Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Δύο επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα - η μία βελγική, la Fabrique de fer de Charleroi SA, και η άλλη γερμανική, Dillinger Hoettenwerke AG - επιδιώκουν την ακύρωση της απόφασης 2760/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1985 ( 1 ), που συμπληρώνει την απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( 2 ), με την παρεμβολή του άρθρου 14Δ .
2 . Κατά το άρθρο 14Δ :
"Η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει πρόσθετη συμπληρωματική ποσόστωση κατ' ανώτατο όριο 25 000 τόνων ανά τρίμηνο σε επιχείρηση :
3 . - που αποτελεί τη μοναδική επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα στη χώρα όπου βρίσκεται,
4 . - που αντιμετωπίζει εξαιρετικές δυσκολίες, ακόμα και αφού λάβει συμπληρωματικές ποσοστώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14,
5 . - που δεν έχει λάβει ενισχύσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 1018/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής ".
Α - Το αντικείμενο της προσφυγής
6 . Στις απαντήσεις τους, οι δύο προσφεύγουσες ζητούν από το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι οι προσφυγές επιδιώκουν επίσης την ακύρωση του άρθρου 14Γ της απόφασης 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 27ης Νοεμβρίου 1985 ( 3 ), η οποία παρέτεινε για δύο ακόμα έτη το σύστημα επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής . Το άρθρο 14Γ της τελευταίας αυτής απόφασης αντιστοιχεί προς το άρθρο 14Δ της απόφασης 2760/85/ΕΚΑΧ, εξαιρέσει της τρίτης προϋποθέσεως που αναφέρει η τελευταία αυτή απόφαση και η οποία καταργήθηκε .
7 . Κατά την άποψη των προσφευγουσών, πρόκειται περί απλής διατηρήσεως ή επιβεβαιώσεως του συστήματος του παλαιού άρθρου 14Δ, περιέχοντος ελάφρυνση των προϋποθέσεων εφαρμογής ικανή να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ακόμα σημαντικότερες εις βάρος των επιχειρηματιών έναντι των οποίων γίνεται διάκριση, εφόσον δεν αποκλείει πλέον τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσοστώσεως όταν η ενδιαφερομένη επιχείρηση έχει λάβει ενισχύσεις, ενώ τα δύο αυτά στοιχεία θεωρούνταν προηγουμένως ως ασυμβίβαστα .
8 . Κατά τη Fabrique de fer de Charleroi δεν πρόκειται, ενόψει του άρθρου 58, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, περί αυθεντικής "παρατάσεως" του συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής, αλλά περί τροποποιήσεώς του .
9 . Η Επιτροπή αντιτίθεται σ' αυτό το πρόσθετο αίτημα το οποίο θεωρεί ως επέκταση του αντικειμένου της προσφυγής, ικανή να προκαλέσει συζήτηση επί των κατηγοριών των ενισχύσεων που γίνονται δεκτές βάσει του νέου άρθρου 14Γ και, κατά συνέπεια, επί του μεγέθους των νέων στρεβλώσεων ανταγωνισμού που συνεπάγεται .
10 . Ως προς εμέ, αποκλίνω υπέρ της αποδοχής του αιτήματος των προσφευγουσών .
11 . Παρόλον ότι αφορά ατομική απόφαση, θεωρώ ότι το προηγούμενο που αποτελεί η εκδοθείσα στην υπόθεση Alpha Steel ( 4 ) απόφαση συνιστά την έκφραση γενικών αρχών ορθής απονομής της δικαιοσύνης και οικονομίας της διαδικασίας που πρέπει να εφαρμοστούν και στην προκειμένη περίπτωση . Θα ήταν αντίθετο προς τέτοιες αρχές να απαιτηθεί οι προσφεύγουσες να ασκήσουν νέα προσφυγή κατά διατάξεως η οποία, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ήλθε να αντικαταστήσει την προηγουμένως εφαρμοστέα διάταξη, διατηρώντας, ως προς το ουσιώδες, το ίδιο σύστημα, έτσι ώστε δεν μπορεί παρά να επιφέρει προσαρμογή ή ενίσχυση της αρχικής επιχειρηματολογίας .
Β - Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων
12 . Η κρίση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που εμφανίστηκε με οξύτητα από το 1975, οδήγησε την Επιτροπή στο να επέμβει, εμμέσως σε μια πρώτη φάση, για να καταπολεμήσει τα αποτελέσματα του διαρθρωτικού πλεονάσματος του δυναμικού παραγωγής . 'Ετσι, μεταξύ Ιουλίου 1977 και Ιουνίου 1980, η Επιτροπή κατάρτισε προγράμματα διαθέσεως που η επιχειρήσεις κλήθηκαν να εφαρμόσουν . Ωστόσο, αυτή η έμμεση ενέργεια κρίθηκε ανεπαρκής και γι' αυτό το λόγο η Επιτροπή θέσπισε, βάσει των άρθρων 47 και 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την απόφαση 2794/80/ΕΚΑΧ, της 31ης Οκτωβρίου 1980 περί καθορισμού συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα από τις 31 Οκτωβρίου 1980 . Το σύστημα ποσοστώσεων που θεσπίσθηκε μ' αυτό τον τρόπο παρατάθηκε και τροποποιήθηκε επανειλημμένα, ιδίως δε με την απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ και, πιο πρόσφατα, με την απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ .
13 . Το άρθρο 14 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ, που τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τις αποφάσεις 1243/85/ΕΚΑΧ και 2760/85/ΕΚΑΧ θεσπίστηκε για να δημιουργήσει τη δυνατότητα χορηγήσεως πρόσθετων ποσοστώσεων παραγωγής και διαθέσεως στην κοινή αγορά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις αντιμετώπιζαν εξαιρετικές δυσκολίες λόγω του επιπέδου του τριμηνιαίου ποσοστού μείωσης που έχει καθορισθεί για ορισμένες κατηγορίες προϊόντων . Το ίδιο το άρθρο 14 περιλαμβάνει τα κριτήρια καθορισμού παρόμοιων συμπληρωματικών ποσοστώσεων .
14 . Εντούτοις, η Επιτροπή θεώρησε, σε διάφορες περιπτώσεις, ότι αυτά τα κριτήρια δεν επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη σε όλες τις περιπτώσεις ειδικές περιστάσεις των επιχειρήσεων που θίγονται από το σύστημα των ποσοστώσεων ώστε να τους επιτρέπει να υπερπηδούν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν λόγω αυτού του γεγονότος ή, εν πάση περιπτώσει, να επιτυγχάνεται καλύτερη επίτευξη των στόχων του θεσπισθέντος συστήματος λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιπτώσεις που μπορεί να εμφανιστούν . Γι' αυτό το λόγο συμπλήρωσε επανειλημμένα το άρθρο 14 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ προσθέτοντάς του, μεταξύ άλλων, το άρθρο 14Δ που θέσπισε τα νέα κριτήρια σε συνάρτηση με τα οποία είναι δυνατό, υπό τις προβλεπόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις, να χορηγηθεί σε επιχείρηση συμπληρωματική ποσόστωση, προστιθέμενη στην πρόσθετη ποσόστωση . 'Οπως γνωρίζουμε, η απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ κατήργησε μία απ' αυτές τις προϋποθέσεις, που οι επιχειρήσεις έπρεπε να συγκεντρώνουν για να τους χορηγηθεί η συμπληρωματική ποσόστωση, και την οποία προηγουμένως προέβλεπε το άρθρο 14Δ .
Γ -Η φύση των επίμαχων αποφάσεων και το πρόβλημα του παραδεκτού των προσφυγών
15 . α ) Ούτε η απόφαση 2760/85/ΕΚΑΧ ούτε η απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ απευθύνονται σε ορισμένους και εξατομικευμένους αποδέκτες, αλλά εμφανίζουν τουναντίον γενική και αφηρημένη διατύπωση .
16 . Εντούτοις, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται - ειδικότερα η προσφεύγουσα στην υπόθεση 360/85 - ότι και οι δύο αποφάσεις υποκρύπτουν - όσον αφορά το άρθρο 14Δ - και, περαιτέρω, το άρθρο 14Γ - ατομική πραγματικά απόφαση που αποβλέπει στο να ευνοήσει επιχείρηση της Δανίας, την Det Danske Stalvalsevaerk ( DDS ), τη μόνη επιχείρηση που, κατά τη γνώμη τους, είναι σε θέση να επωφεληθεί του προβλεπόμενου απ' αυτή τη διάταξη μηχανισμού .
17 . Στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών ακυρώσεως που ασκούνται από νομικά πρόσωπα κατ' αποφάσεων της Επιτροπής - οι οποίες διαφέρουν των προϋποθέσεων του παραδεκτού βάσει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ - κάνουν διάκριση ανάλογα με το αν πρόκειται περί γενικών ή περί ατομικών αποφάσεων .
18 . Είναι γνωστό ότι μόνο οι επιχειρήσεις και οι ενώσεις νομιμοποιούνται για να ασκήσουν παρόμοιες προσφυγές .
19 . Αυτές οι επιχειρήσεις και ενώσεις δεν μπορούν να προσβάλουν παρά τις ατομικές αποφάσεις ( και συστάσεις ) που τις αφορούν ή τις γενικές αποφάσεις ( και συστάσεις ) που θεωρούν ότι πάσχουν από κατάχρηση εξουσίας έναντί τους ( άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ ).
20 . Το Δικαστήριο διευκρίνισε τους όρους υπό τους οποίους πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχουν αυτές οι προϋποθέσεις .
21 . 'Οσον αφορά τις ατομικές αποφάσεις, δεν είναι απαραίτητο να απευθύνονται στον προσφεύγοντα και αρκεί το ότι, παρόλον ότι απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, θίγουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος (" που τις αφορούν ") έτσι ώστε να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχει πραγματικό συμφέρον από την ακύρωση της απόφασης, χωρίς να ειναι αναγκαστικά το μόνο ή σχεδόν το μόνο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ( 5 ).
22 . 'Οσον αφορά τις γενικές αποφάσεις, οι προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής που προβλέπει το άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι δύο .
23 . Πρώτον, πρέπει - αλλά δεν αρκεί - ο προσφεύγων να προβάλει ρητώς κατάχρηση εξουσίας, επισημαίνοντας, προς στήριξη του ισχυρισμού του, βάσιμους λόγους τους οποίους αρκεί να αποδείξει κατά τη συζήτηση του βασίμου της προσφυγής ( 6 ).
