Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. 'Ολες αυτές οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις είναι υποθέσεις υπαλληλικές και αποτελούν τη συνέχεια προηγούμενης υποθέσεως, της υποθέσεως 128/84, van der Stijl κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 3281). Το ιστορικό είναι απλό (μολονότι τα διάφορα στάδια που περιλαμβάνει, τα οποία έδωσαν λαβή σ' αυτό το μεγάλο αριθμό υποθέσεων είναι πολύπλοκα) και αρχίζω με μια γενική θεώρηση για να τοποθετηθούν τα προβλήματα μέσα στην αλληλουχία τους.
Περίληψη του ιστορικού
2. Με απόφαση του προέδρου της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 1983, ο Bernard Math διορίστηκε προϊστάμενος του τμήματος F 1 ("Επιθεώρηση") της Διευθύνσεως "'Ελεγχος διασφαλίσεων Ευρατόμ", εντός της Γενικής Διευθύνσεως "Ενέργεια" της Επιτροπής. Ο διορισμός ορίστηκε να ισχύει από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983. Ο Math προερχόταν από τη γαλλική επιτροπεία ατομικής ενεργείας και δεν είχε εργαστεί προηγουμένως ως υπάλληλος των Κοινοτήτων. Ο van der Stijl, προϊστάμενος ενός από τα δύο κλιμάκια που αποτελούν το τμήμα, έκρινε ότι βλάπτεται από αυτό το διορισμό και άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχε ασκήσει προσωρινά καθήκοντα προϊσταμένου του τμήματος και είχε υποβάλει υποψηφιότητα για να διοριστεί μονίμως στη θέση αυτή. Το Δικαστήριο ακύρωσε με την προαναφερθείσα απόφασή του της 7ης Οκτωβρίου 1985 το διορισμό του Math, καθώς και την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα του van der Stijl. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν βρέθηκε ενώπιον εξαιρετικής περιπτώσεως που να δικαιολογεί τη χρήση της έκτακτης διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Θεώρησε δε ότι δεν υπήρχε λόγος να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προέβαλε ο van der Stijl, οι οποίοι αναφέρονταν κυρίως στο γεγονός ότι η διαδικασία αποτελούσε φενάκη και ότι η θέση είχε "επιφυλαχθεί" υπέρ προσώπου γαλλικής ιθαγενείας, αντίθετα προς αυτά που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, και το άρθρο 27, εδάφιο 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Για ευρύτερη ανάλυση του ιστορικού παρακαλώ το Δικαστήριο να ανατρέξει στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση αυτή, οι οποίες αποδεικνύουν ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν απηλλαγμένος από κάθε έρεισμα.
3. Μεγάλο τμήμα των συζητήσεων σ' αυτή την υπόθεση αφορούσε το θέμα αν ο Math κατείχε τα αναγκαία προσόντα για την επίδικη θέση, όπως περιγράφονταν στην αρχική ανακοίνωση κενής θέσεως. Επί του ζητήματος αυτού παραθέτω απόσπασμα των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn (σ. 3285):
"Υποστηρίχθηκε ότι η πείρα του Math καθώς και οι γλωσσικές του γνώσεις δεν ικανοποιούσαν τους όρους που αναφέρονταν στην ανακοίνωση κενής θέσεως. Είναι αληθοφανές ότι δεν διέθετε κατά την περίοδο εκείνη την αναγκαία γνώση δεύτερης γλώσσας. Τα γραπτά υπομνήματα φαίνονται επίσης να υποστηρίζουν τη θέση του προσφεύγοντος σύμφωνα με την οποία η πείρα και τα προσόντα του Math, παρόλον ότι ήταν υψηλού επιπέδου, δεν ικανοποιούσαν τις ειδικές απαιτήσεις που αναφέρονταν στην ανακοίνωση κενής θέσεως. Πάντως, ενόψει των διευκρινίσεων που παρέσχε ο Audland σχετικά με τα απαιτούμενα προσόντα και τη θέση καθώς και σχετικά με την πείρα του Math, ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο ο Math δεν διέθετε τα απαιτούμενα ειδικά προσόντα δεν μου φαίνεται ότι μπορεί να γίνει δεκτός."
Ο Audland ήταν τότε γενικός διευθυντής ενεργείας στην Επιτροπή και απήντησε σε ορισμένες ερωτήσεις που του έθεσε το Δικαστήριο κατά την προφορική διαδικασία.
4. Η Επιτροπή αντέδρασε γρήγορα στην απόφαση με την οποία ακυρώθηκε ο διορισμός του Math και η οποία δημοσιεύθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1985. Στις 16 Οκτωβρίου διόρισε τον Math στην ίδια θέση ως έκτακτο υπάλληλο. Επιπλέον, η νέα απόφαση ανέγραφε ως ημερομηνία ισχύος της την ημερομηνία της πρώτης αναλήψεως καθηκόντων από τον ενδιαφερόμενο, δηλαδή την 28η Σεπτεμβρίου 1983, ως περίοδο δε διαρκείας τα δύο έτη, περίοδο η οποία είχε ήδη διανυθεί κατά την ημερομηνία της αποφάσεως αυτής, αλλά η οποία είχε ήδη παραταθεί, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985. Στις 18 Δεκεμβρίου 1985 αποφάσισε η Επιτροπή να διοργανώσει γενικό διαγωνισμό για την πλήρωση της εν λόγω θέσεως και παρέτεινε επίσης την υπηρεσία του Math για νέα περίοδο έξι μηνών. Ο διαγωνισμός διενεργήθηκε κατά τα μέσα του έτους 1986. Ο Math εγγράφηκε, μεταξύ άλλων, στον πίνακα επιτυχόντων και στη συνέχεια διορίστηκε στην επίδικη θέση ο van der Stijl δεν εγγράφηκε στον πίνακα επιτυχόντων ο Cullington, ο άλλος προσφεύγων στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, εγγράφηκε στον πίνακα, αλλά δεν διορίστηκε.
5. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ο Math κατέχει την επίδικη θέση, υπό τη μια ή την άλλη ιδιότητα, από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983. Μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της προσφυγής του van der Stijl, τον Οκτώβριο του 1985, ο τελευταίος θεώρησε τον εαυτό του βλαπτόμενο βλέποντας τον Math να διατηρείται στη θέση αυτή και στη συνέχεια να ξαναδιορίζεται στην εν λόγω θέση. 'Ασκησε λοιπόν επτά αλεπάλληλες διοικητικές ενστάσεις ενώπιον της Επιτροπής, καθεμιά από τις οποίες αντιστοιχεί σε ένα στάδιο της διαδικασίας που κατέληξε στο νέο διορισμό του Math και όταν οι ενστάσεις αυτές απέτυχαν διαδοχικά, άσκησε έξι προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι άλλες δύο υποθέσεις με τις οποίες έχει ήδη επιληφθεί το Δικαστήριο, δηλαδή οι υποθέσεις 259/86 και 222/87, ασκήθηκαν από τον Cullington, ο οποίος ήταν ο προϊστάμενος του δευτέρου από τα δύο κλιμάκια που αποτελούν το τμήμα και ο οποίος ζητεί, όπως και ο van der Stijl, την ακύρωση του διορισμού του Math και της αποφάσεως του εξεταστικής επιτροπής με την οποία εγγράφηκε ο Math στον πίνακα επιτυχόντων.
