Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Α - Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επιβάλλοντας υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ στους οίνους από νωπά σταφύλια, που είναι εισαγόμενα προϊόντα, από ό,τι στο ζύθο, που είναι προϊόν που παράγεται κυρίως εγχωρίως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης .
2 . Η επίδικη βελγική νομοθεσία αποτελείται από το βασιλικό διάταγμα 20 της 20ής Ιουλίου 1970 ( 1 ), όπως έχει τροποποιηθεί από τα βασιλικά διατάγματα της 25ης Μαρτίου 1977 ( 2 ) και της 16ης Νοεμβρίου 1983 ( 3 ), με τα οποία καθορίστηκαν οι συντελεστές του ΦΠΑ και και η κατανομή των αγαθών και υπηρεσιών ανάλογα με τους συντελεστές στους οποίους υπάγονται .
3.Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, ο ζύθος υπόκειται σε συντελεστή 19%, ενώ ο συντελεστής 25% ισχύει για διάφορα ποτά που διατίθενται προς οικιακή κατανάλωση, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο οίνος από νωπά σταφύλια .
4 . Β - Θεωρώντας, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 170/78 ( 4 ), ότι ο οίνος και ζύθος είναι προϊόντα ανταγωνιστικά στις προτιμήσεις των καταναλωτών, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των βελγικών αρχών, με έγγραφο της 22ας Οκτωβρίου 1983, στο γεγονός ότι η επιβολή χαμηλότερου συντελεστή για το ζύθο από ό,τι για τον οίνο από νωπά σταφύλια συνιστά παράβαση της διατάξεως της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95 της Συνθήκης .
5 . Μη έχοντας λάβει καμία απόκριση από τη βελγική κυβέρνηση, η Επιτροπή της απέστειλε στις 20 Ιουνίου 1984 έγγραφη όχληση, με την οποία την καλούσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της .
6 . Με την απάντησή της, η βελγική κυβέρνηση επικαλέστηκε διάφορους λόγους, για να συναγάγει ότι δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 95, δεύτερη παράγραφος, εφόσον δεν έχει έρεισμα ο ισχυρισμός ότι η διαφορά συντελεστή - που, κατά την άποψή της, δεν αντανακλούσε επ' ουδενί λόγω τη βούληση να ευνοηθεί ένα εγχώριο σε σχέση προς ένα εισαγόμενο προϊόν - ασκούσε στην πράξη προστατευτική επίδραση .
7 . Επειδή η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητικά τα επιχειρήματα του Βελγίου, απηύθυνε στο εν λόγω κράτος μέλος αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ενέμενε στην αιτίασή της περί παραβάσεως της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95 της Συνθήκης, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την εν λόγω γνώμη εντός προθεσμίας ενός μηνός .
8 . Ελλείψει απαντήσεως στην αιτιολογημένη γνώμη η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο της 15ης Νοεμβρίου 1985 .
9 . Γ - Τα επιχειρήματα των διαδίκων - καθώς και της γαλλικής κυβερνήσεως, στην οποία επετράπη η παρέμβαση υπέρ της Επιτροπής - συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
10 . Αρκεί εδώ να σημειωθεί ότι η Επιτροπή βασίζει την επιχειρηματολογία της στην πεποίθηση - την οποία αντλεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου - ότι, άπαξ αποδειχτεί ότι δύο προϊόντα βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους, κάθε διαφορά μεταξύ των φορολογικών συντελεστών που επιβάλλονται στην ίδια φορολογική βάση ( εν προκειμένω στην προστιθέμενη αξία ) είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 95, παράγραφος 2 .
11 . Δεδομένου ότι, κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί ότι μεταξύ οίνου και ζύθου υπάρχει σχέση ανταγωνισμού ( 5 ), αυτό αρκεί για να συναχθεί ότι η διαφορά μεταξύ των συντελεστών που επιβάλλονται στο καθένα από τα δύο αυτά προϊόντα στο Βέλγιο στοιχειοθετεί παράβαση της διατάξεως της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95, ενώ το εύρος της διαφοράς αυτής έχει σημασία μόνο για να εκτιμηθεί η βαρύτητα της παραβάσεως .
12 . Κατά το Βέλγιο, αντιθέτως, η εφαρμογή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95 προϋποθέτει, αντίθετα από ό,τι η πρώτη παράγραφος, τη συνδρομή μιας ακόμη συνθήκης, να είναι δηλαδή διαφορά φόρου ικανή να ασκήσει προστατευτική επίδραση υπέρ των εγχωρίων προϊόντων που είναι ανταγωνιστικά προς τα εισαγόμενα .
13 . Εν προκειμένω όμως, η διαφορά συντελεστή ΦΠΑ μεταξύ οίνων και ζύθου - που αφορά άλλωστε μέρος μόνο της κατανάλωσης αυτών των προϊόντων - δεν είναι ικανή να ασκήσει σημαντική επίδραση στην τιμή λιανικής πωλήσεως και, κατ' επέκταση, στις επιλογές των καταναλωτών .
14 . Δ - Για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς είναι επομένως καθοριστικής σημασίας η ερμηνεία της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95 .
15 . Για την ερμηνεία αυτή, πρέπει καταρχάς να ενταχθεί η εν λόγω διάταξη της δεύτερης παραγράφου στο όλο πλαίσιο του άρθρου 95, λαμβανομένης υπόψη της γενικής του λειτουργίας και της σχέσης της προς τον κανόνα της πρώτης παραγράφου .
16 . Παράλληλα, πρέπει οπωσδήποτε το άρθρο 95 στο σύνολό του να εκτιμηθεί στο πλαίσιο του κεφαλαίου στο οποίο ανήκει - και ιδίως σε σχέση προς το άρθρο 99 - καθώς και σε συνάρτηση με τους γενικούς στόχους της Συνθήκης .
17 . Ε - Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχθεί ( 6 ) ότι η πρώτη και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95 "αποτελούν συμπλήρωμα των διατάξεων περί καταργήσεως των τελωνειακών δασμών και των επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος", διότι "έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, εξαλείφοντας κάθε μορφής προστασία που δύναται να προκύψει από την επιβολή εσωτερικής φορολογίας που εισάγει διακρίσεις εις βάρος των προϊόντων άλλων κρατών μελών ".
18 . Καταλήγοντας, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 95 "εγγυάται την πλήρη ουδετερότητα της εσωτερικής φορολογίας όσον αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ εθνικών και εισαγομένων προϊόντων ".
19 . Δεν αμφισβητείται, φυσικά, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η "ελευθερία κάθε κράτους μέλους να θεσπίζει ένα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα προϊόντα, σύμφωνα με ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως η φύση των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται ή οι μέθοδοι παραγωγής που εφαρμόζονται" ( 7 ).
20 . Απλώς, "τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο αν επιδιώκουν στόχους οικονομικής πολιτικής που και αυτοί συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου και αν ο τρόπος εφαρμογής τους είναι τέτοιος ώστε ν' αποφεύγεται κάθε μορφή διακρίσεως άμεσης ή έμμεσης σε σχέση με εισαγωγές που πραγματοποιούνται από άλλα κράτη μέλη ή προστασίας της ανταγωνιστικής εθνικής παραγωγής ".
21 . Με άλλα λόγια, "η ελευθερία επιβολής εσωτερικών φόρων που κατ' αυτό τον τρόπο αφίεται στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 95, κατά την οποία απαγορεύονται οι φορολογικές διακρίσεις, αλλ' αντιθέτως πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως και να σέβεται τις απαγορεύσεις" ( 8 ). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, το Δικαστήριο δέχτηκε, με την απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, στην υπόθεση 243/84, John Walker ( 9 ), ότι ένα σύστημα διαφοροποιημένης φορολογίας για ορισμένα μη ομοειδή ποτά συμβιβάζεται με το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, "εφόσον σε καθεμιά από τις φορολογικές κατηγορίες περιλαμβάνεται σημαντικό τμήμα της εθνικής παραγωγής αλκοολούχων ποτών ".