24 . Δεύτερον, πρέπει η κατάχρηση εξουσίας να θίγει τον προσφεύγοντα . Κατ' εμέ, το Δικαστήριο ερμηνεύει αυτή την απαίτηση κατά τρόπο επαρκώς ευρύ : δεν απαιτεί να πρόκειται περί "εικονικής" γενικής αποφάσεως υποκρύπτουσας σκοπίμως ατομική απόφαση το Δικαστήριο θεωρεί παραδεκτές τις προσφυγές που στρέφονται κατά καθαυτό γενικών αποφάσεων εφόσον ο προσφεύγων είναι το αντικείμενο ή τουλάχιστο το θύμα της καταχρήσεως εξουσίας που προβάλλει ( 7 ).
25 . Οι αποφάσεις που εξέδωκε προσφάτως το Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 140, 146, 221 και 226/82 ( 8 ) και στην υπόθεση Finsider ( 9 ), στις οποίες έκρινε ότι οι προσφυγές ήταν παραδεκτές, φαίνεται να αποκαλύπτουν όχι στενή ερμηνεία της εν λόγω απαιτήσεως .
26 . Κατά το Δικαστήριο ( 10 ), η διάκριση μεταξύ ατομικής και γενικής αποφάσεως δεν γίνεται σε συνάρτηση με τον τύπο αλλά σε συνάρτητη με το περιεχόμενο και την έκταση της επίμαχης πράξης . 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο, πρόκειται περί διακρίσεως που έχει σημασία όχι μόνο από την άποψη των προϋποθέσεων παραδεκτού της προσφυγής, αλλά επίσης από την άποψη του καθορισμού του συνόλου των επιχειρημάτων που ο προσφεύγων μπορεί νομίμως να προβάλει προς στήριξη του διατυπωθέντος αιτήματος .
27 . Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δύο προσφεύγουσες εταιρίες ισχυρίζονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πάσχουν από κατάχρηση εξουσίας . Κατά την άποψη των προσφευγουσών εταιριών, η Επιτροπή, προβλέποντας τη δυνατότητα χορηγήσεως συμπληρωματικής ποσόστωσης εν σχέσει με την πρόσθετη ποσόστωση στις επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 14Δ ( στη συνέχεια, 14Γ ), δεν απέβλεπε στην πραγμάτωση των στόχων της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ιδίως στην προστασία της κοινής αγοράς σιδήρου και χάλυβα σε εποχή κρίσεως, αλλά μάλλον στη χορήγηση συμπληρωματικής ποσόστωσης στην επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα της Δανίας DDS .
28 . Κατά συνέπεια, κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή θέλησε να επιλύσει ειδική περίπτωση με την κάλυψη αποφάσεως στην οποία έδωσε γενική και αφηρημένη διατύπωση .
29 . Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν το γεγονός ότι η επιχείρηση της Δανίας είναι η μόνη που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να επωφεληθεί της χορηγήσεως συμπληρωματικής ποσόστωσης προβλεπόμενης αντιστοίχως από τα άρθρα 14Δ και Γ : στα άλλα κράτη της Κοινότητας, υφίσταται επίσης μόνο μία επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα, αλλά καμία απ' αυτές δεν συγκεντρώνει τις άλλες αναγκαίες προϋποθέσεις . Κατά τις προσφεύγουσες, αυτή είναι η περίπτωση της Ιρλανδίας, την οποία αναφέρει η Fabrique de fer de Charleroi, καθώς και των Κάτω Χωρών και του Λουξεμβούργου, που αναφέρει η προσφεύγουσα Dillinger Hoettenwerke : η ιρλανδική επιχείρηση δεν κατασκευάζει προϊόντα υπαγόμενα στο καθεστώς των ποσοστώσεων οι δε ολλανδικές επιχειρήσεις και η λουξεμβουργιανή επιχείρηση δεν πέτυχαν αύξηση ποσόστωσης βάσει του άρθρου 14 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ .
30 . Η Επιτροπή αμφισβητεί τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών επ' αυτού του σημείου : η ιρλανδική επιχείρηση έχει παραγωγή υπαγόμενη στο καθεστώς των ποσοστώσεων και, θεωρητικά, δεν αποκλείεται η ολλανδική επιχείρηση να γνωρίσει εξαιρετικές δυσκολίες . Η Επιτροπή δεν αναφέρει το Λουξεμβούργο μεταξύ των τριών χωρών που δεν έχουν παρά μόνο μία επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα .
31 . Ωστόσο, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών εταιριών ενισχύεται από την παραπομπή στην ανακοίνωση του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1985, αναφέρουσα ότι το εν λόγω θεσμικό όργανο έδωσε ευνοϊκή γνώμη στο σχέδιο αποφάσεως της Επιτροπής προς τροποποίηση της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ σχετικής με το καθεστώς των ποσοστώσεων "υπέρ του μόνου δανού παραγωγού σιδήρου και χάλυβα ".
32 . Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι και αν ακόμα θεωρηθεί ότι δεν πρόκειται περί κεκαλυμμένης ατομικής αποφάσεως, αλλά περί γενικής αποφάσεως, οι επίμαχες διατάξεις πάσχουν από κατάχρηση εξουσίας .
33 . Οι προσφεύγουσες θεωρούν επί της ουσίας ότι η Επιτροπή, αποβλέπουσα στην επιχείρηση "η οποία είναι η μοναδική επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα της χώρας στην οποία βρίσκεται", κατά τρόπο που να διασφαλίζει την "εγγύηση εφοδιασμού σε προϊόντα σιδήρου και χάλυβα", αναγνωρίζει σε κράτος μέλος το δικαίωμα να διασφαλίζει τον εφοδιασμό του από εθνική επιχείρηση, κατά παραβίαση των θεμελιωδών αρχών και στόχων της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των βασικών κανόνων του καθεστώτος των ποσοστώσεων . Πράγματι, οι επίμαχες αποφάσεις, επιχειρώντας να εξασφαλίσουν την επιβίωση επιχειρήσεως με τη χορήγηση συμπληρωματικών μέσων ώστε να της επιτρέψουν να υπερπηδήσει εξαιρετικές δυσκολίες ( 11 ), επιδιώκουν σκοπό ασυμβίβαστο με το στόχο που προβλέπει το άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δηλαδή "την ορθολογικότερη κατανομή της παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας" ταυτόχρονα, οι εν λόγω αποφάσεις παραβιάζουν τους κανόνες που επιβάλλουν δίκαιη κατανομή των θυσιών για όλες τις επιχειρήσεις της Κοινότητας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας και της γεωγραφικής τους θέσης .
34 . Τέλος, οι επίμαχες αποφάσεις, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό εθνικής αγοράς από τη μόνη επιχείρηση που είναι εκεί εγκατεστημένη, συντελούν, κατά τις προσφεύγουσες, στο διαχωρισμό της κοινής αγοράς, πράγμα τελείως αντίθετο προς τις θεμελιώδεις αρχές που τη διέπουν .
35 . β ) Επιθυμώ να αναπτύξω την άποψή μου επ' αυτού του προδικαστικού ζητήματος του υποβληθέντος αιτήματος .
36 . Τα άρθρα 14Δ και 14Γ παρεμβλήθηκαν ή προστέθηκαν σε αποφάσεις τα άρθρα των οποίων περιέχουν διατάξεις ουσιαστικά κανονιστικού χαρακτήρα και είναι συντεταγμένα κατά τρόπο ώστε να μπορούν να εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις οι οποίες, τώρα ή στο μέλλον, συγκεντρώνουν ή θα συγκεντρώσουν τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που τα εν λόγω άρθρα ορίζουν .
37 . Εντούτοις, υφίσταται δέσμη περιστάσεων, ελαχίστη αλλά χαρακτηριστική, λόγω των οποίων οι επίμαχες αποφάσεις προσεγγίζουν "επικίνδυνα", τη φύση ατομικών αποφάσεων θεσπισθεισών για την επίλυση της περιπτώσεως της δανέζικης επιχείρησης DDS .
38 . Η απόφαση 2760/85/ΕΚΑΧ θεσπίστηκε στο τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 1985 για να παραγάγει τα αποτελέσματά της από την 1η Ιουλίου ( τρίμηνο ), αλλά σε εποχή που δεν απέμενε πλέον παρά τρίμηνη διάρκεια ισχύος .
39 . 'Οσον αφορά το πρώτο τρίμηνο, ήταν πασίδηλο ότι μόνη η DDS επωφελούνταν από την επίμαχη απόφαση και ότι το Συμβούλιο είχε δώσει ευνοϊκή γνώμη στο σχέδιο αποφάσεως λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα αυτής της εταιρίας, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση δεν είχε εφαρμογή παρά στη μόνη δανέζικη επιχείρηση .
40 . 'Οσον αφορά το δεύτερο τρίμηνο, η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει, στα υπομνήματα αντικρούσεώς της, ότι προβλεπόταν ότι "καμιά άλλη επιχείρηση δεν θα συγκέντρωνε τις προβλεπόμενες στο άρθρο 14Δ προϋποθέσεις κατά το τέταρτο τρίμηνο 1985 ".
41 . Αυτό σημαίνει ότι καθ' όλη τη μικρή περίοδο ισχύος της αποφάσεως, επί δύο τρίμηνα, ήταν γνωστό ή προβλεπόταν ότι μόνη η DDS θα ήταν σε θέση να επωφεληθεί της επίμαχης απόφασης . Και αυτό πράγματι συνέβη .
42 . Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν βλέπω πως η απόφαση που αντικατέστησε την επίμαχη απόφαση για τη μεταγενέστερη περίοδο δεν θα έπασχε από το ίδιο ελάττωμα .
43 . Μια τέτοια περίσταση συνδέεται με το ζήτημα ουσίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε, αν θεωρηθεί ότι έχει αποφασιστικό χαρακτήρα, θα έπρεπε να επιφέρει την ακύρωση των επίμαχων αποφάσεων λόγω καταχρήσεως εξουσίας .
44 . Εντούτοις, το Δικαστήριο τόνισε ήδη επανειλημμένα ( 12 ) ότι "η κανονιστική φύση μιας πράξης δεν θίγεται από τη δυνατότητα καθορισμού με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια του αριθμού ή ακόμα της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται σε ορισμένη στιγμή, εφόσον είναι βέβαιο ότι αυτή η εφαρμογή πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής καταστάσεως de jure ή de facto προσδιοριζόμενης στην πράξη, σε σχέση με το σκοπό της εν λόγω πράξεως ".