Επί των υποθέσεων
6. Κάθε υπόθεση αναφέρεται σε ένα ειδικό στάδιο που διέβη η Επιτροπή και ακολουθούν ως επί το πλείστον με σειρά χρονολογική. Η έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιλαμβάνει όλες τις λεπτομέρειες των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών των διαδίκων με τις παρούσες προτάσεις μου θα εξετάσω εκείνους μόνο που μου φαίνονται αποφασιστικοί.
Υπόθεση 341/85
7. Η υπόθεση 341/85 είναι σχετική με την απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1985 με την οποία προσλήφθηκε ο Math ως έκτακτος υπάλληλος. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή αυτή είναι απαράδεκτη επειδή η απόφαση δεν παρήγαγε έννομα αποτελέσματα παρά μόνον μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985 και ότι η προσφυγή η οποία ασκείται κατά της αποφάσεως αυτής αφού έπαυσε πλέον να ισχύει, έχασε το αντικείμενό της. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό αυτό. Επρόκειτο για το πρώτο από τα πολλά στάδια που οδήγησαν στο νέο διορισμό του Math. Αν δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, ο προσφεύγων θα μπορούσε να έχει - όπως υποστηρίζει - τη δυνατότητα να διοριστεί, έστω και ως έκτακτος υπάλληλος, στην επίδικη θέση. Το ζήτημα αν αυτό συμβαίνει πράγματι είναι θέμα ουσίας και όχι παραδεκτού. Ο δε προσφεύγων δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι θα κερδίσει την ουσία της υποθέσεως για να είναι παραδεκτή η προσφυγή του. Επιπλέον, όταν ασκήθηκε η προσφυγή αυτή, ο προσφεύγων είχε επαρκές έννομο συμφέρον, ως πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται μια απόφαση του Δικαστηρίου, να κινήσει τη διαδικασία (βλέπε υπόθεση 30/76, Kuester κατά Κοινοβουλίου, ECR 1976, σ. 1719). Το γεγονός και μόνο ότι μια ατομική απόφαση δεν ισχύει πλέον λόγω του ότι η διάρκεια ισχύος της παρήλθε δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί.
8. Επί της ουσίας ο προσφεύγων προβάλλει διαφόρους λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν εκτέλεσε την απόφαση που εξέδωσε προηγουμένως το Δικαστήριο στην υπόθεση 128/84 κατά το μέτρο που ο νέος διορισμός του Math στην επίδικη θέση ως εκτάκτου υπαλλήλου ισοδυναμεί με αγνόηση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Δεν δέχομαι αυτό το επιχείρημα. Με την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 128/84 ακυρώθηκε ο διορισμός του Math διότι έγινε πλημμελής εφαρμογή του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Το Δικαστήριο δεν ερεύνησε το ζήτημα αν ο Math ήταν το πρόσωπο που έπρεπε να διοριστεί στη θέση αυτή. Μετά τη δίκη 128/84, ο Math έχασε την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου, αλλά η Επιτροπή δεν παρέβη την απόφαση προσλαμβάνοντας τον Math ως έκτακτο υπάλληλο.
9. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως ότι η Επιτροπή προέβη σε καταστρατήγηση της διαδικασίας ή σε κατάχρηση εξουσίας αποκαθιστώντας διά της διοικητικής οδού την κατάσταση που είχε κηρύξει το Δικαστήριο παράνομη. Υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ανατρέχει η σύμβαση ως εκτάκτου υπαλλήλου του Math είχε ως αληθινό σκοπό να επιτραπεί κατά τρόπο αντικανονικό στον Math να αποκτήσει συμπληρωματική επαγγελματική πείρα σε θέματα πυρηνικής ασφαλείας, πράγμα που η απόφαση η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση 128/84 του απαγόρευσε άλλως να πράξει. Η Επιτροπή υποστηρίζει στο υπόμνημά της αντικρούσεως - όπως έπραξε και στην προφορική διαδικασία κατά την εκδίκαση της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων - ότι το γεγονός της αναδρομής της συμβάσεως αυτής αποτελούσε απλή "τακτοποίηση" της καταστάσεως του Math, ο οποίος άσκησε τα καθήκοντά του πράγματι από δύο ετών. Ο όρος της "τακτοποιήσεως" είναι κατά τη γνώμη μου ατυχής για να τον χρησιμοποιήσει η Επιτροπή, διότι ο όρος αυτός υπονοεί ότι η Επιτροπή προσπαθούσε πράγματι να ισχυροποιήσει αναδρομικά αυτό που ακύρωσε το Δικαστήριο. Αυτό που έπραξε η Επιτροπή ήταν άτοπο γιατί μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Επιτροπή παραβίασε το άρθρο 176 της Συνθήκης, επίσης δε διότι αυτό θα μπορούσε να επιφέρει, όπως άλλωστε συνέβη, τη δημιουργία άλλων δικών. Αλλά, μολονότι δεν ήταν πολύ συνετό για την Επιτροπή να προβεί στην αναδρομική πρόσληψη, παραμένει το ζήτημα αν η ενέργεια αυτή ήταν νόμιμη. Η αναδρομικότητα θεωρείται γενικά σε όλα τα νομικά συστήματα παράνομη πλην αν υπαγορεύεται από λόγους επείγοντες και επιτακτικούς. Παραμερίζοντας το γεγονός ότι, ενόψει της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση 128/84, ο Math ωφελήθηκε κατά τα δύο αυτά έτη από έναν παράνομο διορισμό, δεν μπορώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο ήταν αναγκαία η αναδρομή του διορισμού του. Ο Math δεν χρειαζόταν να εισπράξει καθόλου αποδοχές και είναι προφανές, έστω δυνάμει της αρχής της ασφαλείας δικαίου, ότι οι αποφάσεις που έλαβε κατά την άσκηση των καθηκόντων του πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση 128/84 δεν θα στερούνταν κύρους λόγω της αποφάσεως αυτής. Στις 16 Οκτωβρίου 1985 θα μπορούσαν να υφίστανται επείγοντες και επιτακτικοί λόγοι για να ανατρέξει η πρόσληψη στις 7 Οκτωβρίου 1985, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως στην υπόθεση 128/84 - (με τη σκέψη ότι προς το συμφέρον της υπηρεσίας η Επιτροπή θέλησε να διατηρήσει τον Math στη θέση του εν αναμονή λύσεως του ζητήματος) για να εξασφαλίσει τη συνέχεια της υπηρεσίας της (και της καταβολής των αποδοχών στον Math) κατόπιν της αποφάσεως. Αλλά δεν βλέπω να υφίσταται κανένας αποχρών λόγος για να ανατρέξει η σύμβαση σε ημερομηνία πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1985 και ασφαλώς όχι πέραν των δύο ολοκλήρων ετών πριν από την ημερομηνία αυτή. Ελλείψει οποιουδήποτε αποχρώντος λόγου, καταλήγω ότι η απόφαση προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου από τις 28 Σεπτεμβρίου 1983 πρέπει να ακυρωθεί όσον αφορά την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ αυτής της ημερομηνίας και της 7ης Οκτωβρίου 1985. Είναι προτιμότερο να ερευνηθεί η περίοδος μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία στο πλαίσιο της υποθέσεως 251/86 με την οποία θα ασχοληθώ σε λίγο.