22 . 'Οσον αφορά τη σχέση μεταξύ των άρθρων 95 και 99, το Δικαστήριο έχει επίσης ήδη τονίσει τη διαφορά μεταξύ των σκοπών που επιδιώκουν οι δύο αυτές διατάξεις . Ενώ διαπιστώνει ότι διαφορές που υφίστανται μεταξύ των κατ' ιδίαν εθνικών νομοθεσιών "συνιστούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην ανάπτυξη των ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών", θεωρεί ωστόσο ότι η εφαρμογή του προγράμματος εναρμονίσεως που προβλέπεται από το άρθρο δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 95, το οποίο "επιβάλλει μια θεμελιώδη υποχρέωση, που συνδέεται άμεσα με την απαγόρευση της επιβολής δασμών και επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ κρατών μελών, δεδομένου ότι αποσκοπεί στην εξάλειψη, πριν από οποιαδήποτε εναρμόνιση, όλων των εθνικών φορολογικών πρακτικών που ενδέχεται να εισάγουν διακρίσεις εις βάρος εισαγομένων προϊόντων ή να εξασφαλίζουν προστασία σε ορισμένα εγχώρια προϊόντα ". Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 95 και 99 επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους, δεδομένου ότι "η μεν πρώτη από τις διατάξεις αυτές αποσκοπεί στην άμεση εξάλειψη των φορολογικών πρακτικών που εισάγουν διακρίσεις ή εξασφαλίζουν προστασία, ενώ η δεύτερη αποβλέπει στην άμβλυνση των εμποδίων στις συναλλαγές, που προκύπτουν από τις ανομοιότητες των εθνικών φορολογικών συστημάτων, και όταν ακόμα αυτά εφαρμόζονται χωρίς διακρίσεις" ( 10 ).
23 . Επιβεβαιώνοντας τη διαφορά αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε εξάλλου ότι η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95 επίσης επιβάλλει απαγόρευση "απόλυτη, νομικώς τελεία και συνεπώς ικανή να παράγει άμεσα αποτελέσματα στις έννομες σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των πολιτών τους" ( 11 ).
24 . ΣΤ - Πρέπει, ωστόσο, κατά την ερμηνεία καθεμιάς από τις προϋποθέσεις του άρθρου 95 υπό το φως της λειτουργίας και των γενικών στόχων που το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή τη διάταξη, να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των κανόνων της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου .
25 . Η πρώτη παράγραφος εφαρμόζεται στα ομοειδή προϊόντα, σύμφωνα δηλαδή με τον ορισμό του Δικαστηρίου ( 12 ), σε εκείνα που "εμφανίζουν, κατά την αντίληψη των καταναλωτών, παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες ". Το Δικαστήριο δέχτηκε έτσι την ευρεία ερμηνεία της έννοιας του ομοειδούς, σύμφωνα με την οποία το ομοειδές δεν πρέπει να εκτιμάται "βάσει του κριτηρίου της αυστηρής ταυτότητας, αλλά της όμοιας ή παρεμφερούς χρησιμοποίησης του προϊόντος" ( 13 ).
26 . Ως προς τα προϊόντα αυτά, το ισχύον καθεστώς απαγορεύει την άμεση ή έμμεση επιβάρυνση των προϊόντων των άλλων κρατών μελών με εσωτερικούς φόρους οιασδήποτε φύσεως, υψηλότερους από εκείνους που βαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα εγχώρια προϊόντα . Με άλλα λόγια, απαγορεύεται "κάθε δημοσιονομική διάταξη που έχει ως αποτέλεσμα να φορολογούνται βαρύτερα τα εισαγόμενα προϊόντα από τα εγχώρια, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου μηχανισμού" ( 14 ).
27 . Από την άλλη πλευρά, "η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95 εφαρμόζεται στη φορολογική μεταχείριση των προϊόντων, τα οποία, καίτοι δεν ανταποκρίνονται προς το κριτήριο του ομοειδούς που διατυπώνεται στην πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, βρίσκονται, εντούτοις, σε ανταγωνιστική σχέση, είτε μερική είτε ενδεχόμενη, με ορισμένα προϊόντα της χώρας εισαγωγής" ( 15 ).
28 . Γι' αυτά τα τελευταία, η εν λόγω διάταξη απαγορεύει σε κάθε κράτος μέλος να εφαρμόζει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους που μπορούν ως εκ της φύσεώς τους να προστατεύσουν έμμεσα άλλα προϊόντα .
29 . Με άλλα λόγια, το άρθρο 95, παράγραφος 2, εφαρμόζεται στα προϊόντα που, χωρίς να είναι ομοειδή με τα εισαγόμενα, ενδέχεται να προστατεύονται έμμεσα από διαφοροποιημένους φόρους, διότι βρίσκονται σε ανταγωνισμό προς τα προϊόντα αυτά "λόγω μιας ή περισσοτέρων οικονομικών χρήσεων στις οποίες υπόκεινται" ( απόφαση Fink-Frucht, όπ.π ., Rec . 1968, σ . 343 ).
30 . Σχετικώς, το Δικαστήριο τόνισε ότι "έστω και αν δεν υφίσταται άμεσος ανταγωνισμός με κάποιο εγχώριο προϊόν, θα υπήρχε τέτοια προστασία, αν αποδεικνυόταν ότι το εισαγόμενο προϊόν φέρει ορισμένο φορολογικό βάρος λόγω των χαρακτηριστικών του από άποψη παρασκευής ή εμπορίας ή λόγω οποιασδήποτε άλλης οικονομικής περιστάσεως, κατά τρόπο που να προστατεύονται ορισμένες οικονομικές δραστηριότητες άλλες από εκείνες που χρησιμεύουν στην παρασκευή του εισαγόμενου προϊόντος" ( απόφαση Fink-Frucht, Rec . 1968, σ . 343 ).
31 . 'Οπως αναφέρεται στην ίδια απόφαση Fink-Frucht ( Rec . 1968, σ . 343 ), ενώ το άρθρο 95, πρώτη παράγραφος, απαγορεύει έναν φόρο μόνον εφόσον υπερβαίνει κάποιο σαφώς ορισμένο ύψος, η απαγόρευση της δεύτερης παραγράφου στηρίζεται στην προστατευτική επίδραση των σχετικών φόρων, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο μέτρο σύγκρισης ".
32 . Προκειμένου για την πρώτη παράγραφο, μέτρο σύγκρισης αποτελεί - εννοείται - το ύψος του φόρου που βαρύνει άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα εφόσον προσδιοριστεί το ύψος αυτό, η εφαρμογή της διατάξεως αυτής γίνεται με μια απλή αριθμητική πράξη "συγκρίσεως των φορολογικών βαρών, βάσει του συντελεστή, της φορολογικής βάσεως ή άλλων εκτελεστικών διατάξεων" ( 16 ).
33 . "Η απαγόρευση ισχύει οσάκις ένας φορολογικός μηχανισμός μπορεί, ως εκ της φύσεώς του, να επιβαρύνει περισσότερο το εισαγόμενο προϊόν από το εγχώριο" ( απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., Rec . σ . 433, σκέψη 9 ).
34 . Προκειμένου για τη δεύτερη παράγραφο, "ενόψει του ότι δυσχερώς μπορούν να γίνουν αρκετά ακριβείς συγκρίσεις μεταξύ των σχετικών προϊόντων", το κριτήριο εκτιμήσεως είναι κατ' ανάγκη "ένα γενικότερο κριτήριο", δηλαδή ο προστατευτικός ή μη χαρακτήρας ενός συστήματος εσωτερικών φόρων ( 17 ). Πρέπει επομένως να μπορεί να βεβαιωθεί ότι ένας ορισμένος φόρος "είναι ικανός να ασκήσει την εν λόγω (( προστατευτική )) επίδραση" ( απόφαση Fink-Frucht, Rec . 1968, σ . 343 ), πριν κριθεί ότι δεν συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη .
35 . Η σαφής διάκριση μεταξύ ομοειδών και ανταγωνιστικών προϊόντων, που οδηγεί αντιστοίχως στην εφαρμογή της πρώτης ή της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95, τότε μόνο καθίσταται περιττή, όταν, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1983 σχετικά με το φορολογικό καθεστώς των ιταλικών αποσταγμάτων ( 18 ), γίνεται χρήση ενός κριτηρίου "που συνεπάγεται αυξημένη φορολογία, όπως η ονομασία καταγωγής ή προελεύσεως, που εξ ορισμού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εφαρμόζεται επί ομοειδών εθνικών προϊόντων ή προϊόντων τα οποία βρίσκονται στη σχέση ανταγωνισμού, που περιγράφηκε ανωτέρω, με τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα . Παρόμοιο σύστημα έχει ως συνέπεια τον εκ των προτέρων αποκλεισμό των εθνικών προϊόντων από το σύστημα βαρύτερης φορολογίας, εφόσον δεν θα συγκεντρώνουν ποτέ τους όρους της εν λόγω αυξημένης επιβαρύνσεως ...".