45 . Πράγματι, πολύ συχνά, ατομικές καταστάσεις προκαλούν μέτρα γενικού χαρακτήρα και βρίσκονται, επομένως, τελικά στο επίκεντρο της συζητήσεως που περιβάλλει τη θέσπισή τους .
46 . Αν θεωρηθεί ότι αυτά τα μέτρα συνιστούν πράγματι γενικές αποφάσεις κατά την προτεινόμενη έννοια, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, αυτό δεν θα έπρεπε να εμποδίζει τη δυνατότητα αμφισβητήσεώς τους λόγω καταχρήσεως εξουσίας, όπως προβλέπει το άρθρο 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εφόσον θεωρηθεί ότι θεσπίστηκαν προς επίτευξη αθέμιτου σκοπού .
47 . Από αυτή την άποψη, θεωρώ ότι οι προσφεύγουσες προέβαλαν βάσιμους ή ευλογοφανείς λόγους για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις πάσχουν από κατάχρηση εξουσίας και γι' αυτό το λόγο συντρέχει μία των απαιτήσεων του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ ώστε η προσφυγή να είναι παραδεκτή .
48 . Απομένει να εξεταστεί ο όρος κατά τον οποίο η κατάχρηση εξουσίας πρέπει να τις αφορά .
49 . Η προσφεύγουσα στην υπόθεση 351/85 ισχυρίζεται ότι έχει άμεση ανταγωνίστρια την επιχείρηση DDS, τη μοναδική επιχείρηση που επωφελήθηκε από τις ένδικες αποφάσεις, δεδομένου ότι παράγει χάλυβα της κατηγορίας ΙΙ τον οποίο αφορά το μεγαλύτερο μέρος ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στη δανέζικη επιχείρηση .
50 . Ακόμα και αν ήταν βέβαιο ότι μόνο τμήμα της ποσοστώσεως παραγωγής θα μπορούσε να διατεθεί στην κοινή αγορά, δύο τινά είναι δυνατά : είτε η Επιτροπή μπορεί να μειώνει το ποσοστό μειώσεως κατά τον υπολογισμό ποσοστώσεων παραγωγής που χορηγεί στο σύνολο των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα είτε, αντιστρόφως, για να αποφύγει αρνητική επίπτωση επί των τιμών, η Επιτροπή επεμβαίνει καθορίζουσα ανώτερα ποσοστά μειώσεως έτσι ώστε να προκαλέσει τη μείωση της συνολικής παραγωγής της κοινοτικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα .
51 . Στην πρώτη περίπτωση, όπως εκθέτει η προσφεύγουσα, η αύξηση του συνολικού ποσού των τόνων, προς κατανομή μεταξύ των επιχειρήσεων, δεν αποκλείει το ότι κατ' εφαρμογή της προσβαλλομένης αποφάσεως θα πρέπει να αφαιρεθούν από το εν λόγω συνολικό ποσό 25 000 τόνοι, διατιθέμενοι υπέρ της δανέζικης επιχείρησης .
52 . Στη δεύτερη περίπτωση, ακόμα και αν η Επιτροπή θα είχε την πρόθεση να παρέμβει μέσω των ποσοστών μειώσεων για να αντισταθμίσει την πτώση των τιμών, το σύνολο των λοιπών επιχειρήσεων, περιλαμβανομένης της προσφεύγουσας, θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες μεγαλύτερων μειώσεων παραγωγής .
53 . Η προσφεύγουσα στην υπόθεση 360/85 ισχυρίζεται επίσης ότι η θέση της στην αγορά είναι άμεσα ανταγωνιστική με την επιχείρηση DDS, έτσι ώστε οι δυνατότητες πωλήσεώς της θίγονται άμεσα και σοβαρά από το γεγονός της χορηγήσεως ειδικής ποσοστώσεως στην τελευταία αυτή επιχείρηση .
54 . Πράγματι, κατά την προσφεύγουσα, η παραγωγή της DDS ανήλθε, το 1984, σε περίπου 460 000 τόνους, από τους οποίους 310 000 τόνοι - ήτοι τα 2/3 περίπου - αποτελούνται από λαμαρίνες quarto ( υπαγόμενες στην κατηγορία ΙΙ ) που συνιστούν το σύνολο σχεδόν της παραγωγής της προσφεύγουσας .
55 . Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι το 71,4% της πρόσθετης ποσόστωσης που έλαβε η δανέζικη επιχείρηση βάσει του άρθρου 14 της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ αφορά επίσης λαμαρίνες quarto της κατηγορίας ΙΙ .
56 . Η προσφεύγουσα θεωρεί επίσης ότι δεδομένου ότι επί της συνολικής παραγωγής των 310 000 τόνων λαμαρινών quarto, 257 000 περίπου εξήχθησαν το 1984, επιτρέπεται η σκέψη ότι η συμπληρωματική ποσότητα των ετήσιων 100 000 τόνων των οποίων τελικά επωφελήθηκε η DDS πωλήθηκε κατά μεγάλο μέρος στα άλλα κράτη της Κοινότητας .
57 . Η προσφεύγουσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για τις ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις οι δυνατότητες απασχόλησης και πρόσβασης στην αγορά, κατά συνέπεια, μειώνονται .
58 . Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, αυτή η περίσταση εμφανίζεται κατά τρόπο ιδιαίτερα εμφανή όταν ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του συστήματος των ποσοστώσεων .
59 . Πράγματι, και κατά την προσφεύγουσα Dillinger Hoettenwerke επίσης, η Επιτροπή καθορίζει τα ποσοστά μειώσεως της παραγωγής σε συνάρτηση με το μέγεθος της ζητήσεως, προσπαθώντας μ' αυτό τον τρόπο να προσαρμόσει ανάλογα το επίπεδο της προσφοράς . Προκειμένου η χορήγηση πρόσθετων ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις, λόγω "εξαιρετικών δυσκολιών" δυνάμει του άρθρου 14, να μη κλονίσει την ισορροπία της αγοράς, το άρθρο 9α της απόφασης 234/84/ΕΚΑΧ ( άρθρο 9 της απόφασης 3485/85/ΕΚΑΧ ) προβλέπει τη δημιουργία αποθέματος που ανέρχεται σε 3% το πολύ της συνολικής ζήτησης χάλυβα, που πρέπει να πραγματοποιείται κάθε τρίμηνο κατά τον καθορισμό του ποσοστού μειώσεως .
60 . 'Ομως, κατά την προσφεύγουσα, χωρίς επί του σημείου αυτού ο ισχυρισμός της να αμφισβητηθεί από την Επιτροπή, η διάταξη του άρθρου 9 δεν έχει εφαρμογή στη συμπληρωματική ποσότητα των 100 000 τόνων που υπερβαίνει, επομένως, αναγκαστικά το μέγεθος της υφισταμένης ζήτησης .
61 . Θεωρείται ότι αυτή η περίσταση έχει ολέθριες επιπτώσεις επί της πειθαρχίας των τιμών, πράγμα που συνεπάγεται δυσμενή αποτελέσματα επί της καταστάσεως της προσφεύγουσας, άμεσης ανταγωνίστριας της DDS, ειδικότερα στη γερμανική αγορά .
62 . Αυτές οι συνέπειες είναι κατά την άποψή της ακόμα πιο ολέθριες, δεδομένου ότι ο συντελεστής χρησιμοποιήσεως της ικανότητας παραγωγής της προσφεύγουσας για το χάλυβα της κατηγορίας ΙΙ δεν ανήλθε, κατά τα λεγόμενά της, σε πλεόν του 26,4% το 1984, ενώ ανήλθε σε 51,2% για την DDS σχετικά, πρέπει να προβλεφθεί ότι με τη χορήγηση της συμπληρωματικής ποσόστωσης, αυτό το ποσοστό θα μπορούσε να ανέλθει σε πλέον των 60% όσον αφορά την DDS, αλλά μόνο σε 26% για την προσφεύγουσα .
63 . Παρά τις περιστάσεις που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, είναι δυνατό να υφίστανται ορισμένες αμφιβολίες ως προς το αν, στην προκειμένη περίπτωση, οι εν λόγω περιστάσεις πληρούν την προϋπόθεση που απαιτείται από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ( 13 ).
64 . Οι προσφεύγουσες εξάλλου ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους λαμβάνοντας υπόψη τη θέση τους σε σχέση με την ειδική θέση της επιχείρησης DDS, ως να επρόκειτο περί ατομικής απόφασης απευθυνόμενης στην τελευταία .
65 . Εντούτοις, νομίζω ότι μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα υπό το φως της πιο πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου, που ήδη ανέφερα ( βλέπε υποσημειώσεις 7, 8 και 9 ).
66 . Αφενός, όταν οι προσφεύγουσες προβάλλουν τη συγκεκριμένη κατάσταση που προκύπτει από τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων στην DDS, αυτό αποτελεί καλή προβολή του τρόπου με τον οποίο γενικές αποφάσεις, που πάσχουν από υποτιθέμενη κατάχρηση εξουσίας, μπορούν να βλάψουν τις προσφεύγουσες . Η εφαρμογή παρόμοιων αποφάσεων αποκαλύπτει τα ενδεχόμενα ζημιογόνα αποτελέσματά τους .
67 . Αφετέρου, ακόμα και αν δεν θεωρηθεί ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θεσπίσθηκαν με την πρόθεση ή προς το σκοπό να προκαλέσουν ατομικά ζημία στην κατάσταση των προσφευγουσών, είναι βέβαιο ότι οι τελευταίες υπήρξαν τελικά τα "θύματα" ή ότι θίγηκαν σε μια κατάσταση που δεν είναι κοινή παρά μόνο σε ορισμένες επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα, αυτές που ανταγωνίζονται την επιχείρηση, η οποία αντλεί επιχείρημα από τις προσβαλλόμενες διατάξεις για τις κατηγορίες των προϊόντων για τις οποίες χορηγήθηκαν οι συμπληρωματικές ποσοστώσεις .
68 . Για να προτείνω το παραδεκτό των ασκηθεισών προσφυγών, θεωρώ ότι η αγγλική και η πορτογαλική έκδοση ( 14 ) της Συνθήκης ΕΚΑΧ είναι ιδιαίτερα εύγλωττες καθόσον χρησιμοποιούν, στο τελευταίο τμήμα του άρθρου 33, εδάφιο 2, αντιστοίχως τις εκφράσεις "affecting them" και "que as afecte", που αντιστοιχούν στη γαλλική έκφραση "a leur egard" και την ιταλική "in loro riguardo ".
69 . Εφόσον μπορώ να θεωρήσω έτσι ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 33, εδάφιο 2, σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών συντρέχουν, εξετάζω το βάσιμο του αιτήματος .