10. Μπορώ λοιπόν να περιοριστώ στη συνοπτική έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων. Υποστηρίζει ότι η απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1985 αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση συμβατικών σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και του Math για περίοδο που είχε ήδη παρέλθει (δύο έτη από της 28ης Σεπτεμβρίου 1983). Ο προσφεύγων θεωρεί ότι αυτό είναι νομικά αδύνατο και ότι επομένως κάθε δήθεν παράταση είναι επίσης αδύνατη. Παρόλον ότι το επιχείρημα αυτό είναι λογικά ελκυστικό, πιστεύω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι αν εφαρμοζόταν οι συμβαλλόμενοι σε συμβάσεις που έχασαν την ισχύ τους λόγω επελεύσεως συγκεκριμένου γεγονότος δεν θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τις συμβατικές τους συμφωνίες όσον αφορά το παρελθόν όσον αφορά δε την περίοδο μετά την απόφαση, δεν υπάρχει λόγος να εξαρτηθεί η ισχύς μελλοντικών συμφωνιών από την ισχύ παρελθουσών συμφωνιών. 'Οπως κι αν έχει το πράγμα θα επανέλθω, όπως ανέφερα ήδη, στη μεταγενέστερη περίοδο στο πλαίσιο της υποθέσεως 251/86.
11. Τα λοιπά επιχειρήματα αφορούν την παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που καθορίζει τα μέτρα που πρέπει να λάβει το θεσμικό όργανο πριν πληρώσει μια κενή θέση, και του άρθρου 12 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, το οποίο καθορίζει τα προσόντα των εκτάκτων υπαλλήλων. 'Οσον αφορά τη φερόμενη παράβαση του άρθρου 29, παράγραφος 1, θεωρώ ότι, εφόσον πρόκειται για προσωρινό μέτρο, η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία κατά την πρόσληψη προσωπικού για την προσωρινή κάλυψη μονίμου θέσεως, μολονότι, όπως είπα ήδη πιο πάνω, δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να ανατρέξει η πρόσληψη και το γεγονός ότι η αναδρομή έγινε για τόσο μακρά περίοδο φαίνεται να υπερβαίνει τα άκρα όρια της διακριτικής αυτής εξουσίας. 'Οσον αφορά τα πρόσοντα του Math, πρέπει να ερευνηθούν, στα πλαίσια της παρούσης προσφυγής, κατά την ημερομηνία της φερομένης προσλήψεως, δηλαδή κατά την 28η Σεπτεμβρίου 1983. Προσπαθώντας η Επιτροπή να προβεί στην αναδρομική πρόσληψη, δημιούργησε αυτή η ίδια τη δυσχέρεια η οποία συνίσταται στο γεγονός ότι κατά την ημερομηνία αυτή έπρεπε να εκτιμήσει τα προσόντα. Παρακαλώ και πάλι το Δικαστήριο να ανατρέξει στις προαναφερθείσες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 128/84, όσον αφορά την πείρα, τα προσόντα και τις γλωσσικές γνώσεις του Math. Αν παραδείγματος χάρη η γνώση δεύτερης γλώσσας από τον Math δεν ήταν ικανοποιητική κατά την ημερομηνία της φερομένης προσλήψεως, τότε υφίσταται παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο ε), του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού και η απόφαση θα έπρεπε να ακυρωθεί. Παρά όμως την αβεβαιότητα όσον αφορά τα προσόντα, δεν είμαι της γνώμης, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από τη μία και από την άλλη πλευρά, ότι πρέπει να ακυρωθεί η απόφαση για το λόγο αυτό, παρόλον ότι θα πρέπει να ακυρωθεί εν πάση περιπτώσει όσον αφορά την περίοδο πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1985 για τους λόγους που εξέθεσα πιο πάνω.
12. Στην υπόθεση 341/85 καταλήγω επομένως προτείνοντας στο Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 16ης Οκτωβρίου 1985 περί προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου των Κοινοτήτων από της 28ης Σεπτεμβρίου 1983, όσον αφορά την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ αυτής της ημερομηνίας και της 7ης Οκτωβρίου 1985. Θα εξετάσω πιο κάτω το ζήτημα της αποζημιώσεως και των δικαστικών εξόδων.
Υπόθεση 251/86
13. Στην υπόθεση 251/86 ο προσφεύγων αμφισβητεί τη νομιμότητα των μέτρων που έλαβε η Επιτροπή, τα οποία συνίστανται στη διατήρηση του Math στη θέση του πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1985 (ημερομηνία της αποφάσεως του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση 128/84) και στην "ανανέωση" της συμβάσεώς του ως εκτάκτου υπαλλήλου στις 18 Δεκεμβρίου 1985 για νέα περίοδο έξι μηνών λήγουσα στις 30 Ιουνίου 1986. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, αναδημιουργώντας στην πραγματικότητα αυτό που το Δικαστήριο κήρυξε παράνομο στην υπόθεση 128/84. Δεν δέχομαι αυτό το λόγο ακυρώσεως. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο Math διορίστηκε υπάλληλος κατά τρόπο πλημμελή. Η Επιτροπή, μετά την απόφαση αυτή, έπρεπε να σεβαστεί το περιεχόμενο της αποφάσεως και να προσπαθήσει, μέσα στα όρια που ορίζονται από την απόφαση, να διασφαλίσει τη συνέχεια της υπηρεσίας της. Για τη διασφάλιση αυτής της συνέχειας η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία. Παρόλον ότι δεν είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι η Επιτροπή ερεύνησε (όπως θα έπρεπε να πράξει) όλες τις δυνατότητες που είχε στη διάθεσή της, όπως την αναπλήρωση ή την προσωρινή ανάθεση καθηκόντων, αναμένοντας τη διοργάνωση γενικού διαγωνισμού, η πρόσληψη του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου - για σύντομο περίοδο - δεν ήταν πάντως ανώμαλη, δεδομένου ότι κατείχε de facto τη θέση κατά τα δύο προηγούμενα έτη. Καταλήγω έτσι ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να διατηρήσει τον Math στη θέση του για τη μικρή περίοδο κατά την οποία επιδίωξε την πλήρωση της επιδίκου θέσεως μέσω μακροχρόνιου διορισμού.
14. 'Οσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτής της υποθέσεως, δηλαδή την παράταση της συμβάσεως με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1985, θεωρώ ότι η παράταση αυτή ήταν παράνομη. Ο Math προσλήφθηκε στο πλαίσιο του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού το οποίο διέπει την πρόσληψη των εκτάκτων υπαλλήλων προσελήφθη δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο β), του καθεστώτος αυτού, δηλαδή για να καταλάβει προσωρινά θέση που υφίσταται μονίμως. Το άρθρο 8, του καθεστώτος αυτού ορίζει ότι η πρόσληψη εκτάκτου υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο β), δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη και δεν μπορεί να ανανεωθεί παρά μόνο μία φορά για μόνο ένα έτος. Με την αρχική πρόσληψη η Επιτροπή παρέτεινε για περίοδο λίγο άνω των τριών μηνών την περίοδο προσλήψεως των δύο ετών. Απλή ανάγνωση του άρθρου 8 δείχνει ότι δεν μπορούσε να την παρατείνει εκ νέου. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή του άρθρου 8 είναι υπερβολικά συσταλτική και ότι η κατάσταση πρέπει να θεωρηθεί στο σύνολό της, διότι ο σκοπός του άρθρου 8 συνίσταται απλώς στη διασφάλιση ότι οι έκτακτοι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 2, στοιχείο β), δεν θα κληθούν να καταλάβουν θέση πέρα των τριών ετών συνολικά. Παρόλον ότι ευνοώ τέτοια ευρεία προσέγγιση, δεν επιτρέπεται όμως να παραβιασθεί το σαφές και ρητό γράμμα του άρθρου 8. Επιπλέον, η Επιτροπή δημιούργησε η ίδια επί του σημείου αυτού δυσχέρειες. 'Οταν αποφάσισε, κατά τρόπο τελείως ανώφελο, να ανατρέξει η πρόσληψη του Math δύο και πλέον έτη, βρέθηκε αντιμέτωπη στο όριο των δύο ετών που προβλέπει το άρθρο 8, πράγμα που την οδήγησε να παρατείνει την πρόσληψη πέρα των δύο ετών με την ίδια αυτή απόφαση, μέτρο καθαυτό αμφίβολο όσον αφορά τη νομιμότητά του. Προβαίνοντας σ' αυτή την παράταση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985 μόνο, άφησε τον εαυτό της σε πολύ στενό περιθώριο χειρισμών. Δεν ήταν δυνατή νέα παράταση. Κατά συνέπεια καταλήγω ότι η απόφαση της Επιτροπής περί παρατάσεως της συμβάσεως μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986 πρέπει να ακυρωθεί.
