αρμόδιο να εξετάζει αν η απόφαση περί παραπομπής εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανόνες οργάνωσης των δικαστηρίων και δικονομίας του εσωτερικού δικαίου .
7 . Σημαντικότερο είναι τούτο : Πράγματι αρμόδιος να υποβάλει την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής απόφασης είναι ο δικαστής που έχει επιληφθεί της διαφοράς . Αυτό προκύπτει πρωτίστως ρητά από το άρθρο 177 . Για τα δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου ορίζεται ρητά ότι μπορούν να παραπέμψουν το συγκεκριμένο ζήτημα στο Δικαστήριο προκειμένου να εκδώσουν τη δική τους απόφαση . Η επιταγή αυτή είναι το επιστέγασμα της ευρείας αυτονομίας που αναγνωρίζεται στο παραπέμπον δικαστήριο . Εκτός από την απόφαση ως προς τη σκοπιμότητα της προδικαστικής παραπομπής, την επιλογή του συγκεκριμένου χρόνου, την επιλογή και τη διατύπωση του ερωτήματος που ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του παραπέμποντος δικαστηρίου, η αυτονομία αυτή εμφανίζεται όχι μόνο έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, αλλά και έναντι των ανωτέρων δικαιοδοτικών οργάνων . Καμιά από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου δεν περιγράφει καλύτερα αυτό το στοιχείο από την απόφαση Rheinmuehlen ( 2 ), με την οποία το Δικαστήριο, αφού παρατηρεί ότι τα εθνικά όργανα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο,
"έχουν ευρύτατη δυνατότητα να απευθυνθούν στο Δικαστήριο αν κρίνουν ότι μια εκκρεμής ενώπιόν τους υπόθεση θέτει ζητήματα που αφορούν μεταξύ άλλων την ερμηνεία ή την εκτίμηση του κύρους διατάξεων του κοινοτικού δικαίου επί των οποίων πρέπει τα ίδια να αποφανθούν",
έκρινε
"ότι όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, ο κανόνας του εθνικού δικαίου, δυνάμει του οποίου τα δικαιοδοτικά όργανα που δεν αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό δεσμεύονται από τις νομικές εκτιμήσεις ανωτέρου δικαστηρίου, δεν αφαιρεί από τα δικαιοδοτικά αυτά όργανα τη δυνατότητα να υποβάλλουν στο Δικαστήριο ερωτήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που άπτονται αυτών των νομικών εκτιμήσεων ".
Με άλλα λόγια, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να στερηθούν, με απόφαση ανωτέρου δικαστηρίου που μεταρρυθμίζει ή ακυρώνει την απόφαση περί παραπομπής, του δικαιώματος παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων .
8 . Η αυτονομία αυτή των εθνικών δικαστηρίων έχει το αντίβαρό της, ότι δηλαδή κανένα τέτοιο δικαστήριο δεν υποχρεούται να δεχθεί την απάντηση σε προδικαστικό ερώτημα που δεν υπέβαλε το ίδιο .
9 . Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής απόφασης σημαίνει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα ληφθεί υπόψη κατά πρώτο λόγο από το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο . Με βάση αυτή τη σκέψη το Δικαστήριο έκρινε, λόγου χάριν, στην υπόθεση Irish Creamery ( 3 ) σχετικά με το επιχείρημα ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής απόφασης ήταν απαράδεκτη ως πρώιμη, ότι, αφού ο παραπέμπων δικαστής "πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί", σ' αυτόν ανήκει η αρμοδιότητα να αποφασίσει σε ποιο χρόνο και σε ποιο στάδιο της διαδικασίας θα υποβάλει την αίτησή του στο Δικαστήριο . Με βάση αυτή την ίδια σκέψη το Δικαστήριο έκρινε με τις αποφάσεις Damiani ( 4 ) και Moser ( 5 ) ότι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είναι αρμόδιος να εκτιμήσει τη σημασία των ερωτημάτων που ανακύπτουν και την ανάγκη της προδικαστικής απόφασης "για να μπορέσει να εκδώσει τη δική του απόφαση" ( 6 ). Το Δικαστήριο επανέλαβε τη νομολογία αυτή με την πρόσφατη απόφαση Pretore του Salo ( 7 ) με την οποία αναφέρεται, όπως και με τη Διάταξη της 5ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση Wuensche ( 8 ), στον "εθνικό δικαστή, αποδέκτη" της προδικαστικής απόφασης .
10 . 'Ολα δείχνουν λοιπόν ότι μόνο ο δικαστής που οφείλει να εκδώσει απόφαση κατόπιν της προδικαστικής αποφάσεως του Δικαστηρίου μπορεί να παραπέμψει υπόθεση στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 177 . Οι πρωταγωνιστές στο διάλογο αυτό μεταξύ δικαστών είναι το εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί συγκεκριμένης διαφοράς και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που καλείται να παράσχει τα στοιχεία κοινοτικού δικαίου που είναι αναγκαία για την επίλυσή της ακόμη κι αν, λόγω του δεδικασμένου που δημιουργούν οι αποφάσεις, η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα θα έχει αντίκτυπο και πέραν των ορίων της υποθέσεως για την οποία δόθηκε .
11 . Βεβαίως το δεδικασμένο των προδικαστικών αποφάσεων σημαίνει ότι τα δευτεροβάθμια δικαστήρια και το ακυρωτικό δεσμεύονται από τις προδικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατόπιν αιτήσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου . Στην περίπτωση, όμως, αυτή ο παραπέμπων δικαστής θα έχει εκδώσει την απόφασή του με γνώμονα την απόφαση του Δικαστηρίου, ενώ τα ανώτερα δικαστήρια θα ασχοληθούν μ' αυτή μόνο κατόπιν της ασκήσεως ενδίκων μέσων . Με την προοπτική αυτή το ζήτημα που ανακύπτει αφορά το δεδικασμένο των προδικαστικών αποφάσεων και εμφανίζεται διαφορετικό από αυτό του τίθεται εν προκειμένω . Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να παραπέμψουν και πάλι το ζήτημα στο Δικαστήριο . 'Οσον αφορά το ζήτημα του δεδικασμένου των προδικαστικών αποφάσεων το Δικαστήριο ουδέποτε διευκρίνισε ευθέως τη θέση των εθνικών δικαστηρίων που επιλαμβάνονται υποθέσεως η οποία οδήγησε πρωτοδίκως στην έκδοση προδικαστικής απόφασης . Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι το μεν διατακτικό των αποφάσεων επί συνήθων διαφορών χρησιμοποιεί την έκφραση "το Δικαστήριο αποφασίζει", ενώ το διατακτικό των προδικαστικών αποφάσεων αρχίζει με τη φράση "το Δικαστήριο αποφαίνεται", η οποία και διερμηνεύει μια αντικειμενική αντίληψη της προδικαστικής ερμηνείας . Τη σκέψη αυτή επιβεβαιώνει η απόφαση Benedetti ( 9 ) με την οποία κρίθηκε
"ότι η προδικαστική απόφαση σκοπεί την επίλυση νομικού ζητήματος ...".