Δ - Ως προς το βάσιμο των προσφυγών
70 . α ) Η κατάχρηση εξουσίας συνίσταται στην ασυμφωνία μεταξύ του σκοπού στον οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης, απονέμοντας σε μια αρχή ή σε ένα θεσμικό όργανο τις αναγκαίες εξουσίες για να θεσπίσει μια πράξη, και του σκοπού στον οποίο απέβλεψε ο συντάκτης της πράξεως κατά τη θέσπισή της ( κατάχρηση εξουσίας κατά υποκειμενική έννοια ), ή μεταξύ του σκοπού της θεσπισθείσας πράξης και του αντικειμενικά αναμενομένου αποτελέσματος από την πάσχουσα από ασύγγνωστη αμέλεια χρήση των απονεμηθεισών εξουσιών ( κατάχρηση εξουσίας κατ' αντικειμενική έννοια ) ( 15 ).
71 . Και στις δύο περιπτώσεις, κάθε ανάλυση καταχρήσεως εξουσίας στηρίζεται πάντοτε στον τελεολογικό ορθολογισμό, ο οποίος βασίζεται στη σχέση αντιθέσεως μεταξύ της θεσπισθείσας πράξεως και του σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε ή του σκοπού τον οποίο αντικειμενικά προορίζεται να εξυπηρετήσει .
72 . Προτίθεμαι να προβώ κατωτέρω στην εξέταση αυτής της σχέσης μεταξύ σκοπού και μέσων .
73 . β ) Πρώτον, πρέπει να εξατομικευθεί σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση, που πάσχει από υποτιθέμενη κατάχρηση εξουσίας .
74 . 'Ομως, είναι σαφές ότι οι προσφεύγουσες δεν προσβάλλουν παρά τις γενικές αποφάσεις 2760/85/ΕΚΑΧ και 3485/85/ΕΚΑΧ ( άρθρο 14Γ ), της Επιτροπής και όχι μια οποιαδήποτε ατομική πράξη εκτελέσεως των εν λόγω αποφάσεων που θα χορηγούσε συμπληρωματικές ποσοστώσεις ειδικώς σε μία επιχείρηση .
75 . 'Ετσι καθορίστηκε από τις προσφεύγουσες στα αντίστοιχα δικόγραφά τους το αντικείμενο των προσφυγών, τα δε επιχειρήματα σχετικά με την αιτιολογία τέτοιων ατομικών πράξεων δεν είναι, επομένως, παραδεκτά παρά μόνο στο μέτρο που παρέχουν ενδεχομένως κάποιο στοιχείο για τον έλεγχο της καταχρήσεως εξουσίας σχετικά με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις .
76 . γ ) Οι εν λόγω αποφάσεις θεσπίσθηκαν στο πλαίσιο των εξουσιών που απένειμε στην Επιτροπή η Συνθήκη ΕΚΑΧ, ειδικότερα με το άρθρο 58 .
77 . Το κείμενο αυτής της διάταξης δεν αποκαλύπτει αμέσως, με αναμφισβήτητη σαφήνεια, το σύνολο των στόχων στους οποίους απέβλεπαν οι συντάκτες της Συνθήκης όταν προέβλεψαν τη δυνατότητα θεσπίσεως συστήματος ποσοστώσεων .
78 . Εντούτοις, είναι δυνατό να αντληθούν από αυτή τη διάταξη ορισμένες ακριβείς ενδείξεις η παραπομπή στις "αρχές που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4" αποτελεί βασικό κατευθυντήριο στοιχείο τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε με τη νομολογία του ποιοι είναι οι στόχοι του συστήματος των ποσοστώσεων που πρέπει να διαφαίνονται στην κανονιστική του ρύθμιση .
79 . Το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αφήνει να διαφανούν στη διατύπωσή του ορισμένοι από τους σκοπούς στους οποίους αποβλέπει : θεσπίζεται σύστημα ποσοστώσεων όταν οι έμμεσοι τρόποι δράσεως αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση "περιόδου έκδηλης κρίσεως", προκληθείσας από τη "μείωση της ζητήσεως" ( παράγραφος 1 ) οι ποσοστώσεις καθορίζονται "επί ευλόγου βάσεως", "λαμβανομένων υπόψη των αρχών που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4" και ειδικότερα για να εξασφαλιστεί "η διατήρηση της απασχολήσεως" στις επιχειρήσεις "των οποίων ο ρυθμός παραγωγής έχει επιβραδυνθεί κάτω του προβλεπομένου ορίου" ( παράγραφος 2 ).
80 . Αυτή η διατύπωση περιλαμβάνει ήδη σύνολο γενικών κριτηρίων και στόχων συμφυών με το σύστημα των ποσοστώσεων, των οποίων ο συντονισμός γίνεται αντιληπτό ότι δεν θα είναι εν πάση περιπτώσει απλός .
81 . Επιπλέον, όταν παραπέμπει στις "αρχές που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4", το ίδιο το άρθρο 58 αποσκοπεί στο να θεσπίσει ότι το σύστημα των ποσοστώσεων πρέπει να τηρεί ή να λαμβάνει υπόψη του τους μεγάλους στόχους της Συνθήκης ΕΚΑΧ .
82 . Η σύνθεση των εν λόγω σκοπών γίνεται από το άρθρο 2 : "χάρη στη δημιουργία μιας κοινής αγοράς" και χωρίς να παροράται ο τελικός σκοπός ή ο μακροπρόθεσμος σκοπός που είναι "η οικονομική επέκταση", η "ανάπτυξη της απασχολήσεως" και η "ανύψωση του βιοτικού επιπέδου", η Ευρωπαϊκή Κοινότητα 'Ανθρακα και Χάλυβα "οφείλει να δημιουργήσει προοδευτικώς τις προϋποθέσεις που θα εξασφαλίζουν μόνες τους την ορθολογικότερη κατανομή της παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας, διαφυλάσσοντας συγχρόνως τη συνεχή απασχόληση και αποφεύγοντας την πρόκληση θεμελιωδών και παρατεινομένων διαταραχών της οικονομίας των κρατών μελών ".
83 . Το άρθρο 3 περιέχει τις λεπτομέρειες αυτών των στόχων και των ενεργειών που πρέπει να συμβάλουν στην πραγμάτωσή τους το άρθρο 4 διευκρινίζει ποιες είναι οι απαιτήσεις της κοινής αγοράς άνθρακα και χάλυβα .
84 . Στις αναφερθείσες διατάξεις, ανευρίσκουμε επίσης σύνολο διεσπαρμένων στόχων οι οποίοι, όπως τόνισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Kloeckner-Werke ( 16 ), "πρέπει να εξισορροπούνται μεταξύ τους συνεχώς, αναλόγως των οικονομικών περιστάσεων" και "χωρίς να δίδεται προτεραιότητα σε κάποιον εξ αυτών εις βάρος του άλλου" ( 17 ).
85 . Στην πράξη όταν οι στόχοι των διατάξεων, θεωρούμενοι χωριστά, είναι αντιφατικοί, θα είναι δυσχερές να μην αναγνωριστεί στον ένα από τους στόχους η προτεραιότητα που, κατά την Επιτροπή, "τα πραγματικά περιστατικά και οι οικονομικές περιστάσεις ενόψει των οποίων η Επιτροπή έλαβε την απόφασή της" 17 φαίνεται ότι επιβάλλουν .
86 . Εξαιρετικά οξύ πρόβλημα συμβιβασμού των διαφόρων επιταγών εμφανίζεται όταν τα θεσμικά όργανα πρέπει να εφαρμόσουν αυτές τις αρχές σε περίπτωση σοβαρής κρίσης, ενώ θέτουν σε ενέργεια τους προβλεπόμενους από το άρθρο 58 μηχανισμούς ( 18 ).
87 . Θεσπίζοντας το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής και εγκρίνοντας τη γενική κανονιστική ρύθμιση στην οποία έπρεπε να υπαχθεί, τα θεσμικά όργανα δημιούργησαν ένα είδος "νομικής πλαισίωσης της κρίσεως" που πρέπει να διασφαλίζει κατά το δυνατό τους σκοπούς της Συνθήκης .
88 . Επίσης, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει, σε διάφορες περιπτώσεις, ποιοι είναι οι συγκεκριμένοι στόχοι αυτής της νομικής πλαισιώσεως της κρίσεως .
89 . 'Οπως αναφέρεται στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Kloeckner-Werke ( 19 ), τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίσθηκαν για την επίτευξη "της εξυγίανσης της σχετικής αγοράς" πρέπει να επιτρέπουν "τη διατήρηση ή, μακροπροθέσμως, την αποκατάσταση της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων και την κατά τον τρόπο αυτό διατήρηση, στο μέτρο του δυνατού, των σχετικών θέσεων εργασίας ". Το Δικαστήριο διευκρινίζει περαιτέρω ότι η διάταξη του άρθρου 58 "ουδόλως επιβάλλει στη Κοινότητα την υποχρέωση να εξασφαλίζει σε κάθε επιχείρηση ένα κατώτατο όριο παραγωγής σύμφωνα με τα κριτήρια αποδοτικότητας και αναπτύξεως της επιχειρήσεως ": "ο σκοπός του άρθρου 58 είναι να επιρριφθούν, κατά το δικαιότερο τρόπο επί του συνόλου των επιχειρήσεων, οι μειώσεις που απαιτούνται από την οικονομική συγκυρία και όχι να εξασφαλιστεί στις επιχειρήσεις ένα ελάχιστο πεδίο απασχολήσεως, ανάλογο προς τη δυναμικότητά τους" ( 20 ).
90 . Στις σκέψεις της απόφασης που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Finsider ( 21 ), το Δικαστήριο παρέχει συμπληρωματική διευκρίνιση δεχόμενο ότι, τόσο με την απόφαση 2177/83/ΕΚΑΧ, ισχύουσα τότε, που είχε παρατείνει το σύστημα των ποσοστώσεων, όσο και με την απόφαση 2320/81/ΕΚΑΧ περί θεσπίσεως κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, επιδιώκεται "η πραγμάτωση κοινού σκοπού, η προώθηση δηλαδή της αναδιάρθρωσης που είναι απαραίτητη προκειμένου να προσαρμοστούν η παραγωγή και η ικανότητα παραγωγής στην προβλεπόμενη ζήτηση και να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ".