Υπόθεση 266/86
15. Προσεγγίζω ήδη την υπόθεση 266/86, το αντικείμενο της οποίας είναι χρονολογικά το επόμενο. Μολονότι η υπόθεση δεν είναι επόμενη από άποψη αριθμητική. Ο προσφεύγων ζητεί, πρώτον την ακύρωση της προκηρύξεως του διαγωνισμού CΟΜ/Α/477 και δεύτερον την ακύρωση της σιωπηρής απόφασης απορρίψεως της αιτήσεώς του με την οποία ζητούσε να ληφθεί απόφαση επί της πρώτης υποψηφιότητάς του. Θα εξετάσω πρώτα το δεύτερο αυτό σημείο. Ο προσφεύγων εκθέτει ότι, αφού η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του του 1983 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 128/84, η υποψηφιότητα αυτή ήταν ακόμη εκκρεμής και έπρεπε να εξεταστεί σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 1, πριν διοργανωθεί γενικός διαγωνισμός. Υποστηρίζει ότι αν δεν εξετάστηκε η υποψηφιότητά του, η Επιτροπή παρέβη την απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της εν λόγω υποθέσεως και ότι αν, αντιθέτως, εξετάστηκε η υποψηφιότητά του, υφίσταται παράβαση του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεδομένου ότι δεν ειδοποιήθηκε εγγράφως, εντός ευλόγου προθεσμίας, για την τύχη της αιτήσεώς του και για την αιτιολογία της ληφθείσας απόφασης. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ακολούθησε τις κατάλληλες διαδικασίες, όπως προκύπτει από το απόσπασμα των πρακτικών της συσκέψεως της Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 1985. Τα πρακτικά αυτά αποδεικνύουν - υπό εξαιρετικά συνοπτική μορφή - ότι η Επιτροπή ακολούθησε ορθώς τα προβλεπόμενα από το άρθρο 29, παράγραφος 1, στάδια. Καταρχάς έκρινε ότι δεν μπορούσε να πληρώσει τη θέση δυνάμει του στοιχείου α) (προαγωγή ή εσωτερική μετάθεση) δεύτερον, αποφάσισε να μη διοργανώσει εσωτερικό διαγωνισμό δυνάμει του στοιχείου β) έτσι αποφάσισε να διοργανώσει γενικό διαγωνισμό.
16. Θεωρώ, λαμβανομένων υπόψη των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν από τους δύο διαδίκους στο Δικαστήριο, ότι η Επιτροπή τήρησε τις κατάλληλες διαδικασίες. Είναι βέβαια πολύ δύσκολο να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος, σύμφωνα με τους οποίους στο έγγραφο που του απηύθυνε η Επιτροπή στις 25 Ιουλίου 1986 δηλώνει ότι στη σύσκεψη της 18ης Δεκεμβρίου 1985 εξέτασε τις υποψηφιότητες (στον πληθυντικό) που υποβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α) - περιλαμβανομένης και της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος - αφού στην πραγματικότητα, ελλείψει νέας ανακοινώσεως κενής θέσεως, υφίστατο μία μόνον υποψηφιότητα, η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος. Εντούτοις, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να υπερνικήσει, από άποψη αποδείξεως, τη βεβαίωση των πρακτικών της Επιτροπής.
17. Δεν ανευρίσκω όμως αποχρώντα λόγο που να εξηγεί, ακόμα και όταν το ζήτησε ειδικά ο προσφεύγων, γιατί δεν εξέδωσε η Επιτροπή απόφαση επί της ανανεωθείσας υποψηφιότητάς του, αιτιολογώντας την απόρριψή της. Μόνον όταν έλαβε την απόρριψη της διοικητικής του ενστάσεως, στις 25 Ιουλίου 1986, πληροφορήθηκε επιτέλους ο προσφεύγων τον αποκλεισμό του. Στην υπόθεση 225/82 Verzyck κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1991), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι κάθε απόρριψη υποψηφιότητας πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους της απορρίψεως αυτής, ότι όμως οι λόγοι αυτοί μπορούν να διατυπώνονται συνοπτικά, εκτός αν ο υποψήφιος ζητεί ειδικά να πληροφορηθεί τους λόγους. Με την αίτησή του της 21ης Οκτωβρίου 1985 (παράρτημα VΙΙΙ του δικογράφου), ο προσφεύγων ζήτησε ειδικά να εκδοθεί απόφαση επί της ανανεωθείσας υποψηφιότητάς του, αλλά δεν έλαβε ούτε απόφαση ούτε τους λόγους της απορρίψεώς της. Από τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64, 71 έως 73 και 78/86, Sergio και λοιποί κατά Επιτροπής (απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988), προκύπτει ότι η υποχρέωση διατυπώσεως αιτιολογίας έχει ως κύριο σκοπό να επιτρέψει στον προσφεύγοντα να μάθει γιατί ελήφθη μια ειδική απόφαση και να επιτρέψει τον κατάλληλο δικαστικό έλεγχο, ότι όμως όταν αποδεικνύεται στο Δικαστήριο ότι όλες οι διαδικασίες εξελίχθηκαν ορθώς και ότι όλα τα στοιχεία που έπρεπε να ληφθούν υπόψη ελήφθηκαν πράγματι υπόψη, τότε η έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως δεν οδηγεί αυτομάτως στην ακύρωσή της. Ανέφερα πιο πάνω ότι είχα ενδοιασμούς ως προς τις διαδικασίες που ακολούθησε η Επιτροπή και δεν έχω πεισθεί, ενόψει των αποδεικτικών στοιχείων που μου προσκομίστηκαν, ότι όλα όσα έπρεπε να γίνουν έγιναν πράγματι. Η έλλειψη αιτιολογίας με οδηγεί κατόπιν αυτού να καταλήξω ότι η σιωπηρή απόφαση της απορρίψεως της ανανεωθείσας υποψηφιότητας του προσφεύγοντος είναι παράνομη, αλλά ότι, υπό το φως της θέσεως την οποία έχω λάβει σε σχέση με τα λοιπά αιτήματα του προσφεύγοντος, θεωρώ ανώφελο να ακυρωθεί ρητά η απόφαση αυτή.
18. Ο προσφεύγων υποστηρίζει επίσης ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού CΟΜ/Α/477 πρέπει να ακυρωθεί λόγω του ότι τα προσόντα που απαιτούνται από την προκήρυξη αυτή για την εν λόγω θέση διαφέρουν από τα προσόντα που απαιτούνται από την αρχική ανακοίνωση κενής θέσεως.
19. Το σημείο της ανακοινώσεως κενής θέσεως που μας ενδιαφέρει ήδη απαιτούσε, μεταξύ άλλων:
"...