Η ίδια αντίληψη διαφαίνεται και στην απόφαση Denkavit italiana ( 10 ) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι :
"Η ερμηνεία που δίνει το Δικαστήριο στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 177, φωτίζει και διευκρινίζει, εφόσον αυτό παρίσταται αναγκαίο, τη σημασία και την έκταση του συγκεκριμένου κανόνα όπως πρέπει ή έπρεπε να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται από της θέσεώς του σε ισχύ ."
12 . Με την προαναφερθείσα Διάταξη στην υπόθεση Wuensche το Δικαστήριο έκρινε απερίφραστα ότι
"... η απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους πράξεως κοινοτικού οργάνου επιλύει με την ισχύ του δεδικασμένου ένα ή περισσότερα ζητήματα κοινοτικού δικαίου ...".
Κατά την κρατούσα θεωρία, η προδικαστική απόφαση δεσμεύει πρωτίστως το παραπέμπον δικαστήριο και κάθε άλλο εθνικό δικαστήριο που αντιμετωπίζει το ζήτημα που επιλύθηκε με την απόφαση, τα δικαστήρια όμως αυτά έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν εκ νέου στο Δικαστήριο, δυνατότητα την οποία το τελευταίο έχει αναγνωρίσει και έχει διευκρινίσει τους όρους ασκήσεώς της με την απόφαση International Chemical Corporation ( 11 ), καθώς και με τη Διάταξη στην υπόθεση Wuensche . Εξάλλου το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη με την απόφαση Da Costa ( 12 ) ότι η δεσμευτικότητα της ερμηνείας που δίνει μπορεί να απαλλάξει τα δικαστήρια στα οποία αναφέρεται το τρίτο εδάφιο του άρθρου 177 από την υποχρέωση να απευθυνθούν στο Δικαστήριο . Η λύση αυτή επιβεβαιώθηκε και διευκρινίστηκε με την απόφαση Cilfit ( 13 ).
13 . Απομένει το ζήτημα του σκεπτικού της Διατάξεως περί παραπομπής . 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο, για πρώτη φορά νομίζω, με την απόφαση Foglia κατά Novello ( 14 ),
"για να παράσχουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκπληρώσει την αποστολή του σύμφωνα με τη Συνθήκη είναι απαραίτητο τα εθνικά δικαστήρια να εξηγούν τους λόγους, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από τη δικογραφία, για τους οποίους φρονούν ότι η απάντηση στα ερωτήματά τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς ".
Αυτή η υποχρέωση αιτιολογίας που διατυπώθηκε στο πλαίσιο μιας ιδιόρρυθμης υπόθεσης επανελήφθη με την απόφαση Holdijk ( 15 ), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτιολόγηση απαιτείται όχι μόνο για να μπορεί το Δικαστήριο να δίδει λυσιτελείς απαντήσεις, αλλά και για να παρέχεται η δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στους ενδιαφερομένους κατά την έννοια του άρθρου 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου να ασκούν αποτελεσματικά το δικαίωμα υποβολής παρατηρήσεων στο Δικαστήριο . Το Δικαστήριο επανέλαβε και πάλι την υποχρέωση αιτιολογίας με τις αποφάσεις Haug-Adrion ( 16 ) και Bertini ( 17 ).
14 . 'Ομως, με εξαίρεση την υπόθεση Foglia κατά Novello, το Δικαστήριο ουδέποτε έκρινε εαυτό αναρμόδιο στην περίπτωση παραπεμπτικών αποφάσεων που δεν περιείχαν αιτιολογία, μάλιστα δε ακόμη και σε εκείνη την υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε εαυτό αναρμόδιο όχι λόγω ελλείψεως αιτιολογίας αλλά για άλλους λόγους . Στην υπόθεση Bertini το Δικαστήριο εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την έλλειψη αυτή, έκρινε όμως ότι, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, θα αντέβαινε προς την οικονομία της δίκης το να μην απαντήσει γι' αυτό και μόνο το λόγο . Το Δικαστήριο εξάλλου, εξετάζοντας τη δικογραφία στην υπόθεση Haug-Adrion, προσδιόρισε το αντικείμενο του προδικαστικού ερωτήματος που είχε διατυπωθεί κατά τρόπο γενικότατο και ασαφέστατο . Η αιτιολογία έχει βεβαίως βαρύνουσα σημασία, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων από την απόφαση Tissier ( 18 ), με την οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα προδικαστικά ερωτήματα, ιδίως από την αιτιολογία της αποφάσεως περί παραπομπής .
15 . Η Διάταξη του Pretore της Lucca δεν περιέχει αιτιολογία, μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι η παραπομπή αποφασίστηκε για το λόγο που πρόβαλε η αιτούσα της κύριας δίκης, δηλαδή για να μπορέσει ο δικαστής της ουσίας να επιλύσει τη διαφορά που θα φερόταν ενδεχομένως ενώπιόν του . Αν αυτός ήταν ο αναμφισβήτητος και αποκλειστικός λόγος της παραπομπής θα πρότεινα χωρίς δισταγμό στο Δικαστήριο να κρίνει εαυτό αναρμόδιο . Υπάρχει όμως κάποια αμφιβολία . 'Οπως προκύπτει εξάλλου από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η ιταλική κυβέρνηση και η αιτούσα της κύριας δίκης, η υπόθεση εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του δικαστή a quo εφόσον δεν έχει αχθεί ενώπιον του δικαστή της ουσίας, συγκεκριμένα δε, ο δικαστής a quo μπορεί ακόμη, με διαδικασία κατ' αντιμωλία, να επιβεβαιώσει, να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει τα διαταχθέντα μέτρα με βάση τις απαντήσεις που θα του δώσει το Δικαστήριο . Αυτό, και μόνο αυτό, το ενδεχόμενο, όσο και αν δεν είναι πολύ πιθανό, με ωθεί να προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει εαυτό αρμόδιο . Νομίζω όμως ότι είναι ουσιώδες να τονίσει σαφώς με την ευκαιρία αυτή ότι ένα δικαστήριο δεν μπορεί να υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα για λογαριασμό άλλου δικαστηρίου .
ΙΙ - Επί της ουσίας
16 . 'Ερχομαι τώρα στην ουσία . Η υπό κρίση υπόθεση θέτει περίπλοκα προβλήματα που αφορούν τη διαχρονική εφαρμογή διατάξεων του γεωργικονομισματικού τομέα . Αυτό δείχνουν οι ερωτήσεις του Δικαστηρίου προς την Επιτροπή και την ιταλική κυβέρνηση . Μέσα όμως από τα προδικαστικά ερωτήματα και πέραν από τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αρχών πρωταρχικής σημασίας .
Α - Επί της αναδρομικότητας
17 . Το ζήτημα της αναδρομικότητας που αποτελεί το ουσιώδες μέρος των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων τίθεται σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1160/82 της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1982, περί προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( 19 ). Κατά τη διάταξη αυτή
"τα προκαθορισθέντα νομισματικά εξισωτικά ποσά προσαρμόζονται στην περίπτωση που τίθεται σε ισχύ μια νέα αντιπροσωπευτική τιμή, η οποία αποφασίζεται πριν κατατεθεί η αίτηση περί προκαθορισμού ".