91 . Η διατύπωση αυτού του σκοπού ισχύει υπό το φως των πράξεων που ακολούθησαν την απόφαση 2177/83/ΕΚΑΧ, ιδίως δε οι αποφάσεις 234/84/ΕΚΑΧ και 3485/85/ΕΚΑΧ .
92 . Προφανέστατα, η εξέλιξη της καταστάσεως της αγοράς των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα επέβαλε προσαρμογές των θεσπισθεισών κανονιστικών ρυθμίσεων .
93 . Εντούτοις, η απόφαση 234/84/ΕΚΑΧ θεσπίσθηκε μέσα στο πλαίσιο "επιμονής της περιόδου έκδηλης κρίσεως" που κατέστησε σκόπιμο, κατά την Επιτροπή, να διατηρήσει το ισχύον σύστημα, χωρίς ουσιαστικές τροποποιήσεις ". Πράγματι, σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης, το ποσοστό χρησιμοποιήσεως του δυναμικού παραγωγής εξακολουθούσε να είναι εξαιρετικά χαμηλό, ενώ "το σημαντικό πλεόνασμα του παραγωγικού δυναμικού εξακολουθεί να βαρύνει το σύνολο του τομέα ". Στο διεθνές επίπεδο, η διαφορά μεταξύ προσφοράς και ζήτησης παρέμενε πάντοτε έντονη και η αγορά εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ύφεση .
94 . Η κατάσταση μάλιστα επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξάμηνου του 1983 σε τέτοιο σημείο ώστε "η Επιτροπή αναγκάστηκε να λάβει πρόσθετα μέτρα πλαισίωσης του τομέα για να αυξήσει την πειθαρχία των επιχειρήσεων ".
95 . 'Οσον αφορά την απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ, κατέστη δυνατό να διαπιστωθεί, με την ανάγνωση των αιτιολογικών σκέψεων, ότι η κατάσταση στην αγορά σιδήρου και χάλυβα μέσα στη Κοινότητα είχε αισθητά βελτιωθεί από τις αρχές του 1984, τόσο στο επίπεδο της παραγωγής όσο και στο επίπεδο της οικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα .
96 . Η κατάσταση είχε επιτρέψει να μειωθούν τα πλεονάσματα του δυναμικού παραγωγής, ενώ η βιομηχανία εξακολουθούσε να εκσυγχρονίζει τις εγκαταστάσεις της και να βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά της . Ταυτόχρονα, οι αιτιολογικές σκέψεις αποκαλύπτουν σταθερή βελτίωση των τιμών του χάλυβα αλλά, αντίστοιχα, σαν αποτέλεσμα προηγουμένων αναδιαρθρώσεων, πρόσθετη μείωση των θέσεων εργασίας .
97 . Εντούτοις, η κατάσταση στην παγκόσμια αγορά χαρακτηριζόταν ακόμα από διαφορά μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, η οποία επιδεινώθηκε από τα μέτρα που έλαβαν οι ΗΠΑ προς περιορισμό των εισαγωγών και από την αβεβαιότητα που προέκυπτε από τις σημαντικές διακυμάνσεις του δολαρίου .
98 . Γι' αυτό το λόγο, στις προβλέψεις της, η Επιτροπή είχε αναφέρει την ανάγκη νέας μειώσεως του δυναμικού παραγωγής κατά 20 εκατομμύρια τόνους χάλυβα ελασματοποιηθέντος εν θερμώ, ενώ εξακολουθούσε να είναι απαραίτητη, κατ' αυτήν, η συνέχιση των μέτρων εκσυγχρονισμού και ανυψώσεως του επιπέδου ανταγωνιστικότητας .
99 . Κατά την άποψη της Επιτροπής, αυτό σημαίνει ότι, παρόλον ότι η προσπάθεια αναδιαρθρώσεως είχε επιτευχθεί κατά μεγάλο μέρος, η επιτυχία δεν είχε ακόμα διασφαλιστεί ούτε η κρίση είχε παρέλθει .
100 . Είχε ήδη καταστεί δυνατό να αποκλειστούν ορισμένα προϊόντα ( των κατηγοριών Ιδ και V ) από το σύστημα των ποσοστώσεων, με την προοπτική αποκαταστάσεως των κανονικών μηχανισμών της αγοράς .
101 . Ωστόσο, ως προς τα λοιπά προϊόντα, και μεταξύ αυτών τις λαμαρίνες quarto υπαγόμενες στην κατηγορία ΙΙ, οι δυσχέρειες παρέμεναν .
102 . Υπ' αυτές τις συνθήκες, παρόλον ότι τελικός στόχος παρέμενε η προοδευτική κατάργηση του συστήματος των ποσοστώσεων, αποδείχθηκε αναγκαίο να παραταθεί το σύστημα το οποίο, όπως ανήγγειλε η Επιτροπή, έπρεπε να παραμείνει "ως προς το ουσιώδες εντός της γραμμής των υφισταμένων κανόνων ".
103 . δ ) Εντός αυτού του συνολικού πλαισίου θεσπίστηκαν, πρώτον, η απόφαση 2760/85/ΕΚΑΧ, της 30ής Σεπτεμβρίου 1985, που προσέθεσε ένα νέο άρθρο, το 14Δ, και, δεύτερον, η τροποποιημένη επανάληψη αυτού του άρθρου, στην απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ της 27ης Νοεμβρίου 1985 ( το άρθρο 14Γ ).
104 . Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση αυτού του μέτρου εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης 2760/85/ΕΚΑΧ .
105 . Αν τις εκθέσω συστηματικά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η απόφαση θεσπίσθηκε σε συνάρτηση με τους εξής στόχους :
106 . - να αντιμετωπισθούν οι "ειδικές περιστάσεις" των επιχειρήσεων που "αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσκολίες", ακόμα και μετά τη χορήγηση των πρόσθετων ποσοστώσεων,
107 . - ακριβέστερα, "να εξασφαλιστεί η ύπαρξη" μιας επιχείρησης η οποία αποτελεί το μοναδικό παραγωγό σιδήρου και χάλυβα κράτους μέλους, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εγγυήσεως "εφοδιασμού αυτής της χώρας με προϊόντα σιδήρου και χάλυβα", και που "ακόμα και σε μια κοινή αγορά", "εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επιχείρηση αυτή ".
108 . 'Εχοντας υπόψη αυτούς τους στόχους, οι εν λόγω διατάξεις επιτρέπουν να χορηγηθεί στη δικαιούχο επιχείρηση αύξηση των συμπληρωματικών ποσοστώσεων μέχρι 25 000 τόνων για κάθε τρίμηνο .
109 . Αναγνωρίζω ότι σε μια πρώτη ανάλυση, δεν είναι ευχερές να διαφανεί, στην αιτιολογία αυτών των αποφάσεων, η γραμμή των ειδικών στόχων του συστήματος των ποσοστώσεων, όπως τους περιέγραψα και ενόψει των οποίων το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ απονέμει στην Επιτροπή τις αναγκαίες εξουσίες παρεμβάσεως .
110 . Αναμφισβήτητα ούτε η αναδιάρθρωση ούτε η αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ή των δικαιούχων επιχειρήσεων υπαγόρευσαν τη θέσπιση του εν λόγω μέτρου, αλλά μάλλον η διασφάλιση της ύπαρξης της επιχείρησης, λόγω του γεγονότος ότι της εξασφαλιζόταν "ελαχίστη απασχόληση" που να της επιτρέψει να επιβιώσει .
111 . Σ' αυτό το μέτρο, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αναγνωρίζουν δικαίωμα επί συμπληρωματικής ποσοστώσεως ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων της επί της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης και με μοναδικό σκοπό τη διασφάλιση της επιβίωσής της, φαίνεται ότι περιγράφουν το σκοπό που συνίσταται στην προώθηση της αναδιαρθρώσεως, αν δεν αποτελούν αποτρεπτικό στοιχείο .
112 . Τουλάχιστον αμέσως δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι τα εν λόγω μέτρα αιτιολογήθηκαν από τη μέριμνα να προωθήσουν "την ορθολογικότερη κατανομή της παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας" ( άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ): η ορθολογική κατανομή της παραγωγής είναι συνάρτηση, αφενός, της κατανομής των συντελεστών παραγωγής, της παραγωγικότητάς τους και των σχετικών τιμών και, αφετέρου, της εντοπίσεως της αγοράς, πράγμα που καταρχήν δεν έχει καμία σχέση με το απλό γεγονός ότι πρόκειται περί της μοναδικής επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα μιας χώρας ( ή μιας περιοχής ).
113 . Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα αν ένα μέτρο αυτού του τύπου εντάσσεται στη γραμμή των θεμελιωδών αρχών της κοινής αγοράς, όπως προκύπτουν από τη διατύπωση του άρθρου 3, στοιχεία α ) και β ), της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στο μέτρο που η εγγύηση εφοδιασμού μιας εθνικής αγοράς από μια επιχείρηση που βρίσκεται στην εν λόγω χώρα θεωρείται ως ουσιαστική αιτιολογία της χορήγησης νέας συμπληρωματικής ποσόστωσης . Σε μια πραγματική κοινή αγορά, η εγγύηση εφοδιασμού μιας αγοράς θα έπρεπε να μετατίθεται από το εθνικό στο κοινοτικό πεδίο .
114 . Η Επιτροπή προβαίνει εξάλλου σε παραλληλισμό με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Campus Oil ( 22 ), που οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι δεν είναι απολύτως σχετική .
115 . Πράγματι, σ' αυτή την περίπτωση είχε ανακύψει ερώτημα σχετικό με την εφαρμογή εθνικού μέτρου περιορισμού των εισαγωγών προϊόντων πετρελαίου, που το Δικαστήριο θεώρησε ότι μπορούσε να δικαιολογηθεί, για λόγους δημοσίας ασφαλείας, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ .
116 . Οι προσφεύγουσες επιμένουν στο γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί διαφορετικού θεσμικού πλαίσιου και ότι, εξάλλου, το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών είναι διαφορετικό : ο εφοδιασμός σε προϊόντα πετρελαίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αργό πετρέλαιο που προέρχεται από άλλες ζώνες της υδρογείου, εν γένει πολιτικώς ασταθείς, ενώ η βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα είναι τομέας που παρουσιάζει διαρθρωτικό πλεόνασμα δυναμικού παραγωγής στην Κοινότητα . Κατά την άποψή τους, το πρόβλημα είναι ιδιαιτέρως λεπτό για ένα κράτος όπως η Ιρλανδία, της οποίας την κατάσταση αφορούσε άμεσα η υπόθεση Campus Oil .