2) ευρεία γνώση του πυρηνικού κύκλου και της διαχειρίσεως των πυρηνικών υλικών,
...
3) γνώσεις στον τομέα του ελέγχου διασφαλίσεων,
...
5) ευρεία πείρα σχετική με τα καθήκοντα".
Το σημείο της προκηρύξεως του διαγωνισμού που ήδη μας ενδιαφέρει απαιτούσε από τους υποψηφίους να κατέχουν
"μεταπτυχιακή επαγγελματική πείρα διαρκείας τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, από τα οποία πολλά έτη τουλάχιστον θα πρέπει να είχαν σχέση με τη φύση των καθηκόντων ... Πρέπει επίσης να αποδεικνύουν ευρεία γνώση του πυρηνικού κύκλου και της διαχειρίσεως των πυρηνικών υλικών, γνώσεις στον τομέα του ελέγχου διασφαλίσεων ...".
20. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού είναι λιγότερο αυστηρή όσον αφορά το βαθμό των απαιτουμένων γνώσεων και υπογραμμίζει ότι ένα από τα κύρια σημεία της συζητήσεως που έγινε στην υπόθεση 128/84 αφορούσε το ζήτημα αν ο Math κατείχε τα προσόντα και την αναγκαία επαγγελματική πείρα για τη θέση. Κατά συνέπεια, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, οι τροποποιήσεις έγιναν σκοπίμως για να αποφευχθεί μελλοντική αμφισβήτηση επί του σημείου αυτού.
21. Ο προσφεύγων υποστηρίζει επίσης ότι οι τροποποιήσεις έγιναν διότι ο Math δεν κατείχε δεκαπέντε έτη επαγγελματικής πείρας στον ειδικό τομέα του πυρηνικού κύκλου και της διαχειρίσεως των πυρηνικών υλικών, ότι μόλις την 1η Μαρτίου 1977 του παραχωρήθηκε, στη γαλλική επιτροπεία ατομικής ενεργείας, θέση στον τομέα της ασφαλείας και ότι μέχρι τότε κατείχε διοικητικές θέσεις. Ο Math υποστηρίζει, στο πλαίσιο της παρεμβάσεώς του, ότι κατείχε καλώς όλη την αναγκαία επαγγελματική πείρα. Αυτό όμως που είναι σημαντικό για μένα είναι ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν στην προκήρυξη, τις οποίες θα αναλύσω ευθύς αμέσως, είχαν χωρίς καμιά αμφιβολία ως αποτέλεσμα να προσαρμοστεί η επαγγελματική πείρα του Math με τις απαιτήσεις του διαγωνισμού.
20. Υπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές στη διατύπωση της ανακοινώσεως κενής θέσεως και της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε στην ανακοίνωση κενής θέσεως "Ευρεία πείρα σχετική με τα καθήκοντα", προϋποθέτει ειδική γνώση των επιμάχων ειδικών καθηκόντων. Η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε στην προκήρυξη του διαγωνισμού "... επαγγελματική πείρα ... από την οποία περισσότερα τουλάχιστον έτη πρέπει να είχαν σχέση με τη φύση των καθηκόντων" είναι λιγότερο απαιτητική κατά το μέτρο που δεν ζητεί "ευρεία γνώση" όλων των επιμάχων ειδικών καθηκόντων. Σημειώνω το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε ευρεία γνώση πυρηνικού κύκλου και γνώσεις στον τομέα του ελέγχου διασφαλίσεων (όπως και η ανακοίνωση κενής θέσεως), αλλά οι γνώσεις αυτές, μολονότι ουσιώδεις για την επίδικη θέση, δεν αποτελούσαν τις μόνες γνώσεις και τη μόνη επαγγελματική πείρα που απαιτούνταν.
23. Η δεύτερη διαφορά αφορά τον τρόπο με τον οποίο κτήθηκαν οι απαιτούμενες γνώσεις ή η επαγγελματική πείρα. Η ανακοίνωση κενής θέσεως απαιτούσε, στα γαλλικά, une "experience approfondie appropriee a la fonction", ενώ η προκήρυξη του διαγωνισμού απαιτούσε, στα γαλλικά, "plusieurs annees au moins ... en rapport avec la nature des fonctions". Η διαφορά μεταξύ "appropriee" και "en rapport avec" ίσως να μην είναι σημαντική, αλλά η πρώτη διατύπωση προϋποθέτει υψηλότερο βαθμό εξειδικεύσεως. Στη γαλλική μετάφραση ο ίδιος ο όρος relevant χρησιμοποιήθηκε σε δύο σημεία, αλλά φρονώ ότι το αγγλικό κείμενο πρέπει να αναγνωσθεί υπό το φως του γαλλικού κειμένου.
24. Στην υπόθεση 188/83, Grassi κατά Συμβουλίου (ECR 1974, σ. 1099), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι αν ανακαλύψει η ΑΔΑ ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις από την ανακοίνωση κενής θέσεως ήταν πιο αυστηρές απ' ό,τι απαιτούσαν οι ανάγκες της υπηρεσίας, δικαιούται να επαναλάβει τη διαδικασία αποσύροντας την αρχική ανακοίνωση κενής θέσεως και αντικαθιστώντας την με διορθωμένη ανακοίνωση. Από αυτό προκύπτει ότι η ΑΔΑ δεν δικαιούται να απαλύνει τις προϋποθέσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσλήψεως. Η δημοσίευση της προκηρύξεως του διαγωνισμού αποτελεί στάδιο της διαδικασίας που αρχίζει με την ανακοίνωση κενής θέσεως.
25. Η Επιτροπή προέβαλε με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι οι τροποποιήσεις ήταν καθαρά συντακτικής φύσεως και είχαν ως μοναδικό σκοπό να καταστήσουν την προκήρυξη του διαγωνισμού πιο αντιληπτή για τους εξωτερικούς υποψηφίους τους οποίους ήθελε να προσελκύσει. Εξέθεσα ήδη ότι θεωρώ τις τροποποιήσεις ότι δεν είναι μόνο συντακτικής φύσεως. Αλλά ακόμη κι αν ήταν, θεωρώ ότι οι επελθούσες τροποποιήσεις δεν μπορούν να καταστήσουν την προκήρυξη πιο εύληπτη για έναν επαγγελματία του πυρηνικού τομέα, πανεπιστημιακών σπουδών και με πείρα τουλάχιστον δεκαπέντε ετών.
26. Περαιτέρω, κατά το διάστημα της προφορικής διαδικασίας, ο νομικός σύμβουλος της Επιτροπή δήλωσε, εις απάντηση σχετικής ερωτήσεως, ότι η διατύπωση τροποποιήθηκε διότι η Επιτροπή επιθυμούσε να διευρύνει την επιλογή των υποψηφίων και ότι για το λόγο αυτό απάλυνε τις απαιτήσεις. 'Οπως εξέθεσα μόλις προ ολίγου αν πρέπει να απαλύνουν οι απαιτήσεις, πρέπει να επαναληφθεί η διαδικασία και να δημοσιευθεί νέα ανακοίνωση κενής θέσεως. Αυτό όμως δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση και καταλήγω κατά συνέπεια στο ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να ακυρωθεί.
27. Αν είναι τούτο ορθό, πρέπει και όλα τα μεταγενέστερα στάδια, μέχρι του διορισμού του Math συμπεριλαμβανομένου, να θεωρηθούν ανενεργά. Θα πρέπει όμως να ερευνήσω επίσης το ζήτημα αν υφίστανται μεταγενέστερα στάδια που είναι καθαυτά παράνομα, δεδομένου ότι, όπως μνημόνευσα πιο πάνω, πρόκειται για υπόθεση στην οποία έχει σημασία η συνολική θεώρηση της καταστάσεως.