Θα υπενθυμίσω ότι η διατύπωση αυτή είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη διατύπωση του άρθρου 7 του κανονισμού 243/78 της Επιτροπής, με τον οποίο καθιερώθηκε για πρώτη φορά ο προκαθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( 20 ).
18 . Αν το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο αυτό είναι διότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 1223/83, της 20ής Μαΐου 1983, περί των τιμών συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστούν στο γεωργικό τομέα ( 21 ), καθόρισε νέα ισοτιμία μεταξύ της ιταλικής λίρας και του πράσινου νομίσματος ενώ την ίδια ημέρα η Επιτροπή εξέδωσε δύο εκτελεστικούς κανονισμούς, τους κανονισμούς 1244/83 ( 22 ) και 1245/83 ( 23 ), με το ακόλουθο διττό αποτέλεσμα για την υπό κρίση υπόθεση :
- πρώτον, καταργούνται τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, ακόμη και προκαθορισμένα, για την περίοδο από 17 έως 23 Μαΐου 1983
- δεύτερον, περιορίζεται χρονικά η άσκηση του δικαιώματος που παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 1134/68 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1968 ( 24 ), σε κάθε ενδιαφερόμενο να ζητήσει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ακύρωση του προκαθορισμού και του σχετικού πιστοποιητικού ή τίτλου . Σ' αυτή την πτυχή του ζητήματος αναφέρεται το τέταρτο ερώτημα που θα εξετάσω αργότερα .
19 . Ο κανονισμός 1223/83, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21ης Μαΐου 1983, τέθηκε σε ισχύ στις 23 Μαΐου 1983, όπως προβλέπει στο άρθρο 8 . 'Ομως, στις 20 Μαΐου 1983, με τους δύο προαναφερθέντες κανονισμούς που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της 23ης Μαΐου 1983 και τέθηκαν σε ισχύ αυθημερόν, η Επιτροπή κατήργησε, υπενθυμίζω, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά για την Ιταλία από 17 Μαΐου 1983, ενώ το παράρτημα VΙΙ του κανονισμού 1223 ορίζει ότι η νέα αντιπροσωπευτική τιμή της ιταλικής λίρας που αποτέλεσε και την αφορμή της κατάργησης εφαρμόζεται από 23 Μαΐου . Με άλλα λόγια, το ζήτημα είναι σε ποια ημερομηνία έπρεπε να ανατρέχει η προσαρμογή των προκαθορισθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών .
20 . Σ' αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται οξύτερη η διαφωνία μεταξύ της Επιτροπής, αφενός, και της ιταλικής κυβέρνησης και της εταιρίας Pardini, αφετέρου . Κατά την Επιτροπή, η προσαρμογή των προκαθορισθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών χωρεί την ημέρα κατά την οποία το Συμβούλιο αποφάσισε την τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών . 'Ετσι, ο κανονισμός του Συμβουλίου, πριν εκδοθεί τυπικά, πριν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα, πριν τεθεί σε ισχύ, παράγει αποτελέσματα μέσω της κοινοποιήσεως του περιεχομένου του στον Τύπο . Αντιθέτως, η εταιρία Pardini και η ιταλική κυβέρνηση φρονούν ότι τα προκαθορισθέντα νομισματικά ποσά προσαρμόζονται κατά την ημέρα της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού που τροποποιεί τις αντιπροσωπευτικές τιμές .
21 . 'Εχουμε λοιπόν να εξετάσουμε τέσσερις ημερομηνίες :
- τη 17η Μαΐου, ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη ουσιαστικά η απόφαση του Συμβουλίου και κοινοποιήθηκε στον Τύπο ( ενώ η Ιταλία δεν είχε άρει ακόμη την επιφύλαξή της )
- την 20ή Μαΐου, ημερομηνία της εκδόσεως του κανονισμού από το Συμβούλιο
- την 21η Μαΐου, ημερομηνία της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα
- τέλος, την 23η Μαΐου, ημερομηνία της θέσεως του κανονισμού σε ισχύ .
Τα δύο πρώτα ερωτήματα αναφέρονται στις ημερομηνίες 17, 20 και 21 Μαΐου . Το ζήτημα αρχής είναι όμως αν ο κανονισμός του Συμβουλίου 1223/83 μπορούσε να παράγει αποτελέσματα πριν την ημερομηνία θέσεώς του σε ισχύ, δηλαδή την 23η Μαΐου .
22 . Ο γενικός κανόνας που διατυπώνει το άρθρο 191 της Συνθήκης είναι :
"Οι κανονισμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Κοινότητος . Αρχίζουν να ισχύουν από την ημέρα που ορίζουν ή άλλως την εικοστή ημέρα από της δημοσιεύσεώς τους ."
Με την απόφαση Neumann ( 25 ), το Δικαστήριο έκρινε :
"Πάντως η ευρεία αυτή εξουσία που παρέχεται στους συντάκτες των κανονισμών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλείουσα κάθε ένδικο έλεγχο ιδίως όσον αφορά την ενδεχόμενη αναδρομική ισχύ ."
23 . Τείνω να δεχτώ, σύμφωνα με την πλέον κλασική ορθόδοξη αντίληψη ότι κανένας κανονισμός δεν μπορεί να έχει έννομες συνέπειες πριν τεθεί σε ισχύ . Τη λύση αυτή υπαγορεύει η ασφάλεια του δικαίου, η δε μη αναδρομικότης παρίσταται ως θεμελιώδης αρχή . Στον οικονομικό τομέα όμως οι αρχές του δικαίου γνωρίζουν εξαιρέσεις, πράγμα που δέχεται και η νομολογία του Δικαστηρίου . Πριν όμως ερευνήσουμε αν ένας κανονισμός του Συμβουλίου που τροποποιεί τις αντιπροσωπευτικές τιμές των πράσινων νομισμάτων μπορεί βασίμως να αποτελέσει νόμιμο έρεισμα για έναν κανονισμό της Επιτροπής που τροποποιεί αναδρομικά τα προκαθορισθέντα νομισματικά εξισωτικά ποσά υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να δούμε ποια ακριβώς είναι η κατάσταση όπως προκύπτει από τη γραμματική και λογική ερμηνεία των κειμένων .
24 . Νομίζω λοιπόν ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1160/82, η προσαρμογή των προκαθορισθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών χωρεί μόνο κατόπιν της θέσεως σε ισχύ της νέας αντιπροσωπευτικής τιμής . Εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού 1223/83 και το παράρτημα VΙΙ που το προβλέπουν ρητώς, η νέα τιμή εφαρμόζεται από 23 Μαΐου 1983 . Τα κείμενα αυτά είναι μεν σχετικώς σαφή, πλην όμως η έννοιά τους προσφέρεται για διαφορετικές εκδοχές .