36 . Ομοίως, το Δικαστήριο, χωρίς να χρειαστεί να εξετάσει αν ήταν εφαρμοστέα η πρώτη ή η δεύτερη παράγραφος, έκρινε, με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 στην υπόθεση 278/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 19 ), σχετικά με το συντελεστή ΦΠΑ που εφαρμοζόταν στους εγχώριους και στους εισαγόμενους αφρώδεις οίνους ( κυρίως στη σαμπάνια ), ότι "(( παραβιαζόταν )) ... κατάφωρα ο κανόνας της απαγορεύσεως (( των )) φορολογικών διακρίσεων του άρθρου 95", εφόσον ήταν "πρόδηλο ότι ο ορισμός που δίδει η ιταλική νομοθεσία στην κατηγορία αφρωδών οίνων που υπόκεινται στον υψηλότερο φορολογικό συντελεστή αποβλέπει στο να πλήττονται αποκλειστικά τα εισαγόμενα προϊόντα και στην προστασία της αντίστοιχης εγχώριας παραγωγής, καθόσον γι' αυτή προβλέπει αισθητά χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή ".
37 . Είναι εξαιρετικές όμως, κατά την άποψή μου, τέτοιες περιπτώσεις σαν αυτήν, που χαρακτηρίζονται σαφώς από πρόθεση διακρίσεως και από την προφανή ύπαρξη αποτελεσμάτων που συνιστούν διάκριση .
38 . Ζ - Το πρώτο ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 2, είναι επομένως να διευκρινιστεί αν ένα εγχώριο και ένα εισαγόμενο προϊόν τελούν ή όχι σε σχέση ανταγωνισμού, λαμβανομένων υπόψη των αντιστοίχων δυνατοτήτων οικονομικής τους χρήσεως και του βαθμού υποκαταστάσεως που υφίσταται μεταξύ τους σε σχέση με την ικανοποίηση ομοίων αναγκών .
39 . 'Οπως αναφέρθηκε ήδη, το Δικαστήριο θεωρεί ( 20 ) ότι ο ανταγωνισμός μπορεί και να είναι απλώς "μερικός" ή "ενδεχόμενος ".
40 . Για να εξακριβωθεί η ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ( 21 ) ότι "λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η παρούσα κατάσταση της αγοράς, αλλά και οι δυνατότητες αναπτύξεως στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων σε κοινοτική κλίμακα, καθώς και οι νέες δυνατότητες υποκαταστάσεως μεταξύ προϊόντων που μπορεί να προκύψουν από την αύξηση της εντάσεως των ανταλλαγών, έτσι ώστε να αξιοποιείται πλήρως η συμπληρωματικότητα μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών, σύμφωνα με τους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 2 της Συνθήκης ".
41 . Η σχέση ανταγωνισμού μεταξύ προϊόντων πρέπει, έπειτα, να εκτιμάται στην προοπτική εξέλιξής της, λαμβανομένων υπόψη των νέων δυνατοτήτων υποκαταστάσεως που έχουν δημιουργηθεί από τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, καθώς και της εξέλιξης των προτιμήσεων των καταναλωτών .
42 . Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο τόνισε με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983 ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή σ . 2287, σκέψη 8 ) ότι "για να εκτιμηθεί μέχρι ποίου σημείου υφίσταται βαθμός υποκαταστάσεως, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνο οι καταναλωτικές συνήθειες που επικρατούν σε ένα κράτος μέλος ή σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια . Πράγματι, οι συνήθειες αυτές που ποικίλλουν αισθητά κατά χρόνο και τόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αμετάβλητο στοιχείο επομένως η δημοσιονομική πολιτική των κρατών μελών δεν πρέπει να χρησιμεύει στο να αποκρυσταλλώνονται δεδομένες καταναλωτικές συνήθειες με σκοπό τη σταθεροποίηση κεκτημένων πλεονεκτημάτων των εθνικών βιομηχανιών που εξυπηρετούν την ικανοποίησή τους ".
43 . Η - Αφού λοιπόν αποδεικνύεται η ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ των δύο προϊόντων, μένει προς επίλυση ένα δεύτερο ερώτημα .
44 . Το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, απαγορεύει τις φορολογικιές πρακτικές "η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία" των προϊόντων του κράτους μέλους εισαγωγής .
45 . Ενόψει της διαφοράς μεταξύ των διατάξεων της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου του εν λόγω άρθρου, η προϋπόθεση αυτή σημαίνει στην ουσία ότι πρέπει να εκτιμάται αν η διαφορά μεταξύ των φόρων που επιβάλλονται στα ανταγωνιστικά προϊόντα είναι ικανή να προστατεύσει έμμεσα το εγχώριο προϊόν ( 22 ).
46 . Πρέπει ωστόσο να τονιστεί, όπως το έχει ήδη τονίσει το Δικαστήριο ( 23 ), ότι "η εν λόγω διάταξη αποδίδει σημασία στη φύση του οικείου φορολογικού συστήματος και επομένως δεν μπορεί να απαιτείται, σε κάθε περίπτωση, να αποδεικνύεται βάσει συστατικών στοιχείων η ύπαρξη προστατευτικού αποτελέσματος . Για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος, αρκεί να αποδεικνύεται ότι ορισμένος φορολογικός μηχανισμός μπορεί, λόγω των χαρακτηριστικών του, να ασκήσει την προστατευτική επίδραση στην οποία αναφέρεται η Συνθήκη . Χωρίς, επομένως, να υποτιμάται η σημασία των στοιχείων εκτιμήσεως που είναι δυνατόν να αντληθούν από στατιστικά στοιχεία, με τα οποία μετράται η επίδραση ορισμένου φορολογικού μηχανισμού, δεν μπορεί να αξιωθεί από την Επιτροπή να προσκομίσει αριθμητικά στοιχεία που να αποδεικνύουν απτά την ύπαρξη προστατευτικής επίδρασης του αμφισβητούμενου φορολογικού συστήματος ".
47 . Ενόψει προεκτεθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου, το πρόβλημα αν η διαφορά φορολογικού συντελεστή πρέπει να παράγει αισθητά ή ορισμένης εκτάσεως προστατευτικά αποτελέσματα χάνει τον αυτοτελή χαρακτήρα του . Με άλλα λόγια, δεν μου φαίνεται ότι αποτελεί, για την εφαρμογή του μηχανισμού της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95, πρόσθετη προϋπόθεση, ούτως ώστε να αποκλείονται αυτόματα οι "ήσσονος εκτάσεως" φορολογικές διαφορές .
48 . Εκείνο που έχει σημασία είναι αν η διαφορά φορολογικής μεταχείρισης μεταξύ ανταγωνιστικών εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων είναι ικανή να ασκήσει προστατευτική επίδραση, κατά την έννοια που την αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο .
49 . Κατά την άποψή μου, η μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση της διαφοράς μεταξύ των συντελεστών αποτελεί, σε συνδυασμό προς τα άλλα στοιχεία που ασκούν επιρροή - τα σχετικά με τη χρησιμοποίηση των οικείων προϊόντων, τη σύστασή τους και τη σχέση τους με τις καταναλωτικές συνήθειες, τις διαφορές τιμών, την εξέλιξη της κατανάλωσης και των εισαγωγών, κλπ . -, ένα από τα στοιχεία εκτιμήσεως, που δίνουν σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να εξακριβωθεί αν ένα φορολογικό σύστημα είναι ή όχι τέτοιας φύσεως ώστε να ασκεί προστατευτική επίδραση υπέρ της εγχώριας παραγωγής .
50 . Αυτό σημαίνει ότι - αντίθετα από ό,τι η πρώτη παράγραφος - η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 95 δεν επιβάλλει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας VerLoren van Themaat ( 24 ), την απόλυτη ισότητα των φορολογικών συντελεστών των εγχωρίων και των εισαγομένων προϊόντων .
51 . Το Δικαστήριο έχει άλλωστε ήδη αποφανθεί, με την απόφαση Fink-Frucht, που αφορούσε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Finanzgericht του Μονάχου, ότι "η Συνθήκη δεν απαγορεύει στον εθνικό δικαστή να κρίνει ενδεχομένως από ποιο ύψος και κάτω ο επίδικος φόρος παύει να παράγει το προστατευτικό αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται" από το άρθρο 95, δεύτερη παράγραφος .
52 . Εν πάση περιπτώσει, ως προς την πρώτη παράγραφο, το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί ρητά ( 25 ) ότι το κριτήριο εκτιμήσεως "συνίσταται στη σύγκριση των φορολογικών βαρών, με βάση είτε το συντελεστή, είτε τη φορολογική βάση, είτε άλλες εκτελεστικές διατάξεις ".
53 . Νομίζω ομοίως ότι, για τη δεύτερη παράγραφο, έχει σημασία να εκτιμηθούν τα φορολογικά βάρη και όχι μόνο οι συντελεστές στην παρούσα περίπτωση, το ζήτημα αυτό δεν έχει καμία σημασία, διότι εκείνο που αμφισβητείται είναι μόνο η διαφορά μεταξύ των εφαρμοστέων συντελεστών .