117 . Σ' αυτό προστίθεται, κατά τις προσφεύγουσες, ότι στον τομέα των προϊόντων πετρελαίου δεν υφίστανται μέσα πράγματι αποτελεσματικά στο κοινοτικό επίπεδο για να αντιμετωπισθεί μια κρίση, ενώ ως προς τα προϊόντα που αφορά η Συνθήκη ΕΚΑΧ, η τελευταία προβλέπει κοινό σύστημα διαχειρίσεως του εφοδιασμού σε περίπτωση κρίσεως .
118 . Θα δούμε ωστόσο στη συνέχεια ότι η αναφορά στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Campus Oil δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον .
119 . Δεδομένου ότι, στις εν λόγω αποφάσεις, γίνεται λόγος αποκλειστικά αιτίων που συνδέονται με την προσφορά, δεν προβάλλεται προς δικαιολόγησή τους η προσαρμογή της παραγωγής και του δυναμικού της παραγωγής στη ζήτηση της οποίας η εξέλιξη αναμφισβητήτως δεν είχε επίπτωση επί της θεσπίσεώς τους .
120 . Οι αποφάσεις μπορούν μάλιστα να συντελέσουν στην αύξηση ( ασφαλώς κατά περιθωριακό τρόπο ) της διαφοράς στο μέτρο που οι συμπληρωματικές ποσοστώσεις προστίθενται στη συνολική ποσόστωση των επιχειρήσεων της Κοινότητας .
121 . Εξάλλου, τα εν λόγω μέτρα είναι εμφανώς ξένα προς το σκοπό που συνίσταται στην κατανομή επί όσο το δυνατό δικαιότερης βάσεως των θυσιών που απαιτούνται από την οικονομική συγκυρία μεταξύ του συνόλου των επιχειρήσεων, δημιουργώντας, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, συμπληρωματική στρέβλωση στην αγορά υπέρ μιας επιχειρήσεως ή υπέρ μιας κατηγορίας επιχειρήσεων και σε βάρος των άλλων ανταγωνιστών τους .
122 . Οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έχουν πράγματι ως αποτέλεσμα, ακόμα και αν αυτό δεν συμβαίνει παρά στο περιορισμένο μέτρο των ποσών που προβλέπουν, την ανακατανομή της παραγωγής και, κατά συνέπεια, την τροποποίηση των σχετικών θέσεων των επιχειρήσεων στην αγορά ( 23 ).
123 . Θα δούμε στη συνέχεια ότι οι "όροι επιεικείας" που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της διαχειρίσεως καθεστώτος κρίσεως μπορούν να είναι ικανοί να εξουδετερώσουν το βάρος αυτού του επιχειρήματος .
124 . 'Ο,τι και αν συμβαίνει, η εκτίμηση των σκέψεων που προηγούνται οι μεν των λοιπών φαίνεται να κλίνει προς την άποψη ότι θα έπρεπε να αναγνωριστεί η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας στην προέχουσα ή καθοριστική αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων ( 24 ).
125 . ε ) Θα εμβαθύνω ωστόσο κατά τι την ανάλυση .
126 . Παρατηρώ ότι, ρητώς ή σιωπηρώς, οι προσφεύγουσες επικαλούνται την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων για να στηρίξουν διατυπωθέντα αιτήματά τους .
127 . Ειδικότερα, κατόπιν της χορηγήσεως συμπληρωματικών ποσοστώσεων, η δικαιούχος επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο, κατά τις προσφεύγουσες, ευνοϊκότερης μεταχείρισης από ό,τι οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, χωρίς κανένας αντικειμενικός λόγος να μπορεί να το δικαιολογήσει .
128 . Πράγματι, στη δικαιούχο επιχείρηση χορηγείται όχι μόνο συμπληρωματική ποσόστωση υπό τέτοιους όρους υπό τους οποίους καμιά άλλη επιχείρηση δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί, αλλά επιπλέον αυτή η ποσόστωση της χορηγείται αφού ήδη επωφελήθηκε προσαυξήσεων ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 14 των εν λόγω αποφάσεων .
129 . Η προσφεύγουσα Fabrique de fer de Charleroi τονίζει την επίδειξη που έκαμε σχετικώς με τη συγκριτική εξέλιξη της δικής της παραγωγής λαμαρινών, και της παραγωγής της επιχειρήσεως DDS, καθώς και με τη θετική εξέλιξη της απασχολήσεως στη δανέζικη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα .
130 . Ταυτόχρονα, και παρόλον ότι το μέτρο στηρίζεται στην ανάγκη εγγυήσεως του εφοδιασμού της εθνικής αγοράς, η δικαιούχος επιχείρηση επωφελείται, κατ' αυτήν, σε μεγάλο βαθμό από τις δυνατότητες εξαγωγής που της παρέχονται στο πλαίσιο της κοινής αγοράς .
131 . Προς στήριξη του ισχυρισμού τους, οι προσφεύγουσες επικαλούνται τους αριθμούς που πραγματοποιήθηκαν κατά την εξαγωγή από την επιχείρηση DDS στην κοινοτική αγορά, και επιπλέον σε έναν τομέα όπου η κατάσταση είναι εξαιρετικά τεταμένη .
132 . Το Δικαστήριο έκρινε ήδη ( 25 ) ότι : "για να μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση, θα πρέπει να έχει αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις, ζημιώνοντας ορισμένους επιχειρηματίες σε σχέση με άλλους, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να δικαιολογείται από την ύπαρξη σχετικά σημαντικών αντικειμενικών διαφορών ".
133 . Ωστόσο, το Δικαστήριο απαιτεί ( 26 ) οι αντικειμενικές και σημαντικές διαφορές να συνδέονται με "τους σκοπούς τους οποίους νόμιμα μπορεί να επιδιώξει η Επιτροπή στο πλαίσιο της πολιτικής της για την ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ".
134 . Εξέφρασα ήδη προηγουμένως τις αμφιβολίες που μπορεί να έχει κανείς σχετικώς .
135 . Δεν υφίσταται ωστόσο κανένας λόγος στις προσβαλλόμενες αποφάσεις που να είναι ικανός να τις νομιμοποιήσει κατά τρόπο απρόσβλητο;
136 . στ ) Αυτή θα μπορούσε να ήταν η περίπτωση της διασφαλίσεως του επιπέδου απασχολήσεως ( άρθρα 2 και 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ ) που θα απειλούνταν από την ενδεχόμενη πτώχευση επιχείρησης που αντιμετωπίζει εξαιρετικές δυσκολίες .
137 . Η κυβέρνηση της Δανίας, που παρενέβη στη διαδικασία για να υποστηρίξει τις προτάσεις της Επιτροπής, εξέθεσε σχετικώς ποια ήταν η κατάσταση της επιχείρησης DDS και τους κινδύνους που θα διέτρεχε η αγορά απασχολήσεως και η κοινωνική κατάσταση στη Δανία από την άρνηση χορηγήσεως συμπληρωματικής ποσόστωσης .
138 . Εντούτοις, το Δικαστήριο ήδη διευκρίνισε 16 ότι η διατήρηση των θέσεων εργασίας στο μέτρο του δυνατού στον εν λόγω τομέα συνδέεται με την "εξυγίανση της αγοράς" μακροπρόθεσμα, δεδομένου ότι ο σκοπός του άρθρου 58 δεν είναι να διασφαλίζει σε κάθε ατομική επιχείρηση ελάχιστο όριο παραγωγής .
139 . Το Δικαστήριο μάλιστα τόνισε 16 ότι, όταν το άρθρο 58, παράγραφος 2, αναφέρει τη "διατήρηση της απασχολήσεως", αυτό συνδέεται με ορισμένο μηχανισμό ρυθμίσεως της αγοράς στον οποίο δεν είχε καταφύγει η Επιτροπή, όπως και δεν το έπραξε στην προκειμένη περίπτωση .
140 . Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν πρόκειται περί διατηρήσεως της απασχολήσεως σε οποιαδήποτε επιχείρηση, αλλά στην επιχείρηση που είναι η μοναδική επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα της χώρας στην οποία βρίσκεται .
141 . Αυτό δεν αποτελεί σημαντική περίσταση μεταξύ των λόγων που τείνουν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση συμπληρωματικών ποσοστώσεων;
142 . Δέχθηκα ήδη ότι η αιτιολογία μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολίες υπό το φως των αρχών της κοινής αγοράς .
143 . Εντούτοις, αυτή αναφέρεται επίσης στον κώδικα των ενισχύσεων ( 27 ) στον οποίο, στο θέμα των οικονομικών ενισχύσεων στον τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η ύπαρξη μιας μόνο επιχείρησης σ' ένα κράτος μέλος ενέχει ιδιαίτερη σημασία ( άρθρο 2, παράγραφος 3 ).
144 . Εντούτοις, αν στηριχθεί κανείς σ' αυτό τον παραλληλισμό, πρέπει να το πράξει "cum grano salis ". Πράγματι, στον κώδικα των ενισχύσεων, αναφέρεται απλώς ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη αυτή την ιδιαίτερη κατάσταση όταν κρίνει τις αιτήσεις ενισχύσεως, χωρίς να πρόκειται περί καθοριστικού όρου .
145 . Εξάλλου, αυτή η περίσταση δεν έχει σημασία παρά για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων που υποβάλλονται "στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιαρθρώσεως" και όταν η επιχείρηση έχει επίδραση "λίγο σημαντική" στην κοινοτική αγορά .
146 . Υφίσταται ωστόσο θεμελιώδης αρχή η οποία, κατά το Δικαστήριο, διαδραματίζει επίσης ρόλο στο πλαίσιο της πολιτικής εναντίον της κρίσεως στον τομέα της βιομηχανίας του σιδήρου και χάλυβα : η αρχή της αλληλεγγύης ( 28 ).
147 . Η δυνατότητα χορηγήσεως συμπληρωματικών ποσοστώσεων, δυνάμει του άρθρου 14 των αποφάσεων που αφορούν το σύστημα των ποσοστώσεων, στις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν εξαιρετικές δυσκολίες αποτελεί την έκφραση αυτής της αρχής .
148 . 'Οπως είναι γνωστό, η ύπαρξη εξαιρετικών δυσκολιών, ακόμα και μετά την αύξηση των ποσοστώσεων βάσει του άρθρου 14, αποτελεί όρο που έχουν θέσει οι ένδικες αποφάσεις .
149 . 'Οπως τόνισε η Επιτροπή στις απαντήσεις της, το άρθρο 14Δ ή Γ, σε συνδυασμό με το άρθρο 14, εμπνέεται από λόγους επιείκειας υπό την έννοια ότι αποβλέπει στο να απαλύνει την πολύ μεγάλη αυστηρότητα του συστήματος των ποσοστώσεων .