25 . Η Επιτροπή προβάλλει γραμματικό επιχείρημα που συνδέεται με θεωρήσεις συστηματικής κατατάξεως και υποστηρίζει ότι είναι νόμιμη η αναδρομική εφαρμογή των νέων συντελεστών των εξισωτικών ποσών . Συγκεκριμένα κατά την Επιτροπή, οι προσαρμογές των προκαθορισθέντων νομισματικών ποσών μπορούν να γίνουν από την ημέρα κατά την οποία το Συμβούλιο λαμβάνει ουσιαστικά την απόφαση να τροποποιήσει τις αντιπροσωπευτικές τιμές, πρωτίστως διότι ο όρος "αποφασίζεται" που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του κανονισμού 1160/82 αναφέρεται στη χρονική στιγμή κατά την οποία λαμβάνει την απόφασή του το Συμβούλιο . Η άποψη αυτή στηρίζεται στη σκέψη ότι από τη στιγμή που αποφασίζεται η τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν ενημερωθεί για την επικείμενη μείωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών .
26 . Μπορεί να γίνει λόγος για "απόφαση" του Συμβουλίου στις 17 Μαΐου 1983; Οι αμφιβολίες είναι βάσιμες . Η ιταλική επιφύλαξη ήρθη τρεις μέρες αργότερα, τότε δε, στις 20 Μαΐου εκδόθηκε ο κανονισμός σύμφωνα με το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα . Πρέπει να σημειωθεί ότι εφόσον δεν έχει εκδοθεί τυπικά ο κανονισμός, δεν μπορεί να υπάρχει παρά το πολύ-πολύ μια "προαπόφαση", οπότε το ζήτημα που τίθεται δεν είναι αν η απόφαση ελήφθη στις 17 Μαΐου αλλά αν η αναγγελία της επικείμενης καθιέρωσης νέων αντιπροσωπευτικών τιμών δικαιολογεί την τροποποίηση, ήδη από την ημερομηνία της αγγελίας, των προκαθορισθέντων νομισματικών ποσών, δηλαδή πριν από την τυπική έκφραση της απόφασης .
27 . Το γράμμα της διάταξης δεν στηρίζει την ερμηνεία αυτή και η προσοχή μας στρέφεται πλέον στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, μετά το ανακοινωθέν Τύπου, οι επιχειρηματίες δεν έχουν πλέον δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο ότι θα εφαρμοστεί στην περίπτωσή τους η τιμή που ίσχυε κατά το χρόνο του προκαθορισμού . Γνωρίζουμε βεβαίως τον κανονισμό 3152/85 της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 1985, επίκληση του οποίου έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου ( 26 ), κατά τον οποίο η απόφαση περί τροποποιήσεως της αγροτικής τιμής μετατροπής θεωρείται γνωστή από τη στιγμή της δημόσιας αναγγελίας της . 'Ομως, ο κανονισμός αυτός αφορά απλώς το δικαίωμα ακυρώσεως ορισμένων εγγράφων και, εν πάση περιπτώσει, είναι μεταγενέστερος αυτού τον οποίο καλείστε να ερμηνεύσετε εν προκειμένω . Επομένως δεν ασκεί επιρροή . Αν παρ' όλ' αυτά θέλουμε να συναγάγουμε κάποιο δίδαγμα από τον κανονισμό αυτό, το δίδαγμα αυτό αντιμάχεται την άποψη της Επιτροπής . Μπορεί δηλαδή να υποστηριχτεί ότι, αφού η Επιτροπή θεώρησε αναγκαίο να διευκρινίσει ότι η τροποποίηση θεωρείται γνωστή από τη "δημοσίευση ανακοινωθέντος τύπου από τον οργανισμό που είναι αρμόδιος για την τροποποίηση της σχετικής γεωργικής τιμής μετατροπής" ( 27 ), αυτό σημαίνει ότι πριν από τον κανονισμό αυτό το ζήτημα δεν είχε επιλυθεί .
28 . Η κατάσταση που διαμορφώνεται επομένως είναι ότι, όπως προκύπτει από τα κείμενα, πρώτον, η απόφαση περί τροποποιήσεως των αντιπροσωπευτικών τιμών του πράσινου νομίσματος πρέπει να ληφθεί πριν από την υποβολή της αιτήσεως προκαθορισμού και, δεύτερον, η προσαρμογή των προκαθορισθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μετά τη θέση σε ισχύ των νέων αυτών τιμών . Στην περίπτωσή μας όμως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναγγελία της επικείμενης απόφασης ισοδυναμεί με την ίδια την απόφαση και, επομένως, η προσαρμογή των προκαθορισθέντων εξισωτικών ποσών, που προβλέπεται, υπενθυμίζω, στην περίπτωση που τίθενται σε ισχύ νέες τιμές, μπορεί να ανατρέχει στην ημέρα της εν λόγω αναγγελίας .
29 . Με βάση τις σχετικές διατάξεις δεν συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής . Η απόφαση είναι νομικώς ανύπαρκτη πριν την τυπική έκδοσή της και δεν χωρεί προσαρμογή των νομισματικών εξισωτικών ποσών πριν τεθούν σε ισχύ οι νέες αντιπροσωπευτικές τιμές .
30 . Η απάντηση αυτή μου φαίνεται μεν ορθή βάσει των σχετικών διατάξεων, μήπως όμως υπάρχει κάποιος βάσιμος λόγος, ένα "επιτακτικό δημόσιο συμφέρον", για να επαναλάβω την έκφρασή σας στην απόφαση CΝΤΑ ( 28 ), που επιβάλλει άλλη ερμηνεία των διατάξεων αυτών; Θα παρατηρήσω ευθύς εξαρχής ότι η ερμηνεία κατά την έννοια της αναδρομικής ισχύος των κανονιστικών διατάξεων επιβάλλεται μόνο στην περίπτωση αμάχητων επιχειρημάτων και επιτακτικών αναγκών, εν προκειμένω οικονομικού ορθολογισμού .
31 . Υπενθυμίζω πρώτον ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει τελείως τη δυνατότητα αναδρομικής ρύθμισης ( 29 ). Το Δικαστήριο όμως έχει τονίσει ότι μια κανονιστική διάταξη μπορεί να έχει αναδρομικό αποτέλεσμα μόνο "κατ' εξαίρεση, όταν το απαιτεί ο επιδιωκόμενος σκοπός και εφόσον γίνεται σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων" ( 30 ). Δικαιολογούν οι περιστάσεις της υποθέσεως Pardini την αναδρομικότητα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, από ποια ημερομηνία;
32 . Παρά το ότι δεν υπάρχει καμιά σχετική μνεία στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού της, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι απέβλεψε στην πρόληψη της κερδοσκοπίας . Σημειωτέον σχετικώς ότι ο κανονισμός 243/78 προέβλεπε ήδη μέτρα κατά του "κινδύνου καταχρήσεων για λόγους κερδοσκοπίας" - όπως αναφέρει η τρίτη αιτιολογική σκέψη - που μπορεί να προκύψει από τον προκαθορισμό ιδίως των νομισματικών εξισωτικών ποσών . Τα μέτρα αυτά είναι, κατά τον κανονισμό αυτό, ο προκαθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών, συγχρόνως δε και των εισφορών ή επιστροφών, η ίδια διάρκεια ισχύος του προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών και των εισφορών ή επιστροφών που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες, ο περιορισμός του πιστοποιητικού προκαθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών στο έδαφος του κράτους μέλους εισαγωγής ή εξαγωγής που υποδεικνύει ο ενδιαφερόμενος . Εν προκειμένω η Επιτροπή επιμένει κυρίως σε ένα στοιχείο που απαντά σε όλα τα επιχειρήματά της, δηλαδή στο σεβασμό της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης . Κατά την Επιτροπή όσοι υπέβαλαν στις 17 Μαΐου 1983 αιτήσεις για πιστοποιητικά εισαγωγής με προκαθορισμό κατά την ίδια ημερομηνία μπορούσαν να αναμένουν προσεχώς μείωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών οπότε δεν μπορούν να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και να απαιτήσουν τη διατήρηση των προκαθορισθέντων ποσών .