54 . Απλώς, η εκτίμηση των φορολογικών βαρών πρέπει εδώ να γίνει λαμβανομένης υπόψη της επίπτωσής της στις σχέσεις ανταγωνισμού, μεταξύ των προϊόντων υπό την έννοια ότι πρέπει να αποτιμηθεί η ενδεχόμενη προστατευτική τους επίδραση υπέρ της εγχώριας παραγωγής .
55 . Η προστατευτική αυτή επίδραση, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Gerhard Reischl το 1980 με τις προτάσεις του στην υπόθεση 170/78 ( 26 ), "δεν υφίσταται ωστόσο αυτομάτως από τη στιγμή που το εισαγόμενο προϊόν φορολογείται βαρύτερα από εκείνο που μπορεί να το υποκαταστήσει, δεδομένου ότι, λόγω των διαφορών κόστους και τιμών που εμφανίζουν τα υποκατάστατα, μια υψηλότερη φορολόγηση δεν μετακυλίεται πάντοτε στην αγορά ".
56 . Μπορούμε να εκφράσουμε το ίδιο με άλλα λόγια, λέγοντας ότι η Συνθήκη, επιβάλλοντας ίση μεταχείριση για τα ομοειδή προϊόντα, καθιερώνει ουσιαστικά αμάχητο τεκμήριο ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση, οσάκις είναι διαφορετικά τα φορολογικά βάρη ενώ για τα ανταγωνιστικά προϊόντα, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται ότι η διαφορά φορολογίας είναι ικανή (" ως εκ της φύσεώς της ") να προστατεύσει έμμεσα τα εγχώρια προϊόντα ( 27 ).
57 . Θ - Ας δούμε πώς εφαρμόζονται τα συμπεράσματα αυτά στην υπό κρίση περίπτωση .
58 . Πρώτον, όσον αφορά τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των δύο επίδικων προϊόντων, του οίνου και του ζύθου .
59 . Με τη μη οριστική απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, κρίθηκε, στη σκέψη 14 ( σκέψη που επαναλαμβάνεται στη συνέχεια και με την οριστική απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983 ), ότι "μέχρις ορισμένου σημείου τουλάχιστον, τα εν λόγω ποτά μπορούν να ικανοποιούν παρόμοιες ανάγκες, έτσι ώστε πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται μεταξύ τους ορισμένος βαθμός υποκαταστάσεως ". Και το Δικαστήριο προσέθεσε, όπως είδαμε ήδη, ότι για την εκτίμηση του βαθμού υποκαταστάσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες εξελίξεως των καταναλωτικών συνηθειών στην προοπτική της ενιαίας κοινοτικής αγοράς .
60 . Ωστόσο, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι μεταξύ των δύο ποτών υφίστανται "σημαντικές διαφορές ... από άποψη μεθόδων παρασκευής και φυσικών ιδιοτήτων", οι οποίες συνεπάγονται "τόσο σημαντικές διαφορές στη διαμόρφωση της τιμής, που, παρά τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των τελικών προϊόντων, παρίστανται ιδιαίτερα δυσχερείς οι συγκρίσεις από φορολογική άποψη" ( σκέψη 15 ).
61 . Κατόπιν συμπληρωματικής διεξαγωγής αποδείξεων, στην οποία είχε κρίνει αναγκαίο να προβεί, το Δικαστήριο κατέληξε, με την οριστική του απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983, ότι "λαμβανομένων υπόψη των μεγάλων διαφορών μεταξύ των οίνων ως προς την ποιότητα και, επομένως, ως προς την τιμή, η αποφασιστική ανταγωνιστική σχέση μεταξύ του ζύθου, ποτού λαϊκής και ευρείας καταναλώσεως, και του οίνου, πρέπει να προσδιοριστεί με βάση τους οίνους που καταναλίσκονται περισσότερο από το ευρύ κοινό, οι οποίοι είναι γενικά οι ελαφρότεροι και οι φθηνότεροι . Σ' αυτή τη βάση πρέπει, επομένως, να γίνονται οι συγκρίσεις ως προς τη φορολογία αναλόγως του βαθμού οινοπνεύματος των εν λόγω δύο ποτών ή της τιμής τους" ( σκέψη 12 ).
62 . Το Δικαστήριο δέχτηκε έτσι ότι ευσταθούσαν οι παρατηρήσεις της ιταλικής κυβέρνησης - παρεμβαίνουσας σ' εκείνη τη διαδικασία - ότι "δεν ενδείκνυται η σύγκριση μεταξύ ζύθου και οίνων μέσης ή, πολύ περισσότερο, υψηλής περιεκτικότητας σε οινόπνευμα ". Κατά την ιταλική κυβέρνηση, οι οίνοι που βρίσκονται πράγματι σε σχέση ανταγωνισμού προς το ζύθο είναι ακριβώς "οι ελαφρότεροι οίνοι με βαθμό οινοπνεύματος γύρω στους 9 βαθμούς, δηλαδή οι συνηθέστεροι και φθηνότεροι οίνοι" επομένως, αυτοί ακριβώς είναι που πρέπει να επιλέγονται ως μέτρο συγκρίσεως για να μετρηθεί η επίπτωση του φόρου ( σκέψη 11 ).
63 . Σε ποιο βαθμό οι σκέψεις αυτές ισχύουν στην εκτίμηση της σχέσης ανταγωνισμού μεταξύ του οίνου και του ζύθου στην υπό κρίση περίπτωση;
64 . Πρέπει να σημειωθεί ότι το φορολογικό σύστημα που μας απασχολεί εδώ είναι το βελγικό και όχι το βρετανικό .
65 . Πάντως, η μετάβαση από τη μια ακτή της Μάγχης στην άλλη δεν αρκεί για να μεταβάλει ουσιαστικά όλες τις λαϊκές συνήθειες : φαίνεται πράγματι, ότι, όπως οι 'Αγγλοι, έτσι και οι Βέλγοι είναι από παράδοση καταναλωτές ζύθου . Κατά τη βελγική κυβέρνηση, η κατανάλωση ζύθου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των ηθών και εθίμων του βελγικού πληθυσμού, έστω και αν παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια μια κάποια υποχώρηση του ζύθου προς όφελος του οίνου και των άλλων οινοπνευματωδών .
66 . Αναγνωρίζεται ωστόσο - και οι δύο αντίδικοι το δέχονται στην υπό κρίση υπόθεση - ότι υπάρχει καταρχάς σχέση ανταγωνισμού μεταξύ οίνου και ζύθου .
67 . Για να προσδιοριστεί όμως σαφώς αυτή η σχέση ανταγωνισμού, πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνει δεκτό ότι μπορεί να συγκριθεί μόνον ό,τι είναι συγκρίσιμο .
68 . 'Οπως αποδεικνύεται δε από τη διαδικασία, όχι μόνο ο κατάλογος των οίνων που εισάγονται και καταναλώνονται στο Βέλγιο παρουσιάζει ποικιλία και πλούτο, αλλά και η ίδια η χώρα διαθέτει αφθονία ζύθου, των πιο διαφορετικών τύπων και στις πιο διαφορετικές τιμές .
69 . Σχετικά με τους ζύθους, η Επιτροπή σημείωσε ότι παράγονται στη χώρα 300 περίπου διαφορετικοί τύποι ζύθου . Ορισμένοι απ' αυτούς, που πωλούνται προς περισσότερο από 100 βελγικά φράγκα ( ΒFR ) το λίτρο, μπορούν να καταταγούν μεταξύ των ζύθων πολυτελείας .
70 . Δεν φαίνεται ορθό να συγκρίνονται αυτοί οι ζύθοι με τους τρέχοντες και φτηνούς οίνους, με τους οποίους δεν είναι καθόλου προφανές ότι υπάρχει σχέση ανταγωνισμού : η διαφορά τιμής είναι πράγματι μεγάλη, αλλά είναι επίσης διαφορετικές οι μέθοδοι παρασκευής, η γαστρονομική ποιότητα, οι προτιμήσεις τις οποίες ικανοποιούν, οι περιστάσεις στις οποίες πίνονται και τα στρώματα καταναλωτών στους οποίους απευθύνονται .
71 . Παρίσταται μάλιστα ήδη πιο λογικό να συγκριθούν αυτοί οι ζύθοι "πολυτελείας" με τους οίνους υψηλής ποιότητας, που επίσης βρίσκονται στην κορυφή της κλίμακας και που επίσης καταναλώνονται σε ειδικές περιστάσεις από γνώστες που διαθέτουν υψηλή αγοραστική δύναμη αλλά και εκλεπτυσμένο γούστο .
72 . Αλλά ακόμη και σ' αυτές τις περιπτώσεις, θα δίσταζα να ισχυριστώ ότι, γι' αυτό τον τύπο καταναλωτών, ένας οίνος εξαιρετικής εσοδείας και μια εκλεκτή μπύρα παρασκευασμένη με βιοτεχνικές μεθόδους θεωρούνται συνήθως ως υποκατάστατα μεταξύ τους .