150 . 'Οπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο ( 29 ), τέτοιοι όροι ενέχουν αναμφισβήτητη χρησιμότητα και αξία .
151 . Πρέπει ωστόσο οι όροι αυτοί να εμπίπτουν στο πλαίσιο των αντικειμενικών κριτηρίων ορισμού των εξαιρετικών δυσκολιών, όπως συμβαίνει με το ίδιο το άρθρο 14, εφόσον, σε περίπτωση γενικευμένης κρίσης, είναι το σύνολο των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα που θίγεται σε μεγάλο ή μικρό βαθμό ( 30 ).
152 . 'Ομως, κατά τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, η ιδιαιτερότητα της καταστάσεως των επιχειρήσεων σε σχέση με όλες τις επιχειρήσεις που μπορούν να επωφεληθούν του άρθρου 14 ( και μπορούν, επομένως, να λάβουν πρόσθετες ποσοστώσεις υπό τους προβλεπόμενους σ' αυτό το άρθρο όρους ), που δικαιολογεί οι εν λόγω επιχειρήσεις - και μόνον αυτές - να μπορούν να επωφεληθούν συμπληρωματικής ποσόστωσης λόγω εξαιρετικών δυσκολιών, προκύπτει από ένα και μόνο κριτήριο : το γεγονός να είναι η μοναδική επιχείρηση του κράτους στο οποίο βρίσκεται .
153 . 'Οπως και οι προσφεύγουσες, μπορεί κανείς να αμφιβάλλει αν αυτό το κριτήριο απορρέει από την εύλογη εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης .
154 . 'Οπως τονίζει η προσφεύγουσα Dillinger Hoettenwerke, δεν δικαιολογείται, για παράδειγμα, υπό το φως αυτής της αρχής, επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια ακριβώς κατάσταση, και που είναι οι μοναδικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε μεγάλες περιοχές της Κοινότητας, οι οποίες δεν συμπίπτουν με τα σύνορα κράτους μέλους, να είναι τα θύματα δυσμενούς διάκρισης .
155 . Μεταξύ των στόχων του, το άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει αναμφιβόλως τη διαφύλαξη της ουσιαστικής ισορροπίας των οικονομιών των κρατών μελών όταν παραπέμπει στην ανάγκη να αποφεύγονται σ' αυτές τις οικονομίες "θεμελιώδεις παρατεινόμενες διαταραχές ".
156 . Για να αντιμετωπίσει τέτοιες ανησυχίες - που δεν αφορούν άμεσα την προκειμένη περίπτωση - η Επιτροπή θέσπισε, στις υπό εξέταση αποφάσεις, το άρθρο 16 που έχει εφαρμογή στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία .
157 . ζ ) Στο παρόν στάδιο της αναλύσεώς μου, έχω πράγματι το συναίσθημα ότι βρίσκομαι ενώπιον οριακής περίπτωσης στην οποία μπορώ να διερωτηθώ αν το κατώφλιο ανοχής στη χρήση, από την Επιτροπή, της διακριτικής της εξουσίας ξεπεράστηκε ή όχι .
158 . Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις θεώρησε ότι οι κατηγορίες περί καταχρήσεως εξουσίας ήταν βάσιμες ( 31 ).
159 . 'Εχω επίσης πλήρη συνείδηση των αμφιβολιών που αυτή η υπόθεση εγείρει και σταθμίζω τα προβληθέντα εκατέρωθεν επιχειρήματα .
160 . Δεν μπορώ ωστόσο να μη συμπεράνω ότι, αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έπρεπε να θεωρηθούν ως ατομικές, θα έπρεπε να ακυρωθούν λόγω καταχρήσεως εξουσίας .
161 . Εντούτοις, φρονώ ότι, ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, πρόκειται περί πραγματικών γενικών αποφάσεων .
162 . Η κυβέρνηση της Δανίας ανέφερε απόφαση του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στην υπόθεση Μεταλλουργική Χάλυψ ( 32 ), με την οποία έγινε δεκτό ότι, κατά τη χρήση των διακριτικών της εξουσιών, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη λόγους οικονομικής πολιτικής συνδεόμενους με τις διαφορές διαρθρώσεως, επιπέδου αναπτύξεως και βαθμού εκμεταλλεύσεως των ικανοτήτων παραγωγής που υπάρχουν ανάμεσα στις επιχειρήσεις ορισμένου κράτους μέλους ( σ' αυτή την περίπτωση της Ελλάδας ) και των επιχειρήσεων άλλων κρατών .
163 . Είναι αληθές ότι στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο τόνισε ότι "οι συνέπειες αυτής της κρίσεως πλήττουν όλες τις επιχειρήσεις, οποιαδήποτε και αν είναι η γεωγραφική τους θέση και η ατομική κατάσταση της αναπτύξεώς τους", δεδομένου ότι τα υφιστάμενα προβλήματα δεν είναι μόνο προβλήματα των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά τίθενται επίσης "για πολλές άλλες επιχειρήσεις στο σύνολο της Κοινότητας" ( 33 ).
164 . Το Δικαστήριο, ωστόσο, ανέφερε την εφαρμογή υφισταμένων γενικών διατάξεων - που συνεπάγεται τη δίκαια κατανομή θυσιών - και όχι την εφαρμογή νέου συστήματος σε ειδικές περιπτώσεις που το δικαιολογούν .
165 . Γι' αυτό το λόγο το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "η θέσπιση και διαμόρφωση της ειδικής ρήτρας επιεικείας υπέρ των ελληνικών επιχειρήσεων" ... "ανάγεται στην πολιτική διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής" ( 34 ).
166 . Η κυβέρνηση της Δανίας ανέλυσε λεπτομερώς τα προβλήματα της εγγυήσεως του εφοδιασμού που μπορεί να τεθούν σε κράτος της Κοινότητας, όταν δεν υφίσταται παρά μία μόνο επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα αντιμετωπίζουσα δυσκολίες στο έδαφός της - όχι σε συνάρτηση με τη σημερινή κατάσταση της αγοράς, αλλά σε συνάρτηση με την ανάγκη διαθέσεως ανά πάσα στιγμή μέσων προς αντιμετώπιση υποθετικής σοβαράς κρίσεως .
167 . Υπ' αυτές τις συνθήκες, η πτώχευση της επιχείρησης σε περίοδο γενικευμένων ανωμάλων καταστάσεων, που θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να αποφευχθεί με τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσοστώσεως, θα μπορούσε αναμφιβόλως να έχει σοβαρές συνέπειες ως προς τη σταθερότητα της χώρας και τη λειτουργία της οικονομίας της .
168 . Επ' αυτού του σημείου δικαιολογείται ο παραλληλισμός με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Campus Oil, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν δυνατό να δικαιολογηθούν τα επίδικα περιοριστικά μέτρα με λόγους δημόσιας ασφάλειας ώστε να εξασφαλίζεται "κατώτατο όριο εφοδιασμού του ενδιαφερομένου κράτους σε προϊόντα πετρελαίου σε περίπτωση κρίσεως ανεφοδιασμού" ( 35 ), επιτρέποντάς του έτσι "να διατηρηθεί η ικανότητα των εγκαταστάσεών του σε περίπτωση κρίσης" ( 36 ).
169 . Αν επερχόταν σοβαρή κρίση, η λειτουργία της κοινής αγοράς σιδήρου και χάλυβα θα μπορούσε να διακοπεί ή να βρεθεί σε σοβαρό κίνδυνο και πρέπει, σε συνάρτηση μ' αυτά τα ενδεχόμενα, να εκτιμηθεί η ανησυχία των κρατών μελών που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν τον εφοδιασμό σε προϊόντα σιδήρου και χάλυβα, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία πολλών τομέων δραστηριότητας .
170 . Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη μπορούν να διαθέσουν "στρατηγικό μέσο" που μπορούν να χρησιμοποιήσουν σ' αυτές τις περιστάσεις περιλαμβάνεται, επομένως, κανονικά στους στόχους βιομηχανικής πολιτικής τους και άμυνας, κατά τρόπο που επιτρέπει να διαφαίνεται η ύπαρξη συμπτώσεως με τους κοινούς σκοπούς του συνόλου των κρατών που αποτελούν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα 'Ανθρακα και Χάλυβα .
171 . Ακόμα και όταν οι τεχνολογικές δυνατότητες της επιχείρησης και οι απαιτήσεις εξειδικεύσεώς της δεν της επιτρέπουν να κατασκευάζει, υπό ομαλές συνθήκες, όλη την ποικιλία των προϊόντων που είναι αναγκαία για τον εφοδιασμό του κράτους όπου βρίσκεται, οι προσαρμογές ή μετατροπές στις οποίες μπορεί να προβεί σε περίοδο κρίσεως είναι ενδεχομένως ικανές να καταστήσουν αποτελεσματικό το "στρατηγικό μέσο" που αναφέρθηκε, ιδίως όταν η επιχείρηση μπορεί να χρησιμοποιήσει πρώτες ύλες που βρίσκονται επιτόπου .
172 . Εντούτοις, το ζήτημα που θέτει μια τέτοια κατάσταση ανάγκης για το μέλλον δεν μπορεί να λυθεί παρά για το παρόν, αποφεύγοντας την εξαφάνιση της μόνης επιχείρησης σιδήρου και χάλυβα της χώρας που ενδεχομένως απειλείται από σοβαρές δυσκολίες στην αγορά .
173 . Μια σημαντική μεταβολή της διαρθρώσεως, χωρίς να εξικνείται μέχρι την αντιμετώπιση της περίπτωσης βαρείας κρίσης, είναι ικανή να μεταβάλει τους όρους της αγοράς έτσι ώστε αυτές οι σκέψεις να αποδεικνύονται βάσιμες .
174 . Υπ' αυτές τις συνθήκες και στο σημερινό στάδιο του κοινοτικού οικοδομήματος, θα ήταν ίσως παράλογο το να αρνηθεί κανείς στα θεσμικά κοινοτικά όργανα την εξουσία να θεσπίζουν μέτρα προς αντιμετώπιση τέτοιων ανησυχιών .