33 . Αφού όμως πριν από τις 20 Μαΐου 1983, οπότε ήρθη η ιταλική επιφύλαξη, και πριν την ημερομηνία που αναφέρει ο ίδιος ο κανονισμός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει απόφαση από νομικής σκοπιάς, νομίζω, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1160/82, ότι η κατάργηση των προκαθορισθέντων νομισματικών ποσών μπορεί να ανατρέχει μόνο στην ημερομηνία δημοσιεύσεως του κανονισμού, δηλαδή στην 21η Μαΐου 1983 . Αυτή είναι η λύση αν γίνει δεκτό ότι την επιβάλλει ο σκοπός της σχετικής ρύθμισης και ότι, ακόμη και πριν από την έναρξη ισχύος των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών, οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν να τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην εφαρμογή των προκαθορισθέντων ποσών .
34 . Η άποψη αυτή στρέφει τη συζήτηση στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή, ακριβέστερα, στο ζήτημα από ποιο χρονικό σημείο και μετά ο επιχειρηματίας δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη . Υπενθυμίζω ότι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως αρχή του δικαίου έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στο γερμανικό δίκαιο, όπου Vertrauensschutz σημαίνει ότι "ορισμένες προσδοκίες τις οποίες γεννά συγκεκριμένη συμπεριφορά ενός υποκειμένου δικαίου έναντι ενός άλλου ή έναντι του κοινωνικού συνόλου, παράγουν έννομες συνέπειες" ( 31 ). Η έννοια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που προβάλλεται συχνά στο πλαίσιο ποικίλων διαφορών εμφανίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου το 1965 ( 32 ) και το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Toepfer ( 33 ) ότι η αρχή αυτή αποτελεί μέρος της κοινοτικής έννομης τάξης, "η δε παράβασή της συνιστά 'παραβίαση της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της' κατά την έννοια του άρθρου 173 ".
35 . Για να επανέλθω στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, από τη στιγμή που ανακοινώθηκε στον Τύπο η προσεχής τροποποίηση των τιμών μετατροπής του πράσινου νομίσματος, οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν πλέον βασίμως να επικαλεστούν τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη προκειμένου να απαιτήσουν τη διατήρηση νομισματικών εξισωτικών ποσών που καθορίστηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών αλλά μετά την εν λόγω ανακοίνωση . Αναπτύσσοντας αυτό το συλλογισμό μέχρι τα άκρα, δεν καταλήγουμε μήπως στο συμπέρασμα ότι, ενόψει της γενικής προοπτικής της κατάργησης των νομισματικών εξισωτικών ποσών και κατά συνέπεια μπροστά σε μια διαρκή προσπάθεια να μειωθεί η διαφορά μεταξύ του πράσινου και του πραγματικού νομίσματος, θα πρέπει πάντα να αναμένεται η τροποποίηση των αντιπροσωπευτικών τιμών που θα συνεπάγεται μείωση των εν λόγω ποσών; Κατά την ίδια έννοια, μήπως μπορεί να θεωρηθεί, λόγου χάριν, ότι οι επιχειρηματίες δεν μπορούσαν πλέον να τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη από τη στιγμή που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα η πρόταση της Επιτροπής, δηλαδή από τις 7 Φεβρουαρίου 1983 ( 34 ); Η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι αποφάσεις περί τροποποιήσεως των αντιπροσωπευτικών τιμών του πράσινου νομίσματος αναμένονται επί πολλούς μήνες, ο γενικός τους προσανατολισμός διαφαίνεται, είναι δε ευρέως γνωστές οι δικές της σχετικές προτάσεις . Κατά την Επιτροπή όμως, μόνο από τη στιγμή κατά την οποία επέρχεται συμφωνία εντός του Συμβουλίου, έστω και συμφωνία ατελής που δεν έχει ακόμη περιβληθεί την ανάλογη μορφή, και ανακοινώνεται στον τύπο δεν μπορούν πλέον να επικαλεστούν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση των προκαθορισθέντων ποσών οι επιχειρηματίες που πέτυχαν προκαθορισμό την ίδια ημέρα .
36 . Η Επιτροπή φρονεί κατά συνέπεια ότι το ανακοινωθέν Τύπου εξαφανίζει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη . Η στάση της αυτή φαίνεται να στηρίζεται στη σκέψη ότι ισχύει αναδρομικότητα από τη στιγμή που δεν ορθώνεται πλέον το τείχος που προστατεύει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη . Η αντίληψη αυτή θέτει σε ίση μοίρα τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της μη αναδρομικότητας . Πρέπει δε να απορριφθεί κατηγορηματικά : η μη αναδρομικότητα αποτελεί τον κανόνα, ενώ η αναδρομικότητα την εξαίρεση και δεν πρέπει ποτέ να θίγει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ούτε, κατά μείζονα λόγο, τα κεκτημένα δικαιώματα .
37 . Νομίζω πράγματι ότι στην περίπτωση των προκαθορισθέντων ποσών δεν θα πρέπει να προβάλλεται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη αλλά μάλλον τα κεκτημένα δικαιώματα .
38 . Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει μεν ότι δεν υπάρχει κεκτημένο δικαίωμα σε εξισωτικά ποσά πριν πραγματοποιηθεί η ενέργεια για την οποία προβλέπονται τα ποσά αυτά ( 35 ), αυτό όμως δεν ισχύει στην περίπτωση του προκαθορισμού . Ο προκαθορισμός καθιερώθηκε ακριβώς για να δώσει τη δυνατότητα στους επιχειρηματίες να προφυλαχθούν από τις νομισματικές διακυμάνσεις . Συγκεκριμένα η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 243/78, περί καθιερώσεως του εκ των προτέρων καθορισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών, αναφέρει ότι "ο ίδιος οικονομικός λόγος του εκ των προτέρων καθορισμού ( είναι ) η βεβαιότητα που πρέπει να δοθεί στο εμπόριο ...". Από την απόφαση CΝΤΑ ( 36 ) προκύπτει σιωπηρώς ότι ο προκαθορισμός παρέχει κεκτημένο δικαίωμα στο δικαιούχο, αναφέρω δε στο σημείο αυτό και την απόφαση Merkur ( 37 ) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι με το σύστημα προκαθορισμού των εξισωτικών ποσών "προσχωρήσεως" ( Ηνωμένο Βασίλειο ) η προσφεύγουσα, κάτοχος πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμένα εξισωτικά ποσά, απέκτησε δικαίωμα στη διατήρησή τους .