73 . Οι προτιμήσεις σ' αυτό τον τομέα είναι συνήθως τόσο αποκλειστικές, που κάθε "ανάμειξη" των δύο προϊόντων μπορεί να θεωρηθεί ως ιεροσυλία .
74 . Εκείνο που κάνει την ποιότητα του οίνου είναι η σύσταση του εδάφους, η ηλιοφάνεια, οι βροχοπτώσεις, η επιλογή των ποικιλιών αμπέλου και η μέθοδος παρασκευής .
75 . Σε κάθε οίνο, το άρωμα, το χρώμα, η γεύση και η πυκνότητα διακρίνουν μια σοδειά από την άλλη .
76 . Για κάθε φιάλη, χρειάζεται προσοχή στη θερμοκρασία, το φωτισμό, τη θέση, το πώμα .
77 . 'Οσο για τους ζύθους, είναι πολύ διαφορετικές οι προϋποθέσεις της ποιότητάς τους και οι τρόποι συνδυασμού τους .
78 . Δεν αποκλείω, ωστόσο, το ενδεχόμενο, σε ορισμένες χώρες και ανάλογα με τις ιδιαίτερες καταναλωτικές συνήθειες, αυτό το σύνολο προϊόντων να τελεί σε σχέση ανταγωνισμού .
79 . Εν πάση περιπτώσει, είναι προτιμότερο, όπως συμφώνησαν τελικά και οι δύο διάδικοι, να αφεθούν αυτές οι ιδιότητες έξω από τη συζήτηση .
80 . Η βελγική κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι ζύθοι "πολυτελείας" παρασκευάζονται με βιοτεχνικές μεθόδους και σε πολύ περιορισμένες ποσότητες : υπάρχει μάλιστα μία μάρκα, που παρασκευάζεται από τρία μόνο πρόσωπα ( ένα γιατρό, ένα μηχανικό και έναν αρχιτέκτονα ), οι οποίοι αφιερώνουν στην απασχόληση αυτή μέρος του ελεύθερου χρόνου τους . Οι μπύρες αυτές δεν είναι προσιτές στο ευρύ κοινό, εφόσον πωλούνται σε πολύ ειδικευμένα καταστήματα .
81 . Από τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε το Βέλγιο προκύπτει ότι οι ακριβότεροι ζύθοι αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 16% του συνόλου της βελγικής παραγωγής στην ομάδα δε αυτή περιλαμβάνονται και ορισμένοι ειδικοί ζύθοι που παράγονται σε μικρές ποσότητες και στην παρασκευή των οποίων χρησιμοποιούνται και διάφορες οπώρες . Επομένως, 84% της παραγωγής αποτελείται από ποικιλίες Πίλσεν καθώς και επιτραπέζιους ζύθους .
82 . Εξάλλου, η Επιτροπή, προτείνει "να μη ληφθούν υπόψη οι τοπωνυμικοί οίνοι ποιότητας και οι οίνοι εξαιρετικής εσοδείας, που αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο κλάσμα των αγορών ".
83 . Προς στήριξη αυτής της άποψης, το Βέλγιο ανέφερε ότι - σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία που παρέσχε μια επιχείρηση που θεωρείται αντιπροσωπευτική - οι πωλήσεις οίνων που τιμώνται πάνω από 1 000 ΒFR δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο απο 2,8% της συνολικής αξίας των πωλήσεων ( ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους οίνους που τιμώνται πάνω από 200 ΒFR είναι 27 %).
84 . Η άποψη αυτή φαίνεται άλλωστε, όπως παρατηρεί και η βελγική κυβέρνηση, να είναι σύμφωνη και με το συλλογισμό που ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπου έλαβε ως βάση συγκρίσεως τους οίνους "των οποίων πολλές ποικιλίες αντιπροσωπεύονται με σημαντικές ποσότητες στη βρετανική αγορά ".
85 . Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν φαίνεται φυσικά ορθό να αποκλειστεί μία απ' αυτές τις κατηγορίες και να περιληφθεί η άλλη : και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ειδικούς τύπους κάθε προϊόντος και, σε τελευταία ανάλυση, για προϊόντα που διαφοροποιούνται κατά την ποιότητα και τη χρήση, τα οποία θα ήταν παράλογο να συγκριθούν με προϊόντα τρέχουσας και ευρείας κατανάλωσης και, κατά μείζονα λόγο, με προϊόντα μέτριας ποιότητας .
86 . 'Οσον αφορά τους λοιπούς οίνους και τους λοιπούς ζύθους, το Βέλγιο φρονεί ότι η σύγκριση πρέπει βασικά να γίνει μεταξύ των "ζύθων τρέχουσας κατανάλωσης" και των "οίνων τρέχουσας κατανάλωσης" και τέτοιοι είναι, κατά τη γνώμη του, αυτοί των οποίων οι τιμές κυμαίνονται μεταξύ 80 και 200 ΒFR ανά λίτρο και που αντιπροσωπεύουν 57,17% της συνολικής αξίας των πωλήσεων, σύμφωνα με τη δειγματοληψία που ελήφθη ως βάση .
87 . 'Οσον αφορά τους οίνους που τιμώνται κάτω από 80 ΒFR το λίτρο, αυτοί αντιπροσωπεύουν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η βελγική κυβέρνηση, 15,59% των πωλήσεων μεταξύ αυτών, οι οίνοι που τιμώνται κάτω από 60 ΒFR αντιπροσωπεύουν το 2,28%, ενώ το υπόλοιπο 13,31% είναι οίνοι που στοιχίζουν μεταξύ 60 και 80 ΒFR .
88 . Αυτοί οι οίνοι, που τιμώνται κάτω από 80 ΒFR ( μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, όπως φαίνεται, και οι οίνοι που πωλούνται σε πλαστικά δοχεία των 5 λίτρων, καθώς και οι οίνοι που προορίζονται αποκλειστικά για μαγειρική χρήση ), θα έπρεπε μάλλον, κατά τη βελγική κυβέρνηση, να συγκριθούν με τον επιτραπέζιο ζύθο ( των 17 ΒFR ανά λίτρο και άνω ) ή με τις μπύρες Πίλσεν που πωλούνται με το σήμα του διανομέα ( π.χ . "carapils" προς 21,5 ΒFR το λίτρο ) και όχι με τους ζύθους ευρείας κατανάλωσης, ούτε, κατά μείζονα λόγο, με τους ακριβούς ζύθους . Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τον οίνο των 61 ΒFR, που δεν είναι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, ο πιο συνηθισμένος οίνος : πρόκειται μάλλον, κατά το Βέλγιο, για έναν από τους φτηνότερους οίνους που μπορεί να βρεθεί στα καταστήματα και αντιπροσωπεύει τόσο ισχνή αναλογία της κατανάλωσης όσο και οι οίνοι που τιμώνται πάνω από 1 000 ΒFR .
89 . Μου φαίνεται λογική η σκέψη ότι η εντονότερη σχέση ανταγωνισμού υπάρχει μεταξύ των οίνων και των ζύθων των οποίων η κατανάλωση είναι η πιο τρέχουσα και που αντιπροσωπεύουν το σημαντικότερο τμήμα της αγοράς .
90 . Εκεί εντάσσεται αναμφισβήτητα ο κύριος όγκος των "ελαφρών οίνων από νωπά σταφύλια" τρέχουσας κατανάλωσης .
91 . Δεν νομίζω ωστόσο - πράγμα που και το ίδιο το Βέλγιο αναγνωρίζει - ότι αποκλείεται κάθε σχέση ανταγωνισμού στο κατώτερο τμήμα του φάσματος των προϊόντων . Είναι όμως ασφαλώς αμυδρότερη και λιγότερο σαφής, αν ληφθεί ιδίως υπόψη η ποικιλία των πιθανών χρήσεων ( ως ποτών ή προς μαγειρική χρήση ) και οι διαφορές παρουσιάσεως και συσκευασίας ( π.χ . η χρήση πεντάλιτρων πλαστικών δοχείων ).
92 . Ι - Εφόσον, λοιπόν, αποδείχτηκε η ύπαρξη σχέσεως ανταγωνισμού μεταξύ οίνου και ζύθου, θα εξετάσουμε τώρα αν συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 95 . Το ζήτημα δηλαδή είναι να εξακριβωθεί αν η διαφορά φορολογίας είναι ή όχι ικανή να ασκήσει προστατευτική επίδραση υπέρ του εγχώριου ζύθου .
93 . Προς τούτο πρέπει να αναλυθούν άλλα στοιχεία εκτιμήσεως που προέκυψαν κατά την παρούσα διαδικασία .
94 . Το γεγονός ότι πρόκειται στην υπό κρίση περίπτωση για φόρο κατ' αξίαν απλουστεύει την ανάλυση, σε σύγκριση με την κατάσταση που συζητήθηκε στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου . Στην παρούσα περίπτωση, η διαφορά μεταξύ των φόρων προκύπτει απλώς από την εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών στην τιμή καθενός από τα επίδικα προϊόντα .
95 . Το στοιχείο αυτό δεν μας απαλλάσσει ωστόσο, - αντίθετα από ό,τι νομίζει η Επιτροπή -, από την υποχρέωση εξετάσεως της προστατευτικής επίδρασης του εν λόγω φορολογικού συστήματος .
96 . Σημείο αφετηρίας για την εξέταση αυτή αποτελεί φυσικά η διαφορά συντελεστή .
97 . Η διαφορά αυτή είναι επί του παρόντος έξι ποσοστιαίων μονάδων, εφόσον ο οίνος υπόκειται σε συντελεστή 25% έναντι 19% μόνο του ζύθου .
98 . Η βελγική κυβέρνηση διευκρινίζει εξάλλου ότι η διαφορά συντελεστή επηρεάζει μόνο τον οίνο και το ζύθο που πωλούνται στο λιανικό εμπόριο, εφόσον στον τομέα των ξενοδοχείων, εστιατορίων και καφετεριών εφαρμόζεται ενιαίος συντελεστής 17 %.
99 . Για να αναλυθεί η προστατευτική επίδραση, δεν μου φαίνεται ωστόσο ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός του Βελγίου ότι, από μακροοικονομική άποψη, η διαφορά μεταξύ των συντελεστών μειώνεται σε τέσσερις μόνο ποσοστιαίες μονάδες . Πράγματι, το γεγονός ότι η διαφορά συντελεστή αφορά μόνο την οικιακή κατανάλωση δεν αναιρεί το ότι, σ' αυτό το πλαίσιο, είναι 6 %.
100 . Πρέπει πάντως να αναγνωριστεί ότι η περίσταση αυτή περιορίζει την έκταση της ενδεχόμενης προστατευτικής επίδρασης με άλλα λόγια, η επίδραση αυτή δεν εκτείνεται σε ολόκληρη την αγορά οίνου και ζύθου, αλλά μόνο σε τμήμα της .
101 . Εφόσον οι αντίστοιχες τιμές οίνου και ζύθου είναι διαφορετικές ( ακόμη και στη ζώνη όπου είναι εμφανέστερος ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο προϊόντων, ζώνη από την οποία αποκλείονται δηλαδή οι οίνοι και οι ζύθοι "πολυτελείας "), είναι απαραίτητο να εξεταστούν αυτές οι διαφορές τιμής, για να εκτιμηθεί η επίδραση που μπορεί να ασκήσει η διαφορά φόρων στην αγορά .
102 . 'Οπως αναφέρει, λοιπόν, σχετικά η βελγική κυβέρνηση, η μέση τιμή ενός λίτρου οίνου συνήθους ποιότητας, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων, βρίσκεται περίπου στα 125 ΒFR ( ήτοι 87,5 ΒFR η φιάλη 0,70 λίτρου ), ενώ για ένα λίτρο ζύθου η αντίστοιχη τιμή είναι 29,75 ΒFR ( 178,5 ΒFR για ένα κιβώτιο των 24 φιαλών 25 εκατοστολίτρων ). Χωρίς ΦΠΑ, τα ποσά αυτά ανέρχονται σε 100 ΒFR και 25 ΒFR αντιστοίχως .
103 . Με άλλα λόγια, αν ληφθεί ως μέτρο συγκρίσεως ένας οίνος και ένας ζύθος μέσης ποιότητας και τιμής και τρέχουσας κατανάλωσης, διαπιστώνεται ότι η τιμή του οίνου χωρίς ΦΠΑ είναι τέσσερις φορές υψηλότερη από την αντίστοιχη τιμή του ζύθου ( και 4,2 φορές υψηλότερη αν περιληφθεί ο ΦΠΑ ).
104 . Τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται από την Επιτροπή .
105 . Αν, τώρα, γινόταν ενιαία η φορολογική ρύθμιση για τα δύο ποτά, οι τιμές, όπως λέει η βελγική κυβέρνηση, θα διαμορφώνονταν ως εξής :
106 . Με συντελεστή 19 %:
- 119 ΒFR ανά λίτρο οίνου
- 29,75 ΒFR ανά λίτρο ζύθου .
107 . Με συντελεστή 25 %:
- 125 ΒFR ανά λίτρο οίνου
- 31,25 ΒFR ανά λίτρο ζύθου .
108 . Η ενοποίηση δηλαδή του συντελεστή στο 25% θα μείωνε μόλις κατά 1,5 ΒFR τη διαφορά τιμής ( που θα μειωνόταν έτσι από 95,25 σε 93,75 ΒFR ) ενώ η ενοποίηση στο επίπεδο του 19% θα τη μείωνε κατά 6 ΒFR ( η διαφορά θα μειωνόταν από 95,25 σε 89,25 ΒFR ).
109 . Και στις δύο περιπτώσεις, η μείωση της διαφοράς δεν είναι πολύ μεγάλη . Είναι πάντως ακόμα μικρότερη με συντελεστή 25%, η δε βελγική κυβέρνηση δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι, για ταμειακούς λόγους, μια ενδεχόμενη εξίσωση των συντελεστών είναι πιθανότερο να γινόταν προς τα άνω παρά προς τα κάτω .
110 . Αν, αντί των προϊόντων μέσης τιμής, κάναμε σύγκριση μεταξύ των φτηνότερων προϊόντων ( ως προς τα οποία πρέπει να γίνει δεκτό ότι, για λόγους εγγενείς στα προϊόντα αυτά, η σχέση ανταγωνισμού είναι ασθενέστερη ), θα διαπιστώναμε ότι η σχέση μεταξύ της τιμής του οίνου και της τιμής του ζύθου δεν μεταβάλλεται ουσιωδώς, δεδομένου ότι κυμαίνεται μεταξύ 3 προς 1 και 4 προς 1, αν ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν ζύθοι των 17 ΒFR ανά λίτρο ( επιτραπέζιος ζύθος ) και των 21,5 ΒFR ανά λίτρο (" carapils "), καθώς και οίνοι μεταξύ 60 και 80 ΒFR το λίτρο .
111 . Με αλλα λόγια, αν αληθεύει ότι η διαφορά τιμής μεταξύ των δύο αυτών ποτών - η οποία αντιστοιχεί φυσικά σε μια διαφορά χαρακτηριστικών και κόστους παραγωγής - αποτελεί αυτή καθαυτή παράγοντα που μπορεί να αμβλύνει τη σχέση ανταγωνισμού μεταξύ τους, επίσης αληθεύει ότι είναι στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση της αλλοιωτικής επίδρασης που ασκεί η διαφορά συντελεστή στις επιλογές των καταναλωτών .
112 . Δεν μου φαίνεται προς το σκοπό αυτό αναγκαίο να εισέλθω στη συζήτηση - που στηρίζεται κατ' ανάγκη σε ενδείξεις ελλείψει ακριβών στοιχείων - περί των ποσοτικών διαφορών μεταξύ καταναλώσεως οίνου και καταναλώσεως ζύθου . 'Οπως άλλωστε αποδεικνύει το Βέλγιο με την ανταπάντησή του, δεν νομίζω ότι η εκτίμηση αυτού του παράγοντα είναι ικανή να μεταβάλει ουσιωδώς το πόρισμα που προκύπτει από τη διαφορά τιμής ανά μονάδα .
113 . Αυτή η διαφορά, σε συνδυασμό προς τη διαφορά των ισχυόντων συντελεστών κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες, δεν συμβάλλει αποφασιστικά στην απόδειξη του ότι το επίδικο φορολογικό σύστημα θα μπορούσε να ασκήσει προστατευτική επίδραση . Εν πάση περιπτώσει, τα συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν από μια τέτοια σχέση τιμών είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα που θα μπορούσαν να αντληθούν από μια σύγκριση ανταγωνιστικών προϊόντων που έχουν παραπλήσιες τιμές . Και πάλι όμως, αν υπήρχαν άλλα στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ αυτού, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να οδηγηθούμε στο να αναγνωρίσουμε ότι η προστατευτική φύση του συστήματος υφίσταται, ανεξάρτητα από τα φαινόμενα που προκύπτουν από την εκτίμηση της διαφοράς συντελεστών και της διαφοράς τιμών .