175 . Το σύστημα των ποσοστώσεων λειτούργησε σαν δίχτυ του οποίου το πλέγμα συσφίγχθηκε για να κλείσει τις ρωγμές που η κατάσταση της κρίσεως αποκάλυψε και το ίδιο το σύστημα δημιούργησε το άρθρο 14 καθώς και οι διατάξεις που το συμπλήρωσαν μεταγενέστερα διαδραματίζουν ακριβώς το ρόλο "διχτυών ασφαλείας" ή όρων επιεικείας που επιτρέπουν την απάλυνση της αυστηρότητας του θεσπισθέντος συστήματος .
176 . Προκειμένου η λειτουργία του θεσπισθέντος συστήματος και η άσκηση των εξουσιών που περιλαμβάνει να μην υπερβούν το κατώφλιο ανοχής στο πλαίσιο των ισχυόντων γενικών κανόνων, πρέπει να εφαρμόζεται υπό όρους περιοριζόμενους από το σκοπό που επιδιώκει το σύστημα και ανάλογους προς αυτό .
177 . Δεν αποδείχθηκε ότι αυτό δεν συνέβη στη προκειμένη περίπτωση : οι συμπληρωματικές ποσοστώσεις έχουν ανώτατο όριο 25 000 τόνων κάθε τρίμηνο, που θεωρούνται απαραίτητες για να διασφαλίσουν την επιβίωση της επιχείρησης .
178 . Εξάλλου, το ενδιαφερόμενο θεσμικό όργανο δεν είχε την πρόθεση να επιφυλάξει μια αγορά αυστηρώς σε μια επιχείρηση, χορηγώντας της αποκλειστικά δικαιώματα ή δικαιώματα προτιμήσεως . Δεν προέβλεψε παρά τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσόστωσης, διατηρώντας την αγορά ανοιχτή . Πρόκειται, κατά συνέπεια, περί καταστάσεως διαφορετικής από εκείνη που αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής στην απόφαση Finsider του 1985 ( 37 ).
179 . Πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, περί εξαιρετικών μεθόδων που προορίζονται στο να αντιμετωπίσουν, σε περίοδο κρίσεως, εξαιρετικές περιστάσεις : θα ήταν όλως διόλου διαφορετικό το να ισχυριστεί κανείς ότι, υπό ομαλές συνθήκες της αγοράς, η συνεχής υποστήριξη των δημοσίων αρχών για να διασφαλίσουν την επιβίωση της επιχείρησης είναι δικαιολογημένη .
180 . Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι η Επιτροπή ενήργησε εντός ορίων που είναι ακόμα αποδεκτά κατά τη δυσχερή άσκηση της διακριτικής της εξουσίας σ' αυτές τις περιστάσεις .
Συμπέρασμα
181 . Εξέφερα ήδη τη γνώμη μου κατά την οποία οι προσφυγές πρέπει να θεωρηθούν παραδεκτές, τόσο καθόσον αφορούν την απόφαση 2760/85/ΕΚΑΧ όσο και καθόσον αφορούν το άρθρο 14Γ της αποφάσεως 3585/85/ΕΚΑΧ .
182 . Ο χαρακτηρισμός αυτών των αποφάσεων ως ατομικών θα συνεπαγόταν, κατά την άποψή μου, την ακύρωσή τους λόγω υπερβάσεως εξουσίας .
183 . Εντούτοις, αποκλίνω υπέρ της απόψεως ότι συνιστούν γενικές αποφάσεις και, κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τις προσφυγές ως αβάσιμες .
184 . Λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα, οι προσφεύγουσες πρέπει να υποστούν τα δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας .
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά .
( 1 ) ΕΕ L 260 της 2.10.1985 .
( 2 ) ΕΕ L 29 της 1.2.1984 .
( 3 ) ΕΕ L 340 της 18.12.1985, σ . 5 .
( 4 ) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 14/81, Alpha Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ . 749, ιδίως σ . 763, σκέψη 8 .
( 5 ) Απόφαση της 23ης Απριλίου 1956 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 7 και 9/54, Groupement des industries siderurgiques luxembourgeoises κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1955/56, σ . 53, ιδίως σ . 87 απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960 στις υποθέσεις 24 και 34/58, Chambre syndicale de la siderurgie de l' Est de la France κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1960, σ . 573, ιδίως σ . 598 απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961 στην υπόθεση 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1961, σ . 1, ιδίως σσ . 3 και 36 .
( 6 ) Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1955 στην υπόθεση 3/54, Associazione industrie siderurgiche italiane ( Assider ) κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1954/55, σ . 123, ιδίως σσ . 138 και 139 απόφαση της 16ης Ιουλίου 1956 στην υπόθεση 8/55, Federation charbonniere de Belgique ( Fedechar ) κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1955/56, σ . 199, ιδίως σ . 225 .
( 7 ) Απόφαση στην υπόθεση Fedechar, που προαναφέρθηκε, σ . 226 ωστόσο, υπό κάπως στενότερη έννοια, βλέπε απόφαση της 9ης Ιουνίου 1964 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 55 έως 59 και 61 έως 63/63, Ferriere di Modena και λοιποί κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1964, σ . 413, ιδίως σ . 448 .
( 8 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Walzstahl-Vereinigung και Thyssen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ . 951, ιδίως σσ . 982 έως 984 .
( 9 ) Apevarg tgs 15gs Iamouaqiou 1983 rtgm upeherg 250/83, Finsider κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ . 131, ιδίως σσ . 150 και 151 .
( 10 ) Βλέπε προαναφερθείσες αποφάσεις, στις σσ . 226 και 447, αντιστοίχως .
( 11 ) Βλέπε τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης 2760/85/ΕΚΑΧ .
( 12 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση 6/68, Zuckerfabrik κατά Συμβουλίου, Rec . 1968, σ . 595, ιδίως σ . 604 απόφαση της 5ης Μαΐου 1977 στην υπόθεση 101/76, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec . 1977, σ . 797, ιδίως σ . 808 απόφαση της 17ης Ιουνίου 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 789 και 790/79, Rec . 1980, σ . 1949, ιδίως σ . 1959 .
( 13 ) Βλέπε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Carl Otto Lenz στην υπόθεση Finsider, Συλλογή 1985, σ . 137 .
( 14 ) Diaro da Republica, σειρά Ι, αριθ . 215, δεύτερο συμπλήρωμα, της 18.9.1985 .
( 15 ) Ανευρίσκονται υπαινιγμοί σ' αυτές τις δύο αντιλήψεις περί καταχρήσεως εξουσίας στη νομολογία του Δικαστηρίου : βλέπε, όσον αφορά την πρώτη έννοια ( παραδοσιακή ), απόφαση της 12ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 2/57, Compagnie des hauts fourneaux de Chasse κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1958, σ . 129, ιδίως σ . 148 βλέπε επίσης απόφαση της 18ης Μαρτίου 1980 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 154/79 και λοιπές, Valsabbia κατά Επιτροπής, Rec . 1980, σ . 907, ιδίως σ . 1020, σκέψη 0 . 'Οσον αφορά την αντικειμενική αντίληψη, βλέπε για παράδειγμα απόφαση που εκδόθηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Fedechar, στις σσ . 309 και 310 .
( 16 ) Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982 στην υπόθεση 119/81, Kloeckner-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ . 2627, ιδίως σ . 2650 .
( 17 ) Βλέπε επίσης απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Valsabbia, προαναφερθείσα, στη σ . 1002, και επίσης απόφαση της 13ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 9/56, Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1958, σ . 9, ιδίως σ . 43, και απόφαση της 21ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 8/57, Groupement des hauts fourneaux et Acieries belges κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1958, σ . 223, ιδίως σ . 242 .
( 18 ) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Valsabbia, προαναφερθείσα, στη σ . 1003 .
( 19 ) Προαναφερθείσα απόφαση 119/81, σ . 2650, σκέψη 13 .
( 20 ) Βλέπε επίσης απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 60/84, Queensborough Rolling Mill κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ . 1829, ιδίως σ . 1847, σκέψη 11 .
( 21 ) Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 250/83, Finsider κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ . 131, ιδίως σ . 152 .
( 22 ) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 72/83, Campus Oil Limited και λοιποί κατά Υπουργού Βιομηχανίας, Συλλογή 1984, σ . 2727 και επ .
( 23 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 63 και 147/84, Finsider κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ . 2857, ιδίως σ . 2873, σκέψη 31 .
( 24 ) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Compagnie des hauts fourneaux de Chasse, προαναφερθείσα, Rec . 1958, σ . 151, και απόφαση της 21ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 13/57, Wirtschaftsvereinigung κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1958, σ . 290 .
( 25 ) Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Finsider, προαναφερθείσα, Συλλογή 1985, σ . 152 βλέπε επίσης απόφαση της 13ης Ιουλίου 1962 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 17 και 20/61, Kloeckner Werke κατά Ανωτάτης Αρχής, Rec . 1962, σ . 620, ιδίως σ . 652 .
( 26 ) Βλέπε απόφαση Finsider, προαναφερθείσα, σ . 152, σκέψη 8 .
( 27 ) Απόφαση 2320/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 1981 ( ΕΕ L 228 της 13.8.1981, σ . 14 ).
( 28 ) Βλέπε για παράδειγμα απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Valsabbia, προαναφερθείσα, Rec . 1980, σ . 909 .
( 29 ) Βλέπε απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Alpha Steel, προαναφερθείσα, σ . 751, ιδίως σ . 767 .
( 30 ) Βλέπε απόφαση της 11ης Μαΐου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 303 και 312/81, Kloeckner-Werke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ . 1507, ιδίως σσ . 1524 και 1525 .
( 31 ) Βλέπε απόφαση της 5ης Μαΐου 1966 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 18 και 35/65, Gutmann κατά Επιτροπής, Rec . 1966, σ . 149, ιδίως σ . 171 απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976 στην υπόθεση 105/75, Giuffrida κατά Συμβουλίου, Rec . 1976, σ . 1395, ιδίως σ . 1403 απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 92/78, Simmentahl κατά Επιτροπής, Rec . 1979, σ . 777, ιδίως σ . 811 απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 140, 146, 221 και 226/82, Walzstahl-Vereinigung κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ . 951, ιδίως σ . 986 .
( 32 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1983 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 31, 138 και 204/82, Μεταλλουργική Χάλυψ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ . 4193, ιδίως σσ . 4208 και 4209 .
( 33 ) Βλέπε, κατά την αυτή έννοια, απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, Queenborough Rolling Mill κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 11 .
( 34 ) Προαναφερθείσα απόφαση, στη σ . 4211 .
( 35 ) Απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Campus Oil, προαναφερθείσα, στη σ . 2754 .
( 36 ) 'Οπ.π ., στη σ . 2755 .
( 37 ) Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 32 .
Full & Egal Universal Law Academy