39 . Γενικότερα, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση Groupement d' interet economique "Union Malt" ότι "ο κάτοχος πιστοποιητικού εξαγωγής με προκαθορισμένη επιστροφή ... έχει αποκτήσει το δικαίωμα να λάβει κατά την εξαγωγή την προκαθορισθείσα επιστροφή" ( 38 ). Κατά λογική συνέπεια η αρχή αυτή ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις προκαθορισμού .
40 . Ανεξαρτήτως των οικονομικών παραγόντων που δικαιολογούν την αναδρομική ρύθμιση, η ασφάλεια του δικαίου πρέπει να γίνεται σεβαστή . 'Οπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας Warner, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η αναδρομικότητα προκειμένου να "διευκολύνεται το έργο του εκτελεστικού οργάνου" ( 39 ). Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση όμως ο εκπρόσωπος της Επιτροπής αναγνώρισε ότι η Επιτροπή επέλεξε την αναδρομική μέθοδο όσον αφορά τα εξισωτικά ποσά για λόγους καθαρά διοικητικούς . Μια περισσότερο αρμόζουσα κατά το δίκαιο λύση θα ήταν να δοθεί εντολή στους εθνικούς φορείς που διαχειρίζονται την κοινή γεωργική πολιτική να αναστείλουν την έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής με προκαθορισμό, λύση η οποία συνάδει απόλυτα προς τις ισχύουσες διατάξεις, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση . Είναι απορίας άξιο γιατί η Επιτροπή επέτρεψε τον προκαθορισμό τη στιγμή που μελετούσε - πρόκειται για τη συνήθη πρακτική της, όπως ακούσαμε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - την αναδρομική προσαρμογή των προκαθορισθέντων εξισωτικών ποσών . Ο προκαθορισμός δεν μπορεί να χάσει κάθε έννοια . Ενώ καθιερώθηκε για να προστατεύσει τους επιχειρηματίες από την αστάθεια στο νομισματικό τομέα, με το συλλογισμό της Επιτροπής καταλήγει να γίνει δίκοπο νομικό εργαλείο : είτε η σχεδιαζόμενη συναλλαγή πρέπει να πραγματοποιηθεί υπό όρους λιγότερο ευνοϊκούς και ενδεχομένως με απώλεια, είτε καταπίπτει η ασφάλεια που συστήθηκε εις εγγύηση της πραγματοποίησής της υπό τους προκαθορισθέντες όρους . Η προοπτική αυτή δεν είναι ικανοποιητική .
41 . Ναι μεν "η ίδια η φύση του συστήματος" και "οι ανάγκες του μηχανισμού", στις οποίες αναφέρθηκε το Δικαστήριο σε διαφορετικό πλαίσιο μεν αλλά που αφορούσε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ( 40 ), δικαιολογούν, κατ' εξαίρεση και υπό τη διπλή προϋπόθεση ότι το απαιτεί ο επιδιωκόμενος στόχος και ότι δεν παραβιάζεται η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ( 41 ), τη θέση σε ισχύ μιας κοινοτικής πράξης πριν από τη δημοσίευσή της, πλην όμως, όπως το Δικαστήριο έκρινε ιδίως με τις αποφάσεις Racke και Decker,
"κατά γενικό κανόνα, η αρχή της ασφάλειας των εννόμων καταστάσεων δεν επιτρέπει να ανατρέχει η έναρξη της χρονικής ισχύος των κοινοτικών πράξεων σε χρόνο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς τους" ( 42 )
και,
"κατά θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης, οι πράξεις που εκδίδονται από τις δημόσιες αρχές δεν μπορούν να προβληθούν έναντι των ατόμων πριν αυτά αποκτήσουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν το περιεχόμενό τους" ( 43 ).
42 . Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1160/82 έχει, νομίζω, την έννοια ότι δεκτικά προσαρμογής είναι μόνο τα νομισματικά εξισωτικά ποσά που προκαθορίζονται μετά τη δημοσίευση των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών και ότι η προσαρμογή χωρεί μετά την έναρξη της ισχύος των νέων τιμών για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μετά την ημερομηνία αυτή . Αυτό σημαίνει ότι η κατάργηση των νομισματικών εξισωτικών ποσών που προβλέπουν οι κανονισμοί της Επιτροπής οι οποίοι ισχύουν από τις 23 Μαΐου αφορά μόνο τα ποσά που προκαθορίστηκαν μεταξύ 21 και 23 Μαΐου . Με βάση αυτή τη λύση και τις προεκτεθείσες σκέψεις προτείνω καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα του Pretore της Lucca, οπότε είναι περιττή η απάντηση στο δεύτερο .
Β - Επί της ακυρώσεως
43 . Τα προβλήματα που αφορούν την αναδρομικότητα διευρύνονται περαιτέρω με την εξέταση των δύο τελευταίων ερωτημάτων του πραπέμποντος δικαστηρίου που αφορούν, κατά τα ουσιώδη, το δικαίωμα ακυρώσεως των πιστοποιητικών εισαγωγής με προκαθορισμό .
44 . Στην ουσία ο Pretore ζητεί την ερμηνεία διατάξεων διαφόρων κανονισμών του Συμβουλίου και της Επιτροπής προκειμένου να κρίνει αν ο κάτοχος πιστοποιητικού εισαγωγής με προκαθορισμό και των εισφορών και των εξισωτικών ποσών μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ζητήσει την ακύρωση του πιστοποιητικού .
45 . Για την απάντηση σ' αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετάσουμε τις σχετικές διατάξεις . Πρόκειται πρωτίστως για το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του κανονισμού 1134/68 του Συμβουλίου . Κατά τη διάταξη αυτή,
"... κάθε ενδιαφερόμενος που έχει εξασφαλίσει προκαθορισμό για συγκεκριμένη συναλλαγή επιτυγχάνει, κατόπιν υποβολής εγγράφου αιτήσεως η οποία πρέπει να περιέλθει στον αρμόδιο οργανισμό εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από της θέσεως σε ισχύ των μέτρων που καθορίζουν τα προσαρμοσμένα ποσά, την ακύρωση του προκαθορισμού και του συναφούς πιστοποιητικού ή τίτλου ".
46 . Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στα ποσά που προβλέπονται σε Ecu και εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα και όχι στα νομισματικά εξισωτικά ποσά τα οποία υπολογίζονται και εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα . Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού αναφέρεται μόνο στην "τροποποίηση της σχέσεως μεταξύ της ισοτιμίας του νομίσματος ενός κράτους μέλους και της αξίας της λογιστικής μονάδος" ( ήδη του Ecu ) και όχι μεταξύ του πράσινου και του πραγματικού νομίσματος .