114 . Αυτό δεν συμβαίνει πάντως . Αφενός από την εξέλιξη της κατανάλωσης των δύο προϊόντων προκύπτει ότι η μέση κατανάλωση οίνου έχει αυξηθεί από 14,9 λίτρα ανά κάτοικο το 1977 ( έτος κατά το οποίο εισήχθη ο συντελεστής του 25 %) σε 20,2 λίτρα το 1982 και 1983, και ότι παράλληλα η κατανάλωση ζύθου έπεσε από 137,6 λίτρα ανά κάτοικο το 1976 σε 125 λίτρα το 1978 και το 1981, και σε 128 λίτρα το 1983 .
115 . Τα συμπεράσματα που μπορούν να στηριχτούν στην ανάγνωση αυτών των στοιχείων πρέπει να διατυπωθούν με πολλές επιφυλάξεις, διότι η διαφορά μεταξύ φορολογικών συντελεστών δεν είναι ασφαλώς ο μοναδικός παράγων που μπορεί να ασκήσει επίδραση στην εξέλιξη της κατανάλωσης .
116 . Εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι η αύξηση του συντελεστή επί των οίνων από 14 σε 25% δεν είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει μεσοπρόθεσμα την πορεία της κατά κεφαλήν κατανάλωσης οίνου . Είναι βέβαιο ότι η κατανάλωση αυτή παρέμεινε σχεδόν στάσιμη και γνώρισε μάλιστα ελαφρά υποχώρηση μεταξύ 1977 και 1978 η αύξηση όμως του συντελεστή ήταν κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες ( από 14 σε 25%, άνοδος δηλαδή κατά 78,6% σε σχέση προς τον αρχικό συντελεστή ).
117 . Κατά την ίδια περίοδο ( 1977 με 1978 ), μειώθηκε και η μέση κατανάλωση ζύθου .
118 . Πρέπει όμως να λεχθεί ότι, το 1978 ακριβώς, ο συντελεστής ΦΠΑ επί του ζύθου αυξήθηκε από 14 σε 16 %. Νέες αυξήσεις συντελέστηκαν το 1981 ( σε 17 %) και το 1983 ( σε 19 %). Κάθε φορά δε που αυξανόταν ο συντελεστής φορολογήσεως του ζύθου, παρατηρήθηκε ότι έπεφτε η κατά κεφαλήν κατανάλωση, για να επανέλθει στο αρχικό της επίπεδο τα επόμενα έτη ( ιδίως το 1979 και 1980, όταν αυξήθηκε αντίστοιχα σε 126 και 131 λίτρα, καθώς και το 1982, όταν έφτασε τα 133 λίτρα ).
119 . Το γεγονός αυτό φαίνεται να επαληθεύει ένα φαινόμενο γνωστό στους οικονομολόγους : η επίδραση που ασκεί στην κατανάλωση μια μεταβολή της σχέσης των τιμών λόγω μεταβολής των φορολογικών βαρών δεν οφείλεται τόσο στην ύπαρξη υψηλού φορολογικού συντελεστή όσο στη συγκεκριμένη αύξησή του σε δεδομένη χρονική στιγμή . 'Απαξ η αύξηση αυτή συντελεστεί, οι καταναλωτές τείνουν - σύμφωνα με τις καταναλωτικές τους συνήθειες και εφόσον η αύξηση δεν υπήρξε αλματώδης ή ο νέος συντελεστής δεν είναι απαγορευτικός - να εθίζονται στην καινούρια τιμή, έτσι ώστε, να απορροφάται συν τω χρόνω η επίπτωση της φορολογικής μεταβολής .
120 . Δεν είναι επομένως παρακινδυνευμένο να σκεφτεί κανείς ότι η στρεβλωτική του ανταγωνισμού επίδραση θα προκαλούνταν κυρίως το 1977/78 μετά τη μεγάλη αύξηση του φορολογικού συντελεστή επί του οίνου - ο οποίος διαφοροποιήθηκε έκτοτε από τον ισχύοντα επί του ζύθου -, αν η αύξηση αυτή δεν αμβλυνόταν από τα αποτελέσματα που απέρρευσαν προφανώς από τη σχεδόν ταυτόχρονη αύξηση του συντελεστή επί του ζύθου .
121 . Το συμπέρασμα που μπορεί να αντληθεί είναι ότι σήμερα δεν είναι προφανές ( αντίθετα από ό,τι θα μπορούσε να υποστηριχτεί πριν από 10 χρόνια ) ότι το βελγικό σύστημα ΦΠΑ μπορεί, ως εκ της φύσεώς του, να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό μεταξύ οίνου και ζύθου προς όφελος του δεύτερου .
122 . Η επίδραση που ασκεί στον ανταγωνισμό η αύξηση της τιμής ενός από τα προϊόντα λόγω της αύξησης του φορολογικού του συντελεστή, χωρίς ανάλογη αύξηση του συντελεστή που εφαρμόζεται στο άλλο προϊόν, εξαρτάται από τη σταυροειδή ελαστικότητα της ζήτησης των δύο προϊόντων, η οποία εξαρτάται με τη σειρά της ( και εφόσον θεωρηθεί ότι παραμένουν σταθερά τα εισοδήματα των καταναλωτών και οι λοιπές τιμές ) ιδίως από το μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό υποκαταστάσεως μεταξύ των προϊόντων αυτών .
123 . Ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων για τη φύση αυτής της ελαστικότητας, το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι οι σειρές που προσκομίζει το Βέλγιο δεν αποδεικνύουν αποφασιστικά την ύπαρξη υψηλής σταυροειδούς ελαστικότητας της ζήτησης οίνου και ζύθου στη χώρα αυτή .
124 . Βέβαιο είναι ότι, αφού οι συντελεστές για το καθένα από τα δύο προϊόντα εξελίχτηκαν διαφορετικά, παρέμεινε τελικά μεταξύ τους μια διαφορά, η οποία αποτελεί τώρα το επίδικο αντικείμενο . Μπορεί να λεχθεί ότι η διατήρηση αυτής της διαφοράς είναι ικανή να εμποδίσει την ομαλή εξέλιξη των καταναλωτικών συνηθειών στο Βέλγιο, εξέλιξη που θα μπορούσε, σε μια ανοικτή αγορά, να αποβεί υπέρ του εισαγομένου είδους .
125 . Ας ληφθεί πάντως υπόψη ότι η διαφορά συντελεστή - που έφτασε μέχρι 11 ποσοστιαίες μονάδες - ακολούθησε πτωτική εξέλιξη, μειωνόμενη πρώτα σε 9, έπειτα σε 8 και αργότερα σε 6 ποσοστιαίες μονάδες, κατόπιν αυξήσεως του συντελεστή επί του ζύθου, ενόσω ο συντελεστής επί του οίνου παρέμεινε σταθερός . Αν υποτεθεί ότι η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την αποθάρρυνση της κατανάλωσης, το αποτέλεσμα αυτό υπήρξε ασφαλώς πιο αισθητό στο ζύθο από ό,τι στον οίνο .
126 . Δεν νομίζω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η διαφορά φορολογήσεως είναι ικανή να μετατρέψει τον οίνο σε προϊόν πολυτελείας, ακόμα περισσότερο όταν ο οίνος δεν εμπίπτει στην εφαρμογή του πρόσθετου φόρου του 8%, που, για ορισμένα προϊόντα, θεωρούμενα πολυτελείας, προσαυξάνει το συντελεστή του ΦΠΑ σε 33 %.
127 . Ας ληφθεί, τέλος, υπόψη ότι - για τους λόγους αυτούς και διότι οι μεταβολές των συντελεστών εισήχθησαν γενικά από το Βέλγιο σε συνδυασμό με πολύ ευρύτερες μεταρρυθμίσεις του συστήματος των συντελεστών του ΦΠΑ, για τις οποίες ελήφθησαν υπόψη, κατά τη βελγική κυβέρνηση, παράγοντες ταμειακού αλλά και κοινωνικού χαρακτήρα - δεν παρίσταται τόσο προφανής η ύπαρξη προστατευτικών προθέσεων, όσο θα ήταν αν οι μεταβολές αυτές είχαν πραγματοποιηθεί μεμονωμένα .
128 . ΙΑ - Διαφορετική ήταν η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση 170/78 και δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου τότε υπήρξε διαφορετική από αυτήν που προτείνω στη συνέχεια . Ας σημειώσουμε, λοιπόν, τις κύριες διαφορές :
129 . - ο οίνος επιβαρυνόταν, σε σχέση με το ζύθο, με υπερφορολόγηση που, ανάλογα με το χρησιμοποιούμενο κριτήριο συγκρίσεως, κυμαινόταν μεταξύ 58 ή 77%, ή ακόμη 286% κατά την ιταλική κυβέρνηση ( σύμφωνα με το κριτήριο της επίπτωσης του φόρου στις τιμές άνευ φόρου των προϊόντων ), 100% ( σύμφωνα με το κριτήριο του βαθμού οινοπνεύματος ) και 400% ( με βάση τον όγκο των δύο ποτών )
130 . - το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπερφορολόγηση του οίνου στη Μεγάλη Βρετανία ήταν τέτοια που "να προσδίδει στον οίνο το χαρακτήρα προϊόντος πολυτελείας, το οποίο, λόγω της φορολογικής επιβαρύνσεως, στην οποία υπόκειται, ελάχιστα προσφέρεται στον καταναλωτή ως πραγματική εναλλακτική λύση σε σχέση με το χαρακτηριστικό ποτό της εθνικής παραγωγής"
131 . - μια σύγκριση με τον όγκο των πωλήσεων οίνου σε άλλες αγορές, και ιδίως στην Μπενελούξ, έδειχνε - κατά την Επιτροπή τουλάχιστον - ότι η εμπορία του προϊόντος αυτού εμποδιζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο από το αμφισβητούμενο φορολογικό σύστημα
132 . - αντίθετα από ό,τι συνέβαινε πριν από την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΟΚ ( ο οίνος απελάμβανε για πολύ καιρό κάποιου φορολογικού πλεονεκτήματος και τα δύο προϊόντα βρίσκονταν λίγο πολύ στο ίδιο επίπεδο φορολόγησης κατά το χρόνο της προσχωρήσεως ), ο φόρος επί του οίνου αυξήθηκε προοδευτικά με ρυθμό ταχύτερο από ό,τι ο φόρος επί του ζύθου . 'Ετσι, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1973 και του χρόνου ασκήσεως της προσφυγής, οι φόροι επί του οίνου είχαν αυξηθεί κατά 102% έναντι 59% μόνο για το ζύθο
133 . - η θέσπιση και η αύξηση του φόρου επί του οίνου στο Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποιήθηκαν για να αντισταθμίσουν την κατάργηση των δασμών που ίσχυαν κατά το χρόνο της προσχώρησης, οι οποίοι μάλιστα είχαν αυξηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1976, οπότε και θεσπίστηκε ο νέος ειδικός φόρος .
134 . Καμία από τις περιστάσεις αυτές δεν συντρέχει σε ανάλογο βαθμό στην υπό κρίση υπόθεση όσον αφορά μάλιστα την τρίτη κατά σειρά απ' αυτές που αναφέρθηκαν, δεν προβάλλεται καν ανάλογος ισχυρισμός προς απόδειξη της ύπαρξης προστατευτικής επίδρασης .
135 . Ούτε χρειάζεται να προσκομίσει η Επιτροπή "στατιστικά στοιχεία προς απόδειξη της προστατευτικής επίδρασης", του ότι δηλαδή το επίδικο φορολογικό σύστημα εισάγει πράγματι διάκριση εις βάρος του εισαγομένου προϊόντος και υπέρ του εγχωρίου ανταγωνιστικού του προϊόντος .
136 . Αρκεί, όπως είδαμε, να αποδειχτεί ότι το εν λόγω φορολογικό σύστημα είναι, ως εκ της φύσεώς του, ικανό να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή αυτό, κατά την άποψή μου, δεν αποδείχτηκε όσον αφορά το βελγικό σύστημα εφαρμογής διαφορετικών συντελεστών ΦΠΑ στον οίνο και στο ζύθο .
137 . ΙΒ - Ας διευκρινιστεί ότι το πόρισμα στο οποίο καταλήγω καθόλου δεν προδικάζει την ενδεχόμενη αναγνώριση του συμφέροντος που υφίσταται να εναρμονιστούν οι φορολογικοί συντελεστές που εφαρμόζονται στον οίνο και στο ζύθο στα διάφορα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 99 της Συνθήκης και σύμφωνα με τη σχετική πρόταση που έχει υποβάλει η Επιτροπή .
138 . Μια τέτοια απόφαση όμως μπορεί να ληφθεί μόνο από τα κράτη μέλη στο αρμόδιο κοινοτικό όργανο και δεν αναιρεί, στο παρόν στάδιο, την ελευθερία που διαθέτουν αυτά τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της Συνθήκης ως προς τα φορολογικά ζητήματα .
139 . ΙΓ - Ενόψει των προηγηθέντων, φρονώ ότι δεν αποδείχτηκε ότι η βελγική νομοθεσία περί ΦΠΑ, επιβάλλοντας για τον οίνο, που είναι εισαγόμενο προϊόν, συντελεστή ΦΠΑ υψηλότερο από εκείνον που επιβάλλει για το ζύθο, που είναι εγχώριο προϊόν, είναι ικανή να προστατεύσει έμμεσα το τελευταίο αυτό προϊόν .
140 . Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν προκύπτει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη το άρθρο 95, παράγραφος 2, της Συνθήκης και, συνεπώς, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά .
( 1 ) Moniteur belge της 31.7.1970 .
( 2 ) Moniteur belge της 26.3.1977 .
( 3 ) Moniteur belge της 20.11.1982 .
( 4 ) Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, σ . 2265 .
( 5 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, σ . 2265, ιδίως σ . 2288 .
( 6 ) Αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, "Φορολογικό καθεστώς των αποσταγμάτων", υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Rec . 1980, σ . 347, ιδίως σ . 359 υπόθεση 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Rec . 1980, σ . 385, ιδίως, σ . 399 υπόθεση 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, Rec . 1980, σ . 447, ιδίως σ . 462 απόφαση της 15ης Ιουλίου 1982, υπόθεση 216/81, Cogis κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato, Συλλογή 1982, σ . 2701, ιδίως σ . 2712 απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, υπόθεση 106/84, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή σ . 833, ιδίως σ . 8 7, σκέψη 10 .
( 7 ) Απόφαση της 27ης Μαΐου 1981, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 142 και 143/80, Amministrazione delle finanze dello Stato κατά Essevi και Salengo, Συλλογή 1981, σ . 1413, ιδίως σ . 1434 βλέπε ομοίως αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 140/79, Chemial Farmaceutici κατά DΑF, Συλλογή 1981, σ . 1, ιδίως σ . 14, και στην υπόθεση 46/80, Vinal κατά Orbat, Συλλογή 1981, σ . 77, ιδίως σ . 93 απόφαση της 15ης Μαρτίου 1983, στην υπόθεση 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σ . 601, ιδίως σ . 620 .
( 8 ) Επιτροπή κατά Ιταλίας, όπ.π ., Συλλογή 1983, σσ . 620 και 621 .
( 9 ) Υπόθεση 243/84, Συλλογγ 1986, σ . 875, ιδίως σ . 877 .
( 10 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, στην υπόθεση 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, Rec . 1980, όπ.π ., σ . 447, σκέψη 20 .
( 11 ) Απόφαση της 4ης Απριλίου 1968, στην υπόθεση 27/67, Fink-Frucht, Rec . 1968, σ . 327, ιδίως σσ . 341 και 342 .
( 12 ) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, στην υπόθεση 45/75, Rewe κατά Hauptzollamt Landau, Rec . 1976, σ . 181, ιδίως σ . 194, σκέψη 12 προαναφερθείσες αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980 απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, στην υπόθεση 106/84, όπ.π ., σκέψη 12 .
( 13 ) Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 106/84, όπ.π ., σκέψη 12 .
( 14 ) Απόφαση της 4ης Μαρτίου 1986, στην υπόθεση 106/84, όπ.π ., σκέψη 10 .
( 15 ) Μη οριστική απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Rec . 1980, σ . 417, ιδίως σ . 432 απόφαση της 12ης Ιουλίου 1983, στην ίδια υπόθεση, Συλλογή 1983, σ . 2265, ιδίως σ . 2286 .
( 16 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, Rec . 1980, όπ.π ., σ . 463, σκέψη 7 .
( 17 ) Επιτροπή κατά Δανίας, όπ.π ., σκέψη 7 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., σκέψη 9 .
( 18 ) Υπόθεση 319/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, όπ.π ., σ . 621 .
( 19 ) Υπόθεση 278/83, Συλλογή σ . 2503, ιδίως σ . 2509 .
( 20 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., σ . 432, σκέψη 5 .
( 21 ) Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Rec . 1980, όπ.π ., σκέψη 6 Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1983, όπ.π ., σκέψη 7 .
( 22 ) Βλέπε απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., σ . 433, σκέψη 9 .
( 23 ) Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 10 .
( 24 ) Βλέπε προτάσεις στις υποθέσεις 106/84 και 243/84, Συλλογή 1986, σ . 834 . Επίσης βλέπε προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gerhard Reischl στην υπόθεση 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., Rec . 1980, σ . 439, ιδίως σ . 441 .
( 25 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, όπ.π ., σκέψη 7 .
( 26 ) Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., Rec . 1980, σ . 441 .
( 27 ) Βλέπε ομοίως προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, όπ.π ., Rec . 1980, σ . 441, και Συλλογή 1983, σ . 2299 .
Full & Egal Universal Law Academy