Υποθέσεις 258/86 και 259/86
28. Εισέρχομαι ήδη στην έρευνα της υποθεσεως 258/86, που αφορά τον van der Stijl και της υποθέσεως 259/86, που αφορά τον Cullington. Ο Cullington ήταν ο προϊστάμενος του δευτέρου από τα δύο κλιμάκια που αποτελούν το τμήμα. Και οι δύο προσφεύγοντες στρέφονται κατά των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού που επέτρεψαν στον Math να μετάσχει στο διαγωνισμό, να υποστεί κατόπιν τις δοκιμασίες, και που τον ενέγραψαν στον πίνακα επιτυχόντων. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής του Cullington, υποστηρίζοντας ότι, εφόσον ο Cullington εγγράφηκε επίσης στον πίνακα αυτό, δεν υπέστη καμία βλάβη. Ο Cullington υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις αυτές ασφαλώς τον έβλαψαν κατά το μέτρο που η εξεταστική επιτροπή διέθετε λόγω του γεγονότος αυτού τη δυνατότητα διευρυμένης επιλογής.
29. Πολλές πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου έκριναν προσφυγές στρεφόμενες κατά αποφάσεων εξεταστικών επιτροπών (βλέπε, π.χ., την υπόθεση 143/84, Βλάχου κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 459 υπόθεση 293/84, Sorani και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 967 υπόθεση 294/84, Adams και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 977 υπόθεση 255/85, Pressler-Hoeft κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 2459 υπόθεση 321/85, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3199 και συνεκδικασθείσες υποθέσεις 322 και 323/85, Hoyer και Neumann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3215). Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι, αν και οι αποφάσεις της εξεταστικής επιτροπής είναι υπό ορισμένη έννοια προπαρασκευαστικές πράξεις, είναι εξίσου αληθές ότι ένα πρόσωπο μπορεί να προσβάλει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής η οποία τον απέκλεισε από την περαιτέρω συμμετοχή του στο διαγωνισμό. Οι αρχές που διέπουν τις αποφάσεις αυτές φαίνεται να είναι οι ακόλουθες. 'Οταν ένας υποψήφιος μιας θέσεως υποστηρίζει ότι ένας άλλος υποψήφιος έγινε κακώς δεκτός να συμμετάσχει σ' έναν διαγωνισμό ή ότι κακώς εγγράφηκε στον πίνακα επιτυχόντων, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να προσβάλει την απόφαση αυτή αν δεν αποκλείστηκε αυτός ο ίδιος. Στο στάδιο αυτό δεν υφίσταται πράξη η οποία "θίγει τα συμφέροντά του", κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αφού μπορεί αυτός ο ίδιος να διοριστεί στη συνέχεια στην εν λόγω θέση. Αν δεν διοριστεί, τότε μπορεί σ' αυτό το στάδιο να προσβάλει το διορισμό και ένας από τους λόγους ακυρώσεως μπορεί τότε να έγκειται στο γεγονός ότι το πρόσωπο που διορίστηκε δεν έπρεπε να γίνει δεκτό στο διαγωνισμό διότι δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα ή διότι δεν έπρεπε να εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων. Αντιθέτως, όταν ένας υποψήφιος αποκλείεται να μετάσχει σ' ένα διαγωνισμό, τούτο αποτελεί όσον αφορά αυτόν το τέλος της διαδικασίας και επομένως δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως που τον απέκλεισε. Κατά συνέπεια, η ένσταση της Επιτροπής που αφορά το παραδεκτό της προσφυγής του Cullington είναι βάσιμο. Μολονότι η Επιτροπή δεν προέβαλε την ένσταση αυτή έναντι του van der Stijl, φρονώ ότι και η προσφυγή του van der Stijl μπορεί επίσης να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το μέτρο που προσβάλλει στην προκειμένη περίπτωση όχι την απόφαση που τον απέκλεισε - απόφαση την οποία προσβάλλει στην υπόθεση 262/86 - αλλά την απόφαση που επέτρεψε στον Math να μετάσχει στο διαγωνισμό. Γι' αυτό το μοναδικό λόγο τα επιχειρήματα που αφορούν τα προσόντα του Math δεν μπορούν να ερευνηθούν στις υποθέσεις αυτές εντούτοις, θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο των επομένων υποθέσεων, με τις οποίες προσβάλλεται ο διορισμός του Math στην εν λόγω θέση και προτίθεμαι να τα πραγματευθώ εκεί.
Υπόθεση 262/85
30. Στην υπόθεση 262/86 ο van der Stijl προσβάλλει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής που δεν τον ενέγραψε στον πίνακα επιτυχόντων. Το κύριο επιχείρημά του συνίσταται στο ότι η αιτιολογία του αποκλεισμού του ήταν ανεπαρκής και ότι στην πραγματικότητα ο μοναδικός λόγος που ελήφθη υπόψη ήταν ότι δεν ανταποκρινόταν στα "ειδικά προσόντα της θέσεως". Είναι αξιοσημείωτο ότι ο van der Stijl έλαβε 9 βαθμούς επί 20 του έλλειψε δηλαδή ένας βαθμός για να επιτύχει το βαθμό που θα του επέτρεπε να εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων. Προσθέτω ότι ο Cullington έλαβε δώδεκα βαθμούς, δηλαδή όσους και ο Math, ενώ ένας άλλος υποψήφιος έλαβε δέκα βαθμούς. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αιτιολογία του αποκλεισμού του van der Stijl ήταν επαρκής και ότι το κριτήριο των "πολύ ειδικών προσόντων" περιείχετο σιωπηρά στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η οποία απαιτούσε εξειδίκευση σε ορισμένους τομείς, έστω και αν δεν αναφερόταν κατά τρόπο ειδικό στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Πρέπει να πω ότι τα πρακτικά της συσκέψεως της εξεταστικής επιτροπής κάθε άλλο παρά πληροφορούν για το τι συνέβη και ναι μεν σε ορισμένες περιστάσεις μπορεί να αρκεί συνοπτική αιτιολογία μιας αποτυχίας (βλέπε υπόθεση 225/82, Verzyck κατά Επιτροπής, που αναφέρθηκε πιο πάνω), πιστεύω όμως ότι ο van der Stijl δικαιολογημένα ζητεί πληρέστερες εξηγήσεις (βλέπε υπόθεση 316/82, Kohler κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 641). Το ζήτημα αυτό έχει αναπτυχθεί πληρέστερα στις προτάσεις μου που ανέπτυξα στις 20 Ιανουαρίου 1989 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 100, 146 και 153/87, Basch και λοιποί κατά Επιτροπής, και για να αποφύγω τις επαναλήψεις παρακαλώ το Δικαστήριο να ανατρέξει σ' αυτή την ανάπτυξη (σημεία 6 έως 11). Η Επιτροπή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να απαντήσει εγκύρως ότι, αφού ο προσφεύγων ήταν ακόμη τότε υπάλληλος της Επιτροπής, μια πιο αναλυτική αιτιολογία θα μπορούσε να βλάψει τη μελλοντική του σταδιοδρομία. Το ίδιο επιχείρημα μπορεί εξίσου καλά να προβληθεί και υπό αντίθετο έννοια: μια πιο πλήρης εξήγηση θα μπορούσε να βοηθήσει τη μελλοντική του σταδιοδρομία κατά το μέτρο που θα γνώριζε ακριβώς τα πεδία στα οποία οι γνώσεις του ή η επαγγελματική του πείρα ή και τα δύο συγχρόνως θεωρούνταν ανεπαρκή, πράγμα που θα του έδινε την ευχέρεια να βελτιώσει τις γνώσεις του στα πεδία αυτά. Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτό στην περίπτωση που ένας υποψήφιος ζητεί ειδικά να πληροφορηθεί τους λόγους ο υποψήφιος πρέπει στην περίπτωση αυτή να θεωρηθεί ότι έχει αναλάβει κάθε κίνδυνο που μπορεί να προκύψει από αυτό για τη σταδιοδρομία του. Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι η απόφαση περί μη εγγραφής του προσφεύγοντος στον πίνακα επιτυχόντων πρέπει να ακυρωθεί για ανεπαρκή αιτιολογία.