47 . Αλλά ο κανονισμός 1223/83 του Συμβουλίου, περί των τιμών συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστούν στο γεωργικό τομέα, προβλέπει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, ότι στον τομέα που διέπει εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού 1134/68 . Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι η προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού 1134/68 "εφαρμόζεται μόνο αν η εφαρμογή των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών οδηγεί σε μειονέκτημα για τον ενδιαφερόμενο ". Πανομοιότυπη διάταξη περιέχει το άρθρο 4 του κανονισμού 878/77 του Συμβουλίου περί των τιμών συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστούν στο γεωργικό τομέα ( 44 ), που καταργήθηκε με τον κανονισμό 1223/83 . Την υπό ορισμένους όρους εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 1134/68 προβλέπει επίσης το άρθρο 2 του κανονισμού 1054/78 της Επιτροπής, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 878/77 ( 45 ). Το ζήτημα της ακυρώσεως των προκαθορισθέντων εξισωτικών ποσών ανέκυψε μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1054/78 που προσδιορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να ζητηθεί η ακύρωση του προκαθορισμού, δεδομένου ότι, όπως προανέφερα, ο προκαθορισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών κατέστη δυνατός με τον κανονισμό 243/78 της 1ης Φεβρουαρίου 1978 .
48 . Αλλά η Επιτροπή, με τον κανονισμό 1244/83 που εκδόθηκε σε εκτέλεση του κανονισμού 1223/83 του Συμβουλίου, περιόρισε την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 1134/68 του Συμβουλίου και κατά συνέπεια το δικαίωμα ακυρώσεως των πιστοποιητικών με προκαθορισμό στα πιστοποιητικά που χορηγήθηκαν πριν από τις 17 Μαΐου 1983 .
49 . Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι σε περίπτωση τροποποιήσεως των αντιπροσωπευτικών τιμών του πράσινου νομίσματος είναι περιττό να προβλεφθεί η δυνατότητα ακυρώσεως των προκαθορισθέντων νομισματικών εξισωτικών ποσών, διότι αυτά προσαρμόζονται από την ίδια την Επιτροπή που λαμβάνει υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών . Αντιθέτως οι προκαθοριζόμενες εισφορές και επιστροφές προσαρμόζονται αυτόματα από τα κράτη μέλη χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών, πράγμα που δικαιολογεί, κατά την Επιτροπή, το ότι ο κανονισμός της προβλέπει δικαίωμα ακυρώσεως των προκαθορισμών μόνο υπέρ αυτών οι οποίοι, κατά το χρόνο του προκαθορισμού, βασίμως έτρεφαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση των εισφορών και/ή επιστροφών όπως προκαθορίστηκαν, εν προκειμένω, στους κατόχους πιστοποιητικών εκδοθέντων πριν τη 17η Μαΐου 1983 .
50 . Δεν θεωρώ βάσιμη τη διάκριση αυτή μεταξύ των συστημάτων που διέπουν, αφενός, τα προκαθορισθέντα εξισωτικά ποσά και, αφετέρου, τις προκαθορισθείσες εισφορές και επιστροφές . Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών προστατεύεται πάντα σε περίπτωση τροποποιήσεως της σχέσεως μεταξύ της ισοτιμίας του νομίσματος ενός κράτους μέλους και του Ecu ή της αντιπροσωπευτικής τιμής του πράσινου νομίσματος . Συγκεκριμένα η άποψη αυτή θέτει και πάλι το ζήτημα από ποια χρονική στιγμή οι επιχειρηματίες μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση των ποσών όπως προκαθορίστηκαν και, όπως τόνισα ήδη, θα ήταν νομικώς ορθότερο να αναλύεται η κατάσταση με αναφορά στο κεκτημένο δικαίωμα που έχει ο κάτοχος του πιστοποιητικού εισαγωγής με προκαθορισμό . Ο αποκλεισμός του δικαιώματος ακυρώσεως των πιστοποιητικών με προκαθορισμό των εξισωτικών ποσών για το λόγο ότι τα ποσά αυτά προσαρμόζονται λαμβανομένης υπόψη της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των κατόχων των πιστοποιητικών είναι αυθαίρετος, καθόσον η Επιτροπή φρονεί ότι όλοι οι επιχειρηματίες λογίζονται ενημερωμένοι, μετά μια ημερομηνία που καθορίζει η ίδια ( εν προκειμένω την ημερομηνία ανακοινώσεως της επικείμενης απόφασης για την οποία δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα η ημερομηνία εκδόσεως από το Συμβούλιο, όπως η Επιτροπή δέχτηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ) για τη μείωση των νομισματικών εξισωτικών ποσών . Με άλλα λόγια, οι επιχειρηματίες οφείλουν, κατά την Επιτροπή, είτε να πραγματοποιήσουν την αρχικώς σχεδιασθείσα συναλλαγή υπό όρους διαφορετικούς αυτών που ίσχυαν κατά το χρόνο της εκδόσεως, κατόπιν τραπεζικής εγγυήσεως, του πιστοποιητικού με προκαθορισμό, είτε να την εγκαταλείψουν και να χάσουν το ποσό της ασφάλειας . Η λύση αυτή που αντιβαίνει στην έννοια της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν επιβάλλεται ούτε από το γράμμα των διατάξεων ούτε από τις ανάγκες του μηχανισμού . Η δυνατότητα ακυρώσεως των πιστοποιητικών με προκαθορισμό πρέπει να αναγνωρίζεται για όλα τα προκαθορισθέντα ποσά, είτε πρόκειται για εισφορές, επιστροφές ή νομισματικά εξισωτικά ποσά, υπό τους όρους που καθορίζει η κοινοτική ρύθμιση .
51 . 'Οπως γνωρίζετε οι όροι αυτοί διευκρινίστηκαν σταδιακά . Η ακύρωση του προκαθορισμού και του σχετικού πιστοποιητικού ή τίτλου προβλέφθηκε αρχικά με το άρθρο 4 του κανονισμού 1134/68 του Συμβουλίου, ενώ κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 878/77 του Συμβουλίου δεν είναι δυνατή εκτός "εάν η εφαρμογή των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών οδηγεί σε μειονέκτημα για τον ενδιαφερόμενο ".
52 . Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1054/78 της Επιτροπής, το δικαίωμα ακυρώσεως πρέπει να περιοριστεί στους προκαθορισμούς για τους οποίους έχουν κατατεθεί αιτήσεις πριν να καταστεί δυνατή η πρόβλεψη της τροποποιήσεως .
53 . Για λόγους πληρότητας υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός 3152/85 της Επιτροπής, που δεν είναι επίδικος εν προκειμένω, τονίζει στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη ότι "μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν αποδεχθεί το μειονέκτημα εφόσον, τη στιγμή που ήταν γνωστή η τροποποίηση της γεωργικής τιμής μετατροπής, ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν σε συναλλαγή μετά την εν λόγω τροποποίηση" και "ότι στην περίπτωση αυτή δεν δικαιολογείται η ακύρωση ".
