Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1 . Ο προσφεύγων και αναιρεσείων της κύριας υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Bundessozialgericht, από το οποίο προέρχεται το προδικαστικό ερώτημα που εξετάζεται στην παρούσα υπόθεση, εργάστηκε ( ως ιταλός υπήκοος ) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από το 1964 ως επισκευαστής τηλεοράσεων και από τον Ιούλιο του 1975 ως ειδικευμένος επισκευαστής ραδιοφώνων και τηλεοράσεων . Από το Φεβρουάριο του 1977 μέχρι τον Ιούνιο του 1980 άσκησε το επάγγελμα αυτό στην Ιταλία - όπου προβλέπεται η υποχρεωτική καταβολή εισφορών για το εν λόγω επάγγελμα - τον Αύγουστο δε και Σεπτέμβριο του 1980 εργάστηκε και πάλι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας . Από τις 6 Οκτωβρίου 1980 παρακολούθησε κύκλο προπαρασκευαστικών μαθημάτων για το δίπλωμα του τεχνίτη ραδιοφώνων και τηλεοράσεων και τον Ιούλιο του 1981 έλαβε με επιτυχία μέρος στις σχετικές εξετάσεις .
2 . Την επαγγελματική αυτή επιμόρφωση - διεύρυνση των επαγγελματικών γνώσεων, προσαρμογή τους στην τεχνική εξέλιξη - ενισχύει ο γερμανικός Arbeitsfoerderungsgesetz ( όπως τροποποιήθηκε για πέμπτη φορά με το νόμο της 23ης Ιουλίου 1979 ), ο οποίος προβλέπει κάλυψη των εξόδων και χορήγηση επιδόματος διατροφής ( άρθρα 41 και 43 έως 45 του εν λόγω νόμου ). Ο προσφεύγων υπέβαλε σχετική αίτηση ήδη τον Ιούλιο του 1980 . Την αίτηση αυτή απέρριψε, όμως, ο αρμόδιος φορέας, το Bundesanstalt foer Arbeit, καθού στην κύρια δίκη . Η αιτιολογία που προέβαλε ήταν ότι ο προσφεύγων δεν είχε συμπληρώσει - όπως απαιτεί το άρθρο 46, παράγραφος 1, του νόμου - κατά τα τελευταία τρία ( ή πέντε ) έτη πριν από την έναρξη των εν λόγω μαθημάτων, τουλάχιστον δύο έτη εργασίας σε θέση για την οποία να προβλέπεται βάσει του Arbeitsfoerderungsgesetz η υποχρεωτική καταβολή εισφορών . Ούτε άλλωστε συγκέντρωνε τις εναλλακτικές προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου - είσπραξη επιδόματος ανεργίας ή ενισχύσεως λόγω ανεργίας μέχρι την έναρξη της εκπαιδεύσεως αντιθέτως - βάσει των στοιχείων που παρέσχε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας - συγκέντρωνε άλλες προϋποθέσεις, όπως την απαιτούμενη ικανότητα, τις προσωπικές πιθανότητες επιτυχίας και τις προοπτικές αποκτήσεως της επιδιωκόμενης ειδικότητας . Αυτό αποδείχτηκε, εξάλλου, από την επιτυχή συμμετοχή του στις εξετάσεις για το δίπλωμα του τεχνίτη .
3 . Κατά της απορριπτικής αποφάσεως του Bundesanstalt foer Arbeit ο προσφεύγων υπέβαλε διοικητική ένσταση, κατόπιν προσέφυγε ενώπιον του Sozialgericht και τέλος ενώπιον του Landessozialgericht, χωρίς όμως επιτυχία . Το τελευταίο τόνισε ρητώς ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν στην περίπτωση του προσφεύγοντος οι προϋποθέσεις, επειδή βάσει διατάξεων του κοινοτικού δικαίου πρέπει να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι απασχολήσεώς του στην Ιταλία . Από την άποψη αυτή η επίκληση του κανονισμού 1408/71 ( 1 ) και συγκεκριμένα του άρθρου 67 του κεφαλαίου περί ανεργίας, το οποίο προβλέπει ότι λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως και απασχολήσεως που έχουν συμπληρωθεί σε ένα άλλο κράτος μέλος, δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα του προσφεύγοντος, καθόσον η διάταξη αυτή αφορά - όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ ) (" παροχές ανεργίας "), το οποίο οριοθετεί το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού στο σχετικό τομέα - μόνο τις παροχές που χορηγούνται σε περίπτωση υφισταμένης ήδη ανεργίας και όχι τα μέτρα επαγγελματικής επιμορφώσεως εν ενεργεία εργαζομένων . Είναι επίσης άσχετο προς την παρούσα υπόθεση το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας ( 2 ) - το οποίο προβλέπει ίση με τους ημεδαπούς μεταχείριση ως προς τους όρους φοιτήσεως σε επαγγελματικές σχολές και σε κέντρα επαναπροσαρμογής ή επανεκπαιδεύσεως - καθόσον ο εν λόγω κανονισμός δεν προβλέπει το συνυπολογισμό των περιόδων απασχολήσεως .