Υποθέσεις 222 και 232/87
31. 'Ηδη εισέρχομαι στην έρευνα των δύο κεντρικών υποθέσεων, 222 και 232/87, στις οποίες ο Cullington και ο van der Stijl προσβάλλουν, καθένας από την πλευρά του, το διορισμό του Math στην επίδικη θέση.
32. Καταρχάς θα ασχοληθώ με τους λόγους που προβάλλουν οι προσφεύγοντες στις προηγούμενες υποθέσεις, τους οποίους επαναφέρουν και εδώ. Υποστηρίζουν πρώτον ότι η εξεταστική επιτροπή δεν έπρεπε να λάβει υπόψη της την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο Math όταν κατείχε την επίδικη θέση, αφού δεν έπρεπε να την κατέχει. Από αυστηρά νομική άποψη, η σκέψη αυτή είναι λογική. Δεν είναι όμως πρακτική πρόταση , ούτε είναι πρόταση επί της οποίας μπορούν, κατά την άποψή μου, να στηριχτούν η εξεταστική επιτροπή ή η ΑΔΑ στο πλαίσιο του έργου τους το οποίο συνίσταται στον καθορισμό του προσώπου που είναι το περισσότερο κατάλληλο για την επίδικη θέση. Αποτελεί αναντίρρητο γεγονός ότι ο Math κατείχε την εν λόγω θέση - είτε βάσει κανονικού διορισμού είτε μη - και φρονώ ότι η εξεταστική επιτροπή δικαιούνταν να λάβει υπόψη της την επαγγελματική πείρα που απέκτησε κατ' αυτό το+ν τρόπο. Κατόπιν αυτού δεν υπάρχει λόγος να αναζητηθεί αν ο Math κατείχε ή όχι το 1983 την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα.
33. Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν επίσης ότι ο Math είχε εκ πρώτης όψεως υπερβεί το όριο ηλικίας που προέβλεπε η προκήρυξη του διαγωνισμού. Ο Math γεννήθηκε στις 30 Νοεμβρίου 1935 και στο διαγωνισμό μπορούσαν να μετάσχουν μόνον οι υποψήφιοι που γεννήθηκαν μετά τις 22 Μαρτίου 1936. 'Οπως συνήθως, προβλέπονταν ορισμένες εξαιρέσεις μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και μια εξαίρεση αυτού του ορίου ηλικίας για τους υποψήφιους που συμπλήρωσαν ένα έτος υπηρεσίας στις Κοινότητες, καθώς και αύξηση του ορίου ηλικίας για την υποχρεωτική στρατιωτική υπηρεσία.
34. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε να θεωρήσει τον Math ότι δεν εξαιρούνταν λόγω ορίου ηλικίας παρά μόνο λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο που συμπλήρωσε με την ιδιότητα του εκτάκτου υπαλλήλου. Υποστηρίζουν ότι, αφού η πρόσληψη αυτή ήταν καθαυτή πλημμελής, δεν μπορούσε να τον απαλλάξει από το όριο ηλικίας. Η Επιτροπή απαντά ότι δεν είναι έργο της να διευκρινίσει τους λόγους για τους οποίους η εξεταστική επιτροπή θεώρησε ότι ο Math βρισκόταν κάτω του ορίου ηλικίας, προσθέτοντας πάντως ότι εν πάση περιπτώσει, ο Math συμπλήρωσε 18 μήνες στρατιωτικής υπηρεσίας στη Γαλλία και ότι αυτό αρκούσε για να είναι εντάξει με το όριο ηλικίας. Οι προσφεύγοντες απαντούν ότι, μολονότι ζητήθηκε ρητά, κανένα σχετικό πιστοποιητικό δεν φαίνεται να προσκομίστηκε ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής και ότι κατά συνέπεια η επιτροπή αυτή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη της εγκύρως τη στρατιωτική υπηρεσία.
35. Είναι απολύτως δυνατό η εξεταστική επιτροπή να δέχθηκε τη συμμετοχή του Math στο διαγωνισμό για αμφίβολους λόγους, δηλαδή βάσει της προηγούμενης υπηρεσίας του στην Επιτροπή αν συνέβη πράγματι αυτό, το στοιχείο αυτό μπορεί, θεωρούμενο μεμονωμένα να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής πρέπει να ακυρωθεί. Εντούτοις, παραμένει γεγονός ότι ο Math συμπλήρωσε 18 μήνες στρατιωτικής υπηρεσίας και ότι αυτό τον τακτοποιεί από άποψη ορίου ηλικίας κατά το μέτρο που το αντίστοιχο πιστοποιητικό προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η παρατυπία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκαταστάθηκε κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας. Καταλήγω συνεπώς ότι το γεγονός ότι η εξεταστική επιτροπή δέχθηκε την υποψηφιότητα του Math και τον ενέγραψε στον πίνακα επιτυχόντων δεν είναι παράνομη, έτσι ώστε να μην μπορούν να γίνουν δεκτές οι προσφυγές για το λόγο αυτό. Εντούτοις παραμένει το ερώτημα αν ο διορισμός πρέπει να ακυρωθεί για λόγους που συνδέονται περισσότερο με την ουσία.
36. Ανακεφαλαιώνω τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει στις υποθέσεις αυτές μέχρι τώρα. Κατέληξα στο ότι η απόφαση της Επιτροπής περί αναδρομής της προσλήψεως του Math ωε εκτάκτου υπαλλήλου σε ημερομηνία πριν από τις 7 Οκτωβρίου 1985 ήταν παράνομη, όπως επίσης παράνομη ήταν και η φερομένη παράταση της συμβάσεως πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 1985. Κατέληξα ότι πρέπει να ακυρωθεί η προκήρυξη του διαγωνισμού. Μολονότι δε κατεληξα ότι η εγγραφή από την εξεταστική επιτροπή του Math στον πίνακα επιτυχόντων δεν ήταν παράνομη, δέχτηκα ότι η απόφασή της περί μη εγγραφής του van der Stijl στον πίνακα αυτό πρέπει να ακυρωθεί για ανεπαρκή αιτιολογία.