54 . Από τις εφαρμοστέες διατάξεις προκύπτει ότι η ακύρωση των πιστοποιητικών με προκαθορισμούς επιτρέπεται μόνο όταν οι κάτοχοι των πιστοποιητικών υφίστανται μειονέκτημα λόγω της τροποποιήσεως του πράσινου νομίσματος . Αν, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, δεν υφίστανται μειονέκτημα οι επιχειρηματίες που εξασφάλισαν προκαθορισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών και των εισφορών λόγω της προσαρμογής των πρώτων από την Επιτροπή και των δεύτερων από τα κράτη μέλη, δεν υπάρχει λόγος να αποκλειστεί το δικαίωμα αιτήσεως της ακυρώσεως ως προς το τελευταίο αυτό κεφάλαιο . Η Επιτροπή δεν με έπεισε περισσότερο για την αναγκαιότητα και επομένως τη νομιμότητα ενός ετερόκλητου συστήματος προκαθορισμών .
55 . Κατά συνέπεια προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι :
- το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1160/82 της Επιτροπής έχει την έννοια ότι η προσαρμογή των προκαθορισθέντων εξισωτικών ποσών δεν μπορεί να γίνει πριν από τη έναρξη της ισχύος των νέων αντιπροσωπευτικών τιμών και δεν επηρεάζει τους προκαθορισμούς που έγιναν πριν από την ημερομηνία δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του κανονισμού με τον οποίο καθορίστηκε η νέα αντιπροσωπευτική τιμή
- το άρθρο 4, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 1134/68 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι κάθε επιχειρηματίας, κάτοχος πιστοποιητικού εισαγωγής με προκαθορισμό των εισφορών και των νομισματικών ποσών, δικαιούται να επιτύχει την ακύρωση λόγω τροποποιήσεως των αντιπροσωπευτικών τιμών, η οποία συνεπάγεται μειονέκτημα εις βάρος του, υπό τον όρο ότι η αίτηση προκαθορισμού κατατέθηκε πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω τροποποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα
- το άρθρο 1, τελευταία περίπτωση, του κανονισμού 1244/83 της Επιτροπής δεν εφαρμόζεται στις αιτήσεις ακυρώσεως πιστοποιητικών με προκαθορισμό που έχουν εκδοθεί πριν τις 21 Μαΐου 1983 .
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά .
( 1 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982, 65/81, Συλλογή σ . 33, ιδίως σσ . 42 και 43 .
( 2 ) Apevarg tgs 16gs Iamouaqiou 1974, 166/73, Rec . σ . 33, ιδίως σσ . 38 και 39 .
( 3 ) Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1981, 36 και 71/88, Συλλογή σ . 735 .
( 4 ) Apevarg tgs 14gs Uebqouaqiou 1980, 53/79, Rec . σ . 273 .
( 5 ) Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1984, 180/83, Συλλογή σ . 2539 .
( 6 ) Αποφάσεις Damiani, προαναφερθείσα, σ . 282, και Moser, προαναφερθείσα, σ . 2545 βλέπε επίσης απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, 278/82, Rewe-Handelsgesellschaft Nord mbH et Rewe-Markt Herbert Kureit, Συλλογή σ . 721 .
( 7 ) Απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Συλλογή σ . 2545 .
( 8 ) Υπόθεση 69/85, Συλλογή 1986, σ . 947 .
( 9 ) Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977, 52/76, Rec . σ . 163, ιδίως σ . 183 .
( 10 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Rec . σ . 1205, ιδίως σ . 1223 .
( 11 ) Απόφαση της 13ης Μαΐου 1982, 66/80, Συλλογή σ . 1191 .
( 12 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1963, 28 και 30/62, Rec . σ . 59 .
( 13 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 283/81, Συλλογή σ . 3415 .
( 14 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Συλλογή σ . 3045, ιδίως σ . 3062 .
( 15 ) Απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141 έως 143/81, Συλλογή σ . 1299 .
( 16 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, 251/83, Συλλογή σ . 4277 .
( 17 ) Απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 98, 162 και 258/85, Συλλογή σ . 1885 .
( 18 ) Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Συλλογή σ . 1207 .
( 19 ) ΕΕ L 134 της 15.5.1982, σ . 22 .
( 20 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 03/020, σ . 74 καταργήθηκε με το άρθρο 11 του κανονισμού 1160/82 ( ΕΕ L 134 της 15.5.1982, σ . 22 ).
( 21 ) ΕΕ L 132 της 21.5.1983, σ . 33 καταργήθηκε με τον κανονισμό 1678/85 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 1985 ( ΕΕ L 164 της 24.6.1985, σ . 11 ).
( 22 ) ΕΕ L 135 της 23.5.1983, σ . 1 .
( 23 ) ΕΕ L 135 της 23.5.1983, σ . 3 .
( 24 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 03/004, σ . 3 .
( 25 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1967, 17/67, Rec . σ . 571, ιδίως σ . 592 .
( 26 ) ΕΕ L 310 της 21.11.1985, σ . 1 .
( 27 ) 'Αρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 3152/85, που προαναφέρθηκε .
( 28 ) Απόφαση της 14ης Μαΐου 1975, 74/74, Rec . σ . 533, ιδίως σ . 549 .
( 29 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1977, 88/76, Societe pour l' exportation des sucres SA, Rec . σ . 709 .
( 30 ) Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke, Rec . σ . 69 .
( 31 ) Joerg P . Miller : Vertrauensschutz im Voelkerrecht, Koeln-Berlin 1971, που μνημονεύεται στου P . Tavernier : "Le juge communautaire et l' application dans le temps des reglements CEE", Annuaire francais de droit international, 1976, σ . 169, ιδίως σ . 195 .
( 32 ) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1965, 111/63, Lemmerz-Werke GmbH, Rec . σ . 853 .
( 33 ) Απόφαση της 3ης Μαΐου 1978, 112/77, Rec . σ . 1019 .
( 34 ) ΕΕ C 32, σ . 73 .
( 35 ) Βλέπε λόγου χάριν απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1975, 95 έως 98/74, 15 και 100/75, Union nationale des cooperatives agricoles de cereales, Rec . σ . 1615 .
( 36 ) Απόφαση της 14ης Μαΐου 1975, 74/74, Rec . σ . 533, ιδίως σ . 539 .
( 37 ) Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1977, 97/76, Rec . σ . 1063 .
( 38 ) Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1978, 44 έως 51/77, Rec . σ . 57, ιδίως σ . 79 .
( 39 ) Προτάσεις στην υπόθεση 7/76, ΙRCΑ, απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976, Rec . σ . 1213, ιδίως σ . 1240 .
( 40 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976, 7/76, IRCA, Rec . σ . 1213 .
( 41 ) Υπόθεση 98/78, προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 99/78, Decker, Rec . σ . 101 .
( 42 ) Υποθέσεις 98/78 και 99/78, προαναφερθείσες, Rec . 1979, σσ . 86 και 111, αντίστοιχα .
( 43 ) 'Οπ.π ., σσ . 84 και 109, αντίστοιχα .
( 44 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 03/018, σ . 27 .
( 45 ) GU L 134 της 22.5.1978, σ . 40 .
Full & Egal Universal Law Academy