4 . Ο προσφεύγων έφερε την υπόθεση αυτή ενώπιον του Bundesssozialgericht . Το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι στην περίπτωση του προσφεύγοντος δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 46, παράγραφος 1, του Arbeitsfoerderungsgesetz σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, βάσει του οποίου λαμβάνονται υπόψη μόνο οι περίοδοι απασχολήσεως στην ημεδαπή . Το δικαστήριο θεωρεί επίσης ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, προκειμένου να επιτύχει το συνυπολογισμό των περιόδων απασχολήσεώς του στην Ιταλία, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα η μεταχείρισή του είναι όμοια με τη μεταχείριση των γερμανών εργαζομένων, αυτό δε είναι το μόνο στοιχείο που έχει σημασία σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη .
5 . Το Bundessozialgericht θεωρεί, ωστόσο, ότι δεν είναι σαφές αν το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν έχει εφαρμογή στην εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση . Λαμβάνοντας υπόψη κυρίως το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ ), του κανονισμού, κλίνει καταρχήν προς την άποψη ότι η διάταξη αυτή αφορά μόνο αξιώσεις που γεννώνται σε περίπτωση πραγματικής ανεργίας . Θεωρεί, ωστόσο, ότι μπορεί να υποστηριχτεί ότι - όταν υπάρχει σύνδεσμος με την ανεργία - περιλαμβάνει επίσης και τα προληπτικά μέτρα . Προς τούτο, λαμβάνει υπόψη, αφενός, ότι - όπως ρητώς τονίζεται στην επίσημη αιτιολογική έκθεση του Arbeitsfoerderungsgesetz - ο νόμος αυτός κατά μέγα μέρος διαπνέεται από τη μέριμνα προλήψεως της μελλοντικής ανεργίας . Εξάλλου, λαμβάνει υπόψη την απόφαση επί της υποθέσεως 16/72 ( 3 ), όπου τονίζεται ότι λόγω του σκοπού του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ ( διαμόρφωση των καλύτερων δυνατών προϋποθέσεων για την πραγμάτωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας ) πρέπει να θεωρηθεί "ότι η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως περιλαμβάνει και την προληπτική προστασία ...".
6 . Λόγω του ερμηνευτικού αυτού προβλήματος το Bundessozialgericht, με Διάταξη της 15ης Οκτωβρίου 1985, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο ερώτημα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως :
"Το άρθρο 67, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, της 14ης Ιουνίου 1971, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ ), του ίδιου κανονισμού, έχει εφαρμογή και επί των παροχών που χορηγούν τα κράτη μέλη όχι λόγω ανεργίας, αλλά προς πρόληψη μελλοντικής ανεργίας, υπό την έννοια ότι στο πλαίσιο της ενισχύσεως της επαγγελματικής επιμορφώσεως πρέπει να θεωρούνται ως 'απασχόληση που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής εισφορών' , κατά το άρθρο 46, παράγραφος 1, του Arbeitsfoerderungsgesetz ( νόμου περί προωθήσεως της απασχολήσεως ), και οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλα κράτη μέλη;"
7 . Σχετικά με το ζήτημα αυτό κατέθεσαν παρατηρήσεις ο προσφεύγων-αναιρεσείων της κύριας δίκης, η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων . Δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις αυτές έχουν συνοψιστεί άριστα στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αρκούμαι, για λόγους ευκολίας, να παραπέμψω στην εν λόγω έκθεση . Μετά από επισταμένη εξέταση όλων των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν έχω να διατυπώσω την ακόλουθη γνώμη επί του προδικαστικού ερωτήματος :
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
8 . 1 . Σύμφωνα με τον τρόπο που διατύπωσε το ερώτημά του το Bundessozialgericht, πρέπει να εξεταστεί αν ο κανονισμός 1408/71 αναφέρεται μόνο σε δικαιώματα επί παροχών, όταν πράγματι υφίσταται ανεργία, ή αν πρέπει να ερμηνευτεί - ευρύτερα - υπό την έννοια ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και οι παροχές προληπτικής φύσεως που αποσκοπούν στην αποτροπή της ανεργίας ( περίπτωση κατά την οποία επιβάλλεται να διευκρινιστεί η σχέση που πρέπει να έχουν οι παροχές αυτές με την ανεργία ). Αντιθέτως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν όλα τα μέτρα επαγγελματικής επιμορφώσεως στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 41 έως 46 του γερμανικού Arbeitsfoerderungsgesetz και για τα οποία θα μπορούσε να έχει σημασία η γενική αιτιολογία του σχεδίου νόμου, στην οποία παραπέμπει έμμεσα το Bundessozialgericht, εμπίπτουν στο πεδίο της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας ( όπως μάλλον θεωρεί ο προσφεύγων της κύριας δίκης ). Ωστόσο, πρέπει να γίνει επίσης δεκτό ότι από το σκοπό ορισμένων μέτρων ( αναφέρομαι π.χ . στα μέτρα διευκολύνσεως της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, οργανώσεως επαγγελματικών εξετάσεων ή στα μέτρα επιμορφώσεως εκπαιδευτικού προσωπικού - άρθρο 43, παράγραφοι 1, 4 και 5, του Arbeitsfoerderungsgesetz ) δημιουργείται η εντύπωση ότι λόγω της κατ' εξοχήν φύσεώς τους ως μέτρων εκπαιδευτικής πολιτικής και της χαλαρής σχέσεώς τους με την προστασία κατά της ανεργίας δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν πρόκειται κυρίως για την προστασία αυτή .
9 . Η εντύπωση αυτή ενισχύεται από τα γνωστά σχόλια για τον Arbeitsfoerderungsgesetz που συνέταξε μεταξύ άλλων ο Gagel, στα οποία τονίζεται π.χ . σχετικά με το άρθρο 41 ( το οποίο ορίζει την επαγγελματική επιμόρφωση ) ότι δεν έχει σημασία αν ο ωφελούμενος από ένα τέτοιο μέτρο έχει ήδη εξασφαλισμένη επαγγελματική θέση, ή σχετικά με το άρθρο 44 ( το οποίο ρυθμίζει την καταβολή επιδόματος διατροφής ) ότι δεν είναι απαραίτητο να απειλούνται με ανεργία όσοι επιθυμούν να λάβουν μέρος σε επαγγελματική εξέταση .
10 . Αντιθέτως, είναι προφανές ότι δεν μπορεί σχετικώς να προκύψει κανένα κρίσιμο στοιχείο από την επισήμανση εκ μέρους του προσφεύγοντος της σημασίας που αποδίδει το Συμβούλιο στην επαγγελματική εκπαίδευση ( όπως τονίζεται στις γενικές κατευθύνσεις που χάραξε το Συμβούλιο για την επεξεργασία κοινοτικού προγράμματος δράσεως στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως - ΑΒl . 1971, C 81, σ . 5 και επ .) ή από την εκ μέρους του επίκληση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας και των σκοπών στους οποίους αποβλέπει, δηλαδή της βελτιώσεως των όρων διαβιώσεως και εργασίας από την εφαρμογή της αρχής αυτής αποκλείεται ο εργαζόμενος, όταν στην περίπτωση μέτρων, όπως αυτά που προβλέπει ο Arbeitsfoerderungsgesetz, δεν λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι απασχολήσεως στο εξωτερικό για τον υπολογισμό των περιόδων επαγγελματικής απασχολήσεως . Είναι σαφές ότι οι γενικές αυτές αναφορές δεν αρκούν καθαυτές να θεμελιώσουν την εφαρμογή των διατάξεων περί κοινωνικής ασφαλίσεως του κανονισμού 1408/71 . Η ανάγκη εφαρμογής τους πρέπει μάλλον να στηρίζεται στην ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που θεσπίστηκε βάσει της Συνθήκης . Μόνο αν αμφισβητείται η ερμηνεία του, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι σκοποί των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας .
11 . 2 . Εκτός από τα επιχειρήματα που προαναφέρθηκαν, για την επίλυση του προβλήματος που ανέκυψε προβλήθηκαν - όπως γνωρίζετε - πολλές άλλες σκέψεις . Πολλές απ' αυτές παρουσιάζουν τόσο λίγο ενδιαφέρον για το Δικαστήριο, ώστε θα ήθελα ευθύς εξαρχής να αποδείξω το αβάσιμό τους .
12 . α ) Αυτό ισχύει για τη μνεία του άρθρου 5 του κανονισμού 1408/71 ( σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη σε δημοσιευόμενες δηλώσεις τους αναφέρουν τις ρυθμίσεις και τα συστήματα που εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 ) και την αντίστοιχη δήλωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα του 1973, C 12, σ . 12, που αναφέρει υπό τον τίτλο "Νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ρυθμίζουν την ασφάλιση κατά της ανεργίας" τον "Arbeitsfoerderungsgesetz της 25ης Ιουνίου 1969 με τις εκάστοτε ισχύουσες τροποποιήσεις και προσθήκες ".
13 . Η δήλωση αυτή αναφέρει απλώς - καίτοι δεν αποκλείει κανένα τμήμα του νόμου ( όπως θα ήταν ενδεχομένως δυνατό ) - ότι η ρύθμιση η σχετική με την ασφάλιση κατά της ανεργίας περιλαμβάνεται στον εν λόγω νόμο, δεν αναφέρει όμως ότι ολόκληρος ο νόμος εμπίπτει στον τομέα αυτό . Αυτό καθίσταται ήδη σαφές, αν εξεταστούν τα διάφορα μέτρα που αφορούν την "επαγγελματική επιμόρφωση" ( στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που αναφέρονται στην προστασία της αγοράς εργασίας - προσαρμογή προς τη μεταβαλλόμενη διάρθρωση της ζητήσεως ) αποδεικνύεται δε σαφέστατα αν αναγνωσθεί ο πίνακας των περιεχομένων του νόμου, από τον οποίο προκύπτει - αρκεί να αναφερθούν μόνο οι διατάξεις του οι σχετικές με την εξεύρεση εργασίας, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την επαγγελματική εκπαίδευση, την επαγγελματική προώθηση των αναπήρων - ότι δεν πρόκειται μόνο για κανόνες που αφορούν τον "κλάδο της κοινωνικής ασφαλίσεως" που αναφέρεται στην ασφάλιση κατά της ανεργίας .
14 . β ) Το ίδιο ισχύει και για τις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων, δηλαδή τις αποφάσεις επί των υποθέσεων 187/73 ( 4 ) και 171/82 ( 5 ), οι οποίες αν εξεταστούν προσεκτικότερα δεν παρέχουν κανένα κρίσιμο στοιχείο υπέρ της απόψεως του προσφεύγοντος .
15 . Βεβαίως, σύμφωνα με την πρώτη από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, έχει σημασία το αν πρόκειται για μια κατάσταση νομικώς καθορισμένη και για το αν πρόκειται για περιόδους επαγγελματικής δραστηριότητας, ασφαλίσεως ή καταβολής εισφορών . Αυτό όμως είχε σημασία - έτσι ετίθετο το πρόβλημα οριοθετήσεως στις υποθέσεις εκείνες - μόνο προκειμένου να καθοριστεί αν στην περίπτωση εκείνη ετίθετο ζήτημα χορηγήσεως επιδόματος κοινωνικής αρωγής, για την οποία η απορία αποτελεί σημαντικό στοιχείο . Αντιθέτως, το πρόβλημα οριοθετήσεως που τίθεται στην παρούσα υπόθεση δεν είχε συζητηθεί στην υπόθεση εκείνη και δεν μπορεί βεβαίως να γίνει δεκτό ότι, όταν συντρέχουν τα κριτήρια που γενικώς χαρακτηρίζουν την κοινωνική ασφάλιση, δικαιολογείται η συναγωγή του συμπεράσματος ότι βρισκόμαστε ενώπιον περιπτώσεως που εμπίπτει στον τομέα της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας .
16 . Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη από τις προαναφερθείσες αποφάσεις ( επρόκειτο, στην υπόθεση εκείνη, για ενισχύσεις που καταβάλλονται κατά το γαλλικό δίκαιο προς διασφάλιση του εισοδήματος σε περίπτωση εκούσιας αποχωρήσεως από τον ενεργό βίο ), το μόνο πρόβλημα που ετίθετο ήταν το αν η εν λόγω κατάσταση ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 από την άποψη των συντάξεων γήρατος . Καίτοι στην απόφαση υπογραμμιζόταν η σημασία του γεγονότος ότι η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση επεδίωκε ένα στόχο που αφορούσε την πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως ( καθόσον συνέβαλλε στην απελευθέρωση θέσεων εργασίας υπέρ των ανέργων ), δεν επιτρέπεται βεβαίως η συναγωγή του συμπεράσματος ότι οι παροχές που αφορούν την περίπτωση εκούσιας αποχωρήσεως από την εργασία και καταβάλλονται για την ενίσχυση της αγοράς εργασίας εμπίπτουν οπωσδήποτε στην κατά της ανεργίας ασφάλιση, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 .
17 . γ ) Ανάλογα αρνητική, τέλος, πρέπει να είναι και η εκτίμηση των δύο επιχειρημάτων που προέβαλε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τα οποία αναφέρονται, αφενός μεν, στο ιστορικό θεσπίσεως του κανονισμού 1408/71, αφετέρου δε, στο γενικό χαρακτηριστικό των στόχων που επιδιώκει ο εν λόγω κανονισμός ( δηλαδή την προστασία από κινδύνους που είναι ανεξάρτητοι από τη βούληση και κείνται εκτός της σφαίρας επιρροής του ατόμου ).
18 . Πρέπει, βεβαίως, να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71 είναι σχεδόν κατά λέξη όμοιο με την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού 3 ( το άρθρο 2 ), ότι η έκδοση του κανονισμού 1408/71 δεν απέβλεπε σε διεύρυνση του πίνακα των παροχών ( όπως προκύπτει από το τμήμα του προοιμίου του όπου αναφέρεται ότι σκοπός του είναι να συγκεντρώσει όλες τις διατάξεις που έχουν εκδοθεί κατ' εκτέλεση του άρθρου 51 της Συνθήκης ) και ότι - όπως προκύπτει από τα υπόλοιπα τμήματα των αιτιολογικών σκέψεων - ο σκοπός που κυρίως επιδιωκόταν τότε, στον τομέα που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, αναφερόταν χωρίς αμφιβολία στις παροχές που καταβάλλονται μετά την επέλευση της ανεργίας . Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονείται ότι στον τομέα αυτό διαγράφεται από πολλά ήδη έτη μια εξέλιξη που συνίσταται στην αντιμετώπιση των κινδύνων ανεργίας με τη λήψη προληπτικών μέτρων .
19 . Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, νομίζω ότι ορθώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου που αναφέρεται στην επιμόρφωση ( όπως για παράδειγμα προκύπτει από το άρθρο 49 της Συνθήκης ΕΟΚ ) δεν προσφέρεται η στατική μέθοδος ερμηνείας και ότι, αντιθέτως, μόνο μια δυναμική ερμηνεία μπορεί να θεωρηθεί ως ενδεδειγμένη . Βάσει της ερμηνείας αυτής πρέπει να καθίσταται δυνατή - όταν δεν υπάρχει σαφώς αντίθετος λόγος - η ελαστική εφαρμογή των υπαρχουσών διατάξεων στόχος της ερμηνείας αυτής είναι να αποφεύγεται κατά το δυνατόν η συνεχής και συγκεκριμένη προσαρμογή των κανόνων περί ασφαλιστικής καλύψεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και να καθίσταται δυνατή, βάσει μιας ευλόγου και προσανατολισμένης προς το μέλλον ερμηνείας, η εφαρμογή των συντονιστικών διατάξεων που εξυπηρετούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την υλοποίηση της θεμελιώδους αυτής αρχής της Συνθήκης .
20 . Σε ό,τι εξάλλου αφορά το γενικό χαρακτήρα του σκοπού που επιδιώκει ο κανονισμός 1408/71 και, κατά συνέπεια, το δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως γενικότερα, αφενός μεν, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το βάσιμο όλων των στοιχείων που προαναφέρθηκαν, αμφιβολίες που προκύπτουν από το αν όντως πρόκειται πάντοτε - για παράδειγμα στον τομέα ασθένειας και μητρότητας - για περιστατικά που διαφεύγουν από τη βούληση και τη σφαίρα επιρροής του ασφαλισμένου . Εξάλλου, ορθώς η Επιτροπή επέστησε τελείως γενικά την προσοχή στον αμφίβολο χαρακτήρα της έννοιας της εκούσιας πράξεως, η οποία βέβαια δύσκολα δικαιολογείται σε περίπτωση μέτρων στα οποία υπόκειται ένα πρόσωπο προκειμένου να αποφύγει ορισμένες δυσμενείς συνέπειες που το απειλούν . Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτός ο καθορισμός, με τη βοήθεια κριτηρίων αυτού του είδους, του πεδίου καθ' ύλην εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, εφόσον δεν συντρέχουν άλλοι σημαντικοί λόγοι για την υιοθέτηση μιας τέτοιας μεθόδου, πράγμα που εν πάση περιπτώσει πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια .
21 . 3 . Στο επίκεντρο των διατάξεων που πρέπει να ερμηνευτούν στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως βρίσκεται χωρίς αμφιβολία το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, το οποίο καθορίζει το πεδίο της καθ' ύλην εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού .
22 . Κατά την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου - και αυτό πρέπει να αντιταχθεί στον προσφεύγοντα - δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ως κρίσιμο στοιχείο ο όρος "κλάδος κοινωνικής ασφαλίσεως", προκειμένου να συναχθεί ότι το σύνολο των διατάξεων που αναφέρονται σε έναν από αυτούς τους "κλάδους" εμπίπτει αυτομάτως στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού . Αντιθέτως, το κρίσιμο στοιχείο αποτελούν τα "είδη παροχών" που αναφέρονται εν συνεχεία στο εν λόγω άρθρο και, εν προκειμένω, η περίπτωση του στοιχείου ζ ), δηλαδή οι παροχές ανεργίας . Αν προσδοθεί αποφασιστική σημασία στην έκφραση αυτή, πρέπει να αναγνωριστεί ότι πρόκειται κυρίως για παροχές που χορηγούνται σε περίπτωση υφισταμένης ανεργίας, πράγμα εξάλλου που επιβεβαιώνεται και από την απόδοση του κανονισμού σε άλλες γλώσσες ( όπως η ιταλική, η γαλλική, η αγγλική και η ολλανδική ) και επιρρωνύεται από το γεγονός ότι στο κεφάλαιο 6, που φέρει τον τίτλο "Ανεργία", τα άρθρα 68 έως 71 αναφέρονται ρητώς στους "ανέργους ".
23 . Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικοί λόγοι για να μη γίνει δεκτή η άποψη αυτή και να αναγνωριστεί, αντιθέτως, ότι δεν προκύπτει σαφώς το συμπέρασμα ότι οι παροχές που χορηγούνται προς πρόληψη της ανεργίας αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 . Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στους τίτλους του κεφαλαίου 6 των κανονισμών 1408/71 και 574/72 : "ανεργία" και "παροχές ανεργίας" αντιστοίχως για την αναφορά της στο γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 80 του κανονισμού 574/72, το οποίο αναφέρεται στην εφαρμογή του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να υποβληθούν στον αρμόδιο για την ανεργία φορέα βεβαιώσεις για τις περιόδους ασφαλίσεως και απασχολήσεως καθώς και για την αναφορά της στο γεγονός ότι στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 574/72, υπό τον τίτλο "παροχές ανεργίας", αναφέρεται ως αρμόδιος γερμανικός φορέας το Bundesanstalt foer Arbeit, το οποίο - όπως προανέφερα - είναι επίσης αρμόδιο για τα μέτρα επαγγελματικής επιμορφώσεως που προβλέπει ο Arbeitsfoerderungsgesetz .
24 . Υπέρ της ευρείας ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ ), συνηγορεί το γεγονός - εκτός από το ότι οι διατάξεις που διασφαλίζουν την εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής που συνιστά η ελεύθερη κυκλοφορία δεν μπορούν, κατά κανόνα, να ερμηνεύονται συσταλτικώς - ότι το άρθρο 67 του κανονισμού 1408/71, στο οποίο το παραπέμπον δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία και το οποίο προβλέπει συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και απασχολήσεως, δεν αναφέρεται σε υπάρχουσα ανεργία, αλλά γενικά σε "δικαίωμα παροχών ".
25 . Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι - σε ό,τι αφορά την ασθένεια και τη μητρότητα - το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α ), χρησιμοποιεί μια έκφραση αντίστοιχη με εκείνη που χρησιμοποιείται στο στοιχείο ζ ). Είναι, ωστόσο, σαφές ότι στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το στοιχείο α ), δεν απαιτείται να έχει ήδη επέλθει ο αντίστοιχος ασφαλιστικός κίνδυνος και ότι, αντιθέτως, ο τομέας αυτός περιλαμβάνει επίσης - έστω και αν αυτό δεν αναφέρεται ρητώς όπως στην περίπτωση του στοιχείου β ) - τα προληπτικά μέτρα ( εμβολιασμούς, προληπτικές εξετάσεις και, στην περίπτωση της μητρότητας, ιατρική παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ).
26 . Σε ό,τι εξάλλου αφορά τη νομολογία τη σχετική με τον κανονισμό 1407/71 και τον προϊσχύσαντα σχετικό κανονισμό, είναι πράγματι ενδιαφέρον ότι στην εκδοθείσα επί της υποθέσεως 16/72 απόφαση ( στην οποία αναφέρεται ρητώς η Διάταξη περί παραπομπής ) το Δικαστήριο υπογράμμισε κατά τρόπο εντελώς γενικό ότι κατά την ερμηνεία του κανονισμού 3 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο θεμελιώδης στόχος του άρθρου 51 της Συνθήκης και ότι, κατά συνέπεια, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι "η έννοια της κοινωνικής ασφαλίσεως περιλαμβάνει και την προληπτική προστασία ..." ( Slg . 1972, σ . 1150, σκέψη 4 ).
27 . Νομίζω ότι αξίζει ακόμα να σημειωθεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι το Δικαστήριο ήδη έχει αποφανθεί, στην απόφαση επί της υποθέσεως 249/83 ( 6 ), ότι μια νομοθετική ρύθμιση εμπίπτει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, όταν "αναφέρεται σε έναν από τους κινδύνους που απαριθμούνται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ".
28 . Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με την απόφαση επί της υποθέσεως 172/82 ο χαρακτηρισμός των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως στηρίζεται κυρίως στο αντικείμενο και το σκοπό τον οποίο επιδιώκουν, καθώς και στη βάση υπολογισμού τους και τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τη χορήγησή τους, ενώ, αντιθέτως, καθαρώς τυπικά χαρακτηριστικά δεν θεωρούνται ως σημαντικά .
29 . Λόγω ακριβώς του συστήματος του Arbeitsfoerderungsgesetz - ο οποίος προβλέπει προνομιακό δικαίωμα επί των μέτρων επαγγελματικής επιμορφώσεως για τους ανέργους που βρίσκονται στο στάδιο της επαγγελματικής επανεντάξεως και για όσους απειλούνται ατομικά και άμεσα από την ανεργία ( άρθρο 44 - όπως για παράδειγμα η περίπτωση κατά την οποία έχει ήδη γίνει η απόλυση ή όταν έχει ήδη κινηθεί η πτωχευτική διαδικασία έναντι της οικείας επιχειρήσεως ) - δεν μπορεί, τελικώς, να μη συναχθεί το συμπέρασμα ότι η μόνη λογική λύση είναι να περιληφθούν στις παροχές που προβλέπει το άρθρο 4, στοιχείο ζ ), του κανονισμού 1408/71 και τα προληπτικά μέτρα και ότι, αντιθέτως, θα ήταν παράλογο να αποκλειστούν π.χ . τα μέτρα που αφορούν την περίπτωση άμεσα επερχόμενης ανεργίας ( κατά την έννοια του άρθρου 44 του Arbeitsfoerderungsgesetz ), όταν πρόκειται για εργαζόμενους που δεν έχουν συμπληρώσει επαρκείς περιόδους απασχολήσεως στην ημεδαπή, και, κατά συνέπεια, να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα μόνο μετά την επέλευση της ανεργίας ( οπότε το άρθρο 67 του κανονισμού 1408/71 επιβάλλει, χωρίς αμφιβολία, το συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως και απασχολήσεως ). Η ερμηνεία μιας ρυθμίσεως δεν θα πρέπει, κατά το μέτρο του δυνατού, να καταλήγει σε τόσο παράλογες - ή και άδικες ακόμα, όπως θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν - συνέπειες . Η δυνατότητα όμως αυτή υπάρχει στην παρούσα περίπτωση, ακριβώς επειδή το άρθρο 4, στοιχείο ζ ), δεν αποκλείει κατά τρόπο σαφή τις παροχές που αφορούν την επερχόμενη ανεργία .
30 . Αυτό σημαίνει ότι, καταρχήν, μπορεί εν πάση περιπτώσει να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν αφορά μόνο τα δικαιώματα επί παροχών που χορηγούνται μετά την επέλευση της ανεργίας, αλλά και επί παροχών που αποσκοπούν να αποτρέψουν μελλοντική ανεργία . Προς αυτή εξάλλου την κατεύθυνση κινούνται και οι σκέψεις του παραπέμποντος Bundessozialgericht .
31 . Θεωρώ, βεβαίως, ότι δεν μπορούμε να περιοριστούμε σ' αυτή τη διαπίστωση αρχής και ότι, αντιθέτως, πρέπει να προσθέσουμε ορισμένες εξηγήσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά το πρόβλημα των ορίων που έθεσε η κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας . Είναι, πράγματι, αναμφισβήτητο ότι κάθε μέτρο επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ( ακόμα και αυτά που εμπίπτουν στον τομέα της σχολικής και εγκυκλίου εκπαιδεύσεως ) περιορίζει τον κίνδυνο ανεργίας σε μια αγορά εργασίας που καθίσταται συνεχώς και πιο απαιτητική . Είναι, όμως, επίσης βέβαιο - και αυτό έχει γίνει ήδη εξαρχής σαφές - ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι όλα τα μέτρα αυτά ( ως προληπτικά μέτρα ) εμπίπτουν στον τομέα της ασφαλίσεως κατά της ανεργίας, ακόμα και αν προβληθεί ως αιτιολογία το γεγονός ότι χρηματοδοτούνται εν μέρει από τις ασφαλιστικές εισφορές κατά της ανεργίας ( γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον Arbeitsfoerderungsgesetz, αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση ενισχύσεως βάσει του εν λόγω νόμου ). Είναι χωρίς αμφιβολία εύλογο και δικαιολογημένο να απαιτείται να έχει η ενίσχυση υπέρ της επαγγελματικής επιμορφώσεως - όταν εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει σχέση εργασίας - σαφή, συγκεκριμένη και στενή σχέση με την καταπολέμηση της ανεργίας, εφόσον ζητείται η εφαρμογή διατάξεων που έχουν ακριβώς θεσπιστεί για το σκοπό αυτό .
32 . Το ίδιο φαίνεται να υποστηρίζει και ο εκπρόσωπος της ιταλικής κυβερνήσεως, ο οποίος δήλωσε, κατά την προφορική διαδικασία, ότι πρέπει να υφίσταται στενή σχέση μεταξύ της παροχής και του κινδύνου που αποσκοπεί να αποτρέψει . Κατά συνέπεια, η ανεργία πρέπει να αποτελεί τη νομική αιτία για τη χορήγηση της αιτουμένης παροχής, προκειμένου να μπορεί η παροχή αυτή να περιληφθεί στον εν λόγω τομέα . Αυτό πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και θα πρέπει ιδίως να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν όταν ο ενδιαφερόμενος αντιμετωπίζει ο ίδιος και με μεγάλη πιθανότητα το ενδεχόμενο ανεργίας ( όταν, για παράδειγμα, έχει απολυθεί ή όταν η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου - όπως εκτίθεται στο προαναφερθέν σχόλιο επί του άρθρου 44 του Arbeitsfoerderungsgesetz ) ή όταν ανήκει σε μια επαγγελματική κατηγορία η οποία απειλείται ιδιαίτερα, επειδή ο οικονομικός κλάδος στον οποίο εμπίπτει δεν παρουσιάζει ευνοϊκές προοπτικές .
33 . Μόνο με τον περιορισμό αυτό, η ακριβής έκταση του οποίου πρέπει να προσδιοριστεί προοδευτικώς, νομίζω ότι μπορεί να δοθεί καταρχήν καταφατική απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundessozialgericht .
34 . 4 . Η Επιτροπή επικαλέστηκε, εξάλλου, το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68, τον οποίο, ως γνωστό, δεν ανέφερε το Bundessozialgericht στο ερώτημα που υπέβαλε και σύμφωνα με τον οποίο ο εργαζόμενος που έχει την υπηκοότητα κράτους μέλους δικαιούται να φοιτά, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους ημεδαπούς εργαζόμενους, στις επαγγελματικές σχολές και στα κέντρα επανεκπαιδεύσεως . Η αναφορά στο άρθρο αυτό έγινε με αφορμή την άποψη που διατύπωσε το παραπέμπον δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση, καθόσον το σχετικό εν προκειμένω άρθρο 46 του Arbeitsfoerderunggesetz δεν προβλέπει καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας ( συνεπώς, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού ).
35 . Σύμφωνα με την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 που προτείνω, η οποία παρέχει τη δυνατότητα ικανοποιητικής επιλύσεως του προβλήματος που ανέκυψε στην κύρια δίκη, δεν χρειάζεται πράγματι να εξεταστεί το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 . Ωστόσο, θα ήθελα να προβώ σε σύντομη εξέτασή του, καθόσον είναι προφανές ότι αν το άρθρο 7 εκληφθεί υπό την έννοια που προτείνει η Επιτροπή - επειδή τότε θα πρέπει να υπολογιστούν γενικά για τα μέτρα επαγγελματικής επιμορφώσεως τόσο οι περίοδοι καταβολής εισφορών στο εξωτερικό, όσο και οι περίοδοι που συμπληρώθηκαν στη Γερμανία - θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι από την εφαρμογή του Arbeitsfoerderungsgesetz προκύπτουν πολύ ευρύτερες συνέπειες από ό,τι από την εφαρμογή μόνο του άρθρου 67 του κανονισμού 1408/71, στο πλαίσιο που προσδιόρισα πιο πάνω .
36 . Ας μου επιτραπεί να διατυπώσω από τώρα το συμπέρασμά μου : δεν νομίζω ότι μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής .
37 . Πρέπει, βεβαίως, να αναγνωριστεί ότι, σύμφωνα με την απόφαση επί της υποθέσεως 152/73 ( 7 ) ( επί της οποίας επέμεινε ιδιαίτερα η Επιτροπή ), ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 απαγορεύει όχι μόνο τις προφανείς διακρίσεις λόγω ιθαγένειας, αλλά και όλες τις μορφές συγκεκαλυμμένων διακρίσεων οι οποίες διά της εφαρμογής άλλων κριτηρίων καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα ( Slg . 1974, σ . 164, σκέψη 11 ).
38 . Υπάρχουν, επίσης, ορισμένα επιχειρήματα υπέρ της απόψεως ότι το ίδιο συμβαίνει και με το κριτήριο του άρθρου 46 του Arbeitsfoerderungsgesetz ( δύο έτη υποχρεωτικών εισφορών στο γερμανικό φορέα ασφαλίσεως κατά ανεργίας ), καθόσον οι γερμανοί εργαζόμενοι, οι οποίοι σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις έχουν συμπληρώσει περιόδους απασχολήσεως στην αλλοδαπή, μπορούν κατά κανόνα να ανταποκριθούν ευκολότερα στην προϋπόθεση αυτή .
39 . Εξάλλου, πρέπει να αναγνωριστεί ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 για να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι καταβολής εισφορών στο εξωτερικό και να επιτευχθεί έτσι η ισότητα μεταχειρίσεως . Αυτό προκύπτει σαφώς από την απόφαση επί της υποθέσεως 110/79 ( 8 ), αντικείμενο της οποίας ήταν το αν - σε σχέση με την προϋπόθεση εντάξεως σε σύστημα ασφαλίσεως γήρατος - η ασφάλιση σε φορέα άλλου κράτους μέλους μπορεί να θεωρηθεί ως ισοδύναμη . Στην υπόθεση εκείνη υπογραμμίστηκε ιδίως ότι ο κανονισμός 1612/68, θέτοντας την αρχή της ισότητας της μεταχειρίσεως με τους ημεδαπούς, δεν αποβλέπει στη δημιουργία δικαιωμάτων βάσει περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σε άλλο κράτος μέλος, αν τα δικαιώματα αυτά δεν προβλέπονται για τους ημεδαπούς από διατάξεις του εσωτερικού δικαίου ( Slg . 1980, σ . 1456, σκέψη 6 ). Πρέπει, εξάλλου, να ληφθεί υπόψη ότι, αν πρόκειται να συνυπολογίζονται οι περίοδοι ασφαλίσεως στο εξωτερικό και να προκύπτουν έτσι δικαιώματα επί παροχών, πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί οικονομικού συμψηφισμού μεταξύ των φορέων των διαφόρων κρατών μελών . Ο κανονισμός 1408/71 προβλέπει τέτοιους μηχανισμούς τίποτε ανάλογο όμως δεν προβλέπεται στην περίπτωση του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68 .
40 . Αντιθέτως λοιπόν προς την άποψη της Επιτροπής, δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 η ύπαρξη υποχρεώσεως ερμηνείας του Arbeitsfoerderungsgesetz και ιδίως του άρθρου 46 υπό την έννοια ότι ακόμη και οι περίοδοι καταβολής εισφορών στην αλλοδαπή αρκούν για τη θεμελίωση δικαιώματος επί παροχών .
Γ - Πρόταση
5 . Βάσει των σκέψεων που προαναφέρθηκαν προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα του Bundessozialgericht :
41 . Το άρθρο 67, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ ), του κανονισμού 1408/71, εφαρμόζεται και στο δικαίωμα επί παροχών που χορηγεί κράτος μέλος για την πρόληψη συγκεκριμένου και άμεσου κινδύνου ανεργίας . Αν οι παροχές αυτές εξαρτώνται από το αν έχει ασκηθεί συγκεκριμένη δραστηριότητα για την οποία να προβλέπεται η υποχρέωση καταβολής εισφορών, τότε πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι περίοδοι απασχολήσεως που συμπληρώθηκαν σε άλλα κράτη μέλη .
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά .
( 1 ) Κανονισμός 1408/71, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001, σ . 73 ).
( 2 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 05/001, σ . 33 .
( 3 ) Απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 1972 στην υπόθεση 16/72, Αμμηενειξε Οστςλσαξλεξλαςςε Ηανβυση jatae Lαξδεςφεσςιγθεσυξηςαξςταμτ Sγθμεςχιη-Ηομςτειξ, Sμη . r . 1141 .
( 4 ) Απόφαση της 28ης Μαΐου 1974 επί της υποθέσεως 187/73, Cαμμενεωξ jatae Bekciou, Sμη . r . 553 .
( 5 ) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983 επί της υποθέσεως 171/82, Vαμεξτιξι jatae Aςςεδιγ, uukkocoe r . 2157 .
( 6 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 249/83, Ηοεγλψ jatae Οπεξβαασ Cεξτσυν φοοσ Μαατςγθαππεμικλ Wεμ'ικξ, uukkocoe rr . 973 jai 982, rjaxg 12 .
( 7 ) Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974, Gιοφαξξι Μασια Sοτηιυ jatae Dευτςγθε Βυξδεςποςτ, Sμη . r . 153 .
( 8 ) Απόφαση της 24ης Απριλίου 1980, Uξα Cοοξαξ jatae Ιξςυσαξγε Οζζιγεσ (" arvaekirg arhemeias gkijiylamym eqcafolamym "), Sμη . r . 1445 .
Full & Egal Universal Law Academy