37. 'Οπως έχω ήδη υπογραμμίσει, εφόσον πρέπει να ακυρωθεί η προκήρυξη του διαγωνισμού συνάγεται ότι όλα τα μεταγενέστερα στάδια του διαγωνισμού, συμπεριλαμβανομένου και του διορισμού του Math, που αποτελεί την τελική πράξη, είναι ανίσχυρα. Ασφαλώς, οι λόγοι αυρώσεως που ανέπτυξαν οι προσφεύγοντες στις δύο αυτές υποθέσεις (πλην του λόγου ακυρώσεως που προέβαλε ο Cullington για την καθυστερημένη δημοσίευση του αποτελέσματος του κανονισμού) εδράζονται σχεδόν αποκλειστικά στις αιτιάσεις σχετικά με τα στάδια που ακολούθησε η Επιτροπή και τα οποία αποτελούν αντικείμενα των λοιπών υποθέσεων. Εδώ πάντως θα πρέπει κάθε στάδιο να τοποθετηθεί στην αλληλουχία του κατά το μέτρο που θα μπορούσε αλλιώς να νομισθεί ότι καθεμιά από τις διαπιστωθείσες μέχρι τώρα πλημμέλειες δεν είναι καθαυτή αρκετά σοβαρή για να δικαιολογήσει την ακύρωση του διορισμού.
38. Αν ανατρέξει κανείς στην περίληψη του ιστορικού την οποία έκανα και αν ληφθούν επίσης υπόψη όλα τα προηγηθέντα αυτής της υποθέσεως όπως εκτίθενται στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 128/84, θα εκπλαγεί από το γεγονός ότι ο Math κατείχε και κατέχει ακόμα θέση στην οποία διορίστηκε παρανόμως όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο ότι ο δρόμος που κατέληξε σ' αυτό το αποτέλεσμα φαίνεται κατά κάποιο τρόπο ότι ήταν προδιαγεγραμμένος ότι ο δρόμος αυτός σημαδεύτηκε με πολλά παράνομα στάδια περιλαμβανομένου ιδίως του αναδρομικού διορισμού του Math μετά την προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, την παράταση της συμβάσεώς του κατά παράβαση του σαφούς και ρητού γράμματος της νομοθεσίας και τη διατύπωση στην προκήρυξη του διαγωνισμού προϋποθέσεων προσαρμοσμένων προδήλως στην κατάσταση του Math και ότι όλα αυτά τα στάδια διαδέχθηκαν το ένα το άλλο σε μια περίπτωση που υπήρχαν αναμφισβήτητα εσωτερικοί υποψήφιοι που κατείχαν αρκετά προσόντα για την επίδικη θέση. Μολονότι είναι αστήρικτες σε πολλά σημεία, οι προσφυγές είναι βάσιμες σε ορισμένα αποφασιστικά, κατά τη γνώμη μου, σημεία. Αν εκτιμηθούν συνολικά όλα αυτά τα σημεία, οδηγούμαι αναποδράστως στο συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ, ανεξαρτήτως των λόγων που την κατηύθυναν, στην απόφαση να διορίσει τον Math κι ότι προσπάθησε να διοργανώσει τη διαδικασία προς το σκοπό αυτό. Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για πρόδηλη καταστρατήγηση της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η απόφαση διορισμού του Math στην επίδικη θέση πρέπει να ακυρωθεί. Προσθέτω, για να μη νομισθεί ότι κάποια από τις παρατηρήσεις μου αποτελεί επίκριση του ίδιου του Math, ότι θεωρώ τις ατυχείς αυτές περιστάσεις ότι δεν αντανακλούν σ' αυτόν προσωπικά. 'Οπως ειπώθηκε εξ ονόματός του κατά την προφορική διαδικασία, ο ίδιος δεν παρενέβη ενεργώς στην Επιτροπή για να υπερασπίσει την υπόθεσή του και η ευθύνη του αποτελέσματος πρέπει να βαρύνει την Επιτροπή.
Αποζημίωση
39. Στην υπόθεση 341/85 ο van der Stijl αξιώνει αποζημίωση 2 000 Ecu για τη βλάβη την οποία υπέστη. Αξιώνει επίσης αποζημίωση στις υποθέσεις 251 και 266/86 και 232/87. Υποστηρίζει σχετικά ότι μόνο η ακύρωση των διαφόρων αποφάσεων δεν αρκεί, όπως κρίθηκε και στην υπόθεση 128/84, για να αποκατασταθεί η προσβολή της υπολήψεώς του ή η ηθική του βλάβη. Ο van der Stijl είναι ήδη πάντως συνταξιούχος. Το απλό γεγονός ότι κίνησε αυτές τις δίκες μετά τη συνταξιοδότησή του (πράγμα που έχει απόλυτο δικαίωμα να πράξει) προκαλεί τη σκέψη ότι η μοναδική του μέριμνα είναι να ακυρωθεί ο διορισμός του Math. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ή σκόπιμο να χορηγηθεί επιπλέον στον προσφεύγοντα χρηματικό ποσό, οποιουδήποτε ύψους. Η ακύρωση των αποφάσεων είναι αρκετή, όπως έγινε και στην υπόθεση 128/84 και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 59 και 129/80, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1883. Ωσαύτως, το αίτημα του Cullington λόγω "ηθικής βλάβης" στην υπόθεση 222/87 πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Δικαστικά έξοδα
40. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Μολονότι, στο πλαίσιο της δικής μου άποψης, η καθής οι προσφυγές Επιτροπή κέρδισε σε ορισμένα σημεία, η άποψη των προσφευγόντων είναι αναμφισβητήτως βάσιμη όταν θεωρηθούν οι υποθέσεις στο σύνολό τους. Ακόμη και στις υποθέσεις που οι προσφεύγοντες απέτυχαν, μπορεί κανείς ευλόγως να πει ότι οδηγήθηκαν στην άσκηση των σχετικών προσφυγών από τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή πραγματεύτηκε το φάκελο αυτό. Είμαι κατά συνέπεια της γνώμης ότι η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι προσφεύγοντες για όλες τις υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που υποβλήθηκε στην υπόθεση 341/85 και η οποία δεν τελεσφόρησε και εν πάση περιπτώσει στα έξοδα των ενστάσεων απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή στις υποθέσεις 251, 258, 262 και 266/86, και οι οποίες δεν τελεσφόρησαν.
Επιπλέον, μολονότι ο παρεμβαίνων Math ηττήθηκε, είμαι της γνώμης, όπως είπα και πιο πάνω, ότι δεν υπήρξε ο δημιουργός της ατυχίας του και ότι η Επιτροπή φέρει την ευθύνη της καταστάσεώς του. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές φρονώ ότι η Επιτροπή πρέπει να φέρει επίσης τα δικαστικά έξοδα του Math.
Πρόταση
41. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι:
- στην υπόθεση 341/85, η απόφαση προσλήψεως του Math ως εκτάκτου υπαλλήλου πρέπει να ακυρωθεί όσον αφορά την περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ της 28ης Σεπτεμβρίου 1983 και της 7ης Οκτωβρίου 1985
- στην υπόθεση 251/86, η απόφαση περί παρατάσεως της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου του Math μετά την 31η Δεκεμβρίου 1985 πρέπει να ακυρωθεί
- στις υποθέσεις 258 και 259/86, οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν
- στην υπόθεση 262/86, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής περί μη εγγραφής του προσφεύγοντος στον πίνακα επιτυχόντων πρέπει να ακυρωθεί
- στην υπόθεση 266/86, η προκήρυξη του διαγωνισμού πρέπει να ακυρωθεί
- στις υποθέσεις 222 και 232/87, η απόφαση διορισμού του Math και (στην υπόθεση 222/87) η απόφαση απορρίψεως της υποψηφιότητος του Cullington πρέπει να ακυρωθούν.
Οι αγωγές αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθούν. Η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των προσφευγόντων σε όλες τις υποθέσεις, περιλαμβανομένων των εξόδων της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που ασκήθηκε στην υπόθεση 341/85, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του παρεμβαίνοντος.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy